«Tὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική· τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου. Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου.» (Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἄξιον ἐστί»)

Σελίδες Πατριδογνωσίας - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Μῦθος λόγου τινὸς ἔμφασίς ἐστιν

Ἡ σημερινὴ ἀνοιξιάτικη ἡμέρα κάνει καὶ τὸν πλέον ἀρνητικὰ προκατειλημμένο νὰ νιώσῃ τὶ σημαίνει Εὐαγγελισμός -τῆς Φύσεως, τοῦ Γένους ἢ τοῦ Θεοῦ, ἀξεδιάλυτα. Χρόνια Πολλά Ἕλληνες!

Κωνσταντῖνος Παρθένης,  «Ὁ Εὐαγγελισμός», 1920.

Ἐσκόπευα νὰ γράψω περισσότερα -ἐπιφυλλάσσομαι-, δὲν μπορῶ ὅμως νὰ μὴν ἀναφερθῶ στὸ ἐξαιρετικὸ ἔργο τῶν συνεργατῶν καὶ φίλων τοῦ Ἀντίβαρου. Ὁ Φάκελος τοῦ 1821 εἶναι ἕνας θησαυρὸς ἱστορικῆς μνήμης.

Καὶ δυὸ λόγια γιὰ τὸ πολυσυζητημένο ντοκυμανταὶρ τοῦ ΣΚΑΪ. Εἶναι κατ᾿ ἀρχὴν θετικὸ ὅτι τὸ κανάλι συμβάλλει στὴν προώθησι τῆς ἐνασχολήσεως μὲ τὴν Ἱστορία μας (δηλαδὴ μὲ τὴν ἐθνική μας αὐτογνωσία· αὐτὸ σημαίνει Ἱστορία), καὶ τώρα καὶ μὲ παλαιότερες παραγωγὲς (100 κορυφαῖοι Ἕλληνες τῆς Ἱστορίας κ.ἄ.) Δὲν πρέπει νὰ φοβούμαστε τὰ ἀρνητικὰ τῶν διαφημιστικῶν σκοπιμοτήτων τῆς τηλεοράσεως τοῦ μαζικοῦ καταναλωτισμοῦ. (Ἀκόμη θυμοῦμαι -καὶ φρίττω- τὴν  κακόγουστη καὶ αἰσχρὴ ἀφίσσα μὲ τὸν Κολοκοτρώνη γιὰ τοὺς «100 Ἕλληνες»: «Ψηφίστε με ἐπειδὴ ἔγινα κλέφτης γιὰ χάρη σας!») Ἔστω κι ἔτσι, ὁ καθένας θὰ μυρίσῃ λίγο μπαρούτι, θὰ νιώσῃ τὴν μέθη ἀπὸ τὸν ἀχὸ τῶν ἁρμάτων τῆς λευτεριᾶς· τὸ 1821 δὲν κινδυνεύει ἀπὸ κανέναν· καὶ τὸ «ἀθάνατο κρασί» του μπορεῖ ἀκόμη νὰ ξυπνᾷ τὰ ναρκωμένα κύτταρα τῆς ψυχῆς μας.

Πρὲπει ὅμως νὰ εἴμαστε αὐστηροὶ μὲ τὸν κάθε ἡμιμαθὴ ἐθνομηδενιστὴ καὶ χαμερπὴ γραικύλο, ὁ ὁποῖος ἀκούει π.χ. περὶ «μύθου» τῆς 25ης Μαρτίου καὶ τῆς Ἁγίας Λαύρας καὶ βγαίνει στοὺς δρόμους καὶ στὶς γειτονιὲς μὲ τὴν ἀξίνα γιὰ κατεδάφισι, προκειμένου νὰ ἰκανοποιήσῃ τὴν μειονεξία του (εἶναι βαρὺ φορτίο νὰ εἶσαι Ἕλλην· προνόμιο μέν, βαρὺ δέ· τί νομίζατε; )

«Μῦθος λόγου τινὸς ἔμφασίς ἐστιν, ἀνακλῶντος ἐπ᾿ ἄλλα τὴν διάνοιαν.» (Πλούταρχος, «Περὶ  Ἴσιδος καὶ Ὀσίριδος», Steph. σελ. 351,A)

Ἂς πεῖ κάποιος σὲ αὐτοὺς τοὺς μικρόνοες τὶ σημαίνει ἡ λέξις μῦθος. Ὁ μῦθος εἶναι ἡ Ἀλήθεια (μὲ Α κεφαλαῖο). Ἡ ὄντως πραγματικότητα, τὸ διαχρονικὸ ἀπόσταγμα τῆς συλλογικῆς σοφίας καὶ ἐμπειρίας, ἡ βαθύτερη πραγματικότητα τῆς ἐθνικῆς ψυχῆς. Καὶ ὡς τέτοιος, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι ἀληθινός. Ἡ κατ᾿ ἐξοχὴν ἀλήθεια. (Τὸ ὅτι ὅλοι οἱ μεγάλοι πολιτισμοὶ τῆς Ἱστορίας, ἀλλὰ καὶ οἱ πρωτόγονες ἀκόμη φυλές, ἀπὸ τὰς Ἀθήνας τοῦ Χρυσοῦ Αἰῶνος ἔως τοὺς Ἀβορίγινες τῆς Αὐστραλίας, πλὴν τῆς δικῆς μας παρακμιακῆς ἐποχῆς, σἐβονταν-, μᾶλλον ἐβίωναν, τὸν μῦθο, κάτι θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς λέγῃ.)

Ποιά εἶναι τὰ ἀκριβῆ, ἐπὶ μέρους δεδομένα τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητας; Τὸ βίντεο καὶ τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα τοῦ Ἀντίβαρου, καρπὸς ἱστορικῆς ἐρεύνης ἀπὸ εἰδικούς, τὰ ἀναφέρουν μὲ λεπτομέρειες. Μὲ δυὸ λόγια:

- Καὶ λάβαρο τοῦ Σταυροῦ ὕψωσε ὁ Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανός, πρωτοστάτης τῆς Ἐπαναστάσεως στὴν Πελοπόννησο·
- Καὶ στὴν Ἁγία Λαύρα συγκεντρώθηκαν πρόκριτοι καὶ καπεταναῖοι, τοῦ Γερμανοῦ συμπεριλαμβανομένου (μία ἑβδομάδα περίπου ἐνωρίτερα)·
- Καὶ ὅλοι οἱ Ἕλληνες, ἀπὸ τὸν Δούναβι ἔως τὴν Κύπρο, ὑψώσανε τὰ λάβαρα γιὰ τὴν Ἑλλάδα·
- Καὶ «Ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος» ἐκάλεσε τοὺς Ἕλληνες νὰ ἀγωνιστοῦν ὁ πρίγκηψ Ὑψηλάντης·
- Καὶ γιὰ τὶς 25 Μαρτίου, ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἐσχεδίαζε τὴν Ἐπανάστασι στὸν Μωριᾶ ἡ Φιλικὴ Ἐταιρεία (τὰ γεγονότα προηγήθηκαν λίγες ἡμέρες, ἀλλὰ περὶ αὐτὴν τὴν ἡμέρα γενικεύτηκε ὁ Ἀγώνας καὶ ἐστάλησαν οἱ διακηρύξεις ἀπὸ τὴν Πάτρα καὶ τὴν Μάνη στὴν Εὐρώπη)·
- Καὶ Ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος, ἐπανέλαβε τὴν προτροπὴ ὁ Γέρος τοῦ Μωριᾶ, μιλώντας στοὺς νέους μαθητὲς τὸ 1838 στὴν Πνύκα·
- Καὶ τὴν ἴδια χρονιά, στὶς 25 Μαρτίου, ἑορτάσθηκε γιὰ πρώτη φορὰ ἐπισήμως ἡ ἐθνική μας ἑορτή, μὲ ὅλον τὸν λαὸ καὶ τοὺς ἀγωνιστὲς νὰ ξεσποῦν σὲ πανηγύρι στοὺς δρόμους καὶ νὰ εὔχονται «Εἰς τὴν Πόλιν! Εἰς τὴν Πόλιν!»
(Βλ. [1] [2] [3] [4] [5] κ.ἄ. στὸν Φάκελο τοῦ 1821.)

Ἔ, τί εἶναι λοιπὸν ὁ μῦθος; Ὁ μῦθος συγκεντρώνει καὶ ἐκφράζει ἐμφατικῶς ὅλα αὐτὰ τὰ ἱστορικῶς ἀκριβῆ καὶ τεκμηριωμένα γεγονότα, στὸ ἴδιο σημεῖο, στὸν ἴδιο χρόνο.

   Καί, τελευταῖον ἀλλὰ ὄχι ἔσχατον, ἐὰν κάποιοι ἔχουν ἀντίρρησι,
   «Ὁρκίζομαι, ὅτι θέλω τρέφει εἰς τὴν καρδίαν μου ἀδιάλλακτον μίσος ἐναντίον τῶν τυράννων της πατρίδος μου, ὀπαδῶν καὶ τῶν ὁμοφρόνων μὲ τούτους. Θέλω ἐνεργεῖ κατὰ πάντα τρόπον πρὸς βλάβην των καὶ αὐτὸν τὸν παντελῆ ὄλεθρόν των, ὅταν ἡ περίστασις τὸ συγχωρήσῃ»,
   ὡρκίζοντο τὸν μέγα ὅρκον οἱ Φιλικοί, καθώς,
   «Τέλος πάντων ὁρκίζομαι εἰς σέ, ὦ ἱερὰ πλὴν τρισαθλία Πατρίς, ὁρκίζομαι εἰς τοὺς πολυχρονίους βασάνους Σου, ὁρκίζομαι εἰς τὰ πικρὰ δάκρυα, τὰ ὁποῖα τόσους αἰώνας ἔχυσαν καὶ χύνουν τὰ ταλαίπωρα τέκνα Σου, εἰς τὰ ἴδια μου δάκρυα, χυνόμενα κατὰ ταύτην τὴν στιγμήν, καὶ εἰς τὴν μέλλουσαν ἐλευθερίαν τῶν ὁμογενῶν μου, ὅτι ἀφιερώνομαι ὅλως εἰς Σέ. Εἰς τὸ ἑξῆς Σὺ θέλεις εἶσαι ἡ αἰτία καὶ ὁ σκοπὸς τῶν διαλογισμῶν μου. Τὸ ὄνομά Σου ὁ ὁδηγὸς τῶν πράξεών μου καὶ ἡ εὐτυχία Σου ἡ ἀνταμοιβὴ τῶν κόπων μου.»

* * *

Βίντεο - 1821 - Ἀντίκρουση ἀπὸ τὸ Ἀντίβαρο







* * *

Ὑ.Γ.  Ἡ ξυπόλητη παρέλασις ποὺ ὀργανώνει  ἡ κυβέρνησις τοῦ μνημονίου μὲ προσβάλλει ὡς Ἕλληνα. Ἄμα δὲν μοῦ φθάνουν τὰ λεφτά, δὲν θὰ φάω, ἀλλὰ στὸν γάμο θὰ πάω μὲ κοστούμι.

Καὶ ἐπ᾿ οὐδενὶ δὲν θέλω νὰ μειώσω, κάθε ἄλλο, τοὺς στρατιῶτες μας ποὺ παρήλασαν μὲ φρόνημα, δυναμισμὸ καὶ ἄψογο συγχρονισμὸ καὶ πειθαρχία. (Ἴσα-ἴσα, ὅποιος ἔχει πάει στρατὸ ξέρει τὶ ἐξάσκησι ἔκαναν. Ἐδῶ κάναμε ἐμεῖς, ὡς ἁπλοὶ στρατιῶτες καὶ ὠς ΥΕΑ· πόσο μᾶλλον οἱ Εὐέλπιδες, οἱ Εἰδικὲς Δυνάμεις, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα τμήματα ποὺ προετοιμάστηκαν γιὰ τὴν μεγάλη παρέλασι.)

Ἀλλὰ τί θὰ γίνῃ; Θὰ προσβάλουμε καὶ τοῦ χρόνου τοὺς ἀγωνιστὲς τοῦ 1821 καὶ τὴν ἐθνικὴ ἐπέτειο, βγάζοντας τὸν στρατό μας ξυπόλητο, χωρὶς μηχανοκίνητα τμήματα; Ἄμα δὲν ἔχουμε χρήματα γιὰ τοὺς τοκογλύφους, νὰ μὴν φᾶμε· τὸ 1821 θὰ τὸ τιμοῦμε ὅπως πρέπει.

(Ἔχω πεθυμήσει τὰ χρόνια, σὰν ὄνειρο εἶναι, ποὺ μικρόν-μικρόν, μὲ ἔπαιρνε ὀ πατέρας μου καὶ πηγαίναμε στὴν παρέλασι, καὶ θαύμαζα τὰ τεθωρακισμένα, τὰ πυροβόλα καὶ τοὺς πυραύλους... καὶ τὰ ἀεροσκάφη ποὺ ἔσκιζαν τὸν οὐρανό...)

Κυριακή, 6 Μαρτίου 2011

Γειά καὶ χαρά σου, αἴγαγρε!

Τοῦ αἰγάγρου

Ὁ Ἀνδρέας Ἐμπειρίκος σὲ πανικὸν (ἤτοι ἐκ τοῦ Πανός) οἶστρον.

Πήδηξε ὁ αἴγαγρος καὶ στάθηκε σὲ μιὰ ψηλὴ κορφή. Στητὸς καὶ ρουθουνίζοντας κοιτάζει τὸν κάμπο καὶ ἀφουγκράζεται πρὶν ἄλλο σκίρτημα σὲ ἄλλη κορφὴ τὸν πάῃ.

Τὰ μάτια του λάμπουν σὰν κρύσταλλα καὶ μοιάζουν μὲ μάτια ἀετοῦ, ἢ ἀνθρώπου ποὺ μέγας οἶστρος τὸν κατέχει. Τὸ τρίχωμά του εἶναι στιλπνὸ καὶ ἀνάμεσα στὰ πισινά του πόδια, πίσω καὶ κάτω ἀπ’ τὸ κεντρί του, τὸ μέγα σήμαντρον τῆς ἀπολύτου ὀρθοδοξίας ταλαντευόμενον σὲ κάθε σάλεμά του, βαριὰ καὶ μεγαλόπρεπα κουνιέται.

Κάτω ἐκτείνεται ὁ κάμπος μὲ τὰ λερὰ μαγνάδια του καὶ τὶς βαρειὲς καδένες.
Ὁ αἴγαγρος κοιτάζει καὶ ἀφουγκράζεται. Ἀπὸ τὸν κάμπο ἀνεβαίνει μιὰ μυριόστομη κραυγὴ ἀνθρώπων πνευστιώντων.

«Αἴγαγρε! Αἴγαγρε! Ἔλα σὲ μᾶς γιὰ νὰ χαρῆς καὶ νὰ μᾶς σώσῃς.»

Ὁ αἴγαγρος κοιτάζει καὶ ἀφουγκράζεται. Ὅμως δὲν νοιάζεται καθόλου γιὰ ὅλου τοῦ κάτω κόσμου τὴν βοὴ καὶ τὴν ἀντάρα. Στέκει στητὸς στὰ πόδια του, καὶ ὅλο μυρίζει τὸν ἀέρα, σηκώνοντας τὰ χείλη του σὰν σὲ στιγμὲς ὀχείας.

«Αἴγαγρε! Αἴγαγρε! Ἔλα σὲ μᾶς γιὰ νὰ εὐφρανθῆς καὶ νὰ μᾶς σώσῃς. Θὰ σὲ λατρέψουμε ὡς Θεό. Θὰ κτίσουμε ναοὺς γιὰ σένα. Θἄσαι ὁ τράγος ὁ χρυσός! Καὶ ἀκόμη θὰ σοῦ προσφέρουμε πλούσια ταγὴ καὶ ὅλα τὰ πιὸ ἀκριβὰ μανάρια μας… Γιὰ δές!»

Καὶ λέγοντας οἱ ἄνθρωποι τοῦ κάμπου ἔσπρωχναν πρὸς τὸ βουνὸ ἕνα κοπάδι ἀπὸ μικρὲς κατσίκες σπάνιες, ἀπὸ ράτσα.

Ὁ Αἴγαγρος στέκει ἀκίνητος καὶ ὀσμίζεται ἀκόμη τὸν ἀέρα. Ἔπειτα, ξαφνικά, ὑψώνει τὸ κεφάλι του καὶ ἀφήνει μέγα βέλασμα, ποὺ ἀντηχεῖ ἐπάνω καὶ πέρα ἀπ’ τὰ φαράγγια σὰν γέλιο λαγαρό, καὶ μονομιᾶς, μὲ πήδημα γοργό, σὰν βέλος θεόρατο ἢ σὰν διάττων, ἀκόμη πιιο ψηλὰ πετιέται.

Γειά καὶ χαρά σου, Αἴγαγρε! Γιατί νὰ σοῦ φαντάξουν τὰ λόγια τοῦ κάμπου καὶ οἱ φωνές του; Γιατί νὰ προτιμήσῃς τοῦ κάμπου τὰ κατσίκια; Ἔχεις ὅ,τι χρειάζεσαι ἐδῶ καὶ γιὰ βοσκὴ καὶ γιὰ ὀχεῖες καὶ κάτι παρὰ πάνω, κάτι πού, μά τὸν Θεό, δὲν ἤκμασε ποτὲ κάτω στοὺς κάμπους -ἔχεις ἐδῶ τὴν Λευτεριά!

Τὰ κρύσταλλα ποὺ μαζώχθηκαν καὶ φτιάξαν τὸν Κρυστάλλη, ὁ Διονύσιος Σολωμὸς ὁ Μουσηγέτης, ὁ Ἀνδρέας ὁ πρωτόκλητος καὶ πρωτοψάλτης Κάλβος, ὁ Περικλῆς Γιαννόπουλος ποὺ ἑλληνικὰ τὰ ἤθελε ὅλα κ’ ἔκρυβε μέσα του, βαθιά, μία φλογερὴ ψυχὴ Σαβοναρόλα, ὁ μέγας ταγὸς ὁ Δελφικός, ὁ Ἀρχάγγελος Σικελιανὸς ποὺ ἔπλασε τὸ Πάσχα τῶν Ἑλλήνων καὶ ἀνάστησε (Πάσχα καὶ αὐτὸ) τὸν Πάνα, ὁ ἐκ τοῦ Εὐξείνου ποιητὴς ὁ Βάρναλης ὁ Κώστας , αἱ βάτοι αἱ φλεγόμεναι, ὁ Νῖκος Ἐγγονόπουλος καὶ ὁ Νικήτας Ράντος, ὁ Ὀδυσσεὺς Ἐλύτης, ποὺ τὴν ψυχὴ του βάφτισε στὰ ἰωνικὰ νερὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἀρχιπελάγους, ὁ ἐκ Λευκάδος ποιητής, αὐγερινὸς καὶ ἀποσπερίτης, ὁ Νάνος Βαλαωρίτης, αὐτοὶ καὶ λίγοι ἄλλοι, αὐτοὶ ποὺ πῆραν τὰ βουνά, νὰ μὴν τοὺς φάη ὁ κάμπος, δοξολογοῦν τὸν οἶστρο σου καὶ τὸ πυκνό σου σπέρμα, γιὲ τοῦ Πανὸς καὶ μίας ζαρκάδας Ἀφροδίτης.

Γειά καὶ χαρά σου, Αἴγαγρε, ποὺ δὲν ἀγαπᾶς τοὺς κάμπους ! Τί νὰ τοὺς κάνῃς; Ὁ ἥλιος ἐδῶ, κάθε πρωί, σηκώνεται ἀνάμεσα στὰ κέρατά σου! Στὰ μάτια σου λάμπουν οἱ ἀστραπὲς τοῦ Ἰεχωβὰ καὶ ὁ ἵμερος ὁ ἄσβηστος τοῦ Δία, κάθε φορά ποὺ σπέρνεις ἐδῶ, στὰ θηλυκά σου, τὴν ἔνδοξη καὶ ἀπέθαντη γενιά σου!

Γειά καὶ χαρά σου, Αἴγαγρε, ποὺ δὲν θὰ πᾶς στοὺς κάμπους! Γειά καὶ χαρά σου, ποὺ πατᾶς τὰ νυχοπόδαρά σου στῶν ἀπορρώγων κορυφῶν τὰ πιὸ ὑψηλὰ Ὡσαννά!

Εἶπα καὶ ἐλάλησα, Αἴγαγρε, καὶ ἁμαρτίαν οὐκ ἔχω.

(Ἀνδρέας Ἐμπειρίκος, «Τοῦ αἰγάγρου»,  ἀπὸ τὴν «Ὀκτάνα», Γλυφάδα, 12-7-1960)

(Ἀπὸ τὸ ἱστολόγιον «Ἀρετή ΚΑΙ Τόλμη» καὶ τὸ ΥπΠο/ΕΚεΒι/Ἔτος Ἐμπειρίκου 2001.)


* * *

Γειά καὶ χαρά σου, αἴγαγρε, ποὺ δὲν ἀγαπᾷς τοὺς κάμπους

Βοσκοὶ στὴν κορυφὴ τοῦ Παρνασσοῦ (φωτ. Frédéric Boissonnas, 1903)

Τὸ 1966 ὁ Ἀλέξης Δαμιανὸς γυρίζει τὴν περίφημη ταινία του, «Μέχρι τὸ πλοῖο».

Ἡ καθοδική, καὶ πτωτική, πορεία τοῦ ἀνθρώπου, ἀπὸ τὴν αὐθεντικότητα, μοναξιὰ καὶ ἐλευθερία τοῦ σκληροῦ καὶ κακοτράχαλου ἀλλὰ ἁγνοῦ ὄρους, στὴν εὐκολία τοῦ κάμπου καὶ στὴν ἀλλοτρίωσι, στὴν παρακμή, καὶ ἴσως μεγαλύτερη μοναξιά, τῆς πόλης, τοῦ λιμανιοῦ, τελικῶς τῆς ξενιτιᾶς...

Στὶς κορυφὲς τῶν βουνῶν, ἡ αὐθεντικότητα, ἡ ἐλευθερία. Ἴσως, ὅμως, μόνον γιὰ τὸν ὑπεράνθρωπο; Ἢ για τὸν ἀετὸ τοῦ Ὀλύμπου τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ, ἢ τὸν Αἴγαγρο τοῦ Ἐμπειρίκου. Ὁ ἥρωάς μας ἀναγκάζεται νὰ κατεβῇ χαμηλότερα.
«Ὅλοι ἐμεῖς κατρακυλᾶμε καὶ ξενιτευόμαστε σὰν τὰ κοτρώνια ποὺ ἄμα καὶ ξεριζωθοῦμε κατρακυλᾶμε στὸ καταράχι.»

Ἐργάζεται σκληρὰ στὸ σιδεράδικο τοῦ φίλου του, στὴν ράχη τοῦ βουνοῦ. Ἐκεῖ, οἱ πρώτες τριβές. Γιὰ τὸν ἔρωτα τῆς Λενιῶς -ἤδη τὸ πρῶτο θηλυκόν, πτωτικὸν στοιχεῖον!-, ἡ φιλία δοκιμάζεται.
«Ὅλοι εἴμαστε ἁμαρτωλοί. Κι ὁ δεσπότης τὸ ἴδιο. Κι ἐσύ...»

Μὲ πείσμα ὁ ἥρωάς μας χτυπᾷ τὸ σίδερο στὸ ἀμόνι, γιὰ νὰ μαλακώσῃ τὴν πιὸ κι ἀπὸ τὸ σίδερο δοκιμαζόμενη καρδιά του.

Φεύγει. Χαμηλότερα, κατὰ τὸν κάμπο. Ἡ φυσικὴ ζωή, οἱ χυμοὶ τῆς ζωῆς καὶ τοῦ ἔρωτα μὲ τὴν ζουμερὴ βοσκοπούλα, τὴν Νανότα.
Ὁ αἴγαγρος καὶ τὸ ἀγριοκάτσικο

(Ἀνεπανάληπτο ρητὸ ἀπὸ τὴν ταινία, αὐτὸ τοῦ νεαροῦ βοσκόπουλου, τὸ ὁποῖο τρέχει κάθε τόσο νὰ συμμαζέψῃ τὴν ἐξημμένη ἀπὸ ὑπερχειλίζοντες χυμοὺς βοσκοπούλα, ὅπως ἔτρεχε ἀκριβῶς νὰ συμμαζέψῃ καὶ τὶς γίδες κατὰ τὴν περίοδο τῆς γονιμότητος, καὶ ἀφοῦ τελικῶς συμπεραίνει ὅτι κάθε προσπάθεια συμμαζέματος τῆς ἀσυμμάζευτης εἶναι μάταιη: «Μὴ σώσει καὶ γκαστρωθεῖ! Ἐγὼ δὲν δίνω δεκάρα!»)

Ἀλλὰ ὁ κάμπος ἤδη συνιστᾷ πτῶσιν. Καὶ στὰ ὅριά του περνᾷ ὁ ἐπαρχιακὸς δρόμος. Καὶ ὁ δρόμος φέρνει τὴν ψεύτικη κι ἀπατηλὴ λάμψι τῆς πόλης. Ἡ γριὰ τσιγγάνα ξεγελᾷ τὴν βοσκοπούλα. Καὶ ἡ βοσκοπούλα, θέλοντας νὰ γνωρίσῃ τὰ φῶτα τῆς πόλης, παίρνει τὸν δρόμο, κι ἡ ψεύτρα τσιγγάνα τὴν πουλᾷ πόρνη στὸν ἀπατεώνα προαγωγό. Κι ὁ ἥρωάς μας ξεβράζεται τελικῶς κι αὐτός, στὴν πόλη, στὸ λιμάνι.

Ἐκεῖ, σ᾿ ἕνα μικρὸ διαμέρισμα, μαζὶ μὲ ἕνα ζευγάρι ποὺ διαλύεται. Ἡ τριβὴ καὶ ἡ φθορά. Ἡ διάψευσις. Καὶ μόνη διέξοδος, τὸ καράβι γιὰ τὴν Αὐστραλία.

* * *

Ὁ Ἐμπειρίκος, ὁ Σικελιανὸς καὶ ὁ Παλαμᾶς
Πῶς ἐπεξεργάζονται οἱ τρεῖς ποιητὲς τὸν μῦθο τοῦ Πανὸς καὶ τοῦ Διονύσου καὶ πῶς συνθέτουν τὴ συγκρητιστικὴ θεολογία τους


Τοῦ Παντελῆ Μπουκάλα
(«Η Καθημερινή», 17 Ἰουλ. 2001)

Ένας από τους κομβικούς μύθους του Εμπειρίκου είναι ο μύθος του αθάνατου θεού Πανός, ο οποίος αφήνει ανεξίτηλα τα ίχνη του σε όλο το έργο του ποιητή. Στην Παγκόσμιο Συμπολιτεία της Νέας Εποχής, στον «Μεγάλο Ανατολικό», «η επίσημος θρησκεία ήτο η του Πανός», ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και στο επιμνημόσυνο κείμενό του για τη Μαρία Βοναπάρτη ο ποιητής δεν λησμονεί «τους λαγαρούς αυλούς του αιωνίου Πανός». Πόσο θα αυθαιρετούσαμε άραγε αν υποθέταμε ότι ο Εμπειρίκος αναδέχεται και επανεγγράφει, σαφώς μετατοπίζοντάς το και μετατονίζοντάς το, ένα από τα πολλά θέματα της ιδιαίτερα εκτεταμένης παλαμικής ποίησης; Στο «Αργώ ή Πλους αεροστάτου», λοιπόν, ο Πέντρο Ραμίρεθ κραυγάζει: «Ο Μέγας Παν δεν πέθανε! Ο Μέγας Παν δεν πεθαίνει!» Η κραυγή ετούτη, που επιχειρεί να αντισταθεί στην ιστορία, στην ιστορία των θρησκειών και των παθών, έχει ήδη ακουστεί σχεδόν με τα ίδια λόγια το 1897, στη συλλογή του Κωστή Παλαμά «'Ιαμβοι και ανάπαιστοι», έστω κι αν αυτό δεν το θυμόμαστε περισσότερο απ' όσο θυμόμαστε ότι το μοτίβο της γραφής στην άμμο υπήρξε (και) παλαμικό («Κάτου στην άμμο του γιαλού μια μέρα, μακριά της, / εκεί που μόνος έστεκα έγραψα τ' όνομά της...») πριν κατοχυρωθεί, και διά της μελοποιήσεως, στον Σεφέρη («Πάνω στην άμμο την ξανθή / γράψαμε τ' όνομά της...»). Έγραφε λοιπόν ο Παλαμάς:


«Η γη μας γη των άφθαρτων/αερικών και ειδώλων,/πασίχαρος και υπέρτερος/θεός μας είν' ο Απόλλων.//Στα εντάφια λευκά σάβανα/γυρτός ο Εσταυρωμένος/είν' ολόμορφος Αδωνις / ροδοπεριχυμένος.// Η αρχαία ψυχή ζει μέσα μας/αθέλητα κρυμμένη·/ο Μέγας Παν δεν πέθανε,/όχι· ο Παν δεν πεθαίνει!»

Προϊστορία

Ως υποκείμενη τόσο στο ποίημα του Παλαμά όσο και στο κείμενο του Εμπειρίκου μπορούμε να θεωρήσουμε ένα σημαδιακό χωρίο στο έργο του Πλούταρχου «Περί των εκλελελοιπότων χρηστηρίων»: Ένα καράβι αναγκάζεται να αράξει στους Παξούς και μια φωνή από το νησί καλεί τον Αιγύπτιο κυβερνήτη να αναγγείλει, όταν θα περάσει από το Παλώδες, ότι «Παν ο μέγας τέθνηκεν». Κι όταν αυτός το ανάγγειλε, εγένετο «μέγας στεναγμός άμα θαυμασμώ μεμιγμένος». Ο θάνατος του θεού, ως θάνατος του κατά φύσιν βίου, του ιμέρου ή της Αρχαίας Θρησκείας, υπήρξε ερεθιστικός για όλες τις μορφές της τέχνης στη διάρκεια των αιώνων, όπως τεκμηριώνεται και στο βιβλίο του Σερ Τζον Μπόρντμαν «Ο μέγας θεός Παν. Η επιβίωση μιας εικόνας». Από αυτό το λαμπρό δοκίμιο αποσπώ μερικούς στίχους της Αγγλίδας ποιήτριας Ελίζαμπεθ Μπάρετ Μπράουνιγκ, σε μετάφραση του Άρη Μπερλή: «Η θλιβερή κραυγή σηκώθηκε/και έσβησε μακρόσυρτη στον αέρα / μελαγχολική κι απεγνωσμένη./Και άκουσα τα λόγια που είπε:/Πέθανε ο Παν. Απέθανε ο μέγας Παν,/ο Παν, ο Παν απέθανε.»

Είναι αναγκαίο ωστόσο να συνυπολογίσουμε στους πιθανούς γεννήτορες της εμπειρίκειας αναβάθμισης του μύθου του Πανός τη διαπραγμάτευσή του από τον Άγγελο Σικελιανό, με τον οποίο άλλωστε ο Εμπειρίκος μοιράζεται, εκτός των άλλων, τη λογική των ανοιχτόκαρδων εγκωμίων προς ομοτέχνους· από τις σικελιανικές «ωδές» για τον Μαβίλη, τον Βαλαωρίτη, τον Παλαμά, τον Παπαδιαμάντη, την Πολυδούρη, τον Μαλακάση έως τους ύμνους για τους Μπεάτους, ο δρόμος είναι ομαλός. Ο ίδιος ο Εμπειρίκος, πάντοτε αυθόρμητα ειλικρινής και τρυφερός που τους άλλους ποιητές, στο ποίημα «Του Αιγάγρου» της «Οκτάνας» τιμά τον «Αρχάγγελο Σικελιανό που έπλασε το Πάσχα των Ελλήνων και ανάστησε (Πάσχα και αυτό) τον Πάνα». Ίσως θα ήταν πιο κοντά στα πράγματα και στα ονόματα αν έλεγε ότι ο Σικελιανός ανάστησε τον Διόνυσο, εντούτοις, για να προσοικειωθεί τον αναστάσιμο λόγο του Σικελιανού και να τον εντάξει στο δικό του κοσμολογικό-θεολογικό σύστημα, μεταβαίνει από τον Διόνυσο στον σχεδόν μόνιμο συνοδό του και ενίοτε ταυτόσημό του, τον Πάνα. Δεν λείπει βέβαια ο Παν από τη σικελιανική ποίηση, δεν δεσπόζει όμως, εφόσον «αιώνιος θεός» ονομάζεται ο Διόνυσος, λ.χ. στο ποίημα «Ελεύτερα Δωδεκάνησα». Στο «Πέμπτο Ευαγγέλιο» του έργου «Πάσχα των Ελλήνων», «μικρή καμπάνα εφώναζε τρεμάμενη τον Πάνα», ενώ με το ποίημα «Ο Παν» ο Σικελιανός αινεί τον τράγο («άρχος και ταγός»), ευκρινή υπόσταση ενός θεού «αιγιπόδη δικέρωτος πολυκρότου ηδυγέλωτος» κατά τον σχετικό Ομηρικό Ύμνο, τον οποίο «τον είδαν οι αθάνατοι / κι όλοι τους τότε στην ψυχή τους καταχάρηκαν / και προπαντός ο Βάκχειος Διόνυσος· / και Πάνα τον ονόμασαν γιατί πάντων τις φρένες έτερψε» (κατά τη μετάφραση του Δημήτρη Παπαδίτσα και της Ελένης Λαδιά).

Τα πράγματα δεν είναι ποτέ ευθύγραμμα βεβαίως, αργότερα πάντως, στην υπερρεαλιστική ήπειρο, ο τράγος θα γίνει Αίγαγρος, στο ποίημα «Του Αιγάγρου» το οποίο, συν τοις άλλοις, μας βεβαιώνει πόσο δημοτικός ήταν εντέλει ο καθαρεύων λόγος του Εμπειρίκου: «Πήδηξε ο αίγαγρος και στάθηκε σε μια ψηλή κορφή. Στητός και ρουθουνίζοντας κοιτάει τον κάμπο και αφουγκράζεται πριν άλλο σκίρτημα σε άλλη κορφή τον πάη. Τα μάτια του λάμπουν σαν κρύσταλλα και μοιάζουν με μάτια αετού ή ανθρώπου που μέγας οίστρος τον κατέχει. Το τρίχωμά του είναι στιλπνό και ανάμεσα στα πισινά του πόδια, πίσω και κάτω απ' το κεντρί του, το μέγα σήμαντρον της απολύτου ορθοδοξίας ταλαντευόμενον σε κάθε σάλεμά του, βαριά και μεγαλόπρεπα κουνιέται.»

Συγκρητισμός

Ο Σικελιανός λοιπόν συνθέτει τη θεολογία του με άξονα τον «Ελεύτερο Θεό» Διόνυσο, τον «Εσταυρωμένο Βάκχο». «Ω Πάσχα, / πανσεβάσμιο Πάσχα! / Ω Ιακχε! / Απόλλωνα! / Ιησού!» αναφωνεί στο ποίημά του «Διόνυσος-Ιησούς», μια από τις διαυγέστερες εκτυπώσεις του συγκρητιστικού του πάθους, που φέρνει στο νου το ποίημα «Άρτος και Οίνος» του Φρίντριχ Χέλντερλιν. «Ω Λόγε-Διόνυσε! (...) Τεράστιε Βάκχε! (..) Ω Λόγε-Ελλάδα» επανέρχεται στο ποίημα «Απόλλων Διονυσόδοτος». «Γλυκό μου βρέφος, Διόνυσέ μου και Χριστέ μου» προσεύχεται στο «Διόνυσος επί λίκνω», για να κορυφώσει την τέχνη του στο εξαίσιο ποίημα «Μέγιστον μάθημα» που απολήγει (δηλαδή ανοίγει) με την εξής κατά του θανάτου νικητήρια αποστροφή: «Ό,τ' έχει σμίξει με το Διόνυσο κι ως μέσα/το μυστικόν εγεύτη Θάνατο βαθιά του/πριχού το θάνατο τον άλλο αντικρίσει,/δεν σταματά μεσοστρατίς στην Αιωνιότη,/μα, ως την πνοή του όλη την ξόδεψε στο δώρο/και την ψυχή του την εγύμνωσεν η Αγάπη,/γυμνό θα πάρει της Αβύσσου το στεφάνι!»

Ο Εμπειρίκος, υλικότερος, σωματικότερος, οργανωτής μιας χθόνιας θεολογίας, στο ποίημά του «Το μέγα βέλασμα ή Παν-Ιησούς Χριστός» του 1964 μετακινείται από τον σικελιανικό Διόνυσο-Χριστό στον Πάνα-Χριστό (προφανής και σημαίνουσα η αναλογία των δύο τίτλων) και δοξολογεί, επίσης με συγκρητιστικό πάθος (αν θυμηθούμε τον Λόγο-Αμνό του χριστιανικού συστήματος) «το βέλασμα του ωραίου αμνού, του αμνού-κριού του αίροντος τας αμαρτίας του κόσμου».

* * *

Δεῖτε ἐπίσης:
Ἄγγελος Σικελιανός, «Πὰν ὁ Μέγας». Ἡ δεύτερη ὁμιλία τοῦ Σικελιανοῦ ὑπὸ τὸν τίτλο «Πὰν ὁ Μέγας», ἐκφωνήθηκε ἀπὸ τὸν ποιητὴ στὶς 19 Φεβρουαρίου 1909. Ἀγγέλου Σικελιανοῦ, «Κήρυγμα Ἡρωισμοῦ», ἐκδ. Ἴκαρος, 2004.

(Ἐδῶ ὁ νεαρὸς Σικελιανὸς οἰστρηλατεῖται ἀπὸ τὸν Πάνα, ὄχι ἀπὸ τὸν Διόνυσο· μάλιστα ἀντικρούει τὸν Νίτσε καὶ τὴν περὶ Ἑλλάδος καὶ Διονύσου ἄποψι τοῦ τελευταίου.)