«Tὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική· τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου. Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου.» (Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἄξιον ἐστί»)

Σελίδες Πατριδογνωσίας - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό

Κυριακή, 14 Μαΐου 2006

Ἀδιάλειπτη ἱστορικὴ καὶ γλωσσικὴ συνέχεια τῶν Ἑλλήνων

Διαβάζω στὰ «Νέα» (26 Ἀπρ. 2006):

Ο MΟPIΣ ΣAPTP ΓIA THN AΔIAΛEIΠTH IΣTΟPIKH ΣYNEXEIA
«Eλληνική ιστορία ίσον γλώσσα»
«H ιστορία των Ελλήνων είναι η ιστορία της γλώσσας τους που συνεχίζεται μέχρι σήμερα», λέει ο Μορίς Σαρτρ.
«[...] για να δείξουμε την ενότητα του ελληνικού πολιτισμού μέσα στον χρόνο και τον τόπο.»
[...] υποστηρίζει τη συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού μέσα από γεγονότα της κοινωνικής και της οικονομικής ιστορίας. [...]
Μπά! Τὶ εἶναι ἐτοῦτος πάλι! Ὀπαδὸς τοῦ... Λιακόπουλου;! Γιὰ νὰ δοῦμε:

καθηγητής της Αρχαίας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Τουρ και μέλος του Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου της Γαλλίας. [...] έχει αναγνωριστεί ως ένας από τους σημαντικότερους επιστήμονες στον χώρο του.
Μπά! Γιὰ φαντάσου! Και δὲν φρόντισε νὰ... ἐνημερωθεῖ ἀπὸ τοὺς ἐν Ἑλλάδι προοδευτικάριους γλωσσολογοῦντες, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔθνικὴ καὶ γλωσσικὴ συνέχεια καὶ τέτοια ῥατσιστικά;!

Γιὰ νὰ διαβάσουμε καὶ τὴν συνέχεια... Καί, ναί, τὸ ἄρθρο κλείνει μὲ κάτι ποὺ μπορεῖ νὰ κάνει ἕναν εὐαίσθητο πολυπολιτισμικὸ νὰ αὐτοκτονήσει:

Ο Μορίς Σαρτρ αποδεικνύει ότι οι Έλληνες ασκούσαν στους άλλους λαούς την επιρροή τους και ήταν λιγότερο ανοιχτοί σε μία αντίθετη τακτική. «Ενώ για παράδειγμα, οι ελληνικές αρχές εξουσίας στη Συρία ελάχιστα επηρεάστηκαν από τον ιθαγενή πολιτισμό, οι Σύριοι εξελληνίστηκαν σε μεγάλο βαθμό ώστε να μιλάμε για ελληνο-βουδιστική τέχνη στην Γκαντάρα».
Ὦ, θεοί!

Αφήνω τὸ τελευταῖο σχόλιο στὸν Στάθη («Ἐλευθεροτυπία», 6 Μαΐου 2006):

«Μόλις προ ολίγων ημερών ένας ακόμη ελληνιστής, ο κ. Μορίς Σαρτρ, μιλούσε (σε συνέντευξή του στα «ΝΕΑ») για την αδιάλειπτη ιστορική συνέχεια των Ελλήνων -«ελληνική ιστορία ίσον γλώσσα». Μόνον κάτι ψώνια δικά μας ψωμίζονται γράφοντας με (μονο)μανία και μάνητα το αντίθετο. Πλην όμως, τραγική ειρωνεία, αποτελούν τα ίδια αυτά τα έρμα κνώδαλα τη ζώσα απόδειξη του αντιθέτου όσων θέλουν να αποδείξουν. Η ύπαρξή τους, δηλαδή, είναι η πιο κραυγαλέα δήλωση της συνέχειας του ελληνισμού· καθ' ότι πάντα ανάμεσα στους Ελληνες ευδοκιμούσαν και γραικύλοι και ραγιάδες.»
Μάλιστα!

12 σχόλια:

  1. Οι γραικύλοι κι' οι ραγιάδες ευδοκιμούσαν και ευδοκιμούν!

    Γιατί όμως (φταίνε και τα posts σου!...) έχω την αίσθηση ότι όσο περισσότερο "το παλεύουν", τόσο περισσότερο γιγαντώνεται η αφύπνιση από τον "λήθαργο" της μεταπολιτευτικής περιόδου;

    Δυστυχώς για τα όποια σχέδια και προσπάθειες αφελληνισμού, η εθνική συνέχεια υπάρχει όχι μόνο στα προτερήματα, μα και στα ελαττώματα που έλεγε ο Βενιζέλος.

    Και μόνον αυτά είναι αρκετά για να την επιβεβαιώνουν διαρκώς...!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Οι φιλόλογοι ποτέ δεν κατάφεραν να καταλάβουν ότι το αντίθετο της συνέχειας είναι η ασυνέχεια και όχι η διαφορά.

    Ο Στάθης είναι ένας παπάρας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Εξαιρετικό, Καλλίμαχε. Δεν τον είχα πάρει πρέφα τον κύριο Μωρίς -- μου άνοιξες τα μάτια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Συγχαρητήρια φίλε Καλλίμαχε. Όσο και να χτυπιούνται, τα λόγια των αρχαίων προγόνων θα αντηχούν για πάντα:

    ΑΥΤΙΣ ΔΕ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ, ΕΟΝ ΟΜΑΙΜΟΝ ΤΕ ΚΑΙ ΟΜΟΓΛΩΣΣΟΝ, ΚΑΙ ΘΕΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΤΕ ΚΟΙΝΑ ΚΑΙ ΘΥΣΙΑΙ ΗΘΕΑ ΤΕ ΟΜΟΤΡΟΠΑ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. J95, τὸ ἀντίθετον τῆς συνέχειας κάθε ἄλλο παρὰ εἶναι ἡ διαφορά· συνέχεια σημαίνει καὶ ἐξέλιξις· καὶ αὐτοὶ ποὺ βλέπουν τὴν ἐξέλιξη βλέπουν καὶ τὴν συνέχεια. (Δὲν εἶμαι ὅπως ἤμουν δέκα ἤ εἴκοσι ἐτῶν, ἀλλὰ εἶμαι ὁ ἴδιος· καὶ τὸ παρελθόν μου μὲ καθορίζει σήμερα, τὸ φέρω σήμερα στὸ παρόν μου.) Τὸ πρόβλημα εἶναι κάποιοι νεοταξικο-κοινωνιολογο-ιστοριοχαλκευτές, κατὰ τοὺς ὁποίους, συνέχεια καὶ ἐξέλιξις σημαίνει... ἀσυνέχεια (!) καὶ... παρθενογένεσις ἤ μᾶλλον νεωτερικὴ κατασκευὴ ἐκ τοῦ μηδενός!

    Τουρκοφάγε, ὥστε ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τοῦ Ἡροδότου ὑπάρχει τόσο καθαρή καὶ αὐστηρῶς διατυπωμένη ἔκφρασις ἐθνικῆς ταυτότητος καὶ ἑνότητος! Γιὰ φαντάσου! Δὲν περίμεναν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες τόν... κ. Λιάκο, νὰ τοὺς πεῖ ὅτι τὸ Ἔθνος κατασκευάστηκε τό... 1830!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Πολύ ωραίο ΚΑΛΛΙΜΑΧΕ.
    Ευτυχώς που υπάρχουν και αυτοί οι κύριοι και σιγοντάρουν λίγο τη συνέχεια της γλώσσα μας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Να προβοκάρω λίγο λέγοντας ότι στο Akindynos' Dictionary of Harmfull Words το αντίθετο της συνέχειας είναι η καινοτομία! >:-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Καλλιμαχε, εχεις την palatino, δοκιμασον ομως την new athena unicode... Ειναι πολυ ιδιαιτερη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Εγώ συμφωνώ στα περί συνέχειας των Ελλήνων, της γλώσσας και της φιλοσοφίας τους, τόσο με τον Γάλλο ερευνητή όσο και με οποιονδήποτε άλλον το δέχεται. Πρέπει όμως τότε να εξοβελίσουμε μερικούς ξενόφερτους που έλεγαν:

    Αθανάσιος ο Μέγας (Αιθίοπας εκ καταγωγής): «Δεν είχε αποκαλυφθεί η μωρία της ελληνικής φιλοσοφίας, παρά μόνο όταν η αληθινή σοφία του θεού φανέρωσε τον εαυτό της στη Γη» (Περί ενανθρωπίσεως, 46.17-19).

    Ιωάννης Χρυσόστομος (Σύρος εκ καταγωγής): «Εάν δε κοιτάξεις στα ενδότερα των Ελλήνων θα δεις τέφρα και σκόνη και τίποτε υγιές, αλλά σαν τάφος ανοιγμένος είναι ο λάρυγγας αυτών, γεμάτος ακαθαρσίες και ιχώρ (έμπυο) και τα δόγματά τους γεμάτα σκουλήκια. Εμείς δε δεν παραιτούμαστε της κατ' αυτών μάχης» (Εις τον 'Αγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, 59, 370, 7-11).

    Βασίλειος ο Μέγας (Καππαδόκης εκ καταγωγής): «Μη δειλιάζετε από των ελληνικών πιθανολογημάτων... τα οποία είναι σκέτα ξύλα, μάλλον δε δάδες που απώλεσαν και του δαυλού την ζωντάνια και του ξύλου την ισχύ, μη έχοντας δε ούτε και του πυρός την φωτεινότητα, αλλά σαν δάδες καπνίζουσες καταμελανώνουν και σπιλώνουν όσους τα πιάνουν και φέρνουν δάκρυα στα μάτια όσων τα πλησιάζουν. Έτσι και (των Ελλήνων) η ψευδώνυμος γνώση σε όσους την χρησιμοποιούν» (Εις Προφήτην Ησαΐαν Προοίμιον 7.196.3).

    Και άλλα πολλά, θα μπορούσα να γεμίσω 3-4 σελίδες στα γρήγορα... Από αυτούς ξεκινάει λοιπόν το μίσος κατά του Ελληνισμού και του πολιτισμού που αυτός ανέπτυξε. Αν, τώρα, συναντιώνται στην ανθελληνική αντιπάθειά τους με μερικούς που χαρακτηρίζεις ως προοδευτικούς, δεν είναι και τίποτα νέο: Μαζί δεν πάνε αντιδραστικοί και ανατρεπτικοί? Καργάκος και Καραμπελιάς, Γιανναράς και Σαββόπουλος, για να μην αναφερθώ στον Ζουράρι που ενοποιεί στον εαυτό του τον σταλινικό με τον ορθόδοξο εθνικιστή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Μόνον αὐτὰ ἀποδελτιώσατε ἀπὸ τὸν «Δαυλό»; Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα. Ἀλλὰ ποῦ νὰ δεῖτε οἱ ἴδιοι οἱ ἀρχαῖοι τὶ λένε ἐναντίον τῶν ἀρχαίων. Νὰ τοὺς ἐξοβελίσουμε καὶ αὐτούς; (Και ποιὸς θά μείνει, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει κανεὶς ποὺ νὰ μὴν ἔχει κατηγορηθεῖ ἀπὸ τοὺς ἄλλους; ) Ἀντιγράφω:

    "Οι παπάδες και οι Εκκλησιαστικοί Πατέρες ήταν κατά της αρχαίας φιλοσοφίας και παιδείας, έβγαζαν λόγους «κατά Ελλήνων» και καταδικάζουν ο,τιδήποτε αρχαιοελληνικό μετα βδελυγμίας."

    ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Αν επιτίθονται κατά φιλοσοφικών ρευμάτων οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς, το κάνουν με τον ίδιο τρόπο που οι φιλόσοφοι αλληλοκατηγορούνταν μεταξύ τους και έστελναν στο πυρ το εξώτερο τις αντίπαλες φιλοσοφίες και τους αντίπαλους φιλόσοφους.

    ΑΡΧΑΙΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΑΛΛΟΛΟΫΒΡΙΖΟΜΕΝΟΙ

    -Ο Αριστοτέλης γράφει (Μεταφυσ. Α’, 986b, 27) ότι ο Ξενοφάνης ήταν πολύ κατώτερος από τον Παρμενίδη και μάλιστα «μικρόν αγροικότερος».

    -Ο Αριστοτέλης αποκαλεί απαίδευτους τους Κυνικούς γράφοντας «οἱ Ἀντισθένιοι καὶ οἱ οὕτως ἀπαίδευτοι» (Μετά τα Φυσικά, Η’, 3 (1043b, 24)).

    -Ο Αριστοτέλης γράφει για τον Πρωταγόρα: «ενώ δεν λένε τίποτα αυτού του είδους οι διανοητές, δίνουν την εντύπωση ότι λένε κάτι σημαντικό» (Μετά τα Φυσικά, Ι’, 1 (1053b, 4)).

    - Ο Παρμενίδης πήρε εξαρχής εχθρική στάση απέναντι στον Ηράκλειτο. Κάπου γράφει:

    «..................................................οἱ δὲ φοροῦνται κωφοὶ ὁμῶς τυφλοί τε τεθηπότες ἄκριτα φῦλα

    οἷς τὸ πέλειν τε καὶ οὐκ εἶναι ταὐτόν ἐστι κέλευθος» (Απ. 6, 8) Δηλαδή:«Ενώ αυτοί παραδέρνουν κουφοί μαζί και τυφλοί, σαστισμένοι, μπουλούκια χωρίς κρίση, αυτοί που δεν κάνουν παρά να θεωρούν το «είναι» και το «μη είναι» σαν το ίδιο πράγμα».

    -Ο Ηράκλειτος χλευάζει τον Πυθαγόρα (Απ. 81): «Πυθαγόρας κοπίδων ἐστίν ἀρχηγός», «ο Πυθαγόρας είναι αρχηγός στους αγύρτες»,

    -Ο Ηράκλειτος περιφρονεί τον Ησίοδο, τον Πυθαγόρα, τον Ξενοφάνη και τον Εκαταίο λέγοντας (Απ. 40): «Η πολυμάθεια δε διδάσκει να έχεις νου. Αν ήταν έτσι θα είχε διδάξει τον Ησίοδο και τον Πυθαγόρα, ακόμα και τον Ξενοφάνη και τον Εκαταίο («Πολυμαθίη νόον ἔχειν οὐ διδάσκει˙ Ἡσίοδον γάρ ἄν ἐδίδαξε καί Πυθαγόρην αὖτις τε Ξενοφάνεά τε καί Ἑκαταῖον»).

    -Ο Ξενοφάνης, όταν ο Εμπεδοκλής του είπε ότι ο σοφός άνδρας δεν βρίσκεται, αυτός του απάντησε ειρωνικά: «φυσικά, διότι πρέπει κανείς να είναι σοφός ώστε να αναγνωρίσει τον σοφό» («Ἐμπεδοκλέους δὲ εἰπόντος αὐτῷ ὅτι ἀνεύρετός ἐστιν ὁ σοφός, "εἰκότως," ἔφη· "σοφὸν γὰρ εἶναι δεῖ τὸν ἐπιγνωσόμενον τὸν σοφόν"» Διογένης Λαέρτιος, IX, 20).

    -Για τον Επίκουρο, «ο στωικός Διότιμος, εχθρικά διατεθειμένος απέναντί του, τον διέβαλε με ιδιαίτερα σκληρό τρόπο, κυκλοφορώντας πενήντα αισχρές επιστολές με το όνομα του Επίκουρου. Το ίδιο έκανε κι εκείνος που συγκέντρωσε και απέδωσε στον Επίκουρο τα ερωτικά γράμματα που αποδίδονται στον Χρύσιππο. Ακόμη, ο στωικός Ποσειδώνιος και ο κύκλος του και ο Νικόλαος και ο Σωτίων (...) υποστηρίζουν πως ο Επίκουρος περιφερόταν στα χαμόσπιτα και διάβαζε καθαρτήριες ευχές.(...) Λένε, επίσης, ότι ήταν προαγωγός του ενός αδελφού του (...) ˙ ότι παρουσίαζε ως δικές τους τις διδασκαλίες του Δημόκριτου για τα άτομα και του Αρίστιππου για την ηδονή˙ ότι δεν ήταν γνήσιος αθηναίος πολίτης (...). Ο Επίκτητος τον ονομάζει αισχρολόγο και τον βρίζει για τα καλά. Ακόμη και ο Τιμοκράτης, αδελφός του Μητρόδωρου και μαθητής του Επίκουρου μέχρι να εγκαταλείψει τη Σχολή, στο έργο του με τον τίτλο Ευφρανταί γράφει ότι ο Επίκουρος ξερνούσε δύο φορές την ημέρα, επειδή του άρεσε να απολαμβάνει τα γεύματα, και ότι ο ίδιος με δυσκολία κατάφερε να ξεφύγει από εκείνες τις νυχτερινές φιλοσοφικές συζητήσεις (...)» Διογένης Λαέρτιος, X, 3-6), ενώ ο Τίμων, σκεπτικός, μαθητής του Πύρρωνα «λέει για τον Επίκoυρο: ο πιο ποταπός κι ο πιο ξεδιάντροπος από τους φυσικούς, δασκαλάκος για παιδιά φερμένος από τη Σάμο, ο πιο ανάγωγος από τα ζωντανά» (Διογ. Λαέρτ., X, 3).

    -Αντίστοιχα, ο Επίκουρος «τους Πλατωνικούς τους αποκαλούσε «κόλακες του [Συρακούσιου τύραννου] Διονύσιου» και τον ίδιο τον Πλάτωνα «χρυσό»˙ τον Αριστοτέλη «άσωτο, που σπατάλησε την πατρική περιουσία και κατατάχθηκε στο στρατό και πουλούσε φάρμακα»˙ τον Πρωταγόρα «χαμάλη» και «γραφιά του Δημόκριτου» και επαρχιακό γραμματοδιδάσκαλο˙ τον Ηράκλειτο «κυκητή» [λόγω της θεωρίας του για τον κυκεώνα, απ. 125], τον Δημόκριτο «Ληρόκριτο» [φαφλατά], τον Αντίδωρο «Σαννίδωρο» [βλάκα], τους Κυζικηνούς [τον αστρονόμο και μαθηματικό Εύδοξο] «εχθρούς της Ελλάδας», τους διαλεκτικούς [τους Μεγαρικούς, του φίλου του Σωκράτη, Ευκλείδη] «φθονερούς για τα πάντα» και τον Πύρρωνα «αμαθή και ακαλλιέργητο»» (Διογένης Λαέρτιος, X, 7-8). Ενώ για το δάσκαλό του: «ο ίδιος ο Επίκουρος λέει στα γράμματά του για τον Ναυσιφάνη: «αυτά τον έφεραν εκτός εαυτού, σε σημείο που να με προσβάλει και να με αποκαλέσει "καθηγητή"». Και τον ονόμαζε σουπιά και αγράμματο και απατεώνα και πόρνο» (Διογ. Λαέρτ., X, 7-8).

    -«Σε γενικές γραμμές ήταν [ο Αριστοτέλης], σύμφωνα με τον Επίκουρο, αντίπαλος πιο βλαβερός για τη σωτηρία της ζωής εκείνων που προετοιμάζονται, όπως οι αθλητές, για το στίβο της πολιτικής» (Φιλόδημου Περί ρητορικής, 2, 58, 10-15).

    -Οι Επικούρειοι αμφισβητούσαν την ύπαρξη του φιλόσοφου Λεύκιππου (Διογένης Λαέρτιος, X, 13). Κι αυτό διότι αρνούνταν τον Λεύκιππο και ήθελαν να αντικρούσουν την εναντίον τους κατηγορία ότι ο Επίκουρος κατάκλεψε τον Λεύκιππο.

    -Ο Πλούταρχος στο ένα από τα δύο συγγράμματα που έγραψε κατά των Επικούρειων, το Ει καλώς είρηται το λάθε βιώσας, τονίζει (κεφ. 1 (1128bc)) ότι όπως «άνθρωποι με ασυγκράτητη και ακόρεστη φιλοδοξία κατηγορούν τη δόξα στους άλλους, σαν να είναι αντεραστές τους, για να την κερδίσουν χωρίς ανταγωνισμούς», έτσι κι ο Επίκουρος, αντί να «ζήσει στην αφάνεια» διακήρυττε το «λάθε βιώσας», ώστε ο υπόλοιπος κόσμος να ακολουθήσει το ρητό του, ενώ ο ίδιος να κερδίσει δόξα και να μη μείνει στην αφάνεια – όπως θα έπρεπε, αν ακολουθούσε ο ίδιος το ρητό του.

    -Ο Πλούταρχος έγραψε τέσσερα βιβλία κατά Στωικών κατηγορώντας τους, μεταξύ άλλων, ότι αυτά που δογματίζουν είναι παραδοξότερα κι από όσα ισχυρίζονται οι ποιητές της αρχαιοελληνικής μυθολογίας.

    -Ο Αναξαγόρας κρατούσε κακία εναντίον του Δημόκριτου, γιατί δεν τον κάλεσε στις διαλέξεις που έκανε. Ο Δημόκριτος πάλι κακολογούσε τον Αναξαγόρα (Διογ. Λαέρ., II, 14 και IX, 34). Μάλιστα θεωρούσε πως η αστρονομία των συγγραμμάτων του Αναξαγόρα ήταν παρμένη από άλλους (Διογ. Λαέρτ., IX, 34 και Φαβωρίνος FHG, III, 582, απ. 33).

    -Τον υλιστή Ίππωνα από τη Σάμο σατίρισαν οι Κρατίνος (στην κωμωδία Πανόπτης, απ. 155) και ο Αριστοφάνης (στις Νεφέλες, στ. 94 κ.ε.)

    -Ο Κλεάνθης έλεγε πως οι Περιπατητικοί παθαίνουν κάτι ανάλογο μ’ αυτό που παθαίνουν οι λύρες, οι οποίες βγάζουν ωραίο ήχο, αλλά δεν ακούνε ποτέ τον εαυτό τους (Διογένης Λαέρτιος, VII, 173).

    -Ο Πλατωνικός Αρκεσίλαος είπε «δε συγκινούμαι από κολακείες» και ο Στωικός Κλεάνθης του απάντησε: «σε κολακεύω λέγοντας ότι άλλα λες και άλλα κάνεις» (Διογένης Λαέρτιος, VII, 171).

    -«Ο Σωσίθεος ο ποιητής είπε για τον Κλεάνθη: "αυτούς που τους οδηγεί σαν βόδια η ανοησία του Κλεάνθη"» (Διογένης Λαέρτιος, VII, 173). Δυστυχώς όμως για τον Σωσίθεο, στο θέατρο βρίσκονταν πολλοί οπαδοί του Κλεάνθη, οι οποίοι πέταξαν έξω τον Σωσίθεο.

    -Ο Αρκεσίλαος παρομοίαζε τους Επικούρειους και τους μη Επικούρειους με τους άντρες και τους ευνούχους αντίστοιχα (Διογένης Λαέρτιος, IV, 6).

    -ο Πλάτωνας κατηγορούσε τους σοφιστές. Ο Πλάτωνας δεν αναφέρει καν ούτε μια φορά το όνομα του Δημόκριτου (που είχε τόση φήμη στην Αθήνα του 5ου π.Χ. αι., όση έχει ο Πλάτωνας σήμερα), επειδή τον μισούσε για την υλιστική φιλοσοφία του.

    -Ο Πλάτωνας αντιπαθούσε τον συμμαθητή του, Αισχίνη, και δημιούργησε τη φήμη πως οι διάλογοι που ο δεύτερος έγραψε ήταν κλεμμένοι από άλλους και μάλιστα από τον ίδιο τον Σωκράτη (Διογένης Λαέρτιος, II, 60).

    -Ο Πλάτωνας αποκαλεί τον πρώτο Κυνικό, τον Αντισθένη, περιπαιχτικά «οψιμαθή γέροντα» (Σοφιστής, 251b).

    -Αντίστοιχα, ο Αντισθένης αποκαλούσε τον Πλάτωνα «επηρμένο»: «Ἔσκωπτέ τε Πλάτωνα ὡς τετυφωμένον» (Διογένης Λαέρτιος, VI, 7). «Όταν στη διάρκεια πομπής είδε ένα άλογο που χλιμίντριζε, είπε στον Πλάτωνα: "νομίζω θα μπορούσες κι εσύ να είσαι τέτοιο άλογο", κι αυτό γιατί ο Πλάτωνας επαινούσε ασταμάτητα τα άλογα» (Διογένης Λαέρτιος, VI, 7). Ακόμη χειρότερα, αποκαλούσε τον Πλάτωνα κοροϊδευτικά «Σάθωνα» (Αθηναίος, XI, 507a). Σάθη είναι το αντρικό μόριο. Σάθων είναι αυτός που έχει μεγάλο αιδοίο. Συνήθιζαν όμως να λεν και τα παιδαρέλια μ’ αυτό το όνομα.

    -Ο Τίμων επικρίνοντας τον Αντισθένη, επειδή έγραφε πολλά, τον αποκαλεί «παντογνώστη φλύαρο» (Διογένης Λαέρτιος, VI, 18).

    -Ο Διογένης ο Κυνικός έλεγε για τον δάσκαλό του, τον Αντισθένη, ότι «είναι μια τρομπέτα που δεν άκουγε τον εαυτό του» (Δίων Χρυσ., V, III, 2).

    -Ο Πλάτων κατηγορούσε τον Αριστοτέλη, ότι ο τελευταίος τον εγκατέλειψε. «Ἀπέστη δὲ Πλάτωνος ἔτι περιόντος· ὥστε φασὶν ἐκεῖνον εἰπεῖν, "Ἀριστοτέλης ἡμᾶς ἀπελάκτισε καθαπερεὶ τὰ πωλάρια γεννηθέντα τὴν μητέρα."» (Διογένης Λαέρτης, V, 2). Αντίστοιχα ο Αριστοτέλης απαντούσε: «φίλος μεν Πλάτων, φιλτέρα δ’ αλήθεια».

    -«Τους Ακαδημαϊκούς ο Τίμων τους διασύρει με τούτα τα λόγια: Των Ακαδημαϊκών η σαχλή περιττολογία» (Διογένης Λαέρτιος, IV, 67).

    -Ο φιλόσοφος Μενέδημος «περιφρονούσε τους διδασκάλους της σχολής του Πλάτωνα και του Ξενοκράτη» (Διογένης Λαέρτιος, II, 134).

    -Ο Διογένης ο Κυνικός κοροϊδεύει τον Πλάτωνα και τη φιλοσοφία του. Ο Διογένης ο Κυνικός «τὴν μὴν Εὐκλείδου [όχι του μαθηματικού] Σχολὴν ἔλεγε χολή, τὴν δὲ Πλάτωνος διατριβὴν κατατριβήν» (Διογένης Λαέρτιος VI, 24, 26 και 40 και 53).

    -«Ο Θεόπομπος στον Ηδυχάρη λέει "Δεν υπάρχει τίποτε που να είναι πραγματικά ένα, αφού και ο αριθμός δύο, μόλις είναι ένα, όπως λέει ο Πλάτων"» (Διογένης Λαέρτιος, III, 26).

    -Ο Τίμων παίζοντας με το όνομα του Πλάτωνα έλεγε «όπως ανέπλαττε ο Πλάτων παράξενες κοινοτοπίες» («ὡς ἀνέπλασσε Πλάτων πεπλασμένα θαύματα εἰδώς») (Διογένης Λαέρτιος, III, 26).

    -«Ο Άλεξις στον Αγκυλιώνα του γράφει "Μιλάς για πράγματα που δεν ξέρεις. Πήγαινε να τρέξεις μαζί με τον Πλάωνα, και θα τα μάθεις όλα για το σαπούνι και το κρεμμύδι"» (Διογένης Λαέρτιος, III, 27).

    -«Ο Άμφις στον Δεξιδημίδη γράφει "Ω Πλάτων, όλο κι όλο που ξέρεις είναι μόνο να σκυθρωπιάζεις, σμίγοντας σεμνά τα φρύδια σαν σαλιγκάρι"» (Διογένης Λαέρτιος, III, 28).

    -«Ο Άλεξις στον Παράσιτο γράφει "Παρά να μωρολογείς μόνος με τον Πλάτωνα". Τον χλευάζει και ο Αναξίλας στον Βοτρυλίωνα, στην Κίρκη και στις Πλούσιες» (Διογένης Λαέρτιος, III, 28).

    -Σύμφωνα με τον Αθηναίο (XI, 508b), οι Αθηναίοι σέβονταν τον Δράκοντα και τον Σόλωνα ως νομοθέτες και πειθάρχησαν στη νομοθεσία τους, ενώ περιγελούσαν τον νομοθέτη και πολιτειολόγο Πλάτωνα.

    -Ο κωμωδιογράφος Έφιππος, στην κωμωδία του Ναυαγός, παρουσιάζει τον Πλάτωνα και τους μαθητές του, όχι μόνο να συκοφαντούν τους άλλους αλλά και να ζουν σε μεγάλη πολυτέλεια και να είναι συμφεροντολόγοι και ανήθικοι (Αθηναίος, XI, 509c-e).

    -Ο Άλκιμος ο Σικελιώτης κατηγορούσε τον Πλάτωνα ως λογοκλόπο, ότι κατάκλεψε τον Επίχαρμο (Διογένης Λαέρτιος, III, 9). Ο Άλκιμος μάλιστα έγραψε μια διατριβή από τέσσερα βιβλία, στην οποία παρέθετε κείμενα και αποσπάσματα, για ν’ αποδείξει τη λογοκλοπή του Πλάτωνα.

    -Διάφοροι άλλοι υποστήριζαν πως οι πλατωνικοί διάλογοι δεν είναι πρωτότυποι, αλλά αντίθετα, τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενό τους, αντίγραφα διαλόγων άλλων φιλοσόφων (Αθηναίος, XI, 505b Αὐτὸς δὲ τοὺς διαλόγους του μιμητικῶς γράψας, ὧν τῆς ἰδέας, οὐδ’ αὐτὸς εὑρετής ἐστιν).

    -Ο Θεόπομπος ο Χίος πάλι γράφει: «Τοὺς πολλοὺς τῶν διαλόγων αὐτοῦ ἀχρείους καὶ ψευδεῖς ἄν τις εὕροι· ἀλλοτρίους δὲ τοὺς πλείους ὄντας ἐκ τῶν Ἀριστίππου διατριβῶν, ἑνίους δὲ κἀκ τῶν Ἀντισθένους, πολλοὺς δὲ κἀκ τῶν τοῦ Βρύσωνος τοῦ Ἡρακλεώτου» (F.H.G., I, 325). Φυσικά, εδώ δεν μας ενδιαφέρει αν οι πλατωνικοί διάλογοι ήταν αντιγραφή άλλων (που προφανώς δεν ήταν), αλλά ότι οι Αρχαίοι Έλληνες κατηγορούσαν τον Πλάτωνα μετ’ επιμονής γι’ αυτό το ζήτημα, δηλαδή να δείξουμε το μίσος των Αρχαίων προς τον Πλάτωνα.

    -Ξενοφώντας και Πλάτωνας ήταν εχθροί, ο πρώτος παρουσίαζε τον Σωκράτη εντελώς διαφορετικό απ’ ό,τι τον παρουσίαζε ο δεύτερος.

    -Ο Διογένης Λαέρτιος (III, 40) μας λέει πως ο Πλάτων στα τελευταία του ήταν καταμόναχος και ψειριασμένος.

    -Ο Αντιφών κατακρίνει τον Σωκράτη, γιατί γυρίζει κουρελής και βρωμιάρης στους δρόμους (Ξενοφώντα, Απομνημονεύματα).

    -ο Λουκιανός έβριζε τον Αριστοτέλη («ο πιο αχρείος από όλους τους κόλακες» Νεκρικοί διάλογοι Διογένους και Αλεξάνδρου), τον Εμπεδοκλή («αλαζόνα», «κουτό», Νεκρικοί διάλογοι Μένιππου και Αιάκου), τον Πλάτωνα («έμπειρος στην τέχνη να κολακεύει τους τυράννους», Νεκρικοί διάλογοι Μένιππου και Αίακου) και τον Σωκράτη («σοφιστής», «ψευτογενναίος», Νεκρικοί διάλογοι Μένιππου και Κέρβερου).

    -«Αν αφαιρέσει κανείς από τα βιβλία του Χρύσιππου τα λόγια των άλλων που έχει παραθέσει, το χαρτί θα του μείνει λευκό. Αυτά λέει ο Απολλόδωρος ο Αθηναίος» (Διογένης Λαέρτιος, VII, 181).

    -Ο Λουκιανός στο Βίων πράσις γράφει για τον Αρίστιππο ότι η φιλοσοφία του είναι φιλοσοφία των πλούσιων και των γλεντζέδων, γι’ αυτό την ακολουθούν οι άσωτοι και οι τύραννοι.

    -Ο Ιουλιανός συνιστούσε το διάβασμα του Πυθαγόρα, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και των Στωικών, αλλά όχι τα έργα του Πύρρωνα (Σκεπτικοί) και του Επίκουρου (Επιστολή στον Αρσάκειο). Επίσης έγραψε πραγματεία κατά των Κυνικών. Ενώ ο ίδιος δεν ήταν Κυνικός, συμβούλευε έναν Κυνικό πώς πρέπει να είναι ο Κυνικός.

    -Ο Νεοπλατωνικός Παγανιστής φιλόσοφος Ιάμβλιχος, που ήταν μαθητής του Πορφύριου και επηρέασε σημαντικά τη σκέψη του Ιουλιανού, στο έργο του Αβάμμωνος διδασκάλου προς την Πορφυρίου προς Ανεβώ επιστολήν αποκρίσεις και των εν αυτή απορρημάτων λύσεις χαρακτηρίζει τους Έλληνες ανώριμους από την ίδια τη φύση τους, χωρίς εσωτερικότητα, ανίκανους να ανακαλύψουν μόνοι τους την αλήθεια˙ τους κατηγορεί ότι αλλοιώνουν με τη λεπτολογία τους όσα μαθαίνουν από τους άλλους λαούς (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ', σ.513). Γιατί τα λέει αυτά αφού ήταν Παγανιστής;

    -Οι φιλόσοφοι όχι μόνο αλληλοβρίζονταν, αλλά ο Πλάτωνας ήθελε να κάψει, όπως είδαμε, τα βιβλία του Δημόκριτου μόνο, ο Πρόκλος όλα τα βιβλία εκτός του Τίμαιου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Ἄν καὶ «διάλογο» γιὰ τὰ «ἐπιχειρήματα» τοῦ «Δαυλοῦ» δὲν σκοπεύω νὰ κάνω (ὑπάρχουν ἔνα σωρὸ φόρα «ἐσωτερικῆς ἀναζήτησης», νεοεποχίτικης ψευδοαρχαιολατρίας καὶ ἀνάλογα γιὰ αὐτὸ τὸ βίτσιο, ἐνέκρινα τὴν δημοσίευση τῶν σχολίων μόνον καὶ μόνον γιὰ νὰ παροτρύνω ὅσους δὲν γνωρίζουν νὰ ψάξουν μερικὲς ἀπαντήσεις καὶ νὰ μὴν ἀρκούνται στὰ φούμαρα ἠμιμαθῶν δαυλο-διιπετο-υσεέδων. Διότι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἔλεγαν μόνον τὰ παραπάνω (καὶ ἐκτὸς πλαισίου ἀναφορᾶς), οὔτε κυρίως τὰ παραπάνω. Γιὰ ἀρχή, τὸ Διαδίκτυον εἶναι πηγὴ εὐκόλως προσβάσιμη σὲ ὅλους:

    Πατέρες της Εκκλησίας και Εθνικοί – αρχαίος πολιτισμός.
    Αρχαίοι φιλόσοφοι αλληλοϋβριζόμενοι.
    Πατέρες της Εκκλησίας και αξία της φιλοσοφίας.
    Βία και εκκλησιαστικοί συγγραφείς.
    Αυγουστίνος.
    Μέγας Αθανάσιος.
    Χρυσόστομος.
    Η διαστρέβλωση των κειμένων του Χρυσοστόμου.
    Μέγας Βασίλειος.
    Γρηγόριος ο Θεολόγος.
    Αναθεματισμοί κατα «Ελλήνων».
    Σχετικά με τη σημασία της λέξης «Έλληνας».

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Καὶ αὐτὸ σχεδόν ὁλόκληρο, ἐπειδὴ ἔχει σημασία. (Διαφωνῶ, ὅμως, μὲ τὴν χρήσιν τῆς λέξεως «ἐθνικιστής». Οἱ νεοεποχίτες ψευδοαρχαιολάτρες, πεμπτοφαλαγγίτες τοῦ ἑλληνοκεντρικοῦ καὶ ἐθνικιστικοῦ χώρου, κάθε ἄλλο παρὰ ἐθνικιστὲς εἶναι (διασπῶντες, ἄλλωστε, τὸ ὄμαιμον, ὁμόγλωσσον, ὁμόδοξον, ὀμότροπον τοῦ ἔθνους)· δημιουργήματα καὶ ἐργαλεῖα τῆς νέας τάξεως πραγμάτων, μᾶλλον. (Ἔνα σωρὸ πρώην ἀριστεριστὲς ἔχουν γίνει... «ἀρχαιολάτρες» (δῆθεν)!))

    ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΛΕΞΗ ΕΛΛΗΝΑΣ

    Εδώ και πολύν καιρό, οι εθνικιστές αρχαιολάτρες παίζουν ένα ύπουλο παιχνίδι, προκειμένου να πείσουν τον κόσμο ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας ήταν ανθέλληνες και μισούσαν το ελληνικό έθνος της εποχής εκείνης. Πρόκειται για μια από τις πιο γνωστές απόψεις των Νεοπαγανιστών.

    Καταρχήν, πρέπει να τονιστεί ότι, μετά το 212 μ.Χ. με διάταγμα όλοι οι κάτοικοι της Αυτοκρατορίας απέκτησαν την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη και ήταν πλέον Ρωμαίοι. Οι περισσότεροι αυτοκράτορες προέρχονταν από περιοχές εκτός της Ιταλίας. Η σημερινή Ελλάδα χωριζόταν σε δύο επαρχίες που ονομαζόταν Μακεδονία και Αχαΐα.

    Στην Καινή Διαθήκη και στα κείμενα των Πατέρων συναντά κανείς χιλιάδες φορές τη λέξη «Έλληνας». Όμως οι Πατέρες και οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης, όταν γράφουν «Έλληνας» δεν εννοούν κάποιον που ανήκει στο ελληνικό έθνος, αλλά τον ειδωλολάτρη, τον παγανιστή. Για τους Πατέρες της Εκκλησίας, ένας π.χ. ειδωλολάτρης κάτοικος Ισπανίας, με καταγωγή από την Ισπανία αναφέρεται ως «Έλληνας», διότι είναι ειδωλολάτρης. Δεν είχε καμμία σχέση ο «Έλληνας» που συναντούμε στα πατερικά κείμενα με τον «Έλληνα» όπως τον κατανοούμε σήμερα, δηλαδή τον ανήκοντα στο ελληνικό έθνος. Παραδείγματα άπειρα. Δύο μόνο:

    Κατά Μάρκον 7, 26, όπου γράφει «...ἡ δὲ γυνὴ ἦν Ἑλληνίς, Συροφοινίκισσα τῷ γένει», που μεταφράζεται «η γυναίκα ήταν ειδωλολάτρις, Συροφοινίκισσα στην εθνικότητα». Αν το «Ἑλληνίς» σήμαινε «Ελληνίδα στην εθνικότητα», τότε το Κατά Μάρκον θα έγραφε «Ἑλληνὶς τῷ γένει» κι όχι «Συροφοινίκισσα τῷ γένει».

    Ο Διγενής Ακρίτας, τον 10ο αιώνα, έχει μητέρα Χριστιανή και πατέρα «Έλληνα», σύμφωνα με το έπος. Ο πατέρας του, όμως, δεν είναι ελληνικής εθνικότητας ούτε ελληνόφωνος ούτε ελληνικής καταγωγής, αλλά αραβόφωνος Μουσουλμάνος Άραβας εμίρης. Εάν υποθέταμε ότι η λέξη «Έλληνας» είχε τη σημερινή σημασία, τότε ο πατέρας του Διγενή θα ήταν ελληνικής καταγωγής και εθνικότητας. Όμως είναι ξεκάθαρο πως ο «Έλληνας» είναι ο μη Χριστιανός Μουσουλμάνος αραβικής καταγωγής. Ο Φιλοστόργιος (στο Ζώσιμο) στα 425 μ.Χ. γράφει για κάποιον Άτταλο, τον οποίο επέβαλε ως βασιλιά στους κατοίκους της Ρώμης ο πολιορκητής της Αλάριχος: Οὗτος δὲ Ἴων μὲν ἦν τὸ γένος, Ἕλλην δὲ τὴν δόξαν. «Δόξα» είναι η θρησκεία. Μας αναφέρει τον τόπο προέλευσής του και τη θρησκεία του – όχι την εθνότητά του με το «Έλλην».

    Το όνομα «Έλληνας» έχασε την έννοια τού «Έλληνας το γένος», και σταδιακά, από τον 11ο – 12ο αιώνα άρχισε να σημαίνει ξανά τον ελληνικής καταγωγής. Ώς τα τέλη του 15ου αιώνα, η διαδικασία αυτή είχε ολοκληρωθεί. Στο μεσοδιάστημα μεταξύ 11ου και 15ου αιώνα συνυπήρχαν οι δύο σημασίες, στην αρχή κυριαρχούσε η θρησκευτική σημασία του «Έλληνας», ενώ στο τέλος κυριαρχούσε η εθνική σημασία.

    Πέρα από αυτά τα παραδείγματα, η άποψη ότι το «Έλληνας» των κειμένων της Εκκλησίας σημαίνει τον ελληνικής εθνικόητας είναι παράλογη. Οι Πατέρες της Εκκλησίας συχνά αντιδιαστέλλουν «Χριστιανούς» και «Έλληνες». Η αντιδιαστολλή συνεπάγεται ή υποννοεί σύγκριση. Σύγκριση όμως είναι δυνατή μόνο μεταξύ ομοειδών «πραγμάτων» που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και στο ίδιο ευρύτερο σύνολο. Για παράδειγμα, η λέξη «Βουδδιστής» αναφέρεται στην θρησκευτική κατηγοριοποίηση, ενώ η λέξη «Αμερικάνος» στην εθνική κατηγοριοποίηση. Δε θα μπορούσαμε λοιπόν, να πούμε πως κάποιος «δεν είναι Αμερικανός, επειδή είναι Βουδδιστής». Η μια λέξη αναφέρεται στη θρησκεία, η άλλη στο έθνος. Μόνο εάν η λέξη «Αμερικανός» σήμαινε τον οπαδό μιας θρησκείας ή μόνον εάν η λέξη Βουδδιστής σήμαινε τον ανήκοντα σε ένα έθνος, θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν μπορεί κάποιος να ονομάζεται και «Αμερικανός» και «Βουδδιστής». Επίσης, δεν μπορούμε να προσθέσουμε ένα μήλο σε δύο σβήστρες και να βγάλουμε άθροισμα «τρία», διότι ανόμοιας κατηγορίας πράγματα ούτε συγκρίνονται ούτε προστίθενται. Το ίδιο συμβαίνει και με τον «Έλληνα» και τον «Χριστιανό» των πατερικών κειμένων. Όταν οι Πατέρες συγκρίνουν τον «Έλληνα» με τον Χριστιανό, το μόνο λογικό που μπορεί κανείς να υποθέσει είναι ότι ο «Έλληνας» και ο «Χριστιανός» ανήκουν στην ίδια κατηγορία, είναι ομοειδείς έννοιες. Επειδή όμως το «Χριστιανός» είναι θρησκευτική έννοια, είναι αναγκαίο και λογικό το «Έλληνας» για τους Πατέρες της Εκκλησίας να έχει επίσης θρησκευτική σημασία. Οι εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

    Αποδεικνύεται λοιπόν, τόσο λογικά όσο και από τα κείμενα, ότι το «Έλληνας» των εκκλησιαστικών συγγραφέων δεν σημαίνει τον Έλληνα στην καταγωγή, αλλά τον πολυθεϊστή. Κατά συνέπεια, οι αφορισμοί κατά «Ελληνικών απόψεων», οι λόγοι κατά «Ελλήνων» δεν έχουν στόχο το ελληνικό έθνος, αλλά τον πολυθεϊσμό και τις πολυθεϊστικές απόψεις.

    Δυσανασχετεί ειρωνικά ένα αρχαιολατρικό περιοδικό, με την έκδοση σειράς πατερικών κειμένων, επειδή αυτή τιτλοφορείται «Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας», διότι αυτή, από τη μια μεταφράζει εντός των πατερικών κειμένων όλα τα «Έλληνας» ως «ειδωλολάτρης», αλλά αποκαλεί «Έλληνες» τους Πατέρες κάνοντας τάχα εξαίρεση στην μετάφραση της λέξης. Φυσικά, όταν κανείς θέλει να παίζει, σα μωρό παιδί, με τις λέξεις, μπορεί να διαμαρτύρεται, κάνοντας πως δεν καταλαβαίνει ότι πράγματι το «Έλληνας» των εκκλησιαστικών συγγραφέων σημαίνει τον Παγανιστή, κι ότι πράγματι οι Πατέρες της Εκκλησίας είναι (οι περισσότεροι) Έλληνες στο γένος: με άλλα λόγια, η μετάφραση (όπως και κάθε μετάφραση) γίνεται με βάση τη σημερινή σημασία της λέξης «Έλληνας». Δεν είναι λογικό, τη στιγμή που μια λέξη έχει διαφορετική σημασία, να χρησιμοποιείται η παλαιότερη σημασία της, ειδικά όταν πρόκειται για μετάφραση κειμένου.

    Ίσως μερικοί πουν ότι, λόγω της εξάπλωσης του ελληνικού πολιτισμού, ακόμη και οι μη Έλληνες στο γένος Παγανιστές είχαν γίνει Έλληνες, και συνεπώς, οι έννοιες Έλληνας (εθνικά) και μη ελληνικής καταγωγής Παγανιστής σήμαιναν το ίδιο πράγμα, οπότε γράφοντας «κατά Ελλήνων» οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς έγραφαν κατά Ελλήνων το γένος. Αυτό είναι λάθος. Η αλήθεια είναι ότι οι Έλληνες το γένος ήταν που εγκατέλειψαν τους θεούς τους και το δωδεκάθεο για χάρη των ασιατικών παγανιστικών θεών, κι όχι το αντίθετο, δηλαδή οι Ασιάτες να εγκαταλείψουν τους θεούς τους για χάρη του δωδεκάθεου. Συνεπώς, αν ήταν να χαρακτηρίσουμε ένα έθνος βάσει της θρησκείας του, τότε τους Έλληνες το γένος της ρωμαϊκής εποχής θα έπρεπε να τους χαρακτηρίσουμε «Αιγύπτιους», διότι λάτρευαν την Ίσιδα, «Σύριους», διότι λάτρευαν την Κυβέλη, «Πέρσες», διότι λάτρευαν το Μίθρα, κι όχι «Έλληνες».

    Δεν θα πρέπει να κατηγορήσουμε την Εκκλησία για την επικράτηση του «Ρωμαίος» και τον παραμερισμό του «Έλληνας». Η τύχη των δύο λέξεων ήταν προϊόν των πολιτικών εξελίξεων. Το όνομα «Ελλάς» χάθηκε, αφού δεν υπήρχε καν επαρχία της παγανιστικής Αυτοκρατορίας με το όνομα «Ελλάδα» (Αντιθέτως, επί ορθόδοξης ελληνικής Ρωμαίικης αυτοκρατορίας υπήρξε επαρχία Ελλάς, η οποία και ταυτιζόταν με την αρχαϊκή Ελλάδα). Το «Ρωμαίος» επικράτησε επειδή οι Ρωμαίοι δημιούργησαν την Αυτοκρατορία. Η ιδιότητα του ρωμαίου πολίτη εδόθη το 212 μ.Χ., 170 χρόνια προτού η Ορθοδοξία γίνει η επίσημη θρησκεία της Αυτοκρατορίας. Με άλλα λόγια, το «Ρωμαίος» θα επικρατούσε, είτε επικρατούσε ο Χριστιανισμός είτε όχι.

    «Αξίζει βέβαια να σημειωθή και η προς την αντίθετη κατεύθυνσι απόπειρα αλλαγής της έννοίας του ονόματος των Ελλήνων στη λατινική μορφή του Γραίκοι. Ενώ το όνομα Έλλην στο στόμα των Χριστιανών κατέληξε να σημαίνει ειδωλολάτρης, το όνομα Γραικός στο στόμα των Ρωμαίων έτεινε να σημαίνη Χριστιανός. Οι πρώτοι Χριστιανοί της Ρώμης και των άλλων δυτικών πόλεων ήσαν κατά το πλείστο ελληνικής καταγωγής κι’ είχαν ως γλώσσα λατρείας και διδαχής την ελληνική (οι δεκατρείς από τους δεκάξι πρώτους πάπες ήσαν Έλληνες), κι’ έτσι οι Λατίνοι δεν έκαμαν διάκριση μεταξύ Ελλήνων και Χριστιανών. Ο Τερτυλιανός τονίζει σ’ ένα από τα έργα του, «αν ο ρωμαϊσμός είναι σωτηρία για όλους, τότε γιατί δεν συμπεριφέρεσθε με εντίμους τρόπους προς τους Γραικούς;» (Quid nunc, si est Romanitas omnisalus, nec honestis tamen modis ad Graios estis? De Pallio 3, PL 2, 1094). Και ο Ιερώνυμος βεβαιώνει ότι κατά την παλαιότερη εποχή, όταν εμφανιζόταν στο δρόμο κάποιος Χριστιανός οι Ρωμαίοι εκραύγαζαν «οι γραικός, ο επιθέτης», δηλαδή ο Έλλην, ο απατεών. (Graecus impostor, Epist. 54 ad Furiam, PL 22, 552). Αυτή η προσωνυμία δείχνει φυσικά το φυλετικό μίσος των Ρωμαίων κατά των Ελλήνων, και συνεπώς επίσης κατά των Χριστιανών» (Π.Κ. Χρήστου, Οι περιπέτειες των εθνικών ονομάτων των Ελλήνων, εκδ. οίκος Κυρομάνος, σ. 83).

    Συνοψίζοντας:

    1) Με τη λέξη «Έλληνες» εκείνη την εποχή δεν εννοείτο το ελληνικό έθνος, αλλά οι Παγανιστές ανεξαρτήτως εθνικότητας, γλώσσας ή καταγωγής˙ Ισπανοί και Σύριοι, Βρεττανοί και Αιγύπτιοι, Καρχηδώνιοι και Γαλάτες.

    2) Είναι προφανές, ότι ανάμεσα στους ελληνικούς πληθυσμούς δεν υπήρχαν μόνον Παγανιστές, αλλά και πλήθος Χριστιανών˙ δεν υπήρχαν μόνο Έλληνες το γένος, λάτρεις του Δία, αλλά και Έλληνες το γένος, λάτρεις του Χριστού, καθώς και Έλληνες το γένος, λάτρεις του Μίθρα.

    3) Η Εκκλησία δεν έκανε καμμιά διάκριση με βάση την καταγωγή ή τη γλώσσα. Οι Πατέρες της Εκκλησίας γράφοντας «κατά Ελλήνων» δεν έγραφαν κατά του ελληνικού έθνους, αλλά κατά των ειδωλολατρών, είτε αυτοί ανήκαν στο ελληνικό έθνος είτε στα υπόλοιπα έθνη της Αυτοκρατορίας.

    4) Δεν υπήρχε καμμιά διαμάχη μεταξύ Ελλήνων το γένος (που ήταν ταυτόχρονα Παγανιστές) και Ρωμαίων το γένος (που ήταν Χριστιανοί), διότι όλοι οι κάτοικοι της Αυτοκρατορίας λέγονταν Ρωμαίοι και ήταν ρωμαίοι πολίτες.

    Να πάψει λοιπόν το κουτοπόνηρο παιχνίδι των Νεοπαγανιστών-εθνικιστών αρχαιολατρών με τις δύο διαφορετικές σημασίες της λέξης «Ελληνας». Ποιον νομίζουν πως κοροϊδεύουν; Δεν μπορούν να κάνουν μια σωστή μετάφραση αρχαίων κειμένων; Όσοι, λοιπόν, αρχαιολάτρες εθνικιστές και Νεοπαγανιστές παρουσιάζουν πατερικά κείμενα αναφερόμενα σε «Έλληνες», ως απόδειξη του «ανθελληνισμού», δίχως να ερευνούν προσεκτικά, εάν αναφέρεται σε ελληνικής καταγωγής πληθυσμούς ή σε ειδωλολάτρες αδιακρίτως καταγωγής, λογικό είναι να υποθέσουμε, ότι αυτό που κάνουν οι αρχαιολάτρες εθνικιστές και Νεοπαγανιστές είτε έχει σκοπό την εξαπάτηση άλλων είτε είναι απόδειξη της αμάθειάς τους.

    Οι Νεοπαγανιστές διαμαρτύρονται για τον χαρακτηρισμό «παγανιστές» (“pagani”= χωρικοί), που τους εδώθη από τον Μεγάλο Θεοδόσιο. Αλλά ξεχνούν δύο πράγματα, ή μάλλον αποφεύγουν να τα σκεφτούν: Πρώτον, κι ο Ιουλιανός – 20 χρόνια πριν τον Θεοδόσιο Α’ – αποκαλούσε «Γαλιλαίους» τους Χριστιανούς και ήθελε έτσι να αποκαλούνται, νομοθετώντας να αποκαλούνται έτσι (Γρηγόριου Θεολογου, Κατά Ιουλιανού), με σκοπό να τους ειρωνευτεί. Δεύτερον, ότι η ονομασία «Χριστιανοί» είναι εκ των ειδωλολατρών, και μάλιστα αυτοί την πρωτοέδωσαν στους Χριστιανούς της Αντιόχειας, για λόγους πάλι ειρωνικούς. Τι φωνάζουν για το «παγανιστές» οι νεοπαγανιστές; Ο χαρακτηρισμός αυτός άλλωστε δόθηκε διότι οι μόνοι λάτρεις των αρχαίων θεών ζούσαν κυρίως σε κώμες.

    «Κατά Ιουλιανού» του Αγίου Γρηγόριου του Θεολόγου:

    76. Εκείνο μεν λοιπόν και πολύ παιδαριώδες ήταν και κενό και δεν άρμοζε όχι μόνο σε άνδρα βασιλέα, αλλά ούτε και σε κανένα από εκείνους που διαθέτουν μετρίως ισχυρό νού, το ότι επειδή με την αλλαγή του ονόματος νόμισε ότι θα αλλάξει και η διάθεσή μας, ή ότι θα μας κάνει να ντρεπώμαστε, σα να κατηγορούμασταν για κάτι το πολύ αισχρό, καινοτόμησε αμέσως, όσον αφορά στην ονομασία μας, μάς ονόμασε και νομοθέτησε να καλούμαστε Γαλιλαίοι αντί Χριστιανοί, δηλώνοντας εμπράκτως ότι η προσωνυμία του Χριστού είναι πάρα πολύ ένδοξο και πολύτιμο πράγμα, (...) εκτός αν φοβόνταν τη δύναμη της ονομασίας, όπως οι δαίμονες, και γι' αυτό καθιέρωσε άλλο όνομα.

    77. Εμείς όμως δε θα μπορούσαμε να γελοιοποιήσουμε τα ονόματά τους. Γιατι δεν υπάρχει τίποτε γελοιότερο το οποίο θα μπορούσαμε να διανοηθούμε από τους φαλλούς και τους ιθυφάλλους και τους μελαμπύγους και τους απύγους και τον τραγόποδα και τον αλαζόνα Πάνα.(...) Γιατί, τί θα μας εμπόδιζε κι εμάς, περιπαίζοντας κατά τον ίδιο τρόπο τον βασιλιά των Ρωμαίων, όπως νόμιζε απατηθείς από τους δαίμονες και ολόκληρης της Οικουμένης, να τον αποκαλούμε Ειδωλιανό και Πισαίο και Αδωναίο και Καυσίταυρο;

    Όσο για τον τίτλο «Κατά Ελλήνων» ενός έργου του Μεγάλου Αθανασίου, τον οποίο οι εθνικιστές αρχαιολάτρες έχουν ανακηρύξει «φανατικό μισέλληνα», είναι γνωστό πως αυτός δεν ήταν ο αρχικός τίτλος του έργου. Όπως γράφει ο καθηγητής Πανεπιστημίου Π. Χρήστου, «ο τίτλος αυτός απαντά μάλλον μεταγενεστέρως, όπως π.χ. εις το ψευδοφωτιανόν Εγκώμιον εις Αθανάσιον (PG 102, 576). Εις τον μεγαλύτερον αριθμόν χειρογράφων και εις μίαν σειράν αρχαίων μαρτυριών ο τίτλος φέρεται ως «Κατά Ειδώλων»˙ ήτοι εις τον Λεόντιον Βυζάντιον (Κατά Νεστοριανών και μονοφυσιτών, Gallandi Bibliotheca Veterum Patrum, Βενετία 1778, 12, σ. 683), εις την Διδασκαλίαν Πατέρων (Diekamp, Doctrina Patrum, Mόnster i.W. 1907 (86, 88, 104, 327, δια τα δύο βιβλία)), εις τον Γερμανόν Κωνσταντινουπόλεως (Επιστολή 4, PG 98, 169). Ότι δε αυτός ήτο ο αρχικός τίτλος – «Κατά Ειδώλων» – φαίνεται από τους λόγους του ιδίου συγγραφέως εις το προοίμιον της δευτέρας πραγματείας που εσημειώσαμεν και προηγουμένως˙ «ὀλίγα διαλαβόντες περὶ τῆς τῶν ἐθνῶν περὶ τὰ εἴδωλα πλάνης». Είναι σαφές ότι ο συγγραφεύς δεν πολεμεί τους ειδωλολάτρας, τους Εθνικούς, «τους Έλληνας», αλλά την πλάνην των περί τα είδωλα. Αργότερα εθεωρήθη το «Κατά Ελλήνων» ως καταλληλότερος τίτλος και αυτός αντικατέστησε τον πρώτον».

    Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι ο Μέγας Αθανάσιος στο σύγγραμά του αυτό, παραφράζοντας φράση του Ηροδότου, αναφέρεται στους Αρχαίους Έλληνες με το όνομα «Πελασγοί», ενώ τους Παγανιστές τους αποκαλεί «Έλληνες». Μ. Αθανασίου, Κατά Ειδώλων, Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, τόμ. 1, Πατερικαί Εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Θεσσαλονίκη 1973, §23, σ. 152: «Και το αξιοθαύμαστον , καθώς λέγουν αυτοί που ιστορούν , είνε το εξής· ότι ενώ οι Πελασγοί έμαθαν τα ονόματα των Θεών από τους Αιγυπτίους , δεν γνωρίζουν αυτοί τους θεούς που λατρεύονται εις την Αίγυπτον, και λατρεύουν άλλους θεούς διαφορετικούς από τους θεούς εκείνων . Και είνε τελείως διαφορετική η θεωρία και η θρησκεία των εθνών τα οποία κατελήφθησαν από την μανίαν των ειδώλων , και δεν συναντώνται τα αυτά εις τους αυτούς» («καὶ τόγε θαυμαστόν, ὅτι, ὡς οἱ ἱστορήσαντες ἐξηγοῦνται , παρ’ Αἰγυπτίων οἱ Πελασγοὶ μαθόντες τὰ ὀνόματα τῶν Θεῶν, οὐκ ἴσασιν οὗτοι τοὺς παρ’ Αἰγυπτίοις θεούς, ἀλλὰ ἄλλους παρ΄ ἐκείνους θρησκεύουσι. Καὶ ὅλως πάντων τῶν ἐν εἰδώλοις μανέντων ἐθνῶν διάφορός ἐστιν ἡ δόξα καὶ ἡ θρησκεία, καὶ οὐ τὰ αὐτὰ παρὰ τοῖς αὐτοῖς εὑρίσκεται»).

    Υπό την λέξιν «οι ιστορήσαντες» ο Μ. Αθανάσιος εννοεί τον Ηρόδοτο του οποίου την πληροφορία αναφέρει εδώ. Ο Ηρόδοτος λέγει· «Δώδεκά τε θεῶν ἐπωνυμίας ἔλεγον πρώτους Αἰγυπτίους νομίσαι, καὶ Ἕλληνας παρὰ σφέων ἀναλαβεῖν, βωμούς τε καὶ ἀγάλματα καὶ νηοὺς θεοῖσι ἀπονεῖμαι σφέας…», (Ιστορίαι 2, 4, 2). Αλλ’ ο Αθανάσιος αντί του «Έλληνες» λέγει «Πελασγοί». Κατά τα ελληνιστικά και μάλιστα τα μεταχριστιανικά χρόνια, επειδή το «Έλληνες» έλαβεν άλλην σημασίαν , οι Έλληνες ήρχισαν να λέγωνται με τας παλαιάς τοπικάς ονομασίας, ήτοι Πελασγοί, Αχαιοί, Μακεδόνες, κλπ. Αν ο Ηρόδοτος έλεγε «Πελασγοί», θα έλεγε κανείς ότι ο Αθανάσιος λαμβάνει το χωρίον, χωρίς να εξετάση ποίοι ήσαν οι Πελασγοί. Εφ’ όσον όμως μεταβάλλει το «Έλληνες» του Ηροδότου εις «Πελασγοί», άρα εν γνώσει λέγει Πελασγούς τους προ Χριστού και τους νύν λεγομένους Έλληνας».

    Βέβαια, άνθρωποι σαν τους εθνικιστές αρχαιολάτρες, οι οποίοι ζήτημα είναι αν διάβασαν ακόμη και το ίδιο το Κατά Ελλήνων ή άλλα έργα, ώστε να αντιληφθούν όχι μόνο ότι ο Μ. Αθανάσιος ήταν ο κύριος στόχος των Αρειανών ή να κατανοήσουν το βάθος της σκέψης του Στύλου της Ορθοδοξίας (Ο οποίος εξορίστηκε 16 χρόνια, πέντε φορές: 6/335-11/337, 3/340-10/346, 2/356-2/362, 10/362-9/363, 10/365-1/366), εύκολο το ‘χουν – τέτοιοι άνθρωποι – να μιλούν για όσα αγνοούν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

[comments moderated] Θὰ διαβάσω καὶ θὰ δημοσιεύσω τὸ σχόλιό σας τὸ συντομότερο δυνατόν. Σχόλια ἀγενῆ, ἄσχετα μὲ τὸ θέμα ἢ ἀνόητα, διαγράφονται.