«Tὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική· τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου. Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου.» (Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἄξιον ἐστί»)

Σελίδες Πατριδογνωσίας - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2007

ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ

Οἱ ἀρνησιπάτριδες «ἐκσυγχρονιστὲς» ἔκαναν τὸ μοιραῖο (γι᾿ αὐτοὺς) λάθος.

ἀλαζονία τῆς κτηνώδους δυνάμεως τῆς παγκοσμίου ἐξουσίας τους, τοὺς ὁδήγησε στὴν ὕβρι.

Ἔθιξαν τὰ ἅγια τῶν ἁγίων τοῦ Ἕλληνα· τὴν ἴδια τὴν ἐθνική μας ὑπόστασι καὶ ὑπαρκτική μας συνθήκη: τοὺς προγόνους καὶ τὴν τιμή μας, τὸ παρελθόν καὶ τὸ μέλλον μας, τὴν ψυχὴ καὶ τὸ αἷμα μας· τὴν Ἱστορία μας.

Τὸ βιβλίο «Ἱστορίας» κάποιων ΛιακοΡεπούσηδων, αὐτὴ ἡ λεπτομέρεια, θὰ ἀποδειχθεῖ ὁ καταλύτης· ἡ σπίθα τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἡ Ἀντίστασι, ποὺ σιγόβραζε βαθειὰ μὲς στὴν ψυχὴ τῶν Ἑλλήνων, ξέσπασε. Ἡ Νέμεσις θὰ εἶναι ἀνελέητη.

Ἐμεῖς εἴμεθα ἤδη στὶς ἐπάλξεις· αὐτοί, ἂς ἀναζητοῦν Ἐφιάλτες.

Ἐνώνουμε φωνή καὶ σῶμα, ὦμο μὲ ὦμο, δόρυ μὲ ἀσπίδα, ἄνδρας μὲ ἄνδρα, μὲ τὴν κραυγὴ-κεραυνὸ τοῦ καθηγητοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ, ποὺ ἔδωσε τὸ σύνθημα στὴν «Καθημερινὴ» τῆς Κυριακῆς 15ης Ἀπριλίου:

ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ


Χρήστος Γιανναράς, «Η Καθημερινή», 15 Απρ. 2007

Ποιος ορίζει το μέλλον της χώρας;

Κατόρθωμα εξόφθαλμο της κυβερνητικής πολιτικής: Ενα βιβλίο Ιστορίας του Δημοτικού Σχολείου μεταβάλλει τις προσεχείς εκλογές, οψέποτε πραγματοποιηθούν, σε δημοψήφισμα. Το δημοψηφισματικό δίλημμα του ψηφοφόρου απλό και ξεκάθαρο: Ναι ή όχι σε μια πολιτική για την παιδεία (κοινή και από τα τρία κόμματα νομής της εξουσίας) που ακυρώνει μεθοδικά την ιστορική αυτοσυνειδησία και την πολιτιστική ιδιοπροσωπία, έσχατα ερείσματα αυτοσεβασμού, των σημερινών Ελλήνων.

Τα «επικοινωνιακά» τεχνάσματα της υπουργού Παιδείας ή το προπαγανδιστικό μένος των καναλιών και απίστευτου πλήθους δημοσιογράφων δεν φτάνουν σε αυτή την περίπτωση να παραπλανήσουν τον ψηφοφόρο. Τα δεδομένα του δημοψηφισματικού διλήμματος είναι ξεκάθαρα και για τον αφελέστερο πολίτη: Ναι ή όχι στο «Πρόγραμμα Κοινής Ιστορίας» (Joint History Project) που χρηματοδοτείται (και επιβάλλεται στους λαούς της Νοτιοανατολικής Ευρώπης) από την αμερικανική κυβερνητική υπηρεσία US AID μέσω του «Κέντρου για τη Δημοκρατία και τη Συμφιλίωση στη Ν.Α. Ευρώπη» (βλ. ιστοσελίδα του Center for Democracy and Reconciliation in Southeast Europe). Ναι ή όχι να γράφονται βιβλία Ιστορίας των παιδιών μας κατ’ εντολήν ξένων κέντρων. Ναι ή όχι να καθορίζονται οι στόχοι, το μέλλον, οι προοπτικές της ελληνικής κοινωνίας, τα κριτήρια ιστορικής της αυτεπίγνωσης και πολιτιστικής της ταυτότητας από συντεχνιακή ομάδα, την ίδια με κάθε κυβέρνηση (ανόσιο μείγμα «ανανεωτικής» δήθεν Αριστεράς και νεοφιλελεύθερης Δεξιάς) που ανεξέλεγκτα επικυριαρχεί στη χώρα ερήμην του λαού.

Το βιβλίο Ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού είναι το μοιραίο λάθος της κυβερνητικής πολιτικής. Τα «δομημένα ομόλογα» απογοήτευσαν, όμως απλώς ενίσχυσαν το απαξιωτικό αίσθημα του πολίτη για τους επαγγελματίες πολιτικούς. Η πέραν πάσης πολιτικής λογικής «εμφύτευση» της πρώην Δημάρχου Αθηναίων στο υπουργείο Εξωτερικών και μιας κυρίας καυχόμενης από τηλεοράσεως για την αθεΐα της στο υπουργείο Θρησκευμάτων (και Παιδείας) εισπράχθηκαν από πολλούς με συμπόνια για τις εκβιαστικές πιέσεις που δέχεται ο πρωθυπουργός από τον «ξένο παράγοντα».

Αλλά το διαβόητο βιβλίο Ιστορίας είναι η μοιραία πρόκληση: Θίγει την πιο καίρια πτυχή της λαϊκής ευαισθησίας, τη ψυχολογική (παρηγοριάς) καταφυγή του σημερινού χιλιοταπεινωμένου Ελληνα στην Ιστορία. Μόνο από την Ιστορία μπορεί πια να αντλήσει αυτοσεβασμό ο Ελληνας – τα όσα οι κεκράχτες των κομματικών αυτεγκωμίων προπαγανδίζουν σαν σημερινά κατορθώματα μόλις και δικαιολογούνται σε βαλκανική (και μόνο) κλίμακα. Ενώ ο αυτοσεβασμός και η συλλογική αξιοπρέπεια εξακολουθούν να προϋποτίθενται για την άσκηση σοβαρής εξωτερικής πολιτικής, όπως και για το φρόνημα που εγγυάται την άμυνα ή για την κοινωνική συνοχή που εξασφαλίζει τη λειτουργία κοινωνικού κράτους.

Το επίμαχο βιβλίο Ιστορίας αναπότρεπτα μεταβάλλει τις προσεχείς εκλογές σε δημοψήφισμα. Γιατί ξαναθέτει αδυσώπητο το συνδεδεμένο με ντροπιαστικές ιστορικές εμπειρίες ερώτημα: ποιος επιτέλους κυβερνάει αυτόν τον τόπο; Καμιά αντίληψη της δημοκρατίας και του κοινοβουλευτισμού δεν δικαιολογεί την υπουργό Παιδείας να προσβάλλει τόσο βάναυσα τη νοημοσύνη των πολιτών: Να χαρακτηρίζει «αντιδράσεις μεμονωμένες και ακραίες που υποκρύπτουν πολιτικές σκοπιμότητες, αντιδράσεις των εθνικιστικών λόμπυ», την απόρριψη του βιβλίου από τον Κυπριακό Ελληνισμό, την καίρια επιστημονική αντίδραση της Ακαδημίας Αθηνών, τις εμπεριστατωμένες κριτικές διασημοτήτων της ιστορικής έρευνας και της παιδαγωγικής επιστήμης, το καταιγιστικό κύμα λαϊκής αντίδρασης με άρθρα και επιστολές στον Τύπο, διακηρύξεις σωματείων, συλλόγων, επιστημονικών εταιρειών, πολιτιστικών ιδρυμάτων.

Προσέβαλε με ιταμότητα πολύ μεγάλη μερίδα πληθυσμού η κυβερνητική υπεράσπιση του επονείδιστου βιβλίου. Και τρόμαξε τους οξυδερκείς. Γιατί είναι πραγματικός συγκλονισμός να συνειδητοποιεί ο πολίτης ότι στα καίρια του συλλογικού βίου, όταν πρόκειται για στόχους και προοπτικές του λαϊκού σώματος, δεν λειτουργούν ούτε καν προσχήματα δημοκρατίας. Αποφασίζουν παράγοντες και κέντρα αποφάσεων ανεξέλεγκτα από την πολιτική βούληση του λαού και τα θελήματά τους επιβάλλονται με μηχανισμούς προπαγάνδας κυριολεκτικά παντοδύναμους.

Η συγκεκριμένη συντεχνία (το ανόσιο μείγμα «ανανεωτικής» δήθεν Αριστεράς και νεοφιλελεύθερης Δεξιάς) δυναστεύει τα πανεπιστήμια, με οποιαδήποτε κυβέρνηση στα τελευταία χρόνια. Ελέγχει ασφυκτικά τον χώρο της δημοσιογραφίας και της τηλεόρασης, κρατικής και ιδιωτικής. Κυριαρχεί εξουσιαστικά στη σχολική εκπαίδευση, στοιχειώδη και μέση – (ακόμα και οι Νηπιαγωγοί βγήκαν να κατηγορήσουν, με κωμική αναίδεια, την ελληνική κοινωνία που αντιδρά στο επίμαχο βιβλίο, επειδή είναι «ακόμη ανέτοιμη να συζητήσει πόσο μάλλον να αφομοιώσει, σύγχρονες παιδαγωγικές αντιλήψεις και επιστημονικούς προβληματισμούς»!!).

Είναι χρέος η επαναληπτική υπενθύμιση: ποιαν ομογνωμία, εκπληκτικά συντονισμένη, εμφανίζει το παρδαλό μείγμα της συντεχνίας που μάχεται σήμερα για «δημοκρατία (sic) και συμφιλίωση στη ΝΑ Ευρώπη»: Ολοι τους υπέρμαχοι του Σχεδίου Ανάν για την Κύπρο. Ολοι τους θιασώτες ένθερμοι της άνευ όρων ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε. Υπέρ της «διόρθωσης» των σχολικών βιβλίων Ιστορίας ώστε να μην προκαλούνται οι Τούρκοι. Ολοι τους υπερασπίζουν τα «δίκαια» του κράτους των Σκοπίων και χλευάζουν την ευαισθησία των Ελλήνων για το όνομα «Μακεδονία». Ολοι κομπάζουν πως είναι «απελεύθεροι» από κάθε μεταφυσική αναζήτηση, κάθε αίσθηση πατρίδας και συνέχειας. Αυτοί καθορίζουν την εκπαιδευτική πολιτική του κράτους με χρηματοδότες που αξίζει να τους αναζητήσει κανείς στην ιστοσελίδα του CDRSEE.

Ενα εξαμβλωματικό εγχειρίδιο Ιστορίας υποταγμένο σε προπαγανδιστικές σκοπιμότητες και παιδαγωγικά εξωφρενικό (διαστρέφει τη λειτουργία του λόγου σε υποτιτλισμό εικόνων και συνθηματολογικά παραθέματα). Αυτό προκαθορίζει τις προσεχείς εκλογές ως κρίσιμο για τις ελευθερίες της ελληνικής κοινωνίας δημοψήφισμα. Αν ο πρωθυπουργός αμφιβάλλει για το κοινό αίσθημα και τη λαϊκή οργή, στο χέρι του είναι να συμβουλευτεί έντιμες δημοσκοπήσεις.

Χρήσιμο πάντως να θυμάται ότι σε ανάλογες, περίπου, περιστάσεις ο συνονόματος θείος του καθυστέρησε να διερωτηθεί «ποιος επιτέλους κυβερνάει αυτόν τον τόπο». Και πλήρωσε πολύ ακριβά αυτήν την άργητα ο ίδιος και η χώρα.

--
Υπογράψτε την διαμαρτυρία για την παραχάραξη της Ιστορίας μας!
Ματαιώστε τον επιχειρούμενο αφελληνισμό των παιδιών μας!
ΑΝΤΙΒΑΡΟ

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2007

Κ. Κρουμβάχερ, «Νέος θησαυρὸς τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης», 1908

Διαβάζω (djvu, 170 KiB) εἰς τὸ τεῦχος Ἰανουαρίου 1909 τοῦ μηνιαίου περιοδικοῦ «Ἡ Μελέτη»:

«Ὑπὸ τὸν τίτλον: «Νέος θησαυρὸς τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης», ἐδημοσίευσεν ὁ τακτικὸς καθηγητὴς τῆς μέσης καὶ νέας ἑλληνικῆς φιλολογίας ἐν τῷ πανεπιστημίῳ τοῦ Μονάχου κ. Κάρολος Κρουμβάχερ ἐν τῷ γερμανικῷ περιοδικῷ «Internationale Wochenschrift fur Wissenschaft, Kunst und Technik» τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1908, πολλοῦ λόγου ἄξιον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον μετά τινων ὑπὸ τῆς στενότητος τοῦ χώρου ἐπιβαλλομένων παραλείψεων παρέχομεν κατωτέρῳ ἐν μεταφράσει εἰς τοὺς ἀναγνώστας τῆς «Μελέτης». Εἶναι ἡ πρώτη ὑπό λογίου τῆς Δύσεως ἐκφερομένη γνώμη περὶ τῆς μεγάλης σημασίας τῆς ὄντως ἐθνικῆς ἐπιχειρήσεως, τὴν ὁποίαν ἐξήγγειλεν εἰς σύμπαντα τὸν πεπολιτισμένον κόσμον τὸ Β. Διάταγμα τῆς 8ης Νοεμβρίου 1908 περὶ τῆς συντάξεως λεξικοῦ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης κατὰ πάσας τὰς φάσεις τῆς ἱστορίας αὐτῆς ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τῆς σήμερον.» [...]

Ποιὸ εἶναι τὸ ἱστορικόν. Τὸν Μάιον τοῦ 1904, ὅπως ἀναφέρει ὁ Κρουμβάχερ, ἡ Βρεταννικὴ Ἀκαδημία ὑποβάλλει εἰς τὴν Διεθνὴν Ἔνωσιν τῶν Ἀκαδημιῶν σχέδιον συντάξεως πλήρους λεξικοῦ (θησαυροῦ) τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς. Ἡ πρότασις γίνεται δεκτή, ἀλλὰ δὲν προχωρᾶ. Τὸ 1908, ἡ Βρεταννικὴ Ἀκαδημία ἀποσύρει ἐντελῶς τὸ σχέδιον, δηλώνοντας ἀδυναμία νὰ τὸ ὑλοποιήσει.

Καὶ τότε, λίγο καιρὸ μετὰ τὸ λυπηρὸ ἀυτὸ ἄγγελμα, ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἀνακοινώνει ὅτι αὐτὴ θὰ ἀναλάβει τὸ ἔργο, καὶ ἐξαγγέλλει ἀπόφασιν συντάξεως θησαυροῦ ὄχι μόνον τῆς ἀρχαίας, ἀλλὰ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, ὅλων τῶν αἰώνων! (Μὲ τὴν προοπτικὴν τοῦ πανηγυρικοῦ ἐορτασμοῦ (1921) τῆς ἑκατονταετηρίδος τῆς Ἐθνεγερσίας.) Ἡ ἀνακοίνωσις αὐτὴ τῶν ἐκπροσώπων τοῦ ἰστορικωτάτου τῶν ἐθνῶν, ἐκπροσώπων ὅμως, τότε (1908), μιᾶς μικρῆς καὶ δοκιμαζομένης πολιτείας, ἀποφασισμένων ὅμως νὰ ἀναλάβουν τὸ τιτάνιο ἔργο τῆς ὀφειλομένης τιμῆς καὶ τοῦ χρέους πρὸς τοὺς προγόνους, ἐντυπωσιάζει τὸν πνευματικὸ κόσμο ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος. Εἰλικρινῶς, σήμερα (2007) ποὺ τὸ διαβάζω συγκινοῦμαι ἀναλογιζόμενος τὶ πίστι στοὺς προγόνους καὶ στὴν κληρονομιά μας καὶ τὶ ὄραμα γιὰ τὸ μέλλον εἶχαν οἱ πρόγονοί μας τοῦ 1908. (Τῆς ἐποχῆς ὅπου τὰ σύνορα δὲν ἔφθαναν παρὰ ἔως καὶ τὴν Θεσσαλία, καὶ μόλις ἄρχιζε νὰ ἀναρρώνει τὸ κράτος, κάτω ἀπὸ τὴν χρηστὴ διακυβέρνησι Γ. Θεοτόκη, ἀπὸ τὴν δεινὴ περιπέτεια τοῦ 1897.) Τὶ ὄραμα εἶχαν οἱ Ἕλληνες τοῦ 1908. Ἡ σύγκρισις μὲ τὸ σήμερα τῆς Γιαννάκου καὶ τῆς Ρεπούση εἶναι συντριπτική, ἀπελπιστική. Γράφει, λοιπόν, ὁ Κρουμβάχερ:

σελ. 13:
«Ἀλλ᾿ ἰδοὺ κληρονόμος αὐτοῦ [τοῦ ἔργου] παρουσιάζεται νῦν ἐκ τῆς χώρας ἐκείνης, ἥτις βεβαίως πρώτη ἐκ πασῶν εἶναι κεκλημένη νὰ μεριμνήσῃ διὰ παντὸς πνευματικοῦ καὶ ὑλικοῦ μέσου ὑπέρ ἑλληνικοῦ λεξικοῦ, πληροῦντος πᾶσαν περὶ τελειότητος τοῦ ἔργου ἀπαίτησιν.»

Συνεχίζει ὁ Κρουμβάχερ, κάνοντας λόγο (μὲ ἰκανὴ δόσι εἰρωνίας) καὶ γιὰ τὸ ζήτημα τῆς συνήθους τότε ὑποτιμήσεως τῆς δημοτικῆς γλώσσης:

σελ. 14:
«Ἀλλὰ καὶ πόσοι δὲν θὰ κινήσωσι διστακτικῶς τὴν κεφαλήν, ὅταν ἀκούσωσιν ὅτι πρόκειται λεξιλογικῶς νὰ συμπεριληφθῇ εἰς ἓν ὅλον ἑνιαῖον καὶ ἐν μιᾷ συνεχείᾳ νὰ ἐξετασθῇ σύμπασα ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα κατὰ τὴν ἀρχαίαν, μέσην καὶ νέαν τοῦ βίου της περίοδον! Πόσοι δὲν θὰ ἐξεγερθῶσι διὰ τὸ ἀδύνατον τῆς ἀξιώσεως τῶν σκεπτομένων νὰ εἰσαγάγωσιν ὑπὸ τὴν αὐτὴν φιλόξενον στέγην τοῦτο μὲν τὰς διὰ τῆς ὑψηλῆς ποιήσεως τοῦ Ὁμήρου ἢ τοῦ Αἰσχύλου καὶ τῆς βαθυνοίας τοῦ Πλάτων ἢ τοῦ Ἀριστοτέλους εἰς ὑπέροχον βαθμίδα εὐγενείας ἀρθείσας λέξεις, τοῦτο δὲ τὰς παραμόρφους τῆς κακοτέχνου δημώδους ποιήσεως τῶν μέσων χρόνων ἢ τὰς τῶν κλεφτικῶν ᾀσμάτων!»

Καὶ ὅμως, ἡ ἀπόφασις ἐκείνη τῆς Πολιτείας τοῦ 1908 συλλαμβάνει καὶ ἀναγνωρίζει τὴν ἐνότητα τῆς γλώσσης καὶ τῆς λογοτεχνικῆς μας κληρονομιᾶς, μὲ τὴν ἀπόφασι νὰ συντάξῃ θησαυρὸν ὄχι μόνον τῆς ἀρχαίας, ἀλλὰ ὁλοκλήρου τῆς -ἑνιαίας- Ἑλληνικῆς. Ἔτσι ἀποκαθίσταται καὶ ἡ δημοτικὴ παράδοσις. Πῶς ὅμως· ἀκριβῶς ὡς συνέχεια τῆς μεσαιωνικῆς καὶ τῆς ἀρχαίας, καὶ μὲ ὅλες τὶς μορφὲς συνεχῶς ἀρδεύουσες πλοῦτο ἡ μία ἀπὸ τὴν ἄλλη, συνυπάρχουσες στὸ παρόν, παρὼν ὑπόβαθρο ἡ παλαιοτέρα τῆς νεωτέρας. Ὄχι βεβαίως ὅπως ἡ «προοδευτικὴ» ὀμοταξία Χριστίδη, Μοσχονᾶ, Φραγκουδάκη, Φερράρι, Χάρη κλπ. πράττει, ἀποκόπτοντας τὴν ἱστορικὴ κληρονομιὰ καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς νεοελληνικῆς καὶ μελετώντας την ὡς... δίχος ἱστορικὸ βάθος καὶ περιεχόμενο ἰδίωμα (χωρὶς κἂν γραφὴ) ἀνεξέλικτων ἰθαγενῶν τῆς Ἀφρικῆς. Γράφει δὲ χαρακτηριστικῶς ὁ Κρουμβάχερ:

σελ.17:
«Ὁ Θησαυρὸς οὗτος [...] θὰ ἦτο τὸ κάτοπτρον συμπάσης τῆς ἐξωτερικῆς καὶ ἐσωτερικῆς ἱστορίας τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, αὐτὴ ἡ ἱστορία τῶν μακροχρονίων ἀγώνων του, ἡ διὰ μέσου περιλάμπρων νικῶν καὶ ὀλεθρίων καταστροφῶν [...]. Ἀλλ᾿ ὅτι καὶ παρὰ πάσας τὰς ἀνατροπάς [...], τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τῆς σήμερον τὴν ἐθνολογικὴν καὶ γλωσσικήν του ἑνότητα ἀκεραίαν διεφύλαξε, καὶ τοῦτο ἀκόμη διὰ μυρίων παραδειγμάτων θὰ κατεδείκνυεν ὁ τοιοῦτος Θησαυρός.»

σελ. 20:
[...] «ἐνῷ ἡ λατινικὴ γλῶσσα ἐνωρὶς ἤδη διεχωρίσθη εὶς ἐθνικὰ ἰδιώματα [...], ἐν Ἑλλάδι ἀδιάσπαστος παρέμεινε καὶ ἡ γλωσσικὴ παράδοσις καὶ τοῦ ἔθνους ἡ ἑνότης

Οὐδὲν σχόλιον.

Κάτι ἄλλο ἐνδιαφέρον:

σελ. 17-18:
[Διὰ τὸν Θησαυρὸν τῆς λατινικῆς γλώσσης] «τοιουτοτρόπως κατηρτίσθη ὑλικὸν ἀκατέργαστον, περιλαμβάνον τέσσαρα ἑκατομμύρια δελτίων καὶ διατηρούμενον εἰς πολλὰς χιλιάδας ἑρμαρίων.»

σελ. 22:
«Ποιότης τοῦ χάρτου, σχῆμα τῶν δελτίων, γραμμογράφησις αὐτῶν ἀπαιτοῦσιν ἐπίσης τὴν πρέπουσαν πρόνοιαν.»

Πραγματικῶς ἐντυπωσιάζεται κανεὶς ἀπὸ τὸ τιτάνιο ἔργο τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων τοῦ πνεύματος, πρὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ ἠλεκτρονικοῦ ὑπολογιστοῦ! Γιὰ ἐμᾶς σήμερα, εἶναι δύσκολο καὶ νὰ τὸ ἀναλογισθοῦμε! Νὰ ἀναλογισθοῦμε τὴν διαφορὰ τοῦ σήμερα μὲ τὴν πρὸ πενήντα ἢ ὀγδόντα ἐτῶν ἐποχή - δεν μιλῶ κἂν γιὰ τὴν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ πρόγονοί μας, χωρὶς τυπογραφία καὶ ἠλεκτρικό, ξεδίπλωναν τοὺς παπύρους καὶ τὶς περγαμηνές... Καὶ ὅμως, ἐκείνην τὴν ἐποχή, τέτοιο τιτάνιο ἀκόμη καὶ γιὰ τὰ σημερινὰ τεχνικὰ μέσα ἀνελάμβαναν οἱ πρόγονοί μας.

Ἐν συνεχεία (σελ. 25-26), ὁ Κρουμβάχερ γράφει διάφορα ένδιαφέροντα γιὰ τὴν ἀνάγκη συστάσεως Ἑλληνικῆς Ἀκαδημίας. (Ὡς γνωστόν, αὐτὸ ἐπετεύχθη μόλις τὸ 1926.)

Καταλήγει:

σελ. 26:
«Εἶναι τοῦτο καθῆκον τιμῆς διὰ τὴν Νέαν Ἑλλάδα. Τὸ ἔργον, τοῦ ὁποίου τὴν πραγμάτωσιν ἀνέλαβε πρὸς πανηγυρισμὸν τῆς πολιτικῆς καὶ πνευματικῆς ἀναγεννήσεώς της, εἶναι τὸ ὡραιότατον καὶ ἐθνικώτατον πάντων· ἀλλ᾿ εἶναι καὶ ὑπερμέγεθες, ἀπέραντον μάλιστα, σχεδὸν ἰλιγγιῶδες, ἀπαιτοῦν πλῆθος πολὺ ὑλικῶν μέσων καὶ ὄχι μικρότερον ποσὸν πνευματικῆς δυνάμεως. Μετ᾿ ἀνησυχίας διὰ τοῦτο ἐρωτῶσιν οἱ φιλέλληνες: θὰ φανῇ ἆρά γε τὸ νεαρὸν καὶ μικρὸν ἔθνος ἀντάξιον τῆς γιγαντιαίας ἐπειχειρήσεως; Ἀλλὰ δὲν εἶναι φρόνιμον οὔτε φιλοφρονητικὸν νὰ μεμψιμοιρῇ τις καὶ ἀπαισιοδοξῇ περὶ ἀρτιγεννήτου ὡραίας ἰδέας καὶ ὑπεροπτικῶς νὰ προοιωνίζηται τὴν ἀποτυχίαν της. Δίκαιον εἶναι μᾶλλον νὰ ἐκφράσωμεν τὴν χαράν μας διὰ τὴν γένεσιν αὐτῆς καὶ νὰ εὐχηθῶμεν ἀγαθὴν τὴν ἔκβασιν. Διὰ τῆς τολμηρᾶς ἀποφάσεως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ ἰδίως ὁ ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργὸς Σπ. Στάης ἔδωκαν περιφανὲς μαρτύριον ἐθνικοῦ φρονήματος καὶ ἐπιστημονικῆς διορατικότητος

Τὶ μαρτυρίαν δίδουν σήμερα οἱ Γιαννάκου, Ρεπούση κ.λπ. δὲν χρειάζεται νὰ τὸ σχολιάσουμε. Τὸ ἔχει διατυπώσει χαρακτηριστικῶς, ἄλλωστε ὁ καθηγητὴς Χρῆστος Γιανναρᾶς:

«Ἐπιτρέψτε μου, σὰν παρένθεση, καὶ σὰν ὀδυνηρὴ ἔκρηξη νὰ πῶ, ὅτι ἡ ὅλη κυβερνητικὴ συμπεριφορὰ μὲ τὸ βιβλίο αὐτὸ τῆς 6ης τάξης τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου, γιὰ τὸ ὁποῖο τόσα πράγματα εἰπώθηκαν καὶ τόσος θόρυβος ἔγινε, ἡ κυβερνητικὴ συμπεριφορά, θέλω ἁπλῶς νὰ πῶ, ὅτι ἀντιπροσωπεύει μία στάση ἡ ὁποία δὲν ἔχει κανένα ὅραμα γιὰ τὸ μέλλον τῶν Ἑλλήνων, δὲν ἔχει καμμιὰ φιλοδοξία, κανένα στόχο γιὰ τὴν κοινωνία τῶν Ἑλλήνων. Θέλει τοὺς Ἕλληνες ἔτσι πεπαιδευμένους, ὑποτελεῖς καὶ λακέδες στὴν ἐκάστοτε νέα τάξη πραγμάτων, εἰς τὴν ἐκάστοτε ὑπερδύναμη, ὑπηρέτες οἰκονομικῶν προτεραιοτήτων, δίχως αὐτοσυνειδησία, δίχως αἴσθηση πολιτιστικῆς καταγωγῆς, δίχως συνείδηση δυνατοτήτων γιὰ τὸ μέλλον.»


Υ.Γ. Ὡς γνωστόν, ἐλλείψει πόρων, τὸ ἔργο τοῦ Θησαυροῦ τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ κατὰ τὸ ἀρχικὸ ὅραμα. Ἀργότερα, ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν ἀνέλαβε ἔργο μικροτέρων διαστάσεων, ἀλλὰ καὶ πάλι τιτάνιο, τὴν σύνταξι τοῦ «Ἱστορικοῦ Λεξικοῦ τῆς Νέας Ἑλληνικῆς, τῆς τε κοινῶς ὀμιλουμένης καὶ τῶν ἰδιωμάτων» (α' τόμος (α - ἀμωρωζοσύνη), 1933· ε' τόμος (γναθάδα - δαχτυλωτός), 1989). (Βλ. καὶ σχετικὰ ἄρθρα Μπαμπινιώτη, Χαραλαμπάκη).

Κυριακή, 8 Απριλίου 2007

Ὁ Κούμας καὶ οἱ γενίτσαροι (παλαιοὶ καὶ νέοι)

Ἀρκεῖ μιὰ δυὸ ἱστορικὲς σελίδες στὴν τύχη νὰ σηκώσῃ κανεὶς καὶ νὰ φυσήξῃ λίγο τὴν σκόνη, γιὰ νὰ ἀκούσῃ νὰ βοοῦν οἱ μαρτυρίες τῆς παραχαράξεως καὶ τῆς ἀγραμματοσύνης τῶν ΛιακοΡεπούσηδων.

Ξεφυλλίζω τυχαίως σήμερα τὸ τεῦχος Ἰανουαρίου 1909 τοῦ περιοδικοῦ «Ἡ Μελέτη», τεῦχος τὸ ὁποῖον, μεταξὺ ἄλλων, εἶχα ἀγοράσει στὸ περσινὸ παζάρι τοῦ Ε.Λ.Ι.Α. Διαβάζω τὸ ἄρθρον «Οἱ Διδάσκαλοι τοῦ Γένους - Κωνσταντῖνος Κούμας» (djvu, 120 KiB). Καὶ ἐκπλήττομαι, καὶ τὰ μάτια μου τρίβω ἀπορῶν:

«Πῶς δὲ διῆλθε τὰ πρῶτα ἔτη τοῦ βίου του ὁ Κούμας μᾶς λέγει ὁ ἴδιος εἰς τὴν αὐτοβιογραφίαν του. Μέχρι τοῦ δεκάτου ἔτους τῆς ἡλικίας του -λέγει- δὲν εἶδεν οὔτε ἐκκλησίαν οὔτε σχολεῖον. Ἐφυλάσσετο κλειστὸς ἐντὸς τοῦ πατρικοῦ του οἴκου, διότι οἱ γονεῖς του ἐφοβοῦντο μὴ τὸν ἀρπάσουν οἱ Γιανίτσαροι.»

...Καὶ ἐδῶ ξαναδιαβάζω γιὰ δεύτερη καὶ τρίτη φορά, μήπως καὶ δὲν κατάλαβα καλῶς! Μᾶς λέγει λοιπόν ὁ ἴδιος ὁ Κούμας (1777-1836· ἀνὴρ μέγας τοῦ Διαφωτισμοῦ, φίλος τοῦ Κοραῆ), στὴν αὐτοβιογραφία του, ὅτι, ὄχι τὸν 15ο καὶ 16ο, ἀλλὰ στὰ τέλη τοῦ 18ου αἰῶνος, παιδὶ εὐπόρου γουνεμπόρου κλειδαμπαρώνεται στὸ σπίτι ἀπὸ τὸν φόβο τῶν γονέων του «μὴν τὸν ἀρπάξουν οἱ γενίτσαροι»! (Κι ἐμεῖς ποὺ νομίζαμε ὅτι τὰ περὶ γενιτσάρων καὶ παιδομαζώματος καὶ σκλαβιᾶς καὶ φοβέρας ἦταν... «ἐθνικοὶ μύθοι», ποὺ μᾶς λένε οἱ Ρεπούση- Φραγκουδάκη- Λιάκος- Μπουκάλας καὶ «λοιπὲς δημοκρατικὲς δυνάμεις»!) Πᾶμε παρακάτω, νὰ δοῦμε ποῦ ἔμαθε γράμματα ὁ Κούμας:

«Τὸ 1787 ὁ δεκαετὴς Κωνσταντῖνος εἰσῆλθεν εἰς ἐκκλησίαν. Εἶναι ἀπερίγραπτος ἡ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν ἔκαμαν εὶς αὐτὸν αἱ ἐκκλησιαστικαὶ τελεταί. Αἱ χρυσοΰφαντοι στολαὶ τῶν ἱερέων, τὸ πλῆθος τῶν εἰκόνων, αἱ ἱεραὶ ψαλμῳδίαι, ἡ εὐλάβεια τοῦ παρισταμένου λαοῦ, ἡ ὀσμὴ τοῦ θυμιάματος, ταῦτα πάντα ἐξήγειραν κατάπληξιν εἰς τὴν ψυχήν του.»

Οὐδὲν σχόλιον. Ἤ, μᾶλλον, ἕνα.

«Εἰς τὸν Τύρναβον ὁ Κούμας ἔμαθε νὰ ἀναγιγνώσκῃ Συναξάρια, τὰ ὁποῖα ἐδίδοντο τότε εὶς τοὺς φιλομαθεῖς νέους, ὡς καὶ τὴν «Ἁμαρτωλῶν Σωτηρίαν». Εἰς τὴν ἀνάγνωσιν μάλιστα τῆς Ἁμαρτωλῶν Σωτηρίας κατέγινε πολύ, διότι τὸ βιβλίον τοῦτο, λέγει, εἶχεν ὁσάκις ἦτο εὔκαιρος εἰς τὰς χεῖράς του, διὰ νὰ σβύσῃ τὴν φιλομάθειάν του.»

Οὐδὲν σχόλιον.

[Ἀργότερα μαθητεύει στὸν Τυρναβίτη ἱερέα, λόγιο, διδάσκαλο καὶ ἱεροκήρυκα Ἰωάννη Πέζαρο, γιὰ τὸν ὁποῖον γράφει ὁ Κούμας ὅτι ἐὰν ἐσπούδαζεν [ὁ Πέζαρος] εἰς Πανεπιστήμιον τῆς Εὐρώπης, θὰ ἐσκίαζε πολὺ τὴν δόξαν τοῦ Εὐγένιου Βουλγάρεως.]

Οὐδὲν σχόλιον.

[Ἀργότερα...] «Ὁ μητροπολίτης Λαρίσης Διονύσιος Καλλιάρχης, φιλόμουσος, μεγαλόδωρος καὶ ζηλωτὴς τοῦ καλοῦ ἀρχιερεύς, ἐπροστάτευσεν τὸν Κούμαν, τὸν παρέλαβεν, ἀναχωρῶν εἰς Κωνσταντινούπολιν, μαζί του, καὶ τὸν συνέστησεν εἰς τὸν τότε μέγαν διερμηνέα Κωνσταντῖνον Ὑψηλάντην.»

Οὐδὲν σχόλιον.

[Ὁ Κούμας ἐπιστρέφει ἀργότερα στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του.]

«Ὁ Κούμας ἐγκαθίσταται διδάσκαλος τοῦ ἀρτισυστάτου σχολείου τῆς Λαρίσης. Τοῦ σχολείου τούτου ἡ λειτουργία εἶχε διακοπῆ ἐπὶ τριάκοντα ἔτη περίπου, ἀπὸ τῶν ταραχῶν δηλονότι, αἵτινες καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ ἐξηγέρθησαν ἕνεκα τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1770 μέχρι τοῦ ἔτους 1798, κατὰ τὸ ὁποῖον κατώρθωσεν ὁ Καλλιάρχης νὰ τὸ ἀνασυστήσῃ.

«Ἀλλ᾿ ὁ Κούμας δὲν ἐδίδαξεν ἐπὶ πολὺ εἰς τὴν Λάρισαν. Οἱ Γιανίτσαροι, λέγει ἦσαν ἐν Θεσσαλίᾳ τόσον θηριώδεις, ὥστε καὶ ἐκεῖνος, ὅπως ὅλοι οἱ χριστιανοὶ κάτοικοι αὐτῆς, δὲν εὔρισκεν ἡσυχίαν.»

...Κι ἐδῶ ξαναδιαβάζω, καὶ ξαναδιαβάζω, καὶ ξαναδιαβάζω, ἀπορῶν τὶ δὲν καταλαβαίνω, ἐγὼ ποὺ εἶχα μάθει άπὸ Ρεπούση- Φραγκουδάκη- Λιάκο- Μπουκάλα καὶ «λοιπὲς δημοκρατικὲς δυνάμεις» ὅτι... «οὐδέποτε οἱ τοῦρκοι ἐμπόδισαν τὴν ἐκπαίδευση»!

[...]

Χριστὸς Ἀνέστη!

Ὑ.Γ. Στὸ ἴδιο τεῦχος τῆς «Μελέτης» ὑπάρχει μία πολὺ ἐνδιαφέρουσα δημοσίευσις τοῦ Κρουμβάχερ γιὰ τὸν «Νέον Θησαυρὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης», τὴν ὁποίαν θὰ σχολιάσω προσεχῶς.

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2007

Χρῆστος Γιανναρᾶς, «Ἐθνεγερσία, σύγκρουση δύο ὁραμάτων»

Χρῆστος Γιανναρᾶς

Ἐθνεγερσία, σύγκρουση δύο ὁραμάτων

«Ἀσκήσεις κριτικῆς σκέψης» (Ραδιοφωνικὴ ἐκπομπὴ στὸν ΣΚΑΪ, 25-3-2007. Ἀπομαγνητοφώνησις ἐξ ἀκοῆς, ἀπὸ τὸν γράφοντα. [ἡ ἐκπομπὴ σὲ mp3] [Ραδιοφωνικὲς ἐκπομπὲς τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ στὸν ΣΚΑΪ])

Εἶμαι ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς, στὴν ἐκπομπὴ «Ἀσκήσεις κριτικῆς σκέψης». Τὸ θέμα μας σήμερα, «Ἐθνεγερσία, σύγκρουση δύο ὁραμάτων».

Φίλες ἀκροάτριες, φίλοι άκροατές, ὑπάρχει ἕνας σαφῶς ἀντιεπιστημονικός, θὰ ἔλεγα καὶ βάναυσος τρόπος γιὰ νἀ προσεγγίζει κανεὶς τὴν Ἱστορία: Εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον κρίνουμε τὸ ἱστορικὸ παρελθὸν μὲ κριτήρια τοῦ ἱστορικοῦ παρόντος. Δηλαδή, θέλουμε νὰ ἀποτιμήσουμε αὐτὸ ποὺ κάποτε συνέβη, κρίνοντάς το μὲ σημερινὰ κριτήρια, καὶ ἀγνοῶντας τὸν χρόνο ποὺ ἔχει παρεντεθεῖ ἀνάμεσα στὸ τότε καὶ στὸ σήμερα, στὶς ἐξελίξεις ποὺ ἔχουν συμβεῖ, στὴν ἀλλαγὴ νοοτροπίας ποὺ ἔχει συντελεσθεῖ.

Κλασσικὸ παράδειγμα ἑνὸς τέτοιου βιασμοῦ, θὰ ἔλεγα, τῆς Ἱστορίας , εἶναι ἡ ἀντίρρηση ποὺ πάντοτε προκύπτει ὅταν μιλήσεις γιὰ τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα. Τὸ πρῶτο ποὺ θὰ σοῦ ποῦν, «ναί, λὲς γιὰ τὴν ἀρχαία Άθήνα, τὰ ἐπιτεύγματά της, τὴν δημοκρατία, τὴν πολιτική, τὴν τραγωδία, ἀλλὰ δὲν μπορεῖς νὰ ἀγνοεῖς τὴν δουλεία. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐκπληκτικὰ ἔργα ποὺ σήμερα θαυμάζουμε στὴν ἀρχαία Ἀθήνα, ἔγινα μὲ τὴν βοήθεια, μὲ τὴν ἐργασία δούλων». Λέω ὅτι εἶναι βάναυσος αὐτὸς ὁ τρόπος, γιατὶ ἡ δουλεία τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν ἕνα πανανθρώπινο φαινόμενο. Ἐπὶ αἰῶνες, πολλοὺς αἰῶνες δυστυχῶς, ἡ δουλεία ἦταν κάτι τὸ αὐτονόητο στὶς ἀνθρώπινες κοινωνίες. Ὅπως καὶ ἡ πορνεία. Μάλιστα ἡ πορνεία ἐξακολουθεῖ καὶ σήμερα νὰ εἶναι αὐτονόητη. Σκεφθεῖτε, ὕστερα ἀπὸ χίλια χρόνια ἂς ποῦμε, ἐὰν μᾶς κατηγοροῦν συλλήβδην τὶς σημερινὲς κοινωνίες, ἐπειδὴ ἀνεχόμασταν στὴν πραγματικότητα νὰ πουλᾶνε ἄνθρωποι τὸ κορμί τους, χαρίζοντάς το γιὰ ἡδονή. Λοιπόν, ὅπως δυστυχῶς, τὸ ξαναλέω τρίτη φορά, λειτουργεῖ ἀκόμα ἡ πορνεία, καὶ μάλιστα στὶς μέρες μας μὲ τρόπους ἀποκρουστικούς, κανονικὴ σωματεμπορία, ἐκείνους τοὺς αἰῶνες, τοὺς ἀρχαίους αἰῶνες, πολὺ πρὶν τὴν ἐμφάνιση τοῦ Χριστιανισμοῦ, καὶ ἡ δουλεία ἦταν κάτι αὐτονόητο. Ἐπιπλέον, θὰ ἔπρεπε νὰ ξέρουμε, ὅσοι ἀποφαινόμαστε μὲ τὸση εὐκολία γιὰ τὴν σημασία τῆς δουλείας στὴν ἀρχαία Ἀθήνα, ὅτι εἰδικὰ στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα, ὅταν μιλᾶμε γιὰ δουλεία, νὰ μὴν πηγαίνει ὁ νοῦς μας στὴν καλύβα τοῦ μπαρμπα-Θωμᾶ. Οἱ δοῦλοι στὴν ἀρχαία Ἀθήνα ἦσαν τραπεζίτες, ἦταν δάσκαλοι, εἶχαν μετοχὴ στὸν κοινωνικὸ βίο, ἀλλὰ δὲν εἶχαν τὴν τιμὴ νὰ εἶναι πολίτες, νὰ μετέχουν κρίσεως καὶ ἀρχῆς, νὰ μετέχουν δυναμικὰ στὴν συγκρότηση τῆς πόλης.

Αὐτὴ ἡ ἐφαρμογὴ κριτηρίων τοῦ παρόντος στὸ παρελθόν, συμβαίνει καὶ μὲ τὸ ἱστορικὸ γεγονὸς ποὺ γιορτάζουμε σήμερα, τὴν 25η Μαρτίου, δηλαδὴ τὴν Ἐθνεγερσία, ὅπως καθιερώθηκε νὰ τὴν λέμε, τὴν ἔναρξη τῆς Ἐπανάστασης τῶν Ἑλλήνων ἐνάντια στοὺς Τούρκους. Πρὶν ἀπὸ κάποιες μέρες, βδομάδες, δὲν θυμᾶμαι καλὰ νὰ σᾶς πῶ, διάβαζα σὲ μιὰ ἀθηναϊκὴ ἐφημερίδα τὸ ἄρθρο ἑνὸς δημοσιογράφου, ὁ ὁποῖος ἤθελε φαίνεται νὰ χτυπήσει -ὄχι «φαίνεται», ἦταν φανερό- ἤθελε νὰ χτυπήσει τὸν Ἀρχιεπίσκοπο. Καὶ αὐτό, μὲ τὸν γνωστὸ μεταπρατικὸ τρόπο, τὴν μεταπρατικὴ νοοτροπία ποὺ ἔχει παγιωθεῖ δυστυχῶς σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς τοῦ βίου. Δηλαδὴ ἀναπτύσσεται ἕνας ἀντικληρικαλισμὸς καὶ στὴν Ἑλλάδα, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ ἀντικληρικαλισμοῦ τῶν δυτικοευρωπαϊκῶν κοινωνιῶν, χωρὶς νὰ κρίνει καὶ νὰ συγκρίνει κανεὶς τὴν διαφορὰ τῶν ἱστορικῶν ἐμπειριῶν, τὴν διαφορὰ τῶν κοινωνικῶν παραστάσεων καὶ δεδομένων στὶς δύο περιπτώσεις. Στὴν Δύση, πράγματι, ὁ θεσμὸς τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς ἐκκλησίας, ειδικὰ στοὺς μέσους αἰῶνες, λειτούρησε μὲ ἕναν αὐταρχισμό, μέχρις ὁλοκληρωτισμοῦ, ποὺ ἔχει καταγραφεῖ ἱστορικά, ἔχει κριθεῖ, ἔχει κατακριθεῖ· στὴν Ἀνατολή, εἴτε μᾶς ἀρέσει εἴτε δὲν μᾶς ἀρέσει, εἴτε τὸ δεχόμαστε εἴτε τὸ ἀγνοοῦμε, τέτοια φαινόμενα δὲν ὑπῆρξαν. Ὑπῆρξε πράγματι μία ταύτιση τοῦ κλήρου μὲ τὸ λαϊκὸ σῶμα. Μεγάλο θέμα, δὲν θὰ μείνω σ᾿ αὐτό. Τὸ ἀναφέρω συμπτωματικὰ γιὰ νὰ τονίσω αὐτὴν τὴν ξιπασιά, νὰ θέλουμε ὅ,τι συνέβη στὴν Δύση νὰ τὸ μεταφέρουμε ὁπωσδήποτε καὶ στὴν Ἑλλάδα. Λοιπόν, ὁ δημοσιογράφος αὐτὸς ἔγραφε ὅτι, ναί, τὰ βιβλία Ἱστορίας νὰ ἀκολουθήσουν τὴν ἄποψη τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ὁ ὁποῖος ζήτησε νὰ ὑπάρχει ὅλη ἡ ἀλήθεια ἡ ἱστορικὴ μέσα στὰ βιβλία τοῦ σχολείου. Ἐπομένως, ἔλεγε ὁ δημοσιογράφος, πρέπει νὰ διδάσκονται τὰ παιδιὰ καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ἐκκλησία πολέμησε τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821· ὁ Πατριάρχης τὴν ἀφόρισε· ὅτι ὑπήρξε ἕνα κείμενο, ἡ «Πατρικὴ Διδασκαλία», τοῦ Ἀθανασίου Παρίου, ἡ ὁποία παίνευε καὶ ἐξυμνοῦσε σχεδὸν τὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία, καὶ ἔτσι ἀντιτασσόταν στὸ ἐθνικὸ κίνημα ἀπὸ τὸ ὁποῖο προέκυψε ἡ Ἐπανάσταση καὶ ἡ ἀπελευθέρωση.

Ἐπιτρέψτε μου νὰ πῶ, ὅτι στὸν χῶρο τῆς Ἱστορίας εἶναι πάρα πολὺ εὔκολες οἱ ὑπερβάσεις καὶ πάρα πολὺ εὐόλισθος ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ, ὅπως εἶπα ἀρχικὰ, σὲ βάναυση κακοποίηση τῶν ἱστορικῶν γεγονότων. Ὄχι συνειδητὴ πάντοτε· αὐτὸ ποὺ συνηθέστερα συμβαίνει εἶναι νὰ ἀποσπᾶμε ἐπὶ μέρους δεδομένα καὶ περιστατικά, καὶ νὰ ἀντλοῦμε μιὰ ἐρμηνευτικὴ πρόταση συνολική, ἡ ὁποία δὲν πατάει γερά, παρὰ μόνο κουτσαίνοντας, πάνω σὲ ἐπιλεγμένα περιστατικά. Εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ ὑπάρξει ἀντικειμενικότητα στὴν Ἱστορία. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ μεγαλύτερος μᾶλλον σήμερα φιλόσοφος, ὁ πιὸ γνωστὸς στὴν Ἀμερική, ποὺ μάλιστα ἐμφανίζεται καὶ ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Ἀριστερᾶς, στὶς Ἠνωμένες Πολιτεῖες, ὁ Ρίτσαρντ Ρώρτυ, ἔχει πεῖ μιὰ φράση ποὺ νομίζω ὅτι εἶναι πολὺ σημαδιακή. Λέει, ὅτι, ἕνας λαὸς γράφει τὴν Ἱστορία του, ὄχι γιὰ νὰ ἀφηγηθεῖ τὸ παρελθόν του, ἀλλὰ γιὰ νὰ συγκροτήσει ταυτότητα, μὲ τὴν ὁποία θὰ ἀναμετρηθεῖ μὲ τὸ μέλλον· μὲ τὴν ὁποία θὰ συγκροτήσει τὸ μέλλον του. Ἐπομένως, εἰδικὰ στὴν σχολικὴ διδασκαλία τῆς Ἱστορίας, ἔχει πολὺ μεγάλη σημασία ὁ στόχος τὸν ὁποῖον θέτει μιὰ κοινωνία γιὰ τὸ παρόν της καὶ γιὰ τὸ μέλλον της.
Ἐπιτρέψτε μου, σὰν παρένθεση, καὶ σὰν ὀδυνηρὴ ἔκρηξη νὰ πῶ, ὅτι ἡ ὅλη κυβερνητικὴ συμπεριφορὰ μὲ τὸ βιβλίο αὐτὸ τῆς 6ης τάξης τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου, γιὰ τὸ ὁποῖο τόσα πράγματα εἰπώθηκαν καὶ τόσος θόρυβος ἔγινε, ἡ κυβερνητικὴ συμπεριφορά, θέλω ἁπλῶς νὰ πῶ, ὅτι ἀντιπροσωπεύει μία στάση ἡ ὁποία δὲν ἔχει κανένα ὅραμα γιὰ τὸ μέλλον τῶν Ἑλλήνων, δὲν ἔχει καμμιὰ φιλοδοξία, κανένα στόχο γιὰ τὴν κοινωνία τῶν Ἑλλήνων. Θέλει τοὺς Ἕλληνες ἔτσι πεπαιδευμένους, ὑποτελεῖς καὶ λακέδες στὴν ἐκάστοτε νέα τάξη πραγμάτων, εἰς τὴν ἐκάστοτε ὑπερδύναμη, ὑπηρέτες οἰκονομικῶν προτεραιοτήτων, δίχως αὐτοσυνειδησία, δίχως αἴσθηση πολιτιστικῆς καταγωγῆς, δίχως συνείδηση δυνατοτήτων γιὰ τὸ μέλλον.

Δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι θὰ σᾶς παρουσιάσω σήμερα μιὰ ἀντικειμενικὴ ὁπτικὴ ἱστορική, θὰ σᾶς καταθέσω κάποια δεδομένα, καὶ θὰ συναγάγω ἀπὸ αὐτὰ μιὰ ἐρμηνευτικὴ πρόταση, ἡ ὁποία ἐπαφίεται στὴν κρίση σας καὶ στὴν ἐκτίμησή σας, κατὰ πόσο ἀφορᾶ τὴν ἡμέρα ποὺ σήμερα γιορτάζουμε -ἂν γιορτάζουμε- καὶ λέγεται 25η Μαρτίου.

Θὰ ἔλεγα ὅτι τὰ χρόνια ἐκεῖνα, καὶ εἰδικὰ ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 18ου αἰώνα καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου, ὑπῆρξε στὸν ἑλληνικὸ χῶρο μιὰ ἀντιπαλότητα δύο ὁραμάτων. Ὑπῆρχαν μὲ ἄλλα λόγια δύο τρόποι, μὲ τοὺς ὁποίους ἀντιμετωπιζόταν τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Οἱ δύο αὐτοὶ τρόποι, τὰ δύο αὐτὰ ὁράματα, εἶχαν συγκεκριμένους φορεῖς. Τὸν ἕνα τρόπο τὸν ἐκπροσωποῦσαν οἱ Φαναριῶτες καὶ τὸ Πατριαρχεῖο. Ἐκεῖ εἶχε συναχθεῖ, ἤδη ἀπὸ τὴν ἄλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἡ πνευματική, ὅπως λέγανε, ἐν πολλοῖς ὅμως καὶ πολιτικὴ ἠγεσία τοῦ ὑπόδουλου Ἑλληνισμοῦ, ἀναγνωρισμένη ἀπὸ τοὺς κατακτητὲς Τούρκους -στὸ πρόσωπο τοῦ Πατριάρχη ἀναγνώριζε ὁ Σουλτάνος πάντοτε τὴν κεφαλὴ τῶν ὑπόδουλων Ὀρθόδοξων Χριστιανῶν, ἐπομένως αὐτῶν οἱ ὁποῖοι ἦσαν καὶ φορεῖς κυρίως τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Αὐτὴ ἡ ὁμάδα λοιπὸν ἡ ἡγετικὴ τῆς Κωνσταντινούπολης εἶχε ἕνα πολὺ συγκεκριμένο ὅραμα γιὰ τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ τὸ ὅραμα αὐτὸ ἀπέβλεπε, ἦταν τὸ πρῶτο του κριτήριο, στὴν διάσωση ὅλων τῶν Ἑλληνικῶν Ὀρθόδοξων πληθυσμῶν ποὺ βρίσκονταν κάτω ἀπὸ τὴν κυριαρχία τῶν Ὀθωμανῶν Τούρκων. Δηλαδή, ἦταν πολὺ ἐπιφυλακτικοὶ οἱ Φαναριῶτες ἀπέναντι στὶς καινούργιες ἰδέες, ποὺ μετὰ τὴν Γαλλικὴ Ἐπανάσταση εἶχαν ἀρχίσει νὰ εἰσέρχονται καὶ στὸν ὑπόδουλο ἑλληνικὸ χῶρο, γιὰ τὴν ἴδρυση ἐθνικοῦ κράτους, ἀστικοῦ κράτους, ὅπως λέγανε οἱ φιλόσοφοι τοῦ Διαφωτισμοῦ, δηλαδὴ ἑνὸς κράτους βασισμένου σὲ ἄλλες προτεραιότητες καὶ ἀξίες ἀπὸ αὐτὲς ποὺ ἰδρύει καὶ συγκροτεῖ ἡ ἱστορικὴ συνείδηση καὶ ἡ πολιτιστικὴ συνέχεια. Σὲ στοιχεῖα, ὅπως ὁρίζονται ἀπὸ τὰ ἐγχειρίδια, τὸ ἔθνος-κράτος στηρίχτηκε στὴν κοινὴ γλῶσσα, σὲ μιὰ κοινὴ παράδοση ἠθῶν καὶ ἐθίμων, μιὰ κοινὴ συνείδηση κάποιας ἱστορικῆς συνέχειας - καὶ ὄχι πάντοτε, διότι ὑπάρχουν πολλὲς περιπτώσεις ἐθνῶν-κρατῶν ποὺ ἀποτελοῦνται ἀπὸ περισσότερες ἐθνότητες καὶ ἀπὸ ποικίλες ἱστορικὲς παραδόσεις.

Ἡ ἐμμονὴ αὐτὴ εἶχε κάποιους ρεαλιστικοὺς λόγους, στοὺς ὁποίους βασιζόταν. Μέσα ἀπὸ τὴν διαδρομὴ τῶν αἰώνων τῆς τουρκοκρατίας, σὲ πολλὰ μέρη τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, τὸ Ἑλληνικὸ στοιχεῖο εἶχε κατορθώσει νὰ εἶναι πραγματικὰ τὸ κυρίαρχο κοινωνικά. Ἀντίθετα, τὸ μουσουλμανικό, τὸ τουρκικὸ στοιχεῖο, εἶχε ἀπωθηθεῖ, θὰ ἔλεγε κανείς, στὶς παρυφὲς τοῦ κοινωνικοῦ γεγονότος, ἐκτελοῦσε τελείως δευτερεύουσες ὑπηρεσίες καὶ ἀσχολίες, βέβαια ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες, τοὺς πασάδες, τοὺς ἀγάδες σὲ κάθε περιοχή, ποὺ εἶχαν τὴν ἰδιοκτησία καὶ τὸν πλοῦτο. Ὅμως ὁ Ἑλληνισμὸς εἶχε κατορθώσει, παρὰ τὴν ἀπαγόρευση, ἐπὶ μακρὲς περιόδους, τῶν σχολείων, τῆς ἐκπαίδευσης, εἶχε κατορθώσει νὰ πετύχει μιὰ ἄνθηση καὶ οἰκονομικὴ καὶ παιδευτική, ἡ ὁποῖα κυριολεκτικὰ μᾶς ἐκπλήττει. Οἱ Ἕλληνες, τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, τοὺς αἰῶνες τῆς τουρκοκρατίας, καὶ κυρίως ἀπὸ τὸν 16ο, 17ο καὶ μετά, ὄργωναν τὴν Μεσόγειο ὡς καραβοκυραῖοι, κρατοῦσαν στὰ χέρια τους τὸ ἐμπόριο τῆς Μεσογείου· οἱ Ἕλληνες ἔμποροι εἶχαν ἀνοιχτεῖ στὶς ἀγορὲς τῆς Εὐρώπης· σήμερα μένουμε κατάπληκτοι ὅταν βλέπουμε τὶ κτήρια ἄφησαν πίσω τους αὐτὲς οἱ Ἑλληνικὲς κοινότητες τῆς Τεργέστης, τῆς Βιέννης, τοῦ Μονάχου, τοῦ Παρισιοῦ, τοῦ Λονδίνου· ὄργωναν καὶ αὐτοὶ τὶς ἀγορὲς τῆς Εὐρώπης, οἱ Καστοριανοὶ γουνέμποροι, οἱ ἔμποροι τῶν Ἀμπελακίων, ἀπὸ ὅλον τὸν χῶρο τῆς Ἑλλάδας ὑπῆρχε αὐτὴ ἡ ζωτικὴ ἔξοδος.
Καὶ θὰ παρακαλοῦσα τοὺς ἀγαπητοὺς ἀκροατές, τὶς ἀγαπητές ἀκροάτριες, νὰ κάνουν τὴν σύγκριση, αὐτῆς τῆς μετανάστευσης τῶν Ἑλλήνων, τότε, τοὺς αἰῶνες τῆς τουρκοκρατίας, μὲ τὸ μεταναστευτικὸ κῦμα ποὺ ἄρχισε μετὰ τὴν ἴδρυση τοῦ ἐλεύθερου, λεγόμενου, ἑλλαδικοῦ κράτους. Τότε, ὅταν οἱ Ἕλληνες ἦταν φτωχοί, ἀγράμματοι, δοῦλοι, καταπιεσμένοι, μετανάστευαν ἀπὸ θέσεως ἰσχύος· ἦταν οἱ ἄρχοντες ποὺ ὄργωναν τὴν Εὐρώπη, καὶ ἄφησαν πίσω τους, ὡς μεγάλοι εὐεργέτες στὴν τελευταία φάση, ἀλλἀ καὶ πιὸ πρίν, ἄν κρίνει κανεὶς ἀπ᾿ τὶς σχολὲς ποὺ ἴδρυαν σὲ κάθε μέρος τοῦ ὑπόδουλου Ἑλληνισμοῦ, - ἦσαν κυρίαρχοι τῆς εὐρωπαϊκῆς ἀγορᾶς. Ἐνῶ, ὁ μετανάστης ὁ Ἕλληνας μετὰ τὴν ἴδρυση τοῦ ἑλλαδικοῦ κράτους, φεύγει ὅπως μεταναστεύουν σήμερα λαοὶ ὅπως οἱ Ἀλβανοί, γιὰ νὰ ζήσουν μὲ τὴν ἐργασία τῶν χεριῶν τους, τὴν χειρωνακτική· ἡ ἀποδημία γίνεται ἐξορία, γίνεται ξενιτιά, ποὺ τόσο πικρὰ τὴν ἔχει μελωδήσει καὶ ἰχνογραφήσει ἡ ἑλληνικὴ τέχνη.

Ἔλεγα, λοιπόν, ὅτι σὲ πολλὲς περιοχὲς τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, οἱ Ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ ἦταν οἱ κοινωνικὰ κυρίαρχοι. Ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια τῆς κατάκτησης τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τοὺς Τούρκους, τὸ τουρκικὸ στοιχεῖο δὲν εἶχε τόσο ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ ἐμπόριο. Οὔτε, θὰ ἔλεγα, γιὰ τὶς κατασκευαστικὲς τέχνες. Στὸ πεδίο αὐτὸ οἱ Ἕλληνες εἶχαν νὰ συναγωνιστοῦν μὲ ἄλλες μειονότητες, ὅπως μὲ τοὺς Ἑβραίους ἢ μὲ τοὺς Ἰταλούς, τοὺς Γενοβέζους καὶ ἄλλους. Πάντως, εἶναι γεγονός, νομίζω, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸ στοιχεῖο εἶχε φτάσει οἰκονομικὰ καὶ κοινωνικὰ νὰ εἶναι σὲ πολὺ ὑψηλὴ στάθμη. Μιλᾶμε γιὰ ἑκατομμύρια Ἑλλήνων στὴν Μικρὰ Ἀσία, στὸν Πόντο, στὴν Ἀνατολικὴ Ρωμυλία, στὴν Δυτικὴ Μακεδονία, κ.λπ.
Ὅλοι αὐτοὶ οἱ πληθυσμοὶ ἦταν μέσα στὴν ἔγνοια τῶν Φαναριωτῶν καὶ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ἂν ἕνα κομμάτι αὐτοῦ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ξεκινοῦσε μιὰ προσπάθεια νὰ αὐτονομηθεῖ ὡς ἔθνος-κράτος, καταλάβαινε κανεὶς ἀμέσως ὅτι ἡ ἐκδίκηση τῶν Τούρκων θὰ ἦταν ἡ σφαγή, ἡ καταδίωξη, ὁ ἀφανισμὸς ὅλων τῶν ὑπόλοιπων αὐτῶν ἀπέραντων ἐκτάσεων ὅπου κατοικοῦσαν οἱ Ἕλληνες, ἀπὸ πανάρχαιες μῆτρες καταγωγῆς ἐκεῖ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ βλέπουμε στὴν ἀρχὴ μιὰ ἀμηχανία ἀπέναντι στὶς καινούργιες ἰδέες ποὺ ἔρχονται ἀπὸ τὴν Δύση -ἀμηχανία τῶν Φαναριωτῶν καὶ τοῦ Πατριαρχείου- καὶ στὴν συνέχεια, πράγματι, μιὰ ἐκφραση ἀποψης καὶ γνώμης, ὅπως αὐτὴ ποὺ ἀποτυπώθηκε στὸ τόσο διαβεβλημένο αὐτὸ κείμενο, «Πατρικὴ Διδασκαλία», γραμμένο ἀπὸ τὸν Ἀθανάσιο Πάριο καὶ ἐκδοθὲν ἀπὸ τὸ τυπογραφεῖο τοῦ Πατριαρχείου, στὸ ὁποῖο λέει ὅτι ἤτανε τύχη, ἦταν ἀγαθὴ συγκυρία γιὰ τὸν Ἑλληνισμὸ ὅτι ὑποδουλώθουκε στοὺς Τούρκους καὶ ὄχι στοὺς Φράγκους· διότι ἂν εἶχε ὑποδουλωθεῖ στοὺς Φράγκους, θὰ εἶχε χάσει ἀμέσως καὶ τὸν πολιτισμό του καὶ τὴν ἰδιαιτερότητά του, ἐνῶ χάρις στὸ χαμηλὸ ἐπίπεδο τῶν Τούρκων εἶχε διατηρήσει τὴ συνείδηση τῆς πολιτιστικῆς του ὑπεροχῆς.

[μουσικὸ διάλειμμα]

Ἀγαπητοὶ φίλοι, προσπάθησα νὰ παρουσιάσω στὸ πρῶτο μέρος τῆς ἐκπομπῆς τὸ ἕνα ὅραμα ἀπὸ τὰ δυὸ ποὺ κυριαρχοῦσαν ἀπὸ τὰ δυὸ ποὺ κυριαρχοῦσαν στὴν ἐποχὴ τῆς Ἐπανάστασης τοῦ '21, τὸ ὅραμα ποὺ ἐκπροσωπήθηκε κυρίως ἀπὸ τοὺς Φαναριῶτες καὶ τὸ Πατριαρχεῖο. Σ᾿ αὐτὸ τὸ ὅραμα, ὁ Ἑλληνισμὸς ἦταν πρωτευόντως μιὰ πραγματικότητα πολιτισμοῦ πέρα ἀπὸ ἐθνοφυλετικὰ σύνορα καὶ ὄχι κατὰ προτεραιότητα ἕνα ἐθνικὸ σύνολο ὅπως σήμερα πιά, ἐκ τῶν ὑστέρων, κατανοοῦμε τὴν ἑλληνικότητα. Σίγουρα, ὁ ἑλληνισμὸς ὡς πολιτιστικὸ γεγονὸς εἶχε καὶ συγκεκριμένη ἐθνοφυλετικὴ καταγωγή, ἀλλά, ὑπῆρχε ἡ αἴσθηση ἀκόμα τότε ζωντανὴ στοὺς κύκλους τοῦ Φαναρίου, καὶ μπορεῖ νὰ τὸ ψηλαφήσει κανεὶς καὶ νὰ τὸ πιστοποιήσει στὰ κείμενα τῶν αἰώνων ἐκείνων, ὅτι ὑπῆρχε μιὰ αἴσθηση ὑπεροχῆς πολιτιστικῆς· μπορεῖ νὰ εἶχε κατακτηθεῖ ὁ Ἑλληνισμός, μπορεῖ νὰ ἦταν σκλάβος, τυραννισμένος, ἔξω ἀπὸ τὰ κέντρα, ἔξω ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, φτωχὸς καὶ βασανισμένος, ἀλλά, μὲ αἰσθηση ἀρχοντικῆς καταγωγῆς, μὲ αἴσθηση πολιτιστικῆς ὑπεροχῆς.

Πρὶν ἀπ᾿ ὅλα ἡ γλῶσσα ἀκόμα, λειτουργοῦσε ὡς διαβατήριο γιὰ νὰ ταξιδέψεις τὴν ἐποχὴ ἐκείνη σὲ μιὰ τεράστια περιοχή. Λέει ὁ Ἐλύτης πολὺ ὡραῖα ὅτι, μέχρι καὶ τὸν Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, μὲ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶχες γλωσσικὸ διαβατήριο γιὰ νὰ ταξιδέψεις σὲ μιὰ περιοχὴ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας μέχρι τὴν Κάτω Ἰταλία, κι ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο μέχρι τὴ Μολδαβία καὶ τὴ Βλαχία ἐπάνω στὸ Δούναβη.
Ἕνα ἄλλο στοιχεῖο ἦταν ἡ ζωντάνια τῆς ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης, ἡ ὁποία ἦταν ἡ πρωτεύουσα, ἡ κυρίαρχη. Ὁ Ἑλληνισμὸς ἔδωσε σάρκα στὴν παράδοση αὐτή, σάρκα πολιτισμοῦ, μὲ τὴν τέχνη, τὴν ζωγραφική, τὴν μουσική, τὴν τέχνη τῆς δραματουργίας, σεβαστὴ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἐκχριστιανισμένους λαοὺς τῆς Βαλκανικῆς καὶ τῆς Ἐγγὺς καὶ Μέσης Ἀνατολῆς.
Εἶπα προηγουμένως λίγα λόγια καὶ γιὰ τὸ οἰκονομικὸ σφρίγος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλὰ σκεφθεῖτε καὶ τὰ τεκμήρια ποὺ ἄφησε, σὲ μερικὲς περιοχὲς μέχρι σήμερα, αὐτὸ τὸ οίκονομικὸ σφρίγος, συνδυασμένο μὲ παραγωγὴ πολιτισμοῦ. Σήμερα πρέπει νὰ ἔχουμε ἕνα καὶ δυὸ διδακτορικὰ γιὰ νὰ καταλάβουμε τὶ ἴλιγγο ἀρχιτεκτονικῆς ἀρτιότητας εἶχαν τὰ λαϊκὰ χτίσματα τῆς τουρκοκρατίας· τὶ ἦταν ἡ ζωγραφικὴ ἐκείνων τῶν αἰώνων, ἡ Κρητικὴ σχολὴ στὴν ἁγιογραφία· τὶ ἦταν ἡ ποίηση τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ, τὶ ἦταν ἡ μουσικὴ τῶν χορῶν καὶ τῶν πανηγυριῶν· τὶ ἦταν οἱ λαϊκὲς φορεσιές· δὲν ξέρω πόσοι εἶδαν αὐτὴ τὴν ἔκθεση τῶν κεντημάτων ποὺ εἶχε κάνει πέρισυ τὸ Μουσεῖο Μπενάκη, στὸ καινούργιο του κτήριο στὴν ὁδό Πειραιῶς, μὲ κεντήματα τοῦ 16ου καὶ 17ου αἰώνα, ποὺ μένει κανεὶς ἐνεός· αὐτὸς ὁ λαός, ἐπαναλαμβάνω, ὁ τότε ἀγράμματος, καταπιεσμένος, φτωχός, πῶς εἶχε τέτοια αἴσθηση κάλλους, καὶ πῶς ὅλα αὐτὰ κόπηκαν μὲ τὸ μαχαίρι μόλις ἰδρύθηκε τὸ ἑλλαδικὸ κράτος.

Πρέπει κάποτε νὰ συνειδητοποιήσουμε καὶ νὰ βγάλουμε τὶς συνέπειες αὐτῆς τῆς μυθοποίησης, ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς παύει νὰ παράγει πολιτισμό, μὲ τὴν ἴδρυση τοῦ ἑλλαδικοῦ κράτους. Τὸ ἑλλαδικὸ κράτος ἰδρύεται μὲ τὴν πρόθεση νὰ μὴν εἶναι ἑλληνικό, ἀλλὰ νὰ εἶναι μεταπρατικό, νὰ ἀντιγράψει, νὰ κοπιάρει, τὰ «πεφωτισμένα καὶ λελαμπρυσμένα τῆς Ἐσπερίας γένη καὶ ἔθνη». Ὅ,τι φτιάχθηκε καὶ ὅ,τι παρήχθη μέσα στὸ ἑλλαδικὸ κράτος, ἀπὸ τὴν ἴδρυσή του καὶ μετά, εἶναι μίμηση, εἶναι πιθηκισμός. Πολλὲς φορὲς αὐτὴ ἡ μίμηση δίνει ὑψηλὰ ἐπιτεύγματα, ἀλλὰ δὲν εἶναι πρωτογενὴς παραγωγὴ πολιτισμοῦ μὲ σφραγίδα ἰδιαιτερότητας, μὲ ἰδιοπροσωπεία, μὲ μήνυμα καὶ κατάθεση μαρτυρίας αὐτῆς τῆς συνέχειας ποὺ εἶχε ὁ Ἑλληνισμὸς μέσα σὲ τρεισήμισυ χιλιάδες χρόνια.

Ὅλων αὐτῶν δεδομένων - νὰ προσθέσω καὶ ἕνα ἀκόμα, μὴν ξεχνᾶμε τοὺς λόγιους οἱ ὁποῖοι φεύγοντας ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη ἀμέσως μετὰ τὴν ἄλωση, γέμισαν τὰ πανεπιστήμια τῆς Ἰταλίας καὶ ἔφεραν ἐκείνη τὴν ἄνθηση ποὺ ὁδήγησε κυρίως στὴν Ἀναγέννηση. Ὑπάρχει μεταφρασμένο ἀπὸ τῆς ἐκδόσεις τοῦ Μορφωτικοῦ Ἰδρύματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἕνα θαυμάσιο βιβλίο ἑνός Ἄγγλου, τοῦ Μπάττερφηλντ, «Ἡ καταγωγὴ τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης». Ἐκεῖ, στὸν πρόλογο, θὰ δεῖτε μιὰ λεπτομέρεια ποὺ εἶναι πολὺ χαρακτηριστική: Ὅτι στὴν Ἰταλία, μέχρι καὶ τὸν 18ο αἰώνα, ὅταν ἔφτανε ἕνας Ἕλληνας, ἀπὸ τὶς κατεχόμενες πιὰ ἀπὸ τοὺς Τούρκους περιοχές, λόγιος Ἕλληνας, τὸν ὑποδέχονταν, λέει αὐτὸς ὁ συγγραφέας, περίπου ὅπως ὑποδέχονταν στὴν Ἀμερικὴ τὸν Αϊνστάιν στὴν διάρκεια τοῦ μεσοπολέμου. Πραγματικά, αὐτὸ εἶναι πάρα πολὺ σημαντικὴ εἰκόνα, καὶ νομίζω ὅτι μέσα ἀπὸ τέτοια δεδομένα μπορεῖ νὰ κατανοήσει κανεὶς τὴν ἐμμονὴ τῶν Φαναριωτῶν σ᾿ ἕνα ὅραμα ἔνδοθεν ἄλωσης τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, δηλαδὴ ἑνὸς ἔμμεσου ἐξελληνισμοῦ της.
Δεδομένα ἐπίσης ρεαλιστικὰ γιὰ νὰ πατήσει αὐτὸ τὸ ὅραμα ἦταν τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ὑψηλὴ Πύλη ἡ λεγόμενη, δηλαδὴ ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ἐπὶ αἰῶνες διευθυνόταν καὶ κατευθυνόταν ἀπὸ τοὺς δραγουμάνους τῆς Ὑψηλῆς Πύλης ποὺ ἦσαν ὅλοι Ἕλληνες. Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ὁ σουλτάνος προσέλαβε Ἕλληνες γιὰ μεταφραστὲς στὶς σχέσεις του μὲ τὶς Εὐρωπαϊκὲς Δυνάμεις. Αὐτοὶ οἱ μεταφραστές, οἱ δραγουμάνοι, ἐξελίχθηκαν σὲ ὑπουργοὶ ἐξωτερικῶν τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Θυμηθεῖτε ἐπίσης τὶς ἑλληνικὲς διοικήσεις ὁλόκληρων περιοχῶν ὅπως ἡ Μολδαβία καὶ ἡ Βλαχία· Ἕλληνες διοικοῦσαν αὐτὲς τὶς περιοχές.

Μὲ αὐτὰ τὰ δεδομένα, δὲν ὑπῆρχε βέβαια σαφὴς καὶ διευκρινισμένη πολιτικὴ πρόταση, ὅπως σήμερα θὰ τὴν ἀπαιτοῦσε κανεὶς καὶ θὰ τὴν προγραμμάτιζε· ἀλλὰ ἦταν ἕνα κλίμα· ἡ πρόταση αὐτὴ διαχυνόταν [...πρόβλημα στὸν ἦχο...] ποὺ τὰ ἀνακαλύπτουμε σήμερα καὶ βλέπουμε πόσο ὀξυδερκὴς ἦταν ἡ ὅραση αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων.

Τὸ ὅραμα λοιπὸν αὐτό, ἐρχόταν σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ ὅραμα ποὺ γεννιόταν σὲ συγκεκριμένη ὁμάδα λογίων Ἑλλήνων, ἐγκατεστημένων στὴν Δυτικὴ Εὐρώπη. Ἡ πιὸ χαρακτηριστικὴ καὶ ἡγετικὴ φυσιογνωμία αὐτῆς τῆς ὁμάδας, στὰ τέλη τοῦ 18ου αἰώνα, ἀρχὲς τοῦ 19ου, ἦταν ὁ Ἀδαμάντιος Κοραῆς. Εἶχε φύγει ἀπὸ 23 ἐτῶν ἀπὸ τὴ Χίο, πῆγε στὴ Γαλλία, σπούδασε ἐκεῖ γιατρός, μᾶλλον δὲν ἄσκησε ποτὲ τὸ ἰατρικό του ἐπάγγελμα, ἀσχολήθηκε μὲ τὴ φιλολογία, ἔζησε ὅλη του τὴ ζωὴ στὴ Γαλλία, δηλαδή, ποὺ σημαίνει, ἀποκομμένος ἀπὸ τὴ λαϊκὴ πραγματικότητα καὶ πράξη τοῦ ὑπόδουλου Ἑλληνισμοῦ. Ὁ Κοραῆς, ὅπως εἶναι γνωστό, θαύμαζε ἀπεριόριστα τὸν δυτικὸ κόσμο, ἔτσι ὅπως ξαναγεννιόταν, ἀναγεννιόταν μᾶλλον, ὕστερα ἀπὸ τοὺς μέσους αἰῶνες τῆς ἔκπτωσης καὶ τῆς παρακμῆς, καὶ θαύμαζε ὁτιδήποτε δυτικό. Θαύμαζε ἀκόμα καὶ τὴν πρόσληψη ποὺ εἶχαν προσπαθήσει νὰ κάνουν οἱ δυτικοὶ τῆς ἀρχαιοελληνικῆς κληρονομιᾶς στοὺς νεώτερους αἰῶνες. Δυστυχῶς, οὔτε ὁ Κοραῆς, οὔτε ἡ σχολή του, οὔτε καὶ ἄλλοι, προηγούμενοι, προγενέστεροι τοῦ Κοραῆ, λόγιοι Ἕλληνες στὴ Δύση, ἔθεσαν ποτὲ τὸ κριτικὸ ἐρώτημα: ἄν, αὐτὸ ποὺ νόμιζε ὅτι προσλαμβάνει καὶ συνεχίζει ἀπὸ τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα ἡ Δύση, εἶχε κάποια οὐσιώδη σχέση μὲ τὴν Ἑλληνικὴ παράδοση ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα καὶ μετά· ἐὰν δηλαδὴ εἶχαν ἕνα δυτικὸ διάβασμα τοῦ ἀρχαίου ἑλληνισμοῦ οἱ δυτικοί, ἢ ἂν εἶχαν πράγματι ἕνα ἑλληνικό, ἔνδοθεν διάβασμα αὐτῆς τῆς παράδοσης.

Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ πῶ τὴν προσωπική ἐκτίμηση, ὅτι εἶχε χωρὶς ἀντίσταση παραδοθεῖ στὴν δυτικὴ προπαγανδιστικὴ αὐτάρκεια, ἡ ὁποία καυχιόταν ὅτι συνεχίζει μὲ τὸν σχολαστικισμὸ ἀπὸ τὸν 11ο αἰώνα, καὶ μετὰ μὲ τὴν Ἀναγέννηση, συνεχίζει αὐτὴ καὶ μόνο τὴν κληρονομιὰ τὴν πολιτιστικὴ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Τὸ εἶχε τόσο πολὺ ἀποδεχθεῖ αὐτὸ ὁ Κοραῆς, ποὺ πίστευε ὅτι, ἀντιθέτως, οἱ «Γραικοὶ» στὴν κυρίως Ἑλλάδα, στὴν Μικρὰ Ἀσία καὶ ὅπου άλλοῦ, εἶχαν χάσει τὴν ἑλληνικότητά τους, καὶ ὅτι ἂν ποτὲ ἱδρυόταν ἕνα Ἑλληνικὸ κράτος, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκδυτικισθεῖ πλήρως αὐτὸ τὸ κράτος, ὥστε νὰ ἐπαναπροσλάβει ἀπὸ τὴν Δύση τὸν ἑλληνισμὸ ποὺ τὸ ἴδιο εἶχε χάσει, ποὺ οἱ ἴδιοι οἱ Ἕλληνες εἶχαν χάσει. Αὐτὴ εἶναι ἡ περίφημη θεωρία τῆς «μετακένωσης» τοῦ Κοραῆ. Σκεφθεῖτε, σκεφθεῖτε σύλληψη, ὅτι οἱ Ἕλληνες ἔχουν πάψει νὰ εἶναι Ἕλληνες, ὅτι οἱ δυτικοὶ εἶναι περισσότερο Ἕλληνες ἀπὸ τοὺς σημερινοὺς Ἕλληνες, ἐπομένως ἂν οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες θέλουν νὰ ξαναγίνουν Ἕλληνες, πρέπει πρῶτα νὰ γίνουν ἐντελῶς δυτικοί. Κι ὅμως, αὐτὸ τὸ ὅραμα, πέρασε τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, δημιούργησε ρεῦμα σὲ ἀρκετοὺς λογίους - ὄχι κυρίαρχο, παρά, κατὰ τὴν μαρτυρία τοῦ Μανουὴλ Γεδεών, τὴν τρομοκρατία ποὺ ἀσκοῦσε ἤδη αὐτὴ ἡ σχολὴ καὶ τάση, στοὺς λογίους τῆς ἐποχῆς, μὲ τὸ περίφημο περιοδικό της, τὸν «Λόγιο Ἑρμῆ».

Σ᾿ αὐτὴν τὴν τάση ἀντιτάχθηκε καὶ ὁ Ἀθανάσιος Πάριος μὲ τὸ βιβλίο ποὺ ἀνέφερα πρίν. Καὶ σ᾿ αὐτὴν τὴν τάση ἀντιτάχθηκε καὶ τὸ Φανάρι, τὸ Πατριαρχεῖο, ἀρχικά, χωρὶς ποτὲ νὰ ξέρουμε ἐὰν ὁ ἀφορισμὸς τῶν ἐπαναστατῶν τὶς πρῶτες μέρες μετὰ τὴν κήρυξη τῆς Ἐπανάστασης, ἦταν πράγματι ἀπὸ πεποίθηση τῶν Φαναριωτῶν τοῦ Πατριαρχείου, ἤ, ἂν ἦταν μιὰ ἀκόμη φορὰ ὑποχώρηση στὴν τουρκικὴ βία, γιὰ νὰ γλυτώσουν οἱ πληθυσμοὶ οἱ ὁποῖοι ἦταν ἕρμαιο, ἐγκαταλελειμμένοι στὸ μαχαίρι τῶν Τούρκων. Ἐκεῖνο τὸ γεγονὸς ποὺ μᾶς διασώζει μιὰ ἱστορικὴ πληροφορία, εἶναι ὅτι, ὅταν πιὰ ἔχει ξεσπάσει ἡ τουρκικὴ ἀντίδραση γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση στὴν Πελοπόννησο, καὶ ἐπίκειται πιά, εἶναι φανερὸ ὅτι θὰ πληρώσουν ἀντίποινα οἱ ἑλληνικοὶ πληθυσμοί, τουλάχιστον τῆς Κωνσταντινούπολης, ὁ τότε μέγας δραγουμάνος τῆς Ὑψηλῆς Πύλης Κωνσταντῖνος Μουρούζης ἐπισκέπτεται τὸν Πατριάρχη Γρηγόριο τὸν Ε' καὶ τὸν παρακινεῖ νὰ φύγει, νὰ φύγει, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ γλυτώσει, γιατὶ οἱ Τούρκοι ἔχει [ὁ Μουρούζης] πληροφορίες, ὅτι θὰ ἀφήσουν τὸν ὄχλο νὰ τὸν ἐκτελέσει. Καὶ ὁ Πατριάρχης Γρηγόριος ὁ Ε' τοῦ ἀπαντάει: «Ἐλπίζω, αὐτὴ τὴ φορά, νὰ τὸ κάνουν.» Ἐλπίζω, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι, ἂν μὲ σκοτώσουν, τότε ἔχουμε ἐλπίδες νὰ ξεσηκωθοῦν οἱ δυτικὲς κοινωνίες, τὰ ἀνακτοβούλια τῆς Εὐρώπης, οἱ φιλελεύθεροι λόγιοι, καὶ νὰ ὑποστηρίξουν τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση.
Βλέπετε, ἡ Ἱστορία ποτὲ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι μιὰ μονότροπη ἀνάγνωση. Κάποιες, ἀσήμαντες φαινομενικά, ἱστορικὲς λεπτομέρειες ἀνατρέπουν ριζικὰ τὴν εἰκόνα ποὺ προσπαθοῦν δεκαετίες τώρα νὰ σχηματίσουν γιὰ τὸν Γρηγόριο τὸν Ε' ὁρισμένοι ἱστοριογράφοι στὴν ἑλληνικὴ κοινωνία, ποὺ νομίζουν ὅτι ἔτσι ὑπηρετοῦν ἀντικειμενικότητα, δῆθεν, ἱστορική.

Ἐπανέρχομαι, λοιπόν, στὸ ὅτι τὸ ὅραμα τῶν Κοραϊστῶν ἦταν ἕνα ἔθνος-κράτος στὰ ὅρια τῆς κλασσικῆς Ἑλλάδος, ἔτσι ὥστε νὰ ἀναστηθεῖ στὰ μάτια τῶν Εὐρωπαίων κάτι τὸ ὁποῖο τοὺς ἦταν καὶ συμπαθὲς καὶ νοσταλγικό. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἐρεθίζει μέχρι σήμερα καὶ δημιουργεῖ ἀντιπαλότητα γιὰ τοὺς Εὐρωπαίους, δὲν εἶναι ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα βέβαια, τὴν ὁποία ἔχουν σπεύσει νὰ οἰκειοποιηθοῦν καὶ νὰ καπηλευθοῦν -ἄλλο μεγάλο θέμα ποὺ θὰ ἔπρεπε κάποτε νὰ ἐξετασθεῖ-, εἶναι τὸ λεγόμενο Βυζάντιο, εἶναι ἡ μεσαιωνικὴ περίοδος τοῦ Χριστιανισμοῦ, αὐτὸς ὁ ἰλιγγιώδης πολιτισμὸς ποὺ συνεχίστηκε κάτω ἀπὸ τὴν ὀνομασία τῆς Νέας Ρώμης - Κωνσταντινουπόλεως. Ἐπομένως, οἱ πληθυσμοὶ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τοῦ Πόντου, τῆς Κύπρου, δὲν ἐνδιέφεραν τοὺς Κοραϊστές· τοὺς ἐνδιέφερε ἡ κυρίως Ἑλλάδα, ἡ γεωγραφικὴ περιοχὴ τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας. Καὶ φάνηκε ἀμέσως μετά, ὅταν μετὰ τὴ δολοφονία τοῦ Καποδίστρια, οἱ Κοραϊστὲς κλήθηκαν ἀπὸ τοὺς Βαυαροὺς νὰ ὁργανώσουν τὸ νέο κράτος σὲ κράτος εύρωπαϊκό, καὶ ἐπάνδρωσαν, στελέχωσαν ὅλες τὶς θέσεις τὶς διοικητικὲς τῆς ἐποχῆς, τότε, ἀμέσως πρωτεύουσα ἔγινε ἡ Ἀθήνα, τότε ἐπεβλήθη κρατικὰ ἡ καθαρεύουσα, πλαστὴ γλῶσσα ποὺ εἶχε φτιάξει ὁ Κοραῆς ἀπὸ τὸ Παρίσι, γιὰ νὰ καθαρεύουν οἱ Ἕλληνες, νὰ ἀποβάλουν τὰ βαρβαρικὰ στοιχεῖα ποὺ εἶχαν εἰσχωρήσει στὴν γλῶσσα τους, καὶ ὁ κοραϊσμὸς νὰ ἐπιβληθεῖ ὡς κυρίαρχη ἰδεολογία στὸ ἑλλαδικὸ κράτος, σχεδὸν μέχρι τὶς ἡμέρες μας. Τὸ ὅραμα ἦταν ἕνα μεταπρατικὸ κράτος, τὸ ὅραμα ἦταν ὁ μιμητισμός, μιὰ κοινωνία ἡ ὁποία παύει νὰ παράγει πολιτισμό, τὸ ὅραμα ἦταν τελικὰ καὶ ἡ πολιτικὴ ἀλλοτρίωση. Μὴν ξεχνᾶμε, εἶναι σημαδιακὰ αὐτὰ τὰ γεγονότα, πὼς τὰ πρῶτα πολιτικὰ κόμματα ποὺ δημιουργήθηκαν στὴν Ἑλλάδα εἶχαν ἂν θέλετε ἀπὸ μιὰ ἄποψη τὴν εἰλικρίνεια καὶ τὸ θάρρος νὰ ὀνομάζονται ὡς αὐτὰ ποὺ ἦσαν, δηλαδὴ τὸ Ἀγγλικόν, τὸ Γαλλικὸν καὶ τὸ Ρωσσικόν. Μετά, μὲ πιὸ ἐπιδέξιες μεθόδους, καλύφθηκαν κάτω ἀπὸ ἄλλες προμετωπίδες, ὅπως καλύπτονται μέχρι σήμερα· γιατὶ καὶ σήμερα νομίζω θὰ ἦταν πολὺ πραγματικότερο, ἐὰν δημιουργοῦντο δύο κόμματα σ᾿ αὐτὸν τὸν τόπο, καὶ εὐθαρσῶς ὀνομάζονταν, τὸ ἕνα, τὸ Ἀμερικανικόν, καὶ τὸ ἄλλο, τὸ Εὐρωπαϊκὸν ἢ Ἑλληνοκεντρικόν.

Λέω, λοιπόν, ὅτι ἡ σύγκρουση αὐτῶν τῶν δύο ὁραμάτων ἀπέβη τελικὰ ὄχι εἰς ὄφελος, κανενὸς θὰ ἔλεγα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ὅμως εἶναι δεδομένο, εἶναι ὅτι τὸ ὅραμα τῶν Φαναριωτῶν ἐξαφανίστηκε, συνετρίβη. Διατηρήθηκε γιὰ κάποιες δεκαετίες τὸ ὅραμα τοῦ ἀλυτρωτικοῦ στόχου τοῦ ἑλλαδικοῦ κράτους· καὶ ὑπηρετήθηκε ἀπὸ τὸν Ἐλευθέριο Βενιζέλο, μὲ ἀποτέλεσμα, πράγματι, νὰ διπλασιασθεῖ ὁ γεωγραφικὸς χῶρος τοῦ ἀρχικοῦ κρατιδίου. Ἀλλά, στὴν πραγματικότητα, ὅλος ὁ Ἑλληνισμὸς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τοῦ Πόντου, τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης, τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας, τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας, Μοναστήρι κ.λπ., τῆς Βορείου Ἠπείρου, τῆς Κύπρου, παραδόθηκαν κυριολεκτικὰ στὸν ἀφελληνισμό, στὴν ἐξαφάνιση κάθε ἴχνους ἑλληνικῆς παρουσίας. Ἔτσι ὥστε, θὰ ἔλεγε κανείς, τουλάχιστον ἀπὸ συστολὴ καὶ ἀπὸ ὀδύνη, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχουν σήμερα δημοσιογράφοι, ἢ δῆθεν ἱστορικοί, οἱ ὁποῖοι νὰ θριαμβολογοῦν γιὰ τὸ ὅτι κατατροπώθηκε τὸ ὅραμα καὶ ἡ φιλοδοξία τῶν Φαναριωτῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ποιός ἐπαληθεύθηκε ἱστορικά; Ποιὰ ἀπὸ τὶς δύο πολιτικὲς ἐρμηνεῖς καὶ προτάσεις ἐπαληθεύθηκε; Εἶναι φανερὸ ὅτι ἐπαληθεύθηκαν οἱ Φαναριῶτες, καὶ ὁ Ἑλληνισμός πράγματι ἐξαφανίστηκε ἀπὸ τὶς πανάρχαιες αὐτὲς κοιτίδες καταγωγῆς του.

Ἀγαπητοὶ φίλοι, ἕνα εἶναι γεγονός· ὅτι ἡ Ἱστορία δὲν γυρίζει πίσω· ἡ Ἰσταμποὺλ δὲν ξαναγίνεται Κωνσταντινούπολη· καὶ τὸ μονοτονικὸ εἶναι πιὰ μιὰ δεδομένη ρήξη στὴ γλωσσικὴ συνέχεια τοῦ Ἑλληνισμοῦ. [Σ.σ. Αὐτὸ θὰ τὸ δοῦμε, κύριε καθηγητά!] Τὰ ἱστορικὰ προβλήματα τοῦ παρόντος δὲν εἶναι αὐτὰ μὲ τὰ ὁποῖα παραμυθιαζόμαστε καὶ ἀκοῦμε συνεχῶς αὐτὴ τὴν ἀτέλειωτη, φλύαρη προπαγάνδα τῶν κομματικῶν συμφερόντων καὶ τῆς κομματικῆς ἰδιοτέλειας. Τὰ πραγματικὰ ἱστορικὰ προβλήματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ στὸ παρόν, νομίζω ὅτι εἶναι συνειδητὰ στοὺς περισσότερους. Εἶναι τὸ δημογραφικό, ἡ ἀναπόφευκτη ἱστορικὴ ἐξαφάνιση αὐτοῦ τοῦ Γένους, μέσα ἀπὸ τὴ γήρανσή του. Εἶναι ὁ συγκεντρωτισμός, τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ μισὸς πληθυσμὸς τοῦ ἑλλαδικοῦ κρατιδίου εἶναι συγκεντρωμένος στὴν πρωτεύουσα. Δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει ἕνα κράτος, ὅταν ὁ μισὸς πληθυσμὸς εἶναι στὴν πρωτεύουσα. Ἡ ἀγλωσσία, ἡ ἀπώλεια πιὰ τῆς ἐκφραστικῆς δυνατότητας τῶν Ἑλλήνων, ἡ συνέχιση δηλαδὴ τοῦ πιὸ στέρεου ἐδάφους ποὺ διασώζει τὴν ἱστορικότητα ἑνὸς λαοῦ, τῆς γλώσσας. Ἡ ἀγλωσσία, ἀπὸ τὴν ἐκπαιδευτικὴ καταστροφὴ ποὺ ἔχει γίνει τὰ τελευταῖα χρόνια, τὶς τελευταῖες δεκαετίες στὴν Ἑλλάδα, εἶναι ἕνα δεδομένο ἐφιαλτικό. Γιορτάζουμε μιὰ ἱστορικὴ ἐπέτειο καὶ πρέπει κατάματα νὰ βλέπουμε, συγκεκριμένα, τὶς ἱστορικές μας προοπτικὲς καὶ τὴν ἱστορική μας ἀπελπισία.

Ἦταν ἡ ἐκπομπὴ «Ἀσκήσεις κριτικῆς σκέψης», μὲ τὸν Χρῆστο Γιανναρᾶ. Τὸ θέμα σήμερα, 25 Μαρτίου, ἦταν «Ἐθνεγερσία, σύγκρουση δύο ὁραμάτων».

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2007

Γιατί οἱ ἑλλαδίτες νεοφιλελεύθεροι εἶναι προδότες;

Ἔχω ἀπὸ χρόνια μιὰ ἀπορία, καὶ διαβάζοντας τώρα τὸ ἄρθρο τῆς Ρεπούση τὸ ὁποῖον ἀνέφερα στὴν προηγούμενη δημοσίευσί μου, ξαναθυμήθηκα τὴν ἀπορία μου αὐτήν. Νὰ δοῦμε ἂν θὰ τὴν λύσει κανείς.

Ἐντύπωσι μοῦ ἔκανε, λοιπόν, τὸ ἐξῆς. Ἡ Μάργκαρετ Θάτσερ καταγγέλλεται ἀπὸ τὴν Ρεπούση στὸ ἄρθρο ὡς ὑπέρμαχος τῆς ἐθνοκεντρικῆς ἱστορίας:

«Η Μάργκαρετ Θάτσερ", γράφει ο Martin Kettle στην εφημερίδα "Guardian" στις 4 Ιανουαρίου 1990, "έδωσε πολλές ιστορικές μάχες για ό,τι οραματιζόταν ως μέλλον της Βρετανίας. Λίγες από αυτές, όμως, ήταν τόσο μεστές σε νόημα όσο η τρέχουσα μάχη της για τον έλεγχο της βρετανικής ιστορίας... Εάν η πρωθυπουργός καταφέρει να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο διδασκόμεθα ιστορία, θα έχει καταφέρει ν' αλλάξει τους βασικούς κανόνες για τη γενιά που έρχεται. Είναι ένας μεγάλος άθλος».

«Ἐθνικίστρια», λοιπόν, ἡ Θάτσερ. Ἐν Ἑλλάδι, ἀντιθέτως, ἡ νεοφιλελεύθερη Γιαννάκου εἶναι τὸ στήριγμα τῆς ἀκροαριστερῆς Ρεπούση στὴν ἐπιχείρησι ἀφελληνισμοῦ τῶν παιδιῶν μας.

Πράγματι, στὴν Βρετανία, ἡ Θάτσερ ἦταν ἡ «Σιδηρὰ Κυρία». Αυτὴ ποὺ ἔστειλε τὸ Βασιλικὸ Πολεμικὸ Ναυτικὸ στὰ πέρατα τοῦ κόσμου (Φώκλαντ) γιὰ τὴν δόξα τῆς Αὐτοκρατορίας καὶ τοῦ Στέμματος.

Στὶς Η.Π.Α., ὁ Ρέηγκαν εἶναι ὁ πατέρας τοῦ νεώτερου ἀμερικανικοῦ ἐθνικισμοῦ. Αὐτὸς ποὺ ξέπλυνε τὴν ντροπὴ τοῦ Βιετνάμ, αὐτὸς ποὺ ταπείνωσε τὴν Ε.Σ.Σ.Δ., αὐτὸς ποὺ ἔκανε κάθε Ἀμερικανὸ νὰ φορᾶ καὶ νὰ ἀνεμίζει περήφανα τὴν ἀστερόεσσα. (Τότε ἔγινε μόδα ἡ σημαία στὴν ἔνδυσι. Σὲ ἐμᾶς, μὲ μεγάλη καθυστέρησι, κατάφερε ἐν μέρει τὸ ἴδιο ἡ... Ἕλενα Παπαρίζου!)

Ἐνῶ στὴν Ἑλλάδα, οἱ νεοφιλελεύθεροι θαυμαστὲς (ὑποτίθεται) τῆς Θάτσερ καὶ τοῦ Ρέηγκαν εἶναι συνοδοιπόροι τῶν «Ἰῶν» τῆς «Ἐλευθεροτυπίας», τῶν γλοιωδῶν ὀθωμανολάγνων Μουζέλη, Ἠρακλείδη, Τριαρίδη, Τρεμόπουλου καὶ τῶν σκοπιανῶν πρακτόρων Νακρατζᾶ καὶ Λιθοξόου! (Φαντασθεῖτε νὰ κουνιόνταν τῆς Θάτσερ... σκοπιανοί! Θὰ τοὺς εἶχε λιώσει μὲ τὸ τακούνι της! (Ἐδῶ πάτησε τοὺς σκληροτράχηλους Ἰρλανδούς...))

Ἐπαναλαμβάνω, λοιπόν, τὸ ἐρώτημα: Γιατί οἱ ἑλλαδίτες νεοφιλελεύθεροι θεωροῦν ἰδεολογικὴ ὑποχρέωσί τους νὰ εἶναι προδότες; ἀφελληνισμένοι συμπλεγματικοὶ γραικύλοι, χαμερπεῖς καρπαζοεισπράκτορες τῶν ὀθωμανῶν, τῶν σκοπιανῶν καὶ τῶν ἀλβανῶν;

Γιατί νὰ μὴν ἔχουμε μία Θάτσερ, ἀντὶ γιὰ τὸν... Ἀνδριανόπουλο, τὸν Μίχα καὶ τὸν Ν. Δήμου, τὸν Δημητρᾶ, τὸν Νακρατζᾶ;

Ὑπογραμμίζω: Τὸ ἐρώτημα δὲν ἀφορᾶ τὸ γιατὶ οἱ νεοφιλελεύθεροι εἶναι νεοφιλελεύθεροι. Στὴν Ἑλλάδα τοῦ πασοκικοῦ κρατισμοῦ, μάλιστα, ἴσως καὶ νὰ χρειάζονταν ὀρισμένες ἀπὸ τὶς ἰδέες τῶν φιλελευθέρων. (Ἂν καὶ ὁ κίνδυνος τῆς Γιελτσινοποιήσεως εἶναι τρομακτικός.) Τὸ ἐρώτημα εἶναι γιατὶ οἱ ἑλλαδίτες -εἰδικῶς οἱ ἑλλαδίτες καὶ ὄχι οἱ Βρετανοί- νεοφιλελεύθεροι εἶναι προδότες.

(Ἔχω μία ἀπάντησι· ἴσως ὄχι ἀπολύτως ἰκανοποιητική, ἀλλὰ εἶναι ἡ μόνη. Ἡ ἐξήγησις, λοιπὸν, πρέπει μᾶλλον νὰ ἀναχθεῖ σὲ αὐτὸ ποὺ ὁ σεβαστὸς καθηγητὴς Χρῆστος Γιανναρᾶς ὀνομάζει μεταπρατικὸ χαρακτήρα τοῦ ἑλλαδικοῦ κρατιδίου. Τὰ πάντα σχεδὸν στὸ Ἑλλαδέξ (ἐκτὸς ἴσως ἀπὸ τὴν κορμοστασιὰ τῆς Παπαρίζου), ἀκόμη καὶ ὁ νεοφιλελευθερισμός, ὡς ἀπομιμήσεις μεταπρατικοῦ τύπου, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι γιὰ τὰ μπάζα.)

Κυριακή, 1 Απριλίου 2007

Ὁ συμπλεγματικὸς καὶ ἐμπαθὴς Μπουκάλας

Ὁ συμπλεγματικὸς καὶ ἐμπαθὴς Μπουκάλας, ἕνας ἄνθρωπος ποὺ κάθε 25η Μαρτίου τίποτε ὡραῖο δὲν βρίσκει γιὰ νὰ μᾶς μεθύσει ἀπὸ τὸ «ἀθάνατο κρασὶ τοῦ Εἰκοσιένα», τίποτε δὲν τὸν συγκινεῖ ἀπὸ τοὺς ἀγῶνες καὶ τὶς παραδόσεις τοῦ ἔθνους μας, μόνον νὰ μᾶς φαρμακώσει μὲ τὴν μαύρη χολή του γιὰ τοὺς «ψεύτικους ἐθνικοὺς μύθους» πασχίζει μὲ ψυχοπαθολογικὴ ἐμμονή, ὁ Παντελῆς Μπουκάλας, λοιπόν, σὲ ἕνα πανάθλιο, γκαιμπελικοῦ τύπου σημερινὸ ἄρθρο του («Ἡ Καθημερινή», 1-4-2007), παραληρεῖ ἠλιθίως γιὰ «συνωμοσίες», «ἑβραίους», «Κίσινγκερ», «Πρωτόκολλα τῆς Σιών» καὶ ὅ,τι ἄλλο ἐφευρίσκει τὸ διεστραμμένο μυαλό του.

Νεοτὰξ φούμαρα τοῦ Μπουκάλα
(μὲ δικά μου χειρόγραφα σχόλια),
ἀπὸ τὸ 2000...
Κρίμα, μὲ πόση ὀδύνη τὸν διαβάζω κάθε «Κυριακή», αὐτὸν ποὺ κάποτε μὲ ἔθελγε μὲ τὴν μαγεία ποὺ μᾶς μετέδιδε ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ λογοτεχνία καὶ παράδοσι, πρὶν τὸ «προοδευτικὸ» νεοταξικὸ ἀνθελληνικὸ μένος τοῦ μαυρίσει τὴν ψυχή... (Στὴν εἰκόνα, τὰ ἴδια καὶ τὰ ἴδια, ἀπὸ τὸ 2000...)

Ἀλυκτᾶ περὶ «συνωμοσιῶν» στὸ σημερινό του ἄρθρο, γιὰ πράγματα δηλαδὴ ποὺ κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἐπικριτὲς τοῦ βιβλίου μέσῳ τοῦ «Ἀντιβάρου» (καὶ ἱστορικῶν καὶ προσφυγικῶν σωματείων, τοῦ «Ἄρδην», τοῦ «Ρεσάλτου», ἱστορικῶν, κοινωνιολόγων, έπιστημόνων καὶ ἁπλῶν πολιτῶν) δὲν ἔθιξε, μόνον καὶ μόνον γιὰ νὰ συκοφαντήσει δόλια τὸν κόσμο αὐτὸν ποῦ ἀντιδρᾶ στὶς ἄθλιες μεθοδεύσεις τῆς νεοταξικῆς ψώρας.

Ἡ ἀνοησία τοῦ Μπουκάλα, ἔγγειται εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς στὸ ἐξῆς:

Μιλᾶ γιὰ φανταστικὲς θεωρίες συνωμοσίας, τὴν στιγμὴ ποὺ καμμία συνωμοσία δὲν υπάρχει, κανένα κρυφὸ ἀνθελληνικὸ σχέδιο, διότι, ἁπλούστατα, οἱ ἀντιεπιστημονικές, ἰδεολογικοπολιτικὲς ἐπιδιώξεις καὶ δεσμεύσεις τῶν νεοτὰξ «προοδευτικῶν» εἶναι ἁπολύτως φανερές, γνωστὲς τοῖς πᾶσι, καὶ εὐθαρσῶς δηλώνονται καὶ προπαγανδίζονται ὑπερηφάνως ἀπὸ τοὺς ἴδιους αὐτοὺς τοὺς αὐτουργοὺς τοῦ ἐθνομηδενισμοῦ!

Γιὰ ποιόν Κίσινγκερ καὶ ποιά... «Πρωτόκολλα τῶν Σοφῶν τῆς Σιὼν» καὶ τρίχες ὠρύεται ὁ παρανοϊκὸς Μπουκάλας, καὶ τί σχέσι ἔχουν αὐτὲς οἱ ἀηδίες μὲ τὸ βιβλίο ἱστορίας, τὴν στιγμὴ ποὺ οἱ ἴδιοι οἱ συγγραφεῖς καὶ ὑποστηρικτὲς τοῦ βιβλίου εἶναι -φανερὰ καὶ ὑπερηφάνως- ἐνεργὰ κομματικὰ στελέχη ἀκροαριστερῶν ἢ/καὶ νεοφιλελευθέρων «προοδευτικῶν» ὀργανώσεων, καὶ μέλη ἐντόπιων καὶ ξένων ὀργανώσεων καὶ «θίνκ-τάνκ», μὲ συγκεκριμένο καὶ διακηρυγμένο ἰδεολογικοπολιτικὸ πρόγραμμα (ἐθνομηδενισμοῦ); Λὲς καὶ χρειάζεται νὰ ἀνακαλύψει κανεὶς ἐμπλοκὴ τοῦ... Κίσινγκερ, τῶν σιωνιστῶν καὶ τῶν... ἐξωγήινων ἐρπετοειδῶν, ὅταν:

Η Μαρία Ρεπούση, μετείχε παλαιότερα έχω τήν εντύπωση και στην Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΝ. Πάντως είναι επιβεβαιωμένο ότι μετείχε, εκτός από την ΑΡ.ΣΗ. ("Αριστερά Σήμερα", ως ιδρυτικό μέλος) (κίνηση της "Ανανεωτικής Αριστεράς"), και στα εξής:
Υποψήφια δημοτική σύμβουλος με τον ΣΥΝ στον Πειραιά το 2002,
Εκλογική Επιτροπή του ΣΥΝ το 2004,
Υποψήφια δημοτική σύμβουλος με τον ΣΥΝ στον Πειραιά το 2006.
Επίσης, πριν τής ανατεθεί η συγγραφή του βιβλίου, έγραφε άρθρα στην εφημερίδα του ΣΥΝ, την "Αυγή", με αντικείμενο "την αποδυνάμωση του εθνοκεντρικού περιεχομένου της διδασκόμενης ιστορίας", κάτι που αποδεικνύει πως τα κίνητρά της είναι πρωτίστως ιδεολογικά-κομματικά και μόνον δευτερευόντως επιστημονικά.

Η Χριστίνα Κουλούρη, συνεργάτης του διαβοήτου CDRSEE στο "Joint History Project", αρθρογράφος του "Βήματος". Βλέπε σχετικώς:
"Η διαμάχη για τα βιβλία ιστορίας και οι πανεπιστημιακοί", Παναγιώτης Ήφαιστος, Αντίβαρο, Φεβρουάριος 2007.
Περιοδικό "Άρδην", τ. 58, Μάρτιος 2006.
Χρ. Μόρφος, "Κέντρο για τη Δημοκρατία και τη Συμφιλίωση στη
Νοτιοανατολική Ευρώπη [CDRSEE]". Του ιδίου, "CDRSEE II", "CDRSEE III", "CDRSEE IV".
Επίσης, "Ιστορία μου - Αμαρτία τους ΙΙ ("φύσηξε" Soro-Κοτς...)"

Ο Αντώνης Λιάκος, πρόεδρος του "εκσυγχρονιστικού-φιλοσημιτικού" ΟΠΕΚ ("Όμιλος Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Κοινωνίας"), συνεργάτης του Κ. Σημίτη, αρθρογράφος του "Βήματος".

κλπ κλπ κλπ.

Καμμία συνωμοσία. Φανερὰ τὰ κάνουν ὅλα, φανερὰ καὶ μὲ τὴν θέλησή τους ἐργάζονται γιὰ τὰ συγκεκριμένα συμφέροντα καὶ μὲ τὶς συγκεκριμένες ἐπιδιώξεις, καὶ μᾶς τὸ διακηρύσσουν εὐθαρσῶς καὶ ὑπερηφάνως. Ὄχι, δὲν τοὺς ἀναγκάζει καμμία συνωμοσία· μὲ τὴν θέλησί τους καὶ συνειδητῶς εἶναι τσιράκια τῆς Νέας Τάξης. Τὸ ὀνομάζουν δέ... «ἐκσυγχρονισμό». Δὲν βλέπω ποῦ κολλᾶνε οἱ βλακεῖες περὶ «Σοφῶν τῆς Σιὼν» τοῦ ἐμπαθοῦς Μπουκάλα. (Τὸ πῶς προωθοῦνται τὰ συμφέροντα τῆς διεθνοῦς ἐξουσίας, ὄχι μέσῳ... οὐφολογικῶν συνωμοσιῶν, ἀλλὰ διὰ τῆς «μαλακῆς ἰσχύος», τὸ ἔχει ἀναλύσει ἐπισταμένως ὁ καθηγητὴς τοῦ Παντείου Πανεπιστημίου Παναγιώτης Ἤφαιστος. Ἀλλὰ ὁ Μπουκάλας, ἐκεῖ, στὰ «Πρωτόκολλα»...)

Σὲ αὐτοὺς τοὺς ἰνστρούχτορες τοῦ «προοδευτικοῦ» κατεστημένου καὶ τοὺς συντρόφους τους, φανατικὰ καὶ στρατευμένα στελέχη μιᾶς ἀκραίας πολιτικῆς, μὲ τὶς συγκεκριμένες σχέσεις καὶ δεσμεύσεις μὲ ἀκραῖα κόμματα καὶ ὀργανώσεις, τὸ προσκυνημένο κόμμα τῆς «ἐκσυγχρονιστικῆς» Ν.Δ. ἀνέθεσε τὴν διάπλασι τῶν ψυχῶν τῶν παιδιῶν μας! Γιατὶ ὄχι, τότε, στὸν... Κωνσταντῖνο Πλεύρη ἢ στὸν Γεώργιο Γεωργαλᾶ; Λιγότερο ἀχρωμάτιστοι εἶναι κομματικῶς καὶ ἰδεολογικοπολιτικῶς ἢ μὲ περισσότερες δεσμεύσεις αὐτοί ἀπὸ τὴν Ρεπούση;! Ποιὰ ἐχέγγυα ἀντικειμενικότητος μπορεῖ νὰ ἔχει ἡ ὅποια Ρεπούση (Φραγκουδάκη, Κουλούρη, Λιάκος, Μουζέλης, Ἠρακλείδης, Τριαρίδης, Τρεμόπουλος, Νακρατζᾶς, Λιθοξόου), μὲ τὲτοιο κομματικὸ καὶ ἰδεολογικοπολιτικὸ χρωματισμό; Ὡς πότε θὰ τοὺς ἀνεχόμαστε; Πότε θὰ ξυπνήσουμε καὶ θὰ φωνάξουμε ἐπιτέλους τὰ λόγια τοῦ Γέρου τοῦ Μοριᾶ;

ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΤΣΕΚΟΥΡΙ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΕΝΟΥΣ


Ὑ.Γ. Ἡ ξεδιάντροπη ἀκροαριστερονεοφιλελεύθερη Ρεπούση (τῆς ὁποίας φερέφωνο ἔγινε -ὦ θεοί!- ἡ «Καθημερινὴ» τοῦ Γεωργίου καὶ τῆς Ἐλένης Βλάχου...), ἰσχυρίζεται («Ἡ Καθημερινή», 1-4-2007) ὅτι:

«Ούτε οι εθνικοί ήρωες απουσιάζουν. Αυτό που απουσιάζει είναι η ταύτιση των ιστορικών προσώπων με τους εθνικούς ήρωες.»

Μᾶς κοροϊδεύει; Νόημα δὲν βγαίνει καθαρὸ ἀπὸ τὴν φράσι αὐτή, ἀλλὰ ἀπὸ τὰ συμφραζόμενα προκύπτει ὅτι θέλει νὰ πεῖ ὅτι ὅλοι εἴμαστε ἱστορικὰ πρόσωπα ποὺ ἐπηρεάζουμε τὴν ἱστορία, καὶ ὄχι ἥρωες. (Τότε ποιοί εἶναι οἱ ἥρωες, καὶ ποῦ ὑπάρχουν, ἂν δὲν εἶναι ἱστορικὰ πρόσωπα οἱ ἥρωες καὶ δὲν ὑπάρχουν στὴν Ἱστορία; Ἐννοεῖ, προφανῶς, στὶς «ἐθνικιστικὲς φαντασιώσεις», ἐκεῖ ὑπάρχουν μόνον οἱ ἥρωες· στὴν Ἱστορία ὑπάρχουν μόνον «ἱστορικὰ πρόσωπα»... Ἄ ρὲ ξύλο ποὺ πάει χαμένο...)

Ἐπειδὴ ἡ Ρεπούση τὰ μασάει, παραπέμπω, στὴν ἐπὶ χρόνια σύντροφό της στὸ ἔργο τοῦ ἀφελληνισμοῦ τῶν παιδιῶν μας Ἄννα Φραγκουδάκη, ἡ ὁποῖα τὸ διατυπώνει ὠμότερα («Τὰ Νέα», 22-9-2001):

«...είναι μεγάλη ανάγκη να βρεθούν τρόποι ώστε να απαλλαγεί ο κόσμος από τη βάρβαρη αξία του ηρωισμού, έτσι ώστε η ανθρώπινη κοινωνία να μην παράγει πια ήρωες κανενός είδους. Είναι μεγάλη ανάγκη, γιατί ο κάθε προέλευσης ήρωας εξ ορισμού περιφρονεί την ανθρώπινη ζωή ακόμα και τη δική του. Για να απαλλαγεί όμως ο κόσμος από την παραδοσιακή αξία του ηρωισμού, θα πρέπει να συμβάλουν όλοι στην καταπολέμηση αυτών των βάρβαρων προτύπων (που καθόλου δεν περιορίζονται σε μερικές ομάδες φανατικών ή οπαδών του θανάτου και των αγκυλωτών σταυρών). Θα πρέπει να συμβάλουν στην καταπολέμηση των ξεπερασμένων προτύπων ηρωισμού όλοι οι θεσμοί, όλοι οι πολίτες και όλα τα κόμματα και οι πολιτικές ομάδες.»
Λέξεις-κλειδιά γιὰ τὸ Google: Παντελής Μπουκάλας, Μαρία Ρεπούση, Χριστίνα Κουλούρη, Αντώνης Λιάκος, σχολικό βιβλίο Ιστορίας 6ης Δημοτικού, Αντίβαρο, 1821, Επανάσταση, Κρυφό Σχολειό, μύθοι