«Tὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική· τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου. Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου.» (Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἄξιον ἐστί»)

Σελίδες Πατριδογνωσίας - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό

Σάββατο, 24 Ιουλίου 2010

Εἰς τὴν ὁδὸν τῶν Φιλελλήνων - Τὸ ἀθάνατο κείμενο τοῦ καύσωνος!

Ἀνδρέας Ἐμπειρίκος, «Εἰς τὴν ὁδὸν τῶν Φιλελλήνων»



Mιὰ μέρα ποὺ κατέβαινα στὴν ὁδὸν τῶν Φιλελλήνων, μαλάκωνε ἡ ἄσφαλτος κάτω ἀπ᾿ τὰ πόδια καὶ ἀπὸ τὰ δένδρα τῆς πλατείας ἠκούοντο τζιτζίκια, μέσ᾿ στὴν καρδιὰ τῶν Ἀθηνῶν, μέσ᾿ στὴν καρδιὰ τοῦ θέρους.

Παρὰ τὴν ὑψηλὴν θερμοκρασίαν, ἡ κίνησις ἦτο ζωηρά. Aἴφνης μία κηδεία πέρασε. Ὀπίσω της ἀκολουθοῦσαν πέντε-ἕξη αὐτοκίνητα μὲ μελανειμονούσας, καὶ ἐνῶ στὰ αὐτιά μου ἔφθαναν ριπαὶ πνιγμένων θρήνων, γιὰ μιὰ στιγμὴ ἡ κίνησις διεκόπη. Tότε, μερικοί ἀπὸ μᾶς (ἄγνωστοι μεταξύ μας μέσ᾿ στὸ πλῆθος) μὲ ἄγχος κοιταχθήκαμε στὰ μάτια, ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου προσπαθώντας τὴν σκέψι νὰ μαντεύσῃ. Ἔπειτα, διαμιᾶς, ὡς μία ἐπέλασις πυκνῶν κυμάτων, ἡ κίνησις ἐξηκολούθησε.

Ἦτο Ἰούλιος. Eἰς τὴν ὁδὸν διήρχοντο τὰ λεωφορεῖα, κατάμεστα ἀπὸ ἰδρωμένον κόσμο -ἀπὸ ἄνδρας λογῆς-λογῆς, κούρους λιγνοὺς καὶ ἄρρενας βαρεῖς, μυστακοφόρους, ἀπὸ οἰκοκυρὰς χονδράς, ἢ σκελετώδεις, καὶ ἀπὸ πολλὰς νεάνιδας καὶ μαθητρίας, εἰς τῶν ὁποίων τοὺς σφικτοὺς γλουτοὺς καὶ τὰ σφύζοντα στήθη, πολλοὶ ἐκ τῶν συνωθουμένων, ὡς ἦτο φυσικόν, ἐπάσχιζαν (ὅλοι φλεγόμενοι, ὅλοι στητοί ὡς Ἡρακλεῖς ροπαλοφόροι) νὰ κάμουν μὲ στόματα ἀνοικτὰ καὶ μάτια ὀνειροπόλα, τὰς συνήθεις εἰς παρομοίους χώρους ἐπαφάς, τὰς τόσον βαρυσημάντους καὶ τελετουργικάς, ἄπαντες προσποιούμενοι ὅτι τυχαίως, ὡς ἐκ τοῦ συνωστισμοῦ, ἐγίνοντο ἐπὶ τῶν σφαιρικῶν θελγήτρων τῶν δεκτικῶν μαθητριῶν καὶ κορασίδων αὐταὶ αἱ σκόπιμοι καὶ ἐκστατικαὶ μέσα εἰς τὰ ὀχήματα ἐπαφαί -ψαύσεις, συνθλίψεις καὶ προστρίψεις.

Nαί, ἦτο Ἰούλιος· καὶ ὄχι μόνον ἡ ὀδὸς τῶν Φιλελλήνων, μὰ καὶ ἡ Nτάπια τοῦ Mεσολογγιοῦ καὶ ὁ Mαραθὼν καὶ οἱ Φαλλοὶ τῆς Δήλου ἐπάλλοντο σφύζοντες στὸ φῶς, ὅπως στοῦ Mεξικοῦ τὰς αὐχμηρὰς ἐκτάσεις πάλλονται εὐθυτενεῖς οἱ κάκτοι τῆς ἐρήμου, στὴν μυστηριακὴ σιγὴ ποὺ περιβάλλει τὰς πυραμίδας τῶν Ἀζτέκων.

Tὸ θερμόμετρον ἀνήρχετο συνεχῶς. Δὲν ἦτο θάλπος, ἀλλὰ ζέστη -ἡ ζέστη ποὺ τὴν γεννᾷ τὸ κάθετο λιοπύρι. Kαὶ ὅμως, παρὰ τὸν καύσωνα καὶ τὴν γοργὴν ἀναπνοὴν τῶν πνευστιώντων, παρὰ τὴν διέλευσιν τῆς νεκρικῆς πομπῆς πρὸ ὁλίγου, κανεὶς διαβάτης δὲν ἠσθάνετο βαρύς, οὔτε ἐγώ, παρ᾿ ὅλον ὅτι ἐφλέγετο ὁ δρόμος. Kάτι σὰν τέττιξ ζωηρὸς μέσ᾿ στὴν ψυχή μου, μὲ ἠνάγκαζε νὰ προχωρῶ, μὲ βῆμα ἐλαφρὸν ὑψίσυχνον. Tὰ πάντα ἦσαν τριγύρω μου ἐναργῆ, ἁπτᾶ καὶ διὰ τῆς ὁράσεως ἀκόμη, καὶ ὅμως, συγχρόνως, σχεδὸν ἐξαϋλοῦντο μέσα στὸν καύσωνα τὰ πάντα -οἱ ἄνθρωποι καὶ τὰ κτίσματα- τόσον πολύ, ποὺ καὶ ἡ λύπη ἀκόμη ἐνίων τεθλιμμένων, λὲς καὶ ἐξητμίζετο σχεδὸν ὁλοσχερῶς, ὑπὸ τὸ ἴσον φῶς.

Tότε εγώ, μὲ ἰσχυρὸν παλμὸν καρδίας, σταμάτησα γιὰ μιὰ στιγμή, ἀκίνητος μέσα στὸ πλῆθος, ὡς ἄνθρωπος ποὺ δέχεται ἀποκάλυψιν ἀκαριαίαν, ἢ ὡς κάποιος ποὺ βλέπει νὰ γίνεται μπροστά του ἕνα θαῦμα καὶ ἀνέκραξα κάθιδρως:

«Θεέ! Ὁ καύσων αὐτὸς χρειάζεται γιὰ νὰ ὑπάρξῃ τέτοιο φῶς! Tὸ φῶς αὐτὸ χρειάζεται, μιὰ μέρα γιὰ νὰ γίνῃ μιὰ δόξα κοινή, μιὰ δόξα πανανθρώπινη, ἡ δόξα τῶν Ἑλλήνων, ποὺ πρῶτοι, θαρρῶ, αὐτοί, στὸν κόσμον ἐδὼ κάτω, ἔκαμαν οἶστρο τῆς ζωῆς τὸν φόβο τοῦ θανάτου.»

(Ἀνδρέας Ἐμπειρίκος, «Εἰς τὴν ὁδὸν τῶν Φιλελλήνων», ἀπὸ τὴν «Ὀκτάνα», ἐκδ. Ἴκαρος, 1980)

* * *

Ἀσπιδοφόρος ὁ ἥλιος ἀνέβαινε πολεμώντας... (Γ. Σεφέρης)

+ Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Τὰ τζιτζίκια».
+ Περικλῆς Γιαννόπουλος: «μὲ πάγχρυσα πυρακτωμένα βέλη...».
+ Ἄγγελος Σικελιανός: «Ὅλα εἶναι ὡραῖα, ὅλα ἁβρὰ καὶ αἰσθαντικά».
+ Ἠλίας Μπαζίνας: «Ποτὲ σκουλῆκι τῆς λάσπης», «Ὁ ναὸς τῆς Φύσης».

Σάββατο, 17 Ιουλίου 2010

Εἰς τὰ 1836 στὴν Ἀκρόπολι...

Γεώργιος Τερτσέτης ἐξιστορεῖ τὴν ἐπίσκεψί του στὴν Ἀκρόπολι τῶν Ἀθηνῶν, τὸ 1836, μαζὶ μὲ τὸν Ἀνδρέα Ζαΐμη, τὸν Γεώργιο Κουντουριώτη, τὸν Χατζὴ Μέξη καὶ τὸν Ἀντώνιο Κριεζῆ:

34 [...] Εἰς τὰ 1836 ἤμουν εἰς τὰς Ἀθήνας, ὁ μακαρίτης Ἀνδρέας Ζαΐμης μὲ εἶχε πάρει εἰς συμπάθειαν, καἰ ἐσύχναζα τὴν ἐσπερινή του συναναστροφή. Μίαν ἡμέρα ὁ Ζαΐμης, ὁ Γεώργιος Κουντουριώτης, ὁ γέρο Χατζὴ Μέξης καὶ ὁ Ἀντώνιος Κριεζῆς ἐσυμφώνησαν νὰ ἀνέβουν εἰς τὴν Ἀκρόπολη, νὰ ἰδοῦν τὴν Ἀκρόπολη καὶ τὰ ἀρχαῖα της. Ἦλθε ἡ ὥρα νὰ κινήσουν, πέμπτος ἄνισος πολὺ συνοδοιπόρος μὲ τέτοια θαυμαστὴ τετρανδρία ἔτυχα καὶ ἐγώ. Ἀνεβήκαμε τὴν Ἀκρόπολη, ἐπεράσαμε τὰ Προπύλαια, -νὰ σᾶς εἰπῶ τὶ ἔκαμε ὁ καθένας τῆς συνοδείας, ἀφοῦ περάσαμε ὁλίγο τὰ Προπύλαια. Ὁ Χατζὴ Μέξης ἐρώτησε ἕναν ἀπόμαχο ποῦ ἐσκοτώθη ὁ Γκούρας, προπορεύθη ὁ ἀπόμαχος, καὶ ἀνέβαινε ὁ γέρος τοὺς σωροὺς τῶν λιθαριῶν νὰ φθάσει εἰς τὸν τόπο τοῦ φόνου τοῦ ἀνδρείου πολεμιστοῦ. Ὁ Γεώργιος Κουντουριώτης ἄκουε, ἀλλὰ μὲ δυσαρέσκειάν του, ὡς μοῦ ἐφάνη, ἕναν ποὺ τοῦ ἐκατηγοροῦσε τὸν μακαρίτην Κυβερνήτη ὡς εχθρὸν τῶν ἀρχαιοτήτων. Ὁ Κριεζῆς ἀνέβη εἰς τὸ ὑψηλότερο μέρος τῆς Ἀκροπόλεως, καὶ ἀγνάντευε τὸ στοιχεῖον, ποὺ τόσο τὸν ἐτίμησε· οἱ ὀφθαλμοί του ἐβουτοῦσαν εἰς τὰ νερὰ τῶν Σπετσῶν, εἰς τὴν Νικαριά, εἰς τὴν Κῶ. Ὁ Ἀνδρέας Ζαΐμης ἐπῆρε ἴσια τὸν δρόμο τοῦ Παρθενῶνος, ἤμουν πλευρά του. Μισὸ ἀχνάρι τὸν προσπέρναα, ὅταν καλοσιμώσαμε, στρέφομαι νὰ τοῦ εἰπῶ... Τί εἶδα; Τὸ πρόσωπό του ἀκτινοβολοῦσε ἀπὸ ὡραιότητα καὶ νεότητα, ἐπειδὴ ὁ ἐνθουσιασμὸς τῆς τέχνης ἀναγεννάει τὸν ἄνθρωπο, τρεμάμενα ἦτον τὰ χείλη του, φῶς ὁ ὀφθαλμός του· θαυμάζοντας τὸν ἄνδρα δὲν τοῦ ὁμίλησα, ἀφίνοντάς τον εἰς τὴν σιγὴ τῆς μελέτης του.

35. Ἐπιστρέψαμε εἰς τὴν πόλιν, ἀπέρασαν ἡμέρες, καὶ μίαν νύχτα εἴχαμε μείνει οἱ δύο, τὸν ἐρώτησα. - Κυρ Ἀνδρέα πῶς σοῦ ἐφάνη ἡ Ἀκρόπολις, σὰν καὶ μοῦ ἐφάνη πὼς σοῦ ἄρεσε πολύ. - Δὲν πρόβλεπα ποτέ, μοῦ λέγει, πὼς θὰ μοῦ ὑπεράρεσε τόσο! Λησμόνησα τὸν ἑαυτό μου, πατώντας ἐκεῖνα τὰ χώματα. Εἶδα τὸν Παρθενῶνα, τὰ μάρμαρά του καταγῆς, τὸν ἔστησα ὡς ἦτον εἰς τὲς λαμπρές του ἡμέρες, ζωντάνευσαν τὰ ἀγάλματα, κινοῦνταν οἱ ζωγραφιές, ὁμιλοῦσαν οἱ ἄνθρωποι, ἔφεγγε τὸ πρόσωπο τῆς Ἀθηνᾶς καταμεσῆς τοῦ ναοῦ εἰς τὴν ἐντέλειαν τῆς τέχνης καὶ τοῦ κάλλους, ἐνθυμήθηκα καὶ τὸν θρόνο τοῦ Ξέρξου καὶ τὸ σπαθὶ τοῦ Μαρδονίου, αἰχμάλωτα εἰς τὸν ἄλλον ναὸν τοῦ Ἐρεχθέως· ἐνθυμήθηκα τὰ Παναθήναια εἰς τὴν λάμψη τοῦ καλοκαιριοῦ, καὶ εἶδα τὴν Ἀκρόπολη μεστὴ ἀπὸ κόσμο ἀρχαῖο, ἔψαλλαν οἱ ἱερεῖς, ἔτριζαν τὰ ἀμάξια, καί, μά τὴν ἀλήθεια, ὁ νοῦς μου ἔγινε μία Παναθηναϊκὴ ἑορτή· ἂν ἄνθρωπος ἐγεύθη ποτὲ ἡδονὴ ἄδολη ἀπὸ λύπη, τὴν ἐδοκίμασα καὶ ἐγὼ τότε. [...] Ἀπὸ τὲς ἡμέρες τοῦ Φιλοποίμενος, τοῦ ὑστερινοῦ τῶν φημιστῶν Ἑλλήνων, πολλὰ ἦλθαν βάρβαρα ἔθνη, ξένοι δυνάσται εἰς τὴν γῆν την πατρώαν, ἀλλ᾿ ἀμφιβάλλω, ἂν ἕνας τους ποτὲ αἰσθάνθη τόσο τὸ θαῦμα τῆς Ἀκροπόλεως, ὣς ὁ μακαρίτης Ἀνδρέας Ζαΐμης.

(Τερτσέτη Ἅπαντα, 3, ἐπιμέλεια Γ. Βαλέτα, ἐκδ. Πηγῆς, Ἀθήνα 1953, σ. 248-249.)

Γεώργιος Τερτσέτης

Λογοτέχνης, ἱστορικὸς καὶ νομικός. Γεννήθηκε στὴ Ζάκυνθο τὸ 1800. Σπούδασε νομικά στὴν Ἰταλία στὰ πανεπιστήμια τῆς Μπολόνιας καὶ τῆς Πάντοβας. Μετὰ τὴν ἐπιστροφή του στὴν Ἑλλάδα μυήθηκε στὴ Φιλικὴ Ἐταιρεία καὶ ἔλαβε μέρος στὸν Ἀγῶνα. Ἐπὶ Καποδίστρια διορίζεται διδάσκαλος τῆς Γενικῆς καθὼς καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας στὸ Κεντρικὸν Πολεμικὸν Σχολεῖον τοῦ Ναυπλίου. Ἐπὶ Ὄθωνα ὑπηρετεῖ ὡς δικαστὴς στὴν Τρίπολη καὶ στὸ Ναύπλιο, ὅπου παίζει καθοριστικὸ ρόλο στὴ δίκη τοῦ Θεόδωρου Κολοκοτρώνη ἀρνούμενος νὰ προσυπογράψει, μαζὶ μὲ τὸν Πολυζωίδη, τὴν καταδίκη τοῦ ἀγωνιστῆ σὲ θάνατο. Τὸ 1844 διορίζεται ἀρχειοφύλακας καὶ βιβλιοφύλακας τοῦ ἀναγνωστηρίου τῆς Βουλῆς, θέση στὴν ὁποία παραμένει ὣς τὸ θάνατό του τὸ 1874. Ἔγραψε ποιήματα μὲ θέματα ἐμπνευσμένα ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση, ἐνῶ περίφημοι θεωροῦνται οἱ ἱστορικοὶ λόγοι ποὺ ἐκφωνοῦσε στὸ ἀναγνωστήριο τῆς Βουλῆς στὶς ἐθνικὲς ἐπετείους τῆς 25ης Μαρτίου. Πολὺ σημαντικὴ γιὰ τὴν ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης ὑπῆρξε ἡ πιστὴ καταγραφὴ ἀπὸ τὸν Τερτσέτη τῶν ἀπομνημονευμάτων ὁρισμένων αγωνιστῶν, ἀνάμεσά τους ἐκείνων τοῦ Κολοκοτρώνη καὶ τοῦ Νικηταρᾶ.

(Ἀπὸ τὸ «...Ἔγραψαν γιὰ τὴν Ἀκρόπολη (1850-1950)», Ἕνωση Φίλων τῆς Ἀκροπόλεως, β' ἔκδ. 2009 (α' ἔκδ. 2002), ISBN 978-960-86536-3-4.)

Σχετικὰ ἄρθρα ἀπὸ τὴν ἑνότητα Ἀρχαιολογία:
+ «Πουθενὰ ἀλλοῦ, ὅσο στὸ Λονδῖνο, δὲν ἔνιωσα τόσο ἔντονα αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν προσβλητικὴ γελοιοποίηση.»
+ Ἐπίσκεψις στὸ Μουσεῖον Ἀκροπόλεως
+ γαυριάσματα...
+ Καλὴ ἐπιτυχία!
+ No marbles, no flame?
+ Ξενάγηση στὸ Νέο Μουσεῖο Ἀκροπόλεως (βίντεο) - Ἀναθερμαίνεται τὸ αἴτημα τοῦ ἐπαναπατρισμοῦ τῶν κλοπιμαίων τοῦ Ἔλγιν
+ Τὸ Νέον Μουσεῖον Ἀκροπόλεως καὶ ἡ ἄλλη ἄποψις γιὰ τὰ κτήρια τῆς Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου
+ Oἱ κόρες τῶν Ἀθηνῶν ταξιδεύουν
+ Ἡ ἀποκατάστασις τοῦ Παρθενῶνος καὶ ἡ ξανθιὰ ἀρχ**ολόγος

«Πουθενὰ ἀλλοῦ, ὅσο στὸ Λονδῖνο, δὲν ἔνιωσα τόσο ἔντονα αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν προσβλητικὴ γελοιοποίηση.»

«[...] Ἡ δυσκολία νὰ δῶ καλὰ ὅ,τι ἀπομένει ἀπὸ τὰ γλυπτὰ τῆς ζωφόρου μοῦ φέρνει στὸ νοῦ τὴ βαθύτατη ἀπογοήτευση ποὺ ἔνιωσα στὸ Λονδῖνο. Μὲ πόση λαχτάρα εἶχα μπεῖ στὶς αἴθουσες τοῦ Βρετανικοῦ Μουσείου γιὰ νὰ θαυμάσω τὰ κλοπιμαῖα τοῦ Ἔλγιν! Καὶ βρέθηκα σ᾿ ἕνα χῶρο ποὺ ἔμοιαζε μὲ λαϊκὴ ἀγορὰ ἢ μὲ τελωνεῖο, βαμμένο μ᾿ ἕνα ἀπαίσιο κόκκινο χρῶμα, ἕνα ψυγεῖο γιὰ ἀριστουργήματα, σκοτεινό, στενόχωρο, ἀπελπιστικό. Τὰ πιὸ εὐγενικὰ μάρμαρα ἔδιναν τὴν ἐντύπωση σκονισμένων ἐκμαγείων. Τὰ πρωτότυπα δὲν ξεχώριζαν ἀπὸ τὰ ἀντίγραφα. Εἶχαν χάσει ἀκόμη καὶ τὴν ἰδιαιτερότητα τῆς φθορᾶς τοῦ ὑλικοῦ τους. Περιεργαζόμουν ἕνα-ἕνα αὐτὰ τὰ θαυμάσια ἔργα, προσπαθώντας νὰ τὰ ἀπομονώσω ἀπὸ τὸ περιβάλλον. Ὅμως ἄδικα! Δὲν μὲ συγκινοῦσαν. Δὲν ἀναγνώριζα αὐτὰ ποὺ πολλὲς εἰκόνες μὲ εἶχαν ὡστόσο προειδοποιήσει ὅτι θὰ δῶ. Τὰ ἀνάγλυφα μοῦ φαίνονταν πλαστά, ἡ πομπὴ τῶν καβαλάρηδων πάνω σ᾿ αὐτοὺς τοὺς βρόμικους τοίχους μ᾿ ἐνοχλοῦσε. Νόμιζα πὼς βρισκόμουν σ᾿ ἕνα μαρμαράδικο, σὲ μιὰ ἀποθήκη μὲ ἀντικείμενα ἀπὸ κατασχέσεις, ὅπου ἀκρωτηριασμένα φαντάσματα, αἰχμάλωτα, νοσταλγοῦσαν τὸν οὐρανὸ τῆς πατρίδας τους. Ἀλήθεια, γιὰ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτό, τὸ ἀξιοθρήνητο, ἕνας φιλόδοξος καὶ ἄπληστος Ἐγγλέζος εἶχε κοπιάσει τόσο καὶ εἶχε ταυτίσει τὴ μνήμη του μ᾿ αὐτὴν τοῦ ἅρπαγα ληστῆ, κερδίζοντας τὴν περιφρόνηση τῶν καλλιτεχνῶν; Κάθε ἀριστούργημα ποὺ τὸ ἔχουν ἁρπάξει ἀπὸ τὸν τόπο ποὺ δημιουργήθηκε εἶναι κατὰ κάποιο τρόπο σὲ ἐξορία. Πουθενὰ ἀλλοῦ, ὅμως, ὅσο στὸ Λονδῖνο, δὲν ἔνιωσα τόσο ἔντονα αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν προσβλητικὴ γελοιοποίηση.»

(Camille Mauclair, «La lumière de l᾿ Attique», Le Pur Visage de la Grèce, Editions Bernard Grasset, Paris 1934, σ. 32-40· μετάφραση: Βίτω Ἀγγελοπούλου)

Camille Mauclair

Γάλλος συγγραφέας καὶ κριτικός. Γεννήθηκε τὸ 1872. Πνεῦμα ἀνήσυχο καὶ καλλιεργημένο, δέχτηκε τὴν επίδραση τοῦ Mallarmé, του Barrès, τοῦ Maeterlinck. Ἔγραψε πολλὰ ποιήματα, μυθιστορήματα, κριτικὲς καὶ κυρίως ἔργα γιὰ τὴν ἱστορία τῆς τέχνης. Τὸ 1893 ἵδρυσε μαζὶ μὲ τὸν Lugne-Poe τὸ θέατρο «OEuvre». Κυριότερα ἔργα του: Stephanne Mallarmé (1894), L᾿ Art en silence (1900), La Religion de la musique (1909), Princes de l᾿ ésprit (1920), Visions de Rome (1937), La Hollande (1940). Tὸ ἔργο του Le Pur Visage de la Grèce εἶναι ἀφιερωμένο στοὺς φίλους του Mario Mennier, Κώστα Δημητριάδη, Ἀχιλλέα Κύρου. Πέθανε τὸ 1945. Ἐπισκέφθηκε τὴν Ἑλλάδα τὸ 1938.

(Ἀπὸ τὸ «...Ἔγραψαν γιὰ τὴν Ἀκρόπολη (1850-1950)», Ἕνωση Φίλων τῆς Ἀκροπόλεως, β' ἔκδ. 2009 (α' ἔκδ. 2002), ISBN 978-960-86536-3-4.)

Σχετικὰ ἄρθρα ἀπὸ τὴν ἑνότητα Ἀρχαιολογία:
+ Ἐπίσκεψις στὸ Μουσεῖον Ἀκροπόλεως
+ γαυριάσματα...
+ Καλὴ ἐπιτυχία!
+ No marbles, no flame?
+ Ξενάγηση στὸ Νέο Μουσεῖο Ἀκροπόλεως (βίντεο) - Ἀναθερμαίνεται τὸ αἴτημα τοῦ ἐπαναπατρισμοῦ τῶν κλοπιμαίων τοῦ Ἔλγιν
+ Τὸ Νέον Μουσεῖον Ἀκροπόλεως καὶ ἡ ἄλλη ἄποψις γιὰ τὰ κτήρια τῆς Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου
+ Oἱ κόρες τῶν Ἀθηνῶν ταξιδεύουν
+ Ἡ ἀποκατάστασις τοῦ Παρθενῶνος καὶ ἡ ξανθιὰ ἀρχ**ολόγος

Τὸ δόρυ καὶ ἡ σκέψις

«Γιὰ τὸν κόσμο ἡ Ἑλλάδα εἶναι πάντα ἡ σκεπτόμενη Ἀθηνᾶ ποὺ ἀκουμπάει στὸ δόρυ της. Καὶ ποτὲ πρὶν ἀπὸ αὐτὴν ἡ τέχνη δὲν εἶχε συνενώσει τὸ δόρυ μὲ τὴν σκέψη.»

(André Malraux, «Ἀφιέρωμα στὴν Ἑλλάδα». Ἐξ ὀνόματος τῆς γαλλικῆς κυβερνήσεως, γιὰ τὴν πρώτη φωταγώγησι τῆς Ἀκροπόλεως, Ἀθῆναι, 28 Μαΐου 1959.)

Ἀθηνᾶ σκεπτόμενη, 470-450 π.Χ. Ἡ θεά, στηριζόμενη στὸ δόρυ της, κοιτάζει συλλογισμένη μιὰ ἐπιτύμβια στήλη. Μουσεῖον Ἀκροπόλεως.

Ἑλληνικὴ γλυπτική:
+ Αὐτοστεφανούμενος
+ Ἡ κόρη μὲ τὰ ἀμυγδαλωτὰ μάτια