«Tὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική· τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου. Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου.» (Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἄξιον ἐστί»)

Σελίδες Πατριδογνωσίας - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2008

Ὁ ἀγωνιστής, ὁ πρόεδρος, ὁ ἐθνάρχης


Ὁ Ἑλληνισμὸς ἀποτίει τὸν ὕστατο φόρο τιμῆς στὸν ἡγέτη τοῦ νέου ΟΧΙ.

Μετὰ τὸν μακαριστὸ Χριστόδουλο, ὁ Χάρος ἐφθόνησε ἀκόμη ἕναν ἀγωνιστή, ἡγέτη τῶν Ἑλλήνων... Οἱ ἥρωες πίπτουν, ἀλλὰ οἱ ἀγῶνες τους εἶναι ὁ σπόρος ποὺ θεριεύει στὶς καρδιές μας! Ἀντίο Τάσσο Παπαδόπουλε τῶν Ἑλλήνων! Δὲν ξεχνῶ τὸ δάκρυ στὸ καθάριο βλέμμα σου, ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ τὴν σκλαβωμένη Κύπρο μας!

Ἀνάβουμε ἕνα κερὶ στὴν μνήμη του. (Ἡ φωτογραφία τῆς μικρῆς Ρωσίδας εἶναι ἀπὸ τὴν κηδεία ἑνὸς ἄλλου μεγάλου ἀνδρός, τοῦ πατριάρχου Μόσχας Ἀλεξίου Β' (9 Δεκ. 2008). Ἡ πνευματικότης καὶ ἡ εἰρήνη ποὺ ἀναδίδει ἡ εἰκόνα, τὸ φῶς τοῦ κεριοῦ καὶ ἡ φωτεινότης καὶ καθαρότης τοῦ παιδικοῦ βλέμματος, ἀντίθεσις στὸ σκότος καὶ στὸ χάος τῆς πυρπολούμενης καὶ ἀποσυντιθέμενης συγχρόνου Ἑλλάδος τῶν ἀναρχοβανδάλων...)

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2008

Μοιρολόι κλαρίνου γιὰ τοὺς ἄθαφτους νεκροὺς τοῦ ᾿40

Συγκέντρωσα τόσα στὶς ἱστοσελίδες μου γιὰ τὸ ΟΧΙ τοῦ ᾿40, ἱστορικὰ στοιχεῖα, λογοτεχνικὰ κείμενα, πίνακες καὶ φωτογραφίες, ὅμως ὅλα μαζί, καὶ ἑκατὸ μνημεῖα καὶ πεντακόσιοι τόμοι καὶ χίλιοι πανηγυρικοί, δὲν λένε τόσα, ὅσα λένε ἐτοῦτα τὰ ξεχασμένα κόκκαλα στὰ βουνὰ τῆς Βορείου Ἠπείρου μας...



Ἀφιέρωμα: Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ

Τὰ ὀστὰ τῶν ἡρώων μας...
+ Οἱ νεκροὶ τοῦ Στρατοῦ Ξηρᾶς κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Ἑλληνοϊταλικοῦ Πολέμου, μέσα ἀπὸ τὰ ἀρχεῖα τῆς Δ.Ι.Σ. (Ἄντγος Παν. Κωνσταντόπουλος, Δντὴς ΔΙΣ/ΓΕΣ.)
+ Γιὰ το βιβλίο τοῦ Γ.Ι. Σούρλα, «Οἱ ἥρωες τοῦ 1940 περιμένουν». (Κυκλάμινο τοῦ βουνοῦ.)
+ «Alors, c' est la guerre». (Πήγασος.)
+ «Ἥρωες στά... ἀζήτητα». (Ζούγκλα.)

Ἐνημέρωσις: Μετὰ ἀπὸ ἀγῶνες δεκαετιῶν, τὸ ΥπΕξ ἀνεκοίνωσε στὶς 20-11-2008 συμφωνία μὲ τὴν Ἀλβανία γιὰ τὴν δημιουργία δύο στρατιωτικῶν νεκροταφείων, ἡ δὲ ὁριστικὴ συμφωνία ὑπεγράφη στὶς 9-2-2009. Πάντως, καὶ ἡ συμφωνία αὐτὴ συνιστᾷ ὑποχώρησι ἀπὸ τὰ ἀρχικά μας αἰτήματα.

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2008

Γιατὶ τὸ ᾿40

Ὁ Μαραθών (ὅπου ὁ ἄρχων πολέμαρχος τῶν Ἀθηναίων μοῦ ἐδάνισε καὶ τὸ διαδικτυακό μου ὄνομα), αἱ Θερμοπύλαι, ἡ Σαλαμίς...
Εὐρίσκονται πιὰ στοὺς φωτεινοὺς αἰθέρες, πέρα ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα, στὸν πλατωνικὸ Κόσμο τῶν Ἰδεῶν, ἐξ οὗ οἱ ψυχές μας ἔλκουν τὴν πρωταρχή τους...

Οἱ πολεμίστρες τῶν τειχῶν τῆς Βασιλεύουσας, οἱ ἀκρίτες καὶ οἱ αὐτοκράτορες...
Ἔχουν περάσει στὶς προσευχὲς καὶ στὰ ὄνειρά μας...

Τὸ ἀθάνατο κρασὶ τοῦ ᾿21...
Αὐτοὶ οἱ μπαρουτοκαπνισμένοι φουστανελάδες μὲ τὶς μουστάκες καὶ τὶς σπάθες, σὰν νά ᾿χουν κάτι πολὺ δικό μας... Εἶναι πιὰ δικοί μας θαρρεῖς, κι ὅμως, μακρινοὶ συγχρόνως - ἡ κάπνα τοῦ μπαρουτιοῦ εἶναι ἢ ἡ ἀχλὺς τοῦ μύθου; Στὰ παραμύθια τῆς γιαγιᾶς κι ακόμη παραπέρα...

Κι ἐρχόμαστε στὸν αἰῶνα μας - στὸν προηγούμενο, δηλαδή. Μὲ τὶς ἐφημερίδες καὶ τὰ ραδιόφωνα.
Ὁ Μακεδονικὸς Ἀγῶν, ὁ Μελᾶς, ὁ Ἄγρας, ὁ Δραγούμης· οἱ πλάβες στὴν λίμνη τῶν Γιαννιτσῶν, οἱ δάσκαλοι καὶ οἱ φλογεροὶ παπάδες...
Σὰν χθὲς μᾶς τά ᾿λεγε δίπλα στὸ τζάκι ἡ Πηνελόπη Δέλτα.
Οἱ Βαλκανικοὶ Πόλεμοι. Ἡ μεγάλη ἐξόρμησις - μὲ τὸν Στρατηλάτη Κωνσταντῖνο καὶ τὸν ὁραματιστὴ Βενιζέλο. Γεωπολιτικῶς ἡ κορυφαία στιγμὴ τοῦ 20οῦ αἰῶνος. Κι ὅμως... ἐξ ἀρχῆς τὸ σπέρμα τοῦ Διχασμοῦ... φούντωσε καὶ μᾶς σταμάτησε ὅταν ἀκούγονταν ἤδη οἱ καμπάνες τῆς Ἁγια Σοφιᾶς.
Τέλος;


Ὄχι! Νὰ τὸ ᾿40! Τὸ δικό μας ᾿40!
Ναί, αὐτοὶ ἤμεθα ἐμεῖς! Πῶς ἤμεθα καὶ μποροῦμε νὰ εἴμεθα ἐμεῖς.
Οἱ πατεράδες μας τὸ θυμοῦνται καὶ μᾶς μιλοῦν ἀκόμη! Οἱ παπποῦδες μας πολέμησαν! Οἱ δικοί μας ἄνθρωποι, οἱ δικοί μου, οἱ δικοί σου· οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι ποὺ ἔζησαν τὸν πόνο, τὴν πείνα καὶ τὸν θάνατο - καὶ ὅμως μεγάλωσαν παιδιά· οἱ ἴδιοι, οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι, οἱ ἴδιοι, οἱ ἥρωες, οἱ ἀετοὶ τῆς Πίνδου. Ἐμεῖς.
Δὲν εἶναι σελίδες ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα βιβλία. Εἶναι οἱ δικοί μας ἄνθρωποι, ὁ τόπος μας κι ἡ σημερινή -χθεσινή- μας πατρίδα· ἐμεῖς.
Ἄλλοι -πολὺ ἄλλοι...-, ἀλλὰ ἐμεῖς.
Αὺτὸ εἶναι τὸ ΟΧΙ τοῦ 1940. Γι᾿ αὐτὸ μιλᾷ στὴν ψυχή μας.
Καὶ τί σημαίνει τὸ ΟΧΙ;
Ἠθικῶς, τὸ ἀπόλυτον. Ἔναντι ὅλων, μέχρι τέλους.
Ἐθνικῶς, τὸ θαῦμα. Μετὰ ἀπὸ εἴκοσι χρόνια ἐμφυλίων παθῶν, ὅλοι μία καρδιά. Μὲ τὸ χαμόγελο στὰ χείλη καὶ τὸ τραγοῦδι στὸν δρόμο γιὰ τὸ μέτωπο. Αὐτὸ τὸ χαμόγελο ποὺ θὰ κάνει τὸν Κώστα Οὐράνη νὰ γράψῃ «εὐαγγελίστηκα τὴν Ἑλλάδα».
Θά ᾿λεγες, ὅλα τὰ προτερήματα τῶν Ἑλλήνων στὸν μέγιστο βαθμό, χωρὶς κανένα ἀπὸ τὰ ἐλαττώματα.
Ἡ κρατικὴ καὶ ἀτομική μας ἀνοργανωσιά; Οὐδέποτε ἡ πολιτεία μας ἐλειτούργησε τελειότερα.
Οἱ προσωπικοὶ ἐγωισμοὶ καὶ τὰ μικροσυμφέροντα; Ὅλοι, ἀπὸ τὸν Κυβερνήτη μέχρι τὸν φαντάρο, ἕνα - ὁ καθεὶς ἐφ᾿ ᾧ ἐτάχθη.
Καὶ αὐτοὶ ἤμεθα ἐμεῖς! Πῶς ἤμεθα καὶ μποροῦμε νὰ εἴμεθα ἐμεῖς.
Ἡ ἄλλη Ἑλλάδα, ἡ ἄλλη, φωτεινὴ πλευρὰ τοῦ κακοῦ ἑαυτοῦ μας.

Κρατῆστε τὶς μνῆμες!

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2008

Μιὰ ὡραία, ἑλληνικὴ ἐκδήλωσις («Ἴων Δραγούμης καὶ Ἑλληνισμός»)

Τὸ βράδυ τῆς περασμένης Τετάρτης εἶχα τὴν εὐκαιρία νὰ παραστῶ στὴν ἡμερίδα «Ἴων Δραγούμης καὶ Ἑλληνισμός» ποὺ διοργάνωσε τὸ Ἰνστιτοῦτο Ἐθνικῶν καὶ Κοινωνικῶν Μελετῶν «Ἴων Δραγούμης» στὸ Μέγαρο τῆς Παλαιᾶς Βουλῆς. Στὴν αἴθουσα ὅπου ἀγόρευσαν τόσες μεγάλες μορφὲς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ μας βίου ἐπὶ ἕναν καὶ μισὸν αἰῶνες, εἴχαμε τὴν εὐκαιρία νὰ ἀκούσουμε γιὰ τὴν ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τῆς ἁγνότερης ἴσως μορφῆς τῆς νεωτέρας πολιτικῆς μας ἱστορίας, τοῦ πολιτικοῦ μὲ τὴν πλέον γνήσια καὶ φιλελεύθερη, ρωμαλέα ἑλληνικὴ σκέψι ποὺ γνώρισε ὁ πολιτικός μας βίος.

Ὅλες οἱ ὁμιλίες θὰ ἀναρτηθοῦν προσεχῶς στὸν δικτυακὸ τόπο τοῦ Ἰδρύματος. Δυὸ-τρεῖς μόνον παρατηρήσεις ἀπὸ ἐμένα.

Κατ᾿ ἀρχάς, ἀξίζουν συγχαρητήρια στοὺς ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Ἰδρύματος, καὶ ἰδιαιτέρως στὸν πρόεδρο, καθηγητὴ Χρίστο Γούδη, γιὰ τὴν ἐπιτυχία τῆς ἐκδηλώσεως. Τὸ ἐπίπεδο τόσο τῶν ὁμιλητῶν ὅσο καὶ τῶν παρισταμένων (Ἀρχιεπίσκοπος καὶ ἱερωμένοι, βουλευταὶ καὶ πολιτικοί καὶ διπλωμάται, στρατιωτικοὶ καὶ ἀπογόνοι μακεδονομάχων, πανεπιστημιακοί, ἱστορικοὶ καὶ φιλόλογοι, δημοσιογράφοι καὶ ἐπιστήμονες κάθε τομέως καὶ πνευματικοὶ ἄνθρωποι, ἐνεργοὶ πολίτες), ἀλλὰ καὶ ἡ ὅλη ὀργάνωσις, αἴθουσα, ἔντυπο ὑλικό κ.λπ. ἦταν ἐξαιρετικά. Μοναδικὸ πρόβλημα ἡ μὴ αὐστηρὴ τήρησις τοῦ προγράμματος, λόγῳ τοῦ ἐνδιαφέροντος τῶν ὁμιλιῶν.

Ἀξιοκατάκριτος ἡ ἀπουσία τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ πολιτικοῦ κόσμου, μὲ ἐξαίρεσι τοὺς βουλευτὲς τοῦ ΛΑ.Ο.Σ. Ἀλλὰ πῶς νὰ παραστοῦν οἱ πολιτικοὶ τῆς μίζας καὶ τῆς διαπλοκῆς, τοῦ «ὅ,τι εἶναι νόμιμο εἶναι ἠθικό», τῆς Ζῆμενς καὶ τοῦ Χρηματιστηρίου, τοῦ Σχεδίου Ἀννάν καὶ τοῦ «θὰ ξεχάσουμε τὸ ὄνομα τῆς Μακεδονίας», τῶν Ἰμίων καὶ τοῦ βιβλίου τῆς Ρεπούση, τῆς λαθρομεταναστεύσεως, τῆς ὑποτέλειας καὶ τοῦ ἐθνομηδενισμοῦ, σὲ ἡμερίδα γιὰ τόν... Ἴωνα Δραγούμη! Νὰ ἀκοῦν γιὰ Ἑλληνισμὸ καὶ παράδοσι καὶ λαϊκὸ πολιτισμὸ καὶ γλῶσσα καὶ ἑλληνικὲς κοινότητες, καὶ κράτος ποὺ ὑπηρετεῖ τὸ Ἔθνος, καὶ Ἔθνος ποὺ σκοπὸ ἔχει τὴν δημιουργία πολιτισμοῦ, καὶ ἀγῶνες καὶ Μακεδονία καὶ Μαρτύρων καὶ Ἡρώων Αἷμα!

Δεύτερον, ἡ ἐπιτυχία τῆς ἐκδηλώσεως καταδεικνύεται ἀπὸ τὸ ὅτι δὲν ἐπρόκειτο οὔτε γιὰ κομματικὴ ἐκδήλωσι, οὔτε γιὰ ἁπλὴ ἀπαγγελία πανηγυρικῶν λόγων καὶ ἐγκωμίων. Παράδειγμα ἡ ὁμιλία τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν πατρὸς Γεωργίου Μεταλληνοῦ, γιὰ τὸν Ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό. Ἀντιπαρέβαλε ὁ πατὴρ Γεώργιος τὸν Ἅγιο Κοσμᾶ μὲ τὸν Ἴωνα Δραγούμη, ὑποδεικνύοντας σημεῖα στὰ ὁποῖα ἀντιπαρατίθενται καὶ συγκρούονται οἱ θέσεις καὶ ἡ δράσις τῶν δύο μεγάλων αὐτῶν μορφῶν (κυρίως σὲ σχέσι μὲ τὴν ἑλληνορθόδοξη ἁγιοπατερικὴ παράδοσι), καὶ σημεῖα στὰ ὁποῖα συμβαδίζουν. Κριτικὴ και στὸν Δραγούμη, λοιπόν· κανενὸς εἰδωλοποίησις. Μέσῳ αὐτῶν τῶν ἀντιπαραθέσεων καὶ τοῦ γόνιμου διαλόγου, ὅπως ἐτόνισε καὶ ὁ πατὴρ Γεώργιος, ἐφ᾿ ὅσον στὴν ψυχὴ καὶ τῶν μὲν καὶ τῶν δὲ ὑπάρχει ἡ Ἑλλάδα, ἐπιτυγχάνεται ἡ σύνθεσις, γιὰ τὸ καλὸ τῆς πατρίδος μας.

Ἀναμφιβόλως, τὸ Ἰνστιτοῦτο Ἐθνικῶν καὶ Κοινωνικῶν Μελετῶν «Ἴων Δραγούμης», στὸν λίγο χρόνο τῆς ὑπάρξεώς του, ἔχει ἤδη κατορθώσει νὰ ἀναταράξῃ τὰ λιμνάζοντα νερὰ καὶ νὰ παραγάγῃ φρέσκια πολιτική, ἱστορική, κοινωνική, ἐθνικὴ σκέψι. [Δικτυακὸς τόπος] [Βίντεο ἐκδηλώσεων καὶ ἐκπομπῶν]

Τέλος, θὰ κάνω ἀκόμη μιὰ μνεία στὸ συγγραφικὸ ἔργο τοῦ καθηγητοῦ Χρίστου Γούδη. Σὲ ὅσους παρέστησαν στὴν ἐκδήλωσι μοιράστηκε δωρεὰν ἡ 80σέλιδη ποιητικὴ συλλογὴ τοῦ Χρίστου Γούδη μὲ τίτλο «Ἕλληνες: παῖδες ἐσμὲν καὶ θείας κοινωνοὶ φύσεως» (ἐκδ. «Μέτρον», 2006). Συλλογὴ ἑλληνοκεντρικῶν ποιημάτων τοῦ καθηγητοῦ, ἀλλὰ καὶ ποιητικῶν ἀποδόσεων τοῦ ἰδίου στὴν νέα ἑλληνικὴ ἀποσπασμάτων ἀπὸ τὸν Ὅμηρο, καθὼς καὶ τῆς Ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ὁμιλίας τοῦ Ἰησοῦ. Ποιήματα γιὰ τὴν Ὀλυμπία, τὴν Ἀθήνα καὶ τὶς Θερμοπύλες· τὸ Εἰκοσιένα, τὸ Μεσολόγγι, τοὺς Ἕλληνες καὶ τοὺς «Ὡραίους σὰν Ἕλληνες» ὅπου γῆς. Ὡραιότατο.

Ἀντιγράφω (μεταφέροντας στὸ πολυτονικὸ) τὴν εἰσαγωγή:

Ἡ μεγαλωσύνη τῶν ἐθνῶνδὲν μετριέται μὲ τὸ στρέμμα.
Μὲ τῆς καρδιᾶς τὸ πύρωμα μετριέται
καὶ μὲ τὸ αἷμα.
Κωστῆς Παλαμᾶς

Τρεῖς χιλιάδες χρόνια ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ ἑλληνικὴ ἱστορία συμπυκνωμένη στὴ λιτότητα τοῦ ποιητικοῦ λόγου. Χρεῖ λέγειν τὰ καίρια. Στὴν ἐποχή μας τῶν γοργῶν ρυθμῶν, τῆς ἀγχώδους κινητικότητας καὶ τῆς φυγῆς σὲ ἕνα μελλοντικὸ πουθενά, ἡ ἀναγωγὴ στὴν πεμπτουσία τῆς ἑλληνικότητας ἀποτελεῖ ὑπαρξιακὴ πράξη ἀντίστασης ἐνάντια σὲ ἕναν τεχνολογικὸ νεοβαρβαρισμὸ καὶ ἕναν ἀμοραλιστικὸ οἰκονομισμὸ ποὺ δίκην πλημμυρίδος κατακλύζουν τὴ γῆ τῶν προγόνων μας.

Σ᾿ αὐτοὺς ποὺ διατείνονται ὅτι τὴν γλῶσσαν τὴν ἑλληνικὴ οἱ Ποσειδωνιᾶται ἐξέχασαν τόσους αἰῶνας ἀνακατευμένοι μὲ Τυρρηνοὺς καὶ μὲ Λατίνους κι ἄλλους ξένους (Κ. Καβάφης) ἐμεῖς ἀντιστεκόμαστε μὲ μιὰ σύντομη ἐκφορὰ τῶν ἡρωικῶν πράξεων, τῶν μαρτυρικῶν ὁλοκαυτωμάτων καὶ τῶν θείων ἐντολῶν τῶν Ἑλλήνων. Γιατί ἐμεῖς Ἕλληνες ἐσμὲν τὸ γένος ὡς ἥ τε φωνὴ καὶ ἡ πάτριος παιδεία μαρτυρεῖ (Πλήθων Γεμιστὸς) καὶ θείας ἐσμὲν κοινωνοὶ φύσεως (Πέτρου, Ἐπιστολαί). Καὶ ἐπιμένουμε ἀνυποχώρητοι, ὁπλισμένοι μὲ νεανικὸ πεῖσμα, γιατί οἱ Ἕλληνες ἀεὶ παῖδες ἐσμέν, γέρων δὲ Ἕλλην οὐκ ἔστιν (Πλάτων). Καὶ ὡς ἐλάλησεν ὁ αἰνικτής: παιδὸς ἡ βασιληίη...

Χρίστος Γούδης
30 Νοεμβρίου 2005
τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα
Πάτρα

Καὶ τὸ πρῶτο ποίημα ἀπὸ τὴν συλλογή:

Η ΚΙΒΩΤΟΣ

Τὴν κιβωτὸ τῆς μοίρας μας
Δὲν τήνε φτιάξαμε ἀπὸ ξύλο
Καὶ δὲν τὴν ρίξαμε στὴ θάλασσα

Δὲν τὴ γεμίσαμε μ᾿ ὅλα τὰ ζωντανὰ τῆς φύσης
Καὶ δὲν στείλαμε περιστέρι
Γιὰ νὰ χαθεῖ στὴν καταιγίδα
Ἢ νάρθει πίσω ὁδοδείκτης τῆς γαλήνης.

Τὴν κιβωτὸ τῆς μοίρας μας
Τὴν φτιάξαμε ἀπὸ μάρμαρο πεντελικὸ
Καὶ πνεῦμα ἁρμονίας καὶ κολῶνες

Καὶ τήνε στήσαμε στὸ βράχο
Νὰ ἀγναντεύει τὸν γαλάζιο ὁρίζοντα
Μέσ᾿ ἀπὸ τὰ γαλάζια μάτια της ἡ κουκουβάγια

Καὶ νὰ φωλιάζει στὰ ἐρείπια αὐτῆς τῆς γῆς
Καὶ νὰ θρηνεῖ τὸ μεγαλεῖο καὶ τὴ μοναξιὰ
Τῆς δόξας ποὺ ἦταν κάποτε ἡ Ἑλλάδα

Καὶ νὰ προσμένει τὴν μεγάλη ἐπιστροφὴ
Μέσ᾿ ἀπ᾿ τὰ βάθη τῆς δικῆς μας πολυτάραχης Ἀνατολῆς
Γιὰ νὰ σηκώσει πάλι ὑψηλὰ
Τὸν φωτοδότη Ἥλιο τῶν Ἑλλήνων

* * *

Ἄρθρα γιὰ τὸν Ἴωνα Δραγούμη:
+ Χρῆστος Χαρίτος, «Ἴων Δραγούμης: ὁ Ἑλληνικὸς Ἐθνικισμὸς στὴν καθαρή του μορφή», «Ἑλληνικὲς Γραμμές», 28-7-2008.
+ Γιῶργος Πισσαλίδης, «Ἴων Δραγούμης: ὁ πατέρας τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐθνικισμοῦ», «Ἑλληνικὲς Γραμμές», 2002.

Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2008

No marbles, no flame?

Παρακολουθῶ μὲ ἐνδιαφέρον τὶς πρωτοβουλίες πολιτῶν στὸ Διαδίκτυο, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τὴν ἐπιστροφὴ τῶν ἀρπαχθέντων γλυπτῶν τοῦ Παρθενῶνος ἐπ᾿ εὐκαιρίᾳ τῶν Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων τοῦ Λονδίνου τὸ 2012. Οἱ πιὸ μαχητικοὶ μάλιστα προτείνουν νὰ ἀντιτάξουμε στοὺς Ἄγγλους τὸ σύνθημα: No marbles? No flame!

Ἱστολόγιον: No marbles? No flame!

Facebook group (ἤδη (27-9-2008) 4.222 μέλη): You want the OLYMPIC FLAME??? Give us back the STOLEN Marbles

Θεωρῶ τὶς πρωτοβουλίες αὐτὲς ἀξιέπαινες, καὶ τὶς στηρίζω. Θεωρῶ ὅτι εἶναι εὐκαιρία καὶ εἶναι καὶ χρέος μας νὰ ἀνακινήσουμε τώρα τὸ θέμα. Καὶ θεωρῶ ὅτι πρέπει νὰ τίθεται μετ᾿ ἐπιτάσεως, καὶ ἑν Ἑλλάδι καὶ στὴν Βρετανία, στὸ ὑψηλότερο δυνατὸ ἐπίπεδο (ἀπὸ τὸν Πρόεδρο τῆς Δημοκρατίας κατὰ τὴν παράδοσι τῆς Φλόγας), ἀλλὰ καὶ -πάνω ἀπ᾿ ὅλα- μεταξὺ πολιτῶν τῶν δύο χωρῶν.

Ἐν τούτοις, γιὰ τὸ σύνθημα «No marbles? No flame!» ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις, τυπικὲς καὶ οὐσιαστικές.

Σὲ ἐπίπεδο μιᾶς πρωτοβουλίας πολιτῶν, εἶναι -ἐπαναλαμβάνω- ἀξιέπαινο, καὶ προσωπικῶς τὸ στηρίζω, διότι θὰ βοηθήσῃ νὰ ἀνακινηθῇ τὸ θέμα. Ὡς Ἑλληνικὴ Πολιτεία, ὅμως, δὲν μποροῦμε καὶ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ θέσουμε ἔτσι. Ὄχι ἔτσι.

Τυπικῶς, κατ᾿ ἀρχάς, δὲν ἔχουμε τὴν δυνατότητα νὰ ἀρνηθοῦμε τὴν Ὀλυμπιακὴ Φλόγα. Οἱ Ὀλυμπιακοὶ Ἀγῶνες καὶ ἡ Φλόγα, τυπικῶς -ὅσο καὶ ἂν αὐτὸ εἶναι ἀνιστόρητο, ἱερόσυλο ἢ ὅπως ἀλλιῶς τὸ χαρακτηρίσουμε-, ἀνήκουν στὴν ΔΟΕ· ἐμεῖς δὲν ἔχουμε κανένα τυπικὸ δικαίωμα, μόνον ἠθικό. Ἡ ΔΟΕ μᾶς ἀναθέτει νὰ δίνουμε τὴν Φλόγα καὶ νὰ παρελαύνουμε πρῶτοι, γιὰ νὰ μᾶς τιμήσῃ. Συνεπῶς, ἄρνησί μας νὰ δεχθοῦμε τὴν ἀρμοδιότητα τῆς ΔΟΕ θὰ ἐσήμαινε αὐτόματη διαγραφή μας ἀπὸ τὸ διεθνὲς ἀθλητικὸ κίνημα (ἴσως γιὰ καλό, θὰ ποῦν μερικοί· ἄσχετο!)

Αὐτὸ ὡς πρὸς τὸ τυπικὸν τῆς ὑποθέσεως. Ὡς πρὸς τὴν οὐσία, ἡ κίνησις θὰ ἦταν λανθασμένη στρατηγικῶς. Ἐφ᾿ ὅσον δὲν ἔχουμε τὴν δύναμι νὰ ἐκβιάσουμε καὶ νὰ ἐπιβάλουμε διὰ τῆς ἰσχύος τὸ δίκαιόν μας, μιὰ ἀντίδρασι σὰν τὴν παραπάνω θὰ μᾶς ἐμφάνιζε σὰν κακομαθημένο παιδὶ ποὺ τοῦ πῆραν τὸ παιχνίδι και γιὰ ἐκδίκησι κλαίγεται καὶ κρατᾷ μοῦτρα. Θὰ μᾶς δυσφημοῦσε διεθνῶς καὶ θὰ ἐπίκραινε τὴν πλειονότητα τῶν Βρετανῶν πολιτῶν καὶ τοὺς φιλέλληνες ὅλου τοῦ κόσμου, οἱ ὁποῖοι στηρίζουν τὸ δίκαιο αἴτημα τῆς ἐπιστροφῆς τῶν γλυπτῶν. Ἡ ἔξυπνη στάσις, ἐπομένως, εἶναι νὰ δείξουμε ἀνωτερότητα: Ἐμεῖς προσφέρουμε, καὶ θὰ προσφέρουμε, ἀνεξαρτήτως ἀνταλλαγμάτων. Σᾶς δίνουμε τὴν Φλόγα, κι ἂς χρωστᾶτε ἀκόμη ἐσεῖς αὐτὸ ποὺ ὀφείλετε στοὺς Ἕλληνες καὶ στὸν πανανθρώπινο πολιτισμό. Καὶ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι θὰ κάνετε τὸ χρέος σας.

Καὶ ἡ στάσις αὐτὴ δὲν εἶναι μόνον στρατηγικῶς ἀποτελεσματικότερη, ἀλλὰ καὶ βαθύτατα ἠθική. Ὄχι ἐπειδή... «τὰ γλυπτὰ δὲν ἀνήκουν σὲ ἐμᾶς, ἀλλὰ στὴν ἀνθρωπότητα», κατὰ τὴν μπουρδολογία κάποιων διανοητικῶς καθυστερημένων καὶ ἀφελληνισμένων «προοδευτικῶν». Ἀλλὰ γιὰ ἐντελῶς διαφορετικοὺς λόγους.

Τὰ γλυπτὰ τῆς Ἀκροπόλεως, ἀναπόσπαστα μέλη -ἀκρωτηριασθέντα ἀπὸ τὸν Ἔλγιν- τοῦ μνημείου, ἱερὰ κειμήλια καὶ κατ᾿ ἐξοχὴν σύμβολα τῆς ἐθνικῆς μας ἱστορίας καὶ ταυτότητος, ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὸν στοιχειώδη σεβασμὸ πρὸς τὸν παγκόσμιο πολιτισμό, τὴν Τέχνη καὶ τὴν Φύσι, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐθνική μας ὑπόστασι, νὰ ἐπιστρέψουν στὴν πατρίδα τους, καὶ τὸ μνημεῖο νὰ ἀποκατασταθῇ. Ἀλλὰ τὴν Φλόγα, τὸν Πολιτισμό, τὴν Ἀλήθεια καὶ τὴν Ὀμορφιά καὶ τὴν Ἀρετή, ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες τὰ χαρίζουμε στὴν ἀνθρωπότητα ἁπλόχερα, χωρὶς νὰ περιμένουμε ἀνταπόδωσι.

Τὰ ἱερὰ κειμήλια τοῦ Παρθενῶνος δὲν εἶναι ἀντάλλαγμα γιὰ ὁτιδήποτε· οὔτε χάριν ἀνταλλαγμάτων προσφέρουμε τὴν Ὀλυμπιακὴ Φλόγα.

Ἡ Ἑλλὰς εἶναι ὁ πνευματικὸς ἡγέτης τῆς ἀνθρωπότητος. [1]

Ἡ Ἑλλάς, ὅπως ὁ ἥλιος, χαρίζει ἁπλόχερα, χωρὶς νὰ ζητᾷ ἀνταλλάγματα, τὸ φῶς της σὲ δικαίους καὶ ἀδίκους. [2]

Ἡ Ἑλλὰς ἀντιτάσσει τὴν ἀσπίδα, τὸ δόρυ καὶ τὸ ξίφος, ὄχι γιὰ νὰ κερδίσῃ ὑλικὴ ἰδιοκτησία καὶ ἐξουσία, ἀλλὰ γιὰ νὰ κερδίσῃ τὴν ψυχή της· γιὰ νὰ ὑπερασπισθῇ τὴν Τιμή της.

Ἡ Ἑλλάς, ἔδωσε τὴν Ὀλυμπιακὴ Φλόγα στὸ Τρίτο Ράιχ, γιὰ νὰ λάβῃ εἰς ἀνταπόδωσιν τὴν φλόγα τῶν Στούκας, τὸ ὀλοκαύτωμα τοῦ Διστόμου καὶ τῶν Καλαβρύτων. Ἡ Ἑλλὰς θὰ δώσῃ τὴν ἱερὴ Φλόγα καὶ στὸ Ἠνωμένο Βασίλειο, ἀσχέτως ἂν δὲν ἔχει λάβει εἰς ἀνταπόδωσιν παρὰ τὸ σχοινί τοῦ Καραολῆ καὶ τοῦ Παλληκαρίδη, τὴν προδοσία τῆς Πόλης καὶ τῆς Κύπρου. [3]

Τὰ ἱερά μας κειμήλια θὰ τὰ ἐπανακτήσουμε, ἐπιτελώντας τὸ χρέος μας πρὸς τὴν Ἱστορία, τοὺς θεοὺς καὶ τὴν τιμή μας, εἴτε ὅταν φρονιματισθοῦν οἱ ἐξουσιαστὲς τοῦ φίλου λαοῦ τῶν Βρετανῶν, εἴτε μὲ τὴν δύναμι τῶν ὅπλων [4], ὅταν καταστῇ δυνατόν. Ἔως τότε, θὰ συνεχίσουμε νὰ προσφέρουμε καὶ νὰ θυσιαζόμεθα, ὅπως κάναμε χιλιετίες τώρα.

Μιὰ ἄλλη ἄποψις (ἀπὸ τὸν καθηγητὴ Χρίστο Γούδη)

Ὑπάρχει μάλιστα ἡ ἄποψις ὅτι ἀκόμη καὶ τὰ κλαπέντα κειμήλιά μας εἶναι οἱ καλύτεροι πρεσβευτές μας. Ὁ θαυμασμὸς ποὺ ἀπολαμβάνουν σὲ ὅλον τὸν κόσμο καταδεικνύει τὴν παγκόσμια πνευματικὴ ὑπεροχὴ καὶ κυριαρχία μας. «Οἱ καλύτεροι πρεσβευτές μας εἶναι τὰ ἀρχαῖα», λέγει ὁ Χρίστος Γούδης (βλέπε ἀπὸ τὸ 20:30 λεπτὸν τοῦ βίντεο). «Τί καλύτερη διαφήμισι; Θὰ ἔπρεπε νὰ δίνουμε κι ἄλλα ἀγάλματα», νὰ προβάλλουμε τὴν Ἑλλάδα σὲ ὅλον τὸν κόσμο, ἀντὶ νὰ τὰ ἔχουμε νὰ πιάνουν ἀράχνες στὶς ἀποθῆκες μας, συμπληρώνει.


Ὀρθὲς γενικῶς οἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Γούδη, ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ συγκεκριμένου διαφωνῶ. Πρῶτον, ὅσον ἀφορᾷ στὴν Ἀκρόπολι εἰδικῶς, τὸ μνημεῖο εἶναι ἐνιαῖο, τόσο τὸ γλυπτὸ μνημεῖο τὸ ἴδιο, ὅσο καὶ σὲ συνάφεια μὲ τὸν Ἱερὸ Βράχο, τὸ γλυπτὸ καὶ τὸ φυσικὸ μνημεῖο μαζί. Δεύτερον, ἄλλο νὰ δίδῃς, ἄλλο νὰ σὲ κλέπτουν. Τρίτον, οἱ κλέπται Φραγκοσάξονες δὲν ἀναγνωρίζουν διὰ τῆς κλοπῆς πνευματικὴ ὀφειλὴ εἰς τοὺς Ἕλληνας, ἀλλὰ θεωροῦν ἑαυτοὺς ἀπογόνους καὶ ἰδιοκτῆτες τῆς ἀρχαίας κληρονομᾶς, ἐμᾶς δὲ μᾶς θεωροῦν νόθους καὶ ἀνδράποδα. (Περισσότερα γιὰ τὴν ἱστορία καὶ τὴν σημασία τῆς λεηλασίας ἔχω γράψει στὸ «Ἡ ἀποκατάστασις τοῦ Παρθενῶνος καὶ ἡ ξανθιὰ ἀρχ**ολόγος», ὅπου καὶ παραπομπὲς καὶ σὲ ἄλλες ἐξαιρετικὲς ἱστοσελίδες γιὰ τὸ θέμα.)

(Γιὰ τὸ ἀξιολογότατο ἔργο τοῦ Ἰνστιτούτου «Ἴων Δραγούμης» καὶ τοῦ Χρίστου Γούδη προσωπικῶς, καὶ γιὰ τὴν πρόσφατη ὡραία ἐκδήλωσι στὴν Παλαιὰ Βουλή, θὰ γράψω προσεχῶς. Οἱ δὲ ἐκπομπὲς τοῦ Ἰδρύματος προβάλλονται καὶ ἀπὸ τὸ osoizontanoi.blogspot.com .)


Σημειώσεις:


[1] Γεώργιος Ἀ. Βλάχος, «Ἡ Καθημερινή», 29 Ὀκτ. 1940: «Κράτος μικρὸν μὲ ἱστορίαν μεγίστην, μήτηρ θηλάσασα τὴν ὑφήλιον, φάρος λαμπροτάτου φωτός, ἡ Ἑλλάς, καταυγάσασα τοὺς αἰῶνας, ἔδωσεν εἰς ὅλην τὴν ἀνθρωπότητα ὄχι μόνον τὴν ζωήν, τὸ φῶς, τὸν πολιτισμόν, τὰ γράμματα καὶ τὰς τέχνας, ἀλλὰ καὶ τὸ παράδειγμα τῆς αὐτοθυσίας καὶ τοῦ ἡρωισμοῦ, τὴν Σαλαμῖνα, τὰς Θερμοπύλας, τὸ Ζάλογγον, τὸ Σοῦλι, τὸ Μεσολόγγι...»

[2] Ἰωάννης Συκουτρῆς, «Φιλοσοφία τῆς ζωῆς»: «Εἰς τὴν ἑτοιμότητα τοῦ κινδύνου τὸν σύρει [τὸν ἡρωικὸ ἄνθρωπο] μὲ ἀκαταμάχητον ἔλξιν ἡ αἰσθητική, θὰ ἔλεγα, γοητεία τοῦ κινδύνου, ἡ συναίσθησις ὅτ᾿ εἶναι προνόμιον τῶν ἐκλεκτῶν (ὄχι καθῆκον ἢ πράξις φιλανθρωπίας) νὰ συντρίβωνται ὑπὲρ τῶν ἄλλων, ὑπὸ τῶν ἄλλων - τὸ πολυτιμότερον προνόμιον! [...]
Ὑπερήφανος εἶναι, ὄχι ἐγωιστής. Δι᾿ αὐτὸ σπαταλᾷ τὸν ἑαυτόν του. Ἡ εὐτυχία του εἶναι νὰ δαπανᾷ, ἀκριβέστερον ἀκόμη: νὰ δαπανᾶται. Ἀνεξάντλητος ὅπως εἶναι, δὲν ξέρει ἀριθμητικήν. Εἶναι τόσον πλούσιος, ὥστε θ᾿ ἀναπληρώσῃ εὔκολα (τὸ ξέρει) κάθε ζημίαν· πρὸς τί λοιπὸν νὰ τὴν ὑπολογίζῃ; [...]
Σκορπᾷ τοῦ νοῦ του τὰ γεννήματα, ποὺ εἶναι δι᾿ αὐτόν βιώματα ψυχῆς, χωρίς νὰ κατοχυρώνῃ συγγραφικῶς τὴν πατρότητά των, νά ἔτσι σὰν τὸν ἥλιον ποὺ ἀκτινοβολεῖ παντοῦ τὸ φῶς του. Καὶ ὁ ἥλιος δὲν ἔχει μετρητὴν τοῦ φωτός· ἔχουν αἱ ἠλεκτρικαὶ ἐταιρεῖαι μόνον. Καὶ εἶν᾿ ἡ χαρά του νὰ σκορπᾷ: ὅλα τ᾿ ἀγαθὰ τῆς γῆς τὰ ἐκτιμᾷ ὄχι ὡς κτήματα, ἀλλ᾿ ὡς χρήματα (μὲ τὴν ἀρχαίαν σημασίαν τῆς λέξεως ἐκ τοῦ χρῶμαι), ὡς δαπανήματα δηλαδή. Ἢ μᾶλλον πιστεύει πὼς ἀγαθὰ δὲν εἶναι· γίνονται ἀγαθά, ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς καὶ ἐφ᾿ ὅσον δαπανῶνται.»

[3] Ἠλίας Μπαζίνας, «Φίλαθλος», 5 Δεκ. 1999: «Ἂς μὴν μᾶς παρασύρῃ λοιπὸν κάποια ἀταίριστη καὶ ξένη πρὸς τὴν οὐσία τοῦ Ἕλληνα ἔπαρση. Ἂς μὴ φανταζόμαστε ὅτι ἤρθαμε γιὰ νὰ «κυβερνήσουμε τὸν κόσμο». Δὲν εἶναι ἡ μοίρα καὶ ὁ προορισμός μας νὰ ὑποδουλώνουμε ἀλλὰ νὰ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝΟΥΜΕ. Νὰ λυτρώνουμε ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ σκοταδιοῦ. Σχεδὸν πάντα μὲ δικές μας ὀδύνες καὶ ὠδίνες. ἡ μοῖρα μας εἶναι ἡ μοῖρα τοῦ Προμηθέα. Τὸν Σταυρό τὸν ἀγκαλιάσαμε σὰν σύμβολο, γιατὶ καταλάβαμε ὅσο κανένας τὸ νόημά του.»

[4] Ὅπως ὁ Αὐτοκράτωρ Ἡράκλειος ἐπανέκτησε καὶ ἀνύψωσε τὸν Τίμιο Σταυρό [Ἱ.Μ. Παντοκράτορος] [Βῆμα] (Κωνσταντινούπολις 14 Σεπτ. 629, Ἰεροσόλυμα 30 Μαρτ. 630· ἐξ οὗ καὶ τὸ περίφημον «Σῶσον Κύριε τὸν λαόν Σου / καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν Σου· νίκας τοῖς βασιλεῦσι κατὰ βαρβάρων δωρούμενος / καὶ τὸ Σὸν φυλάττον διὰ τοῦ Σταυροῦ Σου πολίτευμα.»)


Δεῖτε ἐπίσης:


Ἡ Μελίνα, ὁ Ντασέν, ὁ Ἔλγιν καὶ τὸ νέο Μουσεῖο τῆς Ἀκρόπολης. Ἐκπομπὴ «Ἔρευνα», μὲ τὸν Παῦλο Τσίμα, MEGA, 2008-05-06 (54 min) [βίντεο] [ἱστοσελὶς τῆς ἐκπομπῆς] [κείμενο σὲ pdf]


Ἐπέστρεψε στὴν Ἑλλάδα θραῦσμα τῆς ζωφόρου τοῦ Παρθενῶνος ἀπὸ τὸ Μουσεῖο τοῦ Παλέρμο (23-9-2008). Εὐχαριστοῦμε θερμῶς τοὺς φίλους Ἰταλούς, τὸν πρόεδρο Τζιόρτζιο Ναπολιτάνο καὶ τὸν φιλέλληνα ἀρχαιολόγο καθηγητὴ Λουὶ Γκοντάρ.

Marbles Reunited
Μιὰ θαυμάσια βρετανικὴ πρωτοβουλία, ἡ ὁποῖα ἀνασυνθέτει μὲ ἡλεκτρονικὸ τρόπο τὰ ἀκρωτηριασθέντα γλυπτὰ τοῦ Παρθενῶνος. Δεῖτε το!
Γιὰ αὐτοὺς τοὺς φίλους Βρετανούς, ὅπως καὶ αὐτοὺς τῆς British Committee for the Restitution of the Parthenon Marbles, ἀξίζει νὰ δώσουμε τὴν Φλόγα!

Προηγούμενες δημοσιεύσεις μου:
+ Ξενάγηση στὸ Νέο Μουσεῖο Ἀκροπόλεως (βίντεο) - Ἀναθερμαίνεται τὸ αἴτημα τοῦ ἐπαναπατρισμοῦ τῶν κλοπιμαίων τοῦ Ἔλγιν
+ Τὸ Νέον Μουσεῖον Ἀκροπόλεως καὶ ἡ ἄλλη ἄποψις γιὰ τὰ κτήρια τῆς Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου
+ Oἱ κόρες τῶν Ἀθηνῶν ταξιδεύουν
+ Ἡ ἀποκατάστασις τοῦ Παρθενῶνος καὶ ἡ ξανθιὰ ἀρχ**ολόγος
...ὅπου καὶ παραπομπὲς σὲ ἄλλους δικτυακοὺς τόπους.

Ἄλλα Facebook groups καὶ causes:
+ Repatriation of the Parthenon Marbles
+ Return of the Greek Art To Greece
+ Return and Restoration of Hagia Sophia and The Seminary of Halki
+ The new Acropolis Museum

Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2008

Ἀπαντῶ στὴν «Πατριδογνωσία» τοῦ «Κ» τῆς «Καθημερινῆς» τῆς Κυριακῆς

Ἡ ἑλληνικότητα εἶναι αἴσθημα ἢ συνείδηση;

Πεπρωμένο.

Ἐντολή, τῆς ὁποίας οὔτε τὴν προέλευσι οὔτε τὸν σκοπὸ μποροῦμε νὰ προσδιορίσουμε καὶ νὰ ἐξηγήσουμε πλήρως. Αὐτὴ εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ Γένους, ἐμεῖς λιγόστιγμες ἐκφράσεις («Ἐσύ εἶσαι μιὰ λιγόστιγμη ἔκφραση, αὐτὴ εἶναι τὸ πρόσωπο.» Νίκος Καζαντζάκης, «Ἀσκητική», κεφ. «Ἡ ράτσα».) Μόνον νὰ ἀγαπήσουμε. Amor fati.

Χρέος, προορισμὸς καὶ ἀνάγκη τοῦ Ἕλληνος εἶναι ἡ καλλιέργεια καὶ ἀνάπτυξις τοῦ πρωτογενοῦς αἰσθήματος (δηλαδὴ τοῦ πατριωτισμοῦ) τοῦ Πεπρωμένου σὲ συνείδησι. Ὅ,τι μόλις ἔγραψα εἶναι ὁ ὁρισμὸς τοῦ «ἐθνικισμοῦ». (Ἡ λέξις κακοποιεῖται ἀπὸ πολλοὺς σήμερα, ἀλλὰ ὡς Ἕλληνες ἂς ἐμμένουμε στοὺς ἀκριβεῖς ὁρισμούς).


Τί πιὸ μικρὸ ἑλληνικὸ ἀγάπησα;

...
Οἱ κομψὲς κοπελιὲς τῶν μινωικῶν καὶ μυκηναϊκῶν τοιχογραφιῶν.
Οἱ μαίανδροι τοῦ γεωμετρικοῦ ρυθμοῦ - Ἑλληνικὴ πνευματικὴ κοσμογονία.
Ἡ λιτή, ἀφαιρετικὴ καὶ ἀποφασιστικὴ γραμμὴ τῆς κορινθιακῆς περικεφαλαίας, τὰ μάτια, ἡ μύτη, δυὸ-τρεῖς χάλκινες γραμμές· ἡ ἀσπίς καὶ τὸ δόρυ· ἡ ὁπλιτικὴ φάλαγξ, ἔκφρασις δημοκρατίας· ἡ ἅμιλλα, ὁ ἀγών.
Ἡ λιτότης καὶ ἡ στιβαρότης τοῦ δωρικοῦ κίονος, συνδυασμένη μὲ τὴν λεπτότητα καὶ κομψότητα (ἔξ ἴσου λιτὴ) τοῦ ἰωνικοῦ.
Καὶ οἱ ἀρμονικές καμπύλες τῶν ταπεινῶν ξωκκλησιῶν μας, ἕνα μὲ τὴν γραμμὴ τῶν λοφίσκων καὶ τῶν βουνῶν μας.
Οἱ πολύχρωμες, ἀριστοκρατικές, ἀρχοντικὲς ψηφίδες τοῦ Βυζαντίου.
Οἱ ψιλὲς καὶ οἱ δασεῖες καὶ οἱ ὑπογεγραμμένες, ἡ χαμένη -ὄχι ἀκόμη- τέχνη τῆς γραφῆς μας· τὰ ταπεινὰ στολίδια ποὺ ἀντηχοῦν τοὺς ἀρχαίους κυματισμούς τῆς γλώσσας μας.
Τὰ δρομάκια τοῦ Πικιώνη στοῦ Φιλοπάππου.
Τὰ ἀκροκέραμα τῶν παλιῶν ἀθηναϊκῶν σπιτιῶν.

Ὅ,τι ἀντηχεῖ τὴν Μητέρα Γῆ μας. Οἱ κυματιστοὶ ἀμπελῶνες καὶ τὰ ὑπέρθυρα τῶν ἐκκλησιῶν τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη. Τὸ Φῶς καὶ τὴν Γραμμή της, ποὺ λέγει ὁ Γιαννόπουλος («αὐτὸς ὁλόκληρος ὁ Γήινος Γραμμικὸς καὶ Χροϊκὸς Χορός, ὁ ὑμνῶν τὴν Δόξαν τοῦ Παγκάλου Τρελλοθεοῦ τῆς Ἑλλάδος»), τὶς πολυποίκιλες, μικροσκοπικὲς καὶ μεγάλες φρακταλικὲς ἐκφάνσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Χάους, ποὺ λέγει ὁ Παῦλος Δημοτάκης.

Οἱ λοφίσκοι καὶ οἱ κολπίσκοι, οἱ κυματισμοὶ καὶ τὰ βότσαλα τῆς ἀκρογυαλιᾶς, τὰ κουκουνάρια καὶ οἱ πευκοβελόνες (Ὁ Γιῶργος Σεφέρης γράφει στὸν Γεώργιο Θεοτοκά: «Φάγαμε τὰ νιάτα μας γυρεύοντας τὴν περίφημη ἑλληνικὴ πραγματικότητα. Καὶ ἡ ἑλληνικὴ πραγματικότητα ἦταν μπροστά μας καὶ δὲν τὴν βλέπαμε, ἕνα βελόνι πεύκου.»), ὁ βασιλικὸς καὶ τὸ γλυκὸ τοῦ κουταλιοῦ («Τὸ νερὸ μὲ τὸ γλυκὸ τοῦ κουταλιοῦ, ἡ ἀνατολίτικη συνήθεια, καὶ ὁ καφὲς εἶναι ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες μικρὲς χαρὲς τῆς καθημερινῆς ζωῆς, καὶ ἡ πρώτη ἀπόλαψη ποὺ ἀποζητοῦμε μόλις σηκωθοῦμε ἀπὸ τὸν ὕπνο. [...] Καὶ μιὰ γλάστρα μὲ βασιλικὸ μπορεῖ νὰ συμβολίζει τὴν ψυχὴ τοῦ ἔθνους καλλίτερα ἀπὸ ἕνα δράμα τοῦ Αἰσχύλου.» (Ἴων Δραγούμης, «Ἑλληνικὸς Πολιτισμός», 1914.)). «Γῆς παῖς εἰμι καὶ Οὐρανοῦ ἀστερόεντος» (Ὀρφεύς, ἀπόσπ. 17)


Ἡ ὑπέροχη ἐκδοχὴ τοῦ Ἕλληνα.

Ὁ Περικλῆς Γιαννόπουλος.


Αὐτὸ ποὺ μὲ χαλάει.

Οἱ νεοέλληνες καὶ ὁ ἑαυτός μου.


Παράγει πολιτισμὸ ὁ Ἕλληνας τῆς νέας ἐποχῆς ἢ μένει προσκολλημένος σὲ μιὰ ρητορικὴ ἑλληνικότητα;

Χειρότερα. Ἐγκαταλείπει πλέον συνειδητὰ ὁ ἀφελληνισμένος, «παγκοσμιοποιημένος», «προοδευτικός», εὐκαιριακὸς πάροικος τῆς Ἑλληνικῆς Γῆς ἀκόμη καὶ τὴν ρητορικὴ Ἑλληνικότητα. Σὲ σημεῖο ὥστε συχνὰ ἡ «ρητορικὴ ἑλληνικότης», δηλαδὴ ὁ φονταμενταλισμός, νὰ καθίσταται προσωρινῶς ἀναγκαῖος, ἔσχατη ἄμυνα, μήπως καὶ μέσα στὸ σχῆμα διασωθῇ κάτι ἀπὸ τὴν οὐσία, ἔστω σὲ λανθάνουσα κατάστασι, γιὰ νὰ τὸ ἀνακαλύψουμε καὶ νὰ τὸ καλλιεργήσουμε καὶ πάλι, ὅταν ἡ νεοταξικὴ λαῖλαψ κοπάση.

Ὑπ᾿ αὐτὲς τὶς συνθῆκες ὁ νεοέλλην (Ἑλληνέζος, κατὰ τὸν ἐκδότη τοῦ θρακιώτικου «Ἀντιφωνητοῦ» Κώστα Καραΐσκο) ἔχει ἐγκαταλείψει κάθε γνήσια, ἑλληνικὴ πολιτιστικὴ δημιουργία. Ὑπάρχουν μόνον Κρυφὰ Σχολειά. Ἑλληνοκεντρικοὶ σύλλογοι καὶ ὁμάδες πρωτοβουλίας. Σκῆτες στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ στὰ μοναστήρια. Μοναχικοὶ καλλιτέχνες, δημιουργοί, ἄγνωστοι Ἕλληνες ποὺ νιώθουν ἀκόμη στὶς φλέβες τους τὴν βοὴ τοῦ πανάρχαιου ρυακιοῦ τοῦ Γένους. «Ἡ ἀρχαία ψυχὴ ζῇ μέσα μας ἀθέλητα κρυμμένη». (Κωστῆς Παλαμᾶς, «Ἴαμβοι καὶ Ἀνάπαιστοι») Περιμένοντας.


Μὲ ποιὰ ταυτότητα οἱ Ἕλληνες περιέρχονται στὸν σύγχρονο κόσμο;

Μὲ τὸν ἀριθμὸ τοῦ λοβοτομημένου τροφίμου φρενοκομείου. Ἀλλ᾿ ἔσσεται ἦμαρ.


Τὸ ἑλληνικό μου «γιατί» κι ἕνα «πρέπει» ποὺ πέταξα.



Ὁ Ἕλληνας ποιητής μου.

Ὁ Περικλῆς Γιαννόπουλος.

Θὰ ἔλεγα, ὁ Καβάφης - ἀλλὰ εἶναι τῆς μόδας νὰ τὸν ἐπικαλοῦνται πολλοί, γιὰ λάθος λόγους. Νὰ τὸν ἐπικαλοῦνται ὡς παράδειγμα... κοσμοπολίτου, προτύπου τῆς σημερινῆς ἐθνομηδενιστικῆς παγκοσμιοποιήσεως, ἐνῷ εἶναι τὸ ἀντίδοτο σὲ αὐτήν· μᾶς διδάσκει τὶ σημαίνει ζωντανὴ ἑλληνικότης, μὲ ἑλληνικὴ ἀρχοντιὰ καὶ «ποικίλη δράσι τῶν στοχαστικῶν προσαρμογῶν», χωρὶς νεοελλαδικὴ μειονεξία, μέσα στὴν παγκοσμιοποίησι. Καὶ τὶ σημαίνει ζωντανὴ ἱστορικὴ μνήμη καὶ θερμὸς πατριωτισμὸς χωρὶς μειονεκτικὴ περιχαράκωσι καὶ ὀπισθοδρόμησι.

Κάλβος. Ἡ λιτή, αὐστηρή, ὑψιπετὴς λύρα τῶν αἰώνων.

Φυσικά, πάντοτε, ὁ παπποῦς Ὅμηρος. Καὶ ὁ Ἠράκλειτος, καὶ ὁ Πλάτων, και ὁ Ρωμανός. Καὶ ψηλὰ στὶς χιονισμένες βουνοκορφὲς τοῦ Ὀλύμπου, τὸ Δημοτικὸ Τραγοῦδι.


Ἡ ἀδιαπραγμάτευτη ἑλληνικὴ ἀλήθεια μου.

Γνῶμες, καρδιές, ὅσοι Ἕλληνες, ὅ,τι εἶστε μὴν ξεχνᾶτε,
δὲν εἶστε ἀπὸ τὰ χέρια σας μονάχα, ὄχι. Χρωστᾶτε
καὶ σὲ ὅσους ἦρθαν, πέρασαν, θὰ ᾿ρθοῦνε, θὰ περάσουν.
Κριτές, θὰ μᾶς δικάσουν
οἱ ἀγέννητοι, οἱ νεκροί.

(Κωστῆς Παλαμᾶς)


Ἡ ὁδὸς τῶν Ἑλλήνων στὸν παγκόσμιο χάρτη - ὁρίστε την.

Ὁρίζονται καὶ χαρτογραφοῦνται τὰ οἰκόπεδα καὶ οἱ δρόμοι τῆς γῆς, ὄχι τῶν αἰθέρων. Καὶ  ἡ Ἑλλάς:

Στὴν Ἀσία ἂν ἀγγίζει ἀπὸ τὴ μιά,
τῆς Εὐρώπης λίγο ἂν ἀκουμπᾶ,
στὸν αἰθέρα στέκει, νά!
καὶ στὴν θάλασσα μόνη της.

(Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἄξιον Ἐστί»)

Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2008

Βιβλία, Ἕλληνες καὶ Πέρσες, πονηρὲς δραστηριότητες τοῦ Ἀπόλλωνος καὶ ἐθνικιστικὸ μανικιούρ

Ὅλοι οἱ «φιλειρηνιστὲς» ἔπνεαν μένεα κατὰ τῶν «300» τοῦ Μίλερ. Μᾶς εἶχαν πρήξει τ᾿ αὐτιά. (Βεβαίως, ἦταν ὀδυνηρὴ ἔκπληξις γι᾿ αὐτούς, ὅτι ἐν μέσῳ τῆς «ἐπιχειρήσεως Ρεπούση», θὰ ξυπνοῦσε τὸν πατριωτισμὸ καὶ μάλιστα τὴν ὑπερηφάνεια τῶν Ἑλλήνων μιά... χολλυγουντιανὴ ταινία! Θυμοῦμαι τὶς ἀντιδράσεις τῶν «προοδευτικῶν» τὴν ἐπομένη τῆς πρεμιέρας: θρῆνος, κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμός. Ἐπ᾿ αὐτοῦ μπορεῖτε νὰ δεῖτε τὴν ἱστοσελίδα μου: «300, ἡ ταινία: κρίσεις καὶ ἐπικρίσεις».)

Ποιός εἶναι αὐτός, ὅμως, ποὺ οὐσιαστικά ἐκάλυψε τὶς πραγματικὲς ἐλλείψεις τῆς ταινίας (ἡ ὁποία, ὡς χολλυγουντιανὸ ὑπερθέαμα, ἐννοεῖται ὅτι οὔτε μποροῦσε οὔτε ἤθελε νὰ καλύψῃ); Ποιός ἐμόχθησε γιὰ νὰ μᾶς δείξῃ τὴν πραγματικὴ ἑλληνικὴ κληρονομιά, τὴν ὁποία ὑποτίθεται ἡ ταινία διέστρεφε; Ποιός ἀπάντησε στὴν ἀντιπερσικὴ ὑστερία τῆς Δύσεως; Κανένας «προοδευτικός»; Ὄχι βεβαίως. Αυτοὺς κατὰ βάθος δὲν τοὺς πείραζε ἐὰν ἐδυσφημοῦντο οἱ Πέρσες, τοὺς ἐνοχλοῦσε ποὺ ἐτιμῶντο οἱ Ἕλληνες.

Ὄχι, κανένας προοδευτικός. Αὐτὸς ποὺ ἀπάντησε σὲ ἐτοῦτα τὰ ἐρωτήματα ἦταν ἕνας... «ὀπισθοδρομικός ἐθνικιστής»! Ὁ Δάσκαλος Σαράντος Καργάκος, με τὴν μνημειώδη δίτομη «Ἱστορὶα τῆς Ἀρχαίας Σπάρτης» (μετὰ τὴν τρίτομη «Ἱστορία τῶν Ἀρχαίων Ἀθηνῶν»), μᾶς ἔδειξε τὴν πραγματικὴ Σπάρτη, χωρὶς προκαταλήψεις καὶ μυθεύματα. Μᾶς ἔδειξε προπαντὸς ὅτι ἡ πολιτεία τῆς Σπάρτης ἐσήμαινε πολλὰ περισσότερα ἀπὸ μιὰ πολεμικὴ μηχανή.

Τώρα μὲ τὸ νέο βιβλίο του, «Οἱ Πέρσες κι ἐμεῖς: Γιὰ μιὰ πολιτικὴ γνωριμίας - Ἱστορικὸ καὶ ταξιδιωτικὸ ὁδοιπορικό» (ἐκδ. Σιδέρης, 2008), μετὰ τοὺς Ἀθηναίους καὶ τοὺς Σπαρτιάτες, ἔρχεται νὰ μᾶς γνωρίσῃ καὶ τοὺς Πέρσες! Ἕναν ἀρχαῖο, σπουδαῖο πολιτισμό, μὲ τὸν ὁποῖον μᾶς συνδέουν πολλά. Ἔρχεται ὁ... ὀπισθοδρομικός ἐθνικιστής Καργάκος, γιὰ μᾶς δείξῃ οὐσιαστικὰ ὅτι μποροῦμε νὰ ὑπερηφανευόμεθα γιὰ τὶς Θερμοπύλες χωρὶς νὰ εἴμεθα... ἀντι-ἰρανοὶ ὑπηρέτες τῶν ΗΠΑ καὶ ὀπαδοὶ τοῦ Μπούς! Ἔρχεται ὁ Καργάκος νὰ μᾶς δείξῃ μετὰ ἀπὸ τόσους αἰῶνες ἄλλοτε βίαιης ἀντιπαραθέσεως καὶ ἄλλοτε ἐποικοδομητικῆς ἀλληλεπιδράσεως, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ παλαιὸ χυμένο αἷμα καὶ ἡ ἀρχαία κληρονομιὰ ἀμφοτέρων τῶν λαῶν μᾶς ἐνώνει σήμερα ἀπέναντι στὴν νεοταξικὴ ἰσοπέδωσι.

Τὸ βιβλίο ἔχει δύο μέρη:
Τὸ πρῶτο μέρος εἶναι μιὰ ἱστορικὴ ἀναδρομὴ τῶν σχέσεων Ἑλλήνων καὶ Περσῶν, ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα μέχρι σήμερα.
Στὸ δεύτερο, εἶναι ἕνα ταξιδιωτικὸ ὁδοιπορικὸ τοῦ ἰδίου τοῦ συγγραφέως ἀπὸ τὴν σύγχρονη Περσία! Συνοδεύεται δὲ ἀπὸ ἀρκετὲς φωτογραφίες τοῦ συγγραφέως.
Στό τέλος μάλιστα ὁ Σαράντος Καργάκος παραθέτει περσικὲς πηγὲς ποὺ τεκμηριώνουν τὴν ἑλληνικότητα τῆς Μακεδονίας καὶ καταλήγει ἐπισημαίνοντας ὅτι τὸ Ἰρὰν δὲν ἔχει ἀναγνωρίσει τὰ Σκόπια ὡς «Δημοκρατία τῆς Μακεδονίας»!

Εὖγε στὸν χαλκέντερο Σαράντο Καργάκο, ὁ ὁποῖος ἔχει ἤδη ἄλλα δυὸ- τρία βιβλία στὰ σκαριά (γιὰ τὴν Ἐπανάστασι τοῦ 1821 καὶ τὰ ἡρωικὰ πρότυπα ποὺ ἄφησε κληρονομιὰ σὲ ἐμᾶς, καὶ ἄλλα θέματα.)

Γιά τὸ ἴδιο βιβλίο, ἀπὸ τὸ ἱστολόγιο «Βιβλία».

...

Ἕνα ἄλλο βιβλίο ποὺ ἔπεσε στὰ χέρια μου ἦταν τὰ «Μυθολογικὰ παράδοξα καὶ ἕνα διήγημα» τῆς Ἑλένης Λαδιᾶ (ἐκδ. Gema, Ἀθήνα 2007). Μὴν ἀνησυχεῖτε, λέγοντας «παράδοξα» δὲν ἐννοεῖ ἀρχαῖα διαστημόπλοια, ὑπερόπλα καὶ ὁμάδες Ἔψιλον· ἡ συγγραφεὺς εἶναι σοβαρή. Γράφει γιὰ παράξενα τῆς Ἑλληνικῆς Μυθολογίας, προσθέτοντας καὶ μερικοὺς δικούς της στοχασμούς.

Ἂς μεταφέρω ἐδῶ ἕνα ἀπόσπασμα. Τί απ᾿ ὅλα; Ἄ ναί, τὸ ἐξῆς φαιδρόν, γιὰ τὶς πονηρὲς δραστηριότητες τοῦ Ἀπόλλωνος (ἡ ἐπιλογὴ τοῦ θέματος σκοπὸ ἔχει τὴν αὔξησι τῶν ἀναγνωστῶν μου - ἢ τῶν ἀναγνωστριῶν μᾶλλον...):

Σελὶς 45, περὶ Ὑπερβορείων:
«Ὁ ποιητὴς θεωρεῖ τὴν χώρα τῶν Ὑπερβορείων χώρα τῶν ἀθανάτων: «ναυσὶ σ᾿ οὔτε πεζὸς ἰὼν (κεν) εὕροις/ἐς ὑπερβορέων ἀγῶνα θαυμαστὰν ὁδόν» [Πινδάρου, Πυθιόνικος X, μτφρ. Τάσος Ροῦσσος, Κάκτος]. Δὲν μπορεῖ νὰ φτάσει κανεὶς ἐκεῖ οὔτε μὲ καράβι οὔτε πεζῆ. Μόνο ὁ Περσεύς, λέγει, ἔφτασε καὶ μπῆκε στὶς οἰκίες τους. Σὲ ἐκείνη τὴν εὐδαίμονα χώρα ὅλοι τραγουδοῦν, χορεύουν, γλεντοῦν, μὲ τὰ μαλλιὰ δεμένα σὲ χρυσὲς δάφνες, ἐνῶ ἠχεῖ ὁ ἀέρας ἀπὸ τὸ βουητὸ τῶν αὐλῶν. Ἀσθένειες καὶ ὀλέθρια γηρατειὰ δὲν ἀγγίζουν τὴν ἱερὴ φυλή, ποὺ δὲν μοχθεῖ γιὰ τίποτα. Εἶναι ἕνας λαὸς ποὺ ἀγαπᾷ τὸν Ἀπόλλωνα καὶ τοῦ θυσιάζει ἑκατόμβες ὄνων. Καὶ ὁ θεὸς «χαίρει, γελᾷ θ᾿ ὁρῶν ὕβριν ὀρθίαν κνωδάλων».

»Τὶ ἀντιθετικό! ἕνας τόσο καλαίσθητος καὶ ἱερὸς λαὸς βάζει τὸν θεό του νὰ χαίρεται μὲ τὶς ὀνοθυσίες καὶ τὰ ὀρθούμενα μόρια τῶν ἐρεθισμένων ζώων. Κι ἕνας θεός, ποιητὴς καὶ μουσηγέτης, ποὺ τὰ ἄφθονα δάκρυά του, ὅπως ἀφηγοῦνται οἱ Κέλτες, πλημμύρισαν τὶς ὄχθες τοῦ Ἠριδανοῦ, καθὼς πήγαινε στὴν χώρα τῶν Ὑπερβορείων, ἀφήνοντας πίσω τὸν νεογέννητο γιό του Ἀσκληπιὸ καὶ τὴν κατοικία τῶν θεῶν, κατὰ τὴν διαταγὴ τοῦ Διός, νὰ εὐχαριστεῖται μὲ τέτοια ἔθιμα [Ἀπολλωνίου Ροδίου, Ἀργοναυτικά, Δ 609-618, μτφρ. Ἀναστάσιος Δ. Βολτής, Καρδαμίτσα, 1988].

»Αὐτὴ ὅμως εἶναι ἡ ἑλληνικὴ ὀπτική: ἡ ἀρμονία τῶν ἀντιθέτων, ἡ χαρμολύπη, ὁ κλαυσίγελος.»

Σημειώνω ἐγὼ ὅτι αὐτὰ τὰ γράφει ὁ σοβαρὸς καὶ ὑψιπέτης Πίνδαρος, ὄχι κάποιος ἐλευθεριάζων τῶν Ἑλληνιστικῶν ἢ Ρωμαϊκῶν χρόνων· ἄρα εἶναι αὐτὸ ποὺ λέγει ἡ συγγραφεύς, καὶ περισσότερο ἀκόμη, θὰ ἔλεγα, γνήσιος, ἀρχαῖος, ἁγνὸς καὶ φυσικὸς παγανισμός - ἡ ἀρχέγονη φυσικὴ ζωή, ἐννοῶ, ἡ ἑνότης μὲ τὴν φύσι.

...

Κατὰ τ᾿ ἄλλα, οἱ Ὀλυμπιακοὶ Ἀγῶνες τελείωσαν, ἔβγαλαν τὸ ἄχτι τους οἱ προοδευτικάριοι καταγγέλλοντας τὸν ἀθλητικό... «ἐθνικισμό», ἀλλὰ τοὺς ξέφυγε τὸ ἐξῆς... φαιὸ καὶ ἀποκρουστικὸ ἐθνικιστικὸ κροῦσμα· προσέξτε τὸ βάψιμο τῶν νυχιῶν τῆς πρωταθλήτριάς μας, τῆς Πηγῆς Δεβετζῆ! Τρομερό! Νὰ τῆς κοποῦν τὰ δάκτυλα, σὲ λαϊκὸ δικαστήριο στὰ Ἐξάρχεια!

Σάββατο, 9 Αυγούστου 2008

Τὰ κινεζάκια τραγουδοῦν Ἑλληνικά


Πεκίνο, 8 Αὐγούστου 2008. Τὰ κινεζάκια ψάλλουν τὸν Ὀλυμπιακὸ Ὕμνο στὰ Ἑλληνικά. (Βίντεο τῆς ΝΕΤ, ὑπότιτλοι τοῦ γράφoντος.) [Download avi (23,7 MiB)]


ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ ΥΜΝΟΣ

Τοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ

Ἀρχαῖο Πνεῦμα ἀθάνατο, ἁγνὲ πατέρα
τοῦ ὡραίου, τοῦ μεγάλου καὶ τ᾿ ἀληθινοῦ
Κατέβα, φανερώσου κι ἄστραψε ᾿δῶ πέρα
στὴ δόξα τῆς δικῆς σου γῆς καὶ τ᾿ οὐρανοῦ

Στὸ δρόμο καὶ στὸ πάλεμα καὶ στὸ λιθάρι
Στῶν εὐγενῶν ἀγώνων λάμψε τὴν ὁρμὴ
Καὶ μὲ τὸ ἀμάραντο στεφάνωσε κλωνάρι
καὶ σιδερένιο πλάσε κι ἄξιο τὸ κορμὶ
καὶ σιδερένιο πλάσε κι ἄξιο τὸ κορμὶ

Κάμποι, βουνὰ καὶ θάλασσες φέγγουνε μαζί σου
σὰν ἕνας λευκοπόρφυρος μέγας ναὸς
Καὶ τρέχει στὸ ναὸ ἐδῶ προσκυνητής σου
Καὶ τρέχει στὸ ναὸ ἐδῶ προσκυνητής σου
Ἀρχαῖο Πνεῦμα ἀθάνατο, κάθε λαός, κάθε λαὸς
Ἀρχαῖο Πνεῦμα ἀθάνατο, κάθε λαὸς

* * *

«Μετὰ τὸν Ὀλυμπιακὸ Ὕμνο, ἄκουσα κάτι σχόλια στὴ ΝΕΤ ὅπως «πολύ συγκινητικό». Δὲν εἶναι συγκινητικό! Εἶναι συγκλονιστικὸ καὶ σπαραχτικὸ καὶ ΤΕΡΑΣΤΙΟ! Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ δυνατὰ ταρακουνήματα ποὺ ἔχω φάει στὴ ζωή μου! Μὲ ἄφησε μὲ μάτια θολὰ καὶ τὸ χέρι στὴν καρδιά. Ὄχι, δὲν ὁρκιζόμουν. ΠΟΝΕΣΑ!

Οἱ Ὀλυμπιακοὶ Ἀγῶνες, περισσότερο ἀκόμα καὶ ἀπὸ ἕνα μετάλλιο στὸ κουτσὸ ἢ στὴν πρωτελιά, ἀποτελοῦν ἀχανῆ ἔκφραση ΤΙΜΗΣ πρὸς τὴν Ἑλλάδα.

Ξυπνᾶτε καὶ προβληματισθῆτε ΠΩΣ αὐτὴ ἡ ἐξαίσια προνομιακή μας θέση στὸ πάνθεο τῶν πολιτισμῶν θὰ διαφυλαχθῇ ὡς κόρη ὀφθαλοῦ!»

(Ἠλίας Μπαζίνας, «Φίλαθλος», 9-8-2008)

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2008

Τιμὴ καὶ δόξα στοὺς πολεμιστές, καταφρόνια στοὺς Ἰοῦδες

Ράντοβαν Κάρατζιτς
ἥρωας τῶν λαῶν τῶν Βαλκανίων


Ὁ ἀγὼν συνεχίζεται. Ἔσσεται ἦμαρ.

(Κατάρα στοὺς Ἰοῦδες: Μπόρις Τάντιτς, Ἴβιτσα Ντάτσιτς)

* * *

Ράντοβαν Κάρατζιτς: «Ἐμεῖς πολεμᾶμε ἔχοντας στὸ πλευρό μας μόνο τὸν Θεὸ καὶ τοὺς Ἕλληνες.»

Σάββατο, 19 Ιουλίου 2008

Ἕλληνες καὶ Φύσις (Ἕνα ἀπαγορευμένο κείμενο τῆς Κατοχῆς)

  • Ποία ἡ σχέσις τῶν Ἑλλήνων μὲ τὴν Φύσι; Γιατί οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες δὲν ἦταν «φυσιολάτρες» (μὲ τὴν σύγχρονη ἔννοια τῆς λέξεως) καὶ ἡ τέχνη τους ἀδιαφόρησε γιὰ τὸ φυσικὸ τοπίο; Γιατί ἡ σύγχρονη φυσιολατρία δὲν ἔχει πραγματικὴ σχέσι μὲ τὸ Ἑλληνικὸ Πνεῦμα (καὶ τὸν ἀρχαῖο κόσμο γενικῶς); Τί εἶπε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γιὰ τὴν ἔνθεη Ἑλληνικὴ Φύσι;
  • Ποία ἡ σχέσις Φύσεως καὶ Πνεύματος στὴν Ἑλληνικὴ Ἰδέα;
  • Πῶς ἡ ἔνθεη Ἑλληνικὴ Φύσις ἐγέννησε καὶ διεμόρφωσε τὸν Ἕλληνα ἄνθρωπο;
  • Τί λέγει ὁ Ἀριστοτέλης γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ «μεσότητα», τὴν Φύσι καὶ τὸν Ἕλληνα ἄνθρωπο; Ποία ἡ διαφορὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἀπὸ τὸν ἐξωστρεφή, φαούστειο Βορρὰ (καὶ Δύσι) καὶ τὴν ἐσωστρεφὴ Ἀνατολή;
  • Ποῖος εἶναι Ἕλλην καὶ ποῖος βάρβαρος;
   Σὲ αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα ἀπαντᾷ τὸ καταπληκτικὸ κείμενο τοῦ Γ.Χ. Κανελλακοπούλου, γραμμένο ἐπὶ Κατοχῆς, ἀπαγορευθὲν ἀπὸ τὴν λογοκρισία τῶν κατακτητῶν καὶ δημοσιευθὲν σὲ τεῦχος τῆς «Νέας Ἑστίας» (1 Νοεμ. 1949), ἀγορασθὲν ἀπὸ παζάρι τοῦ Ε.Λ.Ι.Α. ἀπὸ τὸν γράφοντα. (Κατεβάστε το ἐπίσης σὲ MS-Word καὶ σὲ φωτογραφικὴ ἀνατύπωσι σὲ PDF. Ὁπτικὴ ἀναγνώρισις καὶ διόρθωσις ἀρχαίου κειμένου καὶ παραπομπῶν (μὲ ἀντιπαραβολὴ τοῦ TLG) ἀπὸ τὸν γράφοντα.)

   Θὰ μοῦ πεῖτε, τί σχέσι ἔχει αὐτὸ τὸ καταπληκτικὸ κείμενο μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς, μιᾶς ἄλλης χώρας ποὺ τὴν κατοικοῦσαν ἄλλοι ἄνθρωποι ποὺ μιλοῦσαν ἄλλη γλῶσσα, μὲ τὸ σημερινὸ παρακμιακὸ καὶ ἐκφυλιζόμενο τριτοκοσμικὸ Ἑλλαδιστάν καὶ τὴν «προοδευτικιά» του ψευδοδιανόησι; (Τὸ πολὺ πολὺ νὰ κατηγορήσουν σήμερα οἱ γενίτσαροι Δημητράδες τὸν Ἀριστοτέλη, τὸν Γ.Χ. Κανελλακόπουλο καὶ τὸν γράφοντα ὡς «ρατσιστές».) Σὲ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα δὲν δύναμαι νὰ ἀπαντήσω, δύναμαι μόνον νὰ διαβεβαιώσω ὅτι κάποιοι ἐξακολουθοῦν νὰ βρίσκονται στὶς ἐπάλξεις.

   «τὰ μὲν γὰρ ἐν τοῖς ψυχροῖς τόποις ἔθνη καὶ τὰ περὶ τὴν Εὐρώπην θυμοῦ μέν ἐστι πλήρη, διανοίας δὲ ἐνδεέστερα καὶ τέχνης, διόπερ ἐλεύθερα μὲν διατελεῖ μᾶλλον, ἀπολίτευτα δὲ καὶ τῶν πλησίον ἄρχειν οὐ δυνάμενα· τὰ δὲ περὶ τὴν Ἀσίαν διανοητικὰ μὲν καὶ τεχνικὰ τὴν ψυχήν, ἄθυμα δέ, διόπερ ἀρχόμενα καὶ δουλεύοντα διατελεῖ· τὸ δὲ τῶν Ἑλλήνων γένος, ὥσπερ μεσεύει κατὰ τοὺς τόπους, οὕτως ἀμφοῖν μετέχει. καὶ γὰρ ἔνθυμον καὶ διανοητικόν ἐστιν· διόπερ ἐλεύθερόν τε διατελεῖ καὶ βέλτιστα πολιτευόμενον καὶ δυνάμενον ἄρχειν πάντων, μιᾶς τυγχάνον πολιτείας.»
(Ἀριστοτέλης, «Πολιτικά», 1327b, 23)

John William Waterhouse, Ὅ Ὕλας καὶ οἱ Νύμφες 1896


ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΑ *

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΔΕΑ

Τοῦ Γ.Χ. Κανελλακοπούλου
(Περιοδικὸν «Νέα Ἑστία», ἔτος ΚΓ' - 1949, τόμος 49ος, τεῦχος 536, Ἀθῆναι, 1 Νοεμβρίου 1949, σελ. 1397-1399)

* Σημ. τ. «Νέας Ἑστίας». - Ἀπὸ τὰ κείμενα, ποὺ ἐμπόδισε ἡ λογοκρισία τῶν καταχτητῶν νὰ τυπωθοῦν. Βλ. Καὶ τὰ τεύχη 531 κ.ἐ. Φυσικά, ἔχει πολὺ καλὰ τὴ θέση του στὸ Ἀφιέρωμα τοῦτο, ποὺ ἀναφέρεται στὴν Ἑλληνική Ἰδέα.

Στὸν Καθηγητὴ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΤΣΑΤΣΟ

Ὁ Ἀλέξανδρος φυλάει τὴν Ἰλιάδα, σὲ χρυσῆ θήκη. Ὄχι τὸ δόρυ· πνεῦμα εἶναι ἡ Ἑλλάδα! «Νύχτες τοῦ Φήμιου (254)»

Κωστῆς Παλαμᾶς


   Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες πίστευαν ὅτι οἱ πρόγονοί τους εἶχαν γεννηθῆ, ὅπως ὁ Ἐρεχθεύς, ἀπὸ τὴ Γῆ (βλ. Πλάτωνος «Πολιτεία 414 Ε). Καὶ τὴ Γῆ τους ὅπου ἦταν ἐνταφιασμένοι ἐκεῖνοι τὴν ἀγαποῦσαν μὲ ἀκατάλυτο πάθος καὶ ἦταν πάντοτε ἕτοιμοι νὰ θυσιασθοῦν γιὰ τὴν ἐλευθερία της. Τὴν ἔβλεπαν σὰν κοινὴ μητέρα, ζοῦσαν βαθειὰ τὴ ζωή της καὶ πίστευαν ὅτι ὁ ἐαυτός τους εἶναι ἀναπόσπαστο στοιχεῖο της. Ἡ ἀρχαία ψυχὴ αἰσθανόταν τὰ φτερά της νὰ λυγίζουν ὅταν ἔχανε τὴ ζωντανὴ ἐπαφή της μὲ τὴν Ἑλληνικὴ φύση, ὅπως ἀκριβῶς ὁ μυθικὸς Ἀνταῖος ἔχανε τὴ δύναμή του ὅταν δὲν ἄγγιζε τὴ μητέρα του τὴ Γῆ. Ἀλλὰ τότε, γιατί ἡ ἀρχαία Τέχνη πρόσεξε τόσο ἐλάχιστα τὸ φυσικὸ τοπεῖο; Μιὰ τέτοια Φύση ὅπως ἡ Ἑλληνική, γεμάτη φῶς, ὀμορφιὰ καὶ ἀθανασία, πῶς δὲν ἔδωσε στὸν Ἕλληνα Καλλιτέχνη, ποὺ ὡς τόσο εἶχε βαθειὰ τὴν αἴσθηση, σύμβολα γιὰ νὰ ζωγραφίση τὰ μεγάλα ὁράματά του; Καὶ γιατί ὁ ἔρωτας ὁ Πλατωνικὸς ποῦ ἐκβαχεύει τὴν ψυχὴ καὶ τὴν ὑψώνει μέχρι τὸ ἀπόλυτο κάλλος, μέχρι τὴν καρδιὰ τοῦ Θεοῦ, ξεκινάει μονάχα, ἀπὸ τὸ ὡραῖο ἀνθρώπινο σῶμα, χωρὶς νὰ μεθύση τὴν ψυχὴ μὲ τὸ ἀθάνατο κάλλος ποὺ γεμίζει τὴ φύση; Σήμερα εἶναι δύσκολο νὰ καταλάβουμε βαθύτερα ὅ,τι οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ὀνόμαζαν φύση. Ἡ σύγχρονη «φυσιολατρεία», ὅπως τὴ διεμόρφωσε κυρίως τὸ Γαλλικὸ μυθιστόρημα, δὲν εἶναι παρὰ ἡ ρωμαντικὴ χαμένη ψυχικὴ ἐπαφὴ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴ φύση. Ἡ ἐπαφή, ὅμως, αὐτὴ στὴν Ἑλλάδα ἦταν ζωντανὴ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ ἀρχαίου πρὸς τὴ Γῆ του δὲν εἶχε τίποτε τὸ ρωμαντικό. Δὲν ἦταν νοσταλγία ἀλλὰ πραγματικότητα. Ἔπειτα, σήμερα πιστεύουν πὼς ἡ φύση εἶναι μιὰ «ἄψυχη ὕλη», ἕνας νεκρὸς κόσμος ποὺ λειτουργεῖ μηχανικά. Ἀντίθετα οἱ Ἕλληνες πίστευαν ὅτι ἡ φύση εἶναι ἔμψυχη, εἶναι κάτι ποὺ ἔχει τὴν ἀρχὴ τῆς ζωῆς του μέσα του, μιὰ ἀδιάκοπη πνευματικὴ ἐνέργεια, πρὸς ὡρισμένο τέλος (Βλ. Κ. Γεωργούλη, Ἀριστοτέλους «Πρώτη Φιλοσοφία» σελ. VIII κ.ἑ.). Γιὰ τὴ μεσαιωνικὴ φιλοσοφία, ἡ φύση εἶναι natura naturata, δηλ. ἕνα φθαρτὸ σύνολο ὑλικῶν δημιουργημάτων. Γιὰ τὴν Ἑλληνική, ὅμως, ἀντίληψη τὰ πάντα εἶναι «πλήρη Θεῶν», γιατί τὰ πάντα κοινωνοῦν μὲ τὸ πνεῦμα (Βλέπε Πλάτωνος «Νόμοι» 899 Β). Ἀλλὰ ἂν ἡ σχολαστικὴ θεολογία ἀρνήθηκε ἀπόλυτα τὴν Ἑλληνικὴ ἀντίληψη γιὰ τὴ φύση, τὸ ἔκανε γιατί ποτὲ δὲν μπόρεσε νὰ δῆ, τὸ πνεῦμα ποὺ «ζωογονεῖ», ἀφοῦ καὶ τὸ Χριστὸ ποὺ εἶναι ἀπόλυτη ἐλευθερία, τὸν ἔκανε «δόγμα». Μόνο στὸν Ἀπόστολο Παῦλο φανερώθηκε μὲ ὁλόκληρο τὸ οὐράνιο καὶ φοβερὸ μεγαλεῖο του, τὸ Πνεῦμα, ὅταν διώκτης του πλησίαζε πρὸς τὴ Δαμασκό. Καὶ ὁ Παῦλος βρίσκεται πολὺ κοντὰ στὴν ἑλληνικὴ ἀντίληψη. Ὅταν μίλησε πρὸς τοὺς Ἀθηναίους, στὸν Ἄρειο Πάγο, τοὺς εἶπε ὅτι ἴσως μπορέσουν νὰ ψηλαφήσουν καὶ νὰ βροῦν τὸν «ἄγνωστο Θεό», γιατί δὲν εἶναι καθόλου μακρυά τους. «Ἐν αὐτῷ γάρ, ἐπρόθεσε, καὶ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμὲν ὡς καί τινες τῶν καθ᾿ ὑμᾶς ποιητῶν εἰρήκασι» (Βλέπε Πράξεις ιζ' 22-29). Καὶ πραγματικὰ ὁ Θεὸς δὲν ἦταν καθόλου μακρυά τους. Ἦταν μέσα τους καὶ γύρω τους. Πουθενὰ ἀλλοῦ ἡ φύση δὲν εἶναι τόσο ἔνθεη ὅσο εἶναι στὴν Ἑλλάδα.

William-Adolphe Bouguereau, Νύμφες καὶ Σάτυρος, 1873

   Ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ ἔχουμε πάντοτε στὸ νοῦ μας ἂν θέλουμε νὰ συλλάβουμε βαθύτερα τὸ θρησκευτικὸ δεσμὸ τῆς ἀρχαίας ψυχῆς πρὸς τὸ χθόνιο καὶ τὸ γήϊνο. Μόνο μ᾿ αὐτὴ τὴ βασικὴ προϋπόθεση θὰ μπορέσουμε νὰ καταλάβουμε γιατί μιὰ nature morte ἦταν κάτι ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ ἐμπνεύση τὸν Ἕλληνα Καλλιτέχνη, ἄφοῦ ὅ,τι ὡραῖο ὑπῆρχε γι᾿ αὐτὸν στὴ φύση ἦταν ἡ ζωντανὴ παρουσία τῶν θεῶν καὶ τῶν θείων ὑπάρξεων τοῦ Ποσειδῶνος, τοῦ Πανός, τῶν Σατύρων, Ἀμαδρυάδων, τῶν Νυμφῶν κ.λπ. Γιατί καὶ οἱ Θεοὶ εἶχαν τὴν ἴδια μὲ τοὺς θνητοὺς Ἕλληνες μητέρα. Ἦταν Θεοὶ χθόνιοι «Ἓν ἀνδρῶν, ἓν θεῶν γένος. Ἐκ μιᾶς δὲ πνέομεν μητρὸς ἀμφότερον», ἔψαλε ὁ μεγάλος μύστης τῆς ἀρχαιότητος Πίνδαρος (Νέμεα ΣΤ') γιατί γνώριζε τὴν ἀσύλληπτη ἀπὸ τοὺς ἀμύητους ἀλήθεια, τῆς ἀπόλυτης ἑνότητας τοῦ φυσικοῦ καὶ τοῦ πνευματικοῦ κόσμου, τοῦ αἰσθητοῦ καὶ τοῦ νοητοῦ, τοῦ χρονικοῦ καὶ τοῦ αἰωνίου, τοῦ ἀνθρώπινου καὶ τοῦ θείου. Πίσω ἀπὸ τὸν ἥλιο, πρὸς τὸν ὁποῖον ἔκανε συχνὰ τὴν προσευχὴ του ὁ Σωκράτης, ἔβλεπε τὰ φωτοβόλα μάτια τοῦ Ἀπόλλωνος. Κι ὁ Ἀλκιβιάδης ἔμοιαζε μὲ τοὺς Σιληνοὺς ποὺ ἂν τοὺς ἄνοιγες στὰ δυό, ἔβλεπες ὅτι Ἔχουν μέσα τοὺς ἀγάλματα Θεῶν! Ἔπειτα οἱ ἀρχαῖοι ἦταν ἀδύνατο νὰ καταλάβουν τὸ ὡραῖο, τὸ «καλόν», χωρὶς τὸ ἀγαθό, ὅπως καὶ ἀντίθετα τὸ ἀγαθὸ χωρὶς τὴν ὡραιότητα ποὺ δὲν ἦταν μονάχα ἐξωτερικὴ ἰδιότητα ἀλλὰ εἶχε καὶ ἐσωτερικὴ ἀνταύγεια. Στὸ ὡραῖο ζητοῦσαν πάντοτε τὶς ἰδιότητες τοῦ ἤθους καὶ τοῦ πνεύματος, ποῦ θὰ ἔκαναν δυνατὴ τὴ βλάστηση τῆς ἀρετῆς. Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς ἡ ἀρχαία Τέχνη καὶ γενικώτερα τὸ ἀρχαῖο πνεῦμα συγκέντρωσε τόσο ἀποκλειστικὰ τὴν προσοχή του πρὸς τὸ ἀνθρώπινο σῶμα ποὺ «ἐν αὐγῇ καθαρᾷ» δὲν ἦταν παρὰ «Ὁρατὴ ψυχὴ» (Βλέπε Ι. Συκουτρῆ Πλάτωνος Συμπόσιον, σελ. 54 κ.ἐ.).

Sir John Everett Millais, Ὀφηλία, 1852

   Ὁ Πλάτων, λίγες στιγμὲς πρὶν πεθάνει, εὐχαρίστησε τοὺς Θεοὺς γιατί εἶχε γεννηθεῖ Ἕλληνας. (Βλέπε Πλουτάρχου, Μάριος 46). Καὶ ἡ ἰδανικὴ Πολιτεία ποὺ ἐσχεδίασε γιὰ νὰ ὑπάρχη στὸν Οὐρανὸ αἰώνιο παράδειγμα, ἔπρεπε νὰ εἶναι Ἑλληνική. «Τί δε δή; ἔφην· ἣν σὺ πόλιν οἰκίζεις, οὐχ Ἑλληνὶς ἔσται; Δεῖ γ᾿ αὐτὴν, ἔφη.» (Βλέπε Πλάτωνος «Πολιτεία» 470e). Ἀλλὰ τί ἦταν ἐκεῖνο ποὺ ἐγέμιζε τὴν Πλατωνικὴ ψυχή, μὲ θεῖον ἔρωτα πρὸς τὴν Ἑλλάδα; Εἶναι, πιστεύουμε, φανερὸ ὅτι ὁ Πλάτων εἶχε κατορθώσει νὰ δῆ ὁλοκάθαρη τὴν Ἑλληνικὴ Ἰδέα. Ὁ Πλάτων, ὅπως εἶναι γνωστό, εἶχε πνευματικὴ ἐνόραση τοῦ παντός. Ἦταν κάτι περισσότερο ἀπὸ ἀληθινὸς φιλόσοφος, ἦταν σοφός, κι ἂς γράφει ὁ ἴδιος στὸ «Φαῖδρο» (2789) ὅτι μονάχα τὸ θεὸ πρέπει νὰ λέμε σοφό. Περιγραφή, βέβαια, τῆς ἰδέας αὐτῆς δὲν μᾶς ἔδωσε, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἦταν δυνατὸ νὰ μᾶς δώση.

   Ἡ Ἰδέα εἶναι κάτι τὸ ἄρρητο. Ἐκεῖ στὸ νοητό, στὸν «ὑπερουράνιο» τόπο ποὺ βρίσκεται, δὲν μποροῦν νὰ φτάσουν οὔτε ἡ ἐπιστήμη οὔτε ἡ διαλεκτική. Σὲ κάποιο σημεῖο τελειώνουν οἱ δρόμοι τοῦ Λόγου. Ἀπὸ κεῖ καὶ «ἐπέκεινα» τὸ πνεῦμα προχωρεῖ μὲ τὴ «θεία μανία». Ὅταν ὁ Ὀδυσσεύς, μὲ τὸ θέλημα τῶν θεῶν, πλησιάζει πρὸς τὴν Ἰθάκη καὶ ἡ Ἰθάκη εἶναι Ἰδέα, ὁ Ὅμηρος τοῦ κλείνει τὰ μάτια καὶ οἱ Φαίακες κοιμισμένο τὸν φέρνουν καὶ τὸν ἀφήνουν ἐκεῖ (Βλέπε Ὁμήρου «Ὀδύσσεια» Ν 95-105). Γιατὶ ὁ «Θεῖος ποιητὴς» γνώριζε πῶς ἦταν ἀδύνατο νὰ ἐκφράση τὴ θεία ἀγαλλίαση τῆς ψυχῆς ποὺ πλησιάζει τὸ θαῦμα, ἦταν ἀδύνατο νὰ περιγράψη τὴν Ἰδέα. Καὶ στὴν «Ἰλιάδα» πουθενὰ ὁ Ὅμηρος δὲν φανερώνει τὴν Ἑλένη. Γιατί καὶ ἡ Ἑλένη εἶναι τὸ ἀπόλυτο κάλλος, εἶναι Ἰδέα. «Δίδωσι δ᾿ οὐκ ἔμ᾿, γράφει καὶ ὁ Εὐριπίδης (Ἑλένη 33-36) ἀλλ᾿ ὁμοίωσας᾿ ἐμοὶ εἴδωλον ἔμπνουν οὐρανοῦ ξυνθεῖσ᾿ ἄπο Πριάμου τυράννου παιδί· καὶ δοκεῖ μ᾿ ἔχειν, κενὴν δόκησιν, οὐκ ἔχων» κ.λπ.). Ἀλλ᾿ ὅ,τι, ὅμως, «θυμᾶται» καὶ διαισθάνεται ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ περιγράψη καὶ ν᾿ ἀποδείξη ὁ Πλάτων-Φιλόσοφος, αὐτὸ τὸ ἄρρητο, θὰ τὸ πῆ πάντοτε μὲ τὸ συμβολικὸ μῦθο ὁ Πλάτων-Ποιητής.

   Οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες, πολὺ πρὶν γεννηθῆ ὁ Πλάτων, πίστευαν ὅτι στὴν Ἑλλάδα ὑπάρχει τὸ «μέσον» της ἐπιφανείας τῆς Γῆς. Ὑπῆρχε μάλιστα καὶ μία παλαιὰ παράδοση ὅτι ὁ Ζεὺς ἄφησε κάποτε ἀπὸ τὶς δυὸ ἀντίθετες ἄκρες του κόσμου δυὸ περιστέρια ποὺ συναντήθηκαν στὴν Ἑλλάδα. Καὶ ὁ Ἡσίοδος ἀναφέρει ὅτι ὅταν ὁ θεὸς Κρόνος, νικημένος ἀπὸ τὸ γιὸ του Δία, ἐξαναγκάστηκε ν᾿ ἀνεβάση πάλι τὴ γενιά του ποὺ εἶχε καταπιῆ, πρῶτα ξέρασε τὸ λιθάρι ποὺ ἡ Ρέα τοῦ εἶχε δώσει σπαργανωμένο γιὰ νὰ γλυτώση τὸ Δία. Τὸ λιθάρι αὐτό, ποὺ ἦταν ὁλόκληρος βράχος, ὁ Ζεὺς τὸ πῆρε καὶ τὸ στήριξε κάτω ἀπὸ τὶς πλαγιὲς τοῦ Παρνασσοῦ γιὰ νὰ μείνη σημάδι αἰώνιο καὶ νὰ τὸ θαυμάζουν οἱ ἄνθρωποι. (Βλ. Ἡσιόδου «Θεογονία», στίχ. 495). Στὸν βράχο αὐτὸν ποὺ ὀνομάστηκε «ὀμφαλὸς τῆς Γῆς» χτίστηκε ἀργότερα τὸ Μαντεῖον τῶν Δελφῶν (Βλ. Σοφοκλέους «Οἰδίπους Τύραννος» 480). Ἀλλὰ ὅ,τι ὁ Πλάτων μᾶς εἶπε μὲ τὸ συμβολικὸ μῦθο, ὁ μεγάλος μαθητής του, ὁ Ἀριστοτέλης, μᾶς τὸ ἀναπτύσσει, δσὸ εἶναι δυνατό, ἐπιστημονικά, στὰ «Πολιτικὰ» (1327b, 23) ὅπου γράφει τοὺς ἐξῆς περίφημους ἐθνολογικοὺς χαρακτηρισμούς: «Τὰ μὲν γὰρ ἐν τοῖς ψυχροῖς τόποις ἔθνη καὶ τὰ περὶ τὴν Εὐρώπην θυμοῦ μέν ἐστι πλήρη, διανοίας δὲ ἐνδεέστερα καὶ τέχνης, διόπερ ἐλεύθερα μὲν διατελεῖ μᾶλλον, ἀπολίτευτα δὲ καὶ τῶν πλησίον ἄρχειν οὐ δυνάμενα· τὰ δὲ περὶ τὴν Ἀσίαν διανοητικὰ μὲν καὶ τεχνικὰ τὴν ψυχήν, ἄθυμα δέ, διόπερ ἀρχόμενα καὶ δουλεύοντα διατελεῖ· τὸ δὲ τῶν Ἑλλήνων γένος, ὥσπερ μεσεύει κατὰ τοὺς τόπους, οὕτως ἀμφοῖν μετέχει. καὶ γὰρ ἔνθυμον καὶ διανοητικόν ἐστιν· διόπερ ἐλεύθερόν τε διατελεῖ καὶ βέλτιστα πολιτευόμενον καὶ δυνάμενον ἄρχειν πάντων, μιᾶς τυγχάνον πολιτείας.»

Ἀριστεὺς Φρίξος, ᾨδὴ στὸν Ἥλιο, 1910

   Σ᾿ αὐτὰ τὰ λόγια ὁ Σταγειρίτης φιλόσοφος συνώψισε, γιὰ ὅλους τοὺς καιροὺς καὶ γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, τὴν ἱστορία καὶ τὴ μοῖρα τῆς ἀνθρωπότητας. Καὶ πραγματικὰ ἡ ἱστορικὴ ἐμπειρία μᾶς διδάσκει ὅτι οἱ λαοὶ τῆς Ἀνατολῆς ποτὲ δὲν κατώρθωσαν νὰ πραγματοποιήσουν μιὰ βιώσιμη ὀργάνωση τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Κοινότητας καὶ νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν ἀνεξαρτησία τους. Καμμιὰ ἀνάγκη καὶ καμμιὰ δύναμη δὲν τοὺς ὁδήγησε ποτὲ πρὸς τὰ πρακτικὰ ἔργα. Στὸν Πολιτισμὸ τῆς Ἀσίας πάντα βασιλεύει ἡ φαντασία καὶ τὸ ὄνειρο. Ἐνῶ ἀντίθετα μυθολογία τοῦ βορρᾶ εἶναι ἕνας καθαγιασμὸς τῆς ἀνδρείας καὶ γενικώτερα οἱ Εὐρωπαῖοι ποὺ ἀγαποῦν μὲ φανατισμὸ τὴν ἐλευθερία τους εἶναι θετικοὶ καὶ πρακτικοὶ ἂνθρωποι, ἀλλὰ χωρὶς ἐσωτερισμὸ καὶ μυστικοπάθεια. Καὶ τὸ εὐρωπαϊκὸ πνεῦμα εἶναι γενικὰ πνεῦμα ἐπιστημονικό. Τὸ Ἑλληνικὸ ὅμως γένος ποὺ «μεσεύει κατὰ τοὺς τόπους» δὲν ἔχει κανένα ἀπὸ τὰ γεωγραφικὰ καὶ φυσικὰ μειονεκτήματα τῶν ἄλλων φυλῶν. Τίποτε τὸ ἐρημικό, τὸ χαῶδες, τὸ ἀσύμμετρο, τὸ φοβερό, τὸ Ἀσιατικὸ ποὺ σ᾿ ἐκμηδενίζει δὲν ὑπάρχει στὴν Ἑλληνικὴ φύση. Τὰ πάντα πειθαρχοῦν στὸν Ἑλληνικὸ Νόμο τοῦ μέτρου καὶ τῆς ἁρμονίας. Τὰ πάντα εἶναι πλασμένα γιὰ μιὰ πνευματικὴ μυσταγωγία. Ἄλλα καὶ τίποτε ἀπὸ τὸ τραχὺ ψῦχος τοῦ βορρᾶ ποὺ σκληραίνει τὴν καρδιὰ καὶ μουδιάζει τὸ πνεῦμα. Τίποτε ἀπὸ τὴν αἰώνια συννεφιὰ τῆς Εὐρώπης ποὺ νυστάζει τὴν ψυχὴ καὶ νεκρώνει τὴ φαντασία. Μιὰ αἰώνια «εὐκρασία τῶν ὡρῶν» καὶ μιὰ Φύση θαυμαστὰ ἁρμονικὴ κάτω ἀπὸ ἕναν οὐρανὸ γεμᾶτον πάντα ἀπὸ αἰθέριο φῶς εἶναι οἱ πλαστικὲς δυνάμεις, στὶς ὁποῖες ὀφείλεται ἡ διαμαντένια διαύγεια τοῦ Ἑλληνικοῦ πνεύματος.

   Ὅταν ὁ Γκαῖτε ἔγραψε τὸν «Φάουστ», τὸ ἀθάνατο αὐτὸ ἀριστούργημα τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πνεύματος ποὺ τὸ γεμίζει ἴσως περισσότερο καὶ ἀπὸ τὴν ποίηση ἡ ἀλήθεια, ἦταν μοιραῖο νὰ αἰσθανθῆ τὸ μεγάλο κενὸ ποὺ ὑπῆρχε γύρω του καὶ μέσα του. Μιὰ ἄσβυστη λαχτάρα γιὰ «περισσότερο φῶς», μιὰ μεταφυσικὴ δίψα γιὰ τὸ ἀπόλυτο καὶ τὸ αἰώνιο, ἕνας βαθὺς ἵμερος γιὰ τὴ λύτρωση τῆς ψυχῆς ἔφερε τὸ πνεῦμα του στὴν ἡλιογέννητη χώρα τοῦ Ἀπόλλωνος. Τὸ βόρειο Φαούστειο πνεῦμα τῆς πράξης ἔπρεπε νὰ σμίξη ἐρωτικὰ μὲ τὸ Ἑλληνικὸ Κλασσικὸ πνεῦμα τοῦ Λόγου γιὰ νὰ βρῆ ἡ ἁμαρτωλὴ ψυχὴ τοῦ τρανοῦ μάγου τὸν ἐξαγνισμὸ καὶ τὴν κάθαρση, ποὺ πίσω τους κρυβόταν ὁ ἴδιος ὁ Γκαῖτε. Καὶ ἦταν ἀνάγκη ὁ μυστικὸς αὐτὸς ὑμέναιος νὰ γίνη κάπου κοντὰ στὶς ὄχθες τοῦ Εὐρώτα. Ἐκεῖ κάποτε ὁ θεὸς ἔγινε Κύκνος καὶ μὲ τὴ θνητὴ Λήδα γέννησε τὴν Ἑλένη. Αὐτὴ ζητάει ὁ Φάουστ ὅταν τριγυρίζει τὴν Φαρσαλικὴ πεδιάδα καὶ τὴν Πελοπόννησο. Γιατί ἡ Ἑλένη θὰ τοῦ δώση τὴ δύναμη γιὰ νὰ βρῆ τὴν Πύλη τῶν Οὐρανῶν. Ἀλλὰ δὲν θὰ μπορέση νὰ τὴν κρατήση πολὺ κοντά του. Μέσα στὴ βαρειὰ ψυχὴ δὲν μπορεῖ νὰ ζήση τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα. Θὰ τοῦ φύγει μέσα ἀπὸ τὰ δάχτυλα ποὺ δὲν θὰ μπορέσουν νὰ κρατήσουν παρὰ μονάχα τὸ νυφικό της πέπλο... (Βλ. Γκαῖτε, «Φάουστ», Μέρος Β. Μετ. Δ. Λάμψα σ. 294).

   Ἡ Ἑλλάδα εἶναι πολὺ κοντὰ στὴν Ἀνατολή, ἀλλὰ ἀποτελεῖ καὶ μέρος τῆς Εὐρώπης. Καὶ ἐνῶ δὲν ἔχει τίποτε ἀπὸ τὰ γεωγραφικὰ καὶ φυλετικὰ μειονεκτήματά τους, συγκεντρώνει, μὲ μιὰ θαυμαστὴ ἰσορροπία, ὅλες τὶς ἀρετές τους. Γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ ἀντίληψη τὸ πνεῦμα μόνον στὸ χῶρο τῆς ἐλεύθερης καὶ ὀργανωμένης Πολιτείας πραγματοποιεῖται. Καὶ τὸ πνεῦμα δὲν εἶναι οὔτε ἀπαθὴς διανοητικισμός, οὔτε ἄλογος μυστικισμός, εἶναι: Ἔρωτας καὶ Λόγος. Γιὰ τοὺς Ἕλληνες ἡ θεωρία δὲν ἀντιμάχεται τὴν πράξη ἀλλὰ τὴν καθοδηγεῖ, τὴν φωτίζει καὶ τὴ συμπληρώνει. «Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ᾿ εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας» δὲν εἶχε πῆ καὶ ὁ Περικλῆς; (Βλ. Θουκυδίδου II 40,10) Τὸ ὅτι δὲ «φύσει» τὸ Ἑλληνικὸ γένος εἶναι «διανοητικὸν καὶ ἔνθυμον» ἐπαληθεύει χαρακτηριστικὰ ἡ ἀρχαία παράδοση ὅτι ὁ Αἰσχύλος ζήτησε νὰ γράψουν στὸν τάφο του ὅτι ἦταν «Μαραθωνομάχος» καὶ ὁ Μαραθωνομάχος καὶ ὁ ποιητὴς τὸν ἴδιο ἀγῶνα ἀγωνίστηκαν. Ν᾿ ἀπολυτρώσουν τὸ πνεῦμα. Στὴν τραγωδία τὸ πνεῦμα ἀντιμάχεται τὴ Μοῖρα. Στὸ Μαραθῶνα πολέμησε τοὺς βαρβάρους. Ἡ Γῆ ποὺ χάλασε τὸν Ξέρξη, δὲν ἔπλασε καὶ τὸν Αἰσχύλο;

   Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀρκετὸ νὰ ἔχης γεννηθῆ καὶ νὰ ζῆς στὴν Ἑλληνικὴ Γῆ γιὰ νὰ εἶσαι Ἕλληνας. Οἱ Ὀθωμανοὶ ἔζησαν στὴν Ἑλλάδα τόσους αἰῶνες, καί, ὅμως, ἔφυγαν ὅπως ἦρθαν «Βάρβαροι», Τότε μονάχα εἶσαι Ἕλληνας, ὅταν κλείνεις καὶ μέσα σου τὴν Ἑλλάδα, ὅταν ἔχεις καὶ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ ἦθος τὸ «Ἑλληνικό». «Τοσοῦτον δ᾿ ἀπολέλοιπεν ἡ πόλις ἡμῶν περὶ τὸ φρονεῖν καὶ λέγειν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ὥσθ᾿ οἱ ταύτης μαθηταὶ τῶν ἄλλων διδάσκαλοι γεγόνασιν, καὶ τὸ τῶν Ἑλλήνων ὄνομα πεποίηκεν μηκέτι τοῦ γένους, ἀλλὰ τῆς διανοίας δοκεῖν εἶναι, καὶ μᾶλλον Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας ἢ τοὺς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας.» (Βλ. Ἰσοκράτους Πανηγυρικὸς 50).

   Καὶ ἡ Ἱστορία τότε μονάχα πραγματοποιεῖ τὴν Ἑλληνικὴ Ἰδέα ὅταν τὰ συγκεκριμένα ἱστορικὰ γεγονότα ἔχουν σημασία γιὰ τὸ πνεῦμα καὶ τὰ πεπρωμένα του. Οἱ Μηδικοὶ Πόλεμοι ἀσφαλῶς δὲν θὰ εἶχαν τὴν κοσμοϊστορικὴ σημασία ποὺ ἔχουν σήμερα ἂν δὲν εἶχαν ὡς συνέπεια τὸν πνευματικὸ πολιτισμὸ τῆς κλασσικῆς ἐποχῆς. Ὁ Πελοποννησιακὸς πόλεμος θὰ ἦταν ἴσως ἕνα λησμονημένο ἐπεισόδιο ἂν δὲν εἶχε γραφῆ ἡ ἱστορία τοῦ Θουκυδίδη. Ἀλλὰ καὶ ὅ,τι διαιωνίζει τὸ πνεῦμα τοῦ Μεσολογγίου, ὅ,τι δημιουργεῖ τὴν ἀθανασία αὐτοῦ τοῦ θαύματος, δὲν εἶναι οἱ «Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι» τοῦ Σολωμοῦ; Αἰωνιότητα, χωρὶς τὸ πνεῦμα εἶναι ἀδύνατο νὰ ὑπάρξη, καθὼς εἶναι ἀδύνατο νὰ ὑπάρξη κόσμος χωρὶς τὸν ἥλιο. Καὶ ἡ Ἑλλάδα εἶναι, ὅπως ὁ ἥλιος, αἰώνια, καὶ ἀκατάλυτη, γιατὶ ὑπῆρξε ὁ λυτρωτής, ὁ μυσταγωγὸς καὶ ἱεροφάντης τοῦ πνεύματος.

Γ. Χ. ΚΑΝΕΛΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Τρίτη, 15 Ιουλίου 2008

Ὁ Ἠλίας Μπαζίνας γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ Γλῶσσα, τὸν Μπαμπινιώτη, τοὺς Μανιάτες, τὸν Μπόστ, τὸν Ἑλληνικὸ Στρατό, τοὺς δημοσιογράφους καὶ τοὺς πολιτικούς

Γιὰ τὸν Ἠλία Μπαζίνα ἔχω γράψει καὶ ἄλλοτε. Σήμερα ἀναδημοσιεύω μιὰ σειρὰ προσφάτων κειμένων του γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ Γλῶσσα, γραμμένα μὲ γνώση, ἀλλὰ καὶ εὐτραπελία (ἀγγλιστὶ χιοῦμορ, ἐκ τοῦ ἑλληνικοῦ χυμός).


Ἡ σχέση μὲ τὴ γλῶσσα δὲν εἶναι μόνο ἐγκεφαλική, ἔχει νὰ κάνη καὶ μὲ τὰ «σπλάχνα», τὰ τζιγέρια

(Ἠλίας Μπαζίνας, «Φίλαθλος», 16-3-2008)

Παρακολούθησα μὲ πολλὴ προσοχὴ καὶ ἐνδιαφέρον τὴν ἐκπομπὴ τῆς Φλέσσα, μὲ τὸν καθηγητὴ Μπαμπινιώτη καλεσμένο. Ἦταν μία ἄρτια παρουσίαση σημαντικῶν ζητημάτων σχετικῶν μὲ τὴν καθομιλούμενη ἑλληνικὴ γλῶσσα, ποὺ ἀγγίζουν ὅλους μας. Πέρα ἀπὸ τὴν παγκοίνως ἀναγνωρισμένη ἐπιστημονική του ἀξία, ὁ Μπαμπινιώτης εἶναι προφανῶς καὶ ἐξαιρετικὸς δάσκαλος. Μοῦ ἔκανε ἄριστη ἐντύπωση, ἔστω καὶ ἄν μοῦ εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατο νὰ συμφωνήσω μὲ ὅλες τὶς τάσεις τῆς σύγχρονης γλωσσολογίας καὶ νὰ «ἀπαρνηθῶ» τὴ γλῶσσα τῶν προγόνων μου, ὅπως τὴν ἀντιλαμβάνομαι ἐγώ. Ὅσο γιὰ τὴ Βίκυ Φλέσσα, τοῦτο μόνο. Ὡραία παρουσία εἶναι, γράμματα προφανῶς ξέρει, ἔξυπνη εἶναι. Διατί, ἂχ διατί, πρέπει ντὲ καὶ καλὰ νὰ ἐπικαλύπτη μὲ τὴ φωνή της τὸ τέλος τῆς φράσης τοῦ συνομιλητῆ της; ΟΠΟΙΟΣ καὶ ἂν εἶναι αὐτός;

Κατανοῶ τὶς προσπάθειες τῶν γλωσσολόγων νὰ καθαρίσουν τὴν σύγχρονη ἑλληνικὴ γλώσα ἀπὸ κάποια ζιζάνια καὶ προπάντων νὰ τὴν ἐκλογικεύσουν ἀλλὰ καὶ νὰ τὴν κάνουν κάπως λιγότερο «δύσκολη», ΧΩΡΙΣ νὰ χαθῆ ὁ τόσο ζωτικὸς σύνδεσμος μὲ τὸ ἱστορικὸ παρελθόν. Ἄξιος ὁ μισθός τους, σὲ γενικὲς γραμμές. Εἰδικὰ ὁ Μπαμπινιώτης μὲ ἔπεισε πώς, ἀπὸ τὴ σκοπιὰ ποὺ βλέπει τὰ πράγματα, ἔχει πάντοτε πολὺ ἰσχυρὰ ἐπιχειρήματα μὲ τὰ ὁποῖα στηρίζει τὶς ἀπόψεις του. Ἐγὼ δὲν διαφωνῶ ὡς πρὸς τὴν ἐπιστημονικὴ τεκμηρίωση τῶν ἐπιλογῶν τῆς ἐπιστήμης, ἁπλὰ ἀδυνατῶ νὰ τὴν δῶ μονοδιάστατα ὡς ἐπιστήμη.

Ναὶ μὲν ἡ ἀπαχόληση μὲ τὴν ὀρθογραφία ἀποτελεῖ μιὰ ἄσκηση τοῦ μυαλοῦ, ὅπως σωστὰ εἶπε ὁ Μπαμπινιώτης, ἡ σχέση μὲ τὴ γλῶσσα ὅμως δὲν εἶναι μόνο ἐγκεφαλική. Ἔχει νὰ κάνη καὶ μὲ τὰ «σπλάχνα», τὰ τζιγέρια. Εἶναι ὁ δίαυλος ποὺ ὁδηγεῖ τὸν καθένα μας πίσω, ὅσο πιὸ πίσω εἶναι κάποιος ἱκανὸς καὶ πρόθυμος νὰ φτάση. Καὶ μᾶς ἑνώνει, ἡ γλῶσσα, μὲ πράγματα ἀτίμητα, ἄρα ἀδιαπραγμάτευτα. Αἰώνια.

Συχνὰ συλλαμβάνω τὸν ἑαυτό μου νὰ λέη τὰ πράγματα ὄχι ὅπως εἶναι τὸ σωστό, ἀλλὰ ὅπως τὰ ἔλεγαν ἐκεῖνοι, ποὺ ἂν καὶ ἀπόμακροι, δὲν ἔλειψαν ποτὲ ἀπὸ τριγύρω μου. Ὄχι τόσο μὲ τὴν ἔννοια τοῦ «φόρου τιμῆς» πρὸς τοὺς προγόνους. Ἴσως ἀσυνείδητα προσπαθῶ νὰ χτίσω μιὰ οὐτοπικὴ αἰωνιότητα ἐκεῖ ὅπου εἶναι ἀνέφικτο νὰ ὑπάρξη. Ὅμως δὲν ἀπαρνοῦμαι τίποτα, δὲν ξεχνάω τίποτα, δὲν ἀλλάζω τίποτα ποὺ μὲ ἑνώνει μὲ τὰ περασμένα. Ψάχνω γιὰ παλιὲς μανιάτικες - καὶ ὄχι μόνο μανιάτικες - λέξεις καὶ τὶς καταγράφω.

Κρατάω ζωντανὴ τὴν πατρογονική, ἴσως ἀκόμη καὶ «γονιδιακὴ» καχυποψία ἀπέναντι στὶς «μόδες». (Ξέρετε, πῆγε καὶ ἡ γραία Λιού, προπολεμικά, στὴν Καλαμάτα, ταξίδι ὁλόκληρο γιὰ νὰ παρευρεθῆ σὲ ἕνα γάμο. Εἶδε λοιπὸν ἐκεῖ νὰ χορεύουν φὸξ-τρότ. «Ἂμ τί εἶναι φτοῦνο;» ρώτησε κάποια νεαρή. «Εἶναι μόδα...» ἀπάντησε ἐκείνη. «Ἀμήηη!» ἔκανε ἡ Λιού. «Μόδα εἶναι παιδάτσι μου, νὰ πουτανέψουσι τὰ κορίτσια;...») Ὄχι ἐπειδὴ ἡ δυσπιστία ἀπέναντι στὶς μόδες εἶναι ὑποχρεωτικὰ «σωστή», ἀλλὰ ἐπειδὴ ἔτσι τὸ βρῆκα ἐγώ. Καὶ ἡ ἀντίστασή μου στὶς ἀλλαγὲς εἶναι μεγάλη, γιὰ λόγους ποὺ δὲν ξέρω νὰ ἐξηγήσω ἀλλὰ ΥΠΑΡΧΟΥΝ. Ἔτσι ἁπλά, ὑπάρχουν! Ὅπως ἀληθεύει καὶ τὸ ὅτι ἡ γλῶσσα λειτουργεῖ συχνὰ καὶ γιὰ τοὺς ἀγράμματους μὲ τρόπο σχεδὸν μεταφυσικό.

Ἀναφέρθηκα στοὺς Μανιάτες, ποὺ εἶχαν μέχρι σχετικὰ πρόσφατα ἐλάχιστες εὐκαιρίες γιὰ μόρφωση. Σὲ αἰῶνες σκλαβιᾶς, ἡ αὐτονομία τῆς Μάνης τῆς ἐπέτρεπε νὰ παρασκευάζη ἐξεγέρσεις κατὰ τῶν Τούρκων. Ὑπάρχει πληθώρα ἐγγράφων, ποὺ μᾶς διαφωτίζουν σχετικά. Σὲ αὐτά, συνήθως, ἡ ὀρθογραφία εἶναι ὄχι ἁπλὰ ἄγνωστη ἀλλὰ καὶ προφανῶς... «διακοσμητική». Βρίσκουμε στὴν ἴδια σελίδα τὴν ἴδια λέξη γραμμένη ἀπὸ τὸν ἴδιο ἄνθρωπο μὲ πέντε διαφορετικοὺς τρόπους! Αὐτὸ ὅμως δὲν ἐμπόδισε τὶς μοιρολογίστρες ποὺ βρέθηκαν ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς Μάνης γιὰ νὰ «κλάψουν» ἕνα δικό τους ποὺ εἶχε πεθάνει ἐκεῖ, νὰ ἐκφράσουν τὴ δυσφορία τους γιὰ τὰ σκώμματα ποὺ προκαλοῦσε ἡ ἰδιόρρυθμη λαλιά τους, μὲ τὸν ἑξῆς «δογματικὸ» τρόπο: «Στὸ διάβολο καὶ στὴν ὀργὴ νὰ πάη ἡ γλῶσσα ἡ βλάχικη κι ἐκεῖνοι ποὺ ἀναμπαίζουσι τὴ γλῶσσα τὴ μανιάτικη, ὁπού εἶν᾿ ἡ γλῶσσα τοῦ Θεοῦ»! Κάτι τέτοιο προσπάθησα παραπάνω νὰ ἐκφράσω λέγοντας ὅτι ἡ γλῶσσα εἶναι ὑπόθεση τῶν σπλάχνων καὶ τῆς καρδιᾶς καὶ αὐτὸ ἰσχύει ἀδιακρίτως γιὰ τοὺς ἔχοντες καὶ τοὺς μὴ ἔχοντες ἐπίσημη μόρφωση.

Διδάχθηκα ἑλληνικὰ ἀπὸ τοὺς γονεῖς μου, τοὺς ἐξαίρετους δασκάλους μου καὶ ἀπὸ τὰ βιβλία μὲ τὰ ὁποῖα μεγάλωσα, συνήθως γραμμένα μὲ τὴ φροντίδα ποὺ ἔκαναν τὶς δουλειές τους οἱ ἄνθρωποι προηγούμενων γενεῶν. Ἰδιωτικά, παραμένει γλῶσσα ΜΟΥ. Γράφω ἀκόμα καὶ μὲ τὶς βαρεῖες καὶ τὶς δασεῖες πάνω ἀπὸ τὸ ρὸ στὴν ἀρχὴ τῆς λέξης. Καὶ μὲ αὐτὴ τὴ γλῶσσα θὰ φύγω ἀπὸ τὸν κόσμο. Δὲν πρόκειται γιά... «σνομπάρισμα» οἱωνδήποτε προσώπων ἢ ἀπόψεων. Δὲν διανοοῦμαι - δὲν σκέφτηκα ἔτσι ποτέ μου - νὰ πῶ στοὺς εἰδικοὺς ἐπιστήμονες «στὴν πάντα ἐσεῖς, νὰ διδάξω ἐγώ». Ξέρω πὼς προσπαθοῦν νὰ κάνουν τὸ ἐπιστημονικό τους καθῆκον. Γενικά, μὲ ἐπιτυχία. Ἁπλά, ἡ ὀπτική τους γωνία εἶναι κατ᾿ ἀνάγκην συλλογικὴ - κοινωνικὴ καὶ ὄχι προσωπική.

Ἐγὼ ἀκόμα καὶ ἐδῶ στὸ «ΦΙΛΑΘΛΟ», ποὺ τὸν εὐγνωμονῶ γιὰ τὴν κατανόησή του, γράφω μια γλῶσσα ποὺ κάπως προσεγγίζει αὐτὴν ποὺ γράφω σπίτι μου. Τουλάχιστον ἀποφεύγω κάποια φρικαλέα «ει» ἐκεῖ ποὺ ἡ παρουσία τους μοῦ κάνει σὰν νύχια ποὺ ξύνουν τοῖχο ἀσβεστωμένο! Εἶναι μια πολυτέλεια ποὺ τὴ χαίρομαι!

Γράμματα διδάχθηκα. Καμμία δική μου μαγκιά, εἶχε ἀποφασισθῆ γιὰ μένα ἀπὸ τοὺς γονεῖς μου πολὺ πρὶν γεννηθῶ. Ἀξιώθηκα νὰ μπῶ στὴ Νομικὴ πρῶτος μὲ 38/40, ἀμέσως μόλις τελείωσα τὸ σχολεῖο. Μοναδικό μου φροντιστήριο ὁ φιλόλογος τοῦ σχολείου μου Εὐστράτιος Καλλαντζῆς, ἐπιστήμονας μεγάλης ἀξίας. Ὡστόσο, ἀπέναντι στὴ γλῶσσα δὲν στέκομαι ὡς κάποιος ποὺ ξέρει πέντε γράμματα. Στέκομαι ὡς ἁπλοϊκὸς πιστὸς μπροστὰ σὲ βωμό...


Νὰ κουραστοῦν λίγο οἱ Ἕλληνες... γιὰ νὰ μάθουν ἀρχαῖα Ἑλληνικά. Δὲν θὰ κρυώση ὁ κῶλος τους!

(Ἠλίας Μπαζίνας, «Φίλαθλος», 21-3-2008)

[...] Δὲν προσχωρῶ στὴ σχολὴ σκέψης ποὺ ψάχνει γιὰ μαγικὰ νοήματα μέσα στὶς λέξεις. Μοῦ φαίνεται ὅτι εἰσάγουν τὸν κίνδυνο νὰ ἐπικεντρωθοῦμε στὸ ἐργαλεῖο, τὶς λέξεις, καὶ νὰ ξεχάσουμε τὸν ἀντικειμενικὸ σκοπό, ποὺ εἶναι τὸ ἔργο, οἱ ἰδέες, ἡ ἐπικοινωνία. Ὡστόσο αἰσθάνομαι καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι ἕνα μέγιστο ἀγαθό, ποὺ μᾶς δένει ζωντανὰ μὲ τὴν ἀπαρχὴ τῶν πραγμάτων, μὲ τὴν ἐφηβικὴ ἡλικία τοῦ κόσμου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ μας.

Γι᾿ αὐτὸ θὰ τὸ ξαναπῶ, διαφωνῶ κάθετα μὲ ὅσους λένε: ΣΗΜΕΡΑ αὐτὸ τὸ λέμε πλέον διαφορετικὰ ἀπὸ παλιά! Ἂς τὸ κάνουμε «κανόνα»! Δέξου το ὅπως τὸ λέει ὁ κόσμος «σήμερα», μάστορα, ἂν εἶναι ἀπαραίτητο! Χωρὶς ὅμως νὰ ἐξαφανίζεται ὁ ἀρχαῖος κανόνας. Δὲν γίνεται νὰ κρατήσουμε τὴ γλῶσσα μας ΧΩΡΙΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ. Ἡ ἀττικὴ «διάλεκτος» εἶχε κανόνες, αὐστηροὺς καὶ ἀσφαλεῖς. Ὑπῆρχε τὸ ξεκάθαρα σωστὸ καὶ τὸ ξεκάθαρα λάθος.

Γλῶσσα χωρὶς ἀσφαλεῖς κανόνες εἶναι μια ἀστειότητα! Ὁ νεοελληνικὸς ἀχταρμὰς ΠΑΣΧΕΙ! Ὡστόσο, γιὰ λόγους πολιτικοὺς καὶ «κοινωνικούς», τὸν σεβόμαστε. Σὲ βαθμό, ποὺ τὸν κάναμε νὰ ἀποθρασυνθῆ καὶ νὰ ζητάει ὅλο καὶ περισσότερες παραχωρήσεις!

Ε, ΣΙΧΤΙΡ! (Γιὰ νὰ μιλήσουμε σὲ δυνατὰ «ἑλληνικά»!) Οὔστ! Θὰ βοηθήση λοιπὸν στὴ σημερινὴ ἄθλια εἰκόνα ΑΝ οἱ Ἕλληνες ἀναγκασθοῦν νὰ μαθαίνουν περισσότερα ἀρχαῖα στὰ σχολεῖα τους. ΠΩΣ; Νὰ μὴν «παραφορτώσουμε» τὰ μυαλὰ τῶν Ἑλλήνων; Οὔρτ! Ἂν δὲν ἀντέχουν νὰ ἀσχοληθοῦν μὲ τὴν πιὸ περήφανη κληρονομιά τους, τὴ γλῶσσα τους, δὲν μιλᾶμε γιὰ μυαλὰ ἀλλὰ γιὰ μυαλουδάκια. Τί θέλουν δηλαδὴ οἱ πίπηδες; Νὰ μὴ μαθαίνουν γράμματα; Νὰ θεοποιήσουμε τὴν ΜΗ ΠΑΙΔΕΙΑ; [...]

[... Ὁ Μπόστ ...]
[...] Ἐπειδὴ τὰ κείμενα τοῦ Μπὸστ ἦταν σὲ μαλλιαρὴ ψευτοκαθαρεύουσα, εἶχε περάσει στὸν κόσμο καὶ ἰδίως στοὺς «δικούς του», τοὺς ἀριστερούς, ὅτι ὁ προικισμένος εὐθυμογράφος σατίριζε τοὺς νεόπλουτους καὶ κατὰ βάση ἀγράμματους ἀστούς, ποὺ προσπαθοῦσαν νὰ μιλήσουν «καλὰ ἑλληνικά». Φυσικά, ὁ Μποστ, δούλευε τοὺς πάντες, δεξιούς, ἀριστεροὺς καὶ κεντρώους, πλούσιους καὶ φτωχούς! Γι᾿ αὐτόν, ὅλοι τὸ ἴδιο λοῦμπεν ἦταν. [...] Συνειδητοποίησα ὅτι ὁ Μποστ δὲν ἔκανε ἁπλῶς πλάκα. Ἀσκοῦσε σκληρὴ πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ κριτική! Καὶ ἡ μπάλα ἔπαιρνε ὅλους ὅσοι ἀσχημονοῦσαν σὲ βάρος τῆς γλώσσας, ἑνὸς θησαυροῦ, ποὺ ἐπέζησε 4000 χρόνια μὲ ΛΙΓΕΣ ἀλλαγές! (Γιὰ ὅσους καταλαβαίνουν.) [...] Ἐλπίζω αὔριο νὰ μπορέσω νὰ δώσω παραδείγματα. Πάντα πάνω στὸ κεντρικὸ μοτίβο «ΠΕΙΔΗΞΕ ΚΕΣΥ ΤΗ ΓΛΟΣΑ ΤΟΜΠΡΟΓΟΝΩΝ ΣΟΥ! ΜΠΟΡΗΣ!»


Τὰ αὐτιὰ οὖς καὶ τὰ μάτια φθαρμούς... Καὶ ἡ πούστρα ὁ φορβάδος μὲ τὸ πόδι τῆς φοράδος!

(Ἠλίας Μπαζίνας, «Φίλαθλος», 22-3-2008)

[... Ἀπὸ τὴν θητεία τοῦ Ἠλία Μπαζίνα στὸ Πολεμικὸ Ναυτικό ...] Τὸ παράγγελμα «ἐγέρθητι» εἶχε γίνει... ἐπίθετο, «ὁ ἐγέρθητος». Ὅσους κι ἂν ρώταγα ἀπὸ τοὺς προπαιδευτές, κανένας δὲν ἤξερε ὅτι τὸ ἐγέρθητι εἶναι προστακτικὴ καὶ γράφεται «ἐγέρθητι». Ὅλοι ἔγραφαν «ἐγέρθητοι». Ἐντεῦθεν καὶ ἀπόλυτα λογικὴ παρεξήγηση «γιατί δὲν εἶσαι ἐγέρθητος, ναύτη;...» Κάναμε καὶ ἐκπαίδευση μὲ ὄπλα καὶ «πραγματικὰ πυρά», μῦγα μῆσο! Στὸ παράγγελμα «σκοπεύσατε» ἔπρεπε νὰ ἀπαντήσουμε «εἶδον». Ἐκεῖνο τὸ «εἶδον» οὔτε ΕΝΑΣ δὲν τὸ ἀντιλαμβανόταν μὲ τὴ σωστή του ὀρθογραφία. Πῆρα ὅλες τὶς δυνατὲς ἀπαντήσεις! Ἤδων, ἦδον, οἴδων, οἶδον, ἴδον, ἀκόμα καὶ ὕδων, ποὺ «ἔφερνε» πρὸς τὸ «ὕδωρ». Κάναμε καὶ ἀσκήσεις μέ... ξιφολόγχη. Ρώτησα μερικοὺς πῶς ἀντιλαμβανόντουσαν τὸ μεγαλειῶδες παράγγελμα «κατὰ πρηνοῦς νύξατε...» Κατάλαβα ἔγκαιρα τὴν γελοιότητα τοῦ ἐγχειρήματος καὶ τὰ παράτησα.

Ζούσαμε, ἀκόμα τότε, ἁρμονικὰ μὲ τὶς ἀντιφάσεις μας. Καὶ τὴ θητεία τὴ βλέπαμε σὰν μιὰ σημαντικὴ ὑποχρέωση ποὺ ἔπρεπε νὰ ἐκπληρωθῆ, ὄχι σὰν προετοιμασία γιὰ πόλεμο. Δὲν ἔμοιαζε τότε πιθανὸς ὁποιοσδήποτε πόλεμος. Ἦταν μιὰ ἁγνὴ ἐποχή, σὲ σύγκριση μὲ ὅ,τι ἀκολούθησε. [...] Ὁ στρατὸς ἦταν «χάσιμο χρόνου» γιὰ τοὺς λίγους σχετικά, ποὺ εἶχαν τὰ «φοβερὰ» σχέδια γιὰ τὸ χρόνο τους! Γιὰ τοὺς πολλοὺς ἦταν συχνὰ ἕνα καλοδεχούμενο διάλειμμα στὴ ζωή. Συντροφικότητα, πλάκα, ἐμπειρίες, ἀσικλίκι. [...] Τὸ θυμᾶμαι μὲ ἀγάπη καὶ δὲν ξέρω κληρούχα ποὺ νὰ μὴν τὸ θυμᾶται μὲ ἀγάπη. Μέσα στὸ πλαίσιο τοῦ καθημερινοῦ χαβαλέ, ἦταν καὶ ἡ πλάκα, ποὺ σπάγανε ὅσοι ἤξεραν γράμματα μὲ τὴ «γλῶσσα» τοῦ στρατοῦ. [...]

Σὲ μιὰ ἄλλη περήφανη στιγμή, ἕνας «βαλές», τουτέστιν «ἀνθυποκελέας», προσπαθοῦσε νὰ ἐξηγήση στοὺς ἄντρες ἕνα πατριωτικὸ ἀνάγνωσμα, μὲ Τούρκους, Σουλιῶτες καὶ ἀλόγατα, ὅπου ὑπῆρχε ἡ φράση «ἐνεπλάκη ὁ ὀπίσθιος ποὺς τῆς φορβάδος...» (Μεταφρασιόν: Μπλέχτηκε τὸ πίσω πόδι τῆς φοράδας.) Ὁπότε ἕνας δίπλα μου ἀπεφάνθη: «Ἐγὼ πάντα τό ᾿λεγα ὅτι εἶναι πούστρα αὐτὸς ὁ Φορβάδος!»

Ὁ Στέφανος ὁ Μάνος, μὲ τὸν ὁποῖο εἴμαστε κληροῦχες καὶ φίλοι, ἔκανε πείραμα. Χαιρετοῦσε... βγάζοντας τὸ καπέλο ἀ λὰ γαλλικά! Ἤθελε νὰ δῆ στὶς πόσες φορὲς θὰ τοῦ ἔκαναν παρατήρηση! Ἄργησαν κάμποσο. Μιὰ τέτοια ἐκδήλωση, προκεχωρημένου πολιτιστικοῦ ἐπιπέδου, τοὺς σάστιζε. [...]

Μὴ νομισθῆ, πάντως, πὼς τὰ χειρότερα ἑλληνικὰ ποὺ ἔχω ἀκούσει τὰ ἄκουσα στὸ στρατό. Τὰ χειρότερα τὰ ἔχω ἀκούσει ἀπὸ τοὺς ἐκπροσώπους τῶν κομμάτων. Ὄχι τόσο ἐπειδὴ κακοποιοῦν τὴ γλῶσσα, ἂν καὶ τὸ ἔχουμε δεῖ καὶ αὐτό. Κακοποιοῦν τὴ νοημοσύνη καὶ τὴ σοβαρότητα.


Μὲ τὸ λυχνάρι ἕναν ἄνθρωπο στοὺς εἴκοσι... ποὺ νὰ ξέρη κατὰ προσέγγιση τὴ σημασία τῆς λέξης «ἰταμὸς»

(Ἠλίας Μπαζίνας, «Φίλαθλος», 23-3-2008)

Ἐκεῖνο τὸ «τοῦ τριπλοῦν» ἠχεῖ σὰν ρέψιμο ρινόκερου σὲ χῶρο περισυλλογῆς καὶ λατρείας! Δὲν ξέρω ἂν ὑπάρχη κάποιος ποὺ τὸ λέει καὶ τὸ γράφει σωστά, «τὸ τριπλοῦν, τοῦ τριπλοῦ». [...] Τὸ τριπλοῦν εἶναι ἰδιαίτερα φρικτό! Στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, τὰ οὐσιαστικὰ καὶ τὰ ἐπίθετα ΚΛΙΝΟΝΤΑΙ. Δὲν ἦρθε ἀκόμα ἡ ὥρα ποὺ θὰ ποῦμε ὁ ἄνθρωπος, τοῦ ἄνθρωπος, τὸν ἄνθρωπος. [...] Μοῦ ᾿ρχεται νὰ γράψω: «Τὸ Σάββατο, 21 Ὀκτώμβριου, στὰ γενέθλια τοῦ διευθύνων σύμβουλου κ. Ρέλου, ὁ προέδρος καὶ πολὺ διακριθέντας ἀνθρῶπος καὶ φιλάθλος κ. Θεόκουλος παρέθεσε σκορδοστούμπενναχτ μὲ πατσάν, ποὺς καὶ βραστερὰς φακάς. Οἱ προσκληθεῖς δήλωσαν ἐνθουσιῶδες ἀπὸ τὸ μενού.» ΑΝ τοὺς εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατο νὰ κλίνουν τὸ «τριπλοῦς», «τριπλοῦν», «ἁπλοῦς» κ.λπ. (ΜΗ μοῦ ποῦν πὼς δὲν ξέρουν τὴ λέξη ἁπλοῦς, ἀφοῦ λένε ἁπλούστερος, ἁπλούστατος καὶ ΟΧΙ ἁπλότερος, ἁπλότατος...) ἂς τό... ἁπλοποιήσουν! Ἂς τὸ λένε «τριπλὸ ἅλμα», νὰ ξεμπερδεύουμε. Τότε πλέον θὰ λένε «τοῦ τριπλοῦ»! Ἢ ὄχι; Μήπως θὰ λένε καὶ τότε «τοῦ τριπλό»; Ὅλα νὰ τὰ περιμένη κανείς.

Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ χρησιμοποιεῖς ἕναν ἀρχαῖο τύπο, νομίζω πὼς ὀφείλεις νὰ ἀκολουθῆς καὶ τοὺς ἀντίστοιχους κανόνες. Καὶ νὰ κλίνεις τὶς λέξεις ποὺ κλίνονται. [...]

Δὲν ἔχει τελειωμὸ αὐτὴ ἡ κουβέντα. Καμμιὰ ἄλλη φορά, θὰ ἐπιχειρήσουμε νὰ προσεγγίσουμε, ὅσο γίνεται, τὸ φαινόμενο τοῦ πῶς οἱ Ἕλληνες ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝ τὴ γλῶσσα. Ξεκινώντας ἀπὸ τὸν ἐμετικὸ βερμπαλισμὸ κάποιων πολιτικῶν...

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2008

Δασεῖες καὶ ἄλλα

Οἱ δασεῖες

Μάθαιναν στὸ σχολεῖο, λέγουν, οἱ παλαιότεροι, σὰν ποιηματάκι τὶς δασυνόμενες λέξεις (δεῖτε καὶ μάθημα - παιχνίδι!) Ἔχω βρεῖ τοὺς παρακάτω στίχους. Ἂν ξέρετε περισσότερους, εἰδοποιῆστε! [Προσθήκη 26-7-2008: Ἀναγνώστρια μοῦ ἔστειλε μερικοὺς ἀκόμη στίχους, ἀπὸ τὸ ἔψιλον. Εὐχαριστῶ!]

Ἅδης ἅγιος ἁγνός
ἅμα ἅμαξα ἁπλός
αἷμα ἁμαρτία ἅρμα
ἅμιλα ἁφὴ καὶ ἅλμα
ἁπαλός ἁψύς ἁψίδα
ἁλυκὴ καὶ ἁλυσίδα
ἁρμόζω κι ἁρμυρίζω
ἁρπάζω κι ἁλωνίζω

Ἕνα ἕξι καὶ ἑπτά
ἑκατὸ καὶ ἑρπετά
Ἑρμῆς, Ἕλλη καὶ Ἑλένη
ἡ Ἑλλάδα ἡ ξακουσμένη
ἕδρα ἕτοιμος ἑνώνω
μιὰ ἑβδομάδα σιδερώνω


[Προσθήκη 21-9-2008: Ἕτερος ἀναγνώστης ἔστειλε ἀκόμη περισσότερους στίχους ἀπὸ τὸ ἔψιλον. 16-2-2009: Ὁ κ. Ἀνατολικιώτης διόρθωσε μία λέξι. Εὐχαριστῶ!]

Ἕνα ἕξι ἑκατό
ἕδρα ἕλκος ἑρπετό
Ἕκτωρ Ἕλλη καὶ Ἑλλάς
Ἑλικών καὶ ἑβδομάς
ἕλος εἵλωτας Ἑλένη
ἕνωση καὶ εἱμαρμένη
ἑορτή ἑστία Ἑρμῆς
ἑαυτός εὑρίσκω ἑξῆς
ἑπτά ἑσπέρα ἑρμηνεία
ἑταῖρος καὶ ἑταιρεία
Ἕβρος εὕρημα Ἑβραῖος
ἑπομένως καὶ τὸ ἕως

Ὡραῖα πράγματα! Θυμοῦμαι πάλι τὸν Σπύρο Ζένγκο: «Ψιλὴ καὶ ὀξεῖα πάνω ἀπὸ ἄλφα. Δὲν εἶναι σὰν ὡραῖος φιόγκος γύρω ἀπὸ κοτσιδάκι, στὸ κεφάλι ἀγαπημένης ἀναμνήσεως;»


Ο.Δ.Ε.Γ.

Ὁργανισμὸς γιὰ τὴν Διάδοση τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσας ἐξέδωσε (μὲ καθυστέρσι, λόγῳ ἀνεπάρκειας οἰκονομικῶν πόρων) τὸν τόμο τῶν πρακτικῶν τοῦ Γ' Παγκοσμίου Γλωσσικοῦ Συνεδρίου, τὸ ὁποῖο πραγματοποιήθηκε στὴν Ἀρχαία Ὀλυμπία στὶς 7-10 Αὐγ. 1996 καὶ εἶχε τίτλο «Πῶς ἡ Ἑλληνικὴ Γλῶσσα γονιμοποίησε τὸν Παγκόσμιο Λόγο». (Ἐφέτος τὸν Σεπτέμβριο διεξάγεται τὸ Ζ' Παγκόσμιο Συνέδριο, στὸ Μεσολόγγι.) Ἁπλὴ περιήγησις στὸν ἱστοχῶρο τοῦ Ο.Δ.Ε.Γ. (ἢ ξεφύλλισμα τοῦ περιοδικοῦ «Ἑλληνικὴ Διεθνὴς Γλῶσσα»), ἀρκεῖ γιὰ νὰ μᾶς πείσῃ γιὰ τὸ σπουδαῖο, ἐθελοντικὸ ἔργο [δραστηριότητες, νέα] τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν.


Ἑλληνικὲς λέξεις στὴν Γαλλικὴ γλῶσσα

Τὸ Καθολικὸ Πανεπιστήμιο τῆς Λουβαίν συγκέντρωσε σὲ ἕναν τόμο (pdf, 224 σελίδες, 1,10 MiB) ὅλες τὶς ἑλληνικὲς καὶ λατινικὲς ρίζες ποὺ χρησιμοποιοῦνται στὴν γαλλικὴ ἐπιστημονικὴ ὁρολογία. Σπουδαία δουλειά.


Ἑλένη Κεμικτσῆ

Διάλεξις τῆς κ. Ἑλένης Κεμικτσῆ γιὰ τὴν ἐξέλιξι τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης στὴν Αἴθουσα Παρνασσοῦ τὴν 13η Δεκ. 2006. Ἐξετάζονται συνοπτικῶς οἱ Ἑλληνικὲς διάλεκτοι ἀπὸ τὴν ἀπώτατη ἀρχαιότητα ἔως καὶ σήμερα. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἐπίκαιρη εἶναι ἡ ἀναφορὰ στὴν Μακεδονικὴ διάλεκτο, καὶ τὸ πρόσφατο πολύτιμο ἀρχαιολογικὸ εὔρημα τοῦ καταδέσμου τῆς Πέλλας, ἰσχυρότατο ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικότητος τῆς γλώσσης τῶν ἀρχαίων Μακεδόνων.


Εἰδήσεις καὶ ἄλλα

Εἴθε! (Ἀλλά, εἴπαμε, πόρρω ἀπέχουμε ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔχουν κατορθώσει τὰ κατ᾿ ἐμᾶς... «χαζοαμερικανάκια».)

Πόσοι γνωρίζουν τὸν Μανώλη Γλέζο ὡς φιλόλογο καὶ γλωσσολόγο (μὲ σπουδαῖο ἔργο);

Γράφει («Ἄρδην») ὁ Σωτήρης Σόρογκας γιὰ τὸν Νίκο Ἐγγονόπουλο: «Στον ισχυρισμό μου λοιπόν ότι η γλώσσα πρέπει να είναι η δημοτική, με αντιμετώπισε νηφάλια και με κατανόηση. Μου είπε μονάχα αφοπλιστικά ότι ο ίδιος χρειαζόταν στα ποιήματά του όλες τις λέξεις, «για να λαμπρύνει τον στίχο του, να ενισχύσει το νόημά του», όπως άλλωστε και στη ζωγραφική του δεν εξαιρούσε κανένα χρώμα. Ο Νίκος Εγγονόπουλος, μέγας λάτρης του Ελληνισμού σε όλες του τις εκφάνσεις, με βοήθησε να κατανοήσω, ανάμεσα και σε άλλα συμβαίνοντα εκείνον τον καιρό, το μέγεθος της σπουδαιότητος μιας γλώσσας που δεν δίσταζε να ενσωματώνει λόγιες λέξεις στη δημοτική, λέξεις-παλίμψηστα, που εγκλείουν σημασίες και μνήμες μιας ξεχασμένης καταγωγής και στοιχεία ταυτότητος που μας συγκροτούν και μας συνέχουν. Να κατανοήσω ότι η γλώσσα δεν είναι μόνο τρόπος έκφρασης και επικοινωνίας αλλά και τρόπος οργάνωσης του κόσμου μέσα στη συνείδηση, καθώς και της ίδιας της συνείδησης.»

Λαμπρινὴ Θωμᾶ, «Τὸ παγκόσμιο χωριό», ΣΚΑΪ, 30-4-2008
Οἱ Ρῶσοι ὀνομάζουν τὸν ἀγωγὸ Южный поток, Γιούζνι Ποτόκ (Νότιο Ρεῦμα). Οἱ Νεοέλληνες γιατί τὸν ὀνομάζουν «South Stream»;

Ἀρτέμης-Εὐθύμης, «...ὅπως τὸ πολυτονικὸ ἡ Ἑστία...»
Τὸ διάδοχο σχῆμα τοῦ κορυφαίου Ἑλληνικοῦ χὶπ-χὸπ συγκροτήματος «Terror X Crew»
[Βίντεο]
...Β' φάση, προτοῦ πεῖς πὼς τό ᾿χω χάσει,
λέω τὸ ρὰπ ποὺ εἶναι βατὸ γιὰ νὰ μπορεῖς νὰ δώσεις βάση
Δίχως παύση, τὸ κρατῶ ζωντανὸ πάσῃ θυσία
ὅπως κρατάει ζωντανὸ τὸ πολυτονικὸ ἡ Ἑστία
Εἶπες κάτι; Φίλε μου δὲν ἀλλάζω μονοπάτι
Μωραϊτίδη μνημονεύω καὶ Παπαδιαμάντη
Ἄπειρα λάθη, μὰ δόξα τῷ Θεῷ εἶμαι πιὰ στὸν τόπο μου
τὰ μυστικὰ ἄνθη δρέπω ὅπως ὁ Φώτης Κόντογλου
Κι ἐκεῖ ποὺ ἤτανε τὸ μένος τώρα πρέπει αἶνος
ἑπομένως ἂς μὴν ἠχεῖ στ᾿ αὐτιά σου ὁ λόγος ξένος
Μὰ ἂν θὲς κρατᾷς τὰ μίση, ἐγὼ κρατάω τὴν πίστη
Ἀρτέμης στὸ μικρόφωνο καὶ MCD στὸ μίκτη...

(Δὲν ξεριζώνεται ἡ ἑλληνικότητα προοδευτικάριοι...)

Γλωσσικὸς ἀφελληνισμὸς τῶν πανεπιστημίων μας; Τῶν προμαχόνων -ὑποτίθεται- τῆς Ἐθνικῆς Παιδείας; Κατὰ τὸν ὑφυπουργὸ Ἐθνικῆς (;) Παιδείας Σπύρο Ταλιαδούρο, «Η Ελλάδα, ως κράτος μέλος της Ε.Ε. και στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, έχει εντάξει μεταξύ άλλων την επιδίωξη της πολυγλωσσίας και της πολυπολιτισμικότητας στους στόχους του εκπαιδευτικού μας συστήματος»!
Συγγνώμη, ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες ἐρωτήθημεν ἐὰν ἀποδεχόμεθα τὸ συνταγματικὸ αὐτὸ πραξικόπημα; (Θυμίζω: Ἄρθρον 16, παράγραφος 2: «H παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Kράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Eλλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες.» Γιὰ ἐθνικὴ συνείδησι διαβάζω, ὄχι γιὰ «πολυπολιτισμικὴ» (τὶ νὰ σημαίνει αὐτό...) συνείδησι.)

Τὸ ἄρθρο ἀπὸ τὸν Πατριωτικὸ Σύλλογο «Θερμοπύλαι»
Καὶ θὰ πῇ κανείς, ἕνα -ἀτυχές ἔστω- παιχνίδι· αὐτὸ εἶναι τὸ πρόβλημα; Ὄχι, δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ πρόβλημα. Τὸ πρόβλημα εἶναι ὅτι, ἐνῷ ὁ κόσμος χάνεται, κάποιοι δὲν ἔχουν πάρει χαμπάρι τίποτε καὶ νομίζουν ὅτι χωροῦν πιά, ἐδῶ ποὺ φθάσαμε, ἀστεῖα.

Θὰ συνεχίσουμε.