«Tὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική· τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου. Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου.» (Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἄξιον ἐστί»)

Σελίδες Πατριδογνωσίας - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό

Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

Ὁ δίσκος τῆς Ἑκάτης... καὶ τὰ φιλιὰ τοῦ Ἀπόλλωνος


Αὐγουστιάτικη πανσέληνος στὴν Ἀκρόπολι. Τὰ αἰώνια μάρμαρα. Μέσα στὸ ἀχνό, ὑποβλητικὸ σεληνόφως, προβάλλουν ἐπιβλητικοί, στέρεοι καὶ ἁρμονικοί, οἱ δωρικοὶ κίονες, ὡς ὁ ἄξων τοῦ κόσμου, ὁ συμπαντικὸς νόμος, ἡ ἀλήθεια τοῦ αἰωνίου κόσμου τῶν Ἰδεῶν.

Παρὰ τὴν κοσμοσυρροή, τὰ φλάς, τὰ μηδέποτε ἡσυχάζοντα φῶτα τῆς μεγαλούπολης τριγύρω, ὁ Παρθενὼν ἐπιβάλλεται. Εἶχα τὴν χαρά, λοιπόν, νὰ βρεθῶ καὶ ἐγὼ μιὰ νύχτα στὴν ζωή μου στὴν Ἀκρόπολι. Δὲν ξέρω βεβαίως πῶς θὰ ἦταν μιὰ νύχτα ὅπως αὐτὴ ποὺ περιγράφει ὁ Ροΐδης [ἀπόσπασμα 2ον] ἢ ὁ Ντὲ Κίρικο [ἀπόσπασμα 1ον]. Μοναχικά. Καὶ μὲ τὴν μικρὴ πόλι τῶν περασμένων αἰώνων, χωρὶς φῶτα καὶ θορύβους. Κάτι πολὺ διαφορετικό ἀσφαλῶς, συγκλονιστικότερο.

Καὶ πάλι, ὅμως. Νομίζω ὅτι ἡ ὥρα τοῦ Παρθενῶνος εἶναι τὸ καταμεσήμερο. Ὁ Περικλῆς Γιαννόπουλος [ἀπόσπασμα 4ον] εἶχε δίκιο. Καὶ ὁ Ἐλύτης μὲ τὸν Τεριάντ [ἀπόσπασμα 3ον]. Καταμεσήμερο. Ὅταν οἱ ἀκτίνες τοῦ ἡλίου ταπεινώνουν, ἐξαϋλώνουν τὴν τσιμεντένια μάζα τῆς πόλεως. Ὅταν ὁ Ἱερὸς Βράχος ὑπερυψοῦται κυρίαρχος στὴν φωτεινὴ γῆ καὶ στὸ λαμπρὸ γαλάζιο. Καὶ οἱ μαρμάρινοι κίονες ἀποκαλύπτουν καὶ ἐπικυρώνουν τὴν οὐράνια ἀλήθεια στὸν κόσμο.

Ὁ Παρθενὼν εἶναι ἡλιακὸς ναός· οὐράνιος, ἀρσενικός. Σεληνιακός ναός, χθόνιος, θηλυκός, εἶναι τὸ Ἐρεχθεῖον. Ἐκεῖ, κατεβαίνοντας χαμηλά, μέσα ἀπὸ τοὺς κομψοὺς κίονες, τοὺς χιτῶνες ἐπὰνω στὸ κορμὶ τῶν Καρυάτιδων καὶ τὸ φύλλωμα τῆς ἱερῆς ἑλαίας τῆς Ἀθηνᾶς, θροΐζον ἁπαλὰ στὸ νυχτιάτικο ἀεράκι, ἐκεῖ ἔρχεται ἀκροπατώντας ἡ Σελήνη. Ἢ κοιτώντας τὴν Ἀκρόπολι ἀπὸ μακρυά, ἀπὸ τὸν Ἄρειο Πάγο ἢ τοῦ Φιλοπάππου. (Ὑποθέτω ὅτι καὶ τὸ Νέον Μουσεῖον θὰ εἶναι ὄμορφο τὴν νύχτα -ἀπ᾿ ἔξω εἶναι-, καὶ μάλιστα μὲ τὴν Ἀκρόπολι φωτισμένη, ἀλλὰ δὲν ἔχω καταφέρει νὰ τὸ ἐπισκεφθῶ νύχτα ἀκόμη.) Τὰ δύο πρόσωπα, ὅμως, τὸ ἡλιακὸ καὶ τὸ σεληνιακὸ, συνυπάρχουν· πότε τὸ ἕνα κυρίαρχο καὶ τὸ ἄλλο δευτερεῦον, πότε τὸ ἀντίστροφο.

«Ὁ Παρθενώνας δὲν μποροῦσε ποτὲ νὰ εἶναι ὡραιότερος ἀπ᾿ ὅ,τι εἶναι τώρα. Αὐτὸ ποὺ μελετᾶμε σήμερα εἶναι ἡ ἀρχοντική του ὀμορφιὰ ποὺ ἄντεξε στὸν χρόνο.» (Elise Konstantin-Hansen (1858-1946), Δανέζα ζωγράφος· ἐπισκέφθηκε τὴν Ἀθήνα τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1894.)

* * *

Στὸ σεληνόφως...

Giorgio de Chirico
Μινύχτα στὴν Ἀκρόπολη

Χώθηκα μέσα σ᾿ ἕνα σωρὸ ἀπό ἐρείπια μὲ τρόπο ποὺ νὰ φαίνομαι ὅσο τὸ δυνατὸ λιγότερο καὶ περίμενα τὴ στιγμὴ ποὺ θά ᾿μουν μόνος. Στὴν ἀνατολή, πίσω ἀπὸ τὴ μενεξελιὰ γραμμὴ τῶν βουνῶν, ἡ πανσέληνος ἀναδύθηκε: ἦταν πλούσια, βασιλική, ὁλόγιομη, λαμπρή, μεγαλειώδης· μιὰ ἀληθινὴ πανσέληνος καλοκαιριοῦ τῆς Ἀθήνας· ἀνέβαινε μὲ βραδύτητα, τυλιγμένη ἀκόμα στὴν πάχνη τῆς ζέστης. Στὴ δύση, ὁ οὐρανὸς σκοτείνιαζε. Μοῦ δημιουργήθηκε ἡ ἐντύπωση ὅτι ὁ τελευταῖος ἐπισκέπτης εἶχε ἐγκαταλείψει τὴν Ἀκρόπολη, ἀλλὰ ἀποφάσισα νὰ μὴ φύγω ἀπὸ τὴν κρυψώνα μου πρὶν νυχτώσει τελείως, κι αὐτὴ ἡ σύνεση μὲ ἔσωσε, γιατί, σὲ λίγα δευτερόλεπτα, ἄκουσα τὸ βῆμα ἑνὸς φύλακα ποὺ πλησίαζε ἀργὰ στὸ μέρος ὅπου κρυβόμουν. Ἕνα ρίγος διέτρεξε τὴν πλάτη μου. Σὰν ἔφτασε κοντὰ στὴν κρυψώνα μου, ὁ φύλακας σταμάτησε· ἤμουν σὲ δυὸ βήματα ἀπόσταση· δὲν μὲ εἶχε δεῖ ἀλλὰ ἡ παραμικρὴ κίνηση μποροῦσε νὰ μὲ προδώσει. Ὁ φύλακας ἔστριβε σιγὰ τὸ μουστάκι του κοιτάζοντας μακριά· μετὰ ἔβηξε κι ἀφοῦ ἔβγαλε ἀπὸ τὴν τσέπη τοῦ σακακιοῦ του μιὰ καπνοσακούλα ἔστριψε τσιγάρο, τὸ ἄναψε καὶ φύσηξε μὲ ἡδονὴ τὸν καπνὸ ἀπὸ τὸ στόμα καὶ ἀπὸ τὴ μύτη. Μακριὰ ἀκούγονταν διάφοροι θόρυβοι: νυχτερίδες σκαμπανέβαζαν πάνω ἀπ᾿ τὰ κεφάλια μας· κοιτάζοντας τὸν φύλακα σκεφτόμουν τὸν κυνηγὸ, ποὺ περνᾶ, μὲ τὸ τουφέκι στὸν ὦμο, δίπλα στὸ ὀρτύκι χωρὶς νὰ τὸ βλέπει. Κρατοῦσα τὴν ἀνάσα μου, τὰ δευτερόλεπτα μοῦ φαίνονταν ὧρες. Ἀφοῦ τράβηξε ἀκόμα δυὸ τρεῖς ρουφηξιές ἀπ᾿ τὸ τσιγάρο, ὁ φύλακας ἔβαλε τὰ χέρια πίσω κι ἀπομακρύνθηκε πρὸς τὴν ἔξοδο. Αἰσθάνθηκα πιὸ ἥσυχος, ἀλλὰ δὲν ἄρχισα νὰ κάνω κινήσεις καὶ νὰ τεντώνω τὰ μουδιασμένα μου πόδια παρὰ μόνο ὅταν τὸν ἄκουσα νὰ κλείνει τὴ βαριά καγκελόπορτα ποὺ βρισκόταν στὴν εἴσοδο τῆς Ἀκρόπολης. Τότε κατάλαβα ὅτι ἐπιτέλους ἤμουν μόνος. Στὸ μεταξὺ εἶχε νυχτώσει ἐντελῶς. Μόνο ἀπὸ τὴ μεριὰ τῆς δύσης ἔμενε ἀκόμα μιὰ ἀχνὴ ἀνταύγεια, ἐκεῖ ὅπου εἶχε ἐξαφανιστεῖ ὁ ἥλιος. Ἀπὸ τὴν ἀπέναντι μεριά, ἐλεύθερο ἀπὸ τοὺς βραδινοὺς ἀτμούς, τὸ φεγγάρι εἶχε ἀνέβει στὸν οὐρανό. Οἱ ἀχτίδες του φώτιζαν τώρα τὶς μετόπες τῶν ναῶν κι ἅπλωναν τὶς σκιές τους στὸ ἔδαφος. Ἡ σιωπὴ ἔγινε πιὸ ἔντονη. Εἶχα τὴν ἐντύπωση πὼς πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι μου εἶχαν τραβήξει μιὰ τεράστια τέντα. Τὰ ὑπεράνθρωπα προσωπεῖα τῶν ἀρχαίων θεῶν φαίνονταν ὅμοια μὲ γιγάντια ἀντίτυπα, στερεωμένα σὰν ἀνάγλυφα στὸ ταβάνι τοῦ οὐρανοῦ ποὺ φαινόταν πολὺ χαμηλός, πολὺ κοντὰ στὴ γῆ. Εἶχα τὴν ἐντύπωση ὅτι, ἂν σηκωνόμουν στὶς μύτες τῶν ποδιῶν μου, θὰ μποροῦσα νὰ τὸν ἀγγίξω μὲ τὸ χέρι· καὶ θεϊκὲς μάσκες χαμογελοῦσαν ἀνέκφραστα. Μιὰ ἀπέραντη ἐμπιστοσύνη περιτύλιγε κάθε πρᾶγμα. Στὴν ἐμφαντικὴ γλυκύτητα αὐτῆς τῆς μεγάλης καλοκαιρινῆς νύχτας κατάλαβα ὅτι τὸ κακὸ μέσα μου, γύρω μου, εἶχε ἐξαφανιστεῖ· τὰ χρέη πληρωμένα, οἱ τιμωρίες καταργημένες, τὰ κακὰ ὄνειρα θαμμένα γιὰ πάντα, μὲ τὶς ἔννοιες καὶ τὰ ἄγχη πέρα μακριά, πολὺ μακριά, στοὺς καυτοὺς ἄμμους τῆς καταραμένης ἐρήμου.
Ὅ,τι εἶχα ἀγαπήσει, ὅ,τι στὴ ζωή μου ὑπῆρξε εὐνοϊκὸ γιὰ μένα, ἦταν κοντά μου. Θέλησα νὰ κοιτάξω πρὸς τὰ κάτω, πρὸς τὶς κατοικίες τῶν ἀνθρώπων, νὰ ξαναβρῶ τὰ φῶτα τῆς πόλης, γιατὶ ὅλη αὐτὴ ἡ ὀμορφιὰ κι αὐτὴ ἡ μοναχικὴ εὐτυχία ἄρχισαν νὰ μὲ τρομάζουν, ἀλλὰ δὲν εἶδα πιὰ τίποτα: ἀτμοί, μιὰ γλυκιὰ ὀμίχλη εἶχε ἀνέβει κι ἔκρυβε τὴ γῆ ἀπὸ τὸ βλέμμα μου· πάνω σ᾿ αυτὸν τὸν ὠκεανὸ θεϊκῆς τρυφερότητας, ἡ Ἀκρόπολη, σὰν ἕνα μεγάλο πέτρινο καράβι, σὰν ἕνα καράβι ποὺ λύθηκε ἀπὸ τὰ παλαμάρια του, ἀρμένιζε σιγά, ἀκυβέρνητο...

Τζιόρτζιο Ντὲ Κίρικο, Ἄποψη τῆς Ἀθήνας, 1970, λάδι σὲ μουσαμά.

[Τζιόρτζιο ντὲ Κίρικο: Ζωγράφος, γεννημένος στὸ Βόλο τὸ 1888 ἀπὸ Ἰταλοὺς γονεῖς. Σπούδασε στὴν Ἀθήνα, στὸ Μόναχο καὶ στὸ Παρίσι, ὅπου συνδέθηκε μὲ τὸν Picasso καὶ τὸν Apollinaire. Ἔζησε ἀπὸ τὸ 1915 ἔως τὸ 1924 στὴ Ρώμη, ὅπου ἴδρυσε, μαζὶ μὲ τὸν Carra, τὴν Ὁμάδα Μεταφυσικῆς Ζωγραφικῆς. Τὸ 1924 ἐπέστρεψε στὸ Παρίσι, ὅπου ἐνέτεινε τὸν ὑπερρεαλιστικὸ χαρακτῆρα τῆς τέχνης του. Μετὰ τὸ 1935 στράφηκε σὲ ἕναν σκηνογραφικὸ νατουραλισμό. Εἶναι κυρίως γνωστὸς γιὰ τὰ ἀτμοσφαιρικὰ τοπία πόλεων μὲ τὶς ἄδειες πλατεῖες καὶ τὰ ἔρημα μνημειώδη κτήρια καὶ γιὰ τὶς συνθέσεις ἑτερόκλητων ἀντικειμένων ποὺ στοχεύουν νὰ ἀπεικονίσουν τὴν ἐσωτερική, μαγική, πλευρὰ πραγμάτων τυλιγμένων σὲ μιὰ αὔρα μυστηρίου. Στὸ ἔργο του συχνὰ περιλαμβάνονται στοιχεῖα ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ καὶ τὴ ρωμαϊκὴ ἀρχαιότητα. Πέθανε στὴ Ρώμη τὸ 1978.]

(«Τεῦχος» 2 (Σεπτέμβριος 1989), σ. 24. Μετάφραση: Φ. Διακομίδου. Ἀναδημοσίευσις: «...Ἔγραψαν γιὰ τὴν Ἀκρόπολη (1850-1950)», Ἕνωση Φίλων τῆς Ἀκροπόλεως, β' ἔκδ. 2009 (α' ἔκδ. 2002), ISBN 978-960-86536-3-4, σελ. 69-71.)

* * *

Ἐμμανουὴλ Ροΐδης
Πάπισσα Ἰωάννα

[Ἡ Ἰωάννα στὴν Ἀκρόπολη τῶν Ἀθηνῶν.] Ὁ δίσκος τῆς Ἑκάτης, περικυκλούμενος ὑπὸ νεφῶν διαφανῶν ὡς σεμνὴ παρθένος ὑπὸ τῶν νυκτικῶν πέπλων της, ἔλαμπεν ἀκίνητος εἰς ὕψος ἀκαταμέτρητον, ἐπιχέων ἐπὶ τῶν ἀθανάτων ἐκείνων μαρμάρων λάμψιν λευκὴν καὶ ἀμυδράν, οἵαν καὶ ἐπὶ τοῦ κοιμωμένου Ἀδώνιδος, ὅτε ἐπεσκέπτετο αὐτὸν ἡ θεὰ ἐπὶ τῶν ἀκρωρειῶν τοῦ Λάτμου. Αἱ στῆλαι τοῦ Ὀλυμπιείου, οἱ ἐλαιῶνες, αἱ ροδοδάφναι, αἱ κορυφαὶ τῶν λόφων στεφόμεναι ὑπὸ ἐκκλησιῶν ἢ μνημείων, πάντα ταῦτα περιέσφιγγον τὴν ὅρασιν τῶν δύο νεανίσκων διὰ ζώνης καὶ αὐτοῦ τοῦ κεστοῦ τῆς Ἀφροδίτης θελκτικωτέρας, ἡ δὲ ἡδονή, ἣν ἠσθάνοντο ἐκ τοῦ πανοράματος τούτου, καθίστατο διπλασία, διότι μεθυσμένοι ὄντες ἔβλεπον τὰ πάντα διπλά.

(Ἐμμανουὴλ Ροΐδης, «Ἡ Πάπισσα Ἰωάννα».)

* * *

...καὶ στὸ καταμεσήμερο.

Ὀδυσσέας Ἐλύτης
Τὸ ἑλληνικὸ καλοκαίρι κατὰ τὸν E. Tériade

Στάλα στάλα συνάζει μέσα της ἡ καρυδιὰ τὴ σκοτεινὴ δροσιά. Τὸ κυπαρίσσι ἐρημώνει γύρω του τὰ πάντα κι ἀπομένει δασύ, κυρίαρχο. Ἴδια κι ὁ πλάτανος. Προστάτες φασματικοὶ τῶν κάμπων τῶς Ἀργολίδας καὶ τῆς Ἀρκαδίας.
Ἡ συκιὰ σταυρώνει τὰ χλωμά της μέλη, τεντώνεται μὲς στὸ πετσί της το γυαλιστερὸ καὶ τὸ χνουδάτο· τέλος, κάποτε, στρογγυλοκάθεται μέσα στὴν ἴδια της τὴν εὐωδιά.
Οἱ ροδιὲς ἀνάβουνε σὰν τὰ κοκόρια.
Ἡ ἐλιά, δίχως νὰ τὸ πολυσκεφτεῖ, δίνεται στὸν ἥλιο, στὸν ἄνεμο, σ᾿ ὅλα τὰ στοιχεῖα ποὺ ρημάζουνε τὸ κορμί της.
Οἱ ροδοδάφνες, ποὺ μοσκοβολοῦνε πικραμύγδαλο, σαλεύουνε, ὅμοια νερό, βαθιὰ στὶς κοῖτες τῶν ξεροπόταμων.
Σιγὰ σιγά, μὲς στὸ κατακαλόκαιρο, τὸ φῶς ἀφανίζει τὴν Ἑλλάδα. Χωνεύει τὰ νησιά, ἐξουδετερώνει τὶς θάλασσες, ἀχρηστεύει τοὺς οὐρανούς. Μήτε ποὺ βλέπεις πιὰ βουνά, μήτε δέντρα, μήτε πολιτεῖες, μήτε χῶμα καὶ νερό. Ἄφαντα ὅλα.
Πιωμένος φῶς -μονάχα μιὰ σκιὰ μαύρη- ὁ ἄνθρωπος. Μιὰ σκιὰ ποὺ μεγαλώνει, δυσανάλογα προστατευμένη ἀπὸ τὴν ἴδια του τὴ θυσία.

Ἡ ἀντίσταση σ᾿ ἕνα τέτοιο φῶς: νὰ ποιὸ εἶναι τὸ βαθύτερο νόημα τῆς ἑλληνικῆς ἀρχιτεκτονικῆς.
Μέσα στὴ διαφάνεια, πιὸ διάφανος ἀκόμη, πιὸ λευκός, ὁ Παρθενώνας δικαιώνει μυστηριακὰ τὴν ὕπαρξή του τὴν ὥρα ποὺ τὸ μεσημέρι τὸ ἀττικὸ φτάνει στή μεγαλύτερή του ἔνταση κι ὅπου μονάχα νεράιδες τριγυρνᾶν μὲς στὸ θαμπωτικὸ διάστημα.
Ἡ Ἑλλάδα στοὺς χάρτες ἀνύπαρχτη.
Λὲς καὶ βρῆκε ὁ κόσμος τὸ μακαρισμένο τέλος του σ᾿ αὐὴν τὴν ἀπόλυτη ἰσότητα.

Κι ὅμως, τὸ ἴδιο αὐτὸ φῶς, τὸ ἀστραφτοβόλο, τὸ καταιγιστικό, τὸ ἐπίμονο, ποὺ ἀναιρεῖ τὴν Ἑλλάδα μὲς στὰ μεσημέρια, τὴν ἀποκαθιστᾶ πάλι τὸ ἡλιοβασίλεμα κάτω ἀπὸ τὰ φαντασμαγορικὰ πυροτεχνήματα τοῦ δειλινοῦ καὶ ἀργότερα κάτω ἀπὸ τὴν τρυφερὴ παρουσία τῆς Σελήνης.
Τότε ξαναβρίσκει τὸν ἑαυτό της ἡ Ἑλλάδα. Ξαναγίνεται αὐτὸ ποὺ πραγματικὰ εἶναι. Ξαναπαίρνει στοὺς χάρτες τὴ θέση ποὺ τῆς ἀξίζει. Θέλω νὰ πῶ τὴ θέση τῶν ὀνείρων.

(Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Τὸ ἑλληνικὸ καλοκαίρι κατὰ τὸν E. Tériade», στὰ «Μικρὰ Ἔψιλον», στὸ «Ἐν λευκῷ», ἐκδ. Ἴκαρος, 2006 (ζ' ἔκδ.· α' ἔκδ. 1992), ISBN 960-7233-26-3, σελ. 214-216.)

* * *

Ὁ Παῦλος Νιρβάνας γιὰ τὸν Περικλῆ Γιαννόπουλο
Ἕνας οὐτοπιστὴς ἑλληνολάτρης

Ἕνα καλοκαιρινὸ ἀπόγεμα -ὁ ἥλιος ἤτανε ἀκόμη στὰ μεσούρανα- ὁ Περικλῆς Γιαννόπουλος ἦρθε στὸ σπίτι μου, χωρὶς νὰ τὸν περιμένω. Δὲν ἤτανε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ περιμένει κανείς. Ἔφτανε πάντα ἀπροειδοποίητος, σὰν τὸ γλυκόπνοο ἀεράκι καὶ σὰν τὴν ἀνοιξιάτικη βροχούλα. Καθόμουνα τότε σ᾿ ἕνα σπίτι τῆς Φρεατίδας, ἀπάνω ἀπ᾿ τὸ γλαυκότερο κῦμα τοῦ Αἰγαίου, καὶ δὲν ξέρω, ἂν ἤμουνα ἐγὼ ποὺ εἶχε τραβήξει τὸν ξανθὸν ἱππότη ἢ τὸ φῶς τῆς χαρούμενης ἀκρογιαλιᾶς.

«Ποῦ θὰ καθίσομε;» μοῦ εἶπε κοιτάζοντας ὁλόγυρά του.
Τὸν ἔβαλα στὸ γραφεῖο μου.
«Ἐδῶ;» μὲ ρώτησε μὲ κάποια στενοχώρια.
Τὸν εἶδα νὰ κοιτάζει μὲ μίσος τὰ κλειστὰ παράθυρα, τὰ σκοῦρα ἔπιπλα, τὶς σκοτεινὲς γωνιὲς τοῦ δωματίου.
«Πῶς ζεῖς ἐδῶ μέσα;» μοῦ εἶπε.
«Ποῦ θέλεις νὰ πᾶμε;» τὸν ἐρώτησα.
«Ἔξω, στὸ φῶς, στὴν Ἑλλάδα. Ἐδῶ δὲν εἶναι Ἑλλάς.»
«Μ᾿ αὐτὴ τὴν ἀντηλιά;»
«Ἔχεις, λοιπόν, κι ἐσὺ τὴν πρόληψη τῆς ἀντηλιᾶς;» μοῦ εἶπε θυμωμένος. «Πρέπει νὰ τὴ νικήσεις.»

Μὲ τράβηξε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ μὲ κατέβασε κάτω στὸ περιβόλι, μέσα σὲ μιὰ ἐκτυφλωτικὴ ἀντηλιά. Καθίσαμε σ᾿ ἕνα μπάγκο. Ἐκεῖνος ἔλεγε, ἔλεγε, ἔλεγε... Τὶ ἔλεγε δὲν ξέρω. Ὁ Γιαννόπουλος μποροῦσε νὰ μιλεῖ ὧρες ὁλόκληρες, χωρὶς νὰ ξέρεις στὸ τέλος τὶ σοῦ εἶπε. Εἶχα ὅμως τὴν αἴσθηση πάντοτε μιᾶς γοητείας, ποὺ δὲν μποροῦσες νὰ καταλάβεις, ἂν ἤτανε ἀπὸ τὰ λόγια ποὺ ἄκουσες, ἀπ᾿ τὴ μελωδία τῆς φωνῆς του ἢ ἀπὸ κάποια ἄλλη μυστικὴ ἐνέργεια ποὺ ἀκτινοβολοῦσε ὁ ἐσωτερικὸς παλμὸς τοῦ λόγου του. Καὶ τὸν ἄκουγες πάντα εὐχάριστα, ὅπως ἀκοῦς τὸ φλοῖσβο τοῦ κύματος καὶ τὸ κελάρυσμα τῆς πηγῆς, ποὺ σοῦ λένε πολλὰ χωρὶς νὰ σοῦ λένε τίποτε. Ὅταν σηκώθηκε νὰ φύγει -ἔφευγε πάντα ὅπως ἐρχότανε, σὰν ἕνα ὡραῖο φυσικὸ φαινόμενο- ἤμουνα ζαλισμένος ἀπὸ τὴν ἀντηλιά, τὰ μηλίγγια μου χτυπούσανε καὶ τὰ μάτια μου ἤτανε θαμπωμένα. Ἀνέβηκα στὸ σπίτι μου κι ἔπεσα μισοπεθαμένος σὲ μιὰ πολυθρόνα.

«Τί έπαθες; Εἶσαι ἄρρωστος;» μοῦ εἶπε ὁ Λάμπρος Πορφύρας, ποὺ ἦρθε σὲ λίγο νὰ μὲ πάρει, γιὰ νὰ κάνουμε τὸ συνηθισμένο μας περίπατο στὴ Φρεατίδα.
«Εἶμαι τὸ πρῶτο θύμα τῆς ἑλληνοποιήσεως», τοῦ ἀποκρίθηκα.
Καί, ὅταν τοῦ ἐξήγησα ποιὸς ἤτανε, λίγο πρίν, στὸ σπίτι μου, δὲν ἄργησε νὰ καταλάβει.

Μέσα στὸ ἐπεισόδιο αὐτὸ εἶναι ὁλόκληρος ὁ Περικλῆς Γιαννόπουλος. Ἕνας οὐτοπιστής, ποὺ ὀνειρευότανε ν᾿ ἀναστήσει γύρω του τὸ ἑλληνικό θαῦμα καὶ ποὺ ζοῦσε ὁ ἴδιος μὲ τὴν φαντασία του μέσα σ᾿ αὐτό. Τὸ ἑλληνικὸ φῶς, σὰν μιὰ ἀντίληψη φυσικὴ καὶ μεταφυσικὴ μαζί, ἤτανε ἡ θρησκεία του. Περπατοῦσε ὧρες μέσα στὸν φλογερώτερο ἥλιο, ρουφώντας τὸ φῶς μὲ ὅλους του τοὺς πόρους. Καὶ γι᾿ αὐτὸν ὅλη ἡ φύση, ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ὣς τὸ χορτάρι καὶ ὣς τὴν πέτρα, μονάχα μέσα στὸ φῶς ζοῦσε τὴν πιὸ ἐντατική της ζωή. Κάποτε τοῦ εἶχα συστήσει δύο νέους Ρώσσους «ἐντελεκτουέλ», τοὺς ἀδελφοὺς Πολλιακώφ. Μὴν ἔχοντας τὸν καιρὸ νὰ τοὺς ξεναγήσω, παρακάλεσα τὸν Γιαννόπουλο νὰ ἀναλάβει τὴν φροντίδα αὐτή. Δὲν μποροῦσα νὰ τοὺς δώσω καλύτερον ὁδηγὸ γιὰ τὴν ἐπίσκεψη τῶν ἑλληνικῶν τοπίων καὶ μνημείων. Ἔπειτα ἤτανε τόσο πολιτισμένος καὶ μιλοῦσε τόσο τέλεια τὰ γαλλικά, γιὰ νὰ τοὺς ἐξηγήσει τὸ καθετί. Ὁ εὐγενικὸς φίλος δέχθηκε εὐχαρίστως, τοῦ παρουσίασα τοὺς ξένους μου στὸ δωμάτιό του, ἕνα καμαράκι ὑπερώου, στὸ ἀπάνω πάτωμα κάποιου ξενοδοχείου τῆς πλατείας τοῦ Συντάγματος, πού, μὲ τὸ τίποτα καὶ μὲ τὴν λεπτότατη καλαισθησία του, τὸ εἶχε μεταβάλει σὲ μιὰ καλλιτεχνικὴ γωνίτσα, καὶ συμφωνήσανε τὴν ἄλλη μέρα νὰ πᾶνε στὴν Ἀκρόπολη. Ἤτανε Ἰούλιος μήνας καὶ τοὺς πῆγε στὸν Ἱερὸ Βράχο καταμεσήμερο, λέγοντάς τους, ὅτι μονάχα αὐτὴν τὴν ὥρα, ζοῦνε τὰ μάρμαρα, καὶ μονάχα αὐτὴν τὴν ὥραν θὰ μπορούσανε νὰ αἰσθανθοῦν στὴν σάρκα τους τὸν παλμὸν τῆς μυστικῆς των ζωῆς, κἀτω ἀπὸ τὰ φιλιὰ τοῦ Ἀπόλλωνα. Καὶ οἱ δύο νέοι Ρῶσοι, ποὺ ἦσαν ἀρκετὰ μυστικόπαθοι, ὅπως οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι τῆς φυλῆς τους, ὅταν κατέβηκαν, ξεθεωμένοι ἀπὸ τὴ ζέστη καὶ τὴν ἀντηλιά, βεβαίωναν, ὅτι, πράγματι, κάποιος θεῖος «ἰχὼρ» κυκλοφοροῦσε, τὴν ὥρα ἐκείνη, στὴν σάρκα τῶν ἀρχαίων μαρμάρων.

(Παῦλος Νιρβάνας, «Ἕνας οὐτοπιστὴς ἑλληνολάτρης», στὰ «Φιλολογικὰ ἀπομνημονεύματα».)

* * *

[Σημ.: Ἡ πρώτη φωτογραφία, τοῦ Χρήστου Πατσατζῆ, ἀπὸ τὸ Bring Them Back.]

Παρασκευή, 13 Αυγούστου 2010

Στὸν κάμπο τοῦ Μαραθῶνα

Ὁ πόλεμος τοῦ Μαραθῶνα
(Μαραθών)

Μιὰ φορὰ ᾿ς τὸν καιρὸ τῶν Ἑλλήνων ἦρθαν πολλαῖς φούσταις ᾿ς αὐτὸν τὸν κάμπο. Οἱ Ἀθηναῖοι, ποὺ εἶχαν τὸ στρατό τους πάνω ᾿ς τῆς Γριᾶς τὸ μανδρί, ἔπεσαν κατὰ πάνω τους καὶ τόσο πολλοὺς ἐσκότωσαν, ποὺ ἐκοκκίνησε ἀπὸ τὸ αἷμα τὸ ποτάμι.

Ὁ πεζοδρόμος τοῦ Μαραθῶνα
(Ἀττική)

᾿Σ τὸν κάμπο τοῦ Μαραθῶνα ἔγινε μιὰ φορὰ μεγάλη μάχη. Τοῦρκοι πολλοὶ μὲ ἄρμενα πολλὰ ἦρθαν νὰ σκλαβώσουν τὴ χώρα καὶ ἀπ᾿ ἐκεῖ νὰ περάσουν ᾿ς τὴν Ἀθήνα. Δὲν ἐπῆγαν γραμμὴ ᾿ς τὴν Ἀθήνα, γιατὶ οἱ Ἕλληνες ἐφύλαγαν μὲ πολλὰ πλεούμενα καὶ τρικάταρτα τὸν Πειραιᾶ. Ἐσυνάχτηκαν ἀπ᾿ ὅλα περίγυρα τὰ χωριὰ καὶ ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, κ᾿ ἔπιασαν πόλεμο φριχτό. Ἂν τοὺς νικήσουμε, σοῦ λέγει, ἐδῶ, πάει, τοὺς σπάσαμε· δὲ θὰ ἰδοῦν τὴ στράτα νὰ φύγουν.

Ἐπολέμησαν ἀπὸ τὴν αὐγὴ ἕως τὸ βράδυ. Ἀπελπισμένοι ἐπολέμησαν οἱ ἐχτροί, ἀλλὰ πλέον ἀπελπισμένοι ἐπολέμησαν οἱ Ἕλληνες. Τὸ αἷμα ἐπῆγε ποτάμι· ἔφτασεν ἕως τὰ ῥιζὰ τοῦ Βρανᾶ καὶ ἕως τὸ Μαραθῶνα ἀντίκρυ. Ἔσυρεν ὣς τὴ θάλασσα κ᾿ ἔβαψε κατακόκκινα τὰ κύματα. Θρῆνος καὶ κακὸ ἔγινε. Τέλος ἐνίκησαν οἱ Ἕλληνες. Οἱ Τοῦρκοι ἔτρεξαν νὰ γλυτώσουν ᾿ς τὰ καράβια. Οἱ Ἕλληνες τοὺς ἐκυνήγησαν κ᾿ ἐκεῖ, τοὺς κατάσφαξαν, κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἐχτροὺς δὲν ἐγύρισε πίσω.

Ἔτρεξαν τότε δύο νὰ φέρουν τὴν εἴδηση ᾿ς τὴν Ἀθήνα. Ὁ ἕνας ἔτρεξε καβαλλάρης, ὁ ἄλλος πεζὸς κι᾿ ἀρματωμένος. Ὁ καβαλλάρης ἐπῆγεν ἀπὸ τὸ Χαλάντρι· ὁ πεζὸς ἔπιασε τὴ Σταμάτα. Φτεροπόδαρος ἀνέβηκε τὸν Ἀφορεσμὸ καὶ κατέβηκε ᾿ς τὸ χωριό. Καθὼς τὸν εἶδαν οἱ γυναῖκες ἔτρεξαν κοντά του· «Σταμάτα, τοῦ φώναζαν, σταμάτα!» Ἤθελαν νὰ τὸν ἐρωτήσουν τὶ ἀπόγινε ἡ μάχη. Ἐστάθηκε μιὰ στιγμὴ νὰ πάρῃ φύσημα, κ᾿ ἔπειτα, πάλι δρόμο. Τέλος φτάνει ᾿ς τὸ Ψυχικό· ἐκεῖ ἐπῆγε νὰ ξεψυχήσῃ, πιάστηκε ἡ ἀναπνοή του, τὰ πόδια του ἔτρεμαν, τώρα ἔλεγε νὰ πέσῃ. Ἀντρειεύεται τότε καὶ παίρνει βαθυὸ ἀνασασμό, καὶ μιὰ καὶ δύο, ἔφτασε τἐλος ᾿ς τὴν Ἀθήνα. «Ἐνικήσαμε!» εἶπε, κ᾿ ἔπεσε εὐτὺς κ᾿ ἐξεψύχησε. Ὁ καβαλλάρης ταχυδρόμος ἀκόμα δὲν ἐφάνηκε!

Ἐκεῖ ὅμως ποὺ σταμάτησε ὁ πεζοδρόμος κ᾿ ἐκεῖ ποὺ πῆρε ἀνάσα, ἄφησε τ᾿ ὄνομα τοῦ καμώματός του. Τὸ πρῶτο χωριὸ τ᾿ ὠνόμασαν Σταμάτα, τὸ δεύτερο Ψυχικό.

Ὁ κάμπος τοῦ Μαραθῶνα
(Σοῦλι καὶ Βρανᾶ τοῦ δήμου Μαραθῶνος)

᾿Σ τὸν κάμπο τοῦ Μαραθῶνα ἀκούγονται πολλαῖς φοραῖς τὴ νύχτα φωναῖς λυπητεραῖς, σὰ γυναικῶν ποὺ νὰ τοῖς βασανίζουν. Ὅσο κοντοζυγώνεις ᾿ς τὸ μέρος ποὺ ἀκούγονται οἱ φωναῖς, τόσο αὐταῖς ἀλαργεύουν.

(Νικολάου Πολίτου, «Μελέται περὶ τοῦ βίου καὶ τῆς γλώσσης τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Παραδόσεις Α'», Ἀθῆναι, ἐκδοτικὸς ὀργανισμὸς «Ἐργάνη» - Ε.Π.Ε., 1965.)

* * *

Σὰν σήμερα - 2499 χρόνια πρίν

13 Αὐγούστου, κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς, 490 π.Χ., ἡ Μάχη τοῦ Μαραθῶνος. Σὰν σήμερα, πρὶν 2499 χρόνια (490 π.Χ. - 2010 μ.Χ.· ὑπενθυμίζουμε ὅτι τὸ ἡμερολόγιό μας δὲν περιλαμβάνει ἔτος μηδέν). Ἀπὸ ἐφέτος, ὅμως, τιμοῦμε τὰ 2500 χρόνια τῆς μάχης ποὺ καθόρισε τὴν μοῖρα τοῦ κόσμου. Ἀλλὰ καὶ τοῦ μαραθωνίου δρόμου, μὲ ἀρχὴ τὸν θρυλικὸν ἐκεῖνον δρομέα ποὺ ξεψύχησε μὲ τὸ «νενικήκαμεν!» Στὶς 31 Ὀκτωβρίου ἐφέτος, ὁ κλασσικὸς μαραθώνιος δρόμος θὰ εἶναι μιὰ σπουδαία τελετὴ τιμῆς ἀπὸ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα στοὺς ἥρωες ἐκείνους ποὺ μὲ τὸ αἷμά τους ἐθεμελίωσαν τὸν παγκόσμιο πολιτισμό.

13 Αὐγούστου, 1999 μ.Χ., Λαμία. Ὁ ὑποφαινόμενος ὀνομάζεται Δόκιμος Ἔφεδρος Ἀξιωματικός. (Ναί, γιὰ κάποιους, μερικὲς συμπτώσεις ἔχουν σημασία.) Αὐτὸ ποὺ θυμᾶται σήμερα ἐντονότερα ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα, εἶναι ἡ συγκίνησις καὶ ἡ ὑπερηφάνεια στὰ μάτια τοῦ πατέρα του, μόλις ὡλοκληρώθηκε ἡ τελετή. Καὶ ἀναρωτιέται, μιὰ ἑβδομάδα τώρα, ἂν μπόρεσε ποτὲ νὰ δείξῃ στὸν πατέρα του τὴν δική του ὑπερηφάνεια καὶ εὐγνωμοσύνη γι᾿ αὐτόν...

* * *

Ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι ἐνῶ οἱ λαϊκὲς παραδόσεις ποὺ κατέγραψε ὁ Νικόλαος Πολίτης ἀναφέρουν τοὺς ἀρχαίους εἰσβολεῖς ὡς Τούρκους, ἡ γραφὶς τῶν λογίων τῆς Ἐπαναστάσεως, ἀλλὰ καὶ ἀγράμματοι ἀκόμη ἀγωνιστές, συγκινούμενοι ἀπὸ τὴν ἀρχαία δόξα τῆς Ἑλλάδος ποὺ ἀνασταίνεται, ἀποκαλοῦν τοὺς Τούρκους, Πέρσες! Ἔτσι, τὸν Μαραθῶνα καὶ τὸν Μιλτιάδη ἐπικαλεῖται ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης στὴν προκήρυξι «Μάχου ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος» καὶ καλεῖ τοὺς Ἕλληνες νὰ μιμηθοῦν τοὺς προγόνους, «οἵτινες κατέκοψαν τοσάκις τοὺς ἀναριθμήτους στρατοὺς τῶν βαρβάρων Περσῶν, τῶν ὁποίων τοὺς βαρβαροτέρους καὶ ἀνανδροτέρους ἀπογόνους πρόκειται εἰς ἡμᾶς σήμερον, μὲ πολλὰ μικρὸν κόπον, νὰ ἑξαφανίσωμεν ἐξ ὁλοκλήρου.» Ὁ δὲ Νικηταρᾶς ὁ Τουρκοφάγος, «Σταθῆτε Πέρσαι νὰ πολεμήσωμε!», φωνάζει στοὺς Τούρκους στὴν μάχη τῶν Δολιανῶν -Περσιάνους μάλιστα τοὺς ἀπεκάλει.

Σὲ ἀμφότερες τῆς περιπτώσεις, ἡ ἴδια πραγματικότης· ὁλόκληρη ἡ Ἱστορία τῆς Φυλῆς μας συγχρόνως παρούσα, ὄχι νεκρὸ γράμμα, ἀλλὰ ζωντανὴ παράδοσις, αἷμα κοχλάζον στὸ σῶμα τῶν ἀνδρῶν καὶ τῶν γυναικῶν τοῦ λαοῦ μας.

* * *

ΜΑΧΟΥ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ

[...] Ἂς καλέσωμεν λοιπὸν ἐκ νέου, ὦ Ἀνδρεῖοι καὶ μεγαλόψυχοι Ἕλληνες, τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν κλασικὴν γῆν τῆς Ἑλλάδος! Ἂς συγκροτήσωμεν μάχην μεταξύ τοῦ Μαραθῶνος καὶ τῶν Θερμοπυλῶν! Ἂς πολεμήσωμεν εἰς τοὺς τάφους τῶν Πατέρων μας, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ μᾶς ἀφήσωσιν ἐλευθέρους, ἐπολέμησαν καὶ ἀπέθανον ἐκεῖ! Τὸ αἷμα τῶν τυράννων εἶναι δεκτὸν εἰς τὴν σκιὰν τοῦ Ἐπαμεινώνδου Θηβαίου, καὶ τοῦ Ἀθηναίου Θρασυβούλου, οἵτινες κατετρόπωσαν τοὺς τριάκοντα τυράννους, εἰς ἐκείνας τοῦ Ἁρμοδίου καὶ Ἀριστογείτονος, οἱ ὁποῖοι συνέτριψαν τὸν Πεισιστρατικὸν ζυγόν, εἰς ἐκείνην τοῦ Τιμολέοντος, ὅστις ἀπεκατέστησε τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν Κόρινθον καὶ τὰς Συρακούσας, μάλιστα εἰς ἐκείνας τοῦ Μιλτιάδου καὶ Θεμιστοκλέους, τοῦ Λεωνίδου καὶ τῶν τριακοσίων, οἵτινες κατέκοψαν τοσάκις τοὺς ἀναριθμήτους στρατοὺς τῶν βαρβάρων Περσῶν, τῶν ὁποίων τοὺς βαρβαροτέρους καὶ ἀνανδροτέρους ἀπογόνους πρόκειται εἰς ἡμᾶς σήμερον, μὲ πολλὰ μικρὸν κόπον, νὰ ἑξαφανίσωμεν ἐξ ὁλοκλήρου. Εἰς τὰ ὅπλα λοιπὸν φίλοι· ἡ Πατρὶς Μᾶς Προσκαλεῖ!

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΥΨΗΛΑΝΤΗΣ
Τὴν 24ην Φεβρουαρίου 1821
Εἰς τὸ γενικὸν στρατόπεδον τοῦ Ἰασίου

(Προκήρυξις Ἀλεξάνδρου Ὑψηλάντου, Ἰάσιον, 24-2-1821.)

* * *

Ἡ ἀφιλοκέρδεια τοῦ Νικηταρᾶ

Δημήτριος Kαμπούρογλου

25 Μαρτίου 1927

ν ἀπὸ τὰ ὄνειρά μου ἦτο -καὶ συνήθως τὰ ὄνειρα τῆς ἡμέρας δὲν ἐπαληθεύουν- νὰ γράψω διὰ τοὺς ἐλληνοτουρκικοὺς πολέμους τοῦ Ἀγῶνος, ἐν συγκρίσει καὶ ἐκ παραλλήλου πρὸς τοὺς ἑλληνοπερσικοὺς τῆς ἀρχαιότητος, μετὰ προσφυγῆς ἐνίοτε, πρὸς πλήρη παραλληλισμόν, καὶ εἰς τὰ Ὁμηρικὰ ἔπη.

Πρέπει νὰ ὁμολογήσω ἐν τούτοις, ὅτι τὴν σκέψιν ταύτην ὀφείλω εἰς τὸν Νικηταρᾶν, ὅστις βλέπων τοὺς Τούρκους φεύγοντας πανικόβλητους εἰς τὴν μάχην τῶν Δολιανῶν, ἐφώναζεν εἰς αὐτούς: «Σταθῆτε Πέρσαι νὰ πολεμήσωμε!» -Περσιάνους μάλιστα τοὺς ἀπεκάλει. [...]

Ἡ βοὴ καὶ ὁ ἀλαλαγμὸς τῶν Δερβενακιῶν πολὺ ὡμοίαζε πρὸς τὴν θρυλικὴν βοήν, τὴν ὁποίαν ἀκόμη καὶ τώρα τὰ μεσάνυκτα τὴν ἀκούουν οἱ βοσκοὶ ποὺ διανυκτερεύουν εἰς τὶς πλαγὲς τῶν βουνῶν, τὰ ὁποῖα στεφανώνουν τὸν Μαραθῶνα, καὶ εἰς τὰ ἐρείπια τοῦ Βρανᾶ. [...]

(«Τὸ Εἰκοσιένα», πανηγυρικοὶ λόγοι ἀκαδημαϊκῶν, ἐκδ. Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, Ἵδρυμα Κώστα καὶ Ἑλένης Οὐράνη, Ἀθῆναι 1977· ἀναδημοσίευσις: Μυριόβιβλος.)

* * *

Πότε ἀκριβῶς ἔτρεξε ὁ Φειδιππίδης;

(Σημ.: Ἡ ἡμερομηνία τῆς 13ης Αὐγούστου εἶχε προταθεῖ καὶ παλαιότερα ὡς ἡ πιθανότερη, γιὰ τοὺς ἴδιους ἢ ἄλλους λόγους, ἀπὸ ἄλλους ἐρευνητές. Βλ. π.χ. στὴν «Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους» τῆς Ἐκδοτικῆς Ἀθηνῶν.)

Οι επιστήμονες επικέντρωσαν τις γνώσεις τους σχετικά με τη χρονολόγηση ιστορικών γεγονότων και υπολόγισαν ότι η μάχη του Μαραθώνα - το ορόσημο αυτό για όλη την Ευρώπη - έγινε την ίδια ακριβώς ημερομηνία που άρχισαν και οι 28οι Ολυμπιακοί Αγώνες στην Αθήνα...

Χ. Βάρβογλης

Σύμφωνα με την παράδοση, το χαρμόσυνο μήνυμα της νίκης των Αθηναίων στον Μαραθώνα έφερε το απόγευμα στην Αθήνα ένας ανώνυμος οπλίτης, που αμέσως μετά την κραυγή «νικήσαμε» έπεσε νεκρός από την εξάντληση. Προς ανάμνηση αυτού του γεγονότος στους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας το 1896 καθιερώθηκε ένας δρόμος αντοχής μήκους όση είναι η απόσταση Μαραθώνα - Αθήνας. Μια εντελώς πρόσφατη έρευνα ομάδας καθηγητών του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Τέξας, με επικεφαλής τον καθηγητή Ντον Ολσον, υποδεικνύει ότι η επέτειος αυτής της μάχης συμπίπτει με την έναρξη των εφετινών Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.

H χρονολόγηση γεγονότων που έχουν συμβεί κατά την αρχαιότητα είναι ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα, και απαιτεί συνδυασμό πληροφοριών και γνώσεων από διαφορετικές πηγές. Κλασικό παράδειγμα αποτελεί ο καθορισμός της χρονολογίας της μάχης του Μαραθώνα. Ο πατέρας της Ιστορίας Ηρόδοτος αναφέρει ότι μόλις οι Αθηναίοι πληροφορήθηκαν την απόβαση του περσικού στρατού στην παραλία του Μαραθώνα έστειλαν τον δρομέα Φειδιππίδη στη Σπάρτη με την εντολή να ζητήσει τη βοήθεια των Λακεδαιμονίων. Ο Φειδιππίδης κάλυψε την απόσταση των 240 χιλιομέτρων που χωρίζει τις δύο πόλεις σε μόλις δύο ημέρες και βρήκε τους Λακεδαιμόνιους πρόθυμους να βοηθήσουν. Του είπαν όμως ότι εκείνη την ημέρα η Σελήνη ήταν μόλις 8 ημερών και για θρησκευτικούς λόγους το εκστρατευτικό στρώμα δεν μπορούσε να ξεκινήσει από τη Σπάρτη πριν από την πανσέληνο, δηλαδή ύστερα από έξι μέρες. Πραγματικά, το εκστρατευτικό σώμα αναχώρησε την επομένη της πανσελήνου. Οι πάνοπλοι Σπαρτιάτες περπατώντας τουλάχιστον 14 ώρες την ημέρα κάλυψαν την απόσταση έως την Αθήνα σε μόλις τρεις ημέρες, έφθασαν όμως την επομένη της μεγάλης μάχης. Αυτά τα στοιχεία που δίνει ο Ηρόδοτος αποτέλεσαν το κλειδί για τη χρονολόγηση της μάχης του Μαραθώνα, αφού η απαγόρευση της έναρξης νέας εκστρατείας ίσχυε μόνο κατά τον μήνα Κάρνειο του σπαρτιατικού ημερολογίου.

Στην αρχαία Ελλάδα το ημερολόγιο που ακολουθούσαν οι διάφορες πόλεις-κράτη ήταν σεληνο-ηλιακό. Οι μήνες άρχιζαν κατά τη νουμηνία, δηλαδή την ημέρα της νέας Σελήνης, δύο εβδομάδες πριν από την πανσέληνο, και διαρκούσαν εναλλάξ 29 ή 30 ημέρες. Επομένως, αφού η φάση της Σελήνης είναι η ίδια για όλη τη Γη, όλοι οι Ελληνες είχαν πρωτομηνιά την ίδια ημέρα. H αρχή όμως του έτους ήταν συνδεδεμένη με τον Ηλιο και τις εποχές του έτους, και δεν ήταν η ίδια για όλες τις πόλεις-κράτη. H Αθήνα είχε πρωτοχρονιά κατά την πρώτη νουμηνία μετά το θερινό ηλιοστάσιο, ενώ η Σπάρτη είχε πρωτοχρονιά κατά την πρώτη νουμηνία μετά τη φθινοπωρινή ισημερία. Επειδή μεταξύ της φθινοπωρινής ισημερίας και του θερινού ηλιοστασίου μεσολαβούν εννέα μήνες, ήταν εύκολο στους αρχαιολόγους να βρουν την αντιστοιχία μεταξύ των μηνών του αθηναϊκού ημερολογίου, το οποίο αποτελεί τη βάση χρονολόγησης για την κλασική περίοδο της αρχαιότητας, και εκείνων του σπαρτιατικού. Ο Κάρνειος μήνας των Σπαρτιατών, λοιπόν, βρέθηκε ότι αντιστοιχεί στον Μεταγειτνιώνα μήνα των Αθηναίων και με βάση το γεγονός ότι η πανσέληνος του Μεταγειτνιώνα το 490 π.X. έπεφτε κατά το σύγχρονο ημερολόγιο στις 9 Σεπτεμβρίου, υπολογίστηκε ότι η μάχη θα πρέπει να δόθηκε στις 12 του ίδιου μήνα.

Φαίνεται όμως ότι κατά τους παραπάνω υπολογισμούς έγινε ένα σημαντικό λάθος. Μεταξύ της φθινοπωρινής ισημερίας και του θερινού ηλιοστασίου μεσολαβούν 271,5 ημέρες. Αυτό το χρονικό διάστημα αντιστοιχεί σε 9 ηλιακούς μήνες των 30 και 31 ημερών, όπως αυτοί του σύγχρονου ημερολογίου, αλλά σε 9 και 1/5 σεληνιακούς μήνες των 29 και 30 ημερών του αρχαίου ελληνικού ημερολογίου. Αυτό σημαίνει ότι κατά μέσον όρο σε κάθε τέσσερις χρονιές, κατά τις οποίες στο διάστημα αυτό περιέχονται 9 νουμηνίες, αντιστοιχεί και μία χρονιά κατά την οποία στο διάστημα αυτό περιέχονται 10 νουμηνίες! Κατά σύμπτωση, όπως διαπίστωσαν οι καθηγητές του Πανεπιστημίου του Τέξας, η χρονιά της μάχης του Μαραθώνα ανήκε στη δεύτερη, πιο σπάνια, περίπτωση. Μεταξύ της φθινοπωρινής ισημερίας και του θερινού ηλιοστασίου μεσολάβησαν 10 νουμηνίες.

Ετσι, όταν ξεκίνησε η νέα χρονιά για τους Αθηναίους, είχαν ήδη περάσει δέκα μήνες για τους Σπαρτιάτες και όχι εννέα, όπως συνέβαινε συνήθως. Επομένως το καλοκαίρι του 490 π.X. ο Κάρνειος μήνας των Σπαρτιατών δεν αντιστοιχούσε στον Μεταγειτνιώνα των Αθηναίων αλλά στον προηγούμενο μήνα, τον Εκατομβαιώνα. Για να βρεθεί λοιπόν η ακριβής ημερομηνία της μάχης του Μαραθώνα θα έπρεπε απλώς να υπολογιστεί πότε έπεφτε η πανσέληνος, στο μέσον του ενδέκατου μήνα του σπαρτιατικού ημερολογίου. Ενας στοιχειώδης υπολογισμός δείχνει ότι αυτή η πανσέληνος έπεφτε στις 10 Αυγούστου του 490 π.X., οπότε και η μάχη του Μαραθώνα, που έγινε κατά τον Ηρόδοτο τρεις ημέρες μετά την πανσέληνο, θα πρέπει να συνέβη στις 13 Αυγούστου. Σύμφωνα λοιπόν με αυτούς τους υπολογισμούς, η επέτειος του μαραθώνιου δρόμου συμπίπτει με την ημέρα της τελετής έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004! Μια σύμπτωση που έχει την αξία της, εφέτος που οι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες ξαναγύρισαν στην πόλη από την οποία ξεκίνησαν πριν από 108 χρόνια.

Ο Κάρνειος και ο Μεταγειτνιών

Ο Κάρνειος μήνας των Σπαρτιατών πήρε το όνομά του από τον μάντη Κάρνο, ο οποίος σκοτώθηκε πέφτοντας από το άλογό του κατά τις μάχες που ακολούθησαν την εισβολή των Δωριέων στην Πελοπόννησο. Ο θεός της μαντικής Απόλλων θεώρησε τους Λακεδαιμονίους υπεύθυνους για τον θάνατο του Κάρνου και τους τιμώρησε προκαλώντας επιδημία στην πόλη τους. Για να εξευμενίσουν τον Απόλλωνα οι Σπαρτιάτες θεσμοθέτησαν τη γιορτή των Καρνείων κατά τον ομώνυμο μήνα, κατά τη διάρκεια της οποίας δεν επιτρεπόταν να ξεκινήσει εκστρατεία.

Ο Μεταγειτνιών μήνας του αθηναϊκού ημερολογίου είχε πάρει το όνομά του από τη συνήθεια των αρχαίων Αθηναίων να μετακομίζουν κατά το τέλος του καλοκαιριού. Αξίζει να επισημάνουμε ότι τη συνήθεια αυτή είχαν και οι σύγχρονοι Αθηναίοι του 19ου αιώνα. Ο Εκατομβαιών μήνας του αθηναϊκού ημερολογίου πήρε το όνομά του από τα 100 βόδια που θυσιάζονταν κάθε χρόνο προς τιμήν του θεού Απόλλωνα.

«Το Βήμα», 29-8-2004
Κωδικός άρθρου: B14250H031