«Tὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική· τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου. Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου.» (Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἄξιον ἐστί»)

Σελίδες Πατριδογνωσίας - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ὀρθοδοξία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ὀρθοδοξία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2011

Νύχτα γιομάτη θαύματα

   Τὶ κρῖμα ποὺ δὲν ἔχουμε πιὰ χριστουγεννιάτικες φάτνες στὴν πόλι μας.

   Ἀποκτήσαμε τέχνες καὶ ἐπιστῆμες, πολυκαταστήματα καὶ χρηματιστήρια, ἀκριβὰ δῶρα καὶ ἑορταστικὲς λιχουδιὲς καὶ λαμπερὰ φῶτα καὶ στολίδια καὶ κατακόκκινους τροφαντοὺς ἁγιοβασίληδες -τώρα φτωχαίνουν, ξεθωριάζουν κι αὐτά-, κι ὅμως, ἡ παγωνιὰ μᾶς κυκλώνει ὁλοένα... τὸ βαθὺ σκοτάδι, ἡ ἄκαρδη νύχτα... ἡ νύχτα γυμνώνει τὰ λαμπερὰ στολίδια, ξεραίνει τὶς γευστικὲς λιχουδιές... κυκλώνει τὴν ψυχή, πυκνώνει... μέχρι καὶ ὁ φόβος καὶ ἡ ἀγωνία νὰ παγώσῃ... καὶ τότε, ὅταν ὅλα πιὰ τὰ σκεπάσῃ τὸ παγερὸ σκοτάδι, κάτω κι ἀπ᾿ αὐτό, μιὰ ἄλλη, βαθύτερη, ξεχασμένη νύχτα... μιὰ ἄλλη νύχτα, νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια.
   Βαθὺ σκοτάδι, παγωνιά.
   Καὶ στ᾿ αὐτιὰ τῶν βοσκῶν ἀγγελικὲς ψαλμωδίες.
   Κι ὁ μικρὸς Χριστούλης στὴν ἀγκαλιὰ τῆς Παναγίας, στὴν φάτνη τῶν ἀλόγων.

   Τὶ κρῖμα ποὺ δὲν ἔχουμε πιὰ χριστουγεννιάτικες φάτνες στὴν πόλι μας.
   Μεγαλώνουμε, μαθαίνουμε, πλουτίζουμε κι «ἐκσυγχρονιζόμεθα»· καὶ νοσταλγοῦμε τὴν χαμένη ζεστασιὰ τῆς φάτνης.

   Καλὰ Χριστούγεννα!

Φάτνη Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, Κρύα Ἰτεῶν Πατρῶν
(Χριστούγεννα 2011)

Φάτνη Διάβας Καλαμπάκας
(Χριστούγεννα 2011)

* * *

Ἐπιστολὴ τοῦ Δημήτρη Λιαντίνη σὲ φίλο του τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1970, ἀπὸ τὸ Μόναχο ὅπου ἐσπούδαζε.

       Μόναχο, 25-12-1970

  Χριστούγεννα καὶ τοῦτα. Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς κατάδικους, ὅσοι δὲν εἶναι δυὸ-δυὸ στὸ κελλί, καὶ τοὺς μοναχούς, κείνους ποὺ δὲν ζοῦν σὲ κοινόβια, ἀλλὰ σὲ σκῆτες, καὶ τοὺς λιγοστούς, πού ᾿χουνε τὴ δική μου τρέλλα, δὲν θὰ τὰ πέρασε ἄλλος ὅπως ἐγώ. Οὔτε μιὰ καλημέρα, οὔτε μιὰ εὐχή, οὔτε ἑνὸς ἀνθρώπου μάτι καὶ γέλιο. Ἔχω ἕνα χοντρὸ κερὶ στὸ κηροπήγιο καὶ μέρα νύχτα καίει. Τράβηξα τὶς κουρτίνες νὰ κλείσω τὸ φῶς γιὰ νὰ μὴν βλέπουν τὰ μάτια καὶ κιοτέψει ἡ ψυχὴ κι ὅλη τὴ μέρα τραμπαλίζομαι στὴν καρέκλα μου, σκεπάζομαι ἀπὸ γαλάζιους καπνοὺς καὶ κολυμπάω στὸν ποταμὸ τῆς ἀμίλητης ὕπαρξής μου. Μόνο τ᾿ αὐτιὰ ἄφησα ἀσφάλιστα -σὰν τὸν Ὀδυσσέα- γιὰ νὰ φτάνει ὣς τὴ σπηλιά μου ὁ γιορτερὸς θόρυβος ἀπὸ τὸ μακρυνὸ βάθος τῆς πολιτείας. Κι ἔρχοναι φευγαλέα μπροστά μου εἰκόνες ἀπὸ τὰ πλούσια Γόμμορα καὶ τὴν ἀκόλαστη Πομπηία, γιὰ νὰ μοῦ θυμίζουν τὸν ξεπεσμένο ἄνθρωπο, ποὺ ὅμως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τοῦ φορτώσουμε τὴν ἐνοχή. Μόνο τὸ μεσημέρι κουμπώθηκα ὣς τὸ λαιμὸ καὶ τράβηξα μιὰ βόλτα στὸν μεγάλο κῆπο τῆς πόλης. Περπάτησα ὥρα πολλὴ ἀπάνου στὰ χιόνια, ἀγνάντεψα τὸ ποταμάκι, τὶς πάπιες, τὰ περιστεράκια ποὺ κρυώνανε καὶ μαλάκωσε λίγο ἡ ψυχὴ καὶ τὸ παράπονο. Χιόνι... παγωνιά, πλοῦτος ποὺ σὲ χτυπάει στὰ μάτια. Ὕστερα ξαναγύρισα στηλώθηκα, σὰν φάντασμα, πάλι μπροστὰ στὴ λαμπάδα καὶ κυλᾶνε οἱ ὧρες, κι ὅλας ἕντεκα, ἀπάνου στὸ καλτιρίμι τῆς διαμαρτυρίας, ποὺ δὲν θὰ ζητήσει ἀνταμοιβή. Παρ᾿ ὅλα τοῦτα δὲν θὰ πρέπει νὰ λησμονήσω νὰ σοῦ πῶ ὅτι εἶμαι καὶ κομμάτι χαρούμενος. Κάτι κατάλαβα ἀπὸ τὸ θᾶμα τῆς Ἅγιας νύχτας.
  Ἵσως περισσότερα ἀπ᾿ ὅσα πιστεύω.

       Δικός σου
       Δημήτρης


* * *

Αὐτὴ εἶναι νύχτα θαυμάτων

Τοῦ Ἠλία Μπαζίνα
«Φίλαθλος», 24 Δεκ. 2006

Το ρίγος της προσμονής εκείνων που θα έλθουν

   Υπάρχει, τελικά, ένα Χριστουγεννιάτικο Θαύμα! Όλοι το βλέπουν. Όλοι το νοιώθουν. Κανένας δεν μπορεί να το εξηγήση. Έχει να κάνει με πολλά πράγματα μαζί. Το τρυφερό, θαμπό, βορεινό φως της μέρας, που πεθαίνει πρόωρα, για να σύρη πίσω της μια μεγάλη, θριαμβική, ολόφωτη νύχτα, ακόμα πιο τρυφερή. Μια νύχτα γεμάτη προσμονές άγνωστης χαράς, γεμάτη νάνους, μάγους και καλικάτζαρους που δεν φοβίζουν αλλά χαμογελάνε, γιατί αυτή είναι νύχτα θαυμάτων. Από όλα το πιο μεγάλο είναι η ανάσταση του παιδιού μέσα μας. Του παιδιού που πήγαινε να κοιμηθή την παραμονή, ακούγοντας ακόμα τους μεγάλους να μιλάνε και να τραγουδάνε και προσπαθώντας να μην αφήση τα βλέφαρά του να βαρύνουν για να μη χάση το μεσονύχτιο θαύμα. Και πάντα το έχανε αλλά τι σημασία είχε αφού το θαύμα είχε συντελεσθή. Και το παιδί ξυπνούσε στα καθαρά, δροσερά του σεντόνια και σκιρτούσε καθώς του 'ρχόταν η ανάμνηση ότι ξημέρωνε μεγάλη γιορτή! Με το άρωμα από τα φρέσκα κουλουράκια στα ρουθούνια του, το προνομιούχο νέο πλάσμα βίωνε την αθανασία, τη μόνη που υπάρχει. Μνήμες από έναν κόσμο υπέροχης άγνοιας, ΠΡΙΝ από το προπατορικό αμάρτημα. Όταν τα πάντα είναι ζωή, το αντίθετό της δεν υπάρχει. Και η μόνη αλήθεια είναι το ρίγος της προσμονής εκείνων που θα έλθουν, το προμάντεμα του έρωτα, η προετοιμασία για το υπέροχο ταξίδι, την εξερεύνηση του κόσμου με τα μυστικά και τις ομορφιές και τους κινδύνους του. Κινδύνους που δεν φοβερίζουν, απλά ξεσηκώνουν.

   Είναι κρίμα ότι το παιδί αυτό δεν γίνεται να επιζήση όταν πεθάνη ο άνθρωπος που το κρατούσε κρυμμένο, ζεστό και ασφαλές, στον κόρφο της ψυχής του. Θα του άξιζε να έχη άλλη, καλύτερη μοίρα. Ίσως είναι το μόνο κομμάτι μας που θα άξιζε να ζήση αιώνια. Και αυτή η ανάγκη και η αναζήτηση και η νοσταλγία, η αφόρητη του αιώνιου παιδιού είναι που ξαναφουντώνει μέσα μας τα Χριστούγεννα. Είναι μια μικρή ανάσταση, μια αναγέννηση προσωρινή πραγμάτων πολύτιμων και στην ουσία χαμένων. Είναι ρηχή και στείρα η θεώρηση ότι τα πάντα γύρω από τα Χριστούγεννα είναι ένα σκηνικό, με μοναδικό στόχο το τζίρο. Είναι σίγουρα και αυτό. Δεν θα κατάφερναν όμως τίποτα όλοι αυτοί, που ΝΟΜΙΖΟΥΝ ότι μας πιάνουν κορόιδα, αν εμείς οι ίδιοι δεν θέλαμε την κοροϊδία. Εν γνώσει μας.

   Το ξέρουμε ότι η «Άγια Νύχτα» είναι ένα ζαχαρωτό, χαζοχαρούμενο τραγουδάκι. Το ξέρουμε πως υπάρχουν κι εκείνοι που υποφέρουν. Τα Χριστούγεννα επιτρέπεται να παραβλέπουμε, γιατί τα Χριστούγεννα είναι ο γυρισμός μας -ημών των βροτών- στην αγνότητα και στην αθανασία. Τόσο πρόσκαιρη επιστροφή! Την δικαιούμαστε μια φορά το χρόνο. Δεν μας κάνει χειρότερους ανθρώπους. Ίσως μας κάνει και καλύτερους, ΑΝ καταφέρουμε να την προεκτείνουμε στην υπόλοιπη ζωή μας σαν χρέος ευτυχίας. Η ευδαιμονία πρέπει να γεννάη ευδαιμονία. Το τερατώδες είναι το ότι συχνά αυτό δεν συμβαίνει, όχι το ότι επιτρέπεται και λίγη ευδαιμονία σε μια ζωή έτσι κι αλλοιώς λίγη. Και η «Άγια Νύχτα», η σαχλούτσικη, είναι τελικά ένα πανέμορφο τραγουδάκι, που τραγουδήθηκε περισσότερο από κάθε άλλο στον κόσμο. Μη θεοποιούμε το «σωστό» και το «σημαντικό» ΤΟΣΟ ώστε να καταντήσει εργαλείο ΚΑΚΙΑΣ. Μια ζωή χωρίς το επουσιώδες και το παραμυθένιο είναι μια παγίδα γεμάτη εγωισμούς, μοχθηρίες, θέσφατα, ΠΡΕΠΕΙ, τύψεις. Άρνηση ΧΑΡΑΣ.

   Μη μιλάμε λοιπόν για «ευδαιμονισμό» και παραισθήσεις και ψεύτικες επιστροφές στο τίποτα! Υπάρχει ένα κομμάτι των εορτών, που σίγουρα είναι ψεύτικο. Μεγάλο, πολύ μεγάλο κομμάτι! Υπάρχει και το κομμάτι το πραγματικό. ΟΛΟΙ το έχουμε νοιώσει. Γιατί το αρνούμαστε; Αφού υπάρχει, ας το αφήσουμε να κάνει το νηπενθές, παυσίπονο έργο του. Δεν είναι αρετή το να του κλείσουμε την ψυχή μας. Ίσως είναι και κακία. Και για την κακία υπάρχει ΤΟΣΟΣ χρόνος, μα τόσος χρόνος, Θεέ μου! «Αρκετόν τη ημέρα η κακία αυτής». Αρκετόν τω έτει η κακία αυτού. Αρκετόν τω βίω η κακία αυτού...

Χαρά στο νταηλίκι

   Αν το θέμα μας είναι «να μην παρασυρθούμε» στον ψεύτικο κόσμο των παραισθήσεων, είναι ΤΟΣΟ ΕΥΚΟΛΟ! Ίχνος μαγκιάς δικής μας δεν χρειάζεται. ΟΛΑ τα όνειρα είναι εύθραυστα, φευγαλέα σαν την πρωινή πάχνη. Χαρά στο νταηλίκι, να θρυμματίσης ένα όνειρο! Ένας ακόμα βανδαλισμός, τί μπορεί να αλλάξη προς το καλύτερο; Τελικά, το πραγματικό ΨΕΜΑ είναι αυτός! Ο βανδαλισμός, σαν έκφραση... υγείας, ρεαλισμού, πραγματισμού. Το κουτάβι που κούρνιασε στην αγκαλιά μου (πάει πάνω από μισός αιώνας και δεν το ξέχασα) μέχρι να αφήση την τελευταία του πνοή από την κακοπάθεια, ήταν μια μικρή, εύθραυστη, φευγαλέα αλήθεια. Το ΨΕΜΑ ήταν εκείνοι, που το πέταξαν, θεωρώντας πως έκαναν κάποιο πράγμα, που λέγεται ΣΩΣΤΟ. Ενώ δεν ήταν παρά μια έκφραση ΕΞΟΥΣΙΑΣ εκ μέρους όντων, που δεν έχουν εξουσία σε τίποτα! Δεν μπόρεσαν να δουν το κουτάβι σαν ΟΜΟΙΟ τους. Ενώ ΣΙΓΟΥΡΑ δεν ξέφυγαν κι εκείνοι τη δική του τύχη. Τί είναι αυτό το «ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΣΑΝ»; Δύναμη; Αδυναμία είναι! Ψεύτικη δύναμη. Ψέμα...

   Αφήστε το όνειρο να κουρνιάση στον κόρφο σας, σαν κάτι ζωντανό. Και μη ντρέπεστε γι' αυτό. Ευλογία είναι. Θα σας ανταμείψη με μια γλυκειά ανάμνηση. Κάποια ώρα που θα την έχετε ανάγκη. Καλά Χριστούγεννα!

Ἡ Γέννησις τοῦ Κυρίου, φορητὴ εἰκόνα, Βυζαντινὸν Μουσεῖον Ἀθηνῶν, 15ος αἰ.· ἴσως ἔργο τοῦ ζωγράφου Ἀγγέλου.

+ Κείμενα τοῦ Ἠλία Μπαζίνα
+ Ἕνα ἀκόμη ἄρθρο τοῦ Ἠλία Μπαζίνα γιὰ τὰ Χριστούγεννα (25-12-1998): «Γιὰ τὸ ξέσκισμα... καὶ τὸ παντελόνιασμα, τὶ θὰ ἔλεγε σήμερα ὁ Ἰησοῦς Χριστός...»
+ «Ἀνάλυση τῆς θεολογίας τῆς εἰκόνας τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ», ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγοπούλου, 11-11-2005 [Φλόγα] [Πατερικός]· Ἀρχιμανδρίτης Γεράσιμος Φραγκουλάκης, «Ἡ εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ»)

* * *

Εὐφραίνεσθε δίκαιοι,
οὐρανοὶ ἀγαλλιᾶσθε,
σκιρτήσατε τὰ ὄρη,
Χριστοῦ γεννηθέντος.
Παρθένος καθέζεται
τὰ Χερουβὶμ μιμουμένη,
βαστάζουσα ἐν κόλποις
Θεόν Λόγον σαρκωθέντα.
Ποιμένες τὸν τεχθέντα δοξάζουσι,
Μάγοι τῷ Δεσπότῃ δῶρα προσφέρουσιν,
Ἄγγελοι ἀνυμνοῦντες λέγουσιν,
Ἀκατάληπτε Κύριε, δόξα σοι.

(Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, 7ος-8ος αἰ.)

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

Γειά καὶ χαρά σου, αἴγαγρε!

Τοῦ αἰγάγρου

Ὁ Ἀνδρέας Ἐμπειρίκος σὲ πανικὸν (ἤτοι ἐκ τοῦ Πανός) οἶστρον.

Πήδηξε ὁ αἴγαγρος καὶ στάθηκε σὲ μιὰ ψηλὴ κορφή. Στητὸς καὶ ρουθουνίζοντας κοιτάζει τὸν κάμπο καὶ ἀφουγκράζεται πρὶν ἄλλο σκίρτημα σὲ ἄλλη κορφὴ τὸν πάῃ.

Τὰ μάτια του λάμπουν σὰν κρύσταλλα καὶ μοιάζουν μὲ μάτια ἀετοῦ, ἢ ἀνθρώπου ποὺ μέγας οἶστρος τὸν κατέχει. Τὸ τρίχωμά του εἶναι στιλπνὸ καὶ ἀνάμεσα στὰ πισινά του πόδια, πίσω καὶ κάτω ἀπ’ τὸ κεντρί του, τὸ μέγα σήμαντρον τῆς ἀπολύτου ὀρθοδοξίας ταλαντευόμενον σὲ κάθε σάλεμά του, βαριὰ καὶ μεγαλόπρεπα κουνιέται.

Κάτω ἐκτείνεται ὁ κάμπος μὲ τὰ λερὰ μαγνάδια του καὶ τὶς βαρειὲς καδένες.
Ὁ αἴγαγρος κοιτάζει καὶ ἀφουγκράζεται. Ἀπὸ τὸν κάμπο ἀνεβαίνει μιὰ μυριόστομη κραυγὴ ἀνθρώπων πνευστιώντων.

«Αἴγαγρε! Αἴγαγρε! Ἔλα σὲ μᾶς γιὰ νὰ χαρῆς καὶ νὰ μᾶς σώσῃς.»

Ὁ αἴγαγρος κοιτάζει καὶ ἀφουγκράζεται. Ὅμως δὲν νοιάζεται καθόλου γιὰ ὅλου τοῦ κάτω κόσμου τὴν βοὴ καὶ τὴν ἀντάρα. Στέκει στητὸς στὰ πόδια του, καὶ ὅλο μυρίζει τὸν ἀέρα, σηκώνοντας τὰ χείλη του σὰν σὲ στιγμὲς ὀχείας.

«Αἴγαγρε! Αἴγαγρε! Ἔλα σὲ μᾶς γιὰ νὰ εὐφρανθῆς καὶ νὰ μᾶς σώσῃς. Θὰ σὲ λατρέψουμε ὡς Θεό. Θὰ κτίσουμε ναοὺς γιὰ σένα. Θἄσαι ὁ τράγος ὁ χρυσός! Καὶ ἀκόμη θὰ σοῦ προσφέρουμε πλούσια ταγὴ καὶ ὅλα τὰ πιὸ ἀκριβὰ μανάρια μας… Γιὰ δές!»

Καὶ λέγοντας οἱ ἄνθρωποι τοῦ κάμπου ἔσπρωχναν πρὸς τὸ βουνὸ ἕνα κοπάδι ἀπὸ μικρὲς κατσίκες σπάνιες, ἀπὸ ράτσα.

Ὁ Αἴγαγρος στέκει ἀκίνητος καὶ ὀσμίζεται ἀκόμη τὸν ἀέρα. Ἔπειτα, ξαφνικά, ὑψώνει τὸ κεφάλι του καὶ ἀφήνει μέγα βέλασμα, ποὺ ἀντηχεῖ ἐπάνω καὶ πέρα ἀπ’ τὰ φαράγγια σὰν γέλιο λαγαρό, καὶ μονομιᾶς, μὲ πήδημα γοργό, σὰν βέλος θεόρατο ἢ σὰν διάττων, ἀκόμη πιιο ψηλὰ πετιέται.

Γειά καὶ χαρά σου, Αἴγαγρε! Γιατί νὰ σοῦ φαντάξουν τὰ λόγια τοῦ κάμπου καὶ οἱ φωνές του; Γιατί νὰ προτιμήσῃς τοῦ κάμπου τὰ κατσίκια; Ἔχεις ὅ,τι χρειάζεσαι ἐδῶ καὶ γιὰ βοσκὴ καὶ γιὰ ὀχεῖες καὶ κάτι παρὰ πάνω, κάτι πού, μά τὸν Θεό, δὲν ἤκμασε ποτὲ κάτω στοὺς κάμπους -ἔχεις ἐδῶ τὴν Λευτεριά!

Τὰ κρύσταλλα ποὺ μαζώχθηκαν καὶ φτιάξαν τὸν Κρυστάλλη, ὁ Διονύσιος Σολωμὸς ὁ Μουσηγέτης, ὁ Ἀνδρέας ὁ πρωτόκλητος καὶ πρωτοψάλτης Κάλβος, ὁ Περικλῆς Γιαννόπουλος ποὺ ἑλληνικὰ τὰ ἤθελε ὅλα κ’ ἔκρυβε μέσα του, βαθιά, μία φλογερὴ ψυχὴ Σαβοναρόλα, ὁ μέγας ταγὸς ὁ Δελφικός, ὁ Ἀρχάγγελος Σικελιανὸς ποὺ ἔπλασε τὸ Πάσχα τῶν Ἑλλήνων καὶ ἀνάστησε (Πάσχα καὶ αὐτὸ) τὸν Πάνα, ὁ ἐκ τοῦ Εὐξείνου ποιητὴς ὁ Βάρναλης ὁ Κώστας , αἱ βάτοι αἱ φλεγόμεναι, ὁ Νῖκος Ἐγγονόπουλος καὶ ὁ Νικήτας Ράντος, ὁ Ὀδυσσεὺς Ἐλύτης, ποὺ τὴν ψυχὴ του βάφτισε στὰ ἰωνικὰ νερὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἀρχιπελάγους, ὁ ἐκ Λευκάδος ποιητής, αὐγερινὸς καὶ ἀποσπερίτης, ὁ Νάνος Βαλαωρίτης, αὐτοὶ καὶ λίγοι ἄλλοι, αὐτοὶ ποὺ πῆραν τὰ βουνά, νὰ μὴν τοὺς φάη ὁ κάμπος, δοξολογοῦν τὸν οἶστρο σου καὶ τὸ πυκνό σου σπέρμα, γιὲ τοῦ Πανὸς καὶ μίας ζαρκάδας Ἀφροδίτης.

Γειά καὶ χαρά σου, Αἴγαγρε, ποὺ δὲν ἀγαπᾶς τοὺς κάμπους ! Τί νὰ τοὺς κάνῃς; Ὁ ἥλιος ἐδῶ, κάθε πρωί, σηκώνεται ἀνάμεσα στὰ κέρατά σου! Στὰ μάτια σου λάμπουν οἱ ἀστραπὲς τοῦ Ἰεχωβὰ καὶ ὁ ἵμερος ὁ ἄσβηστος τοῦ Δία, κάθε φορά ποὺ σπέρνεις ἐδῶ, στὰ θηλυκά σου, τὴν ἔνδοξη καὶ ἀπέθαντη γενιά σου!

Γειά καὶ χαρά σου, Αἴγαγρε, ποὺ δὲν θὰ πᾶς στοὺς κάμπους! Γειά καὶ χαρά σου, ποὺ πατᾶς τὰ νυχοπόδαρά σου στῶν ἀπορρώγων κορυφῶν τὰ πιὸ ὑψηλὰ Ὡσαννά!

Εἶπα καὶ ἐλάλησα, Αἴγαγρε, καὶ ἁμαρτίαν οὐκ ἔχω.

(Ἀνδρέας Ἐμπειρίκος, «Τοῦ αἰγάγρου»,  ἀπὸ τὴν «Ὀκτάνα», Γλυφάδα, 12-7-1960)

(Ἀπὸ τὸ ἱστολόγιον «Ἀρετή ΚΑΙ Τόλμη» καὶ τὸ ΥπΠο/ΕΚεΒι/Ἔτος Ἐμπειρίκου 2001.)


* * *

Γειά καὶ χαρά σου, αἴγαγρε, ποὺ δὲν ἀγαπᾷς τοὺς κάμπους

Βοσκοὶ στὴν κορυφὴ τοῦ Παρνασσοῦ (φωτ. Frédéric Boissonnas, 1903)

Τὸ 1966 ὁ Ἀλέξης Δαμιανὸς γυρίζει τὴν περίφημη ταινία του, «Μέχρι τὸ πλοῖο».

Ἡ καθοδική, καὶ πτωτική, πορεία τοῦ ἀνθρώπου, ἀπὸ τὴν αὐθεντικότητα, μοναξιὰ καὶ ἐλευθερία τοῦ σκληροῦ καὶ κακοτράχαλου ἀλλὰ ἁγνοῦ ὄρους, στὴν εὐκολία τοῦ κάμπου καὶ στὴν ἀλλοτρίωσι, στὴν παρακμή, καὶ ἴσως μεγαλύτερη μοναξιά, τῆς πόλης, τοῦ λιμανιοῦ, τελικῶς τῆς ξενιτιᾶς...

Στὶς κορυφὲς τῶν βουνῶν, ἡ αὐθεντικότητα, ἡ ἐλευθερία. Ἴσως, ὅμως, μόνον γιὰ τὸν ὑπεράνθρωπο; Ἢ για τὸν ἀετὸ τοῦ Ὀλύμπου τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ, ἢ τὸν Αἴγαγρο τοῦ Ἐμπειρίκου. Ὁ ἥρωάς μας ἀναγκάζεται νὰ κατεβῇ χαμηλότερα.
«Ὅλοι ἐμεῖς κατρακυλᾶμε καὶ ξενιτευόμαστε σὰν τὰ κοτρώνια ποὺ ἄμα καὶ ξεριζωθοῦμε κατρακυλᾶμε στὸ καταράχι.»

Ἐργάζεται σκληρὰ στὸ σιδεράδικο τοῦ φίλου του, στὴν ράχη τοῦ βουνοῦ. Ἐκεῖ, οἱ πρώτες τριβές. Γιὰ τὸν ἔρωτα τῆς Λενιῶς -ἤδη τὸ πρῶτο θηλυκόν, πτωτικὸν στοιχεῖον!-, ἡ φιλία δοκιμάζεται.
«Ὅλοι εἴμαστε ἁμαρτωλοί. Κι ὁ δεσπότης τὸ ἴδιο. Κι ἐσύ...»

Μὲ πείσμα ὁ ἥρωάς μας χτυπᾷ τὸ σίδερο στὸ ἀμόνι, γιὰ νὰ μαλακώσῃ τὴν πιὸ κι ἀπὸ τὸ σίδερο δοκιμαζόμενη καρδιά του.

Φεύγει. Χαμηλότερα, κατὰ τὸν κάμπο. Ἡ φυσικὴ ζωή, οἱ χυμοὶ τῆς ζωῆς καὶ τοῦ ἔρωτα μὲ τὴν ζουμερὴ βοσκοπούλα, τὴν Νανότα.
Ὁ αἴγαγρος καὶ τὸ ἀγριοκάτσικο

(Ἀνεπανάληπτο ρητὸ ἀπὸ τὴν ταινία, αὐτὸ τοῦ νεαροῦ βοσκόπουλου, τὸ ὁποῖο τρέχει κάθε τόσο νὰ συμμαζέψῃ τὴν ἐξημμένη ἀπὸ ὑπερχειλίζοντες χυμοὺς βοσκοπούλα, ὅπως ἔτρεχε ἀκριβῶς νὰ συμμαζέψῃ καὶ τὶς γίδες κατὰ τὴν περίοδο τῆς γονιμότητος, καὶ ἀφοῦ τελικῶς συμπεραίνει ὅτι κάθε προσπάθεια συμμαζέματος τῆς ἀσυμμάζευτης εἶναι μάταιη: «Μὴ σώσει καὶ γκαστρωθεῖ! Ἐγὼ δὲν δίνω δεκάρα!»)

Ἀλλὰ ὁ κάμπος ἤδη συνιστᾷ πτῶσιν. Καὶ στὰ ὅριά του περνᾷ ὁ ἐπαρχιακὸς δρόμος. Καὶ ὁ δρόμος φέρνει τὴν ψεύτικη κι ἀπατηλὴ λάμψι τῆς πόλης. Ἡ γριὰ τσιγγάνα ξεγελᾷ τὴν βοσκοπούλα. Καὶ ἡ βοσκοπούλα, θέλοντας νὰ γνωρίσῃ τὰ φῶτα τῆς πόλης, παίρνει τὸν δρόμο, κι ἡ ψεύτρα τσιγγάνα τὴν πουλᾷ πόρνη στὸν ἀπατεώνα προαγωγό. Κι ὁ ἥρωάς μας ξεβράζεται τελικῶς κι αὐτός, στὴν πόλη, στὸ λιμάνι.

Ἐκεῖ, σ᾿ ἕνα μικρὸ διαμέρισμα, μαζὶ μὲ ἕνα ζευγάρι ποὺ διαλύεται. Ἡ τριβὴ καὶ ἡ φθορά. Ἡ διάψευσις. Καὶ μόνη διέξοδος, τὸ καράβι γιὰ τὴν Αὐστραλία.

* * *

Ὁ Ἐμπειρίκος, ὁ Σικελιανὸς καὶ ὁ Παλαμᾶς
Πῶς ἐπεξεργάζονται οἱ τρεῖς ποιητὲς τὸν μῦθο τοῦ Πανὸς καὶ τοῦ Διονύσου καὶ πῶς συνθέτουν τὴ συγκρητιστικὴ θεολογία τους


Τοῦ Παντελῆ Μπουκάλα
(«Η Καθημερινή», 17 Ἰουλ. 2001)

Ένας από τους κομβικούς μύθους του Εμπειρίκου είναι ο μύθος του αθάνατου θεού Πανός, ο οποίος αφήνει ανεξίτηλα τα ίχνη του σε όλο το έργο του ποιητή. Στην Παγκόσμιο Συμπολιτεία της Νέας Εποχής, στον «Μεγάλο Ανατολικό», «η επίσημος θρησκεία ήτο η του Πανός», ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και στο επιμνημόσυνο κείμενό του για τη Μαρία Βοναπάρτη ο ποιητής δεν λησμονεί «τους λαγαρούς αυλούς του αιωνίου Πανός». Πόσο θα αυθαιρετούσαμε άραγε αν υποθέταμε ότι ο Εμπειρίκος αναδέχεται και επανεγγράφει, σαφώς μετατοπίζοντάς το και μετατονίζοντάς το, ένα από τα πολλά θέματα της ιδιαίτερα εκτεταμένης παλαμικής ποίησης; Στο «Αργώ ή Πλους αεροστάτου», λοιπόν, ο Πέντρο Ραμίρεθ κραυγάζει: «Ο Μέγας Παν δεν πέθανε! Ο Μέγας Παν δεν πεθαίνει!» Η κραυγή ετούτη, που επιχειρεί να αντισταθεί στην ιστορία, στην ιστορία των θρησκειών και των παθών, έχει ήδη ακουστεί σχεδόν με τα ίδια λόγια το 1897, στη συλλογή του Κωστή Παλαμά «'Ιαμβοι και ανάπαιστοι», έστω κι αν αυτό δεν το θυμόμαστε περισσότερο απ' όσο θυμόμαστε ότι το μοτίβο της γραφής στην άμμο υπήρξε (και) παλαμικό («Κάτου στην άμμο του γιαλού μια μέρα, μακριά της, / εκεί που μόνος έστεκα έγραψα τ' όνομά της...») πριν κατοχυρωθεί, και διά της μελοποιήσεως, στον Σεφέρη («Πάνω στην άμμο την ξανθή / γράψαμε τ' όνομά της...»). Έγραφε λοιπόν ο Παλαμάς:


«Η γη μας γη των άφθαρτων/αερικών και ειδώλων,/πασίχαρος και υπέρτερος/θεός μας είν' ο Απόλλων.//Στα εντάφια λευκά σάβανα/γυρτός ο Εσταυρωμένος/είν' ολόμορφος Αδωνις / ροδοπεριχυμένος.// Η αρχαία ψυχή ζει μέσα μας/αθέλητα κρυμμένη·/ο Μέγας Παν δεν πέθανε,/όχι· ο Παν δεν πεθαίνει!»

Προϊστορία

Ως υποκείμενη τόσο στο ποίημα του Παλαμά όσο και στο κείμενο του Εμπειρίκου μπορούμε να θεωρήσουμε ένα σημαδιακό χωρίο στο έργο του Πλούταρχου «Περί των εκλελελοιπότων χρηστηρίων»: Ένα καράβι αναγκάζεται να αράξει στους Παξούς και μια φωνή από το νησί καλεί τον Αιγύπτιο κυβερνήτη να αναγγείλει, όταν θα περάσει από το Παλώδες, ότι «Παν ο μέγας τέθνηκεν». Κι όταν αυτός το ανάγγειλε, εγένετο «μέγας στεναγμός άμα θαυμασμώ μεμιγμένος». Ο θάνατος του θεού, ως θάνατος του κατά φύσιν βίου, του ιμέρου ή της Αρχαίας Θρησκείας, υπήρξε ερεθιστικός για όλες τις μορφές της τέχνης στη διάρκεια των αιώνων, όπως τεκμηριώνεται και στο βιβλίο του Σερ Τζον Μπόρντμαν «Ο μέγας θεός Παν. Η επιβίωση μιας εικόνας». Από αυτό το λαμπρό δοκίμιο αποσπώ μερικούς στίχους της Αγγλίδας ποιήτριας Ελίζαμπεθ Μπάρετ Μπράουνιγκ, σε μετάφραση του Άρη Μπερλή: «Η θλιβερή κραυγή σηκώθηκε/και έσβησε μακρόσυρτη στον αέρα / μελαγχολική κι απεγνωσμένη./Και άκουσα τα λόγια που είπε:/Πέθανε ο Παν. Απέθανε ο μέγας Παν,/ο Παν, ο Παν απέθανε.»

Είναι αναγκαίο ωστόσο να συνυπολογίσουμε στους πιθανούς γεννήτορες της εμπειρίκειας αναβάθμισης του μύθου του Πανός τη διαπραγμάτευσή του από τον Άγγελο Σικελιανό, με τον οποίο άλλωστε ο Εμπειρίκος μοιράζεται, εκτός των άλλων, τη λογική των ανοιχτόκαρδων εγκωμίων προς ομοτέχνους· από τις σικελιανικές «ωδές» για τον Μαβίλη, τον Βαλαωρίτη, τον Παλαμά, τον Παπαδιαμάντη, την Πολυδούρη, τον Μαλακάση έως τους ύμνους για τους Μπεάτους, ο δρόμος είναι ομαλός. Ο ίδιος ο Εμπειρίκος, πάντοτε αυθόρμητα ειλικρινής και τρυφερός που τους άλλους ποιητές, στο ποίημα «Του Αιγάγρου» της «Οκτάνας» τιμά τον «Αρχάγγελο Σικελιανό που έπλασε το Πάσχα των Ελλήνων και ανάστησε (Πάσχα και αυτό) τον Πάνα». Ίσως θα ήταν πιο κοντά στα πράγματα και στα ονόματα αν έλεγε ότι ο Σικελιανός ανάστησε τον Διόνυσο, εντούτοις, για να προσοικειωθεί τον αναστάσιμο λόγο του Σικελιανού και να τον εντάξει στο δικό του κοσμολογικό-θεολογικό σύστημα, μεταβαίνει από τον Διόνυσο στον σχεδόν μόνιμο συνοδό του και ενίοτε ταυτόσημό του, τον Πάνα. Δεν λείπει βέβαια ο Παν από τη σικελιανική ποίηση, δεν δεσπόζει όμως, εφόσον «αιώνιος θεός» ονομάζεται ο Διόνυσος, λ.χ. στο ποίημα «Ελεύτερα Δωδεκάνησα». Στο «Πέμπτο Ευαγγέλιο» του έργου «Πάσχα των Ελλήνων», «μικρή καμπάνα εφώναζε τρεμάμενη τον Πάνα», ενώ με το ποίημα «Ο Παν» ο Σικελιανός αινεί τον τράγο («άρχος και ταγός»), ευκρινή υπόσταση ενός θεού «αιγιπόδη δικέρωτος πολυκρότου ηδυγέλωτος» κατά τον σχετικό Ομηρικό Ύμνο, τον οποίο «τον είδαν οι αθάνατοι / κι όλοι τους τότε στην ψυχή τους καταχάρηκαν / και προπαντός ο Βάκχειος Διόνυσος· / και Πάνα τον ονόμασαν γιατί πάντων τις φρένες έτερψε» (κατά τη μετάφραση του Δημήτρη Παπαδίτσα και της Ελένης Λαδιά).

Τα πράγματα δεν είναι ποτέ ευθύγραμμα βεβαίως, αργότερα πάντως, στην υπερρεαλιστική ήπειρο, ο τράγος θα γίνει Αίγαγρος, στο ποίημα «Του Αιγάγρου» το οποίο, συν τοις άλλοις, μας βεβαιώνει πόσο δημοτικός ήταν εντέλει ο καθαρεύων λόγος του Εμπειρίκου: «Πήδηξε ο αίγαγρος και στάθηκε σε μια ψηλή κορφή. Στητός και ρουθουνίζοντας κοιτάει τον κάμπο και αφουγκράζεται πριν άλλο σκίρτημα σε άλλη κορφή τον πάη. Τα μάτια του λάμπουν σαν κρύσταλλα και μοιάζουν με μάτια αετού ή ανθρώπου που μέγας οίστρος τον κατέχει. Το τρίχωμά του είναι στιλπνό και ανάμεσα στα πισινά του πόδια, πίσω και κάτω απ' το κεντρί του, το μέγα σήμαντρον της απολύτου ορθοδοξίας ταλαντευόμενον σε κάθε σάλεμά του, βαριά και μεγαλόπρεπα κουνιέται.»

Συγκρητισμός

Ο Σικελιανός λοιπόν συνθέτει τη θεολογία του με άξονα τον «Ελεύτερο Θεό» Διόνυσο, τον «Εσταυρωμένο Βάκχο». «Ω Πάσχα, / πανσεβάσμιο Πάσχα! / Ω Ιακχε! / Απόλλωνα! / Ιησού!» αναφωνεί στο ποίημά του «Διόνυσος-Ιησούς», μια από τις διαυγέστερες εκτυπώσεις του συγκρητιστικού του πάθους, που φέρνει στο νου το ποίημα «Άρτος και Οίνος» του Φρίντριχ Χέλντερλιν. «Ω Λόγε-Διόνυσε! (...) Τεράστιε Βάκχε! (..) Ω Λόγε-Ελλάδα» επανέρχεται στο ποίημα «Απόλλων Διονυσόδοτος». «Γλυκό μου βρέφος, Διόνυσέ μου και Χριστέ μου» προσεύχεται στο «Διόνυσος επί λίκνω», για να κορυφώσει την τέχνη του στο εξαίσιο ποίημα «Μέγιστον μάθημα» που απολήγει (δηλαδή ανοίγει) με την εξής κατά του θανάτου νικητήρια αποστροφή: «Ό,τ' έχει σμίξει με το Διόνυσο κι ως μέσα/το μυστικόν εγεύτη Θάνατο βαθιά του/πριχού το θάνατο τον άλλο αντικρίσει,/δεν σταματά μεσοστρατίς στην Αιωνιότη,/μα, ως την πνοή του όλη την ξόδεψε στο δώρο/και την ψυχή του την εγύμνωσεν η Αγάπη,/γυμνό θα πάρει της Αβύσσου το στεφάνι!»

Ο Εμπειρίκος, υλικότερος, σωματικότερος, οργανωτής μιας χθόνιας θεολογίας, στο ποίημά του «Το μέγα βέλασμα ή Παν-Ιησούς Χριστός» του 1964 μετακινείται από τον σικελιανικό Διόνυσο-Χριστό στον Πάνα-Χριστό (προφανής και σημαίνουσα η αναλογία των δύο τίτλων) και δοξολογεί, επίσης με συγκρητιστικό πάθος (αν θυμηθούμε τον Λόγο-Αμνό του χριστιανικού συστήματος) «το βέλασμα του ωραίου αμνού, του αμνού-κριού του αίροντος τας αμαρτίας του κόσμου».

* * *

Δεῖτε ἐπίσης:
Ἄγγελος Σικελιανός, «Πὰν ὁ Μέγας». Ἡ δεύτερη ὁμιλία τοῦ Σικελιανοῦ ὑπὸ τὸν τίτλο «Πὰν ὁ Μέγας», ἐκφωνήθηκε ἀπὸ τὸν ποιητὴ στὶς 19 Φεβρουαρίου 1909. Ἀγγέλου Σικελιανοῦ, «Κήρυγμα Ἡρωισμοῦ», ἐκδ. Ἴκαρος, 2004.

(Ἐδῶ ὁ νεαρὸς Σικελιανὸς οἰστρηλατεῖται ἀπὸ τὸν Πάνα, ὄχι ἀπὸ τὸν Διόνυσο· μάλιστα ἀντικρούει τὸν Νίτσε καὶ τὴν περὶ Ἑλλάδος καὶ Διονύσου ἄποψι τοῦ τελευταίου.)

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2009

Βλέμμα ἀπὸ ἀλλοῦ

Θὰ πληροφορηθήκατε ἀσφαλῶς τὴν ἀνακάλυψι τοῦ καταπληκτικοῦ ψηφιδωτοῦ μὲ τὸν «ἑξαπτέρυγο ἄγγελο» τῆς Ἁγια-Σοφιᾶς. Θαυμᾶστε το σὲ ὑψηλὴ ἀνάλυσι.

Ἁγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως, ἄγγελος Σεραφείμ (ψηφιδωτό). (Φωτογραφία: «Frankfurter Allgemeine», 26-7-2009.)
...Ἔτσι! Ἔτσι! Ἄντε, βγαίνει ὁσονούπω καὶ ὁ Μαρμαρωμένος! Ἀκονίζουμε ξίφη, γυαλίζουμε θώρακες καὶ περικεφαλαῖες!

Μεταφέρω τὸ ρεπορτάζ [antinews.gr] [foreignpress-gr.com]:

«Εμφανίσθηκε ο «Εξαπτέρυγος Άγγελος» της Αγίας Σοφίας μετά από 160 χρόνια μοναξιάς

»Η συγκλονιστική μορφή του λεγόμενου «εξαπτέρυγου Αγγέλου» της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη, εμφανίσθηκε μετά από 160 χρόνια σιωπής και απουσίας, μπροστά στα έκπληκτα και συγκινημένα βλέμματα των μελών της ομάδας αναστήλωσης του μοναδικού αυτού θρησκευτικού μνημείου.

»Πρόσφατα, κατά τις εργασίες αναστήλωσης της Αγία Σοφίας, οι ειδικοί εντόπισαν τυχαία ένα από αυτά τα μωσαϊκά και μετά από προσεκτικές εργασίες απομάκρυνσης της μάσκας και των 6-7 στρωμάτων γύψου, αποκαλύφθηκε ο άγγελος με τα έξι φτερά. Το μωσαϊκό σε μια πρώτη εκτίμηση πιθανολογείται ότι δημιουργήθηκε τον 9ο ή 14ο αιώνα, ενώ η πραγματική του ηλικία θα καθοριστεί κατόπιν των μελετών που θα κάνουν τα μέλη του Ανώτατου Επιστημονικού Συμβουλίου της Αγίας Σοφίας. Η ανακάλυψη έλαβε τεράστια δημοσιότητα στην Τουρκία και αναμεταδίδεται με εκτενή ρεπορτάζ και σχόλια απο τα ΜΜΕ.

»Ο τελευταίος που είχε δει την εικόνα του «Εξαπτέρυγου Αγγέλλου» ήταν ο Ελβετός Αρχιτέκτονας Gaspare Fossati, που είχε διενεργήσει τις εργασίες αποκατάστασης της Αγίας Σοφίας την περίοδο 1847-1849, κατ' εντολή του Σουλτάνου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Αμπντουλμετζίτ. Τότε, ο Fossati και ο αδελφός του ανακάλυψαν και φωτογράφησαν αυτά τα μωσαϊκά που περιλάμβαναν και την μορφή του Αγγέλου (πιθανολογείται ότι το ψηφιδωτό αναπαριστά τον αρχάγγελο Σεραφείμ που προστατεύει το Θρόνο του Θεού). Η μοναδική ανακάλυψη του Fossati δεν συγκίνησε και πολύ τον Σουλτάνο ο οποίος διέταξε το ψηφιδωτό του «Εξαπτέρυγου Αγγέλου» να καλυφθεί ξανά με γύψο και να τοποθετηθούν πάνω του μεταλλικές μάσκες. Οι φωτογραφίες των αδελφών Fossati αποτελούσαν μέχρι σήμερα την μοναδική πηγή απόδειξης του ανεπανάληπτου αυτού μωσαϊκού. Ο άγγελος με τα έξι φτερά έχει διαστάσεις 1,5x1 μέτρο, και έχει διατηρηθεί σε πολύ καλή κατάσταση.»

Σχόλιον:
Κατ᾿ ἀρχάς, διόρθωσις: Δὲν ὑπάρχει «ἀρχάγγελος Σεραφείμ» – ἔλεος! Ὑπάρχει Τάγμα Ἀγγέλων Σεραφείμ, ἕνα ἀπὸ τὰ 9 Τάγματα Ἀγγέλων καὶ τὸ εὐρισκόμενο πλησιέστερα στὸν Θρόνο τοῦ Θεοῦ (σύμφωνα μὲ τὸν μεγάλο μυστικὸ τοῦ χριστιανισμοῦ «ψευδο-»Διονύσιο τὸν Ἀρεοπαγίτη.

Οἱ Τοῦρκοι, πάντως, εἶναι ἔξυπνοι (εἰς ἀντίθεσιν μὲ τοὺς τσιφτετέλληνες). Κάποτε προσπαθοῦσαν νὰ κρύψουν ἢ καὶ νὰ ἐξαφανίσουν τὸ ἀρχαῖο καὶ μεσαιωνικὸ ἑλληνικὸ παρελθὸν τῆς Μικρασίας. Τώρα, ἀναδεικνύουν καὶ προβάλλουν καὶ ἐκμεταλλεύονται οἱ Τοῦρκοι τὸ παρελθόν τους, τὴν ἱστορία τους καὶ τὴν κληρονομιά τους -διότι δικά τους τὰ θεωροῦν-, καὶ εἶναι ὑπερήφανοι γι᾿ αὐτά. (Καὶ γιατὶ ὄχι δηλαδή· ἂς τιμοῦν τὸ ἴδιο τουλάχιστον οἱ Ἕλληνες τὰ δικά τους.)

Χαρακτηριστικὸ -ἔως ἐξωφρενικὸ- παράδειγμα τὸ τουρκικὸ πλοῖο τῆς... ἀρχαίας Φώκαιας, τὸ ὁποῖο ὁδεύει γιὰ τὴν Μασσαλία (ἐν μέσῳ ἀντιδράσεων Ἀρμενίων, Ἑλλήνων τῆς Γαλλίας καὶ Γάλλων [ἀνανέωσις 2-8-2009: ...«θερμὴ» ὑποδοχὴ ἀπὸ τοὺς Μασσαλιῶτες]), ἀφοῦ πρῶτα ὕψωσε τὴν τουρκικὴ σημαία χωρὶς καμμία ἀντίδρασι στὴν Ἱερὰ Πόλι Μεσολλογγίου τῶν νῦν ραγιαδελλήνων.

Κυριακή 11 Μαΐου 2008

11 Μαΐου 330 μ.Χ.: Ἐγκαίνια τῆς Βασιλεύουσας τοῦ Γένους μας

11 Μαΐου 330 μ.Χ.: Ἐγκαίνια τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο.
Ἡ Βασιλεύουσα Πόλις ἐπί 1100 χρόνια παρέμεινε ὁ προμαχὼν τοῦ Γένους μας.

Κώστας Χατζηαντωνίου, «Ἐθνικισμός καὶ Ἑλληνικότητα»
(ἐκδ. «Πορθμός», 2003, σελ. 216-224)

Ελληνισμός και Αυτοκρατορία

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είναι μια μυθική χώρα της λαϊκής συνείδησης. Εκεί είναι οι απαρχές του Νέου Ελληνισμού. Εκεί ανασαίνουν οι πατέρες μας. Ξένοι προς αρχαιολατρικές μονομέρειες και διεθνικές ιδεοληψίες, την αυτοκρατορία αυτή οι Έλληνες την αγάπησαν όσο τίποτε άλλο. Δομέστικοι και πατρικίες, ακρίτες και βασιλείς γοήτευσαν τη λαϊκή παράδοση, τη μήτρα του εθνικού μας πολιτισμού. Το αντίκρυσμα της κατεχόμενης Πόλης είναι τραύμα ανεπούλωτο. Όσο και αν η γνώση και ο χρόνος γκρέμισαν τις ιδανικές φωνές, τους αγαπημένους μύθους, κάθε Έλληνα τον πιάνει απέραντη θλίψη όταν σταθεί μονάχος απέναντι στην Πόλη, την Αγιά-Σοφιά, στα νερά που χρυσίζει η μνήμη, στις πέτρες που φωτίζουν το σκοτάδι. Η Μεγάλη Εκκλησιά έγινε ο Τόπος του ελληνικού πνεύματος. Ο «ένδοξός μας βυζαντινισμός» δεν λησμονιέται κι ας στέκει για πολλούς εκείνη η αυτοκρατορία «σημείον αντιλεγόμενον», προκαλώντας τον ρασιοναλισμό, την αμφιβολία και τον δυτικισμό.

Η απελευθέρωση των Ελλήνων από τη ρωμαιοκρατία υπήρξε δώρο της Πρόνοιας αλλά και έμπνευση της εθνικής ψυχής που διέβλεψε στη χριστιανική αποκάλυψη την οδό προς την Απελευθέρωση. Γι' αυτό και οι χιλιάδες Έλληνες Χριστιανοί μάρτυρες είναι συνάμα και εθνομάρτυρες. Μέσα από την Εκκλησία οι Έλληνες (που έγιναν χριστιανοί ελεύθερα, χωρίς πίεση από καμιά εξουσία -το αντίθετο μάλιστα επί τρεις αιώνες- πολύ πριν τον Δ' αι. οπότε η Εκκλησία αποκτά εξουσία) ξαναμπαίνουν δυναμικά στο προσκήνιο της Ιστορίας και μάλιστα ως πρωταγωνιστές. Δεν εγράφη ωραιότερο σχήμα περιγραφής της αναγεννητικής ορμής του Ελληνισμού από αυτό του
Μεγάλου Φωτίου: «Κλάδος ευθαλής καρπούς ωραίους ενεγκών, περιήρηται. Αλλ' η ρίζα μένει, οίσει πάλιν ουκ ελάττονα. Απήλθεν η καλή και θαυμάσια εικών. Αλλ' ο Γραφεύς έτι την χείρα κινεί...».

Ο αρχαίος ελληνισμός παρήκμασε και υποδουλώθηκε πολύ πριν την εμφάνιση του χριστιανισμού.
Χρωστάμε την αναγέννησή μας στην Εκκλησία του Χριστού είτε πιστεύουμε σε αυτήν είτε όχι. Αποτελεί τεκμήριο προσωπικής εντιμότητας, ιστορικής αλήθειας και εθνικής υποχρέωσης να το αναγνωρίσουμε. Ανήρπασε τους Έλληνες από τη γραικυλική κατάντια της ρωμαιοκρατίας και τους κατέστησε πηδαλιούχους μιας αυτοκρατορίας. Έξοχα το συνέλαβε ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος τον 19ο αιώνα αγωνιζόμενος κατά των αρχαιολατρών που αντιμάχονταν το εκκλησιαστικό γεγονός και τη βυζαντινή παράδοση. «Αι πηγαί της νεοελληνικής εθνότητος», έγραφε, «υποβλύζουν υπόγειοι και αδιόρατοι εξ αυτής της θείας ενανθρωπήσεως. Αναπηδώσιν εις την επιφάνειαν της γης επί Κωνσταντίνου και Θεοδοσίου. Ζητούσι τον ευθύτερον και συμφορώτερον δρόμον επί Λέοντος του Θρακός άχρι Λέοντος του Ισαύρου και δεν ορμώσιν ακατάσχετοι πλέον ή εις τας ημέρας Βασιλείου του Μακεδόνος και των διαδόχων του, ιθυτενώς έκτοτε προς την σύγχρονον Παλιγγενεσίαν μας ευθυπορούσαι.»υζαντιναί Μελέται, σ. 63, Αθήναι 1867).

Ποιητικότατα αλλά ακριβέστατα ο Ζαμπέλιος διέβλεπε
«πνεύμα Κυρίου που ήλθεν επί την Ελλάδα» και «δύναμιν Υψίστου που επεσκίασεν αυτήν». Η αρχαία Ελλάδα, συνέχιζε ο μέγας ιστορικός μας, «συνθάπτεται τω Χριστώ» για να νικήσει διά του θανάτου τον θάνατο: «Συνθήκη κοσμοσωτήριος Ελλάδος και Χριστιανισμού, θεοκέλευστος συζυγία, το μέλλον αμφοτέρων εις τους αιώνας εξασφαλίζουσα! Η μεν Ελλάς παρέχει επ' αγαθώ της Οικουμένης τω Χριστιανισμώ παιδείαν, γλώσσαν, ευφυΐαν, καρτερίαν ακλόνητον εις βασανιστήρια. Προσφέρει θυσίαν αιματηράν τε και αναίμακτον. Ο δε Σωτήρ του κόσμου τίθησι εις τον δάκτυλον της μνηστής τον αρραβώνα της σωτηρίας (...) Θαύμα ξένον και όντως εκπληκτικόν! Διαλύεται εν σιγή η ενδοξοτέρα των εθνοτήτων της αρχαιότητος, το καύχημα των αιώνων αποσυντίθεται εν σκιά θυσιαστηρίου (...) Ο ανακαινιζόμενος Ελληνισμός πλεονεκτεί του πρεσβυτέρου προς συναίσθησιν εαυτού και προς πνευματικήν διαστολήν, άρα υπερτερεί και κατ' εθνικήν συνάφειαν (...) Πότε ανακύπτει ο Ελληνισμός των εμφυλίων ερίδων κεκαθαρισμένος; Πότε ει μη κατά τον μεσαίωνα, αναφαίνεται ακέραιος, ολομελής, απαραχάρακτος, καθάπερ σκεύος εξ αμιγούς φυράματος κατασκευασθέν;» (Βυζαντιναί Μελέται, σ. 43-45).

Διαφυλάσσοντας την ορθόδοξη πίστη και παράδοσή του ο Ελληνισμός διασώζει την πνευματική του αυτοτέλεια τόσο έναντι της ασιατικής Ανατολής όσο και έναντι της λατινικής Δύσης. Το άγιο βάπτισμα συχνότατα συνιστά και πράξη εξελληνισμού ενώ το συμβολο της Πίστεως διασώζει γένος και πίστη συνάμα. Διά της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν διασώθηκε απλώς η γλώσσα του έθνους -και η γλώσσα δεν είναι όργανο επικοινωνίας αλλά τρόπος σκέψεως, μέσο συνειδητοποίησης του προσώπου, εμπειρία της ζωής του, έκβαση ιστορική και διακεκριμένη πρόσληψη της πραγματικότητας. Διά της Ορθόδοξης Εκκλησίας υποτάχθηκε στην ελληνική ηγεμονία η ρωμαϊκή βούληση, διακόπηκαν οι βαρβαρικές διαβρώσεις, διαμορφώθηκε (επί Φωτίου και Κηρουλάριου) το Νεοελληνικό Εγώ, υπονομεύθηκε η σταυροφορική και λατινική κατάκτηση, αποσπάστηκαν από τον Μωάμεθ τα σωτήρια για το έθνος προνόμια.

Η χριστιανική ελληνορωμαϊκή αυτοκρατορία (που οι Φράγκοι κατακτητές της Δύσης ονόμασαν «Βυζάντιο» αφ' ενός για να μην την αναγνωρίζουν ως τη μόνη νόμιμη διάδοχο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και αφ' ετέρου διότι η ονομασία «ελληνική μεσαιωνική» θα υπενθύμιζε τα νόμιμα δικαιώματα του νεοελληνικού κράτους) αποτέλεσε το μεσαιωνικό σχήμα του ελληνικού έθνους που ως κίνημα παιδείας και πολιτισμού ίσταται υπεράνω φυλετικών αποκλειστικοτήτων. Αλλά δεν αποτέλεσε απλώς τη μεσαιωνική αυτοκρατορία του χριστιανικού Ελληνισμού. Οριοθέτησε την εθνική μας συγκρότηση την οποία χρωστούμε στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Διότι «κύρος και σφραγίς Θεότητος εντετύπωται τη παρελθούση και τη μελλούση ημών Πολιτεία, τύπος ζώντος Θεού, σφραγίς και αποστολή σωτηρίας ανεξαλείπτως ενεχαράχθησαν επί του βίου μας» (Ζαμπέλιος, ό. π., σ. 61).

Χωρίς φυλετικές προκαταλήψεις, οι Βυζαντινοί είχαν πάντοτε συνείδηση του ελληνικού τους παρελθόντος. Η ελληνικότητά τους δεν ήταν μουσειακή. Ήταν ζώσα και δυναμική. Παρά ταύτα, συχνά, ειδικά στις πρώτες δεκαετίες του νεοελληνικού κράτους αλλά και ως τις μέρες μας επανέρχεται λόγος αμφισβήτησης αυτής της ελληνικότητας. Ένα ετερόκλητο μέτωπο διαφωτιστών και υπερορθοδόξων, αριστερών και φιλελεύθερων, παγανιστών και οικουμενιστών ομιλεί περί πολυεθνικής αυτοκρατορίας. Το Βυζάντιο ασφαλώς δεν ήταν μια εθνοφυλετική αυτοκρατορία. Αλλά η Ιστορία έχει αποδείξει ότι πίσω από όλες τις πολυεθνικές αυτοκρατορίες ένας εθνικός πολιτισμός κυριαρχεί και επιβάλλει την κυριαρχία του.

Ποιος αμφιβάλλει ότι η ΕΣΣΔ ήταν μια ρωσική αυτοκρατορία, ότι πίσω από την πολυεθνική σοβιετική αυτοκρατορία δέσποζε ο ρωσικός εθνικισμός διά της κομμουνιστικής ιδεολογίας, όπως στο Βυζάντιο ο ελληνισμός διά της ορθόδοξης πίστης συνέχιζε κυριαρχικά την εθνική του πορεία; Όπως ανέρχονταν στον βυζαντινό θρόνο πολλοί μη ελληνικής καταγωγής, έτσι και στο Κρεμλίνο εισέρχονταν πλήθος σοβιετικών μη Ρώσων αξιωματούχων. Αλλά το καίριο είναι ποιαν εθνική πολιτική και ποιον εθνικό πολιτισμό υπηρετούν. Και η βυζαντινή αυτοκρατορία διαπνέονταν από την οικουμενική αντίληψη του ελληνικού εθνισμού και ειδικά από τον πολιτισμό της ελληνιστικής περιόδου. Όταν αρχίζει η παρακμή, όλοι αυτονομούνται, συγκροτούν ξεχωριστά κράτη. Γιατί μένουν μόνοι οι Έλληνες να την υπερασπίζονται; Διότι αυτοί γνωρίζουν καλύτερα από τους σοφούς του καιρού μας ότι είναι η δική τους αυτοκρατορία. Αυτούς ονομάζουν Ρωμαίους, Ρωμιούς. Αυτούς κατηγορούν ως σήμερα Τούρκοι, Βαλκάνιοι και Δυτικοί ότι «επιδιώκουν την ανασύσταση του Βυζαντίου».

Η Κωνσταντινούπολις είναι η πρώτη πρωτεύουσα του έθνους -η πρώτη καθολικά αποδεκτή μετά από χιλιετίες πολλών ελληνικών κέντρων. Και είναι συνάμα η πρωτεύουσα του ελληνικού οικουμενισμού. Κληρονόμος των ελληνικών και ρωμαϊκών πολιτικών παραδόσεων, μοναδικό κέντρο της Εκκλησίας του Χριστού μετά την αποστασία του παπισμού, αποτελεί εσχατολογικό σύμβολο ενότητας του κόσμου καθώς αποτελεί εν ταυτώ νέα Ρώμη, νέα Ιερουσαλήμ και νέα Αθήνα. Συνθέτει δηλαδή τα κέντρα των τριών μεγάλων πολιτιστικών κύκλων του κόσμου. Το γεγονός αποδεικνύει την ποιοτική σημασία αυτής της περιόδου της εθνικής μας ιστορίας. Στο σταυροδρόμι Ευρώπης και Ασίας, Δύσης και Ανατολής, η Πόλη (όπως την ονόμασαν οι Έλληνες για να υπογραμμίζουν τη μοναδικότητά της αλλά και να τη συνδέσουν με την ιερή μνήμη της λέξεως αυτής στη συλλογική συνείδηση) εκφράζει την εθνική ιδιοσυστασία και την πολιτισμική αποστολή όχι μόνο του μεσαιωνικού αλλά και του νέου Ελληνισμού. Η τριαδική συγκρότηση της νεοελληνικής ψυχής (ελληνική, ρωμέικη, χριστιανική) έχει αφετηρία την πολιτική αναβίωση του έθνους, χάρη στην είσοδό του στην καινή κτίση του Χριστού και τέρμα το τέλος της Ιστορίας. Μεσολαβούν η χαίνουσα πληγή της 29ης Μαΐου 1453 και η εκκρεμής ενώπιον του Πνεύματος θεραπεία.

Ο μεσαιωνικός ελληνισμός, η Ρωμηοσύνη, είναι ο μητρικός μας χώρος. Η αυτοκρατορία που από χριστιανορωμαϊκή, εξελίχθηκε σε χριστιανική ελληνορωμαϊκή και κατέληξε σε ελληνορθόδοξη, εξελληνίστηκε ταχύτατα (δεν αναφερόμαστε ασφαλώς σε μια φυλετική κυριαρχία) και σφράγισε την παγκόσμια ιστορία. Δεν επιθυμούμε να την εξιδανικεύσουμε, αλλά δεν υπήρξε άλλη αυτοκρατορία, άλλη υπερδύναμη, που να πορεύθηκε χίλια εκατόν χρόνια ανάμεσα στο μεγαλείο και την εξαθλίωση, που βυθιζόταν στην αμαρτία λίγο πριν αναδυθεί στην αγιότητα, που έγινε όχημα εκπολιτισμού, εκχριστιανισμού και εξελληνισμού, που αντιστάθηκε σε βαρβάρους και σε σφετεριστές εξ όλων των σημείων του ορίζοντα. Δεν ήταν ένα κράτος όπως τα άλλα. Δεν θεμελιώθηκε από μια τυχαία πολιτική βούληση αλλά από την έξοχη φυσιογνωμία ενός ανθρώπου στον οποίο χρωστούμε την πολιτική αναβίωση του Ελληνισμού.

Η πλήρης επικράτηση του Χριστιανισμού στο ομοιογενές ελληνικό- ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας οδήγησε τον Μέγα Κωνσταντίνο στην αναζήτηση μιας νέας οικουμενικής ταυτότητας. Καθώς η Ρώμη γκρεμίζεται μέρα με την ημέρα («πέθαινε και γελούσε» όπως έγραφε ο Σαλβιανός), ο
Μέγας Κωνσταντίνος συλλαμβάνει την ιστορική στιγμή, τολμά και αποφασίζει τη μεγάλη πολιτειακή μετακόμιση. Η ελληνική Ανατολή μπορεί να σώσει την αυτοκρατορία. Ο Κωνσταντίνος αντελήφθη πρώτος μέσα στη ρωμαϊκή γραφειοκρατία πως μόνο ο χριστιανισμός και ο ελληνισμός μπορούσαν να αποκαταστήσουν την ενότητα της αυτοκρατορίας ή έστω να διασώσουν το μείζον επίτευγμα, τη συνείδηση της οικουμενικότητας. Η προσοχή του συνεπώς φυσικό ήταν να στραφεί στην Ανατολή παρότι έτσι εξασθενούσε τη Δύση έναντι των βαρβάρων του βορρά. Αργότερα θα υπήρχαν οι ευκαιρίες, πίστευε, της εδαφικής αποκατάστασης της οικουμενικότητας -και οι εξελίξεις του 5ου αι. με τον Ιουστινιανό τον δικαίωσαν, έστω πρόσκαιρα, πριν τα γερμανικά φύλα σφετεριστούν οριστικά τη ρωμαϊκή κληρονομιά.

Ο εκχριστιανισμός μπορεί να εκπολίτισε αυτά τα φύλα αλλά το μόνιμο αίσθημα μειονεξίας απέναντι στην ελληνική Ανατολή δεν θεραπεύτηκε ποτέ παρότι χωρίς την ελληνοχριστιανική Ανατολή ο ευρωπαϊκός πολιτισμός (για τον οποίο επαίρονται) δεν θα υπήρχε ποτέ. Τα φύλα που κατέκτησαν το δυτικό ρωμαϊκό κράτος τόσο πολύ ένοιωθαν τη βαρβαρότητά τους που αγωνίστηκαν να σφετεριστούν τη ρωμαϊκή κληρονομιά ονομάζοντας την Ανατολή «Βυζάντιο» και επιβάλλοντας τον όρο στη διεθνή ιστορική επιστήμη. Επέβαλαν μάλιστα στη γλώσσα τον όρο «βυζαντινολογώ» για το περιττό και το πομπώδες, τον «βυζαντινισμό» για τις «συνωμοσίες» κ.τ.ό., όρους, που σε απόδειξη ηθικής κατάπτωσης υιοθετήθηκαν και χρησιμοποιούνται από Έλληνες που προσβάλλουν μ' αυτόν τον αρκούντως γελοίο τρόπο τον εαυτό τους και τους πατέρες τους. Κι ας χρωστά τα μέγιστα ο ευρωπαϊκός πολιτισμός στην υπερφυή σύνθεση που συντελέστηκε στην Κωνσταντινούπολη, ελληνικού πολιτισμού, ρωμαϊκής πολιτικής θεωρίας και χριστιανικής πίστης, στη σύνθεση που συνιστά μια οικουμενική ταυτότητα ανεπανάληπτης συγκινησιακής έντασης και διαχρονικού δυναμικού προσανατολισμού.

Στην πόλη που ίδρυσε ο Κωνσταντίνος για να απελευθερωθεί από την παρηκμασμένη Ρώμη, ένας νέος κόσμος γεννιέται. Επιλέγουμε τη βασιλεία του Κωνσταντίνου ως απαρχή της μεσαιωνικής αυτοκρατορίας διότι απ' αυτήν υπάρχει η ουσιώδης διαφοροποίηση. Η χριστιανική εκκλησία, η ανατολική παράδοση και ο ελληνισμός (χωρίς το όνομά του ακόμη αλλά με την ψυχή και το σώμα του) δίνουν μιαν άλλη ύπαρξη στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία.
Η αυτοκρατορία αυτή ήταν πάντοτε κάρφος στα μάτια της Δύσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πολύς Γίββων, ιστορικός δέσμιος των δυτικών ιμπεριαλιστικών προκαταλήψεων, που θεωρεί την υπερχιλιετή βυζαντινή αυτοκρατορία... απλή παρακμή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αποκαλεί Ρωμαίους τους Βυζαντινούς όποτε νικούν ή φέρονται ευγενώς και Έλληνες αν ηττώνται ή φέρονται δολίως. Η γελοιότητά του φθάνει στο σημείο να αστεΐζεται με τις μοναχές που αρπάζονταν από τους Τούρκους κατά την άλωση, λέγοντας πως «ίσως αι πλείσται επροτίμων τας αγρυπνίας του χαρεμίου παρά τας του μοναστηρίου» (Ζ', σ. 325). Τέτοια επιστημονική ακρίβεια διέπει τη δυτική ιστοριογραφία που διά του Γίββωνος υμνεί τον Ιουλιανό, τον Μωάμεθ, τον Τζέγκις Χαν και ό,τι τέλος πάντων έπληττε την ελληνοχριστιανική αυτοκρατορία. Δεν αντιλέγει κανείς πως η βυζαντινή ιστορία έχει και μελανές σελίδες και στίγματα (απάνθρωπες ποινές, εγκληματικά ήθη, ευνούχοι, δεισιδαιμονίες, ανθελληνικές φάσεις) αλλά αυτά είναι βάρη που η ρωμαϊκή (αρκούντως βαρβαρική) και η ανατολίτικη παράδοση (της ελληνιστικής περιόδου) κληροδότησαν στην αυτοκρατορία.

Το χριστιανικό κράτος της ρωμαϊκής Ανατολής (ο λαός του οποίου το αναγνώριζε πάντα ως «Ρωμανία», ως μια οικουμενική αυτοκρατορία και όχι ως μια αυτοκρατορία της Ανατολής) αναδύθηκε με την translatio imperii από τη Ρώμη στην Πόλη που θεμελίωσε στις 8 Νοεμβρίου 324 ο Κωνσταντίνος επί της αρχαίας πόλεως των Μεγαρέων, του Βυζαντίου. Η ίδρυση της νέας αυτοκρατορίας συντελείται, κατά την πίστη των κατοίκων της, κατά τρόπον υπερβατικό. Χαρακτηριστικό είναι το εξαποστειλάριο του όρθρου της εορτής των βασιλέων και ισαποστόλων της Εκκλησίας Κωνσταντίνου και Ελένης (
«ουκ εξ ανθρώπων είληφεν το βασίλειον κράτος, αλλ' εκ της θείας χάριτος») αλλά και η αναφορά του ίδιου του Κωνσταντίνου: «Ο Θεός που με έκρινε άξιο να εκπληρώσω τη βούλησή Του, με αναζήτησε και με έθεσε στην υπηρεσία του και εγώ (...) ανταποκρίθηκα στη θεία κλήση, απωθώντας και διασκορπίζοντας, χάρη σε κάποια ανώτερη δύναμη, τα δεινά που κατέχουν τον κόσμο ώστε το ανθρώπινο γένος (...) να επαναχθεί στο σεβασμό του θείου νόμου».

Το όραμα μιας νύχτας του Οκτωβρίου του 312, παραμονή της σύγκρουσης με τον Μαξέντιο έξω από τα τείχη της Ρώμης, αποτέλεσε την κρισιμότερη ώρα της αυτοκρατορίας αλλά και της ζωής του Κωνσταντίνου. Το λάβαρο με το μονόγραμμα του Χριστού που έδωσε τη νίκη στη Μουλβία γέφυρα αποτέλεσε σύμβολο και θεμέλιο όχι μόνο της πεποίθησης του Κωνσταντίνου ότι ήταν όργανο της θείας Πρόνοιας αλλά και συνολικά της βυζαντινής πολιτικής θεωρίας που θεωρεί την αυτοκρατορία επίγειο απείκασμα της Βασιλείας του Θεού. Ο Κωνσταντίνος είναι ο πρώτος χριστιανός βασιλέας της παγκόσμιας ιστορίας και γενικότερα της χριστιανικής μοναρχίας, αυτής της μεγάλης παράδοσης των μέσων αιώνων. Το έργο του, απόρροια όχι μόνο πολιτικού ενστίκτου αλλά και μεταφυσικής πίστης (ο Κωνσταντίνος διακινδύνευε τα πάντα με τη ρήξη του με το κατεστημένο της Ρώμης), υπήρξε μοναδικό. Κατ' αρχήν το διάταγμα των Μεδιολάνων που νομιμοποιεί τον χριστιανισμό και περιγράφει ένα εξαίρετο πρόγραμμα ανεξιθρησκίας που δυστυχώς δεν ακολούθησαν οι διάδοχοι του. Η χριστιανικής εμπνεύσεως μεταρρύθμιση του ποινικού και δημόσιου δικαίου και η διοικητική μεταρρύθμιση συμπληρώνουν το έργο του γενάρχη του χριστιανικού ελληνισμού που υιοθετεί την ελληνική δημοκρατική παράδοση συγκαλώντας Οικουμενική Σύνοδο (Νίκαια 325) για τη λύση των δογματικών διαφωνιών.

Αν οι διάδοχοί του δεν συνέχισαν το κλίμα ανοχής προς τις αιρέσεις, ακόμη και προς τον παγανισμό, που επεδείκνυε ο Κωνσταντίνος, δεν το έπραξαν από θεολογικές επιταγές ή εκκλησιαστική υποκίνηση αλλά από τη μεσαιωνική αντίληψη κρατικής ενότητας που απαιτούσε και τη θρησκευτική ενότητα, από την αντίληψη που θεωρεί την αίρεση πράξη εσχάτης προδοσίας. Το φιλελεύθερο πνεύμα του Κωνσταντίνου αποτυπώνεται έξοχα στα ίδια του τα λόγια: «Ειρηνεύειν σου τον λαόν και αστασίαστον μένει επιθυμώ, υπέρ του κοινού της οικουμένης και του πάντων των ανθρώπων χρησίμου. Ομοίαν τοις πιστεύουσιν οι πλανώμενοι χαίροντες λαμβανέτωσαν ειρήνης τε και ησυχίας απόλαυσιν. Αύτη γαρ η της κοινωνίας επανόρθωσις και προς την ευθείαν αγαγείν οόόν ισχύει. Μηόείς τον έτερον παρενοχλείτω. Έκαστος όπερ η ψυχή βούλεται τούτο και πραττέτω».

Ο ελληνικός πολιτισμός είναι το συμπαγέστερο βάθρο της βυζαντινής ιδεολογίας. Δεν ήταν απλώς μια παράδοση ή μια πνευματική καλλιέργεια που ενσωμάτωσε η ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Υπήρξε μια δύναμη μεταμόρφωσης που ανοικοδόμησε την αυτοκρατορία και διαμόρφωσε τις εξελίξεις στο ανατολικό τμήμα που συνιστούσε ελληνική εθνολογική βάση. Ωστόσο, η χριστιανική αυτοκρατορία που ο Κωνσταντίνος θεμελίωσε δεν θα αποδεχθεί ποτέ τον περιορισμό της στην Ανατολή, η ιδέα της αποκατάστασης του οικουμενικού ρωμαϊκού μεγαλείου είναι άκαμπτη. Μοναδική κληρονόμος του ρωμαϊκού κράτους, η Κωνσταντινούπολη θεωρεί ηθικά απαράδεκτη τη διάρρηξη της οικουμενικής βασιλείας. Ο αυτοκράτορας δεν είναι ασύδοτος, όπως στη Ρώμη, σύντομα ονομάζεται «βασιλεύς» (όπως στην ελληνική παράδοση) και ο θεωρητικός της βυζαντινής μοναρχίας Συνέσιος θα υπενθυμίζει ότι
«βασιλέως τρόπος ο νόμος, τυράννου δε ο τρόπος νόμος». Οι δήμοι και κυρίως ο στρατός, ο ένοπλος λαός (οι κατεξοχήν δημοκρατικοί θεσμοί λαϊκής συμμετοχής στη βυζαντινή πολιτική) θα επεμβαίνουν όποτε διαταράσσεται αυτή η αρχή.

Η πάλη κατά των αιρέσεων, η χριστολογική κρίση, η εικονομαχία είναι φάσεις της πάλης του Ελληνισμού κατά του ανατολικού πνεύματος ενώ η σύγκρουση με τη φραγκολατινική Δύση και οι θεολογικές έριδες των τελευταίων αιώνων είναι ουσιαστικά η πάλη κατά του βορείου πνεύματος. Διότι πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η Δύση ουσιαστικά υποδουλώθηκε στο βόρειο πνεύμα και ό,τι καταχρηστικά ονομάζουμε δυτικός πολιτισμός είναι στην πραγματικότητα βόρειο ενώ η Ορθοδοξία αποτελεί έργο του Έλληνος ανθρώπου της χριστιανικής Ανατολής. Η πτώση της Δυτικής Ρωμηοσύνης αλλά και η προέλαση του Ισλάμ στην Ανατολή θα διαμορφώσουν το διμέτωπο αντιστασιακό πνεύμα του Νέου Ελληνισμού, αυθεντικού κληρονόμου των ελληνορωμαϊκών παραδόσεων. Η Ορθοδοξία πέρα από Εκκλησία θα αναδειχθεί σε πνευματικό πλαίσιο του έθνους εντός του οποίου εκφράζεται η εθνική συνείδηση, κτυπά η εθνική καρδιά, διασώζεται ένας κόσμος ενδόξου παρελθόντος και ένας κόσμος λυτρωτικής ελπίδας, ένας κόσμος καθαρός από δυτικές και ανατολικές αιρέσεις που θα αλλοίωναν την εθνική φυσιογνωμία. Γι' αυτό και ο αγώνες των ταπεινών Βυζαντινών υπέρ της Ορθοδοξίας αντικειμενικά ήσαν αγώνες και για τον Ελληνισμό.

Κυριακή 27 Απριλίου 2008

Νηστεύσαντες καὶ μὴ νηστεύσαντες εὐφράνθητε σήμερον!

Εἴ τις εὐσεβὴς καὶ φιλόθεος, ἀπολαυέτω τῆς καλῆς ταύτης πανηγύρεως· εἴ τις δοῦλος εὐγνώμων, εἰσελθέτω χαίρων εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου αὐτοῦ· εἴ τις ἔκαμε νηστεύων, ἀπολαβέτω νῦν τὸ δηνάριον· εἴ τις ἀπὸ πρώτης ὥρας εἰργάσατο, δεχέσθω σήμερον τὸ δίκαιον ὄφλημα· εἴ τις μετὰ τὴν τρίτην ἦλθεν, εὐχαριστῶν ἑορτάσῃ· εἴ τις μετὰ τὴν ἕκτην ἔφθασε, μηδὲν ἀμφιβαλλέτω· καὶ γὰρ οὐδὲν ζημιοῦται· εἴ τις ὑστέρησεν εἰς τὴν ἐννάτην, προσελθέτω μηδὲν ἐνδοιάζων· εἴ τις εἰς μόνην ἔφθασε τὴν ἑνδεκάτην, μὴ φοβηθῇ τὴν βραδυτῆτα. Φιλότιμος γὰρ ὢν ὁ Δεσπότης δέχεται τὸν ἔσχατον, καθάπερ καὶ τὸν πρῶτον· ἀναπαύει τὸν τῆς ἑνδεκάτης, ὡς τὸν ἐργασάμενον ἀπὸ τῆς πρώτης· καὶ τὸν ὕστερον ἐλεεῖ, καὶ τὸν πρῶτον θεραπεύει· κἀκείνῳ δίδωσι, καὶ τούτῳ χαρίζεται. Καὶ τὴν πρᾶξιν τιμᾷ, καὶ τὴν πρόθεσιν ἐπαινεῖ. Οὐκοῦν εἰσέλθητε πάντες εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου ἡμῶν, καὶ πρῶτοι καὶ δεύτεροι τὸν μισθὸν ἀπολάβετε, πλούσιοι καὶ πένητες μετὰ ἀλλήλων χορεύσατε, ἐγκρατεῖς καὶ ῥᾴθυμοι τὴν ἡμέραν τιμήσατε, νηστεύσαντες καὶ μὴ νηστεύσαντες εὐφράνθητε σήμερον. Ἡ τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες· ὁ μόσχος πολὺς, μηδεὶς ἐξέλθοι πεινῶν. Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος. Μηδεὶς θρηνείτω πενίαν· ἐφάνη γὰρ ἡ κοινὴ βασιλεία· μηδεὶς ὀδυρέσθω τὰ πταίσματα· συγγνώμη γὰρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε· μηδεὶς φοβείσθω τὸν θάνατον· ἠλευθέρωσε γὰρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτῆρος θάνατος· ἔσβεσεν αὐτὸν ὑπ' αὐτοῦ κατεχόμενος· ἐκόλασε τὸν ᾅδην κατελθὼν εἰς τὸν ᾅδην· ἐπίκρανεν αὐτὸν γευσάμενον τῆς σαρκὸς αὐτοῦ. Καὶ τοῦτο προλαβὼν Ἡσαΐας ἐβόησεν· Ὁ ᾅδης, φησὶν, ἐπικράνθη. Συναντήσας σοι κάτω ἐπικράνθη· καὶ γὰρ καθῃρέθη· ἐπικράνθη· καὶ γὰρ ἐνεπαίχθη. Ἔλαβε σῶμα, καὶ Θεῷ περιέτυχεν· ἔλαβε γῆν, καὶ συνήντησεν οὐρανῷ· ἔλαβεν ὅπερ ἔβλεπε, καὶ πέπτωκεν ὅθεν οὐκ ἔβλεπε. Ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; ποῦ σου, ᾅδη, τὸ νῖκος; Ἀνέστη Χριστὸς, καὶ σὺ καταβέβλησαι· ἀνέστη Χριστὸς, καὶ πεπτώκασι δαίμονες· ἀνέστη Χριστὸς, καὶ χαίρουσιν ἄγγελοι· ἀνέστη Χριστὸς, καὶ νεκρὸς οὐδεὶς ἐπὶ μνήματος. Χριστὸς γὰρ ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο· αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

(Τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Χρυσοστόμου, Λόγος κατηχητικὸς εἰς τὴν ἁγίαν καὶ λαμπροφόρον ἡμέραν τῆς ἐνδόξου καὶ σωτηριώδους Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν Ἀναστάσεως)

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!

(Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου. Μονὴ τῆς Χώρας, Κωνσταντινούπολις.)

...
Ὁ ὑπέροχος αὐτὸς λόγος τοῦ Χρυσοστόμου, καὶ ἐὰν μόνον τὴν φιλολογική του ἀξία λαμβάναμε ὑπ᾿ ὄψιν, θὰ ἔλαμπε σὰν ἀδάμας ἀνάμεσα στὴν παγκόσμιο γραμματεία ὅλων τῶν ἐποχῶν καὶ ὅλων τῶν τόπων. Ἀναγιγνωσκόμενος στὸ τέλος κάθε ἀναστάσιμης λειτουργίας (ὅταν ἡ πλειονότης τῶν παρευρισκομένων ἔχει ἀποχωρήσει γιὰ νὰ προλάβῃ τὴν Βανδῆ στὰ μπουζούκια), εἶναι κάτι πολὺ περισσότερο· ὅ,τι πιὸ λαμπρό, χαρμόσυνο, ἀπροϋπόθετο κάλεσμα καὶ ἄνοιγμα καρδιᾶς ἔχει ἐκφραστεῖ μὲ ἀνθρώπου γλῶσσα.

Βεβαίως, στὴν ἀντιπνευματική, παρακμιακὴ ἐποχή μας, πόσοι γνωρίζουμε κἂν αὐτὰ τὰ λόγια, καὶ πόσοι τὰ ἔχουμε ἀκούσει καὶ νιώσει ἐκεῖ ποὺ πρέπει, μαζὶ μὲ τὸ Χριστὸς ἀνέστη; Ἐγώ, παραδείγματος χάριν, ἁπλῶς καὶ μόνον ἐπειδὴ εἶμαι -θὰ ἔλεγα- μελετηρός, ἔμαθα γιὰ τὸ κείμενο αὐτὸ, τὰ τελευταῖα χρόνια μόλις, ἀπὸ τὰ βιβλία - δηλαδὴ δὲν ἐγνώρισα τίποτε. Ποιοί φωτοσβέστες ἐκ δυσμῶν ἀνατείλαντες ἐστέρησαν αὐτὸν τὸν πλοῦτο ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες;

(Ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, περιελαμβάνετο καὶ στὰ «Πατερικὰ κείμενα», τὰ ὁποῖα ἐδιδάσκοντο σὲ κάποια τάξι τοῦ Γυμνασίου. (Ὅταν πήγαινα σχολεῖο ἐγώ, δηλαδή· διότι σήμερα ὑποθέτω ὅτι θὰ ἔχουν καταργηθεῖ καὶ ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ τὰ ὄργια τῆς Ἔρσης Σωτηροπούλου καὶ τῆς Μανίνας Ζουμπουλάκη. Ἂς εἶναι ὅμως· κι αὐτά, κι ἐκεῖνα καλά - ἐκεῖ ποὺ πρέπει· δὲν λέω. Ἀλλὰ ἀφῆστε μας ἐπιτέλους, κύριοι «προοδευτικοί», νὰ ἐορτάσουμε ἔστω τὴν ἡμέρα τῆς Λαμπρῆς! Ἀφῆστε πιὰ τὴν μιζέρια σας κι ἐλᾶτε νὰ ἐορτάσουμε ὅλοι μαζί!))

Σάββατο 26 Απριλίου 2008

Αἱ γενεαὶ πᾶσαι...


Ἀκολουθία τοῦ Ἐπιταφίου Θρήνου. Χορωδία «Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός», τῆς ἐκκλησίας τῶν Τριῶν Ἰεραρχῶν, στὴν Θεσσαλονίκη.

Δεῖτε ἐπίσης: «Στ᾿ Ὅσιου Λουκᾶ τὸ μοναστήρι», τοῦ Ἄγγελου Σικελιανοῦ.

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙ!

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2008

Δὲν σβήνει ὁ Κεραυνός

Δὲν σβήνει ὁ Κεραυνός.

xristodoulos.net : Βιβλιοθήκη- βιντεοθήκη γιὰ τὸν μακαριστὸ Χριστόδουλο.

Ὁ ἐπιβατήριος λόγος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου (Μητρόπολις Ἀθηνῶν, 9 Μαΐου 1998)
Ἡ προσφώνησις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου πρὸς τὸν Πάπα Ρώμης Ἰωάννη-Παῦλο Β' (Ἄρειος Πάγος, 4 Μαΐου 2001)
Κώστας Ζουράρις, «Ἡ μεγαλύτερη νίκη τοῦ Ἑλληνισμοῦ μετὰ τὸ 480 π.Χ. Τὸ κατάλαβες, ὦ ἐκσυγχρονιστάν;» («Ἐλευθεροτυπία», 9 Μαΐου 2001)
«Ἡ συμβολὴ τῶν Ἑλλήνων ἱεραρχῶν τῆς Μακεδονίας στὴν εὐόδωση τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνος».
«Η Ορθοδοξία, όρος επιβίωσης του Ελληνισμού».
«Οι δέκα φαραωνικές πληγές της Ελληνικής Παιδείας».
«Μετα-νεωτερικότητα, ολιστικότητα και παγκοσμιότητα υπό το Φως της Ελληνορθοδόξου Παραδόσεώς μας».


Ἐκοιμήθη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, ὁ μόνος Ἕλλην ἡγέτης σὲ μιὰ κοινωνία παρακμῆς, ὑποτέλειας καὶ ἀθλιότητας.

***

Ἐὰν ἡ ὑφ᾿ ἠμῶν κατάκτησις καὶ ὑποδούλωσις ἡ Πνευματικὴ καὶ ἡ ἀπορρόφησις τέλος τῆς Κοσμοκρατείρας Ρώμης καὶ ἡ Δημιουργία μιᾶς Θρησκείας καὶ ἐπιβολή, ἔως τὴν ὥραν αὐτήν παμβασιλευούσης, δύναται νὰ θεωρηθῇ κατάπτωσις, τότε... Ἀλληλούια.

Τὸ Ἑλληνικὸν ΤΟΛΜΗΜΑ τῆς δημιουργίας Θρησκείας ἥτις νὰ περιλάβῃ ὅλους τοὺς Λαοὺς καὶ πάντας ἀνθρώπους ὡς ἀδελφούς, νὰ δημιουργήσῃ Κράτος Θρησκευτικόν, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τὸ φόρεμα τῆς Θρησκείας νὰ διαδώσῃ παντοῦ τὸ Ἑλληνικὸν ΦΩΣ, εἶναι ἡ εὐγενεστέρα Πραγματικὴ Ἐνσάρκωσις τοῦ τολμηροτέρου ΙΔΑΝΙΚΟΥ, χιλιάκις ἀνωτέρα τοῦ ἐγωϊστικοτάτου Παρθενῶνος. Ἡ Κινήσασα ἐξ Ἀθηνῶν Ἑλληνικὴ Ἰδέα, πολεμήσασα ἐν Ἀλεξανδρείᾳ καὶ Ρώμῃ καὶ νικήσασα, Παρθενώνεται εἰς τὴν ΣΟΦΙΑΝ τοῦ Βοσπόρου, ἀπίστευτος πραγμάτωσις Πλατωνικοῦ καὶ Παρθενωνείου ΟΝΕΙΡΟΥ. Πᾶς Ἕλλην ἔχει τὸ δικαίωμα ἀγρίας ὑπερηφανείας πρὸ τῶν σημερινῶν Λαῶν καὶ τῶν Παληανθρωπισμῶν τῶν Βασιλιάδων των μὲ τὰ ἐμετικῶς Μπακαλικὰ καὶ ἀναιδῶς λωποδυτικὰ Ἰδανικά των.

...

Ἡ μεγαλυτέρα ἀξία τοῦ Χριστιανισμοῦ δι᾿ Ἐμᾶς εἶναι, ὅτι μᾶς ἀποδεικνύει τὸν Εἰδωλολατρισμὸν καὶ τὴν Γνησιότητά μας, ὑπὸ ὅλα τὰ φορέματα.

Ὁ Ἑλληνισμὸς δὲν ἔχει νὰ πολεμήσῃ τὴν Ἐκκλησίαν του, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι δὲν ἔχει νὰ πολεμήσει κατὰ τοῦ Παπᾶ. Ὁ Ἕλλην Παπᾶς δὲν ἔχει, Δόξα τῷ Θεῷ, καμμίαν σχέσιν μὲ τὸν Φραγκόπαπα. Ὁ Ἑλληνόπαπας, ἀπαραλλακτότατος καὶ κοινωνικότατος πολίτης, [...], ὁ Ἕλλην Παπᾶς, ὁ λαϊκός, ὁ ἐθνικός, ὁ φύσει φιλαλλόδοξος καὶ διόλου φανατικός, εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐννοήσῃ περίφημα ὅτι ἡ ἀνωτέρα Πνευματικὴ Ἑλληνικὴ Θρησκεία θὰ σώσῃ εἰς τὸ μέλλον τὴν φυλήν, ὅτι βαθύτερον τοῦ ράσου τοῦ Χριστιανοῦ εἶναι Ἕλλην.

Ἐγὼ Παπᾶ μου Σοῦ λέω: Εἶμαι ἐντελῶς Ἕλλην καὶ ὁλότελα Χριστιανός.

Κοντὸς Ψαλμὸς Ἀλληλούια: Πᾶς Παπᾶς αἰσθανόμενος ὅτι εἶναι Πρῶτα Χριστιανὸς καὶ Δεύτερα Ἕλλην ΞΟΥΡΑΦΙΣΘΗΤΩ.

...

Καὶ δὲν ὑπάρχει ἱστορικὴ στιγμὴ καταλληλοτέρα πρὸς φανέρωσιν τῆς δυνάμεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Πνεύματος, ἀπ᾿ αὐτὴν ἀκριβῶς ποὺ φαίνεται, διὰ πρώτην φοράν, βαθειὰ καὶ πραγματικὰ ὅτι ἡττᾶται. [...]

Καὶ Ἀδύνατον πλέον τὸ Ἑλληνικὸν Πνεῦμα νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν Ἕλληνα, χάριν ἀνοητάτων λόγων, νὰ στερεῖται τῆς συναισθήσεως ἀκριβῶς τῆς Τρισμεγίστης του Δυνάμεως: ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ.

Διότι ὅταν ὁ ΝΕΟΣ ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΠΑΡΘΕΝΟΥ ΣΟΦΙΑΣ ὑψώνεται τρισμέγιστος μὲ τὸν Οὐρανὸ κατάλαμπρον κατεβασμένον στὴ γῆ γιὰ καπέλλο, ὅταν ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς μέσα εἰς τὰς μεγίστας ἀγκάλας του εἰσέρχεται τραγουδῶν τὰ νέα τραγούδια, τώρα ὄχι μόνον ἀκροατὴς τοῦ Ἑλληνικοῦ Δράματος ἐν τῷ Θρησκευτικῷ Θεάτρῳ, ἀλλὰ καὶ λαμβάνων μέρος μὲ τὰ τραγούδια του, ὅταν ἐν μέσῳ τῆς καταλάμπρου ΝΕΑΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ποὺ καταστολίζει τὰ πάντα ἀπὸ ἀπὸ τὰ βάθρα ἔως τοὺς θόλους καὶ καταθέλγει τὰς ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ του, αἰσθάνεται ὅτι δὲν τοῦ στεροῦν τίποτε ἀπὸ τὴν Ζωὴν καὶ τὴν Χαρὰν καὶ τὴν Εὐμορφίαν ποὺ εἶναι συνηθισμένος νὰ ἔχῃ καὶ νὰ λατρεύῃ, ὅταν οἱ Χοροὶ τραγουδοῦν, καὶ οἱ φωτοχυσίαι καὶ τὰ θυμιάματα καὶ οἱ λαμπροστόλιστοι ΝΕΟΙ ΙΕΡΕΙΣ παίζουν τὸ Θεῖον Δρᾶμα, τώρα μόλις πίσω ἀπὸ ἕνα ἐλαφρότερον παραπέτασμα τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ ἀνοίγεται ὅλην τὴν ὥραν, καὶ ὅταν οἱ ΡΗΤΟΡΕΣ, ἀπὸ τὴν Ἄμβωνα τώρα, τοῦ δίδουν τὴν ὑπερτάτην ἀπόαυσιν παντὸς Ἕλληνος πάσης ἐποχῆς: ΤΟ ΛΟΓΟ! αἰσθάνεται τὸν ἐαυτὸ του, ἐννοεῖ ὅτι δὲν ἔχασε τίποτε, ὅτι εἶναι ὅλα τὰ ἴδια, ὅτι τίποτε δὲν τὸν Ἐστέρησαν, ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος, καὶ τότε οὔτῳ μόνον, ὑπ᾿ αὐτοὺς μόνον τοὺς ὅρους, ἀποδέχεται τελειωτικῶς τὸν Χριστιανισμὸν ὁ Ἑλληνικὸς Λαός. Καὶ ὅταν οἱ Γρηγόριοι θέλοντες νὰ μοναστηριάσουν μεταβάλλουν τὸν μοναχικὸν βίον καὶ τραγουδοῦν, κιθαρωδοῦν, δραματουργοῦν τὸ Νέον Θρήσκευμα, ἡ Νίκη τοῦ Ἑλληνικοῦ Πνεύματος εἶναι τελεία, εἶναι ἀκριβῶς παρομοία μὲ τὴν κατάκτησιν - ἐκεῖ Ξένης - τῆς Ἀριστοκρατίας καὶ Βασιλείας τῆς Ρώμης, καὶ ὅταν οἱ Χρυσόστομοι Παπα-Δημοσθένηδες καὶ Παπα-Περικλῆδες τῶν Νέων Καιρῶν δημαγωγοῦν τὸν λὰόν των καὶ τὸν καταμεθοῦν καὶ καταμεθοῦνται ὅλοι μαζὺ στὴν καταλαμπρύνουσα καὶ ἐξαίρουσα τὰ πάντα Εὐμορφιὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λόγου, τότε πρέπει νὰ εἶναι κανεὶς Θεόστραβος γιὰ νὰ μὴ βλέπῃ επάνω ἀπὸ τὸν μεγάλον Θόλον, τὴν Ἀήττητον Παρθένον, τὴν Πρόμαχον ΑΘΗΝΑ, τώρα μὲ τὸ Βυζαντινό της Φόρεμα, μὲ τὸ κεφάλι τοῦ Νέου Θεοῦ στὸ στῆθος, προβάλλουσαν μὲ τὸ χέρι της τὸ νέον ὅπλον τό: ΣΤΑΥΡΟ.

...

Ἐὰν εἶναι βέβαιον ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς ἐχρησίμευσεν ὡς μέσον καὶ ὅπλον πολιτικὸν θαυμάσιον, διὰ τὴν Κοσμοκρατορίαν ἡμῶν τῶν τότε, καὶ ἄγκυρα σωτηρίας μετὰ τὸν Τοῦρκον, διπλᾶ δι᾿ αὐτὸ ἀγαπητός, ὑπερβέβαιο εἶναι ἀφ᾿ ἐτέρου ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Χριστιανισμός, ἀδιάφορον ἂν εἶναι συγγνωστὸν ἔνεκα τῆς φορᾶς τῶν Καιρῶν, ἀλλὰ εἶναι:
Καὶ εἶναι συγχρόνως καὶ λεπτότερον καὶ βαθύτερον ψυχολογικὸν Κέντρον τοῦ Ἑλληνικοῦ Ὁργανισμοῦ, ἐκ τῆς ὀρθῆς κεντήσεως καὶ ἡρέμου ἀφυπνίσεως τοῦ ὁποίου, ἐξαρτᾶται ὁλόκληρος αὐτὴ ἡ Βαθυτάτη ΑΦΥΠΝΙΣΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΙΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ, καὶ τὰ δύο ἀγκομαχοῦντα στα τρίσβαθα σκοτάδια τοῦ ἐαυτοῦ μας, ἡ τελειωτικὴ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΣ ΤΗΣ ΦΥΛΗΣ.

(Περικλῆς Γιαννόπουλος, «Ἔκκλησις πρὸς τὸ Πανελλήνιον Κοινόν», 1907)

***


Ἡ Ἑλλάδα ἀποχαιρέτησε τὸν Χριστόδουλό της.

Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2007

Καλὰ Χριστούγεννα!

Τὰ Χριστούγεννα εἶναι κυρίως Βόρεια ἑορτή. Γιὰ ἑμᾶς τοὺς Μεσογειακοὺς ἡ πρώτη ἑορτὴ εἶναι ἡ Λαμπρή. Ὡστόσο, καὶ ἐδῶ τὰ Χριστούγεννα εἶχαν πάντοτε τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὸ νόημά τους. Ἔχουν ἀκόμη; Πολλοὶ μιλοῦν γιὰ τὴν κατάθλιψι τῶν Χριστουγέννων· τὸν στυγνὸ καταναλωτισμὸ καὶ τὴν ἀλλοτρίωσι, καὶ τὴν ἀπογοήτευσι τοῦ ἀνθρώπου ποὺ δεν μπορεῖ νὰ συγχρονισθεῖ μὲ αὐτὸν τὸν ἐκτραχηλισμὸ καὶ νιώθει ἀπόβλητος.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη, λίγα δωράκια και φωτάκια δὲν νομίζω ὅτι βλάπτουν καθόλου· ἴσως μάλιστα κάτι περάσει καὶ μέσα ἀπὸ αὐτά. Μπά, ἀπὸ στυγνὸ καταναλωτισμὸ χωρὶς φωτάκια, καλύτερα στυγνὸς καταναλωτισμός μὲ φωτάκια! Τὶ νὰ σᾶς πῶ! Τὰ ὑπόλοιπα ἂς τὰ ἀφήσουμε για τὴν ὥρα στὸ Θαῦμα τῶν Χριστουγέννων· ἴσως ὑπάρχει.

Καλὰ Χριστούγεννα, λοιπόν!

Στὰ ἄρθρα τοῦ Ἀνδρέα Φαρμάκι καὶ τοῦ Εὐγένιου Ἀρανίτση ἀπὸ τὸν φίλτατο Γνωμοδότη, θὰ προσθέσω ἕνα παλαιό, κλασσικὸ τοῦ Ἠλία Μπαζίνα.

Διαβᾶστε ἐπίσης: Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο».


Για το ξέσκισμα... και το παντελόνιασμα, τι θα έλεγε σήμερα ο Ιησούς Χριστός...

Ο φόβος και ο θάνατος είναι το ψέμα...
Άγια νύχτα από τους πιστούς και χλαπάκιασμα τα μελομακάρονα...
Τι να γνώριζε ο Ιησούς ξεκινώντας από τη φάτνη για όλα αυτά που γίνονται εν ονόματί του...

Του Ηλία Μπαζίνα

Αναλαμβάνοντας και φέτος να γράψω το θέμα «Χριστούγεννα», διαπιστώνω για μια ακόμα φορά ότι κάτι δεν πάει καλά με μένα και την «πρώτη γιορτή της χριστιανοσύνης». Όσες προσπάθειες και αν καταβάλω, δεν καταφέρνω να νοιώσω παρά ελάχιστα πράγματα τις ημέρες αυτές. Τα περισσότερα... ΑΡΝΗΤΙΚΑ.

ΔΕΝ θεωρώ ότι είναι θέμα «χριστιανικής πίστης». Είναι χρόνια τώρα, που ό,τι πιστεύω δεν βγαίνει στο φως της μέρας. Όχι απλά ΔΕΝ είναι κανενός άλλου θέμα. Δεν είναι ΟΥΤΕ δικό μου.

Δεν μιλάω λοιπόν εδώ για θαύματα, ούτε για τη σωτηρία της ψυχής. Μιλάω για ΜΕΓΕΘΟΣ ΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ. Και για αισθηματική ένταση. Χωρίς και αυτή την τελευταία να επιχειρώ πια να τη «διερμηνεύσω». Τη θεωρώ ένα από τα θαύματα, ίσως το μέγιστο, μέσω των οποίων ο καθένας γιγνώσκει την ατομική του σωτηρία.

Απλά, ενώ γύρω μου εκτυλίσσεται όλη αυτή η δενδροφόνος και λαμπιονιάρα εορταοτικότητα, οι χορδές της ψυχής μου, -αν υπάρχουν- ΣΙΓΟΥΝ. Και από κοντά, ο ΤΖΟΓΟΣ.

Είναι πολλοί που ΔΕΝ γιορτάζουν. Π.χ. τα μπατίρια, οι μονάχοι (όχι οι μοναχοί, εκείνοι εορτάζουν, ευλαβικά, κατανυκτικά, ευφρόσυνα και ούτω καθεξής) τα δάση, τα ζωάκια, που διάφοροι κρετίνοι θα αγοράσουν δώρα στα παιδάκια τους και μετά θα τα πετάξουν (τα δώρα, όχι τα παιδάκια). Οι αλλόπιστοι. Τα μικρομάγαζα, που ελπίζουν μάταια σε αυξημένο τζίρο.

Τα παρατηρώ καθώς περνάω απ’ έξω. Είναι κι αυτά σαν γέρικα μοναχικά μπατίρια. Σου φέρνουν θλίψη. Όπως θλίψη εμένα μου φέρνουν και οι τυπικές κάρτες και τα ΜΙΚΡΑ ΔΩΡΑ. Δεν αντέχω τα μικρά δώρα και δεν τα κάνω ποτέ μου. Το σπίτι μου είναι γεμάτο σκατουλάκια, ειδικά τέως σοβιετικών φίλων μου, που λυπάμαι να τα πετάξω. Με γεμίζουν μελαγχολία. Αν δεν μπορής να κάνης κιμπάρικο δώρο, μη μου κάνης καθόλου. Δεν θα σε παρεξηγήσω, αντίθετα θα το εκτιμήσω.

Λένε ότι οι γιορτές πάντα φέρνουν κύμα αυτοκτονιών. Αυτά βέβαια δεν πρέπει να τα λέμε. Είναι νταουνιάρικα. Πρέπει να είμαστε ποζιτιβιστές, θετικοί! Με άφατη ηδονή γράφω τους παραπάνω στα έτσι μου.

Επικοινωνούν μαζί μου διάφοροι, κατά πλειοψηφία ΟΧΙ ευφυείς και μου λένε μεταξύ άλλων ότι είμαι μουρμούρης, Μαρθαβουρτσιστής. Γράφω ΚΑΙ αυτούς ως ανωτέρω. Αδυνατώ να καταλάβω πώς μπορεί κάποιος να διαβάζη ταπρόγια και να λέη ταπρίτς. Απλά ελληνικά γράφουμε, ειδικά εγώ ΠΟΛΥ ΑΠΛΑ. Παιδικά.

Ίσαμε 100 φορές έχω γράψει ότι το στοιχείο της νεοελληνικής πραγματικότητας, που μισώ περισσότερο από όλα, είναι το «αχ πώς πονώ» των λαϊκών ασμάτων. Και ΔΕΝ διακρίνομαι από «ανθρωπιά», ΟΥΤΕ οραματίζομαι έναν πλανήτη καργαρισμένο μέχρι την τελευταία του γωνία από ανθρώπινα περιττώματα.

Την «ιερή» επιταγή «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και κατακυριεύσατε την Γην», εγώ τη διαβάζω «αυξάνεσθε, πληθύνεσθε, φονεύετε, αραιώνετε». Κανένα έρωτα με τον «Άνθρωπο» δεν έχω. Απλά, λυπάμαι τους ανθρώπους.

Διερωτώμαι τι θα έλεγε ο Ιησούς αν έβλεπε το παντελόνιασμα, το ξέσκισμα, που διεξάγεται εν ονόματί του. Τι θα ΓΝΩΡΙΖΕ από όλα αυτά, ξεκινώντας από τη φάτνη με το μπουλούκο, που γλύτωσε από το σπαθί του Ηρώδη και εδέχθη και πλούσια δώρα (μιλάμε βουνά τα φράγκα) ίνα διαφυλαχθή για τον μελλοντικό Σταυρό!

Θα τον γνώριζε ο Ιησούς αυτόν τον μπούλη, θα αναγνώριζε τάχα την ημερομηνία 25 Δεκεμβρίου, που καθιερώθηκε να γιορτάζεται ΑΙΩΝΕΣ μετά το θάνατο του; Θα ένοιωθε υποχρεωμένος και κολακευμένος από όλους αυτούς τους πιστούς, που κράζουν «Άγια Νύχτα» και «Χάπη Μπέρδεϊ Του Γιου» και χλαπακώνουν πουτίγκες και γαλοπούλες και μελομακάρουνα;

Είναι πολύ διαφορετική η εικόνα του Ιησού που έχω εγώ. Λυπάμαι. Προφανώς είμαι ένας εκ των κακοί άνθρωποι. Σόρρυ! Αδυνατώ παντελώς να συνδέσω τον ευτραφή μπούλη με την μοναχική, ασκητική φιγούρα του νέου άντρα με το σκαμμένο πρόσωπο και το χάος στο βλέμμα. Που, όταν άνοιξη, τύχω βράδυ ανάμεσα σε κυπαρρίσια και ελιές, βλέπω κάπου μπροστά μου την ασπράδα του χιτώνα του και ακούω τη φωνή του να μπερδεύεται με τα τριζόνια. ΝΟΜΙΖΩ πως λέει «δεν θέλω να πεθάνω έτσι, Πατέρα, πατέρα, με ακούς;». Και μόνη απάντηση το τριζόνι.

Σιγή ο πατέρας, ανεξιχνίαστες οι βουλές του. Και κάπου εκεί, πέρα, στο μονοπάτι, δαυλοί πλησιάζουν. Νοιώθω το φόβο να πάλλεται, να απλώνεται σαν κρύα, μαύρη λάσπη, έμεσμα οργής, μίσους, τύψεων, έμεσμα αιώνων, κόσμων, γενεών.

Νοιώθω τη μοναξιά του σφάγιου. Και μετά, ΟΛΑ να τα σκεπάζη κάτι ΑΛΛΟ, βαθύ, βουβό και πελώριο. Μακάρια αρμονία και συμπαντική χαρά. Αθάνατη, ακλόνητη. Η Ζωή αγκαλιάζει το σφάγιο, το ρουφάει μέσα της, απαλά, στοργικά, σαν το βρέφος να ξαναγυρίζη στο ενάμνιο υγρό, στη σιγουριά του μητρικού σώματος, στον ωκεανό της αγάπης.

Την ώρα της άνοιξης γίνονται αυτά. Τα γεννάει το άγιο χώμα της Μεσογείου. Παραισθήσεις, όνειρα, έκσταση και παροξυσμό αυτού, που δεν ξέρουμε τι είναι αλλά το λέμε Αγάπη. Ξέρουμε μόνο ότι ήταν, είναι και θα είναι. Εδώ. Στα αγιασμένα χώματα της Μεσογείου. Και ότι είναι η μήτρα όλων των ωραίων πραγμάτων. Και ότι το ψέμα είναι ο Φόβος και ο Θάνατος. Εκτός από τη Ζωή δεν υπάρχει τίποτε άλλο.

Ποτέ δεν χρειάστηκα να μου εξηγήση κανένας το Πάσχα. Ούτε νομίζω ότι οποιοσδήποτε ΜΠΟΡΕΙ να εξήγηση σε οποιονδήποτε αυτά τα πράγματα. Όσο περνάνε τα χρόνια, η πίστη μου στις λέξεις ξεθωριάζει. Άλλα πράγματα, πανίσχυρα και καταλυτικά, παίρνουν τη θέση τους. Καθώς το ελάχιστο εκείνο μόριο, που μου αναλογεί να καταλάβω από την ομορφιά της πλάσης, σιγά σιγά μου αποκαλύπτεται, μαθαίνω να αφήνω την καρδιά μου ελεύθερη, να σκέφτεται εκείνη για μένα.

Σίγουρα πολλοί ζουν τα Χριστούγεννα. Τους μακαρίζω. Το ότι εγώ δεν μπορώ δεν σημαίνει τίποτα. Ίσως κάποτε μπορέσω. Στο μεταξύ και ενώ η κακόφωνη πολυχρωμία μου απειλεί μάτια κι αυτιά, ενώ ο κρότος του χρυσού και του αργύρου πάνω στους μπεζαχτάδες της οικουμένης σκεπάζει τα πάντα, εγώ αφουγκράζομαι μακρινό αλλά βέβαιο, το Πάσχα να πλησιάζη...

Ηλίας Μπαζίνας, «Φίλαθλος», 25 Δεκ. 1998

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2007

Καὶ πάλι περὶ τῆς ὁρκωμοσίας

Ἔγραφα στὶς 27 Σεπτ., «Ἡ τραγῳδία τῆς ζωῆς μου - Χωρισμὸς κράτους καὶ ἐκκλησίας τώρα!», ἀλλά, τώρα ποὺ ξαναδιαβάζω τὰ σχόλια, ἔχω τὴν ἐντύπωσι ὅτι δὲν ἔγινα ἀπολύτως κατανοητός. Ξανατονίζω λοιπὸν ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ στὸ ζήτημα τῆς ὁρκωμοσίας, δὲν ἀσχολήθηκα κἂν μὲ τὸ ἂν πιστεύει κάποιος ἢ ὄχι, οὔτε μὲ τὸ δικαίωμα τῆς ἀνεξιθρησκείας, ἀλλὰ μὲ τὸν σεβασμὸ πρὸς τὴν πόλιν.

Συμπληρωματικῶς, τρία κείμενα, γιὰ νὰ καταλάβουμε τὴν διαφορά:

Κείμενον 1ον: Ἡ κ. Βασιλεία Παπαρήγα γράφει στὸν «Ριζοσπάστη»:

«Το ΚΚΕ από την είσοδό του στη Βουλή το 1974 έχει κατακτήσει το δικαίωμα να μη μετέχει στη θρησκευτική τελετή της ορκωμοσίας, με μια στάση αξιοπρέπειας, λεβεντιάς, χωρίς υστερίες και τυμπανοκρουσίες. Μια στάση που αναδεικνύει την άτεγκτη θέση του από κάθε θεοκρατικό θεσμό που κρατά το λαό δούλο της καπιταλιστικής εξουσίας, αλλά και το σεβασμό στο ατομικό δικαίωμα κάθε πολίτη να πιστεύει στο όποιο δόγμα. Αλήθεια, σε τι αποσκοπούν οι «εφετζίδικες» δηλώσεις των βουλευτών του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ότι εκείνοι θα ορκιστούν μόνο στην τιμή τους και η επιδεικτική αποχώρησή τους την ώρα του αγιασμού;»

Συγκρίνετε τὴν σοβαρότητα τῆς στάσεως τοῦ ΚΚΕ -τοῦ δογματικοῦ, ἀθέου, ὅ,τι θέλετε, ΚΚΕ!-, τὸ ὁποῖο πάντως παρίσταται στὴν πολιτικὴ τελετὴ τῆς ὁρκωμοσίας (ἁπλῶς οἱ ἄνθρωποι δὲν κάνουν τὸν σταυρό τους), μὲ σεβασμὸ στοὺς θεσμούς, χωρὶς νὰ φωνασκεῖ, νὰ ὠρύεται καὶ νὰ προκαλεῖ, χωρὶς τοὺς θεατρινισμούς δηλαδή τοῦ ΣΥΡΙΖΑ.

Κείμενον 2ον: Γράφει ὁ Σαράντος Καργάκος στὸ μνημειῶδες ἔργο του «Ἱστορία τῶν ἀρχαίων Ἀθηνῶν»:

«Εἶναι δύσκολο νὰ καταλάβουμε τὴ θρησκευτικότητα τῶν Ἑλλήνων. Ἡ θρησκεία τους δὲν ἦταν δόγμα, ἀλλὰ ἕνα σύνολο τελετουργιῶν, στὶς ὁποῖες ὀφειλόταν ἀπόλυτος σεβασμός. Οἱ Ἀθηναῖοι μπορεῖ ὅλοι νὰ μὴν ἦσαν πιστοί, ἦσαν ὅμως εὐλαβεῖς. Ἡ ἀνευλάβεια ἦταν ἄγος, ποὺ ἔφερνε καταστροφή, ὅπως δειχνόταν μέσα ἀπὸ τὴ μυθολογική τους ροή. Γι᾿ αὐτὸ στὴν πιὸ φωτεινὴ γιὰ τὴν Ἀθήνα στιγμή, στὴν ἐποχὴ τοῦ Περικλῆ, εἶχε ἐκδοθεῖ ψήφισμα ποὺ ἀπαγόρευε συζητήσεις γιὰ τὰ «θεῖα πράγματα», συζητήσεις ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ προκλέσουν ρηγματώσεις στὴν πίστη. Οἱ καινοτόμοι Ἀθηναῖοι πίστευαν πὼς ἡ παράδοση σώζει. Δὲν χρειάζονταν κάποιο σύγχρονο διανοητὴ σὰν τὸν πολὺ ἀξιόλογο Ροζὶς Ντεμπραί, γιὰ νὰ τοὺς γράψει ἕνα βιβλίο τοῦ τύπου «Θεός, ἕνα δρομολόγιο», καὶ νὰ τοὺς πεῖ ὅτι ἡ θρησκευτικότητα εἶναι σηματοδότης ταυτότητας, καὶ συνεπῶς, ὅταν σβήνεις τὰ σήματα, δημιουργεῖς ἕνα κενὸ στὴν κοινωνικὴ συνοχή. Αὐτὸ τονίζουμε ἀπὸ τὴν ἀρχή: ἡ θρησκεία, πέρα ἀπὸ ἄλλη ἀποστολὴ ποὺ σχετίζεται μὲ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ψυχή, εἶναι στοιχεῖο κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς συνοχῆς. Ἀπομάκρυνση ἀπὸ αὐτὴ δημιουργεῖ χαοτικὲς καταστάσεις κάθε λογῆς, ποὺ ἀκολοῦθως ὠθοῦν σὲ παλινδρομήσεις ποὺ δὲν βοηθοῦν τὴν πρόοδο. Ὅποιος κόβει τὶς ρίζες του στὴν γῆ, ὅταν νιώσει μετέωρος, θὰ αἰσθανθεῖ τὴν ἀνάγκη νὰ τὶς ζητήσει στὸν οὐρανό, ἀλλὰ τότε δὲν θὰ εἶναι ρίζες, θὰ εἶναι ὀπτασίες, ποὺ ίσως κάνουν κακό. Τὸ ἤξεραν οἱ Ἀθηναῖοι αὐτό, καὶ γι᾿ αὐτὸ ἦσαν κρατημένοι στὰ πάτρια.»

Κείμενον 3ον: Ἀπὸ τὸν εξαιρετικὸ ἀρθρογράφο τῆς ἐφημερίδος τῶν Ἰωαννίνων «Πρωινὸς Λόγος», Φίλιππο Κρομμύδα, «Ἡ σημασία τοῦ ὅρκου», 9 Ὀκτ. 2007:

«Πριν λίγες μέρες, έλαβε χώρα η ορκωμοσία των νεοεκλεγέντων βουλευτών της βουλής που προέκυψε από τις εκλογές της 16ης Σεπτεμβρίου.

Χωρίς έκπληξη είδαμε τότε, όλους τους προοδευτικούς βουλευτές να αρνούνται να υψώσουν το χέρι και να δώσουν τον όρκο τον οποίο προβλέπει το σύνταγμα ως προϋπόθεση αποκτήσεως της βουλευτικής ιδιότητας.

Στρογγυλοκάθισαν απλώς στα έδρανα της βουλής, και ανέλαβαν τα βουλευτικά των καθήκοντα, χωρίς να δικαιούνται, με πραξικόπημα, το οποίο δυστυχώς, δεν διέγειρε τα ευαίσθητα δημοκρατικά ανακλαστικά πολλών Ηρακλειδών της δημοκρατίας στην χώρα αυτή. Όλοι εσιώπησαν.

Ανέχθηκαν την κωμική σκηνή, όπου οι μισοί βουλευτές ορκίζονταν πίστη στην συνταγματική νομιμότητα ενώ ταυτοχρόνως δίπλα των μια άλλη ομάδα βουλευτών την καταπατούσε. Είναι βλέπετε προοδευτικοί κι όλοι στέκονται σούζα μπροστά των, διότι είναι αυτοί κι όχι το σύνταγμα, που καθορίζουν την πολιτική ορθότητα σ’ αυτήν την έρμη χώρα.

Για την πράξη των αυτή, οι προοδευτικοί βουλευτές, δεν προέβαλαν ως δικαιολογία το πραγματικό κίνητρό των, που είναι η αποκοπή του Ελληνισμού από τις παραδόσεις του και την ιστορική του συνέχεια, ώστε να χάσει την εσωτερική συνοχή του και να καταστεί ευάλωτος στις δυνάμεις που τον επιβουλεύονται, παρά θόλωσαν τα νερά προβάλλοντας, ως συνήθως, ένα πρόσχημα. Συγκεκριμένα επικαλέσθηκαν το δικαίωμά των στην ανεξιθρησκία.

Μια όμως απλή ανάγνωση του σχετικού άρθρου του συντάγματος πείθει τον αναγνώστη, ότι το σύνταγμα όχι μόνον δεν παραβιάζει την αρχή της ανεξιθρησκίας άλλα την διαφυλάττει, προβλέποντας τυπικό ορκωμοσίας για κάθε θρησκευτική ή δογματική απόκλιση.

Παραθέτω παρακάτω το σχετικό άρθρο του συντάγματος, για να κρίνει ο ίδιος αναγνώστης, πόσο απέχουν οι λόγοι που επικαλέστηκαν οι προοδευτικοί από την πραγματικότητα κι΄ ακόμα πόσο σέβονται και εφαρμόζουν αυτοί οι …κουλτουριάρηδες την συνταγματική νομιμότητα για την οποία τόσο πολύ δείχνουν ότι κόπτονται. Αναφέρει λοιπόν το άρθρο 59:

1. Oι βoυλευτές πριν αναλάβoυν τα καθήκoντά τoυς δίνoυν στo Boυλευτήριo και σε δημόσια συνεδρίαση τoν ακόλoυθo όρκo:
"Oρκίζoμαι στo όνoμα της Aγίας και Oμooύσιας και Aδιαίρετης Tριάδας να είμαι πιστός στην Πατρίδα και τo δημoκρατικό πoλίτευμα, να υπακoύω στo Σύνταγμα και τoυς νόμoυς και να εκπληρώνω ευσυνείδητα τα καθήκoντά μου".
2. Αλλόθρησκοι ή ετερόδοξοι βουλευτές δίνουν τον ίδιο όρκο σύμφωνα με τoν τύπo της δικής τoυς θρησκείας ή τoυ δικoύ τoυς δόγματος.
3. Boυλευτές πoυ ανακηρύσσoνται όταν η Boυλή απoυσιάζει δίνoυν τoν όρκo στo Tμήμα της πoυ λειτουργεί.

Όπως λοιπόν φαίνεται, ο συνταγματικός νομοθέτης, δεν αφήνει κανένα περιθώριο διαφυγής από την ορκωμοσία. Δεν προβλέπει δε, ούτε αναφέρει τίποτα γι’ αυτήν την σούπα που θέλουν να μας σερβίρουν οι κουλτουριάρηδες, δηλαδή να ορκίζονται στην συνείδησή των.

Θέλουν, να αποφύγουν μια ηθική δέσμευση, που αποκαλύπτει την ηθική των ταυτότητα. Θέλουν να ζουν στην ηθική σκιά ώστε να δρουν ανενόχλητοι και να μην χρεώνεται το σύστημά των τις παρασπονδίες των. Αποδέχονται μόνο την ατομική ευθύνη γι’ αυτό επικαλούνται ως εγγυητή της μαρτυρίας των τον …εαυτόν των. Θαύμα, Γιάννης πίνει Γιάννης κερνάει.

Υποκρίνονται ότι ονειρεύονται μια κοινωνία αποτελούμενη από άτομα ξεκάρφωτα, αυθαίρετα, ανένταχτα γεμάτα αναιδή ατομικά δικαιώματα. Αυτό το κάνουν όμως για να κολακέψουν το άτομο, να το αλλοτριώσουν, να το στρατολογήσουν και να το κάνουν να στραφεί εναντίον του υπάρχοντος καθεστώτος, με απώτερο στόχο να αποδιοργανώσουν και να αποσαθρώσουν την κοινωνία, επί των ερειπίων της οποίας θέλουν να ανεγείρουν την δική των αυτοκρατορία. Την αυτοκρατορία της παγκοσμιοποίησης, εντός της οποίας όμως το άτομο θα φέρνει τότε πολύ βαρύτερες αλυσίδες ανελευθερίας και δουλείας.

Η υποκρισία των αποκαλύπτεται από τις αντιφάσεις των. Θεωρούν «ανθρώπινο δικαίωμα» την ελευθερία του ατόμου στην επιλογή θρησκεύματος ή σεξουαλικού προσανατολισμού, άλλα απαγορεύουν την ίδια στιγμή στο άτομο να επιλέξει τον γιατρό του ή τον δάσκαλο των παιδιών του, την κατεύθυνση της παιδείας του ή τον ασφαλιστικό του φορέα. Αυτό φαίνεται από την σκληρή πολεμική που εξαπολύουν εναντίον της αναθεωρήσεως του άρθρου 16 του συντάγματος και από την απαίτησή των όλα τα παραπάνω να παρέχονται από κρατικά μονοπώλια.

Ο λόγος όμως για τον οποίον ο Ελληνικός λαός, μέσω του συνταγματικού νομοθέτη, υποχρεώνει τους βουλευτές να δώσουν τον παραπάνω όρκο, είναι γιατί θέλει ακριβώς να τους δεσμεύσει ηθικώς, να λειτουργήσουν, κατά την διάρκεια της εξασκήσεως των καθηκόντων των στο κοινοβούλιο, με τιμιότητα, ειλικρίνεια, και ευσυνειδησία.

Φαίνεται ότι ο συνταγματικός νομοθέτης, και δι’ αυτού ο λαός, πιστεύουν ότι τα ανωτέρω απαραίτητα χαρακτηριστικά της πολιτικής συμπεριφοράς δεν είναι δυνατόν να εξασφαλιστούν μέσω των συνηθισμένων μέσων που αποδέχονται οι προοδευτικοί, δηλαδή της γραφειοκρατίας. Θεωρούν, και δικαιολογημένα, ότι το ήθος δεν νομοθετείται, και ότι απαιτείται ξεχωριστή, ειδική διαδικασία για να επισημανθεί η σημασία του στην λειτουργία του πολιτεύματος. Αυτή κατά την γνώμη του νομοθέτη είναι η ορκωμοσία.

Έχει κάποιο πρακτικό αποτέλεσμα η διαδικασία αυτή, της ορκωμοσίας; Αμφιβάλω. Σε μια εποχή που το ήθος έχει εκπέσει παντελώς ως κοινωνικό ζητούμενο και απουσιάζει από κάθε εκδήλωση ανθρώπινης συμπεριφοράς, το να ζητάει κανείς ηθική δέσμευση δεν είναι παρά μια ουτοπία.

Εν τούτοις η απαίτηση αυτή σηματοδοτεί, μια εμμονή της κοινωνίας, μια απαίτηση να δώσει βάρος στην ηθική υπόσταση της ανθρώπινης προσωπικότητος και να υπογραμμίσει την σημασία της ηθικής διάστασης της κοινωνίας.

Αυτό ακριβώς είναι το σημείο το οποίο διαφωνούν οι προοδευτικοί και αδυνατούν να κατανοήσουν, δηλαδή μια κοινωνία με ηθική διάσταση.

Δεν μπορούν να καταλάβουν ότι υπάρχουν πράγματα μη υλικά, μη ορατά, μη ελεγχόμενα πολιτικώς και γραφειοκρατικώς, μη επιδεχόμενα μετρήσεως και ελέγχου, πολλές φορές δε μη δυνάμενα ακόμη και να εκφραστούν δια λόγων, που διαδραματίζουν όμως αποφασιστικό ρόλο στην λειτουργία της κοινωνίας και του πολιτεύματός της.

Όλοι οι άγραφοι κανόνες που διέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά, τα συλλογικά υπονοούμενα, τα σιωπηλά συμπεφωνημένα, παραδόσεις διάχυτες, συνήθειες και ευαισθησίες ανέκφραστες, αποτελούν το υπόβαθρο που αποκαλούμε κοινωνικό ήθος το οποίο οδηγεί την ανθρώπινη συμπεριφορά και καθορίζει αποφασιστικά το πολιτικό και το κοινωνικό γίγνεσθαι.

Αυτά δεν τα δέχονται οι προοδευτικοί. Δεν τα λαμβάνουν υπ’ όψιν των στην ανάλυση της κοινωνίας και της πολιτικής πραγματικότητας. Πιστεύουν ότι ο άνθρωπος αποτελείται μόνον από ...άντερα η δε κοινωνία χαρακτηρίζεται και οδηγείται από την γραφειοκρατία. Ίσως αυτός να είναι ο λόγος για τον οποίον απέτυχαν παταγωδώς όπου επιχείρησαν να εφαρμόσουν τις πολιτικές των ιδέες.

Μια άλλη δικαιολογία που προβάλλουν για την κατάργηση του όρκου, όχι μόνον από την βουλή, άλλα κι’ από τα δικαστήρια, από την ανάληψη καθηκόντων των δημοσίων υπαλλήλων, των δημοτικών αρχών και άλλων, είναι το ότι θέλουν, όπως ισχυρίζονται, τον διαχωρισμό κράτους και εκκλησίας.

Πάλι εδώ υποκρίνονται και προβάλουν ως πρόσχημα τον παραπάνω διαχωρισμό. Αν ήταν ειλικρινείς θα έπρεπε να ενοχλούνται πολύ περισσότερο και να φροντίσουν κατά προτεραιότητα να τακτοποιήσουν τον δικό των χώρο, τον πολιτικό, διαχωρίζοντας το κόμμα από την κυβέρνηση, την εκτελεστική εξουσία από την νομοθετική και την δικαστική, καθώς και την προεδρία από την νομοθετική και την εκτελεστική.

Μέσα σ’ αυτή την πολιτική σαλάτα όπου ο πρωθυπουργός διορίζει τον πρόεδρο της δημοκρατίας, τον πρόεδρο του Αρείου Πάγου, τον πρόεδρο της Βουλής, τον αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων, εισηγείται δε και ψηφίζει τα νομοσχέδια που θέλει και μόνον αυτά, είναι αστείο να μιλάμε για δημοκρατικό πολίτευμα.

Το ότι τίποτε απ’ αυτά δεν φαίνεται να τους ενοχλεί, παρά ο χωρισμός κράτους και εκκλησίας δείχνει την υποκριτική των διάθεση. Νομίζω ότι ο λόγος είναι το ότι ο πρωθυπουργός δεν διορίζει και τον αρχιεπίσκοπο. Ίσως αν διόριζε κι’ αυτόν, και ελέγχονταν από το πολιτικό κατεστημένο να μην ενοχλούνταν από την γνώμη της εκκλησίας.

Ας προσπαθήσουμε όμως να προσδιορίσουμε την κοινωνική και πολιτική σημασία της ορκωμοσίας.

Αυτός που ορκίζεται ομολογεί ορισμένα πράγματα. Πρώτον ότι αποδέχεται την ηθική συνιστώσα της ανθρώπινης προσωπικότητας και την ηθική διάσταση της κοινωνίας.

Δεύτερον δηλώνει ότι ο ίδιος ανήκει στο συγκεκριμένο σύστημα πολιτισμού που επικαλείται δια του όρκου του και υπενθυμίζει την προσφορά του συστήματος αυτού και την συμβολή του στην κοινωνική και πολιτισμικη πρόοδο, πράγματα που εγγυώνται την αξιοπιστία του.

Τρίτο παρουσιάζει το σύστημα ιδεών και αξιών στο οποίο πιστεύει και εφαρμόζει στην ζωή του καθώς και την κοινωνική ομάδα έναντι της οποίας είναι ηθικώς υπόλογος.

Εμφανίζει τέλος τα σημεία και τα σύμβολα αναγνωρισιμότητας της ηθικής που τον διέπει και της ομάδος με την οποία ταυτίζεται και έναντι των οποίων αναλαμβάνει την ευθύνη να μην τους εκθέσει παραβαίνοντας τον όρκο που δίνει.

Αυτή είναι η κοινωνική και η πολιτική σημασία του όρκου, απελευθερωμένη από κάθε συγκεκριμένο θρησκευτικό ή ιδεολογικό περιεχόμενο. Η ανάληψη δηλαδή της ηθικής δέσμευσης και ευθύνης έναντι μιας ιδεολογίας, μιας ομάδος ανθρώπων και ενός συνόλου συμβόλων.

Είναι ακόμη η εξασφάλιση της κοινωνικής διαφάνειας, ώστε να μην κινείται η ανθρώπινη συμπεριφορά στα σκιερά μονοπάτια του αποκρυφισμού και της συνομωσίας, της υποκρισίας και του ψεύδους.

Τίποτα από τα παραπάνω δεν εξασφαλίζει ένας όρκος στην «συνείδηση» του ορκιζόμενου. Τίποτα δεν γνωρίζουμε γι’ αυτήν την συνείδηση και δεν επιφέρει καμιά ηθική συνέπεια σε μια γραφειοκρατική κοινωνία, όπου οι σχέσεις των ανθρώπων διέπονται μόνο από νομικούς κανόνες. Ο όρκος στην συνείδηση είναι ένα ακόμη ιδεολόγημα με το οποίο προσπαθούν να μας κοροϊδέψουν οι προοδευτικοί για να μην δεσμεύονται ώστε να μπορούν να δρουν υπογείως παρακάμπτοντας εύκολα μια δαιδαλώδη γραφειοκρατία.

Αν σ’ αυτό προσθέσει κανείς και την αρχή προσωπικών δεδομένων που προστατεύει το άτομο από κάθε «αδιάκριτο» βλέμμα, τότε αυτό καθίσταται ασύδοτο, πέρα από κάθε κοινωνικό έλεγχο, υποκείμενο μόνο στον έλεγχο του χωροφύλακα. Αποτέλεσμα, ένα αστυνομοκρατούμενο αυταρχικό καθεστώς.

Εντός του πλαισίου των παραπάνω σκέψεων θα μπορούσε να αποδεχθεί κανείς και κάποιο άλλο είδους όρκου, ας τον ονομάσουμε πολιτικό όρκο, αρκεί να ικανοποιούσε τα χαρακτηριστικά που προαναφέρθηκαν. Να συμβολίζει δηλαδή και να εκφράζει το ήθος μιας συγκεκριμένης ομάδας με την οποία ο ορκιζόμενος δηλώνει ότι ταυτίζεται και η οποία θα έπαιρνε το κόστος σε περίπτωση επιορκίας του. Μιας ομάδος έναντι της οποίας είναι υπόλογος και η οποία εγγυάται γι’ αυτόν και ασκεί έλεγχο και επίβλεψη.

Έτσι, ένας μαρξιστής π.χ. θα μπορούσε να ορκισθεί στο Κεφάλαιο του Μάρξ, ένας κομμουνιστής στο σφυροδρέπανο, ως εκφραστή της ιδεολογίας και της ιστορίας του ΚΚΕ, ένας τέλος οπαδός της Γαλλικής επαναστάσεως και των ιδεών της. θα μπορούσε να ορκιστεί, αν ενοχλείται από το ευαγγέλιο ή τον σταυρό, στην… λαιμητόμο.»


...
Διαβάστε ἐπίσης: Ὁ ὅρκος τῶν Ἀθηναίων ἐφήβων.