«Tὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική· τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου. Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου.» (Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἄξιον ἐστί»)

Σελίδες Πατριδογνωσίας - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2007

Καλὰ Χριστούγεννα!

Τὰ Χριστούγεννα εἶναι κυρίως Βόρεια ἑορτή. Γιὰ ἑμᾶς τοὺς Μεσογειακοὺς ἡ πρώτη ἑορτὴ εἶναι ἡ Λαμπρή. Ὡστόσο, καὶ ἐδῶ τὰ Χριστούγεννα εἶχαν πάντοτε τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὸ νόημά τους. Ἔχουν ἀκόμη; Πολλοὶ μιλοῦν γιὰ τὴν κατάθλιψι τῶν Χριστουγέννων· τὸν στυγνὸ καταναλωτισμὸ καὶ τὴν ἀλλοτρίωσι, καὶ τὴν ἀπογοήτευσι τοῦ ἀνθρώπου ποὺ δεν μπορεῖ νὰ συγχρονισθεῖ μὲ αὐτὸν τὸν ἐκτραχηλισμὸ καὶ νιώθει ἀπόβλητος.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη, λίγα δωράκια και φωτάκια δὲν νομίζω ὅτι βλάπτουν καθόλου· ἴσως μάλιστα κάτι περάσει καὶ μέσα ἀπὸ αὐτά. Μπά, ἀπὸ στυγνὸ καταναλωτισμὸ χωρὶς φωτάκια, καλύτερα στυγνὸς καταναλωτισμός μὲ φωτάκια! Τὶ νὰ σᾶς πῶ! Τὰ ὑπόλοιπα ἂς τὰ ἀφήσουμε για τὴν ὥρα στὸ Θαῦμα τῶν Χριστουγέννων· ἴσως ὑπάρχει.

Καλὰ Χριστούγεννα, λοιπόν!

Στὰ ἄρθρα τοῦ Ἀνδρέα Φαρμάκι καὶ τοῦ Εὐγένιου Ἀρανίτση ἀπὸ τὸν φίλτατο Γνωμοδότη, θὰ προσθέσω ἕνα παλαιό, κλασσικὸ τοῦ Ἠλία Μπαζίνα.

Διαβᾶστε ἐπίσης: Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο».


Για το ξέσκισμα... και το παντελόνιασμα, τι θα έλεγε σήμερα ο Ιησούς Χριστός...

Ο φόβος και ο θάνατος είναι το ψέμα...
Άγια νύχτα από τους πιστούς και χλαπάκιασμα τα μελομακάρονα...
Τι να γνώριζε ο Ιησούς ξεκινώντας από τη φάτνη για όλα αυτά που γίνονται εν ονόματί του...

Του Ηλία Μπαζίνα

Αναλαμβάνοντας και φέτος να γράψω το θέμα «Χριστούγεννα», διαπιστώνω για μια ακόμα φορά ότι κάτι δεν πάει καλά με μένα και την «πρώτη γιορτή της χριστιανοσύνης». Όσες προσπάθειες και αν καταβάλω, δεν καταφέρνω να νοιώσω παρά ελάχιστα πράγματα τις ημέρες αυτές. Τα περισσότερα... ΑΡΝΗΤΙΚΑ.

ΔΕΝ θεωρώ ότι είναι θέμα «χριστιανικής πίστης». Είναι χρόνια τώρα, που ό,τι πιστεύω δεν βγαίνει στο φως της μέρας. Όχι απλά ΔΕΝ είναι κανενός άλλου θέμα. Δεν είναι ΟΥΤΕ δικό μου.

Δεν μιλάω λοιπόν εδώ για θαύματα, ούτε για τη σωτηρία της ψυχής. Μιλάω για ΜΕΓΕΘΟΣ ΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ. Και για αισθηματική ένταση. Χωρίς και αυτή την τελευταία να επιχειρώ πια να τη «διερμηνεύσω». Τη θεωρώ ένα από τα θαύματα, ίσως το μέγιστο, μέσω των οποίων ο καθένας γιγνώσκει την ατομική του σωτηρία.

Απλά, ενώ γύρω μου εκτυλίσσεται όλη αυτή η δενδροφόνος και λαμπιονιάρα εορταοτικότητα, οι χορδές της ψυχής μου, -αν υπάρχουν- ΣΙΓΟΥΝ. Και από κοντά, ο ΤΖΟΓΟΣ.

Είναι πολλοί που ΔΕΝ γιορτάζουν. Π.χ. τα μπατίρια, οι μονάχοι (όχι οι μοναχοί, εκείνοι εορτάζουν, ευλαβικά, κατανυκτικά, ευφρόσυνα και ούτω καθεξής) τα δάση, τα ζωάκια, που διάφοροι κρετίνοι θα αγοράσουν δώρα στα παιδάκια τους και μετά θα τα πετάξουν (τα δώρα, όχι τα παιδάκια). Οι αλλόπιστοι. Τα μικρομάγαζα, που ελπίζουν μάταια σε αυξημένο τζίρο.

Τα παρατηρώ καθώς περνάω απ’ έξω. Είναι κι αυτά σαν γέρικα μοναχικά μπατίρια. Σου φέρνουν θλίψη. Όπως θλίψη εμένα μου φέρνουν και οι τυπικές κάρτες και τα ΜΙΚΡΑ ΔΩΡΑ. Δεν αντέχω τα μικρά δώρα και δεν τα κάνω ποτέ μου. Το σπίτι μου είναι γεμάτο σκατουλάκια, ειδικά τέως σοβιετικών φίλων μου, που λυπάμαι να τα πετάξω. Με γεμίζουν μελαγχολία. Αν δεν μπορής να κάνης κιμπάρικο δώρο, μη μου κάνης καθόλου. Δεν θα σε παρεξηγήσω, αντίθετα θα το εκτιμήσω.

Λένε ότι οι γιορτές πάντα φέρνουν κύμα αυτοκτονιών. Αυτά βέβαια δεν πρέπει να τα λέμε. Είναι νταουνιάρικα. Πρέπει να είμαστε ποζιτιβιστές, θετικοί! Με άφατη ηδονή γράφω τους παραπάνω στα έτσι μου.

Επικοινωνούν μαζί μου διάφοροι, κατά πλειοψηφία ΟΧΙ ευφυείς και μου λένε μεταξύ άλλων ότι είμαι μουρμούρης, Μαρθαβουρτσιστής. Γράφω ΚΑΙ αυτούς ως ανωτέρω. Αδυνατώ να καταλάβω πώς μπορεί κάποιος να διαβάζη ταπρόγια και να λέη ταπρίτς. Απλά ελληνικά γράφουμε, ειδικά εγώ ΠΟΛΥ ΑΠΛΑ. Παιδικά.

Ίσαμε 100 φορές έχω γράψει ότι το στοιχείο της νεοελληνικής πραγματικότητας, που μισώ περισσότερο από όλα, είναι το «αχ πώς πονώ» των λαϊκών ασμάτων. Και ΔΕΝ διακρίνομαι από «ανθρωπιά», ΟΥΤΕ οραματίζομαι έναν πλανήτη καργαρισμένο μέχρι την τελευταία του γωνία από ανθρώπινα περιττώματα.

Την «ιερή» επιταγή «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και κατακυριεύσατε την Γην», εγώ τη διαβάζω «αυξάνεσθε, πληθύνεσθε, φονεύετε, αραιώνετε». Κανένα έρωτα με τον «Άνθρωπο» δεν έχω. Απλά, λυπάμαι τους ανθρώπους.

Διερωτώμαι τι θα έλεγε ο Ιησούς αν έβλεπε το παντελόνιασμα, το ξέσκισμα, που διεξάγεται εν ονόματί του. Τι θα ΓΝΩΡΙΖΕ από όλα αυτά, ξεκινώντας από τη φάτνη με το μπουλούκο, που γλύτωσε από το σπαθί του Ηρώδη και εδέχθη και πλούσια δώρα (μιλάμε βουνά τα φράγκα) ίνα διαφυλαχθή για τον μελλοντικό Σταυρό!

Θα τον γνώριζε ο Ιησούς αυτόν τον μπούλη, θα αναγνώριζε τάχα την ημερομηνία 25 Δεκεμβρίου, που καθιερώθηκε να γιορτάζεται ΑΙΩΝΕΣ μετά το θάνατο του; Θα ένοιωθε υποχρεωμένος και κολακευμένος από όλους αυτούς τους πιστούς, που κράζουν «Άγια Νύχτα» και «Χάπη Μπέρδεϊ Του Γιου» και χλαπακώνουν πουτίγκες και γαλοπούλες και μελομακάρουνα;

Είναι πολύ διαφορετική η εικόνα του Ιησού που έχω εγώ. Λυπάμαι. Προφανώς είμαι ένας εκ των κακοί άνθρωποι. Σόρρυ! Αδυνατώ παντελώς να συνδέσω τον ευτραφή μπούλη με την μοναχική, ασκητική φιγούρα του νέου άντρα με το σκαμμένο πρόσωπο και το χάος στο βλέμμα. Που, όταν άνοιξη, τύχω βράδυ ανάμεσα σε κυπαρρίσια και ελιές, βλέπω κάπου μπροστά μου την ασπράδα του χιτώνα του και ακούω τη φωνή του να μπερδεύεται με τα τριζόνια. ΝΟΜΙΖΩ πως λέει «δεν θέλω να πεθάνω έτσι, Πατέρα, πατέρα, με ακούς;». Και μόνη απάντηση το τριζόνι.

Σιγή ο πατέρας, ανεξιχνίαστες οι βουλές του. Και κάπου εκεί, πέρα, στο μονοπάτι, δαυλοί πλησιάζουν. Νοιώθω το φόβο να πάλλεται, να απλώνεται σαν κρύα, μαύρη λάσπη, έμεσμα οργής, μίσους, τύψεων, έμεσμα αιώνων, κόσμων, γενεών.

Νοιώθω τη μοναξιά του σφάγιου. Και μετά, ΟΛΑ να τα σκεπάζη κάτι ΑΛΛΟ, βαθύ, βουβό και πελώριο. Μακάρια αρμονία και συμπαντική χαρά. Αθάνατη, ακλόνητη. Η Ζωή αγκαλιάζει το σφάγιο, το ρουφάει μέσα της, απαλά, στοργικά, σαν το βρέφος να ξαναγυρίζη στο ενάμνιο υγρό, στη σιγουριά του μητρικού σώματος, στον ωκεανό της αγάπης.

Την ώρα της άνοιξης γίνονται αυτά. Τα γεννάει το άγιο χώμα της Μεσογείου. Παραισθήσεις, όνειρα, έκσταση και παροξυσμό αυτού, που δεν ξέρουμε τι είναι αλλά το λέμε Αγάπη. Ξέρουμε μόνο ότι ήταν, είναι και θα είναι. Εδώ. Στα αγιασμένα χώματα της Μεσογείου. Και ότι είναι η μήτρα όλων των ωραίων πραγμάτων. Και ότι το ψέμα είναι ο Φόβος και ο Θάνατος. Εκτός από τη Ζωή δεν υπάρχει τίποτε άλλο.

Ποτέ δεν χρειάστηκα να μου εξηγήση κανένας το Πάσχα. Ούτε νομίζω ότι οποιοσδήποτε ΜΠΟΡΕΙ να εξήγηση σε οποιονδήποτε αυτά τα πράγματα. Όσο περνάνε τα χρόνια, η πίστη μου στις λέξεις ξεθωριάζει. Άλλα πράγματα, πανίσχυρα και καταλυτικά, παίρνουν τη θέση τους. Καθώς το ελάχιστο εκείνο μόριο, που μου αναλογεί να καταλάβω από την ομορφιά της πλάσης, σιγά σιγά μου αποκαλύπτεται, μαθαίνω να αφήνω την καρδιά μου ελεύθερη, να σκέφτεται εκείνη για μένα.

Σίγουρα πολλοί ζουν τα Χριστούγεννα. Τους μακαρίζω. Το ότι εγώ δεν μπορώ δεν σημαίνει τίποτα. Ίσως κάποτε μπορέσω. Στο μεταξύ και ενώ η κακόφωνη πολυχρωμία μου απειλεί μάτια κι αυτιά, ενώ ο κρότος του χρυσού και του αργύρου πάνω στους μπεζαχτάδες της οικουμένης σκεπάζει τα πάντα, εγώ αφουγκράζομαι μακρινό αλλά βέβαιο, το Πάσχα να πλησιάζη...

Ηλίας Μπαζίνας, «Φίλαθλος», 25 Δεκ. 1998

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2007

Τὸ Νέον Μουσεῖον Ἀκροπόλεως καὶ ἡ ἄλλη ἄποψις γιὰ τὰ κτήρια τῆς Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου

Τὸ Νέο Μουσεῖο Ἀκροπόλεως [ποιός ἐφηῦρε τὸ καταραμένο flash;!] ἄνοιξε τὶς πύλες του! Τὸ ἰσόγειο πρὸς τὸ παρόν, ὅπου παρουσιάζονται τὰ ἀνασκαφικὰ εὐρήματα τοῦ Στρατοπέδου Μακρυγιάννη, σὲ μιὰ ἐνδιαφέρουσα καὶ καλὰ ὁργανωμένη ἔκθεσι, «Τὸ Μουσεῖο καὶ ἡ ἀνασκαφή», μὲ θεματικὲς ἑνότητες: Τὰ οἰκοδομήματα - Τὰ ἐργαστήρια - Ἡ οἰκονομία καὶ τὸ ἐμπόριο - Τὰ εγκαίνια - Τὸ νερό, τὰ πηγάδια καὶ οἱ δεξαμενές - Οἱ λατρεῖες - Ὁ φωτισμὸς καὶ τὰ λυχνάρια - Τὸ μαγειρεῖο καὶ τὰ σκεύη του - Ὁ ἀνδρώνας καὶ τὸ συμπόσιο - Ἀπὸ τὸν κόσμο τῶν γυναικῶν - Ἀπὸ τὸν κόσμο τῶν παιδιῶν - Οἱ τάφοι. Ἔκθεσις προσανατολισμένη στὴν ζωή τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἔζησαν στὸν ἴδιον αὐτὸν τόπο τοῦ Στρατοπέδου Μακρυγιάννη πέντε χιλιάδες χρόνια τουλάχιστον χωρὶς διακοπή (τὰ εὐρήματα καλύπτουν ὅλες τὶς ἐποχές). Κάθε μέρα, 10:00-12:00 μόνον.

Ἀκόμη μεγαλύτερο ἐνδιαφέρον, ὅμως, εἶχα γιὰ τὸ ἴδιο τὸ Μουσεῖο, σὲ σχέσι μάλιστα καὶ μὲ τὴν ἀντιπαράθεσι γιὰ τὰ πρώην διατηρητές καὶ νῦν καταδαφιστέα κτήρια τῆς Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου 17.

Τὰ πράγματα, φίλοι μου, ἔχουν δύο ὄψεις.

Ὄψις πρώτη - θορυβωδῶς προβαλλόμενη, γιὰ διαφόρους λόγους: Σῶστε τα!

Ὄψις δευτέρα: Γκρεμίστε τα!

Γιὰ νὰ δοῦμε λοιπόν τὶ γίνεται. Διότι αὐτοί, οἱ ἀρχαιολόγοι κατ᾿ ἀρχήν, ποὺ ζητοῦν τὴν κατεδάφισι τῶν κτηρίων, δὲν τὸ λένε ἀπὸ κανένα... μίσος πρὸς τὴν «ἀρχιτεκτονική μας κληρονομιά»! Γιὰ νὰ δοῦμε καὶ αὐτὴ τὴν ἄποψι. Ἀκόμη καὶ φίλοι, φοβοῦμαι ὅτι θὰ μοῦ κόωουν τὴν καλημέρα, ἀλλό, τὸ πρᾶγμα προβληματίζει. Ὰν μὴ τὶ ἄλλο, ἂς ἐξετάσουμε τὸ πρᾶγμα συνολικῶς, ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν μονομερὴ ὀπτικὴ γωνία τῶν φωνασκούντων, καὶ ἂς προβληματισθοῦμε.

Κατ᾿ ἀρχήν, τὶ εἶδα ἐγὼ σήμερα κατὰ τὴν ἐπίσκεψί μου στὸν χώρο. Θὰ ἀκολουθήσουν παραπομπὲς σὲ σχετικὰ ἄρθρα καὶ ἀνάπτυξις ἀπόψεων.

2007-12-23 - Μουσείον Ακροπόλεως - Είσοδος
Είσοδος. Προχωρώντας πρὸς τὸ Μουσεῖο καὶ κοιτώντας πρὸς τὴν εἴσοδος τοῦ Στρατοπέδου Μακρυγιάννη. Τὸ Μουσεῖο ἀσφυκτιᾷ ἀπὸ τὸν στενὸ ἐναγκαλισμὸ μὲ τὸ κτήριο Βάιλερ. Μήπως θὰ ἔπρεπε καὶ τὸ κτήριο Βάιλερ νὰ φύγει; (Καί, ἀκόμη καλύτερα, μᾶλλον ἀδύνατον βεβαίως, καὶ τὰ ἐκατέρωθεν τοῦ Στρατοπέδου Μακρυγιάννη οἰκοδομικὰ τετράγωνα.) Τὸ ἐρώτημα προβληματίζει.

2007-12-23 - Μουσείον Ακροπόλεως - Αυλή (1)
Ἡ αὐλὴ τοῦ Μουσείου. Ὄψις πρὸς τὴν Ἀκρόπολι. Ἀκρόπολις δὲν φαίνεται. Ἐμπρός, τὸ ἄνοιγμα πρὸς τὴν ἀρχαία πόλι.

2007-12-23 - Μουσείον Ακροπόλεως - Αυλή (2)
Ἡ ἀρχαία πόλις, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ ἄνοιγμα τῆς αὐλῆς τοῦ Μουσείου.

2007-12-23 - Μουσείον Ακροπόλεως - Αυλή (3)
Ὄψις πρὸς τὴν Ἀκρόπολι. Τὰ κτήρια, βαρειὰ καὶ ὀγκώδη, σὰν ὀχυρωματικοὶ τσιμεντόλιθοι, κρύβουν τὴν θέα.

2007-12-23 - Μουσείον Ακροπόλεως - Διάδρομος
Περνώντας τὴν αἴθουσα τοῦ ἰσογείου, ὁδηγούμεθα στὸν διάδρομο πρὸς τοὺς ἐπάνω ὀρόφους (ἀκόμη κλειστοὺς γιὰ τὸ κοινό). Ὁ διάδρομος μακρὺς καὶ ἐπιβλητικὸς, στὸ ἡμίφως· στὴν ἔξοδό του καὶ πρὸς τὰ ἐπάνω, τὸ φῶς τῆς Παλλάδος· πορεία ἀνοδικὴ πρὸς τὸ φῶς, ὅπως ἡ ἄνοδος στὴν Ἀκρόπολι καὶ ἡ πνευματικὴ μυητικὴ πορεία πρὸς τὸ Φῶς.

2007-12-23 - Μουσείον Ακροπόλεως - Δάπεδο
Τὸ δάπεδο τοῦ διαδρόμου. Παράθυρα (λίγα ἀκόμη ἀνοικτά, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἀνοίξουν καὶ τὰ ὑπόλοιπα), πρὸς τὴν ὑπόγεια, ἀρχαία πόλι, τὴν ὁποία ἔφερε ἡ ἀνασκαφή στὸ φῶς, καὶ ἡ ὁποία ἀρχαία πόλις ἀναδείχθηκε, προστατεύθηκε καὶ ἔδεσε θαυμάσια μὲ τὸ Μουσεῖο.

2007-12-23 - Μουσείον Ακροπόλεως - Διονυσίου Αρεοπαγίτου (1)
Ἄποψις πρὸς τὸ Μουσεῖο ἀπὸ τὴν Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Παρὰ τὸ μέγεθός του, τὸ Μουσεῖο εἶναι χαμηλό, ἐπίπεδο. Δὲν σηκώνει προκλητικὸ ἀνάστημα ἀπέναντι στὴν Ἀκρόπολι, ἀλλὰ ἐκτείνεται στὸ ἐπίπεδο καὶ πρὸς τὰ κάτω καὶ ἀνοίγεται, ἀνοίγοντας καὶ τὴν ὄψι τῶν ἐπισκεπτῶν πρὸς τὸν Ἱερὸ Βράχο.

2007-12-23 - Μουσείον Ακροπόλεως - Διονυσίου Αρεοπαγίτου (2)
Ἄποψις πρὸς τὸ Μουσεῖο καὶ τὰ ἀμφιλεγόμενα κτήρια ἀπὸ τὴν Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Ἀριστερὰ τὸ πρώην διατηρητέο, μὲ τὴν ὡραῖα πρόσοψι, τὶς τοιχογραφίες ψηλὰ καὶ τὶς Ἠπειρώτισσες- «Καρυάτιδες». Ἡ πρόσοψις ὡραία, καμμία άντίρρησι. Χωροταξικῶς, ὅμως, ὡς ὄγκος, εἶναι ἀναμφισβήτητα τὸ κτήριο παρέμβλητο, διασπᾷ τὴν ἀνοδικὴ πορεία τῆς πόλεως πρὸς τὴν Ἀκρόπολι (καὶ τὴν καθοδικὴ πορεία ἀπὸ τὴν Ἀκρόπολι πρὸς τὴν πόλι).

2007-12-23 - Μουσείον Ακροπόλεως - Μητσαίων
Ὁδὸς Μητσαίων, στὸ πλάι καὶ ἐμπρὸς ἀπὸ τὸ Μουσεῖον, ὄψις πρὸς τὴν Ἀκρόπολι. Φρίκη...

Σχετικῶς:

Γιὰ τὴν ἔκθεσι:
«Το Μουσείο και η Ανασκαφή. Τώρα και για παιδιά.», news.antenna.gr, 22 Δεκ. 2007.

Γιὰ τὸ Μουσεῖο:
Ν. Κοντράρου-Ρασσιᾶ, «Ελάτε να στήσουμε το Νέο Μουσείο Ακρόπολης», «Ἐλευθεροτυπία», 24 Σεπτ. 2007.
Παρασκευὴ Κατημερτζῆ, «Πολυτέλεια από γυαλί και αρχαίο δέος», «Τὰ Νέα», 2 Ὀκτ. 2007.
Νίκος Βατόπουλος, «Η Αθήνα απέναντι στον 21ο αιώνα» , «Ἡ Καθημερινή», 10 Ὀκτ. 2007.

Σχετικά, δικά μου:
«Oἱ κόρες τῶν Ἀθηνῶν ταξιδεύουν», 13 Ὀκτ. 2007.
«Ἡ ἀποκατάστασις τοῦ Παρθενῶνος καὶ ἡ ξανθιὰ ἀρχ**ολόγος», 19 Μαΐου 2007.

Γιὰ τὴν διαμάχη:
Οἱ ἀπόψεις ὑπὲρ τῶν κτηρίων εἶναι γνωστές· προβάλλονται ἀπὸ τὸ ἱστολόγιο areopagitou17.blogspot.com καὶ πολλὰ ἄλλα φωνακλάδικα μέσα. Γιὰ νὰ δοῦμε ὅμως καὶ τὴν ἄλλη ἄποψι.

Τὸ θεῖο τραγὶ δημοσιεύει ἕνα ἐξαιρετικὸ ἄρθρο, καὶ μᾶς μυεῖ στὴν εὐαισθησία τοῦ Τσαρούχη:
«Το τριώροφο, το οποίο, φαντάζομαι, θα απεχθανόταν ψυχή τε και σώματι ο συνετός τε και σοφός Τσαρούχης, -ο οποίος, ως γνωστόν, μόνον τα σμικρά διώροφα λαϊκά νεοκλασικά αποδεχόταν και ήθελε ν' ανεγείρονται εντός του λεκανοπεδίου- το τριώροφο, λέω, που είναι "τετραώροφο" και δήθεν νεοκλασικό, μάλλον βαρβαρικό θα το χαρακτήριζα, στον αριθμό 17 της Αρεοπαγίτου, έργο του Κουρεμένου και τρέχα γύρευε ποιανού τυχάρπαστου πολιτικού που έδωκε την άδεια για να ανεγερθεί εκειδά, κάτω από τον ιερό βράχο, διακόπτοντας την απρόσκοπτη από τα παρακείμενα προάστια θέα στην ιερά κλιτύ και το θέατρο του Διονύσου ...είναι τελείως έξω από την λειτουργική του χώρου, άσχετα από την ανάπτυξη ή όχι του Νέου Μουσείου, με τον γνωστό εξωφρενικό του εξώστη.
Και βέβαια πρέπει να γκρεμιστεί, άσχετα από τον αποχαρακτηρισμό του ή όχι.
...
Το Νέο Μουσείο, παρά τον εξωφρενικό του εξώστη, είναι ευφυώς χωνεμένο στη γή που το δέχτηκε, και αρκούντως απομακρυσμένο από την ρυμοτομική της οδού γραμμή, ενώ το άνοστο τετραώροφο, παρά την πλουμιστή του πρόσοψη, που ασφαλώς με κυάλι μπορεί ο περιηγητής να απολαύσει, δεσπόζει του όλου χώρου... σκανδαλωδώς, αν με εννοείτε...»


Νίκος Δήμου δημοσίευσε ἕνα ἄρθρο ποὺ ἔκανε αἴσθησι, παίρνοντας ξεκάθαρη θέσι ὑπὲρ τοῦ Μουσείου καὶ ὑπὲρ τῶν κατεδαφίσεων. («Σιγά τοὺς φωταγωγούς!», «Lifo») [ἀντίγραφον]

Μαρία Κατσουνάκη, «Τσουμί: Διάλογος των αἰώνων», «Ἡ Καθημερινή», 12 Ἰουλ. 2007.
«Στο σχόλιο του τέλους ο Μπ. Τσουμί κράτησε με μεγάλη κομψότητα τα προσχήματα, αφήνοντας όμως να διαφανεί, εμμέσως πλην σαφώς, η άποψή του τόσο για τη χθεσινή συνάντηση όσο και για το έργο του, το νέο μουσείο. «Οι συναντήσεις αυτές είναι ενδιαφέρουσες γιατί δείχνουν τι συμβαίνει στον αρχιτεκτονικό κόσμο μιας χώρας σε συνάρτηση με τον ευρύτερο κόσμο». Επέμεινε στη μοναδικότητα του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης: «Δεν είναι συγκρίσιμο με κανένα», είπε, αναφερόμενος σε αρχιτεκτονήματα όπως το Γκουγκενχάιμ στο Μπιλμπάο ή τα μουσεία στο Αμπου Ντάμπι. «Αυτά είτε θέλουν να δείξουν και να επιδείξουν το περιεχόμενό τους είτε να επιδειχθούν τα ίδια ως κτίρια. Το Νέο Μουσείο Ακροπόλεως είναι το μόνο που ενδιαφέρεται για την αλληλεπίδραση: τι υπάρχει έξω από αυτό και προς τα μέσα». Το βασικό ερώτημα για τον Μπ. Τσουμί είναι ο «διάλογος ανάμεσα στο Νέο Μουσείο και την Ακρόπολη»: «Οταν στέκομαι στον εξώστη του Μουσείου και ατενίζω αναρωτιέμαι αν θα πρέπει ο διάλογος να είναι ανάμεσα σε δύο μέρη ή αν θα πρέπει να συμμετέχουν ενεργά τα δύο κτίρια του 1930. Μήπως πρόκειται για μια θορυβώδη παρέμβαση; Οι απαντήσεις είναι δικές σας. Εγώ μόνο ρωτώ. Πρέπει να συνεργαστούν μεταξύ τους 5, 6, 7 αιώνες: Ο Ιερός Βράχος, κτίρια των αρχών του 20ού και ένα μουσείο του 21ου. Ολοι συμφωνούμε ότι η Ακρόπολη και ο Παρθενώνας είναι σημαντικότερα όλων. Θέλουμε να δωσουμε έμφαση στην εικόνα του 1930 ή να αναρωτηθούμε μήπως μπορεί να υπάρξει ένα ευρύτερο καλό. Καμία απάντηση δεν μπορεί να είναι λάθος και καμία εντελώς σωστή.»

Μαρία Θερμοῦ, «Χωρὶς λόγια...», «Τὸ Βῆμα», 14 Ὀκτ. 2007.
«Το Μουσείο της Ακρόπολης πρέπει να είναι εσωστρεφές ή να βρίσκεται σε συνάρτηση οπτική και «περιβαλλοντική» με το κύριο αντικείμενο που υπηρετεί - δηλαδή τον Παρθενώνα, τον βράχο της Ακρόπολης, το Θέατρο του Διονύσου και τα μνημεία που χάραξαν την πολιτιστική ζωή της Αθήνας;
Επειδή διατυπώνονται συγκρουόμενες απόψεις, «Το Βήμα» δημοσιεύει σήμερα, χωρίς σχόλια, δύο φωτογραφίες που πρόβαλε στην πρόσφατη διάλεξή του στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών ο περίφημος αρχιτέκτων Μπερνάρ Τσουμί. Η μία δείχνει την οπτική πρόσβαση προς τον Ιερό Βράχο ως έχει σήμερα και η άλλη χωρίς τις δύο πολυκατοικίες.»

«Ιδιοτροπίες», ΠΟΝΤΙΚΙart, 9-15 Αὐγ. 2007
«Ο πόλεμος άναψε. Και, όπως φαίνεται, ο συνασπισμός ειδημόνων και μη υπέρ της διατήρησης των δύο πολυκατοικιών που βρίσκονται στην Διονυσίου Αεροπαγίτου, ανάμεσα στο Νέο Μουσείο Ακροπόλεως και την Ακρόπολη, βρίσκεται σε έξαρση. Ως και στον ξένο Τύπο έφθασαν οι διαμαρτυρόμενοι, ως και blog δημιουργήθηκε στο Διαδίκτυο όπου καθείς και ο καημός του. Καταρχήν έχουμε τους επίσημους υπερασπιστές της νεότερης αρχιτεκτονικής που χάνεται γιατί, όπως λένε, το κράτος θεωρεί πολυτιμότερη την αρχαία κληρονομιά. (Εδώ ανοίγει τεράστια συζήτηση, που δεν είμαι καθόλου σίγουρη ότι θα καταλήξει υπέρ της αναδεικνυόμενης σε... νέο Παρθενώνα πολυκατοικίας του '30, όσο ωραία κι αν είναι.) Ακολουθούν οι έχοντες ίδιον όφελος, κάτοικοι και οι φίλοι τους· πολλοί γνωστοί και μη εξαιρετέοι, των οποίων η άποψη, φοβούμαι, δεν μετράει. Μετά έρχονται οι γενικώς επαναστάτες, που έχουν κάνει την "αντίσταση" παντιέρα. Εν τω μεταξύ, δύο δημοσιευμένες φωτογραφίες δείχνουν την αλήθεια ξεκάθαρα: Στην πρώτη, κοιτώντας από το Μουσείο προς την Ακρόπολη, βλέπεις την πίσω όψη των πολυκατοικιών. Στην δεύτερη, η Ακρόπολη είναι όλη δική σου αλλά... μέσα από το παράθυρο της πολυκατοικίας. Ποιον θέλουν να κοροϊδέψουν;»

Πολὺ ἐνδιαφέρουσα συζήτηση, ἀπὸ τὸ φόρουμ stadia.gr :

Ένα ιδιαίτερα ψύχραιμο άρθρο από το Βήμα
"...Το γεγονός ότι εξαιτίας τους (των τριών οικοδομών) αίρεται η συνέχεια και η σύνδεση των μνημείων της Ακρόπολης με το Μουσείο και τα εκθέματά του, που ήταν και το βασικό ζητούμενο, οδήγησε πριν από λίγο καιρό τον υπουργό Πολιτισμού στη λήψη της δύσκολης απόφασης για την απαλλοτρίωση και την κατεδάφισή τους....
...είναι γνωστό ότι η ανέγερση του Νέου Μουσείου Ακροπόλεως καθυστέρησε υπερβολικά εξαιτίας των μεγάλων αντιδράσεων κάποιων περιοίκων με προσφυγές στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Και επίσης, για όσους γνωρίζουν λίγο περισσότερο τα πράγματα, δεν είναι μυστικό ότι σε αυτή την υπόθεση πρωτοστάτησαν κάποιοι ένοικοι των προς απαλλοτρίωση σήμερα πολυκατοικιών."

...
Αν το Νέο Μουσείο Ακροπόλεως είναι ωραίο ή άσχημο, ασφαλώς και μπορεί να αποτελεί ένα θέμα συζήτησης. Αυτό το οποίο δεν επιδέχεται αντίρρηση όμως είναι η λειτουργία του και ο μεγάλος σκοπός τον οποίο έρχεται να επιτελέσει. Γιατί με το άνοιγμα των θυρών του, θα αποδειχτεί πόσο ασυμβίβαστη και κοντόφθαλμη είναι η άποψη της παραμονής των υπό συζήτηση κτιρίων. Εκτός κι αν κάποιοι επιθυμούν έπειτα από είκοσι ή τριάντα χρόνια να τους μέμφονται οι διάδοχοί τους, γιατί δεν ετόλμησαν...

...
Η "Ε" αναφέρει σήμερα αυτό που συζητούμε και εδώ:
"Η μέση οδός: μήπως να μεταφερθεί;
...Μεταφέραμε την πρόταση αυτή στον κατ' εξοχήν ειδικό στις μεταφορές μνημείων ... Δημήτρη Κορρέ, ρωτώντας τον αν υπάρχουν τα τεχνικά μέσα ...δεδομένου ότι δεν πρόκειται για ένα μικρό μονόχωρο εκκλησάκι ...αλλά για ένα τετραώροφο κτίριο ύψους 14,5 μ. Η απάντησή του είναι θετική.
«Σήμερα όλα γίνονται», λέει. «Μπορείς να τη μεταφέρεις ολόκληρη ή κατά τμήματα, από ένα ύψος και πάνω ή από ένα ύψος και κάτω. Το ερώτημα είναι πού θα μεταφερθεί και με τι κόστος. Ολα αυτά θα πρέπει να συνεκτιμηθούν εάν και εφόσον τεθεί προς συζήτηση το θέμα»."

...
Από την άλλη, αν αφαιρέσεις την αρ-ντεκό είσοδο με τις δυο σκαλιστές Ηπειρώτισσες, καθώς και τα δυο ψηφιδωτά της πρόσοψης με θέμα τον Οιδίποδα, αυτό που μένει είναι ένα τετράγωνο κουτί. Ας μεταφερθούν κάπου αλλού αυτά τα αρχιτεκτονικά στοιχεία και ας σοβαρευτούμε για μια και μόνο φορά. Είναι κρίμα που αυτό το πολύπαθο μουσείο βρήκε τον χειρότερο εχθρό του στην αστική "παλιά Αθήνα" και τους κυνικούς επιγόνους της.

...
Ας αποφασίσουμε πρώτα τι είναι αυτά τα κτήρια, πόσο τα θεωρούμε σημαντικά, αν είναι πολιτιστικοί θυσαυροί όπως τα κατονομάζεις και αν θέλουμε να τα διατηρήσουμε και με ποιό κόστος. Γιατί αν το κόστος είναι, να βρίσκονται στο προαύλιο του σημαντικότερου μουσείου αυτής της χώρας, και να του "καταστρέφουν την βιτρίνα", να μας λείπουν.

Σχετικά με την αρχιτεκτονική αξία του κτιρίου που αποχαρακτηρίστηκε: Δοκιμάστε να το φανταστείτε αφαιρώντας τα δυο ψηφιδωτά και τις "καρυάτιδες"...ναι, καλά καταλάβατε, αλλο ένα τετράγωνο κουτί...
Δείτε για παράδειγμα την παρακάτω φωτογραφία (το πρώτο κτίριο από αριστερά έχει ηδη κατεδαφιστεί) και πείτε μου αν βλέπετε πουθενά τον "ευρωπαϊκό αέρα", το "παρισινό αρ ντεκό", την "μεγαλοαστική αρχοντια" και ολα όσα ρομαντικά ακούμε τελευταία...

Εδώ θα βρείτε φωτογραφίες από τις εργασίες στο παλιό μουσείο.
Ολόκληρη η τοποθέτηση του Tschumi και πληροφορίες σχετικά με τη συζήτηση.
Πληροφορίες για τις εργασίες στο παλιό μουσείο της Ακρόπολης.

...
Ακόμη δυο φωτογραφίες από την πίσω όψη και την είσοδο του μουσείου.

Γνώμη μου (τελείως προσωπική) είναι ότι θα έπρεπε να γκρεμιστούν όλα τα κτίρια σε μια ακτίνα πενήντα μέτρων γυρω του διότι μόνον έτσι θα φαινόταν η διαλεκτικότητα του όγκου του με εκείνη της Ακρόπολης. Τώρα η οπτική ενσωμάτωση του κτιρίου θα πάρει περισσότερο χρόνο γιατι και αυτο ασφυκτυα από την τσιμεντοθάλασσα γύρω του αλλά και τα υπόλοιπα κτίρια γύρω του επίσης ασφυκτυούν από τον περίσσειο όγκο του. Μοιάζει με τους αστικούς πόνους μιας δύσκολης γεννας μιας πόλης που ανακαλύπτει τη μητροπολιτική της ταυτότητα πλέον, άτσαλα, άκομψα και μετασχηματικά.
Θα περιμένω να δω την καταληξη. Σίγουρα η κατασκευή του μουσείου υπερβαίνει τους ανίκανους, διεφθαρμένους στην ψυχή και την τσέπη και επιτήδειους μεταπολιτευτικούς πολιτικούς μας, υπερβαίνει θείτσες, ευσωμους πρωθυπουργούς, πρώην και νυν υπουργούς και προσθέτει μια αίτηση αστικής ανάταξης σε ένα από τα πιό ενεργειακά φορτισμένα σημεία του πλανητη. Κάπως και από καπου θα γινόταν η αρχή.

...
Και επειδή έχω διαβάσει πολλές φορές (από άσχετους) την τοποθέτηση του Άρη Κωνσταντινίδη οτι "στον χώρο του Μακρυγιάννη δεν μπορεί να κτιστεί ένα σωστό μουσείο", μπορείτε να απαντάτε με την δική του πρόταση που ήταν η κατεδάφιση όλων των κτιρίων (ναι και των νεοκλασικών) μεταξύ Δ.Αρεοπαγίτου, Χατζηχρήστου και Μακρυγιάννη και η κατασκευή χαμηλών κτιρίων με ανοίγματα και θέα στην Ακρόπολη.

...
Ξαναγυρίζουμε στο θέμα μας:
Η ευαισθησία για τα δύο νεοκλασσικά είναι τελείως, μα τελείως, επιλεκτική από τους ευαισθητοποιημένους ή 'ευαισθητοποιημένους' πολίτες, τους πολιτικούς της ευρύτερης αριστεράς, τους μονίμως ανησυχούντες μέτριους έλληνες αρχιτέκτονες κ.ο.κ.
Η ίδια ευαισθησία δεν εμφανίσθηκε ποτέ, μα ποτέ, για κανένα από τα μεγάλα εγκλήματα που γίνανε στο κορμί μίας εκ των ιστορικότερων πόλεων στην ανθρώπινη ιστορία. Εμφατικά ανέφερα την Πλάκα, αλλά μπορώ κάλλιστα να μιλήσω για το μπάζωμα του Ιλισσού, το ρέμα της Καλλιρόης, την αποτροπή εφαρμογής του πρωτοποριακού ρυθμιστικού σχεδίου Κλεάνθη Σάουμπερτ κλπ
Τουναντίον! Από τη σύσταση του ελληνικού κράτους μετά την επανάσταση του 1821, μονίμως το κράτος υποχωρούσε απέναντι σε αιτήματα ιδιωτών, οικοπεδούχων, καταπατητών, για οικοδόμηση μεγαλυτερων εκτάσεων εις βάρος μικρότερων δρόμων, λιγότερων κοινόχρηστων χώρων κλπ.
Ας κάνουνε τον κόπο όσοι κόπτονται για τα δύο κτίρια να διαβάσουνε το βιβλίο του Μπίρη. Καταγράφει με δραματικό τρόπο το πώς τα ιδιωτικά συμφέροντα των οικοπεδούχων στη Συνοικία Διονύσου (Μακρυγιάννη) εμπόδισαν την επέκταση των εκσκαφικών αρχαιολογικών εργασιών σε όλη τη νότια πλευρά της Ακρόπολης.
Πώς επετράπη δίπλα σε αρχαιολογικά μνημεία μεγάλης σημασίας (Θέατρο Διονύσου, Θέατρο Ηρώδου του Αττικού, Μνημείο Φιλοπάππου) να επεκταθεί το σχέδιο πόλης προκειμένου να μπορούν κάποιοι να αποκτήσουν θέα στην Ακρόπολη (και στους κάποιους είναι και ο επιφανής κατά τα άλλα αρχιτέκτονας κ. Κουρεμένος).
Πώς οι ίδιοι αυτοί βάναυσοι εισβολείς στον ιερό αρχαιολογικό χώρο, άπαξ και ικανοποιήσανε τα αιτήματά τους, στη συνέχεια θέτανε εμπόδια σε κάθε προσπάθεια ανάδειξης του χώρου (διαμόρφωση Διονυσίου Αεροπαγίτου, πεζοδρομήσεις, επέκταση κοινοχρήστων χώρων, Μουσείο Ακρόπολης) για να μη θιγούν τα συμφέροντά τους;
Πώς στο κάτω κάτω αποκτήσανε τα οικόπεδα αυτά με πρόσωπο επί της Διονυσίου Αεροπαγίτου, όταν στο σχέδιο των Συνοικιών της Αθήνας το 1908, η όλη έκταση φαίνεται ως Στρατιωτικό Νοσοκομείο! (δες τη σχετικό απόσπασμα από τον επίσημο χάρτη με τη διαίρεση της Αθήνας σε συνοικίες, του 1908 από τον Αθανάσιο Γεωργιάδη, που κυρώθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο).
Στη Συνοικία αυτή δεν υπάρχει ούτε ένα, ***1***, τετραγωνικό μέτρο κοινόχρηστου χώρου πρασίνου.
Ψάξε λοιπόν λίγο την ιστορία όπως έχει καταγραφεί από ανθρώπους πολύ πιο επιστήμονες και αθηνολάτρεις από εσένα και εμένα, αφιέρωσε λίγο από το χρόνο σου σε μελέτη ιστορικών γεγονότων και όχι απλά σε αναπαραγωγή σύγχρονων κοινοτυπιών και άσε τα smilies με τα γουρλωμένα μάτια για άλλα θέματα.


Δικό μου, παλαιότερο σχόλιο:

Εἰλικρινὰ δὲν ξέρω τὶ εἶναι «διατηρητέο» καὶ τὶ ὄχι, διότι οἱ ἀρχιτέκτονες ποὺ κήρυξαν πόλεμο ἐνάντια στοὺς ἀρχαιολόγους (κατὰ τὴν γνώμη μου, ἡ ἀρχαιολογία εἶναι ὁ ἐπιστημονικὸς κλάδος στὴν Ἑλλάδα ποὺ ἔχει διατηρήσει τὴν μεγαλύτερη ἀγάπη γιὰ τὴν Ἑλλάδα, τὴν φιλοπατρία καὶ τὸν σεβασμὸ στὴν κληρονομιά μας) βλέπουν μᾶλλον συντεχνιακὰ τὸ ζήτημα (ἐκτὸς ποὺ ὁρισμένοι εἶναι καὶ ἰδιοκτῆτες) καὶ ὀνομάζουν... ἀρχιτεκτονικὸ κομψοτέχνημα ἀκόμη καὶ τὸ ἐργοστάσιο τοῦ ΦΙΞ! Καὶ πάνω στὴν Ἀκρόπολι νὰ εἶχε χτιστεῖ τὸ ΦΙΞ, οἱ «προοδευτικοὶ» ἀρχιτέκτονες θὰ τὸ ὀνόμαζαν καλλιτέχνημα καὶ μνημεῖο τῆς ἱστορίας μας ποὺ πρέπει νὰ διατηρηθεῖ.
Ἐὰν ἀξίζει κάτι ἀπὸ τὴν πολυκατοικία, ἂς ξηλωθεῖ ὁλόκληρο καὶ ἂς μεταφερθεῖ σὲ ἄλλη θέση, ὅπως κάνουν στὴν Εὐρώπη καὶ στὴν Ἀμερική. Ἂν καὶ διατηρῶ ἀμφιβολίες γιὰ τὸ πόσο μοναδικὴ εἶναι ἡ πολυκατοικία, σὲ σχέσι μὲ τὴν θέσι εἰς τὴν ὁποίαν βρίσκεται. Θὰ θυμίσω πόσο εἶχε ταλαιπωρήσει τὴν Ἑλλάδα τὸ σπίτι τοῦ Παρθένη, τὸ ὁποῖο στεκόταν σὰν μπάστακας ἐπάνω στὴν Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, μέχρι ποὺ ἀπεβίωσε ὁ Παρθένης, ὁπότε γκρεμίστηκε καὶ ἀνένευσε ἡ Ἀκρόπολις!
Τὸ μόνο μοναδικὸ καὶ ἀσύγκριτο στὸ χῶρο τῆς Ἀκροπόλεως, εἶναι ἡ Ἀκρόπολις. Ὁτιδήποτε ἄλλο κρίνεται μόνον ἀπὸ τὴν σχέσι του μὲ τὴν Ἀκρόπολι. Ἐὰν ἐπιβαρύνει τὴν Ἀκρόπολι, δὲν πάει νά ᾿ναι καὶ τὸ Τὰζ Μαχάλ, κατεδάφισις. Τελεία.
Προσωπικῶς διατηρῶ ἀμφιβολίες σχετικῶς μὲ τὴν θέσι εἰς τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἀνεγερθεῖ τὸ νέο Μουσεῖο, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν ἀρχιτεκτονικὸ ρυθμό του. (Κάποτε μάλιστα θεωροῦσα ἀνοσιούργημα τὸ ὅτι δὲν εἶναι νεοκλασσικοῦ ρυθμοῦ, ἀλλὰ σήμερα δὲν εἶμαι βέβαιος γι᾿ αὐτό, γιὰ λόγους ποὺ θὰ μποροῦσα νὰ ἀναπτύξω. Μάλιστα, ἄνθρωποι ποὺ ἔχουν ἐπισκεφθεῖ τὸ Μουσεῖο λένε ὅτι εἶναι καταπληκτικό, μοναδικὸ στὴν Εὐρώπη (ἐνῷ πολυκατοικίες δῆθεν «αρτ-ντεκό» ἔχει δεκάδες καὶ ἡ
τελευταία Εὐρωπαϊκὴ ἐπαρχιακὴ πόλις).)
Ὅμως, ἄπαξ καὶ θὰ γίνει τὸ Μουσεῖο, τουλάχιστον βρὲ παιδιά νὰ γίνει ΜΟΥΣΕΙΟ! Πάλι μισὲς δουλειὲς θὰ κάνουμε βρὲ παιδιά; Πάλι τσουρούτικα πράγματα; Ἀντὶ γιὰ Ἀκρόπολι τὶς μπουγάδες καὶ τὰ αἰρκοντίσια τῆς αὐθαίρετης πολυκατοικίας θὰ τρῶμε στὴν μάπα;
Δὲν ξέρω τὶ θὰ γίνει, ἀλλὰ θέλω ΜΟΥΣΕΙΟ. Αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ μοναδικὸ γιὰ τὴν Ἑλλάδα στοὺς ἐπόμενους αἰῶνες, Γιὰ τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν πολυκατοικιῶν ἀδιαφορῶ.
Ἔχει βασικὴ σημασία, καὶ αὐτὸ ἦταν ἐξ ἀρχῆς ἡ κεντρικὴ ἰδέα τῆς κατασκευῆς τοῦ νέου Μουσεῖου, Ἀκρόπολις καὶ Μουσεῖο νὰ εἶναι μία ἀδιάσπαστη ἑνότης· τὰ γλυπτά τοῦ Παρθενῶνος στὸ Μουσεῖο νὰ εἶναι ΣΑΝ νὰ βρίσκονται ἐπάνω στὸν Παρθενώνα (ὅσο εἶναι δυνατόν).

Καὶ ἀκόμη ἕνα, δικό μου:

Χωρίς συμβιβασμούς: Τα πρώην "διατηρητέα" κτήρια πρέπει να φύγουν. Ξεκάθαρα. Πρέπει να δούμε την Ακρόπολη, να αναπνεύσει η Ακρόπολη, επιτέλους. Πρέπει επιτέλους να αποκτήσουμε Μουσείο. Πάλι μισά πράγματα θα κάνουμε; Το όνειρο μιας ζωής θα μείνει ημιτελές; Ε όχι!
Η Ακρόπολη, κύριοι, είναι πάνω απ' όλα. Δεν ξέρω αν είναι όμορφα, πρωτότυπα (όλως αμφίβολον) τα κτήρια. Κύριοι, την Ακρόπολη κοιτάζουμε! Την Ακρόπολη θέλουμε να βλέπουμε! Δεν ανεβαίνουμε στην Ακρόπολη για να κοιτάζουμε τα... κτήρια! Εάν τα κτήρια πνίγουν την Ακρόπολη, πρέπει να φύγουν. Αρκεί.
Το όνειρο του νέου Μουσείου, η ενότης γλυπτών και Ακροπόλεως, θα πεθάνει εν τη γενέσει της;
Το ερώτημα δεν είναι αν θα βλέπουμε τα κτήρια ή το Μουσείο. Το ερώτημα είναι εάν θα βλέπουμε την Ακρόπολη. Την Ακρόπολη θα αγναντεύουμε, με συγκίνηση και δέος. Η Ακρόπολη πρέπει να αναπνεύσει.

Ὅταν τὰ «χαζοαμερικανάκια» μαθαίνουν λατινικά...

...καὶ τὸ χαίρονται! ...Ἐνῷ οἱ «ἔξυπνοι» νεοέλληνες «δὲν μποροῦν» νὰ μάθουν καὶ «δὲν ἀντέχουν» τὴν ἴδια τους τὴν γλῶσσα - ποὺ εἶναι... «ἄχρηστη», βέβαια...

Καλοῦνται οἱ ἑλληνόφοβοι ἀρχαιομάχοι «προοδευτικοί» νὰ δοῦν ἁπλῶς τὶς φωτογραφίες· καὶ νὰ παραιτηθοῦν ἢ νὰ αὐτοκτονήσουν, γιὰ νὰ παύσουν νὰ ταλαιπωροῦν τὴν παιδεία καὶ τὰ παιδιά μας.

Τὸ ρεπορτάζ:

The Passion of Latin Lovers
When Virginia's all-star team of young scholars competes in a national quiz bowl, a dead language is very much alive


By Catherine Price
Washington Post, Sunday, December 9, 2007; Page W19

Τὸ σχόλιο φίλου:

Ε, τώρα θύμωσα, γμτ!!

Τα κουτοφραγκάκια να χαίρονται τα Λατινικά τους και να κάνουν γιορτές και πανηγύρια...

Κι άμα πούμε πως και τα δικά μας σχολεία πρέπει, βέβαια, να μας μαθαίνουν τη γλώσσα μας, κι όχι φέτες- φέτες μα ολόκληρη, χυμώδη και ανά τους αιώνας, να μαθαίνουμε αρχαία, πολλά αρχαία, διότι πια φτάσαμε στο σημείο όπου μια τρισχιλιόχρονη γραπτή παράδοση να τη διαβάζουν μόνο μερικοί, κι οι άλλοι να θέλουν ...να τους τη μεταφράσουμε...

Κι άμα έρθει το πλήρωμα του χρόνου και πεθάνουν κι αυτοί που ξέρουν σήμερα να διαβάζουν όλη τη γλώσσα μας, τότε πια θα μεγαλώσουν τα φρικιά των Εξαρχείων που θα μιλάνε ιγγλέζικα και τι να τα κάνουν και τα Ελληνικά, που δεν θα τα καταλαβαίνουν και δεν θα τους πειράζει κιόλας να μιλάνε σαν τουρίστες....

Άμα οι φράγκοι διδάσκονται Λατινικά, αυτό φαίνεται περισπούδαστο και σπουδαίο, και δείγμα λογιωσύνης, και δεν χρειάζεται και καμμιά δικαιολογία, ούτε και μπαίνει θέμα να πείσουν κανένα. Φράγκοι εγεννήθησαν, φράγκοι θα πεθάνουν, Λατινικά θα σπουδάζουν. Τι πιο φυσικό.

Άμα όμως πούμε να μαθαίνουμε κι εμείς τα αρχαία μας, αμέσως ανησυχούμε μπας κι όλο το ζήτημα είναι θέμα εθνικισμού και ρατσισμού, και τι μεγάλο πρόβλημα που είναι να μαθαίνουμε τα δύσκολα τα αρχαία, προπαντός αφού κουτσοπερνάμε και με σολοικισμούς... Άσε που τα αρχαία δεν αποκλείεται να είναι και άχρηστα.

Δείτε λίγο το παρακάτω. Προπαντός δείτε τις φωτογραφίες.

Γιατί δηλαδή να μην έχουμε κι εμείς πανηγύρια και γιορτές με τα αρχαία μας; Χρόνια και χρόνια, η ίδια συζήτηση, μπας κι είναι εθνικισμός, μπας και θά 'ναι καλύτερα άμα φραγκέψουμε και λίγο... Τόση αθλιότης, τόση εθνική αφασία...!

Τὸ βίντεο:



Οἱ φωτογραφίες:

High school participants march in a parade at last summer's National Junior Classical League convention in Knoxville, Tenn. The convention draws more than 1,500 students, teachers and chaperones for a week full of Greek- and Roman-themed activities and contests.

Members of the upper-level Virginia state certamen team, from left: Michael Velchik, Imran Husain, Erik Fredericksen and Emma Leahy. "Certamen" refers to a quiz-bowl-style contest, based on Roman literature, mythology, history and grammar, and requires speed, countless hours of preparation, and knowledge of grammatical intricacies and mythological details that most people have never heard of.

The certamen is the central event, but it's far from the only thing going on at the convention, which also includes Olympika games and academic competitions; there are "Virgilicious" T-shirts and "What would Julius Caesar do?" buttons. There are state cheers in Latin, a Rent-a-Roman fundraising auction and a final procession and banquet for which each student has packed a toga.

Emma Leahy, left, and Ingrid Heidelberger dressed as Peleus and Thetis, the father and mother of Achilles, for a costume contest. They took first place.

The convention ends with a parade of togas and Latin chants. "I think it's extremely arrogant to say that we don't have to study this dead language because our culture is what's going on right now," says Erik Fredericksen, grammarian and captain of Virginia's upper-level certamen team. "Their culture lasted much longer than ours has, so there's got be something in it worth studying."

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2007

Διπλωματικὰ ἐφόδια γιὰ τὸ Μακεδονικό: Μιὰ προφητικὴ φωνή, ἑκατὸ χρόνια πρίν

Ἔγραφε ὁ Προφήτης τοῦ Ἑλληνισμοῦ Περικλῆς Γιαννόπουλος πρὶν ἀπὸ ἑκατὸ ἀκριβῶς χρόνια («Ἔκκλησις πρὸς τὸ Πανελλήνιον Κοινόν», 1907):

Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΡΧΙΖΕΙ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Ντροπή Σας νὰ συζητᾶτε μὲ τὸν Σκυλόφραγκο ἂν ἡ Μακεδονική Σας Γῆ εἶναι Δική Σας Γῆ. Καὶ νὰ τὸν πείσης, δὲν τὸν πείθεις τὸν Ληστή. Ἢ μόνος του ἢ μὲ Σμπίρους βαλτούς θὰ προσπαθήση νὰ Σᾶς πάρη κάθε Γῆ.

Οἱ Πολιτισμοὶ ποὺ Σᾶς ἔμαθαν οἱ Δασκαλοτσούτσηδες νὰ προσκυνᾶτε μπρούμητα Σᾶς καμπανίζουν κατάμουτρα μὲ ἄγρια χαστούκια: Η ΜΟΝΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΠΑΘΙ.

Καὶ εἶναι ἀνήθικον καὶ ἄσκοπον καὶ τὸ νὰ Σᾶς δώσουν καὶ τὸ νὰ δεχθεῖτε τί. Καὶ νὰ Σᾶς δώσουν, ἂν εἶσθε Σάπιοι, ὁ πρῶτος δυνατὸς θὰ Σᾶς τὸ πάρη. Τὸ Ἠθικὸν εἶναι ἂν εἶσθε Σάπιοι, νὰ Σᾶς ξεπ
ατώσουν καὶ καθαρίσουν τὴ Γῆ. Φυλᾶτε τὴ Γῆ Σας καὶ τὴν Τιμή της μόνο μὲ Σπαθί.

Πάψετε Σαπιοδάσκαλοι καὶ Σαπιορήτορες -ΑΝΑΦΟΡΑΤΖΗΔΕΣ- νὰ ἐξευτελίζετε τὴ Φυλή. Πάψετε Παλιόγρηες τὶς κλάψες, τὰ σάλια, τὰ μελάνια καὶ πιάστε τὸ ΣΠΑΘΙ.

ΤΑ πάντα στὴ Ζωή - Η ΦΥΣΙΣ ΤΟ ΛΕΕΙ - κατακτῶνται μὲ τὸ ΣΠΑΘΙ. Καὶ ἔτσι εἶναι καὶ μόνο ἔτσι ΠΡΕΠΕΙ νὰ εἶναι.
Τότε λοιπόν, ὅτε ἐτελειώθη διὰ τῶν Ἀθηνῶν τὸ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΙΔΑΝΙΚΟΝ, τότε μόνον ἡ ὥρα σημαίνει διὰ νὰ ἀρχίσῃ Πραγματικῶς... ἡ Ἑλλ. Ἱστορία. Ἡ ἀληθῶς τρισμεγίστη Ἀποστολὴ τοῦ Ἕλληνος εἰς τὸν Κόσμον. Καὶ ἡ Ιστορία αὐτὴ εἶναι:

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΞΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗΣ


Καὶ ὁ ἀδελφικὸς φίλος καὶ Ἀπόστολος τρόπόν τινα τοῦ Γιαννόπουλου, ὁ Ἴων Δραγούμης, ψυχὴ τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνος, ἔγραφε τὴν ἴδια ἐποχὴ στὸ δικό του ἐγερτήριο σάλπισμα, τὸ «Μαρτύρων καὶ Ἡρώων αἷμα» (ἐπίσης 1907!):

«Νὰ ξέρετε πὼς ἂν τρέξουμε νὰ σώσουμε τὴν Μακεδονία, ἡ Μακεδονία θὰ μᾶς σώσει. Θὰ μᾶς σώσει ἀπὸ τὴν βρῶμα ὅπου κυλιούμαστε, θὰ μᾶς σώσει ἀπὸ τὴν μετριότητα καὶ ἀπὸ τὴν ψοφιοσύνη, θὰ μᾶς λυτρώσει ἀπὸ τὸν αἰσχρὸ τὸν ὕπνο, θὰ μᾶς ἐλευθερώσει. Ἂν τρέξουμε νὰ σώσουμε τὴν Μακεδονία, ἐμεῖς θὰ σωθοῦμε».


Ἔχοντας αὐτὰ τὰ πνευματικὰ ἐφόδια, καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἀφετηρία, νὰ συζητήσουμε κάθε ἄποψι ποὺ κίνητρο ἔχει ἀγαθὸ τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος, καὶ τοῦ Χρύσανθου Λαζαρίδη καὶ τοῦ Γιώργου Καραμπελιᾶ καὶ τοῦ Ἰωάννη Γιαννάκεννα, καὶ νὰ διαπραγματευθούμε μὲ συμμάχους καὶ ἀντιπάλους, καὶ νὰ ἀγωνισθοῦμε καὶ στοὺς δρόμους καὶ στὰ διεθνῆ φόρα καὶ παντοῦ.


Σημείωσις:
Ἡ εἰκόνα τοῦ Περικλῆ Γιαννόπουλου εἶναι ἀπὸ τὸ ἐξώφυλλο τοῦ περιοδικοῦ «Τρίτο Μάτι», τ. 107, Νοέμ. 2002.

«Ἱστορία τῶν ἀρχαίων Ἀθηνῶν» - τὸ ἔργο ζωῆς τοῦ Σαράντου Καργάκου, κτῆμα ἐς αἰεί. Ἱστορία καὶ γλῶσσα.

Διαβάζω αὐτὲς τὶς ἡμέρες τὸ τρίτομο ἔργο τοῦ Σαράντου Καργάκου, «Ἱστορία τῶν ἀρχαίων Ἀθηνῶν», ἐκδ. Gutenberg, 2004. (Σελίδες 2.000, σκληρὸ ἐξώφυλλο, μὲ είδικὴ θήκη γιὰ τοὺς τρεῖς τόμους μαζί. Ποιοτικὴ στοιχειοθεσία, μὲ ὄμορφες γραμματοσειρές, φυσικὰ σὲ πολυτονικό.)

Μαζὶ μὲ τὴν δίτομη «Ἱστορία τῆς ἀρχαίας Σπάρτης», ἡ συγγραφὴ τῆς ὁποίας ἀκολούθησε τὴν «Ἱστορία τῶν ἀρχαίων Ἀθηνῶν», καὶ τὴν δίτομη «Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικού Κόσμου καὶ τοῦ Μείζονος Χώρου», ἀποτελεῖ τὸ ἔργο ζωῆς τοῦ Σαράντου Καργάκου, ἕνα μνημειῶδες ἔργο, κτῆμα ἐς αἰεί, κατὰ τὴν ἔκφρασι τοῦ Θουκυδίδου, τὸ ὁποῖο κατατάσσει τὸν συγγραφέα στὴν χορεία τῶν μεγάλων Ἑλλήνων ἱστορικῶν, ἀπὸ τὸν Ζαμπέλιο, τὸν Παπαρρηγόπουλο, τὸν Σάθα καὶ τὸν Κουκουλέ, μέχρι τὸν Βακαλόπουλο, τὸν Ἄμαντο καὶ τὸν Ζακυθηνό, τὸν Σβορῶνο καὶ τὸν Μαρκεζίνη, τὸν Σακελλαρίου καὶ τὸν Δεσποτόπουλο. Ἀλλά, κυρίως, περισσότερο ἀκόμη, λαμβανομένων ὑπ᾿ ὅψιν τῶν ἀγώνων του γιὰ τὴν παιδεία μας καὶ τὴν Ἑλληνική μας γλῶσσα καὶ τοῦ συνολικοῦ του διδακτικοῦ καὶ συγγραφικοῦ ἔργου (νὰ θυμηθοῦμε ἀπὸ τὰ πρόσφατα μόνον τὸ «Ἕλληνες, Ἀρβανίτες, Ἀλβανοὶ» ἢ τὸ πρόσφατο «Ἡ Ἑλληνικότητα τῆς Μακεδονίας» -ἄκρως ἐπίκαιρα-), ὁ Σαράντος Καργάκος κατατάσσεται -τολμῶ νὰ πῶ- μεταξὺ τῶν Διδασκάλων τοῦ Γένους.

Διαβάζουμε στὴν περιγραφὴ στὰ βιβλιοπωλεῖα τοῦ Δικτύου:
«Μέσα σε 2000 σελίδες άρτιας τυπογραφικής αισθητικής, συμπυκνώνεται όλη η ζωή των αρχαίων Αθηνών από την εποχή του μύθου ως τον Ιουστινιανό. Ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά σε ένα πανόραμα της Αθήνας, όπου -παράλληλα προς τα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα- συνεξετάζονται: ο κοινωνικός και πνευματικός βίος, οι καλλιτεχνικές εκφράσεις, η οικονομική δράση, τα δημογραφικά δεδομένα, οι κοινωνικές τάσεις και εντάσεις, οι φιλοσοφικές σχολές, οι επιρροές και οι επιδράσεις. Το μακρύ ιστορικό αυτό οδοιπορικό, που καλύπτει χρονικό άνω των 2000 ετών, γράφτηκε με σκοπό να γνωρίσουν οι κάτοικοι της Αθήνας την ιστορία της "άγνωστης" σ' αυτούς πόλης που κατοικούν. Εκτός από τη δράση του ανθρώπου ο συγγραφέας εκτείνεται και στην εξέταση του χώρου, όχι μόνο ως γεωγραφικού όρου, αλλά ως "ανθρωπογενούς" περιβάλλοντος - γιατί ιστορία δεν έχει μόνο ο άνθρωπος αλλά και ο τόπος μέσα στον οποίο αυτός πλάθει και πλάθεται, δημιουργεί και δημιουργείται. Το τρίτομο αυτό έργο αποτελεί παράλληλα έναν καθρέπτη του χθες για το σήμερα, μια "φωτογραφία" που βοηθάει τον αναγνώστη να γνωρίσει την αρχαία Αθήνα κι έτσι να την αγαπήσει. Πρόκειται για ένα βιβλίο όπου η γλαφυρότητα συμβαδίζει με την επιστημονικότητα και το βαθύ φιλοσοφικό στοχασμό. Για ένα έργο αλήθειας, πνευματικής ευθύνης και λογοτεχνικής σαγήνης, που έλειπε εμφαντικά από την ελληνική και διεθνή βιβλιογραφία. Το κενό αυτό ακριβώς φιλοδοξεί να καλύψει η ιστορία των Αρχαίων Αθηνών, του Σαράντου Ι. Καργάκου.»

Πράγματι, πρόκειται γιὰ ἕργο συνθετικό. Ὄχι δηλαδὴ ἁπλῶς ἐπιμελοῦς ἱστορικοῦ ἐρευνητῆ, ἱστοριοδίφη, ἀλλὰ ἱστορικοῦ. Στὴν ἀφήγησι συμπλέκονται ἀξεχώριστα ὁ τόπος καὶ οἱ ἄνθρωποι, διότι ὁ τόπος, ἡ Μητέρα Γῆ, καὶ οἱ ἄνθρωποι, τὰ παιδιά της, καὶ ὁ πολιτισμός τους, εἶναι κάτι ἑνιαῖον, τὸ ὁποῖον ἐξελίσσεται μαζί, ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ μύθου μέχρι καὶ σήμερα. Τόπος (περιγράφονται ἀναλυτικὰ ὅλες οἱ περιοχὲς τῆς Ἀττικῆς), μύθος καὶ ἱστορία, ἄνθρωποι καὶ πολιτισμός. Γίνεται ἔτσι κατανοητὸ πόσο δίκιο εἶχαν οἱ ἀρχαῖοι Ἀθηναῖοι ποὺ θεωροῦσαν ἐαυτοὺς αὐτόχθονες, παιδιὰ τῆς Ἀθηνᾶς-Γῆς καὶ τοῦ Ἠφαίστου, σὰν τὸν φιδόμορφο Ἐριχθόνιο.

Ἀναπτύσσεται ἐπίσης ἡ ἱστορία ὄχι μόνον κατὰ τὴν χρονικὴ ἐξέλιξι («δὲν μὲ φοβίζει ὁ ὅρος γεγονοτολογικὴ ἱστορία, ποὺ τόσο εἶχε μιανθεῖ κατὰ τὸν παρελθόντα καιρό» (ὅρα καὶ Ρεπούση), γράφει ὁ συγγραφεύς - σπουδαῖος ἀφηγητής), ἀλλὰ «δὲν λείπει οὔτε ἡ θεωρία οὔτε ὁ στοχασμός», ἐξετάζεται ὅμως καὶ κάθε εἰδικότερη πτυχὴ χωριστά. Στὸ τέλος μάλιστα τοῦ Α' τόμου ὑπάρχουν τὰ ξεχωριστὰ κεφάλαια:
  • Κοινωνικὴ δομὴ
  • Πολιτικὴ δομὴ
  • Στρατιωτικὴ δομὴ
  • Δικαστικὴ δομὴ
  • Οικονομικὴ δομὴ
  • Ιδιωτικὸς καὶ δημόσιος βίος
  • Ἡ γυναῖκα στὴν ἀρχαία Ἀθήνα
  • Ὁ ἔρωτας στὴν ἀρχαία Ἀθήνα
Τὸ κάθε ἕνα ἀπὸ αὐτὰ στέκεται καὶ ὡς αὐτόνομη μελέτη. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὰ ἡ ἱστορία, διότι «Ἡ ἱστορία στὴν πραγματική της ἔννοια εἶναι μία. Συχνὰ ὁ ὑπερφωτισμὸς ἑνὸς μέρους συνεπάγεται τὸν σκοτισμὸ ἄλλων μερῶν. Μετὰ τὴν ὑπέρμετρη ἐξειδίκευση [...] [πρέπει νὰ ξαναβροῦμε] τὴν εἰκόνα τοῦ ὅλου. Θεωρῶ ἀναγκαία τὴν ἐπανανακάλυψη τῶν Ἀθηνῶν.» γράφει ὁ ἱστορικός, καὶ νομίζω ὅτι τὸ ἐπιτυγχάνει.

Θὰ ἔλεγα ἐπίσης ὅτι τὰ βιβλία αὐτά, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἀποκαθιστοῦν τόσο τὴν Ἀθήνα ὅσο καὶ τὴν Σπάρτη ἀπὸ τὴν διαστρέβλωσι τὴν ὁποία ἔχει ὑποστεῖ ἡ εἰκόνα τους στὴν Δύσι κυρίως. (Ὅπου ἡ Ἀθήνα παρουσιάζεται ὡς φιλελεύθερη ἀστοκαπιταλιστικὴ ἐνῶ ἡ Σπάρτη ὡς ὁλοκληρωτικὴ φασιστικὴ ἢ κομμουνιστική· βλέπε ἀπὸ Ράσσελ καὶ Πόπερ μέχρι... Δανίκα ποὺ τὸν ἐνοχλοῦν οἱ «300». Ἐνῶ καὶ δύο αὐτὲς ἀντιλήψεις ἀποτελοῦν στρεβλώσεις τῆς πραγματικότητος. Ὁ Καστοριάδης ἐν τούτοις, καίτοι δυτικόφιλος, ἐπεσήμανε τὶς διαφορὲς τῆς Ἑλληνικῆς δημοκρατίας ἀπὸ τὸ σύγχρονο δυτικὸ ἀστικὸ καθεστώς, καὶ φυσικὰ πολὺ περισσότερο τὸ ἐπεσήμαναν οἱ διανοητὲς ποὺ ἄσκησαν ἔντονη κριτικὴ στην Δύσι, ὅπως π.χ. ὁ Γιανναρᾶς, ὁ Ζιάκας κ.ἄ.)

Ἐὰν βρῶ χρόνο, στὶς ἐπόμενες μέρες θὰ πληκτρολογήσω μερικὰ ἐνδιαφέροντα σημεῖα· λεπτομέρειες, οἱ ὁποίες ὅμως ἀποτελοῦν καίριες καὶ ἀποκαλυπτικὲς ἐπισημάνσεις τοῦ συγγραφέως. (Ἤδη κατέγραψα μία, γιὰ τὴν εὐλάβεια τῶν ἀρχαίων Ἀθηναίων - «δεισιδαιμονεστάτων πάντων» κατὰ Παῦλον, ἀλλὰ καὶ θεραπόντων τοῦ Λόγου καὶ τῆς Σοφίας, χωρὶς ἀντίφασι.)

Πρὶν προχωρήσουμε ὅμως στὸ κυρίως ἔργο, ἀντιγράφω ἀπὸ τὸν πρόλογο τὴν καίρια ἐπισήμανσι τοῦ συγγραφέως γιὰ τὴν γλῶσσα μας. Προσοχή:

«Ἐξυπακούεται ὅτι τὸν πρῶτο λόγο στὴ συγγραφὴ αὐτὴ ἔχουν οἱ ἀρχαῖοι συγγραφεῖς. Φυσικὰ καὶ οἱ ἐπιγραφές, τὰ μνημεῖα, τὰ ἀρχαιολογικὰ εὐρήματα κάθε λογῆς. Δὲν μπαίνουμε βέβαια σὲ ἀρχαιολογικὲς λεπτομέρειες. Οὔτε ἐκφέρουμε ἄποψι γιὰ θέματα στὰ ὁποῖα οἱ εἰδικώτεροι ἡμῶν ἀρχαιολόγοι διαφωνοῦν. Λαμβάνουμε τὸ ἀπόσταγμα τῶν μελετῶν τους. Ὅλα ὅμως βλέπονται μὲ τὴ δική μας ματιά. Ἡ προώθηση τῶν ἀρχαίων συγγραφέων στὴν πρώτ γραμμὴ τῶν μαρτυριῶν ὑπηρετεῖ καὶ μιὰ ἄλλη ἐπιστημονικὴ σκοπιμότητα: χωρὶς τὸ λόγο τῆς ἱστορίας δὲν γράφεται ἱστορία. Ἕνα βιβλίο ἀρχαίας ἱστορίας, γιὰ νὰ εἶναι πάντα φρέσκο, πρέπει νὰ «μυρίζει θάλασσα». Καὶ θὰ μυρίζει, ὅταν εἶναι βουτηγμένο μέσα στὴν θάλασσα τοῦ ἀρχαίου λόγου. Γιὰ νὰ μπορεῖ, ὅμως, νὰ ἀκούσει, δηλαδὴ νὰ αἰσθανθεῖ, ὁ ἀναγνώστηςτὸν ἀρχαῖο κόσμο, πρέπει νὰ ἀκούσει ἀτόφυο τὸ λόγο του. Ἔτσι ὁ ἀναγνώστης τοῦ βιβλίου αὐτοῦ μαζὶ μὲ τὴν ἀρχαία ἱστορία μελετᾶ -ὣς ἕνα βαθμό- καὶ τὴν ἀρχαία γλῶσσα. Ἡ ἀρχαία λέξη φέρνει τὸ ἄρωμα τοῦ ἀρχαίου κόσμου. Τίποτα δὲν βοηθᾶ τὸν ἀναγνώστη νὰ καταλάβει τὸ πνεῦμα τῶν ἀρχαίων -ἰδίως τῶν Ἀθηναίων- ὅσο ὁ ἀρχαῖος λόγος. Γι᾿ αὐτὸ παραθέτουμε αὐτούσια (συνοδευόμενα ὅμως ἀπὸ δική μας μετάφραση), ὅλα τὰ ἀρχαῖα χωρία ποὺ χρησιμοποιοῦμε, ὅταν ἐνδιαφέρουν τὸ θέμα μας. Κι ἐδῶ χρειάζεται ἡ τέχνη τοῦ ἱστορικοῦ ποὺ θὰ ἐξοικειώσει τὸν ἀναγνώστη μὲ τὸν ἀρχαῖο λόγο, ποὺ δὲν εἶναι φορέας ἑνὸς ἁπλοῦ νοήματος ποὺ μπορεῖ νὰ ἀποδοθεῖ σὲ μιὰ σύγχρονη γλῶσσα, ἀλλ᾿ εἶναι πρωτίστως ἡ ψυχὴ ἐκείνων ποὺ τὸν χρησιμοποίησαν. Ἕνα παράδειγμα: ἀλλιώτικα νιώθει κανεὶς τοὺς Ἀθηναίους ἐφήβους ὅταν διαβάζει τὸν ὅρκο τους στὸ πρωτότυπο, καὶ ἀλλιώτικα σὲ μετάφραση. Κρίναμε ἐπίσης ἀναγκαία τὴν παράθεση τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ λόγου καὶ γιὰ μιὰ πρόσθετη αἰτία: πολλὲς μεταφράσεις εἶναι ὑποκειμενικὲς καὶ ἐλάχιστα ἀντικειμενικές. Μὲ λύπη διαπιστώνουμε, πέρα άπὸ τὴ γενικευμένη ὑποχώρηση τῆς ἀρχαιομαθείας, μιὰ ἀλλοίωση τοῦ ἀρχαίου λόγου σὲ δικά μας καὶ ξένα βιβλία. Δυστυχῶς οἱ ἀρχαῖοι συγγραφεῖς σπουδάζονται κυρίως ἀπὸ μεταφράσεις. Δὲν εἶναι ὅμως τὸ ἴδιο νὰ τοὺς σπουδάζεις ἀπὸ τὸ πρωτότυπο. Πρέπει ὡς ἱστορικοὶ νὰ μαθαίνουμε καὶ τὶς λέξεις ποὺ συνθέτουν τὸ ἱστορικὸ σῶμα. Εἶναι καὶ οἱ λέξεις ἱστορία κι ἔχουν κι αὐτὲς τὴ δική τους ἱστορία. Γι᾿ αὐτὸ ἄλλωστε ἐπιμένουμε καὶ στὴν ἱστορικὴ ὀρθογραφία: νὰ μὴ δίνεται στὸν ἀναγνώστη ἡ ἐντύπωση δύο συστημάτων γραφῆς. Δὲν ἐννοῶ τὸ γιατί, ἐφόσον ἡ λέξη γλῶσσα ἐξακολουθεῖ νὰ γράφεται μὲ ὠμέγα, νὰ βάζουμε στὴ σύγχρονη γραφὴ ὀξεῖα καὶ στὴν ἀρχαία περισπωμένη. Οἱ ἁπλουστεύσεις στὴ γλῶσσα ἔφεραν τὶς πιὸ ὀδυνηρὲς χειροτερεύσεις.»

Βιβλία ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ βρίσκονται σὲ κεντρικὴ θέσι σὲ κάθε σχολικὴ βιβλιοθήκη. Βιβλία ποὺ τὸ μισελληνικὸ κατεστημένο προσπάθησε βεβαίως νὰ θάψῃ, ἀλλὰ, εἴπαμε, κτῆμα ἐς αἰεί· ὅταν ἀπὸ τοὺς ἐθνομηδενιστὲς δὲν θὰ ἔχει μείνει οὔτε ἡ σκόνη, ὁ Ἑλληνισμός, δένδρο βαθύρριζο σὰν τὴν ἐλιὰ ποὺ φύτευσε ἡ Ἀθηνᾶ σ᾿ αὐτὸν ἐδῶ δίπλα τὸν Ἱερὸ Βράχο, θὰ θάλλῃ ἀκόμη. Ἐὰν προσωρινῶς ἡ γενιὰ μας ἢ ἡ ἐπόμενη περάσῃ διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου, αὐτὸ ἁπλῶς ἀφορᾷ ἐμᾶς. Ἀλλά, οὔτως ἢ ἄλλως ἔχει συμβεῖ πολλὲς φορὲς στὸ παρελθόν. Τὸ ξέρουμε.

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2007

Δύο βιβλία

Τὸν Σταῦρο Καρκαλέτση, ἱστορικό, βαλκανολόγο, συγγραφέα, ἀρθρογράφο περιοδικῶν πολιτικῆς καὶ ἄμυνας, ὑποψήφιο βουλευτὴ Εὐβοίας μὲ τὸν ΛΑ.Ο.Σ. στὶς τελευταῖες ἐκλογές, τὸν εἶχα ἀκουστὰ χρόνια τώρα ἀπὸ τὰ βιβλία του γιὰ τὶς περιπέτειες καὶ τοὺς ἀγῶνες τοῦ νεωτέρου Ἑλληνισμοῦ. Θεωροῦσα δεδομένο ὅτι εἶναι Κύπριος εἶχε γράψει τόσα, γιὰ τὴν Κύπρο, ἀπὸ τὴν Κύπρο. Προσφάτως μόνον πρόσεξα σὲ κάποιο βιβλίο τὸ βιογραφικό του, καὶ μετ᾿ ἐκπλήξεως διάβασα ὅτι εἶναι γέννημα-θρέμμα Ἀθηναῖος! Μεγάλωσε καὶ σπούδασε στὴν Ἀθήνα. Καί, προσέξτε, σηκώθηκε ἀπὸ τὸ σπιτάκι του στὴν Ἀθήνα, τελειώνοντας τὶς σπουδές του, καὶ πῆγε καὶ ἔζησε χρόνια στὴν Κύπρο (Λεμεσσός), Δωδεκάνησα (Ρόδος και Κως), Θράκη (Κομοτηνή)! Ἐπειδὴ ἔνιωθε τὸ χρέος νὰ ἀγωνιστεῖ στὸ πλευρὸ τῶν ἀκριτῶν, ἐπειδὴ ἤξερε ὅτι δὲν ἀρκοῦν τὰ λόγια, χρειάζονται καὶ πράξεις.

Σὲ μερικοὺς ἀνθρώπους ἁπλῶς βγάζει κανεὶς τὸ καπέλο γιὰ τὴν συνέπειά τους.

Ὅταν λοιπὸν οἱ μισέλληνες Λιακορεπούσηδες κραύγαζαν τὴν προπαγάνδα τους ἀμφισβητώντας τὴν Γενοκτονία τοῦ Μικρασιατικοῦ Ἑλληνισμοῦ (στοὺς ὁποίους Λιακορεπούσηδες καὶ τοὺς λοιποὺς σιχαμεροὺς Νακρατζο-Ἰούς, μόλις πρὶν τέσσερις ἡμέρες ἡ International Association of Genocide Scholars ἔδωσε τὸ πλέον βροντερὸ χαστοῦκι, ἀναγνωρίζοντας ἐπισήμως τὴν γενοκτονία), ὁ Σταύρος Καρκαλέτσης μελετοῦσε Ἱστορία καὶ ἔγραφε βιβλία.

Σταύρος Γ. Καρκαλέτσης, «Τὸ Ποντιακὸ Ἀντάρτικο καὶ ἡ Γενοκτονία», Μονογραφίες τῆς Στρατιωτικῆς Ἱστορίας, 2007

«Tην αυγή του 20ού αιώνα οι Ελληνες κάτοικοι του Πόντου, οι οποίοι είχαν διατηρήσει επί τρεις σχεδόν χιλιετίες αναλλοίωτα τα χαρακτηριστικά της εθνικής τους ταυτότητας, ανέμεναν με λαχτάρα την εξόρμηση της "μητέρας-πατρίδας" προς απελευθέρωση των "αλύτρωτων αδελφών". Οι μεγάλες επιτυχίες του Ελληνικού Στρατού στους Βαλκανικούς Πολέμους έδωσαν βάσιμες ελπίδες στους Πόντιους ότι σύντομα θα εντάσσονταν στη Μεγάλη Ελλάδα. Οι Τούρκοι ηγέτες όμως είχαν ήδη συμφωνήσει να εξολοθρεύσουν όλους τους χριστιανούς της Μικράς Ασίας. Το 1914 άρχισαν οι πρώτες σφαγές. Αργότερα η δυναμική διεκδίκηση της Ιωνίας από τον Ελληνικό Στρατό (1919-1922) προκάλεσε τη γενίκευση της εξόντωσης των χριστιανών. Επρόκειτο για την πρώτη μεθοδευμένη γενοκτονία του 20ού αιώνα. Oι Πόντιοι όμως δεν δέχθηκαν -σε αντίθεση με τους Μικρασιάτες Ελληνες- μοιρολατρικά τον αφανισμό τους. Χιλιάδες άνδρες κατέφυγαν στα δυσπρόσιτα όρη της περιοχής, δημιούργησαν αντάρτικα σώματα και αντιστάθηκαν με άφθαστη γενναιότητα στους επίδοξους σφαγείς τους. O γνωστός ιστορικός Σταύρος Καρκαλέτσης εξιστορεί με συναρπαστικό τρόπο τις τραγικές όσο και ηρωικές στιγμές του ποντιακού Ελληνισμού. Από τη γενοκτονία στην ένοπλη αντίσταση και τέλος στον ξεριζωμό, ο αναγνώστης γίνεται μάρτυρας της τουρκικής βαρβαρότητας, της ελληνικής κρατικής αναλγησίας αλλά και της δόξας που κέρδισαν οι Πόντιοι αντάρτες στα όρη της Πάφρας, του Τοπ Τσαμ και της Σάντας. Tο βιβλίο περιλαμβάνει πλούσιο φωτογραφικό υλικό, πρωτότυπους χάρτες καθώς και θαυμάσιες καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις στολών του διακεκριμένου εικονογράφου Χρήστου Γιαννόπουλου, αποκλειστικού συνεργάτη των Εκδόσεων ΠΕΡΙΣΚΟΠΙΟ.»

...

Στὸν καθηγητὴ ἀστρονομίας τοῦ Πανεπιστημίου Πατρῶν, ποιητή, συγγραφέα, πρώην ὑπεύθυνο ἰδεολογίας καὶ πολιτικῆς τοῦ ἱδρύματος «Κωνσταντῖνος Καραμανλῆς», ὑποψήφιο βουλευτὴ Ἐπικρατείας μὲ τὸν ΛΑ.Ο.Σ. στὶς τελευταῖες ἐκλογὲς καὶ νῦν πρόεδρο τοῦ ἱδρύματος «Ἴων Δραγούμης», «ἀναρχοδεξιὸ» (!) Χρίστο Γούδη, ἀναφέρθηκα καὶ ἄλλοτε, μὲ ἀφορμὴ τὸ βιβλίο του «Ἀνατομία τῆς Δεξιᾶς». (Ἄλλα βιβλία του: «Ὀδὸς Ἑλλήνων», «Ἡ κουλτούρα τῆς Δεξιᾶς» κ.ἄ.)

Αὐτὲς τὶς μέρες ὁ καθηγητὴς Χρίστος Γούδης ἐπανῆλθε δριμύτερος μὲ ἕνα νέο ἐξαίρετο πόνημα: «Ἱστορία τῆς Νεότερης Ἑλλάδας», ἐκδ. Κάκτος, 2007, σελ. 408. Ἕνα βιβλίο, κίνητρο γιὰ τὴν συγγραφὴ τοῦ ὁποίου ἀπετέλεσε, ὅπως εἶπε ὁ ἴδιος, ἡ ἀνάγκη ἀντιστάσεως στὴν ἐθνομηδενιστικὴ προπαγάνδα τῶν Λιακορεπούσηδων (βλέπε βιβλίο Στ' Δημοτικοῦ.)

«Η Ελλάδα αναδύεται ύστερα από μακρές και υπόγειες διεργασίες ως «αναγεννώμενος φοίνιξ» από την τέφρα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και αποκτά υπόσταση και μορφή μέσα από τα ολοκαυτώματα των αγωνιζόμενων για την ελευθερία τους Ελλήνων. «Πώς» και «γιατί» είναι ερωτήματα που αναλύονται και προσεγγίζονται στο έργο που θα διαβάσει ο αναγνώστης. Είναι τα «πώς» και τα «γιατί» ενός θαύματος. Του σύγχρονου ελληνικού θαύματος, στο οποίο οφείλουν να ανάγονται όλοι οι σημερινοί Έλληνες σε αναζήτηση των ριζών τους. Και από το οποίο μπορούν να αντλούν διδάγματα μεγαλοσύνης και αισιοδοξίας για την πορεία τους στο μέλλον. Χωρίς κομπασμούς, χωρίς αλαζονεία, χωρίς υπερφίαλους εθνικισμούς. Αλλά με αξιοπρέπεια, με ευλάβεια και με σεβασμό προς τα κελεύσματα των νεκρών, των πεσόντων ηρωικά «υπέρ Πίστεως και Πατρίδος». Όλων αυτών που με τη θυσία τους διαμόρφωσαν τη νεότερη ελληνική ιδιοπροσωπία μας, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από τη λιτή ρήση του Ίωνος Δραγούμη: «Τα έθνη δεν αξίζουν μόνο με το να μένουν έθνη αν δεν είναι συνάμα και ζύμη για τη δημιουργία πολιτισμών και ξεχωριστών ανθρώπων».»

...

Ὅταν ἡ βία καὶ ἡ προπαγάνδα τῆς παγκοσμίου ἐξουσίας λυσσᾶνε μανιασμένα νὰ ξεριζώσουν ὅτι ἔχει ἀπομείνει σὲ αὐτὸν τὸν τόπο, οἱ Ἕλληνες μελετοῦν, κοπιάζουν, ἀγωνίζονται, ἀναβαπτίζονται στὰ νάματα τῆς Ἱστορίας καὶ τῆς Παραδόσεώς μας, στὸν χυμὸ ποὺ κυλᾷ ζωογόνος μέσα στὸν ἀρχαῖο κορμὸ τοῦ Γένους· καὶ περιμένουν νὰ περάσῃ ἡ θύελλα καὶ ν᾿ άνατείλῃ ὁ ἥλιος.

Ἀλλὰ θὰ συνεχίσουμε μὲ βιβλία καὶ στὸ ἐπόμενο σημείωμα.

Καλλιγραφία

Ὅταν πήγαινα Δημοτικό ποῦ νά ξερα – μία ἡμέρα οἱ τόνοι, οἱ δασεῖες καί οἱ περισπωμένες θά γίνουν τέχνη – σάν τήν καλλιγραφία !

Ἡ καλλιγραφία εἶναι τέχνη, ἀνθοῦσε κάποτε καί στά μέρη μας, - τόν τρόπο της τόν βλέπετε στίς γραφές τῶν ὀνομάτων στίς ἁγιογραφίες καί ἔτσι κατά κάποιο τρόπο οἱ σύγχρονοι ἁγιογράφοι εἶναι καί καλλιγράφοι - ἐξακολουθεῖ νά ἀνθῆ στούς Ἄραβες καί τούς Κινέζους - στά δύσκολα, μή δυτικά ἀλφάβητα .

Στήν δύσι τήν σκότωσε ὁ Γουτεμβέργιος .

Καί ἔτσι πέθανε καί χάθηκε ἕνας πολύ σημαντικός τρόπος τῆς γραπτῆς γλώσσας – γιατί οἱ καλλιγράφοι τῶν βυζαντινῶν καί λατινικῶν χειρογράφων, οἱ Κινέζοι πού γράφουν μέ τό πινέλο, δέν εἶναι ἁπλοί διακοσμητές γραμμάτων - φωνηέντων καί συμφώνων . Εἴχανε μία ἄς ποῦμε εἰκονική ἤ εἰκονογραφική θεώρησι τῶν γραμμάτων – ζωγραφίζανε περισσότερο παρά γράφανε – καί ἡ καλλιγραφία εἶναι πράγματι ζωγραφική – μετατρέποντας τά γράμματα σέ τοπία, σέ εἰκόνες. Λοιπόν, σήμερα πού κάθονται μέ τούς τόμους καί συζητᾶνε γιά τήν γραφόσφαιρα καί τήν εἰκονόσφαιρα, τήν γραπτή γλώσσα καί τήν εἰκόνα - ἔχουνε ἀφήσει ἐντελῶς ἐκτός συζητήσεως τήν καλλιγραφική ἀντίληψι της γλώσσας ἡ ὁποία ἦταν κάποτε – πρίν ἀπό τήν ἐμφάνιση τοῦ ἐντύπου – κυρίαρχη .

Νά βλέπης τίς λέξεις σάν μία κινηματογραφική ταινία – σάν εἰκόνες σέ κίνησι – μέ τίς συνηχήσεις τῶν συμφώνων καί τῶν φωνηέντων - αὐτά συνθέτουν τήν κίνησι – καί τά νοήματα ἐπιβάτες τῆς κίνησις - ἔτσι ἀντιλαμβάνονταν τόν γραπτό λόγο οἱ παλαιοί – μέ αὐτήν τήν ἀντίληψι ἔγραφαν – καί ἄντε νά τούς πιάσης λοιπόν μέ τόν σύγχρονο τρόπο πού γράφεις – τοποθετώντας στήν σειρά νεκρά, ψόφια κοτόπουλα, ξερούς σβώλους λάσπης, γράμματα πεθαμένα.

Σκεφθεῖτε ὅτι ἀκόμα καί οἱ γραμματικοί κανόνες δέν εἶναι παρά κανόνες εἰκονογραφικοί – κανόνες κίνησις σέ τοπίο – δέν προέρχονται μέσα ἀπό τήν ἴδια τήν γλώσσα – ἀλλά ἀπό τήν εἰκόνα – ἀπό τόν πίνακα, τό τοπίο - ἀκριβῶς ὅπως στήν ἁγιογραφία – καί τούς Κινέζους .

Σήμερα κάνουν πώς τά ξέρουν ὅλα – καί δέν ξέρουν τίποτα.

Ἀνδρέας Φαρμάκις
26-27 Μαΐου 2006


Γράψε, παιδί μου, (ωραία) γράμματα!

«Ξέρεις, δυσκολεύομαι να γράψω καλά....», είπε απολογητικά. Τον κοίταξα και δεν πίστευα στα μάτια μου. Ηταν απόφοιτος Πανεπιστημίου, αλλά το σημείωμα που μου ενεχείρισε ήταν... μπακαλόχαρτο! «Πάει», αναλογίστηκα, καθώς προσπαθούσα να αποκρυπτογραφήσω τα ορνιθοσκαλίσματα, «πάει, ο παλιός, καλός, χάρτινος κόσμος»! Το τέλος του χάρτινου πολιτισμού, όσο βαρύγδουπο κι αν ακούγεται, συμπυκνώνεται σε ένα memo «να μην ξεχάσω» στερεωμένο κάτω από ένα μαγνητάκι στο ψυγείο. Μετρήστε, ποιοι από τους δικούς σας ανθρώπους κάνουν ακόμη ωραία γράμματα. Ή, ακόμη χειρότερα, πόσοι ενδιαφέρονται να γράψουν καλά. «Τώρα με το κομπιούτερ, ξέμαθα...». Μάλιστα.

Φοβάμαι να πω ότι πρόλαβα μάθημα καλλιγραφίας με πένα στο δημοτικό. Εποχή δεινοσαύρων. Εξωγήινων. Ενας άνθρωπος του περασμένου αιώνα. Υπήρχε αντίλογος για το πώς θα γράψεις το λάμδα ή το πι. Υπήρχαν μόδες. Το π σαν ωμέγα με καπελάκι ήταν αρκετά διαδεδομένο κάποτε, όπως και το λάμδα σαν «φ» λατινικό. Το άλφα το ελληνικό (σαν ψαράκι) συναγωνιζόταν το άλφα το λατινικό. Και το χι άλλοτε κρεμόταν κάτω από τη γραμμή του τετραδίου κι άλλοτε μαζευόταν στα κυβικά του.

Θα μου πείτε, και δικαίως, τότε ήταν έτσι, τώρα είναι αλλιώς. Τι προτιμάς; Το τώρα, δεν το συζητώ. Απλώς μια διαπίστωση κάνουμε. Γιατί, θα πρέπει η πληκτρολόγηση να εκτοπίσει τόσο άκομψα, τόσο βάναυσα, τόσο -φευ- τελεσίδικα την καλλιέργεια του γραφικού χαρακτήρα; Από ένα παλιό βιβλίο, όχι και τόσο παλιό βέβαια, του 1952 ήταν, ξεθαμμένο από ένα ράφι, κατρακύλησε στο πάτωμα μια επιστολή. Διπλωμένη στα τέσσερα, άνοιξε με ένα ψίθυρο, και αποκάλυψε ολόκληρο κατεβατό γραμμένο με καφέ μελάνι. «Αγαπητέ...», κ.λπ. «Εν Πάτραις τη...», κ.λπ. Τι ωραία γράμματα, χωρίς πολλές περικοκλάδες, όπως ήταν της μόδας ακόμη πιο παλιά, αυτή η επιστολή του 1952 είχε μέτρο, είχε στυλ, είχε σεβασμό στον παραλήπτη. Τι ωραία ιδέα για μια συλλογή γραφικών χαρακτήρων!

Μαζί με το είδος των γραφικών χαρακτήρων πήγαιναν ανάλογα και τα εργαλεία γραφής: βιολετί μολύβι, πράσινο μελάνι, στυλό διαρκείας, μαρκαδοράκι. Ενας άλλος τρόπος για να μετρήσεις το πέρασμα των δεκαετιών.

Τα πιο ωραία δείγματα χειροτεχνικής γραφής τα έχουμε πια όχι στα τετράδια ή στις καρτ ποστάλ αλλά στους τοίχους των σπιτιών και στα ντουβάρια της πόλης. Αυτό που μισούν οι περισσότεροι (ιδίως όταν έχουν φρεσκοβάψει την πρόσοψή τους) ξετυλίγεται σαν μια ανθολογία γραφικών χαρακτήρων. Υπάρχουν είδη και σχολές, και εκεί. Υπάρχουν γκράφιτι γραμμένα με θυμό και βιαστικά. Αλλα, πάλι, είναι γραμμένα σαν να μην τρέχει τίποτα και ο γραφιάς με το πάσο του κάνει όχι πάντα καλύτερα γράμματα από τον λαχανιασμένο και ανυπόμονο που κρατάει τρέχοντας σχεδόν το σπρέι στο χέρι. Καλύπτονται γρήγορα από στρώματα μπογιάς, μήπως να τα φωτογράφιζε κάποιος;

Αλλά και πάλι, άλλο ο τοίχος άλλο το χαρτί. Επίσης, άλλο και ο μαυροπίνακας. Ορισμένα εστιατόρια διασώζουν με μεγάλη μαεστρία την καλλιτεχνική γραφή της κιμωλίας όταν διαφημίζουν στην είσοδο το μενού της ημέρας. Και ορισμένα είδη παλιάς γραφής εξακολουθούν να γίνονται επιγραφές, όπως παλιά το Rex της Πανεπιστημίου όπως και σήμερα η επωνυμία ενός συνοικιακού ζαχαροπλαστείου. Ολα είναι θέμα οπτικής, αλλά πολλά ακόμη είναι -κυρίως- θέμα γραφής.


Νίκος Βατόπουλος
«Ἡ Καθημερινή», 12 Δεκ. 2007

Καὶ πάλι περὶ τῆς ὁρκωμοσίας

Ἔγραφα στὶς 27 Σεπτ., «Ἡ τραγῳδία τῆς ζωῆς μου - Χωρισμὸς κράτους καὶ ἐκκλησίας τώρα!», ἀλλά, τώρα ποὺ ξαναδιαβάζω τὰ σχόλια, ἔχω τὴν ἐντύπωσι ὅτι δὲν ἔγινα ἀπολύτως κατανοητός. Ξανατονίζω λοιπὸν ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ στὸ ζήτημα τῆς ὁρκωμοσίας, δὲν ἀσχολήθηκα κἂν μὲ τὸ ἂν πιστεύει κάποιος ἢ ὄχι, οὔτε μὲ τὸ δικαίωμα τῆς ἀνεξιθρησκείας, ἀλλὰ μὲ τὸν σεβασμὸ πρὸς τὴν πόλιν.

Συμπληρωματικῶς, τρία κείμενα, γιὰ νὰ καταλάβουμε τὴν διαφορά:

Κείμενον 1ον: Ἡ κ. Βασιλεία Παπαρήγα γράφει στὸν «Ριζοσπάστη»:

«Το ΚΚΕ από την είσοδό του στη Βουλή το 1974 έχει κατακτήσει το δικαίωμα να μη μετέχει στη θρησκευτική τελετή της ορκωμοσίας, με μια στάση αξιοπρέπειας, λεβεντιάς, χωρίς υστερίες και τυμπανοκρουσίες. Μια στάση που αναδεικνύει την άτεγκτη θέση του από κάθε θεοκρατικό θεσμό που κρατά το λαό δούλο της καπιταλιστικής εξουσίας, αλλά και το σεβασμό στο ατομικό δικαίωμα κάθε πολίτη να πιστεύει στο όποιο δόγμα. Αλήθεια, σε τι αποσκοπούν οι «εφετζίδικες» δηλώσεις των βουλευτών του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ότι εκείνοι θα ορκιστούν μόνο στην τιμή τους και η επιδεικτική αποχώρησή τους την ώρα του αγιασμού;»

Συγκρίνετε τὴν σοβαρότητα τῆς στάσεως τοῦ ΚΚΕ -τοῦ δογματικοῦ, ἀθέου, ὅ,τι θέλετε, ΚΚΕ!-, τὸ ὁποῖο πάντως παρίσταται στὴν πολιτικὴ τελετὴ τῆς ὁρκωμοσίας (ἁπλῶς οἱ ἄνθρωποι δὲν κάνουν τὸν σταυρό τους), μὲ σεβασμὸ στοὺς θεσμούς, χωρὶς νὰ φωνασκεῖ, νὰ ὠρύεται καὶ νὰ προκαλεῖ, χωρὶς τοὺς θεατρινισμούς δηλαδή τοῦ ΣΥΡΙΖΑ.

Κείμενον 2ον: Γράφει ὁ Σαράντος Καργάκος στὸ μνημειῶδες ἔργο του «Ἱστορία τῶν ἀρχαίων Ἀθηνῶν»:

«Εἶναι δύσκολο νὰ καταλάβουμε τὴ θρησκευτικότητα τῶν Ἑλλήνων. Ἡ θρησκεία τους δὲν ἦταν δόγμα, ἀλλὰ ἕνα σύνολο τελετουργιῶν, στὶς ὁποῖες ὀφειλόταν ἀπόλυτος σεβασμός. Οἱ Ἀθηναῖοι μπορεῖ ὅλοι νὰ μὴν ἦσαν πιστοί, ἦσαν ὅμως εὐλαβεῖς. Ἡ ἀνευλάβεια ἦταν ἄγος, ποὺ ἔφερνε καταστροφή, ὅπως δειχνόταν μέσα ἀπὸ τὴ μυθολογική τους ροή. Γι᾿ αὐτὸ στὴν πιὸ φωτεινὴ γιὰ τὴν Ἀθήνα στιγμή, στὴν ἐποχὴ τοῦ Περικλῆ, εἶχε ἐκδοθεῖ ψήφισμα ποὺ ἀπαγόρευε συζητήσεις γιὰ τὰ «θεῖα πράγματα», συζητήσεις ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ προκλέσουν ρηγματώσεις στὴν πίστη. Οἱ καινοτόμοι Ἀθηναῖοι πίστευαν πὼς ἡ παράδοση σώζει. Δὲν χρειάζονταν κάποιο σύγχρονο διανοητὴ σὰν τὸν πολὺ ἀξιόλογο Ροζὶς Ντεμπραί, γιὰ νὰ τοὺς γράψει ἕνα βιβλίο τοῦ τύπου «Θεός, ἕνα δρομολόγιο», καὶ νὰ τοὺς πεῖ ὅτι ἡ θρησκευτικότητα εἶναι σηματοδότης ταυτότητας, καὶ συνεπῶς, ὅταν σβήνεις τὰ σήματα, δημιουργεῖς ἕνα κενὸ στὴν κοινωνικὴ συνοχή. Αὐτὸ τονίζουμε ἀπὸ τὴν ἀρχή: ἡ θρησκεία, πέρα ἀπὸ ἄλλη ἀποστολὴ ποὺ σχετίζεται μὲ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ψυχή, εἶναι στοιχεῖο κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς συνοχῆς. Ἀπομάκρυνση ἀπὸ αὐτὴ δημιουργεῖ χαοτικὲς καταστάσεις κάθε λογῆς, ποὺ ἀκολοῦθως ὠθοῦν σὲ παλινδρομήσεις ποὺ δὲν βοηθοῦν τὴν πρόοδο. Ὅποιος κόβει τὶς ρίζες του στὴν γῆ, ὅταν νιώσει μετέωρος, θὰ αἰσθανθεῖ τὴν ἀνάγκη νὰ τὶς ζητήσει στὸν οὐρανό, ἀλλὰ τότε δὲν θὰ εἶναι ρίζες, θὰ εἶναι ὀπτασίες, ποὺ ίσως κάνουν κακό. Τὸ ἤξεραν οἱ Ἀθηναῖοι αὐτό, καὶ γι᾿ αὐτὸ ἦσαν κρατημένοι στὰ πάτρια.»

Κείμενον 3ον: Ἀπὸ τὸν εξαιρετικὸ ἀρθρογράφο τῆς ἐφημερίδος τῶν Ἰωαννίνων «Πρωινὸς Λόγος», Φίλιππο Κρομμύδα, «Ἡ σημασία τοῦ ὅρκου», 9 Ὀκτ. 2007:

«Πριν λίγες μέρες, έλαβε χώρα η ορκωμοσία των νεοεκλεγέντων βουλευτών της βουλής που προέκυψε από τις εκλογές της 16ης Σεπτεμβρίου.

Χωρίς έκπληξη είδαμε τότε, όλους τους προοδευτικούς βουλευτές να αρνούνται να υψώσουν το χέρι και να δώσουν τον όρκο τον οποίο προβλέπει το σύνταγμα ως προϋπόθεση αποκτήσεως της βουλευτικής ιδιότητας.

Στρογγυλοκάθισαν απλώς στα έδρανα της βουλής, και ανέλαβαν τα βουλευτικά των καθήκοντα, χωρίς να δικαιούνται, με πραξικόπημα, το οποίο δυστυχώς, δεν διέγειρε τα ευαίσθητα δημοκρατικά ανακλαστικά πολλών Ηρακλειδών της δημοκρατίας στην χώρα αυτή. Όλοι εσιώπησαν.

Ανέχθηκαν την κωμική σκηνή, όπου οι μισοί βουλευτές ορκίζονταν πίστη στην συνταγματική νομιμότητα ενώ ταυτοχρόνως δίπλα των μια άλλη ομάδα βουλευτών την καταπατούσε. Είναι βλέπετε προοδευτικοί κι όλοι στέκονται σούζα μπροστά των, διότι είναι αυτοί κι όχι το σύνταγμα, που καθορίζουν την πολιτική ορθότητα σ’ αυτήν την έρμη χώρα.

Για την πράξη των αυτή, οι προοδευτικοί βουλευτές, δεν προέβαλαν ως δικαιολογία το πραγματικό κίνητρό των, που είναι η αποκοπή του Ελληνισμού από τις παραδόσεις του και την ιστορική του συνέχεια, ώστε να χάσει την εσωτερική συνοχή του και να καταστεί ευάλωτος στις δυνάμεις που τον επιβουλεύονται, παρά θόλωσαν τα νερά προβάλλοντας, ως συνήθως, ένα πρόσχημα. Συγκεκριμένα επικαλέσθηκαν το δικαίωμά των στην ανεξιθρησκία.

Μια όμως απλή ανάγνωση του σχετικού άρθρου του συντάγματος πείθει τον αναγνώστη, ότι το σύνταγμα όχι μόνον δεν παραβιάζει την αρχή της ανεξιθρησκίας άλλα την διαφυλάττει, προβλέποντας τυπικό ορκωμοσίας για κάθε θρησκευτική ή δογματική απόκλιση.

Παραθέτω παρακάτω το σχετικό άρθρο του συντάγματος, για να κρίνει ο ίδιος αναγνώστης, πόσο απέχουν οι λόγοι που επικαλέστηκαν οι προοδευτικοί από την πραγματικότητα κι΄ ακόμα πόσο σέβονται και εφαρμόζουν αυτοί οι …κουλτουριάρηδες την συνταγματική νομιμότητα για την οποία τόσο πολύ δείχνουν ότι κόπτονται. Αναφέρει λοιπόν το άρθρο 59:

1. Oι βoυλευτές πριν αναλάβoυν τα καθήκoντά τoυς δίνoυν στo Boυλευτήριo και σε δημόσια συνεδρίαση τoν ακόλoυθo όρκo:
"Oρκίζoμαι στo όνoμα της Aγίας και Oμooύσιας και Aδιαίρετης Tριάδας να είμαι πιστός στην Πατρίδα και τo δημoκρατικό πoλίτευμα, να υπακoύω στo Σύνταγμα και τoυς νόμoυς και να εκπληρώνω ευσυνείδητα τα καθήκoντά μου".
2. Αλλόθρησκοι ή ετερόδοξοι βουλευτές δίνουν τον ίδιο όρκο σύμφωνα με τoν τύπo της δικής τoυς θρησκείας ή τoυ δικoύ τoυς δόγματος.
3. Boυλευτές πoυ ανακηρύσσoνται όταν η Boυλή απoυσιάζει δίνoυν τoν όρκo στo Tμήμα της πoυ λειτουργεί.

Όπως λοιπόν φαίνεται, ο συνταγματικός νομοθέτης, δεν αφήνει κανένα περιθώριο διαφυγής από την ορκωμοσία. Δεν προβλέπει δε, ούτε αναφέρει τίποτα γι’ αυτήν την σούπα που θέλουν να μας σερβίρουν οι κουλτουριάρηδες, δηλαδή να ορκίζονται στην συνείδησή των.

Θέλουν, να αποφύγουν μια ηθική δέσμευση, που αποκαλύπτει την ηθική των ταυτότητα. Θέλουν να ζουν στην ηθική σκιά ώστε να δρουν ανενόχλητοι και να μην χρεώνεται το σύστημά των τις παρασπονδίες των. Αποδέχονται μόνο την ατομική ευθύνη γι’ αυτό επικαλούνται ως εγγυητή της μαρτυρίας των τον …εαυτόν των. Θαύμα, Γιάννης πίνει Γιάννης κερνάει.

Υποκρίνονται ότι ονειρεύονται μια κοινωνία αποτελούμενη από άτομα ξεκάρφωτα, αυθαίρετα, ανένταχτα γεμάτα αναιδή ατομικά δικαιώματα. Αυτό το κάνουν όμως για να κολακέψουν το άτομο, να το αλλοτριώσουν, να το στρατολογήσουν και να το κάνουν να στραφεί εναντίον του υπάρχοντος καθεστώτος, με απώτερο στόχο να αποδιοργανώσουν και να αποσαθρώσουν την κοινωνία, επί των ερειπίων της οποίας θέλουν να ανεγείρουν την δική των αυτοκρατορία. Την αυτοκρατορία της παγκοσμιοποίησης, εντός της οποίας όμως το άτομο θα φέρνει τότε πολύ βαρύτερες αλυσίδες ανελευθερίας και δουλείας.

Η υποκρισία των αποκαλύπτεται από τις αντιφάσεις των. Θεωρούν «ανθρώπινο δικαίωμα» την ελευθερία του ατόμου στην επιλογή θρησκεύματος ή σεξουαλικού προσανατολισμού, άλλα απαγορεύουν την ίδια στιγμή στο άτομο να επιλέξει τον γιατρό του ή τον δάσκαλο των παιδιών του, την κατεύθυνση της παιδείας του ή τον ασφαλιστικό του φορέα. Αυτό φαίνεται από την σκληρή πολεμική που εξαπολύουν εναντίον της αναθεωρήσεως του άρθρου 16 του συντάγματος και από την απαίτησή των όλα τα παραπάνω να παρέχονται από κρατικά μονοπώλια.

Ο λόγος όμως για τον οποίον ο Ελληνικός λαός, μέσω του συνταγματικού νομοθέτη, υποχρεώνει τους βουλευτές να δώσουν τον παραπάνω όρκο, είναι γιατί θέλει ακριβώς να τους δεσμεύσει ηθικώς, να λειτουργήσουν, κατά την διάρκεια της εξασκήσεως των καθηκόντων των στο κοινοβούλιο, με τιμιότητα, ειλικρίνεια, και ευσυνειδησία.

Φαίνεται ότι ο συνταγματικός νομοθέτης, και δι’ αυτού ο λαός, πιστεύουν ότι τα ανωτέρω απαραίτητα χαρακτηριστικά της πολιτικής συμπεριφοράς δεν είναι δυνατόν να εξασφαλιστούν μέσω των συνηθισμένων μέσων που αποδέχονται οι προοδευτικοί, δηλαδή της γραφειοκρατίας. Θεωρούν, και δικαιολογημένα, ότι το ήθος δεν νομοθετείται, και ότι απαιτείται ξεχωριστή, ειδική διαδικασία για να επισημανθεί η σημασία του στην λειτουργία του πολιτεύματος. Αυτή κατά την γνώμη του νομοθέτη είναι η ορκωμοσία.

Έχει κάποιο πρακτικό αποτέλεσμα η διαδικασία αυτή, της ορκωμοσίας; Αμφιβάλω. Σε μια εποχή που το ήθος έχει εκπέσει παντελώς ως κοινωνικό ζητούμενο και απουσιάζει από κάθε εκδήλωση ανθρώπινης συμπεριφοράς, το να ζητάει κανείς ηθική δέσμευση δεν είναι παρά μια ουτοπία.

Εν τούτοις η απαίτηση αυτή σηματοδοτεί, μια εμμονή της κοινωνίας, μια απαίτηση να δώσει βάρος στην ηθική υπόσταση της ανθρώπινης προσωπικότητος και να υπογραμμίσει την σημασία της ηθικής διάστασης της κοινωνίας.

Αυτό ακριβώς είναι το σημείο το οποίο διαφωνούν οι προοδευτικοί και αδυνατούν να κατανοήσουν, δηλαδή μια κοινωνία με ηθική διάσταση.

Δεν μπορούν να καταλάβουν ότι υπάρχουν πράγματα μη υλικά, μη ορατά, μη ελεγχόμενα πολιτικώς και γραφειοκρατικώς, μη επιδεχόμενα μετρήσεως και ελέγχου, πολλές φορές δε μη δυνάμενα ακόμη και να εκφραστούν δια λόγων, που διαδραματίζουν όμως αποφασιστικό ρόλο στην λειτουργία της κοινωνίας και του πολιτεύματός της.

Όλοι οι άγραφοι κανόνες που διέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά, τα συλλογικά υπονοούμενα, τα σιωπηλά συμπεφωνημένα, παραδόσεις διάχυτες, συνήθειες και ευαισθησίες ανέκφραστες, αποτελούν το υπόβαθρο που αποκαλούμε κοινωνικό ήθος το οποίο οδηγεί την ανθρώπινη συμπεριφορά και καθορίζει αποφασιστικά το πολιτικό και το κοινωνικό γίγνεσθαι.

Αυτά δεν τα δέχονται οι προοδευτικοί. Δεν τα λαμβάνουν υπ’ όψιν των στην ανάλυση της κοινωνίας και της πολιτικής πραγματικότητας. Πιστεύουν ότι ο άνθρωπος αποτελείται μόνον από ...άντερα η δε κοινωνία χαρακτηρίζεται και οδηγείται από την γραφειοκρατία. Ίσως αυτός να είναι ο λόγος για τον οποίον απέτυχαν παταγωδώς όπου επιχείρησαν να εφαρμόσουν τις πολιτικές των ιδέες.

Μια άλλη δικαιολογία που προβάλλουν για την κατάργηση του όρκου, όχι μόνον από την βουλή, άλλα κι’ από τα δικαστήρια, από την ανάληψη καθηκόντων των δημοσίων υπαλλήλων, των δημοτικών αρχών και άλλων, είναι το ότι θέλουν, όπως ισχυρίζονται, τον διαχωρισμό κράτους και εκκλησίας.

Πάλι εδώ υποκρίνονται και προβάλουν ως πρόσχημα τον παραπάνω διαχωρισμό. Αν ήταν ειλικρινείς θα έπρεπε να ενοχλούνται πολύ περισσότερο και να φροντίσουν κατά προτεραιότητα να τακτοποιήσουν τον δικό των χώρο, τον πολιτικό, διαχωρίζοντας το κόμμα από την κυβέρνηση, την εκτελεστική εξουσία από την νομοθετική και την δικαστική, καθώς και την προεδρία από την νομοθετική και την εκτελεστική.

Μέσα σ’ αυτή την πολιτική σαλάτα όπου ο πρωθυπουργός διορίζει τον πρόεδρο της δημοκρατίας, τον πρόεδρο του Αρείου Πάγου, τον πρόεδρο της Βουλής, τον αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων, εισηγείται δε και ψηφίζει τα νομοσχέδια που θέλει και μόνον αυτά, είναι αστείο να μιλάμε για δημοκρατικό πολίτευμα.

Το ότι τίποτε απ’ αυτά δεν φαίνεται να τους ενοχλεί, παρά ο χωρισμός κράτους και εκκλησίας δείχνει την υποκριτική των διάθεση. Νομίζω ότι ο λόγος είναι το ότι ο πρωθυπουργός δεν διορίζει και τον αρχιεπίσκοπο. Ίσως αν διόριζε κι’ αυτόν, και ελέγχονταν από το πολιτικό κατεστημένο να μην ενοχλούνταν από την γνώμη της εκκλησίας.

Ας προσπαθήσουμε όμως να προσδιορίσουμε την κοινωνική και πολιτική σημασία της ορκωμοσίας.

Αυτός που ορκίζεται ομολογεί ορισμένα πράγματα. Πρώτον ότι αποδέχεται την ηθική συνιστώσα της ανθρώπινης προσωπικότητας και την ηθική διάσταση της κοινωνίας.

Δεύτερον δηλώνει ότι ο ίδιος ανήκει στο συγκεκριμένο σύστημα πολιτισμού που επικαλείται δια του όρκου του και υπενθυμίζει την προσφορά του συστήματος αυτού και την συμβολή του στην κοινωνική και πολιτισμικη πρόοδο, πράγματα που εγγυώνται την αξιοπιστία του.

Τρίτο παρουσιάζει το σύστημα ιδεών και αξιών στο οποίο πιστεύει και εφαρμόζει στην ζωή του καθώς και την κοινωνική ομάδα έναντι της οποίας είναι ηθικώς υπόλογος.

Εμφανίζει τέλος τα σημεία και τα σύμβολα αναγνωρισιμότητας της ηθικής που τον διέπει και της ομάδος με την οποία ταυτίζεται και έναντι των οποίων αναλαμβάνει την ευθύνη να μην τους εκθέσει παραβαίνοντας τον όρκο που δίνει.

Αυτή είναι η κοινωνική και η πολιτική σημασία του όρκου, απελευθερωμένη από κάθε συγκεκριμένο θρησκευτικό ή ιδεολογικό περιεχόμενο. Η ανάληψη δηλαδή της ηθικής δέσμευσης και ευθύνης έναντι μιας ιδεολογίας, μιας ομάδος ανθρώπων και ενός συνόλου συμβόλων.

Είναι ακόμη η εξασφάλιση της κοινωνικής διαφάνειας, ώστε να μην κινείται η ανθρώπινη συμπεριφορά στα σκιερά μονοπάτια του αποκρυφισμού και της συνομωσίας, της υποκρισίας και του ψεύδους.

Τίποτα από τα παραπάνω δεν εξασφαλίζει ένας όρκος στην «συνείδηση» του ορκιζόμενου. Τίποτα δεν γνωρίζουμε γι’ αυτήν την συνείδηση και δεν επιφέρει καμιά ηθική συνέπεια σε μια γραφειοκρατική κοινωνία, όπου οι σχέσεις των ανθρώπων διέπονται μόνο από νομικούς κανόνες. Ο όρκος στην συνείδηση είναι ένα ακόμη ιδεολόγημα με το οποίο προσπαθούν να μας κοροϊδέψουν οι προοδευτικοί για να μην δεσμεύονται ώστε να μπορούν να δρουν υπογείως παρακάμπτοντας εύκολα μια δαιδαλώδη γραφειοκρατία.

Αν σ’ αυτό προσθέσει κανείς και την αρχή προσωπικών δεδομένων που προστατεύει το άτομο από κάθε «αδιάκριτο» βλέμμα, τότε αυτό καθίσταται ασύδοτο, πέρα από κάθε κοινωνικό έλεγχο, υποκείμενο μόνο στον έλεγχο του χωροφύλακα. Αποτέλεσμα, ένα αστυνομοκρατούμενο αυταρχικό καθεστώς.

Εντός του πλαισίου των παραπάνω σκέψεων θα μπορούσε να αποδεχθεί κανείς και κάποιο άλλο είδους όρκου, ας τον ονομάσουμε πολιτικό όρκο, αρκεί να ικανοποιούσε τα χαρακτηριστικά που προαναφέρθηκαν. Να συμβολίζει δηλαδή και να εκφράζει το ήθος μιας συγκεκριμένης ομάδας με την οποία ο ορκιζόμενος δηλώνει ότι ταυτίζεται και η οποία θα έπαιρνε το κόστος σε περίπτωση επιορκίας του. Μιας ομάδος έναντι της οποίας είναι υπόλογος και η οποία εγγυάται γι’ αυτόν και ασκεί έλεγχο και επίβλεψη.

Έτσι, ένας μαρξιστής π.χ. θα μπορούσε να ορκισθεί στο Κεφάλαιο του Μάρξ, ένας κομμουνιστής στο σφυροδρέπανο, ως εκφραστή της ιδεολογίας και της ιστορίας του ΚΚΕ, ένας τέλος οπαδός της Γαλλικής επαναστάσεως και των ιδεών της. θα μπορούσε να ορκιστεί, αν ενοχλείται από το ευαγγέλιο ή τον σταυρό, στην… λαιμητόμο.»


...
Διαβάστε ἐπίσης: Ὁ ὅρκος τῶν Ἀθηναίων ἐφήβων.