«Tὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική· τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου. Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου.» (Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἄξιον ἐστί»)

Σελίδες Πατριδογνωσίας - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2009

Ἐπίσκεψις στὸ Μουσεῖον Ἀκροπόλεως

Εἶχα ὑποσχεθεῖ νὰ γράψω τὶς ἐντυπώσεις μου ἀπὸ τὸ νέον Μουσεῖον Ἀκροπόλεως. Μὲ ἕνα σφίξιμο στὴν καρδιὰ θὰ τὸ κάνω· πῶς ἀλλιῶς ὅταν ἡ Μητέρα ποὺ ἐγέννησε καὶ ἔθρεψε καὶ τὴν Ἀκρόπολι καὶ τὰ μνημεῖα καὶ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοῦ τοῦ τόπου εἶναι πληγωμένη ἀπὸ τὶς πυρκαγιὲς καὶ τὴν ἀσυνειδησία μας;

Θὰ ἐπουλώσῃ ἡ Μητέρα μας τὶς πληγές της; Ναί, ἂν δὲν τὴν ἐγκαταλείψουμε ἐμεῖς τὰ παιδιά της. Καὶ τότε, καὶ αὐτὴ θὰ μᾶς ἐκπλήξῃ ξανά. Διαβάσατε τὶς προάλλες γιὰ ἕνα μικρὸ θαῦμα; Ἕνα μικρὸ φυτό, ποὺ ζεῖ, λένε, μόνον στὴν Ακρόπολι καὶ πουθενὰ ἀλλοῦ στὸν κόσμο (micromeria acropolitana) καὶ ἐθεωρεῖτο ἐξαφανισμένο ἐδῶ καὶ ἑκατὸ χρόνια, βρέθηκε ξανά! (Βλ. «Ἡ Καθημερινή», 8-8-2009.) Δὲν εἶναι θαυμάσιο, σὰν νὰ βρέθηκε χαμένος λίθος ἀπὸ τὴν ζῳφόρο τοῦ Παρθενῶνος; Κάποια μικρὴ νύμφη, ἀκόλουθος τῆς Παλλάδος καὶ προστάτις τοῦ τόπου, εἶναι σίγουρα ἀκόμη ἐδῶ, μαζὶ μὲ τὸ μικρὸ φυτό, θὰ ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι.

Τὸ ἐκκλησάκι. Ἄποψις ἀπὸ τὴν Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου.
Ἀρχαῖοι ἐπιχθόνιοι δαίμονες καὶ πολιοῦχοι ἅγιοι, προστάτες τοῦ ἱεροῦ τόπου.
(Τὸ ἄλλο ἐκκλησάκι, τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἀφιερωμένο στοὺς ἥρωες πεσόντες τῆς χωροφυλακῆς Μακρυγιάννη, κατεδαφίστηκε τὸ 2002, γιὰ νὰ χτισθῇ τὸ Μουσεῖον. Θυσία γιὰ τὸ μεγάλο ἔργο.)

Ἀλλὰ ἂς διαβοῦμε τὶς πύλες τοῦ ἀμφιλεγόμενου Μουσείου. Τόσες καὶ τόσες διαμάχες γιὰ τὰ ἀρχαῖα τοῦ στρατοπέδου Μακρυγιάννη (φαίνεται ὅτι τὰ προσέχει καὶ τὰ ἀναδεικνύει τὸ Μουσεῖο (ὅλα; σίγουρα κάποια ἔγιναν θυσία...), μὲ τὰ μεγάλα ὑποστυλώματα, τὰ ἀνοίγματα στὸ δάπεδο καὶ τὰ γυάλινα πατώματα), γιὰ τὰ κτήρια τῆς Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου (ἔγραψα σχετικῶς παλαιότερα, δεῖτε καὶ στὸ παρὸν τὶς φωτογραφίες), γιὰ τὸν ἀρχιτεκτονικὸ ρυθμὸ τοῦ κτηρίου. Κάποτε, ἀπόλυτος ὤν, θὰ ἔλεγα καὶ ἐγώ, μαζὶ μὲ καποιους φίλους ἑλληνοκεντρικούς, πᾶν μὴ νεοκλασσικόν, βαρβαρικόν. Δὲν θὰ τὸ ἔλεγα πλέον. Τὸ νεοκλασσικό, τὸν Παρθενῶνα, θὰ προσπαθοῦσε νὰ μιμηθῇ καὶ νὰ ἐπικαλύψῃ; Αυτὸ δὲν θὰ ἦταν ματαιοδοξία; Τὸ μοντέρνο, θὰ μοῦ πεῖτε ἀπὸ τὴν ἄλλη, προσπαθεῖ νὰ ἀντιπαρατεθῇ στὸν Παρθενῶνα ἐπιβάλλοντας τὸν δικό του ρυθμό; Ἂν τὸ ἔκανε, ναί, θὰ ἦταν πολὺ θρασύ. Εἶναι, πάλι, τὸ Μουσεῖο ὄμορφο ὡς κτήριο; Ὄχι. (Ὁ ὅλος χῶρος ἔχει προσεχθεῖ πάντως). Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ζητούμενο! Δὲν θέλουμε νὰ προσέχουμε τὸ ἴδιο τὸ κτήριο τοῦ Μουσείου! Τὸ Μουσεῖο θέλει νὰ μᾶς δείχνει ἐκεῖ! Ἐκεῖ, ψηλὰ νὰ ὁδηγῇ τὸ βλέμμα μας!

Τὸ Μουσεῖον (ἀπὸ Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου), μὲ τὸν Παρθενῶνα νὰ καθρεπτίζεται ἐντυπωσιακῶς στὸ γυαλί, καὶ τὸ κτήριον Βάιλερ ἐμπρός.

Καὶ ἀντικρύζοντας τὸ Μουσεῖον ἀπὸ τὴν εἴσοδο τῆς Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου (παρεμπιπτόντως· ἐμεῖς τὸ ξέρουμε, ἀλλὰ πρέπει νὰ μποῦν ἐμφανεῖς πινακίδες στὸν σταθμὸ τοῦ μετρό· ὁ κόσμος ψάχνει τὴν εἴσοδο στοῦ Μακρυγιάννη), κάτω ἀπὸ τὸν λαμπερὸ ἥλιο, τὸ πρῶτο πρᾶγμα ποὺ αἰχμαλωτίζει τὸ βλέμμα μας εἶναι ἡ Ἀκρόπολις καὶ ὁ Παρθενῶν ποὺ καθρεπτίζονται ἐντυπωσιακῶς, κυρίαρχοι, στὰ τζάμια τῆς αἴθουσας τοῦ Παρθενῶνος! Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀμορφιὰ καὶ ἡ δύναμις τοῦ Μουσείου. Τελικῶς ὁ κ. Τσουμὶ ἐπέτυχε.

Ἡ εἴσοδος τοῦ Μουσείου (Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου).

Κατεβαίνοντας τὰ σκαλιά, στὴν εἴσοδο τοῦ κτηρίου μᾶς καλωσορίζει ἡ ἀθηναϊκὴ γλαῦξ. Θαυμάσια ἔμπνευσις τῶν ἀνθρώπων τοῦ Μουσείου.

Ἡ ἀθηναϊκὴ γλαῦξ μᾶς ὑποδέχεται στὴν εἴσοδο τοῦ κτηρίου.

Γιὰ τὴν ἔκθεσι στὸ ἰσόγειο τῶν εὐρημάτων τῶν κλιτύων τῆς Ἀκροπόλεως, ἔχετε σίγουρα διαβάσει. Στὸ δάπεδο, τὰ ταπεινὰ κεραμικὰ ἀφιερώματα, γιὰ νὰ στεριώσῃ τὸ σπίτι - καὶ τὸ ἀρχαῖο καὶ τὸ νέο.

Ἀνεβαίνουμε τὰ σκαλιά, ὅπως καὶ τὸν λόφο τῆς Ἀκροπόλεως, στὸν πρῶτο ὄροφο, στὴν αἴθουσα τῶν ἀρχαϊκῶν. Μερικῶν ἀπὸ τὰ ἐκπληκτικότερα δημιουργήματα -γιὰ τὶς κόρες καὶ τοὺς κούρους μιλῶ- τῆς ἱστορίας τῆς γλυπτικῆς. Τὸ ἀρχαϊκὸ ἀέτωμα τοῦ ἀρχαίου νεῶ (μεταξὺ Παρθενῶνος καὶ Ἐρεχθείου· ἢ τοῦ προπαρθενῶνος - εἶναι ἀρχαιολογικὸ αἴνιγμα ἐὰν ὑπῆρξε προπαρθενῶν), μὲ τὸν Ἡρακλῆ, τοὺς λέοντες καὶ τὸν τρισώματο δαίμονα μὲ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσης, δεσπόζει στὴν εἴσοδο τῆς αἰθούσης, καθὼς τὸ ἀντικρύζουμε καθὼς ἀνεβαίνουμε τὰ σκαλιά. Ἀντιθέτως, τὸ ἄλλο ἀρχαϊκὸ ἀέτωμα μὲ τὴν γιγαντομαχία, χάνεται κάπως μέσα στὴν μεγάλη αἴθουσα· οἱ γίγαντες φαίνονται μικροί.

Ἀνάμεσα στὸ λευκὸ, μεταφυσικὸ σχεδὸν φῶς τοῦ ἡλίου, τοὺς ἐπισκέπτες καὶ τοὺς κίονες τοῦ Μουσείου προβάλλουν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, παιγνιωδῶς, μειδιώντας μυστηριωδῶς ἀνάμεσά μας, οἱ ὄμορφες κόρες μὲ τὶς πτυχώσεις, τὰ σχέδια καὶ τὰ χρώματα τῶν χιτώνων τους καὶ τὶς πλεξοῦδες τῶν μαλλιῶν τους. Ὑπῆρχε ὁ φόβος ὅτι θὰ εἶναι ἀφιλόξενη γι᾿ αὐτὲς ἡ μεγάλη αἴθουσα. Ἀλλὰ μᾶλλον εἶχε δίκιο ὁ κ. Παντερμαλῆς τελικά. Ζοῦν καὶ περπατοῦν ἀνάμεσά μας, ἀνάμεσα στοὺς προσκυνητὲς τῆς Ἀκροπόλεως οἱ νέες καὶ οἱ νέοι αὐτοί, σὰν νὰ εἶναι συμπολίτες καὶ φίλοι μας, καὶ λάμπουν ἀπὸ ὀμορφιὰ καὶ χαρά. (Ἂν καί, φοβοῦμαι λίγο, ἐλπίζω ἀβάσιμα, ὅτι εἶναι κάπως ἀπροστάτευτες ἀνάμεσα στὸν κόσμο.) (Ἡ ἀγαπημένη μου εἶναι ἡ «κόρη μὲ τὰ μάτια τῆς σφίγγας», ἀναφερόμενη καὶ ὡς «κόρη μὲ τὰ ἀμυγδαλωτὰ μάτια». Τὴν ἐρωτικὴ ἐξομολόγησι τὴν εἶχα κάνει σὲ παλαιότερο σημείωμα.)

Ἡ κόρη μὲ τὰ ἀμυγδαλωτὰ μάτια, ~500 π.Χ.

Γιὰ τὶς δυναμικὲς Καρυάτιδες, τὴν ἀπαχθείσα ἀδελφή τους, καὶ τὶς πλεξοῦδες τους, σίγουρα γνωρίζετε.

Στὸν 2ο ὄροφο εἶναι τὸ ἑστιατόριο, ἡ ἐσωτερικὴ κλιματιζόμενη αἴθουσα καὶ ὁ ὑπαίθριος χῶρος (στὸν διαβόητο ἐξώστη), ἀλλὰ καὶ τὸ πωλητήριο. Συνιστῶ τὶς ἐξαιρετικὲς ἐκδόσεις (καὶ ἰδίως τὴν σειρὰ τῶν ὁδηγῶν, ὀκτὼ μικρὰ τομίδια) τῆς Ἐνώσεως Φίλων Ἀκροπόλεως. Ἐξαιρετικὴ ποιότητα. (Ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα τίποτε τὸ ἰδιαίτερο· λείπει ἀκόμη μιὰ ποιοτικὴ ἔκδοσι γιὰ τὸ ἴδιο τὸ Μουσεῖο.) Πωλητήριο ὑπάρχει καὶ στὸ ἰσόγειο - θὰ τὸ δεῖτε στὸ τέλος, κατὰ τὴν ἔξοδό σας ἀπὸ τὸ Μουσεῖον. Τὸ πωλητήριον τοῦ ἰσογείου ἔχει κυρίως κάρτες καὶ βιβλία γιὰ παιδιὰ (ὁρισμένα ποὺ ξεφύλλισα, γιὰ τὸν Μακρυγιάννη καὶ τὸν Περικλῆ, φαίνονται πολὺ καλά. Ὡραῖο αὐτὸ γιὰ τὸν Μακρυγιάννη· καὶ γιὰ τὴν Ἀκρόπολι καὶ γιὰ τὸ 1821 μαζί.)

Ἡ Ἀκρόπολις, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ ὑπαίθριο ἑστιατόριο τοῦ 2ου ὀρόφου. Δεξιά, τὰ δύο κτήρια τῶν ὁποίων ἡ προτεινόμενη κατεδάφισις ξεσήκωσε πολλὲς ἀντιδράσεις. Ἀριστερά, ἡ πρεσβεία τῆς Ἰσπανίας.

Στὴν ταράτσα ἀπέναντι, ἕνα τσαντήρι. Ἀλλὰ τὶ δὲν θά ἔδινα γιὰ ἕνα βραδυνὸ καλοκαιρινὸ δεῖπνο ἐκεῖ!

Ἐξωτερικὴ ἄποψις τῆς αἰθούσης τοῦ Παρθενῶνος, ἀπὸ τὸν ὑπαίθριο χῶρο τοῦ 2ου ὀρόφου. Ἄνευ σχολίου.

Στὸν τρίτο ὄροφο εἶναι ἡ γυάλινη αἴθουσα τοῦ Παρθενῶνος. Ἡ ἀνάβασίς μας ὁλοκληρώνεται, ἐδῶ, ἔχοντας ἀνεβεῖ στὸ ὑψηλότερο σημεῖον τῆς Ἀκροπόλεως ὁ προσκυνητής, γίνεται στὸν Παρθενῶνα ἕνα μὲ τὸν ἡλιοφώτιστο οὐρανὸ καὶ τοὺς συμπαντικοὺς νόμους. Στὸ Μουσεῖον, οἱ μετῶπες, ἡ ζῳφόρος καὶ τὰ ἀετώματα σὲ διάταξι ἀκριβῶς ὅπως στὸν Παρθενῶνα. Κοιτάζετε τὸν Παρθενῶνα, κοιτάζετε καὶ τὴν ἐντὸς τοῦ Μουσείου προβολὴ του. Προσανατολίστε καὶ κάντε με τὸ νοῦ σας τὴν ὑπέρθεσι. Δὲν εἶναι δύσκολο. Ἡ ἀρχιτεκτονικὴ τοῦ χώρου καὶ τῶν κειμηλίων, καὶ ὁ Παρθενῶν δεσπόζων μέσα απὸ τὸ διάφανο γυαλὶ τῆς αἰθούσης, μᾶς τὸ ἐπιτρέπει.

Ἡ Ἀκρόπολις ὅπως φαίνεται μέσα ἀπὸ τὴν αἴθουσα τοῦ Παρθενῶνος.

Πηγαίνετε πρῶτα στὴν νοτιοδυτικὴ γωνία. Ἀπὸ ἐκεῖ ξεκινᾷ ἡ πομπὴ τῆς ζῳφόρου. (Θὰ ἔπρεπε νὰ καθοδηγεῖται ὁ ἐπισκέπτης νὰ ἀκολουθεῖ τὴν πομπὴ τῆς ζῳφόρου ἀπὸ τὸ ξεκίνημα μέχρι τὴν ὁλοκλήρωσί της, καὶ νὰ ἐξηγεῖται ἡ πομπή· ὁ μὴ γνώστης εἶναι δύσκολο νὰ τὸ ἀνακαλύψῃ ἀπὸ τὰ ταμπελάκια.) Ἡ ζῳφόρος ὁλοκληρώνεται στὸ κέντρον τῆς ἀνατολικῆς πλευρᾶς, μὲ τὴν παράδοσι τοῦ ἱεροῦ πέπλου στὴν θεά (τὸ πανάρχαιο διιπετὲς ξόανο τῆς ὁποίας λατρευόταν στὸ Ἐρεχθεῖον). Ξεκινοῦν οἱ Ἀθηναῖοι πολίτες τὴν πομπή, ἔφηβοι καὶ ἄνδρες ἰππεῖς, γυναῖκες ποὺ μεταφέρουν τὰ ἀφιερώματα στοὺς θεούς, ἱερεῖς· καὶ οἱ γενάρχες οἱ μυθικοὶ τῶν φυλῶν τῆς Ἀττικῆς· καὶ οἱ θεοὶ τοῦ Ὀλύμπου, μαζὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους, ἕνα, μεγαλύτεροι καὶ μακάριοι μόνον. Μὲ τὴν ἱερὴ αὐτὴν πομπή, ὁ δῆμος γίνεται ἕνα μὲ τὴν πόλιν καὶ τὴν ἱστορία της, τοὺς ἥρωες, τοὺς γενάρχες καὶ τοὺς θεούς. Ἰδού ἡ σημασία τῆς πομπῆς.

Ἐξωτερικὰ ἀπὸ τὴν ζῳφόρο, οἱ μετόπες. Τέσσερα θέματα, διαφορετικὸ σὲ κάθε πλευρά. Ἰλίου πέρσις στὴν βόρεια πλευρά (βόρεια δὲν εἶναι ἡ Τροία; ), Κενταυρομαχία στὴν νότια (Πήλιον), Ἀμαζονομαχία στὴν δυτικὴ (κάπου ἐκεῖ περὶ τὸν Ἄρειο Πάγο εἶχαν πολεμήσει οἱ μυθικοὶ Ἀθηναῖοι μὲ τὶς Ἀμαζόνες), Γιγαντομαχία στὴν ἀνατολική (τὰ ἡφαίστεια, ἀνατολικά, στὴν Λῆμνο; )

Τὰ περίφημα ἀετώματα. Δυτικά, ἔρις Ἀθηνᾶς καὶ Ποσειδῶνος· ἀνατολικά, γέννησις τῆς Άθηνᾶς. Κατασπαραγμένα, ὅπως καὶ ὅλα τὰ γλυπτὰ καὶ ἄλλα ἀρχιτεκτονικὰ μέλη ἀπὸ τοὺς βαρβάρους ἀποικιοκράτες ἀγγλοσάξωνες καὶ λοιπούς. Τὸ στῆθος τοῦ Ποσειδῶνος ἐδῶ, ἡ πλάτη στὸ Βρετανικὸ Μουσεῖον· τερατωδία! Γύψινα ἀντίγραφα στὴν θέσι τῶν ἀπαχθέντων ἀπὸ τοὺς βαρβάρους μελῶν. Ἡ Ἀκρόπολις βοᾷ καὶ ζητεῖ τὰ παιδιά της. Ἡ ὀργὴ τῶν θεῶν ἐπιπέσοι ἐπὶ τῶν κεφαλῶν τῶν βεβήλων. Στὸ Μουσεῖον, θὰ ἔπρεπε μὲ εἰδικὲς ταμπέλες νὰ ἐπισημανθοῦν καὶ νὰ προβληθοῦν τὰ τμήματα τῆς ζωφόρου ποὺ ἔχουν ἐπιστραφεῖ ἀπὸ εὐσεβεῖς ξένους τῶν μουσείων τῆς Χαϊδελβέργης, τοῦ Παλέρμο καὶ τοῦ Βατικανοῦ, ὤστε νὰ τιμῶνται οἱ εὐσεβεῖς καὶ νὰ ἐκτίθενται περισσότερο οἱ ἀσεβεῖς φράγκοι καὶ σάξωνες τοῦ Λούβρου καὶ τοῦ Βρετανικοῦ. Ἀλλ᾿ ἔσσεται ἦμαρ.

Ἡ προσοχὴ στὴν λεπτομέρεια εἶναι μισὴ, τουλάχιστον, ἀρχοντιά. Ὅσο μοῦ ἄρεσε ἡ οἰκοδέσποινα γλαῦξ στὴν εἴσοδο τοῦ Μουσείου, ἄλλο τόσο μοῦ ἄρεσε ὁ μικρὸς ἐλαιών στὴν πλευρὰ πρὸς Μητσαίων (δεύτερη εἴσοδος· ἡ κύρια, εἴπαμε, ἀπὸ Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου). Δείχνει νομίζω κάτι ἀπὸ τὸ μεράκι τῶν ἀνθρώπων τοῦ Μουσείου τὸ ὅτι ἐφρόντισαν νὰ ὑπάρχουν στὴν αὐλὴ λίγα ἀπὸ τὰ ἱερὰ δένδρα τῆς Παλλάδος.

...ὅροι τῆς πατρίδος πυροί, κριθαί, ἄμπελοι, ἐλάαι, συκαῖ.
(Ὅρκος τῶν Ἀθηναίων ἐφήβων)

Ὅσο γιὰ τὸν ἴδιο τὸν Παρθενῶνα; Εἴπαμε, αὐτὸς δεσπόζει καὶ θὰ δεσπόζῃ πάντοτε στοὺς αἰῶνες, στὸ στερέωμα καὶ στοὺς αἰθέρες.

Γῆς παῖς εἰμι καὶ Οὐρανοῦ ἀστερόεντος͵ αὐτὰρ ἐμοὶ γένος οὐράνιον.
(Ὀρφεύς, ἀποσπ. 17, 11-12)

Ἐπισκέπτεται ὁ κόσμος τὸ νέο μουσεῖο καὶ ξεχνᾷ νὰ ἀνεβῆ μιὰ φορὰ στὴν ἴδια τὴν Ἀκρόπολι (ἢ -νὰ μὴν τὸ ξεχνοῦμε- νὰ ἐπισκεφθῇ καὶ τὸ Ἐθνικὸν Ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον); Ἔ, πρῶτες μέρες εἶναι. Καί, στὸ κάτω- κάτω, καλύτερα· στὴν Ἀκρόπολι ἂς ἀνεβαίνῃ μόνον ὅποιος εἶναι πνευματικῶς προετοιμασμένος· νὰ γλυτώσῃ καὶ ἀπὸ τὴν πολυκοσμία ὁ ἱερὸς βράχος.

Σάββατο, 1 Αυγούστου 2009

Τῆς Φύσεως μυστικαὶ καὶ ἀόρατοι δυνάμεις... (ἢ ἐναλλακτικαὶ προτάσεις διὰ τὸ Νέον Μουσεῖον Ἀκροπόλεως)

   Πάντοτε μὲ συγκινοῦσαν οἱ παλαιές γραφικὲς εἰκόνες μὲ τὰ βοσκόπουλα καὶ τὶς βοσκοποῦλες μὲ τὰ προβατάκια ἀνάμεσα στὰ ξεχασμένα ἀρχαῖα μνημεῖα. Παραθέτω δύο ὡραιότατες τέτοιες εἰκόνες, μιὰ φωτογραφία τῆς Ἀκροπόλεως τοῦ 1903 καὶ μιὰ γκραβούρα τοῦ Στόουνχεντζ τοῦ 1870, σὲ ὑψηλὴ ἀνάλυσι.

   Ἐμβάθυνα, ὅμως, περισσότερο στὰ αἰσθήματα ποὺ μοῦ γεννοῦν οἱ εἰκόνες αὐτές, ὅταν διάβασα προσφάτως τὸ καταπληκτικὸ κείμενο τοῦ Δημήτρη Πικιώνη, τὸ ὁποῖον καὶ θὰ παραθέσω ἀκολούθως. Προσέξτε τὶ γράφει, καὶ μὲ τὶ ἔμπνευσι καὶ εὐαισθησία, γιὰ τὴν Μητέρα Φύσι ποὺ ἀγκαλιάζει στοργικῶς (καὶ ἐξαφανίζει μαζί ἀφεύκτως) τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων (καὶ τοὺς ἰδίους τοὺς ἀνθρώπους, ἄλλωστε). Καὶ γιὰ τὴν «μυστικὴ ὁμορρυθμία» ποὺ συνδέει τοὺς ἁπλοὺς Ἕλληνες μὲ τοὺς ἀρχαίους προγόνους. Μεγάλο πνεῦμα ὁ Δημήτρης Πικιώνης, μύστης τῆς Mητέρας Φύσεως καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ.

   Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ, δεῖτε καὶ τὴν ταινία «Τὸν καιρὸ τῶν Ἑλλήνων» τοῦ Λάκη Παπαστάθη (1981).

Προβατάκια παρὰ τὴν Ἀκρόπολιν. Φωτογραφία τοῦ Fred Boissonnas, 1903.
Θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι καὶ ἐναλλακτικὴ πρότασις διὰ τὴν ἀξιοποίησιν τῶν πέριξ τῆς Ἀκροπόλεως χώρων, ἀντὶ τοῦ Νέου Μουσείου. (Ἂν καὶ τὰ συγκεκριμένα προβατάκια, μᾶλλον περὶ τὸν χῶρον τοῦ σημερινοῦ ἐστιατορίου τοῦ «Διονύσου» τρώγουν χορταράκι, ἐνῷ σήμερον, εἰς τὸν ἴδιον χῶρον, κοιλαράδες νεοέλληνες τρώγουν προβατάκια, ἀστακοὺς καὶ δὲν ξέρω τὶ ἄλλον.) Ὁπωσδήποτε, ὁ φίλος Ἀνδρέας Φαρμάκις, θεωρῶν κάθε μουσεῖον -δυτικὴν, ἐπισημαίνει ἄλλωστε, ἐφεύρεσιν- ὡς «νεκροταφεῖον πολιτισμοῦ», θὰ συνηγορήσῃ ὅτι ἡ παρούσα φωτογραφία ἐκφράζει τὸν μόνον γνήσιον καὶ ἀληθὴ προορισμὸν τοῦ χώρου, ὁπότε τοῦ τὴν ἀφιερώνω. (Τὶς δικές μου ἐντυπώσεις, ὅμως, διὰ τὸ Νέον Μουσεῖον, θὰ τὶς ἐκθέσω εὶς τὴν ἑπομένην δημοσίευσίν μου.)

   Γράφει, λοιπόν, ὁ Δημήτρης Πικιώνης («Ἔκθεσις ἐπὶ τῶν ἔργων διευθετήσεως ἐν Δελφοῖς», 1946):

   Διευθέτησις τοῦ ἀρχαιολογικοῦ χώρου

   Ἡ διευθέτησις αὕτη θὰ ἔτασσεν εἰς ἑαυτὴν ὡς κύριον σκοπὸν νὰ διαφυλάξη τὴν ἀτμόσφαιραν τοῦ χώρου, ἐκεῖ ὅπου, ἐννοεῖται, αὕτη ἔχει μέχρι σήμερον διαφυλαχθῆ, καὶ ἐκεῖ ὅπου ἡ καλοπροαίρετη αλλ᾿ αἰσθητικῶς ἀπαράδεκτος, καὶ δι᾿ αὐτὸ ἀνεύθυνος, φροντὶς ἔγινε κακοῦ μᾶλλον... ἢ καλοῦ πρόξενος, νὰ ἄρη, ὅπου καὶ ὅσον εἶναι τοῦτο δυνατόν, τὰ ἄστοχα, καὶ εἰς ἐνίας τῶν περιπτώσεων τὰ πέραν παντὸς μέτρου ὀλέθρια ἀποτελέσματά της.

   Ἐν ἀντιθέσει πρὸς παρεμβάσεις, αἵτινες εἰς τὰς περισσοτέρας τῶν περιπτώσεων ἀπεδείχθησαν ψευδαισθητικαὶ καὶ ἐκζητημέναι, ἡ ἔλλειψις κάθε φροντίδος δυνατὸν νὰ μὴ συνεβάδιζε πάντοτε μὲ μίαν καλῶς ἐννοουμένην συντήρησιν τῶν κειμηλίων τῆς Ἀρχαιότητος, δυνατὸν νὰ ἐπέφερε βλάβας (ὡς ὅταν, διὰ νὰ ἀναφέρω ἓν παράδειγμα, οἱ ἀφελεῖς ποιμένες τῆς Τουρκοκρατίας ἤναπτον τὴν πυράν των ἐντὸς τῆς Μονῆς τοῦ Δαφνίου), οὐχ ἧττον ὅμως πρέπει νὰ ὁμολογηθῆ ὅτι ἡ φύσις, χωρὶς νὰ ἐνδιαφέρεται διὰ τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων καὶ διὰ τὴν συντήρησιν τῆς μνήμης των, κατέχει τὸ μυστικόν, νὰ τὰ περιβάλλη, ὅταν δὲν τὰ καταστρέφη, διὰ τῆς ἁγνοτέρας ποιήσεως. Ἡ ἐγκατάλειψις αὐτή, ἡ ὁποία εἶναι ὡς νὰ ἔχη ὡς μυστικὸν σκοπὸν νὰ ἐπαναφέρη καὶ κρύψη εἰς τοὺς κόλπους της τὰ ἔργα τὰ ὁποῖα, ἐν ἀπωτέρᾳ ἀναλύσει, ἀνάγονται εἰς τὰς ἰδίας τῆς φύσεως ἀρχάς, καὶ συνεπῶς εἶναι τέκνα της, ἡ ἐγκατάλειψις αὐτή, πρέπει νὰ τ᾿ ὁμολογήσωμεν, ἐνέχει μίαν ποίησιν ἀπὸ τὰς πλέον ἁγνάς.

   Ὁ λαϊκὸς ἐπίσης ἀγνωτισμὸς δὲν ἦτο βεβαίως ἐνήμερος τῆς ἱστορικῆς καὶ καλλιτεχνικῆς ἀξίας τῶν μνημείων τοῦ παρελθόντος του. Ὅμως ἡ ἀφελὴς ψυχή του εἶχε τὸν τρόπον νὰ τ᾿ ἀντικρύζη «ἐν φαντασία», ἡ ὁποία ἀνύψωσε μέσα του τὰ ἔργα αὐτὰ τῶν προγόνων εἰς ἀξίαν μυθικῶν συμβόλων. Τὸ ἀδιάφθορον «εἶναι» τοῦ λαϊκοῦ πολιτισμοῦ του, χάρις εἰς τὰς τόσας καὶ τόσας ἐπιβιώσεις τοῦ ἀρχαίου βίου, ποὺ συνετήρησε μέχρι τοῦδε μέσα του, εἶναι πολλὲς φορὲς κοντύτερα ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς ἄλλους στὸν πολιτισμὸν τῆς Ἀρχαιότητος. Ὑπάρχει μία μυστικὴ ὁμορρυθμία, ἥτις ἑνώνει τὸ παρόν, ἔστω καὶ ἐν τῇ ἀγνωτικῇ του καταστάσει, πρὸς τὸ ἔνδοξον καὶ σοφὸν παρελθόν, καὶ ἡ ἕνωσις αὐτὴ εἶναι πληρεστέρα καὶ γνησιωτέρα ἀπὸ τὴν σχέσιν ἡμῶν τῶν ἄλλων μὲ τὸ ἀρχαῖον πνεῦμα. [*]

   Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ κάμνει ὥστε, ὅταν ὁ λαὸς πλησιάζη τὰ ἐρείπια προγόνων του, νὰ αἰσθανώμεθα ὅτι μυστικαὶ καὶ ἀόρατοι δυνάμεις τὸν συνδέουν μὲ αὐτά, καὶ τὰ ἀφελῆ προσκτίσματά του, τὰ ταπεινὰ ναΰδρια καὶ αἱ καλύβαι του δὲν βλάπτουν τὰ ἀρχαῖα, ἀλλὰ πολλάκις τὰ ἐξωραΐζουν πραγματικά.

   Τοὺς σοφωτέρους ἀπὸ ἡμᾶς δυνατὸν νὰ συνδέη πρὸς τὴν Ἀρχαιότητα ἕνας θρησκευτικὸς δεσμός. Αλλ᾿ οἱ τρόποι τοῦ βίου μας καὶ τὸ εἶδος τῶν ἀσχολιῶν μας εἶναι ἴδια διὰ ν᾿ ἀπομακρύνουν τὴν ψυχήν μας ἀπὸ τὴν θρησκευτικὴν οὐσίαν τοῦ παρελθόντος. Οὕτως ἢ ἄλλως, εἰς ἡμᾶς ἔλαχεν ὁ κλῆρος νὰ συντηρήσωμεν καὶ νὰ διαφυλάξωμεν τοὺς ἀρχαίους τόπους ἀπὸ ὅ,τι θὰ ἠδύνατο νὰ παραβλάψη τὸ πνεῦμα των. Πόσον τὸ ἔργον εἶναι δύσκολον, οἱ πλέον εἰδήμονες τὸ γνωρίζουν.

   Τί δύναται νὰ προσθέση εἰς τὴν εὐαισθησίαν τῶν τόπων αὐτῶν ὁ μὴ κατέχων εὐαισθησίαν; Πῶς μπορεῖς νὰ προσθέσης μίαν γραμμὴν ἡ ὁποία νὰ μὴν ταράζη τὸ ὅλον ὡς παρείσακτος; Πῶς δύνασαι νὰ ἐνεργήσης ἐκεῖ ποὺ εἶναι νόμιμον ἢ ἀναγκαῖον νὰ ἐνεργήσης, χωρὶς ἡ ἐνέργειά σου νὰ φανῆ ἐπιτηδευμένη καὶ ὑπερφίαλος, ἀλλὰ νὰ μένη τοὐναντίον ταπεινὴ καὶ ἀφανής; Ποῦ δύναται κανεὶς νὰ παρέμβη; Ἀσφαλῶς ἐκεῖ ὅπου ἡ παρουσία ἀναμφισβήτητων ἀναγκῶν τὸ ἀπαιτεῖ.

   [...]

[*] Ἡ λαογραφία προσπαθεῖ τώρα νὰ ἐξηγήση τὸν ἀρχαῖον βίον διὰ τῶν ἐπιβιώσεών του εἰς τὸν σύγχρονον λαϊκὸν πολιτισμόν.

* * *

Προβατάκια εἰς τὸ Stonehedge. Ὡραιότατη γκραβούρα τοῦ 1870, πρὶν τὸ Στόουνχετζ ἀναστηλωθῇ εἰς τὴν σημερινήν του μορφήν.