«Tὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική· τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου. Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου.» (Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἄξιον ἐστί»)

Σελίδες Πατριδογνωσίας - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παλαιολόγος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παλαιολόγος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 29 Μαΐου 2010

Ἕνα δάκρυ στὶς ρίζες τοῦ δένδρου τῆς μνήμης

Ὁ νοῦς μου καὶ ὁ λογισμὸς συγχίζεται νὰ γράψῃ,
νὰ στιχοπλέξῃ ἀστοχεῖ τὴν ἅλωσι τῆς Πόλης.
Ἐσεῖς, βουνά, θρηνήσετε καὶ πέτρες ραγισθεῖτε
καὶ ποταμοὶ φυράνετε καὶ βρύσες ξερανθεῖτε
διότι ἐχάθη τὸ κλειδὶ ὅλης τῆς οἰκουμένης
τὸ μάτι τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Χριστιανοσύνης.
(Δημοτικόν)

Κωνσταντῖνος ΙΑ' Παλαιολόγος, Πιστὸς Χριστῷ τῷ Θεῷ Βασιλεὺς καὶ Αὐτοκράτωρ Ῥωμαίων, κατὰ τὸν ἐπίσημο τίτλο τῶν βασιλέων τῆς Ρωμανίας, καί, στὴν Ψυχὴ τοῦ Γένους μας, Μαρμαρωμένος Βασιληᾶς.
(Ὁ ἀνδριάντας στὴν Μητρόπολι τῶν Ἀθηνῶν. Τὸ κόκκινο χρῶμα στὸν χιτώνα τοῦ βασιλέως εἶναι ἀποτέλεσμα βανδαλισμοῦ· ἔχει καθαρισθεῖ τώρα· ἀλλὰ μοῦ ἀρέσει ἐδῶ· κατακόκκινο, ποτάμι θὰ κυλήσῃ καὶ τὸ αἷμα τῶν ἀσεβῶν ἀπὸ τὸ ξίφος τῆς Νεμέσεως.)

Φίλοι μου, ἐὰν θέλουμε νὰ λεγόμεθα Ἕλληνες, ἂς ἀφήσουμε σήμερα ἕνα δάκρυ μνήμης καὶ τιμῆς νὰ κυλήσῃ γιὰ ἐκεῖνον, ποὺ μόνος ἀπέναντι στὴν Μοῖρα, ἐκεῖ, στὶς πολεμίστρες τῆς πύλης τοῦ Ἁγίου Ρωμανοῦ, συμπύκνωσε σὲ ἕνα σημεῖο καὶ σὲ μιὰ στιγμή, μαρμαρωμένο μὲ σκληρότητα καὶ καθαρότητα διαμαντιοῦ, ὁλόκληρο τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον τοῦ Γένους μας.

Ἐκεῖ. Τὸ ἦθος τῆς θυσίας ποὺ ἐτίμησε καὶ ἐδικαίωσε τὴν χιλιόχρονη αὐτοκρατορία· ἀνέστησε τοὺς Λεωνίδες. Τὸ ἦθος τῆς θυσίας ποὺ ἔθρεψε τὸ Γένος καὶ μεγάλωσε τοὺς Κολοκοτρώνηδες. Ἐκεῖ, μαρμαρωμένη καὶ ἡ ψυχή μας, δίπλα στὸν βασιλέα μας, στὶς πολεμίστρες τῆς πύλης τοῦ Ἁγίου Ρωμανοῦ. Μέχρι τὸ τέλος τοῦ χρόνου.

* * *

Ἀπὸ τὸ ἱστολόγιό μου:
+ Μεσημέρι ἀπὸ νύχτα...
Tὸ ὅραμα τῆς μεγάλης θυσίας καὶ τῆς Ἱστορίας τοῦ Γένους μας.
«... Τὰ γράμματα τῶν σελίδων τοῦ βιβλίου ξεθωριάζουν· καὶ μέσα ἀπὸ τὴν θαμπάδα τους σχηματίζονται καὶ προβάλλουν οἱ γραμμὲς ἀπὸ τὶς πολεμίστρες τῶν ἀρχαίων τειχῶν τῆς θεοφρούρητης Βασιλεύουσας. Τὰ λάβαρα μὲ τὸν Δικέφαλο ἀνεμίζουν· κι ἐκεῖ ψηλὰ στὰ τείχη, Ἐκεῖνος. Ὁ ἥλιος ἀστράφτει ἐπάνω του, σχεδὸν μὲ τυφλώνει. Τὸ βλέμμα μου χαμηλώνει, κάτω, πέρα ἀπὸ τὰ τείχη· περνᾶ τὴν τάφρο, ἁπλώνεται στὴν πεδιάδα· κι ἐκεῖ χάνεται μὲ τρὸμο στὴν μαύρη ἄβυσσο· στὴν κόλασι, ὡς τὰ πέρατα τῶν ὁριζόντων, ὅπου κοχλάζει το χᾶος, τὰ ἀλαλάζοντα, ἀσεβῆ στίφη τῶν ἀπίστων. ...»

+ ...τίς διηγήσεται τοὺς τότε κλαυθμοὺς καὶ θρήνους; (Ὁ τελευταῖος λόγος τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου) [τὸ ἴδιο, στὸ Ἀντίβαρο]
Ἀπὸ τὸ Διαδίκτυο:
+ Θρῆνοι τῆς Ἀλώσεως (29 Μαΐου 1453) (Ἀπὸ τὶς ἱστοσελίδες τοῦ Νεκτάριου Μαμαλούγκου.)
+ Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος: Ἡ κιβωτὸς τοῦ γένους (Τῆς Λαμπρινῆς Θωμᾶ.) [Ἀντίβαρο]

Παρασκευή 29 Μαΐου 2009

Ἐκεῖ ποὺ ὁ χρόνος μαρμάρωσε

Ἐκεῖ ποὺ ὁ χρόνος μαρμάρωσε· ἐκεῖ, στὶς πολεμίστρες τῆς πύλης τοῦ Ἁγίου Ῥωμανοῦ· πλάι στὸν Βασιλέα· ὡς τὸ τέλος τοῦ Κόσμου.
 
Ἂν θέλετε φίλοι μου, ξεφυλλίστε τὰ παλαιά μου ἀφιερώματα στὴν μεγάλη θυσία:

...τίς διηγήσεται τοὺς τότε κλαυθμοὺς καὶ θρήνους;

Μεσημέρι ἀπὸ νύχτα...

Ἴσως τὰ καλύτερα ποὺ ἔχω γράψει ποτέ. Ὄχι πὼς ἔχει σημασία.
Ὅλα θὰ κριθοῦν ἐκεῖ· ἐκεῖ ψηλὰ στὶς πολεμίστρες.
Θὰ βρεθοῦμε ἐκεῖ λοιπόν.
Καλὴ δύναμι.

Σάββατο 31 Μαΐου 2008

Θά ᾿ρθεις σὰν ἀστραπή...

Πρὸ ὀλίγου ἄκουγα στὸ myspace τὸ κομμάτι «Constantinople 1453» τοῦ ἑλληνοαμερικανικοῦ κατὰ βάσιν συγκροτήματος «Phoenix Reign», τὸ ὁποῖο, μὲ ἔδρα τὴν Νέα Ὑόρκη διακρίνεται στὸν χῶρο τῆς μουσικῆς μέταλ. Τὸ κομμάτι γιὰ τὴν Πόλι περιλαμβάνεται στὸ πρῶτο τους ἄλμπουμ, «Destination Unknown», καὶ εἶναι ἐμπνευσμένο ἀπο τὴν Ἑλληνικὴ Ἱστορία καὶ τοὺς θρύλους τοῦ Γένους.

Ἡ ζωγραφικὴ τοῦ ἄλμπουμ, μὲ δεσπόζουσα τὴν εἰκόνα τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ἀνήκει στὸν ἀξιόλογο νέο Ἕλληνα «ζωγράφο τοῦ μαγικοῦ ρεαλισμοῦ» Γιάννη Νίκου. (Στὸν δικτυακό του τόπο μποροῦμε νὰ παραγγείλουμε καὶ ἀφίσσες τῶν ἔργων του.)

Αὐτὰ καὶ ἄλλα ὡραῖα, συμπεριλαμβανομένων συνεντεύξεων τοῦ συγκροτήματος καὶ τοῦ ζωγράφου, μποροῦμε νὰ διαβάσουμε στὸ νέο τεῦχος (τ. 11, Μάιος 2008) τοῦ περιοδικοῦ «Patria», στὸ ἀφιέρωμα «Σύγχρονες προβολὲς τῆς Ἁλώσεως: Video Games, Μουσική, Ζωγραφική». Ἕνα πρωτότυπο ἀφιέρωμα στὴν ἀποφράδα μέρα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Μὲ συγκίνησι διαπιστώνει κανείς (ἡ πληθώρα τῶν ἱστολογικῶν ἀφιερωμάτων στὴν Πόλι εἶναι ἄλλη μιὰ ἔνδειξις) ὅτι οἱ ἱερὲς παραδόσεις καὶ οἱ θρύλοι τοῦ Γένους δὲν εἶναι μόνον σεβαστὰ κειμήλια, ἀλλὰ ζωντανὴ παράδοσις ἡ ὁποία πυρώνει τὴν καρδιὰ τῆς νέας γενεᾶς καὶ προετοιμάζει τὸν ἐπερχόμενο Νέο Ἑλληνικὸ Πολιτισμό.

ΕΣΣΕΤΑΙ ΗΜΑΡ

Καὶ ἕνα καταπληκτικὸ βίντεο ποὺ εἶδα αὐτὲς τὶς μέρες (χάρη στὸν Φιλελεύθερο ποὺ τὸ ἐπεσήμανε). Ἀπὸ συναυλία τοῦ σπουδαίου συνθέτου μας (καὶ ὡραίου ἀνθρώπου) Σταμάτη Σπανουδάκη στὸ Ἠρώδειο, γιὰ τὸν Μαρμαρωμένο Βασιληᾶ.

...ΘΑ ᾿ΡΘΕΙΣ ΣΑΝ ΑΣΤΡΑΠΗ...



...
Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ, τολμῶ νὰ πῶ ὅτι τὸ «Patria», ξεπερνώντας τὶς ἀναπόφευκτες παιδικὲς ἀσθένειες, γίνεται ὅλο καὶ καλύτερο, μὲ πλούσια θεματολογία, σύγχρονη προβληματική, καλὴ ἐκτύπωσι, καὶ δικαίως φιλοδοξεῖ νὰ ἀποτελέσῃ κεντρικὸ σημεῖο ἀναφορᾶς στὸν περιοδικὸ τῦπο, ὅσον ἀφορᾷ στὴν σύγχρονη πολιτικὴ σκέψι τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐθνικισμοῦ καὶ τῆς πατριωτικῆς, (πραγματικὰ) φιλελεύθερης δημοκρατικῆς Δεξιᾶς. Καὶ αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ ἔλειπε ἀπὸ τὸν ἑλληνοκεντρικὸ καὶ ἐθνικιστικὸ χῶρο (ὁ ὁποῖος εἰδικευόταν περισσότερο στὶς ἱστορικὲς ἐκδόσεις, παρὰ στὶς ἐκδόσεις σύγχρονης πολιτικῆς σκέψης) - φαινόμενο ποὺ κυρίως ὀφείλεται στὴν μεταπολιτευτικὴ ἰδεολογικὴ (καὶ ὄχι μόνον) χοῦντα τῆς νεοταξικῆς Ἀριστερᾶς (μὲ τὴν ἀνεκδιήγητη Ἀπριλιανὴ δικτατορία νὰ ἔχει δώσει τὸ πρόσχημα), ἀλλὰ καὶ στὴν ὀλιγωρία τῆς μεταπολεμικῆς κρατικῆς Δεξιᾶς), ἀλλὰ λείπει καὶ ἀπὸ τὴν πολιτικῶς ὑπανάπτυκτη ἀκόμη δημοκρατία μας, στὴν ὁποία θάλλει ὁ κομματισμὸς τοῦ κατεστημένου καὶ ἀπουσιάζει ἡ πολιτικὴ σκέψις καὶ ὁ διάλογος. Λοιπόν, ἡ νέα προσπάθεια τοῦ «Patria» συμβάλλει σὲ αὐτὸ καὶ ἀξίζει νὰ στηριχθῇ, παρὰ τὶς παιδικὲς ἀσθένειες καὶ τὶς διαφωνίες ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχῃ κανεὶς (ἐμοῦ συμπεριλαμβανομένου) σὲ ἐπὶ μέρους ζητήματα. Ἄρθρα ὅπως αὐτὰ τοῦ Γιάννη Κολοβοῦ, τοῦ Χρήστου Χαρίτου, τοῦ Χρίστου Γούδη (Ἴδρυμα «Ἴων Δραγούμης») καὶ ἄλλων συνεργατῶν τοῦ περιοδικοῦ, ἀποδεικνύουν ὅτι μέσα στὸ ἑλλαδικὸ παρακμιακὸ πολιτικὸ τέλμα ὁ ἐθνικιστικὸς χῶρος παράγει νέα, εὔρωστη πολιτικὴ σκέψι.

Τετάρτη 28 Μαΐου 2008

Μεσημέρι ἀπὸ νύχτα...

   Ξεφυλλίζω τὶς σελίδες τῆς Ἱστορίας. Βλέπω τὸ Χρέος. Στέκομαι ἀπέναντι στὴν Θυσία. Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ μικρὸς ἄνθρωπος νὰ ἀνέβῃ στὸν στύλο νὰ κατεβάσῃ τὸ σύμβολο τοῦ κτήνους, ἀντικρύζοντας μὲ ἕνα εἰρωνικὸ μειδίαμα κι ἕνα τσιγάρο στὰ χείλη τὶς κάνες τῶν ὅπλων; Νὰ σταθῇ ἀκλόνητος ἐπάνω στὴν Πύλη τοῦ Ἁγίου Ρωμανοῦ, γνωρίζοντας ὅτι οἱ Μῆδοι θὰ διαβοῦνε; Τί εἶναι ὁ Ἥρωας; Τί εἶναι ἡ Θυσία;

   Στιγμὲς ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἔρχεται ἀντίκρυ στὸ τέλος· μόνος, κατάμονος στὸ σύμπαν· «μεσημέρι ἀπὸ νύχτα»· κι ἐκεῖ, ἐκεῖνος, «ὁ τελευταῖος Ἕλληνας». Δὲν υπάρχει πιὰ τίποτε, οὔτε χῶρος οὔτε χρόνος· ἀντίκρυ στὸ τέλος, στὸ τίποτε.

   Στὸ τίποτε; Ἢ στὸ πᾶν. Ἐκείνες τὶς μοναδικὲς ὦρες, ποὺ ἡ ζωὴ ὅλη συμπυκνώνεται σὲ μία στιγμή· ποὺ ἡ στιγμὴ αὐτὴ περιέχει τὸ πᾶν· κρίνει τὸ πᾶν. Ὁ μικρὸς ἄνθρωπος συνθλίβεται καὶ ὁ Ἥρως γεννιέται μὲ μιὰ Μεγάλη Ἔκρηξι ποὺ δημιουργεῖ τὴν Ἱστορία.

   Οἱ φυσικοὶ μιλοῦν γιὰ τὴν «μοναδικότητα» («singularity») τῆς μελανῆς καὶ τῆς λευκῆς ὀπῆς, ὅπου καταρρέουν οἱ φυσικοί νόμοι, ὁ τόπος καὶ χρόνος· τὴν Μεγάλη Ἔκρηξι καὶ τὴν Μεγάλη Σύνθλιψι («Big Bang» καὶ «Big Crunch»). Κοιτάζω τὴν Θυσία. Σκέπτομαι ὅτι βρίσκομαι ἀπέναντι σὲ μιὰ «μοναδικότητα» τῆς Ἱστορίας.

   Τὰ γράμματα τῶν σελίδων τοῦ βιβλίου ξεθωριάζουν· καὶ μέσα ἀπὸ τὴν θαμπάδα τους σχηματίζονται καὶ προβάλλουν οἱ γραμμὲς ἀπὸ τὶς πολεμίστρες τῶν ἀρχαίων τειχῶν τῆς θεοφρούρητης Βασιλεύουσας. Τὰ λάβαρα μὲ τὸν Δικέφαλο ἀνεμίζουν· κι ἐκεῖ ψηλὰ στὰ τείχη, Ἐκεῖνος. Ὁ ἥλιος ἀστράφτει ἐπάνω του, σχεδὸν μὲ τυφλώνει. Τὸ βλέμμα μου χαμηλώνει, κάτω, πέρα ἀπὸ τὰ τείχη· περνᾶ τὴν τάφρο, ἁπλώνεται στὴν πεδιάδα· κι ἐκεῖ χάνεται μὲ τρὸμο στὴν μαύρη ἄβυσσο· στὴν κόλασι, ὡς τὰ πέρατα τῶν ὁριζόντων, ὅπου κοχλάζει το χᾶος, τὰ ἀλαλάζοντα, ἀσεβῆ στίφη τῶν ἀπίστων.

   Συνέρχομαι ἀπὸ τὸν ἴλιγγο καὶ τὴν ναυτία καὶ ξανακοιτάζω τὰ γράμματα τῶν σελίδων. Ξεφυλλίζω ξανὰ τὴν Ἱστορία. Προσπαθῶ νὰ καταλάβω, νὰ νιώσω. Τί σημαίνουν οἱ Αἰῶνες ποὺ συναντήθηκαν ἐκεῖ; Τὶ σημαίνουν γιὰ τὸ Γένος μου; Ἀπὸ ποῦ ἐρχόμαστε καὶ ποῦ πᾶμε;

   Στοχάζομαι τὴν Ἱστορία τοῦ Γένους μου. Συνειδητοποιῶ ὅτι ἡ Ἱστορία ἔχει, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἡ ἀστροφυσική, «μοναδικότητες». Λευκὲς καὶ μελανὲς ὀπές. Ἢ ἀκόμη, Μεγάλη Ἔκρηξι καὶ Μεγάλη Σύνθλιψι. Ὅπου ὁ ἱστορικὸς χωροχρόνος καταρρέει.


   Σκεφθεῖτε, ἐκεῖ ἐπάνω στὴν Πύλη τοῦ Ἁγίου Ρωμανοῦ. Ἡ ὑπερχιλιετὴς αὐτοκρατορία, τὸ θεοφρούρητο βασίλειο, ὁ ἰλιγγιώδης πολιτισμός. Καὶ ὅλα φθάνουν στὸ τέλος. Ἐκείνη ἡ στιγμή, ἔχετε ὅμως σκεφθεῖ τί σημαίνει; Προσέξτε. Ἔχετε σκεφθεῖ ὅτι αὐτὸ τὸ τέλος, μόνο του, στὸ ζῦγι τῆς Ἱστορίας βαραίνει ὅσο τὰ χίλια χρόνια τὰ ὑπέρλαμπρα καὶ οἱ ἀπέραντες ἐκτάσεις καὶ ὁ πολιτισμός ὁ ἰλιγγιώδης; Ἔχετε σκεφθεῖ ὅτι ἐκείνη ἡ στιγμὴ μόνη της δικαιώνει ὁλόκληρο τὸ παρελθόν; Ὁλόκληρο τὸ παρελθόν, τὰ βασίλεια, οἱ στρατοὶ καὶ τὰ μνημεῖα ἀφ᾿ ἑνός, καὶ ὁ κατάμονος Παλαιολόγος στὰ τείχη ἀφ᾿ ἐτέρου. Σκεφθεῖτε. Ἡ Ἱστορία νὰ συμπυκνώνεται σὲ μία στιγμή, σὲ ἕνα σημεῖο. Ἀλήθεια, τί θὰ ἦταν τὸ περίλαμπρο Βυζάντιο χωρὶς τὸν Παλαιολόγο; Τὸ τέλος ὑπῆρξε ἀποτέλεσμα, ἔκφρασις τοῦ μεγαλείου τοῦ παρελθόντος, τοῦ Χρέους ποὺ αὐτὴ ἡ Ἱστορία ἐπέβαλε, ἀλλὰ καὶ τὸ τέλος αὐτὸ ἀπὸ τὴν μεριά του δικαίωσε, καθαγίασε, ἀνύψωσε στὴν σφαῖρα τοῦ Θρύλου και τῶν ἀθανάτων Ἰδεῶν τὸ παρελθόν ὁλόκληρο.

   Νιώθω ὄχι ἁπλῶς ὅτι ἡ στιγμὴ αὐτὴ εἶναι τὸ ἀποκορύφωμα, τὸ μέγιστο ἢ ἐλάχιστο ἀκρότατο τῆς πορείας τόσων αἰώνων· νιώθω ὅτι ἡ στιγμή αὐτὴ περιέχει ὁλόκληρη τὴν πορεία αὐτὴν τῶν αἰώνων ἐντός της. Οἱ Αἰῶνες συμπυκνώνονται· ἡ στιγμὴ ταυτίζεται μὲ τὴν Αἰωνιότητα καὶ ὁ Κωνσταντῖνος Δραγάσης Παλαιολόγος, ὁ Βασιλέας, ὁ Στρατιώτης, ταυτίζεται μὲ τὴν αἰώνια Ψυχὴ τοῦ Γένους, ἐκεῖ, ἐπάνω στὴν Πύλη τοῦ Ἁγίου Ρωμανοῦ, ὁ Μαρμαρωμένος Βασιληᾶς μας.

   Ναί, ἔχω τὴν αἴσθησι ὅτι ὁ Παλαιολόγος εἶναι ἱστορικὴ μοναδικότητα, ἡ Μεγάλη Σύνθλιψις, τρόπόν τινα, τοῦ σύμπαντος Ἑλλάς. Ἡ Θυσία στὴν καθαρότερη ἔκφρασί της, ὅπως καὶ μὲ τὸν Λεωνίδα τῆς Σπάρτης· μόνον ποὺ τώρα τὸ τέλος εἶναι ἀπόλυτο καὶ ὁλοκληρωτικό. Τὸ Γένος ὁλόκληρο τελειώνει.

   Ἴσως ἡ σημαντικότερη στιγμή τῆς Ἱστορίας τοῦ Γένους μας. Ἀπέναντι, θὰ βάλω ἄλλη μία στιγμὴ μόνον. Τὸν Ἀλέξανδρο τὸν Μέγα.

   Δὲν ἔχετε τὴν αἴσθησι ὅτι ὁ Ἀλέξανδρος εἶναι ὁ ἀντίστροφος Παλαιολόγος; Ὁ Ἁλέξανδρος εἶναι ἡ Μεγάλη Ἔκρηξις τοῦ Ἑλληνισμοῦ. (Ἴδιο ἱστορικὸ βάρος, ἀλλὰ ἀντιθέτου φορᾶς.)

   Ναί, εἶναι σαφές. Ὁ Ἀλέξανδρος καὶ ὁ Παλαιολόγος. Ἡ Μεγάλη Ἔκρηξις καὶ ἡ Μεγάλη Σύνθλιψις τοῦ σύμπαντος Ἑλλάς.


   Ἀλλά, προσοχή.

   Οἱ μοναδικότητες εἶναι διπλῆς κατευθύνσεως, ἀναλόγως τοῦ ἀπὸ ποιὰ πλευρὰ κοιτοῦμε. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ τῆς συνθλίψεως εἶναι ἡ ἔκρηξις, καὶ ἀντιστρόφως.

   Σκεφθεῖτε. Ὄχι μόνον ὁλόκληρο τὸ παρελθόν, τὰ χίλια χρόνια τῆς Ρωμανίας συμπυκνώνονται καὶ δικαιώνονται σὲ αὐτὴν τὴν μοναδικὴ στιγμή στὴν Πύλη τοῦ Ἀγίου Ρωμανοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸ μέλλον. Ἐκεῖ, τότε, ὁ Κωνσταντῖνος Δραγάσης Παλαιολόγος σηκώνει τὸ βάρος ὁλοκλήρου τοῦ Μεσαιωνικοῦ Ἑλληνισμοῦ, οἱ αἱῶνες συνθλίβονται μαζὶ μὲ τὸν ἥρωα, καὶ ἡ μεγάλη θυσία γεννᾷ τοὺς αἰῶνες τοῦ μέλλοντος. Ὁ Κωνσταντῖνος Δραγάσης πεθαίνει καὶ ὁ Μαρμαρωμένος Βασιληᾶς γεννιέται.


 
Ἡ Λιζέτα Καλημέρη τραγουδᾷ γιὰ τὸν μαρμαρωμένο βασιληά (μουσική: Ἀπ. Καλδάρας· στίχοι: Πυθαγόρας· «Κυριακάτικο τραπέζι», 14-1-2007)


   Ὁ Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνας ἀντίστροφος Ἀλέξανδρος. Ὁ Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος εἶναι ὁ Ἀλέξανδρος ὁ Μέγας! Εἶναι ὁ Κολοκοτρώνης! Ἡ Μεγάλη Σύνθλιψις εἶναι ἡ Μεγάλη Ἔκρηξις! Ὁ Παλαιολόγος ἔπεται, ἀλλὰ καὶ προηγεῖται ἱστορικῶς τοῦ Ἀλεξάνδρου!

   Τώρα μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τὸ νόημα τῆς Ἑλληνικῆς Ἰστορίας· τὸν Ἀλέξανδρο, τὸν Παλαιολόγο. Οἱ δύο αὐτὲς μοναδικότητες, ἀντίρροπες ἀλλὰ ἰσόβαρες, ἡ μία ἐπομένη καὶ προηγουμένη τῆς ἄλλης, αἴτιο καὶ ἀποτέλεσμα συγχρόνως ἡ μία τῆς ἄλλης, ξανὰ καὶ ξανὰ ἔως τὴν αἰωνιότητα, φανερώνουν τὴν Ἑλλάδα, πίπτουσα καὶ ἀναγεννώμενη, ὡς αἰώνιο, παλλόμενο καὶ ζωντανὸ Σύμπαν.


   Κωνσταντῖνε συστρατιώτη καὶ παντοτινὲ Βασιλέα μας, τελευταῖε Ἕλληνα τοῦ Μεσαιωνικοῦ καὶ πρῶτε πατέρα τοῦ Νεωτέρου Ἑλληνισμοῦ, τιμοῦμε τὴν Μνήμη σου. Καὶ σὲ περιμένουμε.

 

Ἀνδρείας Ἦθος - Ὁ ἀθάνατος Αὐτοκράτωρ

   Λέγει ὁ Κολοκοτρώνης στὸν Στρατηγὸ Hamilton: «Ἐμεῖς, καπετὰν Ἄμιλτον, δὲν ἐκάμαμε ποτὲ συμβιβασμὸ μὲ τοὺς Τούρκους. Ἄλλους ἔκοψαν, ἄλλους σκλάβωσαν μὲ τὸ σπαθί, καὶ ἄλλοι, καθὼς ἐμεῖς, ζήσαμε ἐλεύθεροι ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεά. Ὁ βασιλιάς μας ἐσκοτώθη, δὲν ἔκαμε καμμιὰ συνθήκη μὲ τοὺς Τούρκους. Ἡ φρουρά του εἶχε παντοτεινὸ πόλεμο μὲ τοὺς Τούρκους καὶ δύο φρούρια ἦσαν ἀνυπόταχτα. Ἡ φρουρά του εἶναι οἱ κλέφτες καὶ τὰ φρούρια ἡ Μάνη, τὸ Σούλι καὶ τὰ βουνά.»

   Στὸ ζωντανό καὶ παλλόμενο, αἰώνιο Σύμπαν Ἑλλάς, ὁ Παλαιολόγος εἶναι ὁ Ἀλέξανδρος, εἶναι ὁ Κολοκοτρώνης.

+++
ΣΩΠΑΣΕ ΚΥΡΑ ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΙ ΜΗΝ ΠΟΛΥΔΑΚΡΥΖΕΙΣ
ΠΑΛΙ ΜΕ ΧΡΟΝΙΑ, ΜΕ ΚΑΙΡΟΥΣ, ΠΑΛΙ ΔΙΚΑ ΣΟΥ ΘΑ 'ΝΑΙ
+++


Διαβάστε γιὰ τὴν Ἅλωσι τῆς Πόλεως καὶ τὸν Κωνσταντῖνο Παλαιολόγο:
+ Θρῆνοι τῆς Ἀλώσεως (29 Μαΐου 1453) (Ἀπὸ τὶς ἱστοσελίδες τοῦ Νεκτάριου Μαμαλούγκου.)
+ Ὁ λόγος τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου πρὸς τοὺς συμπολεμιστές του, τὴν παραμονὴ τῆς ἁλώσεως (Γεωργίου Σφραντζῆ, Χρονικόν)
+ Tὸ βιβλίο τοῦ Φώτη Κόντογλου, «Τὸ Πάρσιμο τῆς Πόλης» (ἐκδ. Ακρίτας, 2003)

Δευτέρα 28 Μαΐου 2007

...τίς διηγήσεται τοὺς τότε κλαυθμοὺς καὶ θρήνους; (Ὁ τελευταῖος λόγος τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου)

Βράδυ Δευτέρας 28 Μαΐου 1453. Ἡ νύχτα ποὺ δὲν θὰ ξημέρωνε ποτέ [1]. Ὁ σουλτάνος ὑπόσχεται στὸν στρατὸ του τριήμερη λεηλασία, καὶ πλούτη ἀμύθητα καὶ παρθένες καὶ παιδιά, στὴν γῆ καὶ στὸν οὐρανό. Τὰ στίφη τῶν ἀπίστων ἀλαλάζουν λυσσασμένα. Οἱ λίγοι, ἡρωικοί, ἐξαντλημένοι ὑπερασπιστὲς τῆς Βασιλεύουσας, κρατώντας ἀκόμη μὲ ὑπεράνθρωπη, ἀπελπισμένη θέλησι τὰ ἀρχαῖα τείχη, ἀπέναντι στὴν βία τῶν λυσσασμένων, ἀναρίθμητων ὀρδῶν, τῶν μεγάλων πυροβόλων καὶ τῶν πολιορκητικῶν μηχανῶν, ξέρουν ὅτι ἔρχεται ἡ κρίσιμη ἡμέρα· ἡ στιγμὴ ποὺ ὁ καθένας μόνος του, καὶ ἡ χιλιόχρονη αὐτοκρατορία θὰ βρεθοῦν ἀπέναντι στὴν Μοῖρα. Μὲ δάκρυα ἀπελπισμένης πίστης καὶ ἀποφασιστικότητας ἀποχαιρετοῦν παιδιὰ καὶ συζύγους, μεταλαμβάνουν γιὰ τελευταία φορὰ στὴν Ἁγια-Σοφιά, ἐμψυχώνουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον στὶς πολεμίστρες· οἱ ἱερὲς εἰκόνες περιφέρονται στὰ τείχη, προσευχὲς ἀναπέμπονται στοὺς οὐρανοὺς καὶ δάκρυα πόνου καὶ ἀγωνίας ποτίζουν τὴν γῆ. Ὁ Βασιλέας, πρῶτος στὴν μάχη, ἐμψυχώνει τοὺς στρατιῶτες του· συγκεντρώνει ἄρχοντες καὶ ἁπλοὺς στρατιῶτες καὶ τοὺς λέγει τὰ λόγια αὐτά, ὅπως μᾶς τὰ παραδίδει τὸ Χρονικὸν τοῦ Σφραντζῆ [2]. Λόγια ἀπὸ τὴν καρδιά, γεμάτα πόνο, συγκρατημένον ὅμως μέχρι τέλους, καὶ λόγια ἀπὸ τὸ μυαλὸ μαζί, λόγια πολεμιστοῦ, ψύχραιμου στρατιωτικοῦ ἡγήτορος, πρὸς στρατιῶτες καὶ συμπολεμιστές. Λόγια ἐπίγνωσης, στήριξης ψυχικῆς καὶ λελογισμένου θάρρους. Καὶ μαζὶ κάτι ἄλλο. Λόγια, ποὺ πέρα ἀπὸ τὴν λογοτεχνικὴ φροντίδα τοῦ ἱστοριογράφου τους, πέρα ἀπὸ τὸ γνήσιο αἴσθημα τῶν προσώπων ἐκεῖνες τὶς τραγικὲς στιγμές, παίρνουν και μιὰ ἄλλη, παράξενη χροιά· σὰν νὰ φέρνουν μαζί τους μιὰ μακρυνή, μαγικὴ ἀντήχησι· φθόγγους ἀγέλαστους καὶ ἀκαλλώπιστους καὶ ἀμύριστους [3] πλέον, ἠχώ χρησμῶν ἀπὸ ἀρχαῖες Θερμοπύλες, νότες μυθικῶν ραψωδῶν. Διότι ἐκεῖ, τότε, ἡ Ἱστορία παγώνει· ὁ ρυθμὸς τοῦ Χρόνου ἀλλάζει, οἱ Αἰῶνες συμπυκνώνονται· ἐκεῖ, τότε, λίγες ὧρες μόνον πρὶν ὁ Βασιλέας ἀνεβεῖ γιὰ τελευταία φορὰ στὰ τείχη καὶ ἡ Στιγμὴ ταυτιστεῖ μὲ τὴν Αἰωνιότητα καὶ ὁ Κωνσταντῖνος Δραγάσης Παλαιολόγος, ὁ Βασιλέας, ὁ Στρατιώτης, γίνει ἕνα μὲ τὴν αἰώνια Ψυχὴ τοῦ Γένους, ἐκεῖ ἐπάνω στὴν Πύλη τοῦ Ἁγίου Ρωμανοῦ, ὁ Μαρμαρωμένος Βασιληᾶς.

…Γνωρίζετε καλῶς, λέγει ὁ Βασιλέας, κατὰ τὸν Σφραντζῆ, ἀπευθυνόμενος πρὸς ἄρχοντες, στρατιῶτες καὶ λαό, ὅτι ἔρχεται ἡ κρίσιμη ἡμέρα. Σταθεῖτε ἀνδρείως, τοὺς λέγει. Σᾶς παραδίδω τὴν περίφημη πόλι καὶ πατρίδα μας, καὶ βασιλεύουσα τῶν πόλεων.

Γιὰ τέσσερα πράγματα ἀξίζει ὅλοι μας νὰ πεθάνουμε, γιὰ τὸ καθένα μόνο του ξεχωριστά: «πρῶτον μὲν ὑπὲρ τῆς πίστεως ἡμῶν καὶ εὐσεβείας, δεύτερον δὲ ὑπὲρ τῆς πατρίδος, τρίτον δὲ ὑπὲρ τοῦ βασιλέως ὡς χριστοῦ κυρίου, καὶ τέταρτον ὑπὲρ συγγενῶν καὶ φίλων». Καὶ τώρα κρίνονται καὶ τὰ τέσσερα αὐτὰ μαζί.

Ὁ ἀλιτήριος ὁ ἀμηρᾶς, τοὺς λέγει, ἔχει ὅλα τὰ πολεμικὰ μέσα. Καὶ ἐν τούτοις, ἀντέχουμε τόσον καιρὸ καὶ διορθώνουμε τὶς ζημιὲς τοῦ τείχους. Ἀπέναντι στὰ στίφη τῶν ἀσεβῶν καὶ τὶς πολεμικὲς μηχανές, δύο πράγματα ἔχουμε μόνον· πρῶτον μὲν τὴν πίστη στὴν ἀνίκητη δόξα τοῦ Θεοῦ, δεύτερον δὲ τὰ ἴδια μας τὰ χέρια καὶ τὴν ρωμαλαιότητά μας, τὰ ὁποία μᾶς ἐδώρισε ἡ θεία Δύναμις.

Σὺν Ἀθηνᾷ καὶ χεῖρα κίνει, συμβουλεύει ὁ Βασιλέας! Καὶ δίδει ὁδηγίες πραγματικοῦ στρατιωτικοῦ ἡγήτορος καὶ ἐκεῖνες ἀκόμη τὶς ὧρες, προπάντων ἐκεῖνες τὶς ὧρες, πῶς μὲ τὴν σωστὴ χρῆσι τῶν ἀσπίδων καὶ τῶν δοράτων θὰ ἀντιμετωπίσουν τὰ λυσσασμένα, θρασεῖα στίφη. Καὶ γνωρίζω, λέγει, ὅτι εἶστε ἄξιοι καὶ ἔμπειροι στρατιῶτες!

Καὶ συνεχίζει νὰ ἐμψυχώνει τοὺς στρατιῶτες του. Σὰν ζῶα ἄλογα καὶ χειρότεροι ἀκόμη ὁρμοῦν ἐπάνω μας ἀλαλάζοντας τὰ στίφη τῶν ἀσεβῶν, τοὺς λέγει. Γι᾿ αὐτὸ κι ἐσεῖς ἀντιμετωπίστε τους ὅπως οἱ κυνηγοὶ τοὺς ἄγριους χοίρους, γιὰ νὰ μάθουν οἱ ἀσεβεῖς ὅτι δὲν πολεμοῦν κατὰ ζώων ἀλόγων ὅπως εἶναι αὐτοί, ἀλλὰ κατὰ τῶν κυρίων καὶ ἀφεντῶν τους, ἀπογόνων Ἑλλήνων καὶ Ρωμαίων!

Ἐξιστορεῖ μετὰ ὁ Βασιλέας τὶς ἀδικίες ποὺ διέπραξε ὁ σουλτάνος καὶ τὶς χῶρες ποὺ κατέκτησε. Καὶ τώρα, καὶ αὐτὴν τὴν Βασιλεύουσα, τὴν πόλι τῆς Παναγίας, «καταφύγιον τῶν Χριστιανῶν, ἐλπίδα καὶ χαρὰν πάντων τῶν Ἑλλήνων, τὸ καύχημα πάσι τοῖς οὔσιν ὑπὸ τὴν τοῦ ἡλίου ἀνατολήν», τὴν Πόλι μας, τολμᾶ ὁ ἀσεβής νὰ ἀπειλεῖ. Θυμηθεῖτε τὰ ὅλα αὐτά, ἀδελφοί, τοὺς λέγει, ὥστε ἡ μνήμη καὶ ἡ φήμη καὶ ἡ ἐλευθερία σας νὰ γίνουν αἰώνιες.

Εὐχαριστεῖ στὴν συνέχεια ὁ Βασιλέας τοὺς Ἐνετούς, Λιγουρίτες (Γενουάτες) καὶ λοιποὺς ξένους συμπολεμιστές. Καὶ ἔπειτα ἀπευθύνεται πρὸς ὅλους, προτρέποντάς τους νὰ σταθοῦν στὶς θέσεις τους ὡς ἄξιοι στρατιῶτες.

Μὲ δάκρυα στὰ μάτια ὅλοι ἀπαντοῦν: «ἀποθάνωμεν ὑπὲρ τῆς Χριστοῦ πίστεως καὶ τῆς πατρίδος ἡμῶν». Καὶ ὁ Βασιλέας ἀκούγοντάς τους, μὴν συγκρατώντας οὔτε αὐτὸς πιὰ τὰ δάκρυά του, τοὺς εὐχαριστεῖ. Καὶ οἱ δυστυχεῖς Ρωμαῖοι, γράφει ὁ Σφραντζῆς, ἀκούοντες τὸν Βασιλέα, «καρδίαν ὡς λέοντες ἐποίησαν»· καὶ ἀγκαλιάζονταν δακρυσμένοι, συγχωροῦντες ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Ὁ Βασιλέας, ἀκολουθούμενος ἀπὸ ἄλλους πολλοὺς ἐπῆγε στὴν Ἅγια-Σοφιὰ καὶ μετέλαβε τὰ ἄχραντα μυστήρια. Καὶ μετὰ επέρασε ἀπὸ τὰ Ἀνάκτορα, γιὰ νὰ ἀποχαιρετίσει φίλους καὶ συγγενεῖς· «ἐν τῇδε τῇ ὥρᾳ τὶς διηγήσεται τοὺς τότε κλαυθμοὺς καὶ θρήνους τοὺς ἐν τῷ παλατίῳ; Εἰ καὶ ἀπὸ ξύλου ἄνθρωπος ἢ ἐκ πέτρας ἦν, οὐκ ἐδύνατο μὴ θρηνῆσαι», γράφει ὁ Σφραντζῆς. «Καὶ ἀναβὰς ἐφ᾿ ἵππου ἐξήλθομεν τῶν ἀνακτόρων περιερχόμενοι τὰ τείχη [...]»

Σημειώσεις:
[1] «Μεσημέρι ἀπὸ νύχτα». (Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Θάνατος καὶ Ἀνάστασις τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου»)

[2] Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζουμε ἐὰν καὶ πῶς ἀκριβῶς ἐμίλησεν ὁ Αὐτοκράτωρ· εἰκάζεται ἀπὸ ὁρισμένους μελετητὲς ὅτι ὁ Σφραντζῆς ἀνέπτυξε «κατ᾿ ἔννοιαν» συντομότερο λόγο τοῦ Αὐτοκράτορος, τὸν ὁποῖον λόγον ἀναφέρει στὴν ἔκθεσί του πρὸς τὸν πάπα τῆς Ρώμης ὁ καθολικὸς ἐπίσκοπος Λεονάρδος ὁ Χῖος (παρών, ὅπως καὶ ὁ Σφραντζῆς, στὴν Πόλι κατὰ τὴν Ἄλωσι), ἐπίσης ἀγνώστου ἀκριβείας. Ἀλλὰ ὁ λόγος ἐτοῦτος, καὶ ἐὰν δὲν γνωρίζουμε ἂν καὶ τὶ ἐλέχθη ἐκεῖνες τὶς ὧρες, ἐκφράζει πάντως, θεωρῶ, τὸ ἦθος τῶν στιγμῶν καὶ τῶν πρωταγωνιστῶν, ὅπως οἱ δημηγορίες τοῦ Θουκυδίδου.

[3] Ἡράκλειτος, Diels 92. («Σίβυλλα δὲ μαινομένωι στόματι καθ᾿ Ἡράκλειτον ἀγέλαστα καὶ ἀκαλλώπιστα καὶ ἀμύριστα φθεγγομένη χιλίων ἐτῶν ἐξικνεῖται τῆι φωνῆι διὰ τὸν θεόν.» (Πλούταρχος, «Περὶ τοῦ μὴ χρᾶν νῦν ἔμμετρα τὴν Πυθίαν», 6, 397a))


Τὸ πρωτότυπο κείμενο ἀπὸ τὸ Χρονικὸν τοῦ Σφραντζῆ (Φραντζῆ):

Γεωργίου Σφραντζῆ, Χρονικὸν

[...] Ἦν δὲ τοῦτο τῇ ἐβδόμῃ καὶ εἰκοστῇ τοῦ Μαΐου ἑσπέρᾳ. Ὁ δὲ ἀμηρᾶς προστάξας δὶ᾿ ὅλης ἐκείνης τῆς νυκτὸς καὶ τῆς ἐπιούσης ἡμέρας φῶτα καὶ φανοὺς ποιήσωσι, καὶ νήστεις δὶ᾿ ὅλης της ἡμέρας διατελέσωσι καὶ ἑπτάκις λουσθῶσι, καὶ τοῦ θεοῦ νήστεις καὶ καθαροὶ δεηθῶσιν, ὅπως τὴν πόλιν νικήσωσιν· ὃ καὶ ἐγένετο. Τῇ δὲ δευτέρᾳ ἑσπέρας ἐπὶ τὴν ἡλίου δύσιν μετὰ τὸ ἀριστῆσαι αὐτοὺς ὁ οὖν ἀμηρᾶς σταθεὶς δημηγορῶν ταῦτα ἔφη.

Οἱ ὑποσχέσεις τοῦ Μεχμὲτ B' τοῦ Πορθητοῦ πρὸς τὸν στρατό του, τὴν παραμονὴ τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως

«Ὦ τέκνα φίλτατα, παρὰ τοῦ θεοῦ καὶ τοῦ αὐτοῦ προφήτου Μωάμεθ καὶ ἐμοῦ τοῦ δούλου αὐτοῦ δέομαι καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς ἵνα ἐπὶ τὴν αὔριον ἄξιον ἔργον μνήμης αἰωνίου ποιήσητε, ὡς καὶ οἱ πρὸ ἡμῶν πανταχοῦ ἕως τοῦ νῦν, ὡς φανερόν ἐστιν, ἐποίησαν, καὶ μετὰ προθυμίας καὶ γενναιότητος καὶ μεγαλοψυχίας τοὺς τείχους ἄνωθεν μετὰ τῶν κλιμάκων ὡς πτερωτοὶ διέλθητε· καὶ τὴν φήμην ἥν οἱ πρὸ ἡμῶν, ὡς εἴπομεν, ἐκέρδησαν καὶ ὁ θεὸς ἐχαρίσατο, μὴ γένοιτο ἵνα ἡμεῖς ἀπολέσωμεν αὐτήν, ἀλλὰ μάλιστα νῦν ἡ ὥρα ἤγγικεν ἵνα αὐτήν, πολυπλασίως αὐξήσωμεν.» Καὶ ἑτέρους πολλοὺς λόγους στρατιωτικοὺς εἰπὼν αὐτοῖς διέγειρε τούτους εἰς μεγαλοψυχίαν, ἵνα γενναίως πράξωσιν. Εἶτα λέγει «Καὶ ἐὰν καὶ ἐξ ἡμῶν τινὲς ἀποκτανθῶσιν, ὡς ἔθος ἐστὶν ἐν τοῖς πολέμοις, γεγραμμένον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, καλῶς οἴδατε διὰ τοῦ ἡμετέρου καρᾶν τί φησιν ὁ προφήτης, ὅτι ὁ ἀποθανῶν ἐν καιρῷ τοιούτῳ ὁλόσωμος ἐν τῷ παραδείσῳ μετὰ τοῦ Μωάμεθ ἀριστήσει καὶ πιεῖ, καὶ μετὰ παίδων καὶ μετὰ γυναικῶν ὡραίων καὶ παρθένων ἐν τόπῳ χλοερῷ καὶ μεμυρισμένῳ ἄνθεσιν ἀναπαυθῇ, καὶ ἐν λουτροῖς ὡραιοτάτοις λουσθῇ, καὶ ἐν ἐκείνῳ τῷ τόπῳ ἐκ θεοῦ ἔξει ταῦτα. Ἐνταῦθα δὲ πάλιν ἐξ ἐμοῦ πᾶς ὁ ἐμὸς στρατὸς καὶ ἄρχοντες τῆς αὐλῆς μου, ἐὰν νικήσωμεν, ὁ μισθὸς ὅν ἔξουσι παρ᾿ ἐμοῦ, κατὰ τὴν ἀναλογίαν ἑκάστου διπλασίων ἔσται οὗ τὰ νῦν ἔχουσι, ὃς ἀπὸ τοῦ νῦν ἄρξηται ἕως τέλους τῆς ζωῆς αὐτῶν. Καὶ ἡμέραις τρισὶν ἡ πόλις πᾶσα ὑμῶν ἔσεται. Καὶ εἴ τι δ᾿ ἂν σκυλεύσητε καὶ εὕρητε χρυσίου καὶ ἀργυρίου σκεῦος καὶ ἱματισμόν, αἰχμαλώτους τε ἄνδρας καὶ γυναῖκας, μικρούς τε καὶ μεγάλους, οὐδεὶς δυνηθείη αὐτοὺς ὑμῖν αἰτῆσαι ἤ τι ἐνοχλῆσαι εἰς οὐδέν.» Καὶ τελειώσας τοῦ λέγειν ὤμοσεν αὐτοῖς φυλάξαι τὰ ὅσα αὐτοῖς διετάξατο. Οἱ δὲ ἀκούσαντες ἐχάρησαν λίαν, καὶ ἐν μιᾷ φωνῇ πάντες ἀλαλάξαντες ᾖσαν κατὰ τὴν ἐκείνων διάλεκτον «Ἀλλὰ ἀλλά· Μεεμέτη ῥεσοὺλ ἀλλά», τοῦτ᾿ ἐστιν ὁ θεὸς τῶν θεῶν καὶ ὁ Μουχαμέτης ὁ προφήτης αὐτοῦ.

Ἀκούσαντες δὲ ἡμεῖς ἐν τῇ πόλει τῆς τοσαύτης κραυγῆς ὡσεὶ ἦχον μέγαν θαλάσσης, ἐλογιζόμεθα τί ἆρα ἐστί· μετ᾿ ὀλίγον δὲ ἐμάθομεν βεβαίως καὶ ἐν ἀληθείᾳ ὅτι ἐπὶ τὴν αὔριον ὁ ἀμηρᾶς ἡτοίμασε χερσαῖον τὲ καὶ ὑδραῖον πόλεμον σφοδρῶς, ὅσον αὐτῷ ἦν δυνατόν, δῶσαι τῇ πόλει. Ἡμεῖς δὲ θεωροῦντες τοσοῦτον πλῆθος τῶν ἀσεβῶν, λέγω ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, ὄντως καθ᾿ ἕκαστον ἡμῶν πεντακόσιοι καὶ πλεῖον ἦσαν ἐξ᾿ αὐτῶν· καὶ εἰς τὴν ἄνω πρόνοιαν πάσας ἡμῶν τὰς ἐλπίδας ἀνεθέμεθα. Καὶ προστάξας ὁ βασιλεὺς ἵνα μετὰ τῶν ἁγίων καὶ σεπτῶν εἰκόνων καὶ τῶν θείων ἐκτυπωμάτων ἱερεῖς, ἀρχιερεῖς καὶ μοναχοί, γυναῖκές τε καὶ παιδία, μετὰ δακρύων διὰ τῶν τειχῶν τῆς πόλεως περιερχόμενοι τὸ κύριε ἐλέησον μετὰ δακρύων ἔκραζον, καὶ τὸν θεὸν ἱκέτευον ἵνα μὴ διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν παραδώσῃ ἡμᾶς εἰς χεῖρας ἐχθρῶν ἀνόμων καὶ ἀποστατῶν καὶ πονηροτάτων παρὰ πᾶσαν τὴν γῆν, ἀλλ᾿ ἵλεως γενήσεται ἡμῖν τῇ κληρονομίᾳ αὐτοῦ. Καὶ μετὰ κλαυθμοῦ ἀλλήλους ἀνεθαρρύνοντο ἵνα ἀνδρείως ἀντισταθῶσι τοῖς ἐναντίοις ἐπὶ τῇ ὥρᾳ τῆς συμπλοκῆς. Ὁμοίως δὲ καὶ ὁ βασιλεὺς τῇ αὐτῇ ὀδυνηρᾷ ἑσπέρᾳ τῆς δευτέρας συνάξας πάντας τοὺς ἐν τέλει ἄρχοντας καὶ ἀρχομένους, δημάρχους καὶ ἑκατοντάρχους καὶ ἑτέρους προκρίτους στρατιώτας ταῦτα ἔφη:

Ὁ λόγος τοῦ Αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου ΙΑ' Παλαιολόγου πρὸς τοὺς συμπολεμιστές του, τὴν παραμονὴ τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως

«Ὑμεῖς μέν, εὐγενέστατοι ἄρχοντες καὶ ἐκλαμπρότατοι δήμαρχοι καὶ στρατηγοὶ καὶ γενναιότατοι συστρατιώται καὶ πᾶς ὁ πιστὸς καὶ τίμιος λαός, καλῶς οἴδατε ὅτι ἔφθασεν ἡ ὥρα καὶ ὁ ἐχθρός της πίστεως ἡμῶν βούλεται ἵνα μετὰ πάσης τέχνης καὶ μηχανῆς ἰσχυροτέρως στενοχωρήσῃ ἡμᾶς, καὶ πόλεμον σφοδρὸν μετὰ συμπλοκῆς μεγάλης καὶ συρρήξεως ἐκ τῆς χέρσου καὶ θαλάσσης δώσῃ ἡμῖν μετὰ πάσης δυνάμεως, ἵνα, εἰ δυνατόν, ὡς ὄφις τὸν ἰὸν ἐκχύσῃ καὶ ὡς λέων ἀνήμερος καταπίῃ ἡμᾶς. [Βιάζεται] διὰ τοῦτο λέγω καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς ἵνα στῆτε ἀνδρείως καὶ μετὰ γενναίας ψυχῆς, ὡς πάντοτε ἕως τοῦ νῦν ἐποιήσατε, κατὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς πίστεως ἡμῶν. Παραδίδωμι δὲ ὑμῖν τὴν ἐκλαμπροτάτην καὶ περίφημον ταύτην πόλιν καὶ πατρίδα ἡμῶν καὶ βασιλεύουσαν τῶν πόλεων.

Καλῶς οὖν οἴδατε, ἀδελφοί, ὅτι διὰ τέσσαρά τινα ὀφειλέται κοινῶς ἐσμὲν πάντες ἵνα προτιμήσωμεν ἀποθανεῖν μᾶλλον ἢ ζῆν, πρῶτον μὲν ὑπὲρ τῆς πίστεως ἡμῶν καὶ εὐσεβείας, δεύτερον δὲ ὑπὲρ τῆς πατρίδος, τρίτον δὲ ὑπὲρ τοῦ βασιλέως ὡς χριστοῦ κυρίου, καὶ τέταρτον ὑπὲρ συγγενῶν καὶ φίλων. Λοιπόν, ἀδελφοί, ἐὰν χρεῶσταί ἐσμεν ὑπὲρ ἑνὸς ἐκ τῶν τεσσάρων ἀγωνίζεσθαι ἕως θανάτου, πολλῷ μᾶλλον ὑπὲρ πάντων τούτων ἡμεῖς, ὡς βλέπετε προφανῶς, καὶ ἐκ πάντων μέλλομεν ζημιωθῆναι. Ἐὰν διὰ τὰ ἐμὰ πλημμελήματα παραχωρήσῃ ὁ θεὸς τὴν νίκην τοῖς ἀσεβέσιν, ὑπὲρ τῆς πίστεως ἡμῶν τῆς ἁγίας, ἢν Χριστὸς ἐν τῷ οἰκείῳ αἵματι ἡμῖν ἐδωρήσατο, κινδυνεύομεν· ὅ ἐστι κεφάλαιον πάντων. Καὶ ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήσῃ τις καὶ τὴν ψυχὴν ζημιωθῇ, τί τὸ ὄφελος; Δεύτερον πατρίδα περίφημον τοιούτως ὑστερούμεθα καὶ τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν. Τρίτον βασιλείαν τὴν ποτὲ μὲν περιφανῆ, νῦν δὲ τεταπεινωμένην καὶ ὠνειδισμένην καὶ ἐξουθενωμένην ἀπωλέσαμεν, καὶ ὑπὸ τοῦ τυράννου καὶ ἀσεβοῦς ἄρχεται. Τέταρτον δὲ καὶ φιλτάτων τέκνων καὶ συμβίων καὶ συγγενῶν ὑστερούμεθα.

Αὐτὸς δὲ ὁ ἀλιτήριος ὁ ἀμηρᾶς πεντήκοντα καὶ ἑπτὰ ἡμέρας ἄγει σήμερον ἀφ᾿ οὗ ἡμᾶς ἐλθὼν ἀπέκλεισεν καὶ μετὰ πάσης μηχανῆς καὶ ἰσχύος καθ᾿ ἡμέραν τε καὶ νύκτα οὐκ ἐπαύσατο πολιορκῶν ἡμᾶς· καὶ χάριτι τοῦ παντεπόπτου Χριστοῦ κυρίου ἡμῶν ἐκ τῶν τειχῶν μετὰ αἰσχύνης ἄχρι τοῦ νῦν πολλάκις κακῶς ἀπεπέμφθη. Τὰ νῦν δὲ πάλιν, ἀδελφοί, μὴ δειλιάσητε, ἐὰν καὶ τεῖχος μερόθεν ὀλίγον ἐκ τῶν κρότων καὶ τῶν πτωμάτων τῶν ἑλεπόλεων ἔπεσε, διότι, ὡς ὑμεῖς θεωρεῖτε, κατὰ τὸ δυνατὸν ἐδιωρθώσαμεν πάλιν αὐτό. Ἡμεῖς πᾶσαν τὴν ἐλπίδα εἰς τὴν ἄμαχον δόξαν τοῦ θεοῦ ἀνεθέμεθα, οὗτοι ἐν ἄρμασι καὶ οὗτοι ἐν ἴπποις καὶ δυνάμει καὶ πλήθει, ἡμεῖς δὲ ἐν ὀνόματι κυρίου τοῦ θεοῦ καὶ σωτῆρος ἡμῶν πεποίθαμεν, δεύτερον δὲ καὶ ἐν ταῖς ἡμετέραις χερσὶ καὶ ῥωμαλαιότητι, ἢν ἐδωρήσατο ἡμῖν ἡ θεία δύναμις.

Γνωρίζω δὲ ὅτι αὕτη ἡ μυριαρίθμητος ἀγέλη τῶν ἀσεβῶν, καθὼς ἡ αὐτῶν συνήθεια, ἐλεύσονται καθ᾿ ἡμῶν μετὰ βαναύσου καὶ ἐπῃρμένης ὀφρύος καὶ θάρσους πολλοῦ καὶ βίας, ἵνα διὰ τὴν ὀλιγότητα ἡμῶν θλίψωσι καὶ ἐκ τοῦ κόπου στενοχωρήσωσι, καὶ μετὰ φωνῶν μεγάλων καὶ ἀλαλαγμῶν ἀναριθμήτων, ἵνα ἡμᾶς φοβήσωσι. Τὰς τοιαύτας αὐτῶν φλυαρίας καλῶς οἴδατε, καὶ οὐ χρὴ λέγειν περὶ τούτων. Καὶ ὥρᾳ ὀλίγῃ τοιαῦτα ποιήσωσι, καὶ ἀναριθμήτους πέτρας καὶ ἕτερα βέλη καὶ ἐλεβολίσκους ὡσεὶ ἄμμον θαλασσῶν ἄνωθεν ἡμῶν πτήσουσι· δι᾿ ὧν, ἐλπίζω γάρ, οὐ βλάψωσι, διότι ὑμᾶς θεωρῶ καὶ λίαν ἀγάλλομαι καὶ τοιαύταις ἐλπίσι τὸν λογισμὸν τρέφομαι, ὅτι εἰ καὶ ὀλίγοι πάνυ ἐσμέν, ἀλλὰ πάντες ἐπιδέξιοι καὶ ἐπιτήδειοι, ῥωμαλέοι τε καὶ ἰσχυροὶ καὶ μεγαλήτορες καὶ καλῶς προπαρασκευασμένοι ὑπάρχετε. Ταῖς ἀσπίσιν ὑμῶν καλῶς τὴν κεφαλὴν σκέπεσθε ἐπὶ τῇ συμπλοκῇ καὶ συρρήξει. Ἡ δεξιὰ ὑμῶν ἡ τὴν ῥομφαίαν ἔχουσα μακρὰ ἔστω πάντοτε. Αἱ περικεφαλαῖαι ὑμῶν καὶ οἱ θώρακες καὶ οἱ σιδηροῖ ἱματισμοὶ λίαν εἰσὶν ἱκανοὶ ἅμα καὶ τοῖς λοιποῖς ὅπλοις, καὶ ἐν τῇ συμπλοκῇ ἔσονται πάνυ ὠφέλιμα· ἃ οἱ ἐναντίοι οὐ χρῶνται, ἀλλ᾿ οὔτε κέκτηνται. Καὶ ὑμεῖς ἔσωθεν τῶν τειχῶν ὑπάρχετε σκεπόμενοι, οἱ δὲ ἀσκεπεῖς μετὰ κόπου ἔρχονται.

Διό, ὦ συστρατιῶται, γίνεσθε ἕτοιμοι καὶ στερεοὶ καὶ μεγαλόψυχοι διὰ τοὺς οἰκτιρμοὺς τοῦ θεοῦ. Μιμηθῆτε τοὺς ποτε τῶν Καρχηδονίων ὀλίγους ἐλέφαντας, πῶς τοσούτον πλῆθος ἵππων Ρωμαίων τῇ φωνῇ καὶ θέᾳ ἐδίωξαν· καὶ ἐὰν ζῷον ἄλογον ἐδίωξε, πόσον μᾶλλον ἡμεῖς οἱ τῶν ζῴων καὶ ἀλόγων ὑπάρχοντες κύριοι, καὶ οἱ καθ᾿ ἡμῶν ἐρχόμενοι ἵνα παράταξιν μεθ᾿ ἡμῶν ποιήσωσιν, ὡς ζῷα ἄλογα, καὶ χείρονες εἰσιν. Αἱ πέλται ὑμῶν καὶ ῥομφαῖαι καὶ τὰ τόξα καὶ ἀκόντια πρὸς αὐτοὺς πεμπέτωσαν παρ᾿ ὑμῶν. Καὶ οὕτως λογίσθητε ὡς ἐπὶ ἀγρίων χοίρων καὶ πληθὺν κυνήγιον, ἵνα γνώσωσιν οἱ ἀσεβεῖς ὅτι οὐ μετὰ ἀλόγων ζῴων, ὡς αὐτοί, παράταξιν ἔχουσιν, ἀλλὰ μετὰ κυρίων καὶ αὐθέντων αὐτῶν καὶ ἀπογόνων Ἑλλήνων καὶ Ῥωμαίων.

Οἴδατε καλῶς ὅτι ὁ δυσσεβὴς αὐτὸς ὁ ἀμηρᾶς καὶ ἐχθρός της ἁγίας ἡμῶν πίστεως, χωρὶς εὐλόγου αἰτίας τινὸς τὴν ἀγάπην ἢν εἴχομεν ἔλυσεν, καὶ τοὺς ὅρκους αὐτοῦ τοὺς πολλοὺς ἠθέτησεν ἀντ᾿ οὐδενὸς λογιζόμενος, καὶ ἐλθὼν αἰφνιδίως φρούριον ἐποίησεν ἐπὶ τὸ στενόν του Ἀσωμάτου, ἵνα καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν δύνηται βλάπτειν ἡμᾶς. Τοὺς ἀγροὺς ἡμῶν καὶ κήπους καὶ παραδείσους καὶ οἴκους ἤδη πυριαλώτους ἐποίησε· τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν τοὺς Χριστιανούς, ὅσους εὖρεν, ἐθανάτωσε καὶ ᾐχμαλώτευσε· τὴν φιλίαν ἡμῶν ἔλυσε. Τοὺς δὲ τοῦ Γαλατᾶ ἐφιλίωσε, καὶ αὐτοὶ χαίρονται, μὴ εἰδότες καὶ αὐτοὶ οἱ ταλαίπωροι τὸν τοῦ γεωργοῦ παιδὸς μῦθον, τοῦ ἐψήνοντος τοὺς κοχλίας καὶ εἰπόντος ὦ ἀνόητα ζῷα καὶ τὰ ἑξῆς.

Ἐλθὼν οὖν, ἀδελφοί, ἡμᾶς ἀπέκλεισε, καὶ καθ᾿ ἑκάστην τὸ ἀχανὲς αὐτοῦ στόμα χάσκων, πῶς εὕρῃ καιρὸν ἐπιτήδειον ἵνα καταπίῃ ἡμᾶς καὶ τὴν πόλιν ταύτην, ἥν ἀνήγειρεν ὁ τρισμακάριστος καὶ μέγας βασιλεὺς Κωνσταντῖνος ἐκεῖνος, καὶ τῇ πανάγνῳ τε καὶ ὑπεράγνῳ δεσποίνῃ ἡμῶν θεοτόκῳ καὶ ἀειπαρθένῳ Μαρίᾳ ἀφιέρωσεν καὶ ἐχαρίσατο τοῦ κυρίαν εἶναι καὶ βοηθὸν καὶ σκέπην τῇ ἡμετέρᾳ πατρίδι καὶ καταφύγιον τῶν Χριστιανῶν, ἐλπίδα καὶ χαρὰν πάντων τῶν Ἑλλήνων, τὸ καύχημα πᾶσι τοῖς οὖσιν ὑπὸ τὴν τοῦ ἡλίου ἀνατολήν. Καὶ οὗτος ὁ ἀσεβέστατος τήν ποτε περιφανῆ καὶ ὀμφακίζουσαν ὡς ῥόδον τοῦ ἀγροῦ βούλεται ποιῆσαι ὑπ᾿ αὐτόν. Ἣ ἐδούλωσε σχεδόν, δύναμαι εἰπεῖν, πᾶσαν τὴν ὑφ᾿ ἥλιον καὶ ὑπέταξεν ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτῆς Πόντον καὶ Ἀρμενίαν, Περσίαν καὶ Παφλαγονίαν, Ἀμαζόνας καὶ Καππαδοκίαν, Γαλατίαν καὶ Μηδίαν, Κολχοὺς καὶ Ἴβηρας, Βοσφοριανοὺς καὶ Ἀλβάνους, Συρίαν καὶ Κιλικίαν καὶ Μεσοποταμίαν, Φοινίκην καὶ Παλαιστίνην, Ἀραβίαν τε καὶ Ἰουδαίαν, Βακτριανοὺς καὶ Σκύθας, Μακεδονίαν καὶ Θετταλίαν, Ἑλλάδα, Βοιωτίαν, Λοκροὺς καὶ Αἰτωλούς, Ἀκαρνανίαν, Ἀχαΐαν καὶ Πελοπόννησον, Ἤπειρον καὶ τὸ Ἰλλυρικόν, Λυχνίτας κατὰ τὸ Ἀνδριατικόν, Ἰταλίαν Τουσκίνους, Κελτοὺς καὶ Κελτογαλάτας, Ἰβηρίαν τε καὶ ἕως τῶν Γαδείρων, Λιβύαν καὶ Μαυρητανίαν καὶ Μαυρουσίαν, Αἰθιοπίαν, Βελέδας Σκούδην, Νουμιδίαν καὶ Ἀφρικὴν καὶ Αἴγυπτον, αὐτὸς τὰ νῦν βούλεται δουλῶσαι, καὶ τὴν κυριεύουσαν τῶν πόλεων ζυγῷ ὑποβαλεῖν καὶ δουλείᾳ, καὶ τὰς ἁγίας ἐκκλησίας ἡμῶν, ἔνθα ἐπροσκυνεῖτο ἡ ἁγία τριὰς καὶ ἐδοξολογεῖτο τὸ πανάγιον, καὶ ὅπου οἱ ἄγγελοι ἠκούοντο ὑμνεῖν τὸ θεῖον καὶ τὴν ἔνσαρκον τοῦ θεοῦ λόγου οἰκονομίαν, βούλεται ποιῆσαι προσκύνημα τῆς αὐτοῦ βλασφημίας καὶ τοῦ φληναφοῦ αὑτοῦ ψευδοπροφήτου Μωάμεθ, καὶ κατοικητήριον ἀλόγων καὶ καμήλων.

Λοιπόν, ἀδελφοὶ καὶ συστρατιῶται, κατὰ νοῦν ἐνθυμήθητε ἵνα τὸ μνημόσυνον ὑμῶν καὶ ἡ μνήμη καὶ ἡ φήμη καὶ ἡ ἐλευθερία αἰωνίως γενήσηται.»

Καὶ στραφεὶς πρὸς τοὺς Ἑνετοὺς ἐν τοῖς δεξιοῖς μέρεσιν ἱσταμένους ἔφη: «Ἑνετοὶ εὐγενεῖς, ἀδελφοὶ ἠγαπημένοι ἐν Χριστῷ τῷ θεῷ, ἄνδρες ἰσχυροὶ καὶ στρατιῶται δυνατοὶ καὶ ἐν πολέμοις δοκιμώτατοι, οἳ διὰ τῶν ἐστιλβωμένων ὑμῶν ῥομφαίων καὶ χάριτος πολλάκις πλῆθος τῶν Ἀγαρηνῶν ἐθανατώσατε, καὶ τὸ αἷμα αὐτῶν ποταμειδῶς ἐκ τῶν χειρῶν ὑμῶν ἔρρευσε, τῇ σήμερον παρακαλῶ ὑμᾶς ἵνα τὴν πόλιν ταύτην τὴν εὐρισκομένην ἐπὶ τοσαύτῃ συμφορᾷ τοῦ πολέμου ὁλοψύχως καὶ ἐκ μέσου ψυχῆς γένητε ὑπερασπισταί. Οἴδατε γὰρ καλῶς, καὶ δευτέραν πατρίδα καὶ μητέρα αὐτὴν ἀενάως εἴχετε· διὸ καὶ ἐκ δευτέρου πάλιν λέγω καὶ παρακαλῶ ἵνα ἐν αὐτῇ ὥρᾳ ὡς φιλοπιστοί τε καὶ ὁμόπιστοι καὶ ἀδελφοὶ ποιήσητε.»

Εἶτα στραφεὶς ἐν τοῖς ἀριστεροῖς μέρεσι λέγει τοῖς Λιγουρίταις: «Ὦ Λιγουρῖται, ἐντιμότατοι ἀδελφοί, ἄνδρες πολεμισταὶ καὶ μεγαλοκάρδιοι καὶ φημιστοί, καλῶς οἴδατε καὶ γινώσκετε ὅτι ἡ δυστυχὴς αὕτη πόλις πάντοτε οὐκ ἐμοὶ μόνον ὑπῆρχεν, ἀλλὰ καὶ ὑμῖν διὰ πολλά τινα αἴτια. Ὑμεῖς μὲν πολλάκις μετὰ προθυμίας αὐτῇ ἐβοηθήσατε, καὶ συνδρομῇ ὑμετέρᾳ ἐλυτρώσατε ἀπὸ τῶν Ἀγαρηνῶν τῶν αὐτῆς ἐναντίων. Τὰ νῦν πάλιν ὁ καιρός ἐστιν ἐπιτήδειος ἵνα δείξητε εἰς βοήθειαν αὐτῆς τὴν Χριστῷ ἀγάπην καὶ ἀνδρίαν καὶ γενναιότητα ὑμῶν.»

Καὶ πληθυντικῶς στραφεὶς πρὸς πάντας εἶπεν: «Οὐκ ἔχω καιρὸν εἰπεῖν ὑμῖν πλείονα. Μόνον τὸ τεταπεινωμένον ἡμέτερον σκῆπτρον εἰς τὰς ὑμῶν χεῖρας ἀνατίθημι, ἵνα αὐτὸ μετ᾿ εὐνοίας φυλάξητε. Παρακαλῶ δὲ καὶ τοῦτο καὶ δέομαι τῆς ὑμετέρας ἀγάπης, ἵνα τὴν πρέπουσαν τιμὴν καὶ ὑποταγὴν δώσητε τοῖς ὑμετέροις στρατηγοῖς καὶ δημάρχοις καὶ ἑκατοντάρχοις, ἕκαστος κατὰ τὴν τάξιν αὑτοῦ καὶ τάγμα καὶ ὑπηρεσίαν. Γνωρίσατε δὴ τοῦτο. Καὶ ἐὰν ἐκ καρδίας φυλάξητε τὰ ὅσα ἐνετειλάμην ὑμίν, ἐλπίζω εἰς θεὸν ὡς λυτρωθείημεν ἡμεῖς τῆς ἐνεστώσης αὐτοῦ δικαίας ἀπειλῆς. Δεύτερον δὲ καὶ ὁ στέφανος ὁ ἀδαμάντινος ἐν οὐρανοῖς ἐναπόκειται ὑμῖν, καὶ μνήμη αἰώνιος καὶ ἄξιος ἐν τῷ κόσμῳ ἔσεται.» Καὶ ταῦτα εἰπὼν καὶ τὴν δημηγορίαν τελέσας καὶ μετὰ δακρύων καὶ στεναγμῶν τὸν θεὸν εὐχαριστήσας, οἱ πάντες ὡς ἐξ ἑνὸς στόματος ἀπεκρίναντο μετὰ κλαυθμοῦ λέγοντες «ἀποθάνωμεν ὑπὲρ τῆς Χριστοῦ πίστεως καὶ τῆς πατρίδος ἡμῶν.» Ἀκούσας δὲ ὁ βασιλεὺς καὶ πλεῖστα εὐχαριστήσας καὶ πλείστας δωρεῶν ἐπαγγελίας αὐτοῖς ἀπηγγείλατο. Εἶτα πάλιν λέγει. «Λοιπόν, ἀδελφοὶ καὶ συστρατιῶται, ἕτοιμοι ἔστε τῷ πρωΐ, Χάριτι καὶ ἀρετῇ τῇ παρὰ τοῦ θεοῦ ὑμῖν δωρηθείσῃ, καὶ συνεργούσης τῆς ἁγίας τριάδος, ἐν ᾗ τὴν ἐλπίδα πᾶσαν ἀνεθέμεθα, ποιήσωμεν τοὺς ἐναντίους μετὰ αἰσχύνης ἐκ τῶν ἐντεῦθεν κακῶς ἀναχωρήσωσιν.»

Ἀκούσαντες δὲ οἱ δυστυχεῖς Ῥωμαῖοι καρδίαν ὡς λέοντες ἐποίησαν, καὶ ἀλλήλοις συγχωρηθέντες ᾔτουν εἷς τῷ ἑτέρῳ καταλλαγῆναι, καὶ μετὰ κλαυθμοῦ ἐνηγκαλίζοντο, μήτε φιλτάτων τέκνων μνημονεύοντες οὔτε γυναικὼν ἢ πλούτου φροντίζοντες, εἰ μὴ μόνον τοῦ ἀποθανεῖν ἵνα τὴν πατρίδα φυλάξωσι. Καὶ ἕκαστος ἐν τῷ διατεταγμένῳ τόπῳ ἐπανέστρεψε, καὶ ἀσφαλῶς ἐποίουν ἐν τοῖς τείχεσι τὴν φυλακήν. Ὁ δὲ βασιλεὺς ἐν τῷ πανσέπτῳ ναῷ τῆς τοῦ θεοῦ λόγου σοφίας ἐλθὼν καὶ προσευξάμενος μετὰ κλαυθμοῦ τὰ ἄχραντα μυστήρια μετέλαβεν. Ὁμοίως καὶ ἕτεροι πολλοὶ τῇ αὐτῇ νυκτὶ ἐποίησαν. Εἶτα ἐλθὼν εἰς τὰ ἀνάκτορα ὀλίγον σταθεὶς καὶ ἐκ πάντων συγχώρησιν αἰτήσας, ἐν τῇδε τῇ ὥρᾳ τίς διηγήσεται τοὺς τότε κλαυθμοὺς καὶ θρήνους τοὺς ἐν τῷ παλατίῳ; Εἰ καὶ ἀπὸ ξύλου ἄνθρωπος ἢ ἐκ πέτρας ἦν, οὐκ ἐδύνατο μὴ θρηνῆσαι.

Καὶ ἀναβὰς ἐφ᾿ ἵππου ἐξήλθομεν τῶν ἀνακτόρων περιερχόμενοι τὰ τείχη [...]
Λέξεις-κλειδιὰ γιὰ τὸ Google: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος Σφραντζής Φραντζής Χρονικό Άλωση Πόλης Κωνσταντινούπολη Πόλη 1453