«Tὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική· τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου. Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου.» (Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἄξιον ἐστί»)

Σελίδες Πατριδογνωσίας - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καραμπελιᾶς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καραμπελιᾶς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2012

Τὸ γλωσσικὸ ζήτημα στὴν τρίτη χιλιετία

Κυκλοφόρησε τὸ 3ον τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ «νέος Ἑρμῆς ὁ Λόγιος», σὲ εἰδικὸ ἔνθετο τοῦ ὁποίου περιλαμβάνονται οἱ εἰσηγήσεις τῆς ἡμερίδος «Ἡ ἱστορικὴ ὀρθογραφία στὴν νέα ἐποχή», ἡ ὁποία διοργανώθηκε ἀπὸ τὴν Ἑταιρεία Μελέτης Ἑλληνικοῦ Πολιτισμοῦ (ἡ ὁποία ἐκδίδει καὶ τὸ περιοδικόν) καὶ τὸ Ἀνοικτὸ Ψυχοθεραπευτικὸ Κέντρο στὶς 28-5-2011, μὲ τὴν συμμετοχὴ φιλολόγων, ἐκδοτῶν, ποιητῶν καὶ συγγραφέων κ.ἄ. ἀξιολόγων λογίων καὶ ἐπιστημόνων. Ἀκολουθεῖ ἡ εἰσήγησις τοῦ Γιώργου Καραμπελιᾶ, μιὰ ἐξαιρετικὴ ἀνασκόπησις τῆς ἱστορίας τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος, ἐκτίμησις τῆς παρούσης καταστάσεως καὶ παρότρυνσις δράσεως γιὰ τὸ μέλλον.

Τὸ νέο γλωσσικὸ ζήτημα

Γιῶργος Καραμπελιᾶς

(α' δημοσίευσις: περιοδικὸν «Ἄρδην», τ. 30, Μάιος 2001· β' δημοσίευσις: περιοδικὸν «νέος Ἑρμῆς ὁ Λόγιος», τ. 3, Σεπτ.-Δεκ. 2011· τὸ κείμενο σὲ ἠλεκτρονικὴ μορφὴ τὸ δανεισθήκαμε ἀπὸ τὸ olympia.gr)

   Τό γλωσσικό ζήτημα πού ἀπασχολεῖ, ταλανίζει καί ταυτοχρόνως... ἀναζωογονεῖ τήν ἑλληνική κοινωνία, διανύει τήν τρίτη χιλιετία τῆς ἱστορικῆς του διαδρομῆς.

   Στήν ἑλληνιστική καί τή ρωμαϊκή ἐποχή, ἤδη, οἱ ἀττικίζοντες συγγραφεῖς ἐπιχειροῦσαν νά ἐπανέλθουν στό ἀρχαῖο ὕφος καί ἦθος, ἀπέναντι  στόν κίνδυνο «ἐκβαρβαρισμοῦ» τῆς γλώσσας. Σήμερα, μέσα ἀπό τήν φαινομενικά ἀδήριτη λογική τῆς παγκοσμιοποίησης, ἡ ζωντανή χρήση τῆς ἑλληνικῆς ἀπειλεῖται εἴτε μέ ἐξαφάνιση εἴτε μέ ἀπομείωση. Τό γλωσσικό ζήτημα ἀναδεικνύεται κατά συνέπεια ὡς ἕνα ἀπό τά κομβικά στοιχεῖα τῆς πορείας καί τῆς ταυτότητας τοῦ ἑλληνισμοῦ, ἴσως τό σημαντικότερο στόν πολιτισμικό τομέα. Καί μποροῦμε νά διακρίνουμε τρεῖς μεγάλες περιόδους.

Ὁ ἀρχέγονος διμορφισμός

   Γιά χιλιάδες χρόνια, ἐπρόκειτο γιά τή διαφοροποίηση μεταξύ τῆς καθημερινῆς, καθομιλουμένης, λαϊκῆς ἤ «χυδαίας» γλώσσας καί τῆς γλώσσας τῶν λογίων, τῶν πεπαιδευμένων, τῶν ἱερατείων. Ἐπρόκειτο γιά ἔνταση, σύγκρουση, ἀντιπαράθεση ἀνάμεσα στή συγχρονία καί τή διαχρονία, ἀνάμεσα στή ζωντανή, καθημερινή ἐξέλιξη τῆς γλώσσας καί τήν ἀναφορά σέ μιά ἱστορία καί μιά παράδοση χιλιετιῶν. Αὐτή ἡ διμορφία (διμορφία καί ὄχι διγλωσσία, καθώς πρόκειται γιά δυό μορφές τῆς ἴδιας γλώσσας καί ὄχι γιά πραγματική διγλωσσία ὅπως στή φραγκική Δύση, ὅπου τά λατινικά ἀντιπαρατίθενται στίς ὑπό δημιουργίαν ἐθνικές γλῶσσες), θά ὁδηγήσει στή σύγκρουση καί τόν διχασμό ἀλλά παράλληλα θά ἀποτελέσει καί τό ὑπόβαθρο γιά τή διατήρηση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ὡς μιᾶς ἑνιαίας ζωντανῆς γλώσσας γιά τρεῖς ἤ τέσσερις χιλιάδες χρόνια!

   Βέβαια, ἡ ἔνταση ἀνάμεσα στήν ἐξελισσόμενη καθημερινή λαϊκή γλῶσσα καί τή γραπτή παράδοση εἶναι διαχρονική καί δέν ἀφορᾷ μόνο τούς Ἕλληνες. Ἡ γλῶσσα καί τά ὑπάρχοντα γλωσσικά σύμβολα, ἡ γραφή, ἀνατροφοδοτοῦνται διαρκῶς ἀπό τίς ξένες γλῶσσες καί τήν παράδοση – τό συσσωρευμένο γλωσσικό ἀπόθεμα. Στήν Ἀθῆνα, ἀπό τήν ἐποχή τῶν Πεισιστρατιδῶν, ὁ Ὅμηρος θά λειτουργεῖ ὡς ὁ γραπτός κανών πού θά διαμορφώσει, μαζί μέ τήν καθημερινή γλῶσσα τῶν Ἀθηναίων, τήν Ἀττική διάλεκτο. Ἡ τελευταία, μέσῳ τῆς κλασσικῆς φιλολογίας καί φιλοσοφίας, θά μεταβληθεῖ σέ πανελλήνια γλῶσσα. Μέ τούς Μακεδόνες καί τήν ἑλληνιστική ἐποχή, ἡ ἑλληνική γλῶσσα θά γίνει ἡ γλῶσσα δεκάδων ἑκατομμυρίων ἀνθρώπων σέ ὅλο τόν μέχρι τότε γνωστό κόσμο. Ὅμως τά ἑλληνικά τῶν Ἑβραίων, τῶν Αἰγυπτίων, τῶν Συρίων, ἤ καί τῶν Ρωμαίων ἀργότερα, θά εἶναι γεμάτα βαρβαρισμούς καί θά ἐπιφέρουν ἕνα φτώχεμα στή γλῶσσα. Ἦταν ἡ ἀφετηρία τοῦ πρώτου μεγάλου διχασμοῦ. Οἰ ἀττικίζοντες συγγραφεῖς καί οἱ λόγιοι θά ἀποπειραθοῦν νά ἐπιστρέψουν στή γλῶσσα τοῦ Πλάτωνα καί τοῦ Θουκυδίδη, πιστεύοντας πώς ἔτσι θά ἀντισταθοῦν στήν παρακμή τοῦ ἀρχαίου ἑλληνισμοῦ. (Γιά παράδειγμα, ὁ γραμματικός  Οὐλπιανός, τόν 2ο μ.Χ. αἰῶνα, θά ἀποκληθεῖ Κειτούκειτος, γιατί προτοῦ δοκιμάσει κάποιο φαγητό διερευνοῦσε ἄν ἀναφερόταν στήν ἀττική γραμματεία: «κεῖται ἢ οὐ κεῖται»;)

   Ἀντίθετα, οἱ νέες δυνάμεις τοῦ εὐρύτερου ἑλληνιστικοῦ καί ἑλληνορρωμαϊκοῦ κόσμου θά ἐκφραστοῦν μέσα ἀπό τή λαϊκή γλῶσσα, τήν «κοινή» τῆς ἐποχῆς. Μέ αὐτήν θά κάνουν οἱ χριστιανοί τή χριστιανική θρησκεία μιά θρησκεία καθολικῶν ἀξιώσεων καί διαστάσεων. Σέ αὐτή θά μεταφραστοῦν τά βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί θά γραφοῦν τά κείμενα τῶν Ἀποστόλων. Ταυτόχρονα, θά ἀλλάξει καί ἡ γραφή. Ἀπαιτεῖται πλέον ἡ εἰσαγωγή μιᾶς γραφῆς πού θά βοηθάει τούς ἀλλογενεῖς τοῦ μεγάλου ἑλληνικοῦ κόσμου, «πίσω ἀπ’ τὸν Ζάγρο ἐδῶ, ἀπὸ τὰ Φράατα πέρα» «ἀπὸ τὸν Ζάγρο ὣς τὰ Φράατα πέρα», νά μαθαίνουν τά ἑλληνικά πού δέν ἦταν μητρική τους γλῶσσα: θά εἰσαχθοῦν οἱ τόνοι καί τά πνεύματα. Οἱ τόνοι καί τά πνεύματα ἐπέτρεπαν τήν πρόσβαση σέ ἕνα τεράστιο, ἤδη, ἀπόθεμα λέξεων, ἀκόμα καί σέ αὐτούς πού εἶχαν τά ἑλληνικά ὡς μητρική γλῶσσα, καί οἱ ὁποῖοι ἦταν ἀδύνατο νά τό γνωρίζουν ἀπό τή μητέρα τους ἤ ἀπό τίς ντοπιολαλιές τοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου. Οἱ τόνοι καί τά πνεύματα ἀπετέλεσαν ἕνα ἐργαλεῖο ἐκδημοκρατισμοῦ τῆς γλώσσας, γιατί διευκόλυναν τήν πρόσβαση τῶν ἀλλογενῶν καί τῶν μή λογίων στόν ἑλληνικό γραπτό λόγο καί τήν ἑλληνική γραμματεία.

   Ἡ ἔνταση μεταξύ λόγιας γλώσσας καί καθομιλουμένης, σέ ὅλη τή μακρά περίοδο μεταξύ τοῦ 3ου π.Χ. καί τοῦ 11ου μ.Χ. αἰῶνα, θά γνωρίσει πλημμυρίδες καί ἀμπώτιδες, ἀνάλογα μέ τήν ἱστορική συγκυρία καί τή γενικότερη μοῖρα τοῦ ἑλληνισμοῦ. Οἱ ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς, γιά παράδειγμα, ὅταν ἀπευθύνονται στόν λαό -σύμφωνα μέ τήν ἐπιταγή τοῦ ἀποστόλου Παύλου «ἐὰν μὴ εὔσημον λόγον δῶτε, πῶς γνωσθήσεται τὸ λαλούμενον; ἔσεσθε γὰρ εἰς ἀέρα λαλοῦντες» (Πρὸς Κορινθίους Α΄, 14, 9)- θά γράφουν στή δημοτική τῆς ἐποχῆς. Τό ἴδιο θά συμβεῖ καί ἀργότερα μέ τούς Βίους Ἁγίων, τά Ἀρετολόγια, κ.λπ. Ὅταν ὅμως θά ἀσχολοῦνται μέ τή θεολογία, μέ τήν φιλοσοφία, ὅπως ἐπίσης καί στίς ἐπίσημες ὁμιλίες, θά υἱοθετοῦν τήν ἀρχαΐζουσα ἤ ἀττικίζουσα μορφή.

   Ὡστόσο, καθώς ἡ παραγωγή καί ἀναπαραγωγή τῶν ἐπιστημονικῶν γνώσεων καί τῆς λόγιας φιλολογίας καί φιλοσοφίας παρέμενε μιά διαδικασία πού ἀφοροῦσε μόνο ἕνα μικρό κομμάτι τοῦ πληθυσμοῦ, ἡ διαφοροποίηση λόγιας καί δημώδους μορφῆς, ὅσο μεγάλη καί ἄν ἦταν, δέν ἀποτελοῦσε κάποιο ἀνυπέρβλητο ἐμπόδιο γιά τήν κοινωνική ἀναπαραγωγή, μέ δεδομένο τόν περιορισμένο ἀριθμό τῶν λογίων καί τῶν μελῶν τῶν ἀνώτερων τάξεων. Στίς μή ἀραβικές μουσουλμανικές χῶρες τά ἀραβικά θά ἀποτελοῦν τήν λόγια γλῶσσα καί κάτι ἀνάλογο θά συμβεῖ μέ τά κινεζικά, τά ἑβραϊκά κ.λπ.

   Ἡ ἑλληνική διμορφία θά παραμείνει στό Βυζάντιο ὡς μιά ἀπό τίς πιό δημοκρατικές ἐκδοχές γλωσσικῆς διμορφίας τῶν παραδοσιακῶν κοινωνιῶν. Ὅταν θά κυριαρχήσουν πλήρως τά ἑλληνικά ἔναντι τῶν λατινικῶν, θά γίνουν ἀπόπειρες ἄρσης της, τουλάχιστον ἐν μέρει. Γιά τίς ἀνάγκες τῆς διοίκησης, ὁ Κωνσταντῖνος ὁ Ζ΄ ὁ Πορφυρογέννητος (905-959), θά κωδικοποιήσει τίς ἀρχές τῆς διοικητικῆς ὀργάνωσης σέ γλῶσσα προσιτή, καί τό ἴδιο θά ἐπιχειρήσει ἀργότερα ὁ Κωνσταντῖνος Θ΄ὁ Μονομάχος (1042-1055 1000-1054). Ἐπιχειρήθηκε δηλαδή νά διαμορφωθεῖ μιά γλῶσσα κατανοητή ἀπό τίς εὐρύτερες μᾶζες τῆς Αὐτοκρατορίας, ἡ ὁποία ἐμπεριεῖχε καί στοιχεῖα τοῦ λόγιου τυπικοῦ καί λεξιλογίου. Ἦταν ἡ πρώτη ἀπόπειρα εἰσαγωγῆς τῆς «καθομιλουμένης».

Χυδαῖοι καί καθαροί

   Τό μεγάλο πρόβλημα θά ἀνακύψει στήν Δεύτερη Περίοδο, ὅταν ὁ ἑλληνικός κόσμος τῆς ὕστερης βυζαντινῆς, τῆς ὀθωμανικῆς καί τῆς σύγχρονης περιόδου, ἕως τόν 20ό αἰῶνα, θά χρειαστεῖ νά περάσει σέ μιά νέα φάση ἀνάπτυξης, ὅπου ὁ γεωμετρικός πολλαπλασιασμός τῶν γνώσεων καί ἡ ἐπέκταση τῆς γραφῆς, ἡ ἐφεύρεση τῆς τυπογραφίας, καθώς καί οἱ ἀνάγκες τῆς ἀντίστασης στούς πολυποίκιλους εἰσβολεῖς θά ἀπαιτοῦν καί θά ἐπιτάσσουν τή χρήση ἑνός γλωσσικοῦ ὀχήματος προσιτοῦ σέ εὐρύτερες ὁμάδες τοῦ πληθυσμοῦ. Θά γεννηθεῖ τότε τό γνωστό μας γλωσσικό ζήτημα.

   Καί οἱ αἰτίες εἶναι πολλαπλές. Ἡ ἀπόπειρα τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Μονομάχου θά μείνει ἡμιτελής. Ἡ κρίση ἡ ὁποία θά ἀκολουθήσει τήν ἧττα τοῦ Ρωμανοῦ τοῦ Διογένη στή μάχη του Ματζικέρτ (1071), ἡ κατάληψη τοῦ Βυζαντίου ἀπό τούς Φράγκους (1204), ἡ ἐξάπλωση τῶν Ὀθωμανῶν Τούρκων, μέ ἐπιστέγασμα τήν Ἅλωση τοῦ 1453, θά ὑποχρεώσουν τό ὕστερο Βυζαντινό κράτος καί κοινωνία σέ μιά ἀμυντική λογική. Τό ζήτημα πλέον εἶναι ἡ ἄμυνα, ἡ συντήρηση τῆς παράδοσης. Τά ἀρχαῖα κείμενα διασώζονται καί ἀντιγράφονται. Ἀνθεῖ μέν ἡ μικτή λογοτεχνία, ἀλλά ἡ Ἄννα Κομνηνή θά γράψει τήν Ἀλεξιάδα ὡς μίμηση, καί γλωσσική, τῆς Ἰλιάδος. Τό ἴδιο γλωσσικό ὄχημα θά χρησιμοποιοῦν καί λόγιοι ὅπως ὁ Γεώργιος Ἀκροπολίτης στην Αὐτοκρατορία τῆς Νικαίας (1205-1261). Ἐξ ἄλλου, ἡ φραγκική κατάκτηση, κυρίως, καί ἡ συνακόλουθη τουρκική θά κατακερματίσουν τόν ἑλληνικό-βυζαντινό χῶρο καί θά ἀναπτυχθοῦν οἱ διάλεκτοι καί τά ἰδιώματα, ἐνῷ ἡ ἑνότητα τῆς γλώσσας θά συντηρεῖται ἀπό τούς λογίους μέ τήν στροφή πρός τή λόγια καί ἀρχαΐζουσα γλωσσική μορφή, ἀπό τήν ἐκκλησιαστική γλῶσσα καί ἀπό τό δημοτικό τραγούδι.

   Τήν ἴδια ἐποχή στήν Ἰταλία, μέ τόν Δάντη ἤ τόν Βοκκάκιο, ὁ ἰταλικός ἀνθρωπισμός χρησιμοποιεῖ καί ἐπανα-ἀνακαλύπτει τά ἀρχαῖα ἑλληνικά καί λατινικά κείμενα, καλλιεργώντας παράλληλα τήν νεώτερη ἰταλική. Ὁ ἀπό «στεριά καί θάλασσα» πολιορκημένος βυζαντινός ἀνθρωπισμός δέν ἔχει αὐτό τό περιθώριο, καθώς τό μόνο σχεδόν ἔδαφος πού διαθέτει εἶναι ὁ χῶρος τῆς παράδοσης. Στρέφεται ἔτσι πρός τήν ἀρχαιοελληνική γλωσσική μορφή καί τήν ἐκ νέου ἀνακάλυψη τῶν ἑλλήνων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως θά κάνει ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καί οἱ ἡσυχαστές. Χαρακτηριστική τοῦ ἀδιεξόδου εἶναι ἡ ἐμβληματική μορφή τοῦ Πλήθωνα-Γεμιστοῦ. Τριάντα ἑφτά χρόνια πρίν τήν Ἅλωση, προσπαθεῖ νά πείσει τούς Παλαιολόγους γιά τήν ἀνάγκη μιᾶς μεταρρύθμισης πού θά μεταβάλει τά ὑπολείμματα τῆς Αὐτοκρατορίας σέ ἕνα ἑλληνικό ἐθνικό κράτος: Ἐμπόριο, βιομηχανία, ἀγροτική μεταρρύθμιση κ.λπ. Καί ὅμως τό ἀνέφικτο τῆς ἀγωνιώδους προσπάθειάς του θά σημαδευτεῖ ὄχι μόνο ἀπό τήν ἀπόπειρα ἐπιστροφῆς στήν ἀρχαία ἑλληνική θρησκεία, ἀλλά καί ἀπό τό γλωσσικό ἐργαλεῖο πού χρησιμοποιεῖ, τήν ἀρχαΐζουσα γλῶσσα του. Ἡ βυζαντινή Ἀναγέννηση, ἔστω in extremis, θά στηριζόταν μέ τό ἕνα πόδι στόν ἑλληνικό ἀνθρωπισμό, ἀλλά εἶχε ἀνάγκη καί ἀπό ἕνα δεύτερο, τή ζωντανή λαϊκή πραγματικότητα καί τούς χυμούς της. Καί κάτι τέτοιο ἀπουσίαζε παντελῶς.

   Ταυτόχρονα, ὁ ἑλληνικός λαός, στήν Κύπρο, τόν Πόντο, τή Νότια Ἰταλία, τήν Ἤπειρο, τήν Κρήτη καί τά Ἑπτάνησα, θά μιλάει καί θά τραγουδάει στήν γλῶσσα του, ὅλο καί πιό ἰδιωματική, μέ μόνο στοιχεῖο ἑνότητας τόν ἐκκλησιαστικό λόγο καί τά παλιά τραγούδια τοῦ γένους (π.χ. τά Ἀκριτικά, τίς Παραλογές, κ.λπ.).

   Ὅταν ὁ ἑλληνισμός, ἀπό τά τέλη τοῦ 17ου αἰῶνα καί μετά, θά εἰσέλθει σέ μιά νέα περίοδο ἀκμῆς, τό γλωσσικό ζήτημα θά ἀνακύψει ἐκ νέου καί θά σφραγίσει τήν ἑλληνική ἱστορία τριῶν αἰώνων. Ἰδιαίτερα κατά τή διάρκεια τοῦ 19ου αἰῶνα καί στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ, θά ὁδηγήσει σέ μία ὑπάρξει μιά ἐπίταση τῆς ἀντιπαράθεσης, μεταξύ τῶν «χυδαιολογούντων» λογίων καί τῶν ὀπαδῶν τοῦ «καθαροῦ» ἰδιώματος... Τώρα πιά, ἡ ἐκπαίδευση ἐξαπλώνεται στόν νεώτερο ἑλληνισμό καί στίς ἀρχές τοῦ 19ου αἰῶνα θά ὑπάρχουν σχολεῖα σέ ὅλα τά κέντρα του. Τό γλωσσικό ζήτημα θά ἀποβεῖ καθοριστικό, οἱ ἀντιθέσεις θά ὀξυνθοῦν καί ἀπό τά τέλη τοῦ 19ου αἰ. ἕως τόν Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ἄν ὄχι καί μέχρι τήν δεκαετία τοῦ 1970, θά διχάσουν τήν κοινωνία μας. Σέ μιά στιγμή πού ὁ ἑλληνικός λαός χρειαζόταν ὅλες τίς δυνάμεις του γιά νά πραγματοποιήσει τή δική του Ἀναγέννηση καί νά οἰκοδομήσει ἕνα σύγχρονο ἀλλά ταυτόχρονα πρωτότυπο πολιτιστικό πρότυπο, καί κατά συνέπεια μιά γλωσσική μορφή πού θά συνέθετε δημιουργικά τή διαχρονία καί τή συγχρονία τοῦ ἑλληνισμοῦ, ἀνάλωσε πολλές ἀπό τίς δυνάμεις του σέ μιά ἀντιπαράθεση μεταξύ τους. Ἀντί νά ἀναπτυχθεῖ ἕνα γλωσσικό ὄργανο πού θά ἐνοφθάλμιζε στό σῶμα τῆς ζωντανῆς λαϊκῆς γλώσσας στοιχεῖα μιᾶς ἀδιάσπαστης γλωσσικῆς ἑνότητας, ὅπως λέξεις καί σχήματα, μορφολογικά στοιχεῖα, γραφή (ἡ ἐξοικείωση μέ τήν ἱστορική γραφή εἶναι ἀπαραίτητη γιά τήν ἐτυμολογική προσέγγιση τῶν λέξεων καί τήν εὐχερῆ πρόσβαση στά παλαιότερα κείμενα) κ.λπ., οἱ δυνάμεις μας σπαταλήθηκαν σέ ἕναν διάλογο πού, παρά τίς δημιουργικές του πλευρές (παράθεση καί ἐπεξεργασία ἐπιχειρημάτων, ἀνάπτυξη τῶν γλωσσικῶν σπουδῶν κ.λπ.), εἶχε κυρίως ἀρνητικές συνέπειες:

   Ἡ ἐπιμονή στήν καθαρεύουσα καί τήν ἀρχαΐζουσα ἀπέκοπτε τούς ἐγγραμμάτους ἀπό τό λαϊκό σῶμα μέ ἀμφίδρομες συνέπειες. Οἱ λόγιοι περιορίζονταν σέ συζήτηση καί προβληματισμό μεταξύ ἑνός περιορισμένου κύκλου ἐγγραμμάτων. Κατά συνέπεια καί τό ἐπίπεδο τοῦ προβληματισμοῦ παρέμενε χαμηλό, μιά καί ἡ συζήτηση διεξάγονταν ἀνάμεσα σέ ἐλάχιστους ἀνθρώπους καί δέν μποροῦσε νά ἀξιοποιήσει στοιχεῖα τῆς λαϊκῆς σοφίας καί παράδοσης. Ἐκ παραλλήλου, ἡ ἀδυναμία πρόσβασης τοῦ εὐρύτερου λαϊκοῦ σώματος στόν κόσμο τῶν ἰδεῶν, τῆς ἐπιστήμης, τῆς ὑψηλῆς τέχνης, φτώχαινε τό λαϊκό σῶμα, καθυστεροῦσε τή διαμόρφωση ἑνός ἐπεξεργασμένου γλωσσικοῦ ὀργάνου, κ.ο.κ. Ὁ διχασμός μεταξύ διανοουμένων καί λαοῦ, πού τόσο ἔντονα καί ἀρνητικά σφραγίζει τή σύγχρονη ἑλληνική παράδοση, σφραγίζεται καθοριστικά ἀπό αὐτόν τόν γλωσσικό διαφορισμό.

   Ἀπέναντι στόν καθαρολογισμό ἀναπτύσσεται μιά ἀντίδραση πού ὅμως θά ὁδηγηθεῖ συχνά στό ἀντίθετο ἄκρο. Ὁ Βηλαρᾶς θά μιλήσει πρῶτος γιά τή φωνητική (κανονικά: φωνολογική) γραφή («Η ρομέηκη γλόσα») καί στή συνέχεια θά ἀκολουθήσει ὁ ψυχαρισμός, ἡ «φωνητική» γραφή, ἀκόμα καί ἡ πρόταση γιά υἱοθέτηση τοῦ λατινικοῦ ἀλφαβήτου. Ἡ συγχρονία στήν πιό πεζή καί ἐργαλειακή μορφή της (ἡ γλῶσσα εἶναι μόνο ἐργαλεῖο ἐπικοινωνίας καί ὄχι συμπύκνωση ἱστορίας, παράδοσης, ταυτότητας, ἡ ὁποία ἐπέτρεψε τήν διατήρηση τῆς ἴδιας της ὑπόστασης τοῦ ἑλληνισμοῦ), ἀντικαθιστᾷ πλέον τήν ἀποστεωμένη διαχρονικότητα. Εὐνοεῖται ἡ μικρότερη προσπάθεια γιά τήν ἐκμάθηση τῆς γλώσσας, μιά καί πρόκειται γιά ἕνα ἁπλό «ἐργαλεῖο». Οἱ μαθητές δέν πρέπει νά «κουράζονται» γιά νά μάθουν τή γλῶσσα, ἀλλά νά ἀφιερώνονται στήν ἀποθησαύριση ἐπιστημονικῶν καί «πρακτικῶν» γνώσεων. Ἔτσι, ἀπό τήν ἀντίδραση στά «γραμματικά» καί στήν τυραννία τοῦ συντακτικοῦ πού περιέγραφε ὁ Ἰώσηπος Μοισιόδαξ ὡς «γραμματικὴν κακοφυΐαν»  καί κατακεραύνωνε ὁ Ἀδαμάντιος Κοραῆς («περισσότερον ἤθελε ὠφελήσει τὸ γένος σήμερον ὅστις καίει παρὰ ὅστις γράφει Γραμματικάς»), φτάσαμε στό ἀντίθετο ἄκρο: στήν τυραννία τοῦ πρακτικοῦ λόγου καί τήν ἐργαλειακή ἀποδοτικότητα, ξεχνώντας πώς ἡ ἐκμάθηση μιᾶς γλώσσας, καί μάλιστα μέ τέτοια ἱστορία καί πλοῦτο, ἀποτελεῖ μία πολιτιστική καί γνωστική διαδικασία πρώτου μεγέθους, σηματοδοτεῖ τήν ἴδια τήν πρόσκτηση μιᾶς συλλογικῆς ταυτότητας.

   Μέ αὐτόν τόν τρόπο, ἕνα μέρος τῆς γλωσσικῆς καί κοινωνικῆς ἀριστερᾶς, πού βρίσκονταν σέ σύγκρουση μέ τόν γλωσσαμυντορισμό, τήν κοινωνική καί γλωσσική δεξιά, θά μεταβληθεῖ στόν ὑποστηρικτή τῆς ἰσοπέδωσης τῆς γλωσσικῆς μορφῆς.

   Ὡστόσο, ὅσο κυριαρχοῦσε ἡ καθαρεύουσα, ἡ ἀρχαΐζουσα καί ἡ τυπολατρική ἀρχαιογνωσία, οἱ ἐργαλειακές διαστάσεις τοῦ δημοτικισμοῦ δέν τονίζονταν. Αὐτό θά γίνει μόνο ἀπό τή στιγμή πού, μετά τή μεταπολίτευση, ἡ δημοτική θά κυριαρχήσει ἀκόμα καί ὡς ἐπίσημη γλῶσσα τοῦ κράτους καί το γλωσσικό ζήτημα θα εἰσέλθει σέ μιά Τρίτη Περίοδο.

Ἰσοπέδωση καί ἀντίσταση

   Στίς συνθῆκες, πλέον, τοῦ παγκοσμιοποιούμενου καπιταλισμοῦ, οἱ ἄρχουσες τάξεις, ἰδιαίτερα τῶν μικρῶν καί ἐξαρτημένων χωρῶν, δέν ἐπιμένουν στή διατήρηση τῆς παράδοσης καί τῆς ταυτότητας ὡς ἐγχώριων μεσολαβητῶν τῆς ἡγεμονίας τους. Ἀντιθέτως, ἀξιοδοτοῦν καί προάγουν τήν ἰσοπέδωση τῶν ταυτοτήτων πού συνιστοῦν ἐμπόδιο σέ αὐτή τήν «πραγματική ὑπαγωγή». Ἐθνικές γλῶσσες, παραδόσεις, ἰδιαιτερότητες, ἀκόμα καί ἐγχώρια πολιτικά καί προνοιακά συστήματα, θά πρέπει νά ὑποβαθμιστοῦν ἤ ἀκόμα καί νά ἐξαλειφθοῦν. Ἡ γλωσσική συγχρονία, στήν πιό χυδαία συχνά ἐκδοχή της, θά πρέπει νά ὀβελίσει κάθε στοιχεῖο διαχρονίας. Σήμερα χρειαζόμαστε τά ἀγγλικά ὡς παγκόσμια lingua franca καί οἱ ἐγχώριες γλῶσσες ἀποτελοῦν ἕνα ἀκόμα ἐμπόδιο στήν χωρίς ὅρια ἐπέκταση τῶν διαδικασιῶν τῆς κεφαλαιακῆς ἀξιοποίησης.

   Μιά ὁρισμένη ἐργαλειακή ἀντίληψη γιά τή γλῶσσα παύει πλέον νά ἀποτελεῖ τό ὄργανο τοῦ ἀκραίου δημοτικισμοῦ, ἴσως καί λαϊκισμοῦ, και μεταστρέφεται σέ μηχανισμό τῆς παγκοσμιοποίησης. Οἱ ἐγχώριοι ἐκδοτικοί μηχανισμοί καί οἱ τεχνοκράτες εἰσάγουν πλέον τήν «ἁπλούστευση» τῆς γραφῆς καί τῆς γλώσσας, τή λεκτική ἰσοπέδωση, τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τήν ἱστορική γραφή, καί στηρίζουν τόν ὀβελισμό τῆς διδασκαλίας τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν ἀπό τήν ἐκπαιδευτική διαδικασία. Οἱ τουριστικοί ἐπιχειρηματίες, οἱ ἐπιχειρήσεις τῆς «νέας οἰκονομίας» καί τό μεγάλο πολυεθνικό κεφάλαιο προωθοῦν ἤδη τή λατινική γραφή καί τά greeklish ὡς προθάλαμο γιά σταδιακή τουλάχιστον ὑποκατάσταση τῆς ἑλληνικῆς ἀπό τήν ἀγγλική.

   Γιά τήν ιδεολογική στηριξη αὐτοῦ τοῦ ἐγχειρήματος ἐπιστρατεύεται ὁ ἐργαλειακός ἰσοπεδωτισμός. «Ἡ γλῶσσα δέν κινδυνεύει» διακηρύττουν οἱ «ἐκσυγχρονιστές», κεκράκτες τῶν μεγάλων ἐκδοτικῶν συγκροτημάτων καί τῶν πολυεθνικῶν, ἐνδεδυμένοι «τά παλιά δοξασμένα κουρέλια» τοῦ ἀγωνιστικοῦ δημοτικισμοῦ (καί μαζί τους δυστυχῶς καί μερικοί εἰλικρινεῖς καί καθυστερημένοι δημοτικιστές, καθηλωμένοι στόν κύκλο τῆς παλαιᾶς γλωσσικῆς ἀντιπαράθεσης). Προβάλλουν καί πάλι, λοιπόν, τόν «κίνδυνο» τοῦ «γλωσσικοῦ ἐθνικισμοῦ ἤ καθαρολογισμοῦ». Συσκοτίζοντας τό γεγονός ὅτι ἡ ἀντιπαράθεση δημοτικισμοῦ καί καθαρεύουσας ἔχει σήμερα ὑποκατασταθεῖ ἀπό μία νέα, ἀπό τήν ἀντιπαράθεση μεταξύ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας στή συγχρονία καί τή διαχρονία της, καί τῶν μηχανισμῶν ἐκπτώχευσης καί περιθωριοποίησής της, τῆς γλωσσικῆς παγκοσμιοποίησης καί ἰσοπέδωσης. Τώρα πιά ὁ Βηλαρᾶς καί ὁ Βούλγαρης, ὁ Κοραῆς καί ὁ Τριανταφυλλίδης, ὁ Σολωμός καί ὁ Παπαδιαμάντης βρίσκονται στό ἴδιο στρατόπεδο. Καί στό ἀπέναντι γνωρίζομε ποιοί βρίσκονται, γνωρίζομε τά ἐκδοτικά συγκροτήματα, τούς πολιτικούς, τούς διανοούμενους ὑπηρεσίας, πού, στό ὄνομα μιᾶς ξεπερασμένης ἀντίθεσης καί τῆς ἀντίληψης πώς «ἡ γλῶσσα δέν κινδυνεύει», συντάσσονται σήμερα μέ τούς ὀπαδούς τῆς παγκοσμιοποίησης.

   Ἡ θέση μας σέ αὐτό τό νέο γλωσσικό ζήτημα πού ἔχει ἀνακύψει δέν μπορεῖ παρά νά εἶναι μιά στάση ἐνεργοῦ ἀντίστασης. Μιά ἐκ νέου ἀξιοδότηση τῆς γλώσσας μας ἀπό τόν Ὅμηρο μέχρι τόν Μακρυγιάννη καί τόν Σεφέρη. Στήν παράδοσή μας, τῶν τελευταίων αἰώνων, ἔχουμε τήν κόκκινη γραμμή πού μᾶς ὁδηγεῖ. Εἶναι ἡ γλωσσική παράδοση τοῦ ἔπους τοῦ Διγενῆ Ἀκρίτη στό Βυζάντιο, τῆς Ἐρωφίλης καί τοῦ Ἐρωτόκριτου στήν Ἐνετοκρατούμενη Κρήτη, – λόγια ἔργα ὑψηλῆς τέχνης πού ἔγιναν ταυτόχρονα καί δημοτικά ἄσματα πού τά ἀπομνημόνευε καί τά τραγουδοῦσε ὁ ἀγράμματος λαός, ἐμπλουτίζοντας τήν καθημερινή του γλῶσσα καί τά τραγούδια του. Καί ξανάπαιρνε αὐτά τά τραγούδια ὁ Σολωμός γιά νά τά κάνει ὑψηλή τέχνη καί ὁ Ρήγας γιά νά τά κάνει Θούριους. Ἔχουμε τή μεγάλη Ἑπτανησιακή παράδοση πού θά γεννήσει τόν Σολωμό καί τόν Κάλβο. Ἔχουμε τήν ἀρχαιογνωσία καί τόν δημοτικισμό τοῦ Μανόλη Τριανταφυλλίδη, στόν δρόμο πού χάραξε ὁ Δημητράκης Καταρτζῆς, οἱ Δημητριεῖς, ὁ Ρήγας Φεραῖος καί, ἀπό μιά ἄλλη ἀφετηρία, ὁ Ἀδαμάντιος Κοραῆς. Ἔχουμε τήν παράδοση τοῦ Παπαδιαμάντη καί τοῦ Καβάφη, τοῦ Πικιώνη καί τοῦ Κώστα Παπαϊωάννου. Μιά γλῶσσα ζωντανή πού στηρίζεται στή μητρική μας γλῶσσα, ἐνῷ ταυτόχρονα ἀνοίγεται θαρραλέα στόν θησαυρό τῶν χιλιετιῶν τῆς γλωσσικῆς μας παράδοσης, ἀναχωνεύοντας διαρκῶς νέα στοιχεῖα ἀπό αὐτή, ἀλλά καί ἀπό τή σύγχρονη ζωή καί τίς ξένες γλῶσσες.

   Ἐπιτέλους μιά σύνθεση, πού δέν θά εἶναι ἄμυνα, ἁπλή «ἐπιστροφή» στήν παράδοση, ὅπως ἔκανε κάποτε ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἤ ὁ... Πλήθωνας, ἀλλά ἐνεργός καί δημιουργική ἀντίσταση. Νά ‘μαστε λοιπόν πάλι στό αἴτημα τοῦ Σολωμοῦ: «μήγαρις ἔχω ἄλλο στὸ νοῦ μου πάρεξ ἐλευθερία καὶ γλώσσα;»

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2008

Τὸ βιβλίο τοῦ Νίκου Σαραντάκου γιὰ τὴν γλῶσσα, ἀπὸ ἑλληνοκεντρικὴ ὀπτικὴ γωνία


   Παρευρέθην σήμερα (23 Φεβ.) στὴν παρουσίασι τοῦ βιβλίου τοῦ Νίκου Σαραντάκου, «Γλώσσα μετ᾿ εμποδίων». Βεβαίως, λογικότερο θὰ ἦταν νὰ παρευρίσκομαι στὴν διαδήλωσι τοῦ Κ.Κ.Ε. τὴν ἴδια ὥρα καὶ λίγα μέτρα πιὸ πέρα, γιὰ τὴν Μακεδονία καὶ τὸ Κοσσυφοπέδιο. Ἔστω καὶ ἐάν, ὅπως εἶναι μᾶλλον προφανές, δὲν εἶμαι καὶ τόσο κομμουνιστής. Διότι, ὅταν δὲν ξέρουμε ἐὰν αὔριο μᾶς ἀνακοινώσουν ὅτι τὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδος εἶναι στὸν Ὄλυμπο, μᾶλλον στὸν δρόμο μὲ τὰ ὅπλα στὰ χέρια θὰ ἔπρεπε νὰ εἴμαστε [Σημ. 1] ἀντὶ νὰ ἀναλισκόμεθα γιὰ τὶς ψιλὲς καὶ τὶς δασεῖες... Ἀλλά, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἴσως γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς ἀξίζει νὰ ἀσχολούμεθα μὲ τὶς ψιλὲς καὶ τὶς δασεῖες. Διότι, ὅταν δὲν νιώθουμε τὴν ζωογόνα δύναμι αὐτῶν τῶν πολυτίμων ἱερῶν μας κειμηλίων, τῶν λέξεων καὶ τῶν γραμμάτων τῶν Ἑλληνικῶν, ὅταν εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ἀπεμπολήσουμε ἔστω μιὰ μικρούλα δασεῖα, ἔ, σιγὰ- σιγὰ θὰ γίνουμε πρόθυμοι νὰ ἀπεμπολοῦμε καὶ τὰ μεγάλα· Κύπρο, Μακεδονία... [Σημ. 2]. (Ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης διεῖδε τὴν βαθύτατη καὶ πανάρχαια σχέσι τόπου, λαοῦ, πολιτισμοῦ, ἱστορίας καὶ γλώσσης, καὶ τὴν ἐξέφρασε ὑπέροχα στὸ γνωστὸ κείμενό του γιὰ τὸ πολυτονικό. «Κυματιστοὶ ἀμπελῶνες καὶ ὑπέρθυρα ἐκκλησιῶν...») [Σημ. 3]

   Ὁ Νίκος Σαραντάκος εἶναι γνωστὸς καὶ φίλος καμμιὰ δεκαετία ἀπὸ τὶς λίστες τοῦ Διαδικτύου. Διαφωνοῦμε ἐντόνως σὲ πολλὰ θέματα, βεβαίως, ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ὅμως, ἀνεξαρτήτως τῶν ὅποιων ἰδεολογικῶν καὶ φιλοσοφικῶν διαφορῶν μας, πρῶτον, ἀγαπᾷ τὴν γλῶσσα μας, δεύτερον, πιστεύει ὅτι ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ὑπάρχει καὶ ἔχει ἱστορία μακραίωνη. (Τονίζω αὐτὰ τὰ βασικά, διότι ὁρισμένοι ἀκραῖοι ἐθνομηδενιστές, ὡς γνωστόν, τὰ ἀρνοῦνται.)

   Ὁ Νίκος ἔχει, σὺν τοῖς ἄλλοις, τὸ ἐξῆς προσόν. Εἶναι, καὶ φιλόλογος, καὶ μηχανικός τοῦ Μετσοβίου. Τὸν διακρίνει, καὶ ἡ γνώσι καὶ εὐαισθησία γιὰ τὴν γλῶσσα, καὶ ἡ εὐστροφία, ἡ ἀκρίβεια καὶ ἡ στερεότης τῆς σκέψεως τοῦ μηχανικοῦ τοῦ Μετσοβίου. (Συγχωρέστε μου τὴν σωβινιστικὴ ἀναφορὰ στὸ Ε.Μ.Π.!) Ἡ ἐργασία του εἶναι προσεγμένη καὶ διακρίνεται ἀπὸ ἐπιστημονικὴ ἀκρίβεια. (Μιὰ κριτικὴ ἐδῶ.)

   Ἡ δική μου ἄποψις τώρα. Φυσικὰ διαφωνοῦμε σὲ πολλά, ἰδεολογικῶς και φιλοσοφικῶς. Τὸ εἶπα ἤδη. Ἐγὼ τὸ βιβλίο του τὸ βρίσκω χρήσιμο καὶ ὠφέλιμο. Ἀλλὰ γιὰ διαφορετικοὺς λόγους ἀπὸ αὐτοὺς γιὰ τοὺς ὁποίους τὸ ἐκτιμοῦν ἄλλοι.

   Ἐγὼ βρίσκω τὸ βιβλίο ὠφέλιμο, διότι μὲ βοηθᾷ νὰ μάθω καλύτερα Ἑλληνικά. Μὲ βοηθᾷ νὰ ξεδιαλύνω μερικὰ λεπτὰ σημεῖα τῆς γλώσσας μας. Παρ᾿ ὅλο ποὺ διαφωνῶ σὲ ὁρισμένα ἰδεολογικὰ ζητήματα. Ἄλλοι, τὸ βρίσκουν χρήσιμο γιὰ νά... «κατατροπώσουν τοὺς ἐθνικιστές», καταρρίπτοντας τὸ μύθευμα τοῦ «Hellenic Quest» καὶ τῶν ἕξι ἑκατομμυρίων λέξεων! Λὲς καὶ σὲ μιά... διαδικτυακὴ φάρσα στηρίζεται ἡ ἀξία τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσας καὶ ὁ πλοῦτος τῆς παραδόσεώς μας! [Σημ. 4] Ἄλλοι, πολύ χειρότεροι, μπορεῖ νὰ ἐκτιμοῦν τὸ βιβλίο ὡς ὅπλο γιὰ νὰ προωθήσουν τὴν κατάργησι τῆς διδασκαλίας τῶν ἀρχαίων Ἑλληνικῶν (κάτι ποὺ δὲν εἶναι κἂν στὶς προθέσεις τοῦ συγγραφέως) - ἢ καὶ τῶν Ἑλληνικῶν γενικῶς.

   Δὲν θὰ ὑπεισέλθω σὲ εἰδικότερα σχόλια. Δύο εἶναι οἱ κεντρικοὶ ἄξονες τῆς προβληματικῆς τοῦ συγγραφέως:

   Πρῶτον, ὁ ἔλεγχος καὶ ἡ ἀναίρεσις τῶν παραπλανητικῶν λαϊκῶν μυθευμάτων γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ γλῶσσα.

   Ἤδη ἐσχολίασα. Ἀλλά, ἕνα μεγάλο «ἀλλά» ἔχει γράψει ὁ Γιῶργος Καραμπελιᾶς («Χουλιγκάνου ἐγκώμιον», «Ἄρδην», τ. 38-39, Νοέμ. 2002). Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε ἄλλο. [Σημ. 5]

   Δεύτερον, ἡ κριτικὴ κατὰ τοῦ κινήματος τοῦ «νεοκαθαρευουσιανισμοῦ». Μέρος αὐτῆς τῆς προβληματικῆς, τὸ πολυτονικό, στὸ ὁποῖο ὁ συγγραφεὺς ἐπιτίθεται μὲ ἀκατανόητη ὀξύτητα.

   Ὁ συγγραφεὺς ἐπισημαίνει πολλὰ λάθη ὅσων ἐπιχειροῦν, χωρὶς ἐπαρκῆ γνώσι, νὰ χρησιμοποιήσουν λογίους τύπους, λανθασμένα καὶ ἐκεῖ ποὺ δὲν ἀρμόζει. Και πολὺ καλὰ πράττει καὶ ἐπισημαίνει αὐτὰ τὰ λάθη.

Ἐνστάσεις καὶ ἐρωτήσεις:
   (1) Τί προτείνει; Ἐγώ συμπεραίνω τὸ προφανές. Δὲν διδασκόμαστε ἐπαρκῶς τὴν γλῶσσα, καὶ δὴ τὴν λόγια γλωσικὴ παράδοσι, ἄρα χρειαζόμαστε περισσότερη καὶ καλύτερη διδασκαλία. Ἄλλοι συμπεραίνουν ὅτι ὁ λόγιος γλωσσικός πλοῦτος μᾶς δυσκολεύει, ἄρα πρέπει νὰ τὸν καταργήσουμε. Πονάει κεφάλι, κόψει κεφάλι.

   (2) Μοῦ δίδει τὴν ἐντύπωσι ὅτι, μὲ ἀφορμὴ τὰ λάθη αὐτά, ἐπιτίθεται στὴν γλῶσσα (τὴν λόγια), λὲς καὶ ἡ γλῶσσα φταίει ποὺ ἐμεῖς κάνουμε λάθη! Μά, τί νὰ κάνουμε ποὺ ἔχουμε γλῶσσα ποὺ κουβαλᾷ ἱστορία χιλιετιῶν! (Ἱστορία ἐνυπάρχουσα ζωντανὴ στὸ παρόν τῆς γλώσσης.)

   Ἡ διαφωνία μου εἶναι θεμελιώδης. Ἢ εἴμαστε Ἕλληνες ἢ δὲν εἴμαστε. Καὶ ἡ ἱστορία μας ἐνυπάρχει ὁλόκληρη στὸ παρόν. Καὶ νὰ θέλαμε, ὡς νεοταξικοὶ Προκροῦστες, νὰ διαγράψουμε τὸ παρελθόν μας, αὐτὸ θὰ ἦταν ἀδύνατον χωρὶς βάρβαρο ἀκρωτηριασμό. Δὲν εἴμαστε πρωτόγονη κοινωνία χωρὶς ἱστορία καὶ γραπτὴ γλωσσικὴ παράδοσι. (Σημειωτέον, ὅτι ἡ γλῶσσα τῶν ὅποιων πρωτογόνων τῆς Ἀφρικῆς εἶναι τέλεια -γιὰ αὐτοὺς- καὶ ὄχι «κατώτερη», ὅπως μᾶς διδάσκει ἡ γλωσσολογία, ἀφοῦ ταιριάζει ἀπολύτως στὸ περιβάλλον τους καὶ ἰκανοποιεῖ τὶς ἀνάγκες τους. Ναί. Ἀλλὰ δὲν ταιριάζει σὲ ἐμᾶς. Μπορεῖτε νὰ καταλάβετε τὴν διαφορά, κύριοι «προοδευτικοί»; Καὶ ἡ Ὁργουελιανὴ newspeak, δὲν εἶναι «κατώτερη» γλῶσσα, εἶναι τέλεια καὶ ἰκανοποιεῖ ἀπολύτως τὶς ἀνάγκες τῶν δούλων τοῦ Μάτριξ. Ναί, κύριοι «προοδευτικοί», ἀλλὰ δὲν εἴμαστε οὔτε θέλουμε ἐμεῖς νὰ γίνουμε τέτοιοι. Κατανοητόν; Ὡραῖα, ξεκαθαρίσαμε τὰ περὶ «ἀνωτερότητος», «κατωτερότητος» καὶ «ρατσισμοῦ». Πᾶμε παρακάτω.)

   Δεύτερον. Ἡ λόγια γλῶσσα δὲν εἶναι καινοφανὲς παίγνιον ὁλίγων διανοουμένων σὰν τὸν Ζουράρι. Οὔτε ἀμήχανη ἀπόπειρα νὰ δείξει κάποιος ὅτι ἔχει κύρος.

   Κατ᾿ ἀρχὴν οἱ «καθαρευουσιάνοι» βοήθησαν να διαμορφωθῇ ἡ Νέα Ἑλληνική. Παραγνωρίζεται ἡ μεγάλη προσφορὰ τοῦ Κοραῆ καὶ λοιπῶν λογίων, ὅπως ἔχει πολλὲς φορὲς ἐπισημάνει ὁ Γ. Μπαμπινιώτης. (Ἀρκεῖ νὰ δοῦμε, ὅσον ἀφορᾷ στὸ λεξιλόγιο μόνον, τὴν «Συναγωγὴ νέων λέξεων, ὑπὸ τῶν λογίων πλασθεισῶν» τοῦ Στεφάνου Κουμανούδη, 1900. Οἱ σημερινοὶ «προοδευτικοὶ» θὰ ἔλεγαν ὅτι εἶναι... «ρατσιστικὸ» νὰ πλάθουμε λόγιες λέξεις καὶ νὰ ἐξελληνίζουμε ξένες, ἀλλὰ τότε δὲν ὑπῆρχαν εὐτυχῶς «προοδευτικοί». (Οὔτε τὸ 1821· καὶ ἂν ὑπῆρχαν, ἀνέλαβε ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ τὰ δέοντα.)) Τελικῶς, ἡ ἁπλὴ καθαρεύουσα ἐπέτυχε, τρόπόν τινα, μετὰ ἀπὸ αἰῶνες, τὴν ἑνοποίησι τῆς Ἑλληνικῆς· καὶ θὰ τὸ ἐπετύγχανε πολὺ καλύτερα, ἐὰν δὲν ἐνέσκηπτε, μετὰ τὸ 1974, ἡ φανατισμένη λαῖλαψ τῶν γλωσσοκτόνων πρασινοφρουρῶν καὶ τῶν συνοδοιπόρων τους (Χρῆστος Γιανναρᾶς, «Καταστροφὴ τραγικότερη τῆς Μικρασιατικῆς», «Ἡ Καθημερινή», 28-4-1996)

   Εἶναι προφανὲς σὲ κάθε καλόπιστο ἄνθρωπο, καὶ δὲν νομίζω ὅτι θὰ τὸ ἀρνηθῇ ὁ Νίκος Σαραντάκος, ὅτι, κατ᾿ ἀρχὴν ἔστω, ὑγιὴς ἀντίδρασις ἔναντι τῆς ἐπιδρομῆς τῆς ξύλινης γλώσσας τοῦ λαϊκισμοῦ, τοῦ ἰσοπεδωτισμοῦ, τῆς εὐτέλειας, τῆς ἀναστροφῆς τῶν ἠθικῶν ἀξιῶν, ὑπῆρξε ἡ νεώτερη ἀγάπη τοῦ κόσμου γιὰ τὸν λόγιο πλοῦτο τῆς γλώσσας μας. Ἀγάπη, ἡ ὁποία, τὴν ἐποχὴ τοῦ καθεστῶτος τῆς 21ης Ἀπριλίου εἶχε γίνει ἀντιπάθεια. Ἀλλὰ σήμερα δὲν ζοῦμε στὴν ἐποχὴ τῆς χούντας. Ἄλλα εἶναι αὐτὰ ποὺ μᾶς ἀπειλοῦν.

   Καί, σήμερα, ἕνας πολὺ σημαντικότερος λόγος παρεκίνησε τοὺς Ἕλληνες νὰ ἐκτιμήσουν τὸν λόγιο πλοῦτο τῆς γλώσσης. Ἡ παγκόσμια, ἐκμηδενιστικὴ βία τῆς νεοταξικῆς ἐξουσίας. Δὲν εἶναι... χουντικοί, πλέον (ἂν ἦταν ποτέ), οἱ «γλωσσαμύντορες». Εἶναι οἱ ἀπροσκύνητοι Ἕλληνες, κάθε ἰδεολογίας. Βλέπε ἕνα χαρακτηριστικὸ παράδειγμα στὸ δημοσίευμά μου «Ἄγγελος Ἐλεφάντης καὶ Σπύρος Μοσχονᾶς». Ὁ Γ. Καραμπελιᾶς σημειώνει χαρακτηριστικά (εἰσαγωγὴ τοῦ ἀφιερώματος τοῦ «Ἄρδην» (τ. 30-34) στὴν Ἑλληνικὴ Γλῶσσα): «“Η γλώσσα δεν κινδυνεύει” διακηρύττουν οι “εκσυγχρονιστές”, κεκράχτες των μεγάλων εκδοτικών συγκροτημάτων και των πολυεθνικών, ενδεδυμένοι “τα παλιά δοξασμένα κουρέλια” του αγωνιστικού δημοτικισμού [και μαζί τους δυστυχώς και μερικοί ειλικρινείς και καθυστερημένοι υποστηρικτές της παλαιάς γλωσσικής αντιπαράθεσης]. Κατά τον ίδιο τρόπο επιστρατεύτηκαν τα παλιά “λαμπερά κουρέλια” του διεθνισμού και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για να δικαιολογηθεί η επίθεση κατά της Γιουγκοσλαβίας. Προβάλλουν και πάλι, λοιπόν, τον “κίνδυνο” του “γλωσσικού εθνικισμού ή καθαρολογισμού”. Συσκοτίζοντας το γεγονός ότι η αντιπαράθεση, δημοτικισμού και καθαρεύουσας, έχει σήμερα υποκατασταθεί από μια νέα, από την αντιπαράθεση μεταξύ της ελληνικής γλώσσας στη συγχρονία και τη διαχρονία της, και των μηχανισμών εκπτώχευσης και περιθωριοποίησής της, της γλωσσικής παγκοσμιοποίησης και ισοπέδωσης. Τώρα πια ο Βηλαράς και ο Βούλγαρης, ο Κοραής, και ο Τριανταφυλλίδης, ο Σολωμός και ο Παπαδιαμάντης, βρίσκονται στο ίδιο στρατόπεδο. Και στο απέναντι γνωρίζομε ποιοι βρίσκονται, γνωρίζομε τα εκδοτικά συγκροτήματα, τους πολιτικούς, τους διανοούμενους υπηρεσίας, που, στο όνομα μιας ξεπερασμένης αντίθεσης, και της αντίληψης πως “η γλώσσα δεν κινδυνεύει”, συντάσσονται σήμερα με τους οπαδούς της παγκοσμιοποίησης. Και βέβαια, κατά κυριολεξία, η “γλώσσα” δεν κινδυνεύει, όπως τονίζει και ο Σαράντος Καργάκος, κινδυνεύουν όμως σε μερικές δεκάδες ή εκατοντάδες χρόνια να μην υπάρχουν εκείνοι που τη χρησιμοποιούν σαν ζωντανό εργαλείο και να διατηρηθεί ως απολίθωμα, ως νεκρή γλώσσα σαν τα λατινικά.» Λοιπόν, μοῦ φαίνεται ὅτι ὁ Νίκος Σαραντάκος ἐξακολουθεῖ νὰ ἀναλίσκεται σὲ κυνήγι χουντικῶν μαγισσῶν!

   Ὡστόσο ἐπισημαίνει μὲ ἀκρίβεια πολλὰ λάθη ποὺ συνηθίζονται, καὶ πολλὰ λεπτὰ σημεῖα τῆς γλώσσας μας. Ἔχει ἐπὶ παραδείγματι ἕνα κεφάλαιο μὲ τίτλο «Ο δωδεκάλογος της νεοκαθαρεύουσας». Ὡραιότατο, Νίκο! Εὐχαριστῶ ποὺ μὲ βοηθᾷς νὰ μὴν κάνω αὐτὰ τὰ λάθη! Ἀλλά, οἱ περισσότεροι, καί, φοβοῦμαι, ἐσὺ ὁ ἴδιος, προωθεῖτε τὴν ἰδέα ὅτι... δὲν εἶναι λάθη, διότι ὑπάρχει λόγος ποὺ γίνονται, αὐτὴ εἶναι ἡ τάσι τῆς γλώσσας, καὶ κάποτε τὰ λάθη θὰ γίνουν σωστά, καὶ καλῶς θὰ γίνουν, καὶ μακάρι νὰ γίνουν, ἄρα ἂς γράφουμε ὅ,τι θέλουμε!

   Διαστρέφω τὸ νόημα τῶν γραφομένων σου; Ἄν ναί, συγγνώμη. Ἀλλά. Παραδέχεσαι π.χ. ὅτι το «ὡς» καὶ ἐσώθη ἀπὸ τὴν μαλλιαρὴ λαίλαπα καὶ χρησιμοποιεῖται εὐρέως. Ἀλλά, λές, δὲν εἶναι πάντοτε εὐδιάκριτη ἡ διαφορὰ τῆς σημασίας του ἀπὸ τὸ «σάν». Μά, οἱ ἐξαιρέσεις δὲν κάνουν τὸν κανόνα! Γενικῶς, ὑπάρχει διαφορά. Καὶ καλῶς ὑπάρχει, καὶ εἶναι πλοῦτος γιὰ τὴν γλῶσσα τὸ ὅτι ὑπάρχει! (Ὅπως καὶ γιὰ πολλὲς ἄλλες περιπτώσεις ὅπου βρίσκεις ἐξαιρἐσεις, καὶ γιὰ τὴν δασεία, καὶ γιὰ λόγιες λέξεις, καὶ τὸ ποιητικὸ «ἐπέστρεψε» τοῦ Καβάφη.) Ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τὴν δυνατότητα ποὺ δίνει ἡ λόγια μορφὴ τῆς γλώσσης γιὰ ἐπιλογὴ διαφορετικοῦ κάθε φορὰ ὕφους, ἀρμόζοντας στὴν περίστασι. (Ὀρθῶς ἐπισημαίνεται, ὅμως, τὸ λάθος νὰ χρησιμοποιεῖται ἐπίσημο ὕφος ἐκεῖ ποὺ δὲν ἀρμόζει (συχνὰ μὲ ἀποτέλεσμα ξεκαρδιστικὲς γκάφες), ἐκτὸς ἐὰν γίνεται χάριν παιδιᾶς, βεβαίως.) Καί, ἀφοῦ ὑπάρχουν ἐξαιρέσεις, τί; Δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχει διαφορὰ πουθενά; Ὥστε, τελικῶς, νὰ τὸ καταργήσουμε τὸ «ὡς»; Παρ᾿ ὅλο ποὺ καὶ ἐπέζησε καὶ θάλλει;

(3) Τὸ πολυτονικό. Ἐδῶ ἡ διαφωνία μου μὲ τὸν συγγραφέα εἶναι ἀπόλυτη. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ στὶς ἀπόψεις μου γιὰ αὐτὸ καθ᾿ ἑαυτὸ τὸ πολυτονικό, τὶς ὁποῖες πολλάκις ἔχω ἀναπτύξει, ἀλλά, ἀκόμη περισσότερο γιὰ κάτι ἄλλο. Εἰλικρινῶς, μέ ἐξένισε ἡ ὀξεία καὶ ὁλότελα ἄδικη ἐπίθεσι στὴν Κίνηση Πολιτῶν γιὰ τὴν Ἐπαναφορὰ τοῦ Πολυτονικοῦ Συστήματος. Στὴν ὁποία ἀποδίδεται ἀκόμη καί... κομματικὴ στράτευσι! Ὅταν πρόκειται γιὰ ἕναν δικτυακὸ τόπο ὑπόδειγμα ποὺ καμμία σχέσι δὲν ἔχει μὲ τὴν πολιτική. Δημιούργημα τοῦ Γιάννη Χαραλάμπους, καθηγητοῦ πληροφορικῆς στὴν Ἀνωτάτη Ἐθνικὴ Σχολὴ Τηλεπικοινωνιῶν Βρετάνης (Βρέστη, Γαλλία) καί, μὲ τὴν σύζυγό του, τυπογράφου, καὶ μερικῶν φίλων. (Ὁ Γιάννης Χαραλάμπους εἶναι καὶ συγγραφεὺς τοῦ «Fonts and encodings», O'Reilly, 2007. Κορυφαῖο στὸ εἶδος του παγκοσμίως.)

   Ἕνας δικτυακὸς τόπος γιὰ τὸ πολυτονικὸ καταπληκτικός, ποὺ πέτυχε ὅτι δὲν εἶχε καταφέρει τὸ ἀνύπαρκτο Ἑλληνικὸ κράτος τόσα χρόνια. Ἱστορία, γλῶσσα, πληροφορικὴ νὰ συνδυασθοῦν μὲ ἐπιστημονικὴ ἐπάρκεια καὶ ὡλοκληρωμένα· γιὰ πρώτη φορὰ ἐπαρκεῖς, ὡλοκληρωμένες καὶ πλήρεις ὁδηγίες (ἀπὸ γραμματικοὶ κανόνες, μέχρι ὁδηγίες γιὰ κάθε λειτουργικὸ σύστημα καὶ ὑπολογιστικὸ περιβάλλον) καὶ ἐργαλεῖα (γραμματοσειρές, ὁδηγοὶ πληκτρολογίου), γιὰ κάθε ἀνάγκη, ἀπὸ πληκτρολόγησι πολυτονικοῦ μέχρι HTML καὶ OCR. Ἐπιτέλους, γιὰ πρώτη φορά, κάτι ποὺ πραγματικὰ ἔλειπε ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ πληροφορική· ὁ καθένας μας ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ χρησιμοποιήσει πολυτονικό, ὅπου τοῦ χρειάζεται.

   Καὶ ὄχι μόνον αὐτά. Και ἱστορία. (Π.χ. ἡ ψηφιοποίησις τῆς ἐξαιρετικὰ δυσεύρετης «Ἀντιδικίας τῶν τόνων». (Οἱ μονοτονιστὲς προέβαλλαν μόνο τοὺς δικούς τους...)) Καὶ πρωτότυπη γλωσσολογικὴ ἔρευνα (π.χ. ἀναίρεσις τῶν ψευδῶν τῶν μονοτονιστῶν περὶ δῆθεν ὑποστηρίξεως τοῦ μονοτονικοῦ ἀπὸ τὸν Χατζιδάκι καὶ τὸν Βιλαμόβιτς· βεβαίως, ἡ ἀναίρεσις αὐτοῦ τοῦ ἀστικοῦ μύθου, τοῦ ἀναπαραγόμενου περὶ Χατζιδάκι ψεύδους τῶν μονοτονιστῶν, δὲν ἀναφέρεται στὸ βιβλίο τοῦ Νίκου Σαραντάκου.) (Ἄ ναί, παρεμπιπτόντως ὁ Βιλαμόβιτς ἔχει γράψει ὅτι «ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι ἀνωτέρα κάθε ἄλλης καὶ ἡ ἑλληνικὴ φυλὴ ἀνωτέρα κάθε ἄλλης», ἀλλὰ δὲν τὸν ἐπικαλοῦνται γι᾿ αὐτὸ οἱ «προοδευτικοί»!) Καὶ λογοτεχνικὰ κείμενα, καὶ ἄρθρα (πλουσιότατη συλλογὴ) καὶ ἀπόψεις καὶ ἱστοσελίδες. Καὶ γραμματική, καὶ ἁπλὰ μαθήματα, καί παιχνίδια ἀκόμη ἐκμάθησης τοῦ πολυτονικοῦ! Καὶ φωτογραφίες πολυτονικῶν ἐπιγραφῶν! (Καὶ μόνον αὐτὴ ἡ συλλογὴ εἶναι προσφορὰ στὴν τέχνη καὶ στὴν λαογραφία!)

   Καὶ αὐτὸ τὸ σπουδαῖο ἔργο διαγράφεται ἐξ ὁλοκλήρου. Κρίμα κι ἄδικο.

   Πάντως, παρὰ τὶς διαφωνίες μου, σοβαρὲς σὲ ὁρισμένα σημεῖα, εὔχομαι καλὴ ἐπιτυχία στὸν Νίκο Σαραντάκο, διότι προσφέρει στὴν γλῶσσα μας. Ἄλλωστε, οἱ διαφωνίες, ὅταν ὑπάρχει καλὴ προαίρεσις, εἶναι ἐποικοδομητικές.

Σημειώσεις:
   [1] Ἀκροτελεύτια διάταξις τοῦ Συντάγματος: «O σεβασμός στο Σύνταγμα και τους νόμους που συμφωνούν με αυτό και η αφοσίωση στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία αποτελούν θεμελιώδη υποχρέωση όλων των Eλλήνων. H τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Eλλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία.» Λακωνικότεροι οἱ Ρωμαῖοι ἔλεγαν «salus populi suprema lex esto»· ὑπέρτατος νόμος ἡ σωτηρία τοῦ Λαοῦ.

   [2] Σημειωτέον, τὴν διαδήλωσι τοῦ Κ.Κ.Ε. ἡ χούντα τῆς Ντόρας καὶ τοῦ Λαζόπουλου δὲν τὴν ἀπαγόρευσε, ὅπως ἔκανε τὶς τελευταῖες ἡμέρες μὲ τρεῖς (!) ἐκδηλώσεις Ἑλλήνων πατριωτῶν. Βλέπετε, ἐὰν δὲν εἶσαι ἀριστερός, οὔτε γιὰ τὴν Μακεδονία καὶ τὴν Κύπρο δὲν μπορεῖς νὰ φωνάζεις... Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὁ εὐρύτερος πατριωτικὸς χῶρος εὐθύνεται γιὰ τὸ ὅτι δὲν ἔχει καταφέρει νὰ συστήσει ἕνα διαπαραταξιακὸ πατριωτικὸ μέτωπο, πέραν τῶν δευτερευουσῶν -καὶ συχνὰ τεχνητῶν- διαφορῶν Ἀριστερᾶς καὶ Δεξιᾶς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ μονολιθικότης τοῦ Κ.Κ.Ε. (ἡ ὁποία βολεύει βεβαίως τοὺς Νεοτάξ, γιὰ νὰ «καλουπώνουν», νὰ συκοφαντοῦν καὶ νὰ περιθωριοποιοῦν τὶς ἀντιδράσεις («πφ, οἱ παρωπιδικοὶ κουκουέδες φωνάζουν γιὰ νὰ φωνάζουν»)· εἶναι δυστυχῶς καὶ πολλοὶ τοῦ εὐρύτερου χώρου τῆς πατριωτικῆς Ἀριστερᾶς, π.χ. ὁ χῶρος τοῦ «Ἄρδην» (Καραμπελιᾶς) καὶ τοῦ «Ρεσάλτου», οἱ ὁποῖοι θυμήθηκαν ἐσχάτως νὰ ἀποδοθοῦν σὲ κυνήγι... κακῶν ἐθνικιστικῶν μαγισσῶν καὶ στοχοποίησι τοῦ ΛΑ.Ο.Σ., χέρι- χέρι μὲ τὸν Λαζόπουλο καὶ τὸν ΣΥΡΙΖΑ. Ἐντάξει βρὲ παιδιά, ἐπιτρέψτε καὶ σ᾿ ἐμᾶς τοὺς κακοὺς ἐθνικιστὲς νὰ ἀγωνιοῦμε γιὰ τὰ ἐθνικὰ θέματα, δὲν τὸ κάνουμε γιὰ νὰ σᾶς φᾶμε καμμιὰ πελατεία (γιὰ νὰ μὴν πῶ ὅτι, ὅταν κάποτε ἐμεῖς μιλούσαμε γιὰ Ἑλλάδα, μερικοὶ ποὺ δὲν εἴχατε ἀκόμη ἀνακαλύψει τὸν πατριωτισμό, ὑμνούσατε τὸν Στάλιν καὶ τὸν Ἐνβέρ Χότζα), τὸ ξέρουμε ὅτι ἔχουμε διαφορές, ἀλλὰ ἀφῆστε νὰ ἀκούγονται ὅλες οἱ πατριωτικὲς φωνές! Φτάνει πιὰ μὲ τὸ ἀντιδεξιὸ σύμπλεγμα! Ἂς ἀκούγεται καὶ ὁ ΛΑ.Ο.Σ., δὲν πειράζει, ἂς ἀκουστεῖ καὶ κάποιος ἄλλος στὸ κοινοβούλιο ἐκτὸς ἀπὸ τὸ πρασινοκοκκινομπλὲ κατεστημένο τῆς ὑποτέλειας. Ὁ ΛΑ.Ο.Σ. τὰ καταφέρνει, παρὰ τὰ ἐλαττώματα καὶ τὶς παιδικὲς ἀσθένειες. Μποροῦμε καὶ καλύτερα, ἀλλὰ εἶναι ἐπιτέλους κάτι νέο, μιὰ παριωτικὴ φωνὴ ποὺ καταφέρνει νὰ ἀκουστεῖ. Ἂς ἀκούσουμε καὶ τὸν Ἄδωνι Γεωργιάδη νὰ μᾶς μιλᾷ γιὰ την ἀρχαία Ἑλλάδα, τὴν Ἱστορία μας ποὺ κάποιοι ἄλλοι θάβουν. Δὲν βλάπτει! Καί, μακάρι καὶ στὸν χῶρο τῆς Ἀριστερᾶς νὰ δημιουργηθεῖ ἕνα ἐναλλακτικὸ πατριωτικὸ ρεῦμα, μὲ παρουσία καὶ στὸ πολιτικὸ προσκήνιο, ὄχι μόνον στὸν ἐκδοτικὸ χῶρο μὲ τὴν ἀξιόλογη παρουσία τοῦ «Ἄρδην». Μακάρι! Κάθε πατριωτικὴ φωνή, ἐκ δεξιῶν ἢ ἀριστερῶν, γιὰ καλὸ εἶναι.

   [3] Εἷς ἐκ τῶν ὁμιλητῶν, ὁ Παντελῆς Μπουκάλας, ἐσχολίασε: Καὶ τί σημασία ἔχει ποὺ τὸ «Μακεδνὸς» εἶναι ἑλληνική λέξη; ...

   Ἔτερος, ὁ μεταφραστὴς Ν. Λίγγρης, ἐσχολίασε ὅτι τὸ πολυτονικὸ «δὲν εἶναι χρήσιμο». Αὐτὸ ἦταν τό ἐπιχείρημα ἐναντίον τοῦ πολυτονικοῦ. Ἡ ἐργαλειακὴ χρησιμότης, καὶ πέραν τούτου οὐδέν! (Ἂν δεχθοῦμε -ποὺ δὲν δεχόμεθα- ὅτι δὲν ἔχει καὶ ἁπλὴ χρησιμότητα τὸ πολυτονικό.) Καὶ νὰ λέγῃ καὶ νὰ ξαναλέγῃ ὁ καθηγητὴς τῆς γλωσσολογίας Κ. Κανάκης ὅτι «ἡ γλῶσσα εἶναι ἐργαλεῖο», καὶ «ἐργαλεῖο», καὶ ξανὰ «ἐργαλεῖο»... καὶ πέραν τούτου; Οὐδέν; Συγγνώμη κύριε καθηγητά, ἀλλά, ἐκτὸς ἀπὸ ἐργαλεῖο, γιὰ κάποιους ἀπὸ ἐμᾶς ἡ γλῶσσα εἶναι καὶ ποίησις, καὶ πολιτισμὸς καὶ ἱστορία καὶ παράδοσις καὶ τέχνη, καὶ ὄνειρο καὶ συνειρμοὶ καὶ ψυχισμὸς καὶ μουσική, καὶ ἱερουργία καὶ ἀναβάπτισις μυητικὴ στὰ ζωογόνα νάμματα τοῦ ἑλληνισμοῦ... Ἐὰν ἐσεῖς ἀρκεῖσθε στὴν ἐργαλειακὴ μηχανιστικὴ χρήσι, σᾶς ἀρκεῖ καὶ ἡ Ὀργουελικὴ neaspeak (ὁ Ὄργουελ στὸ «1984» περιγράφει λεπτομερῶς τὴν κατασκευὴ καὶ λειτουργία τῆς newspeak, ἡ ὁποία neaspeak ἐπιτυγχάνει ἀκριβῶς τὴν μηχανιστικὴ ἐπικοινωνία χωρὶς σκέψι). (Παραπέμπω καὶ πάλι στὸν Ὀδυσσέα Ἐλύτη. Λέγει ὁ μεγάλος μας ποιητὴς στὸν λόγο του κατὰ τὴν ἀπονομὴ τοῦ βραβείου Νομπέλ: «Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν' αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. [...]») Ἄλλοι ἀρκοῦνται στὴν «χρησιμότητα»...

   Ὁ Ν. Λίγγρης πάλι, ἰσχυρίσθηκε ὅτι τὰ παιδιά μας ἢ τὰ ἐγγόνια μας θὰ ὁμιλοῦν... ἀγγλικά! Καὶ δὲν τὸ εἶπε γιὰ κακό! Σοβαρά! Προσέθεσε δέ, ἀφοῦ ἐκτόξευσε τὸ κεραμίδι, ὅτι, οὔτε θὰ ἐξαναγκασθοῦν νὰ ὁμιλοῦν ἀγγλικά, οὔτε θὰ αἰσθάνονται καταπιεσμένοι καὶ δυστυχισμένοι ποὺ θὰ μιλοῦν ἀγγλικά! Τὶ νὰ πεῖς! Ὅσο καὶ ἐὰν τὸ εἶπε ἐπιδιώκοντας ἀκριβῶς νὰ προκαλέσῃ, τὶ νὰ τοῦ ἀπαντήσῃς ἐὰν δὲν ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ ἀλλοτρίωσις καὶ ἡ δουλεία δὲν εἶναι ἐξωτερική, δὲν σὲ ἀναγκάζει κανεὶς μὲ τὸ πιστόλι στὸν κρόταφο (συνήθως), ἀλλὰ πολὺ περισσότερο ἐσωτερική. Ἀνεπαισθήτως ὑψώνονται τὰ τείχη τῆς φυλακῆς, κύριε. Ἀνεπαισθήτως, λέγει ὁ ποιητής, μέχρι νὰ ἔλθει ἡ μέρα ποὺ θὰ θυμόμαστε -ἂν θυμόμαστε κἂν- ποίοι εἴμαστε, ποιοὶ πλαστήκαμε νὰ εἴμαστε, σὰν τοὺς Ποσειδωνιᾶτες...

   Ἀλλά, ὅταν οἱ ἴδιοι «ἐκσυγχρονιστὲς» ἰσχυρίζονται ὅτι δὲν ἔχει σημασία ἐὰν τὰ παιδιά μας θα μιλοῦν ἀγγλικὰ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ θὰ ὑπάρχει μόνον στὰ βιβλία, τότε ἀποδεικνύεται ξεκάθαρα πόσο δίκιο ἔχουμε ὅσοι ἐξακολουθοῦμε νὰ ἀγωνιζόμεθα.

   Ἡ βαθύτερη διαφορά μας, τελικῶς, μὲ τοὺς «ἐκσυγχρονιστὲς» δὲν εἶναι ἐπὶ τῆς μεθόδου τῆς διδασκαλίας, τῶν διατιθέμενων πόρων γιὰ τὴν παιδεία, οὔτε διαφορὰ γλωσσολογική. Οὔτε κἄν, τελικῶς, διαφορὰ ἰδεολογική. Ἡ βαθύτερη διαφορὰ μας εἶναι ὀντολογική. Εἴμεθα Ἕλληνες (φύσει, ὄχι ἁπλῶς ἰδεολογικῶς), βιωματικῶς καὶ συνειδητῶς μετέχοντες στὸ Γένος, ἀντλώντας ζωὴ καὶ ὕπαρξι ἀπὸ τὸ διαχρονικό μας Σῶμα, γνῶστες τῆς ὑπερηφάνειας καὶ τοῦ χρέους ποὺ συνεπάγεται ἡ μετοχή μας σ᾿ Αὐτό; («ἤρθαν, πέρασαν, θὰ ἔρθουν, θὰ περάσουν, κριτὲς θὰ μᾶς δικάσουν, οἱ ἀγέννητοι, οἱ νεκροί», ὁ στίχος τοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ, ὁ πλέον προσφυὴς ποιητικὸς ὁρισμὸς τῆς ἐννοίας «ἔθνος».) Τὸ ἐρώτημα εἶναι όντολογικόν· τὶ εἶσαι. Ἐὰν εἶσαι Ἕλλην, αὐτονόητα μαθαίνεις Ἑλληνικά. Δὲν ἔχουν θέσι ἐπιχειρήματα χρησιμότητος. Ὄχι διότι πρέπει· διότι εἶσαι.

   Ὄχι βεβαίως ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶσαι Ἕλλην γιὰ νὰ ἀξίζῃ νὰ μαθαίνῃς ἀρχαῖα Ἑλληνικά. Ἀλλά, πόσο μᾶλλον. (Ἴσως, εὰν οἱ νεοέλληνες ἀφελληνισθοῦν, τὰ Ἑλληνικὰ συνεχίσουν νὰ τὰ μαθαίνουν οἱ ξένοι. (Ἀλλὰ δὲν θὰ εἶναι πιὰ ζωντανὴ γλῶσσα...) Δὲν κινδυνεύουν τόσο αὐτὰ χωρὶς ἐμᾶς, ὅσο ἐμεῖς χωρὶς αὐτά.)

   [4] Βεβαίως, καλῶς, ἄριστα κάνει ὁ Σαραντάκος καὶ ξεκαθαρίζει τὰ ζητήματα ὁρισμένων «ἀστικῶν θρύλων», γιὰ νὰ μὴν παραπλανοῦνται οἱ ἀφελεῖς, καὶ μάλιστα οἱ νέοι. Ἂν καὶ ἴσως εἶναι ὑπερβολικὴ ἡ προθυμία του νὰ κατηγορήσει τὸν ἑλληνοκεντρικὸ χῶρο. Βλέπετε, ἀκὀμη καὶ στὸ ἡλεκτρονικὸ φόρουμ τῆς νεολαίας τοῦ ΛΑ.Ο.Σ., τὸ «λερναῖο κείμενο» εἶχε καταγγελθεῖ ἀπὸ σοβαροὺς νέους, (ὅμως ἡ κ. Βάσω Κιντῆ, ψευδόμενη, ἀπέδωσε τὸ κείμενο συκοφαντικῶς στόν ΛΑ.Ο.Σ.! (πού, καὶ νὰ εἶχε γράψει ἕνα παιδὶ σὲ κάποιο φόρουμ μιὰ μπαρούφα, τὶ θὰ σήμαινε αὐτὸ δὲν καταλαβαίνω...)) ἔπεσε ὅμως θύμα τώρα ὁ ὑπουργὸς Παιδείας. Ἄλλο ποὺ δὲν ἤθελαν οἱ «προοδευτικοὶ» νὰ ξεσκίσουν τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔστειλε γιὰ ἀνακύκλωσι τὸ παράνομο καὶ ἀντισυνταγματικὸ προπαγανδιστικὸ κουρελούργημα τῆς Ρεπούση καὶ τοῦ Λιάκου...

   Ἐντάξει παιδιά, τὶ νὰ γίνει, φυσικὸ εἶναι θύματα τῶν φαρσῶν μὲ ἑλληνοκεντρικὰ θέματα νὰ πέφτουν περισσότερο οἱ ἑλληνοκεντρικοί, θύματα φαρσῶν γιὰ τὴν ζωὴ τοῦ Μάρξ οἱ μαρξιστὲς, θύματα τῆς φάρσας γιὰ τὴν δῆθεν ρατσιστικὴ δήλωσι τοῦ Τόμυ Χίλφιγκερ οἱ κομψὲς κυρίες! (Οἱ ὑπόλοιποι δὲν ξέρουν κἂν ποιὸς στὸ καλὸ εἶναι ὁ Τόμυ Χίλφιγκερ· ἐγὼ ἀπὸ τὴν φάρσα τὸν ἔμαθα.) Τὸ ὄτι ἔπεσε θύμα ὁ ὑπουργός (ναί, ἀφελέστατα), σημαίνει ὅτι τουλάχιστον τὸν συγκινεῖ ἡ γλῶσσα καὶ ἡ ἱστορία μας· πάλι καλά, διότι ἐδῶ ποὺ ἔχουμε φθάσει, αὐτὸ δὲν εἶναι καθόλου σίγουρο γιὰ τὸν καθένα. Εἶναι, λοιπόν, θετικὸ καὶ ἐλπιδοφόρο τὸ ὅτι κάποιοι ἐξακολουθοῦν νὰ συγκινοῦνται ἀπὸ αὐτὰ τὰ πράγματα...

   Τὸ κακὸ εἶναι ἡ χρησιμοποίησις τῆς φάρσας ἀπὸ τοὺς ἑλληνόφοβους, γιὰ νὰ ὑποβάλουν τὴν ἰδέα ὅτι, ἀφοῦ τάχα οἱ ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς ἰσχυρισμοὶ τῆς φάρσας εἶναι ἀνακριβεῖς ἥ ἐντελῶς ψευδεῖς, τὸ ἴδιο ἰσχύει γιὰ κάθε ἰσχυρισμὸ ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς. Ἀφοῦ εἶναι ψεύτικοι οἱ ἀνύπαρκτοι ἰσχυρισμοὶ τοῦ... διευθυντοῦ τῆς Apple καὶ τοῦ CNN, τί σημασία ἔχει ποὺ ὁ Γεώργιος Μπαμπινιώτης καὶ ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης ἔχουν πεῖ πολὺ περισσότερα καὶ οὐσιαστικότερα, ἀκόμη καὶ ἐντυπωσιακότερα (ἐὰν αὐτὸ εἶναι τὸ ζητούμενο), τὰ ὁποῖα θὰ μποροῦσαμε νὰ ἐπικαλεσθοῦμε; Ἐὰν δηλαδὴ ὑποθέταμε ὅτι χρειάζονται... δηλώσεις γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ γλῶσσα, λὲς καὶ δὲν ἀρκοῦν τὰ ὕψιστα κατορθώματα τοῦ ἀνθρωπίνου Πνεύματος, τὰ ὁποῖα ἐννοήθησαν καὶ ἐπῆραν μορφὴ μ᾿ αὐτήν! (Καί, δευτερεῦον, ἀγνοεῖται συνήθως ἡ ἀρχὴ τῶν ὅποιων μυθευμάτων, ὅπου βεβαίως ὑπάρχει· π.χ. «οἱ ὑπολογιστὲς ὁμιλοῦν ἀρχαία ἑλληνικά»: αὐτόματη συντακτικὴ ἀνάλυσις («Time flies like an arrow. Fruit flies like a banana.»)· σχέσις λέξεων καὶ νοήματος: πρβλ. κατὰ Μπαμπινιώτη «ἐτυμολογικὴ διαφάνεια»· κ.ἄ.)

   [5] Γράφει ὁ Γ. Καραμπελιᾶς («Χουλιγκάνου ἐγκώμιον», «Ἄρδην», τ. 38-39, Νοέμ. 2002): «Όταν ένας λαός βρίσκεται σε κρίση, όταν οι ελίτ της χώρας, όχι απλώς έχουν αποποιηθεί τον ρόλο τους ως πνευματική “ηγεσία” του έθνους, αλλά αντιθέτως πρωτοστατούν στη μεταμοντέρνα “διάλυσή” του, και την εκχώρησή του στο τουρκοδυτικό condominium, τότε τα ψήγματα αντίστασης που εξακολουθούν να υπάρχουν περιορίζονται σε αντιδράσεις “περιθωριακές” και καμιά φορά “στομαχικές”, ενστικτώδεις, πρωτόγονες ή “ερασιτεχνικές”. Η ανάγκη της εθνικής αυτοσυνειδησίας θα εκφραστεί μέσα από τις διόδους που μπορεί να διαμορφώσει ή και να εκβιάσει, υπερακοντίζοντας αυτήν την “προδοσία των διανοουμένων”. »

Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2006

Ἄγγελος Ἐλεφάντης καὶ Σπύρος Μοσχονᾶς

Ἡ τραγελαφικότης τῆς κατὰ τῶν «ἐθνικιστῶν» κινδυνολογίας τοῦ κ. Μοσχονᾶ, φθάνει μέχρι τοῦ σημείου, καὶ ὁ Ἄγγελος Ἐλεφάντης ἀκόμη, ἐκδότης τοῦ περιοδικοῦ «Πολίτης», τακτικὸς ἀρθρογράφος τῆς ἐφημερίδος «Αὐγὴ» καὶ πολιτευτὴς τοῦ Συνασπισμοῦ τῆς Ἀριστερᾶς, νὰ χαρακτηρίζεται περίπου... ἐθνικιστής! (Καὶ αὐτὸς ἐπίσης, ἀγωνίζεται γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ γλῶσσα! Ὅλοι... «ἐθνικιστές», τελικῶς (καθόλου παράδοξο· Ἕλληνες εἴμαστε, τὴν γλωσσική μας κληρονομιά φροντίζουμε καὶ ἀναδεικνύουμε), καὶ ὁ κ. Μοσχονᾶς μόνος του, νὰ πολεμᾶ τὰ φαντάσματα...)

Ἐδῶ, λοιπόν, δὲν μπορῶ παρὰ νὰ γίνω ἐγὼ... πολυπολιτισμικός, καὶ νὰ ἀνακράξω καγχάζοντας: I rest my case!

Μία ἐνδιαφέρουσα ἀνάπτυξη τῶν θέσεών του γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ γλῶσσα κάνει ὁ κ. Ἐλεφάντης στὸ περιοδικὸ «Ὑφος», τ. 9-10, χειμὼνας 2000-2001 (ἀναδημοσίευση ἀπὸ τὴν ἐφημερίδα «Κυριακάτικη Αὐγή», 14 Ἰαν. 2001).

Τὰ ὑπόλοιπα τὰ διηγεῖται ὁ Γιῶργος Καραμπελιᾶς, στὸ ἐξαιρετικὸ βιβλίο του «1922 - χιλιαεννιακοσιαεικοσιδυο: Δοκίμιο γιὰ τὴ νεοελληνικὴ ἰδεολογία» (ἐκδ. «Ἐναλλακτικὲς ἐκδόσεις», 2002):

Εις σε προστρέχω τέχνη της ποιήσεως

[...]

Σήμερα μπορεί να θεωρηθεί παράδοξο -δεδομένης της υστερικής ευρωλαγνείας του μεγαλύτερου μέρους της ελληνικής αριστερής διανόησης- ωστόσο είναι αλήθεια ότι η θετική επανεκτίμηση της λαϊκής και εθνικής μας παράδοσης αποκτάει μαζικό χαρακτήρα, στη δεκαετία του ‘60, με φορέα την Αριστερά και την προοδευτική διανόηση της εποχής, η οποία επιστρέφει στις ρίζες της βυζαντινής παράδοσης, της αγιογραφίας κ.λπ. Η αντίδραση στη σταλινίζουσα σοβιετολαγνεία θα εκφραστεί με την επιστροφή στο εγχώριο και το «λαϊκό».

[...]

[Ὡστόσο, σήμερα...] Οι εκσυγχρονιστές της Αριστεράς θα μεταβληθούν σε πρωτοπορία του εγχειρήματος της επιβολής μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας χωρίς ιδιαίτερα εθνικά χαρακτηριστικά, ενός φανταστικού έως ανύπαρκτου, «ευρωπαϊκού έθνους» - ή, ίσως, υπαρκτού μόνον για τους κατά σύστημα αρδευόμενους από τα ευρωπαϊκά προγράμματα. [79]

Ματαίως θα προσπαθούν όσοι παραμένουν πιστοί στο αρχικό «ευρωκομμουνιστικό» πείραμα να αντισταθούν στη «λαίλαπα» του εκσυγχρονισμού. Παραδειγματική η περίπτωση του περιοδικού Πολίτης και του εκδότη του, Άγγελου Ελεφάντη, που θα επιχειρεί να συντηρήσει την ελληνοκεντρική παράδοση του ΚΚΕ-Εσωτερικού, τη στιγμή που η συντριπτική πλειοψηφία των κατά καιρούς συνεργατών του περιοδικού θα σαλπίζει την έλευση των «νέων καιρών». Θα επιμένει στο πολυτονικό και την υπεράσπιση της ελληνικής γλώσσας και θα χαρακτηρίζεται συντηρητικός από παλιούς συντρόφους και «μαθητές» του:

[Γράφει ὁ Ἄ. Ἐλεφάντης] Στο προηγούμενο άρθρο μου είχα σημειώσει ότι «αυτού του είδους η πρόβλεψη -για το ζοφερό μέλλον των εθνικών γλωσσών- συνάδει με τις ανάλογες προβλέψεις για την έκπτωση του έθνους-κράτους -η αναφορά μάλιστα στην κεντρικότητα του κράτους-έθνους θεωρείται αναχρονισμός, κρατισμός, εθνικισμός [ ] Κι έτσι τα περί αγγλικών ως δεύτερης επίσημης γλώσσας αποκτούν την πολιτική τους και την ιδεολογική τους σημασία, που δεν είναι άλλη από την προσαρμογή στα προτάγματα και τις πολιτισμικές ισοπεδώσεις που επιβάλλει η παγκοσμιοποίηση κι ένας χαώδης κοσμοπολιτισμός.

Αυτοί ωστόσο οι «αμετανόητοι εκκεντρικοί» του μέλλοντος [ ] και διάφοροι άλλοι μη εκσυγχρονιζόμενοι πρέπει, [ ] να στιγματιστούν ως αναχρονιστικοί, αρχαιόπληκτοι, ιδεοληπτικοί. [ ] Ιδού ένα έξοχο δείγμα αμαλγάματος, καμωμένο από το φίλο Σπύρο Μοσχονά, καθηγητή γλωσσολογίας στο τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Γράφει: «όλοι έχουν άποψη [για τη γλώσσα] -όχι μόνο η κα Διαμαντοπούλου. Άποψη έχει ο γραφικός κ. Σαρτζετάκης, ο ημιμαθής κ. Πολύδωρας
[Σημ. Καλλιμάχου: πάντοτε ὑβριστὴς ὁ ἀνάγωγος Μοσχονᾶς], η Ορθόδοξη Εκκλησία και οι νεοορθόδοξοι ταγοί της, οι διάφοροι όμιλοι συνταξιούχων [Σημ. Καλλιμάχου: καὶ ἡλικιακὸς ῥατσισμὸς;!] για την προάσπιση ή τη διεθνοποίηση της ελληνικής, οι ακαδημαϊκοί [Σημ. Καλλιμάχου: Κατὰ τὸν κ. Μοσχονᾶ, καὶ αὐτὴ ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν εἶναι ἀναρμοδία εἱς ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν Ἑλληνικὴ Γλῶσσα! Ὦ, θεοί! Ὅμως, κατὰ αὐτὸν τὸν Ἱδρυτικὸ Νόμο 4398/1929 (Συντακτικὴ Ἀπόφασις περὶ Ὁργανισμοῦ τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν), «[...]η ίδρυσις της Ακαδημίας εν Ελλάδι είναι Εθνική ανάγκη εκ των μεγίστων, όπως φωτίζη και χειραγωγή τας δημοσίας υπηρεσίας, μελετά και κανονίζη τα της Εθνικής ημών γλώσσης, παρασκευάζη και συντάσση και δημοσιεύη την Γραμματικήν, το Συντακτικόν και τα Λεξικά αυτής, ερευνά και εκδίδη ακριβώς τους μεγάλους Έλληνας συγγραφείς, μελετά και τελειοποιή την δημοσίαν εκπαίδευσιν, σπουδάζη και αποκαλύπτη την φύσιν της Χώρας[...]» Ἔλεος, κ. Μοσχονᾶ! Δὲν εἶναι τσιφλίκι δικό σας ἡ Ἑλληνικὴ Γλῶσσα!], οι «επίλεκτοι των ΜΜΕ», καλλιτέχνες, συγγραφείς και γραφιάδες, όλοι όσοι δηλώνουν ότι γλώσσα τους δόθηκε η ελληνική. Άποψη έχουν οι προγονόπληκτοι, οι αρχαιολάτρες, οι νεκρόφιλοι, οι κρυπτοκαθαρευουσιάνοι, οι νεοσυντηρητικοί της Αριστεράς» (Καθημερινή, 16 Δεκ. 2001). Υπογράμμισα εγώ ο ίδιος το «νεοσυντηρητικοί της Αριστεράς». Δεν ξέρω αν ο Σ. Μοσχονάς με κατατάσσει σ' αυτούς. Εγώ πάντως κατατάσσω οικειοθελώς, και εν γνώσει των συνεπειών, τον εαυτό μου στους «νεοσυντηρητικούς της Αριστεράς», διότι θέλω να συντηρηθεί η δυνατότητα των Νεοελλήνων να γράφουν και να μιλούν τη γλώσσα τους, να την καλλιεργούν και σ' αυτή τη γλώσσα να διατυπώνουν τα όποια δημιουργήματά τους, σ’ αυτήν να επικοινωνούν και να εκφράζονται. [80]

Πρόκειται για έναν διάλογο εξόχως διαφωτιστικό! Ο Ελεφάντης, μέσα από την ανάπτυξη της αντιπαράθεσης οδηγείται -κυριολεκτικώς- στην κατεδάφιση του ιδεολογικού οικοδομήματος της εκσυγχρονιστικής Αριστεράς, η οποία επικεντρώνεται στην επίθεση στο έθνος-κράτος («η αναφορά στην κεντρικότητα του έθνους-κράτους θεωρείται αναχρονισμός, κρατισμός, εθνικισμός»), στην αποκάλυψη των στόχων της κας Διαμαντοπούλου, και των περί αυτήν, ως προς την ελληνική γλώσσα («η προσαρμογή στα προτάγματα και τις πολιτισμικές ισοπεδώσεις που επιβάλλει η παγκοσμιοποίηση»).

Ο καθηγητής γλωσσολογίας Σ. Μοσχονάς ακολουθεί τη συνήθη τακτική των «εκσυγχρονιστών»: όποιος αντιδρά στο ζήτημα της γλώσσας είναι «νεκρόφιλος», «αρχαιολάτρης» ή, στην καλύτερη περίπτωση, «νεοσυντηρητικός της Αριστεράς». Η ίδια τακτική ακολουθείται από τους ομοϊδεάτες του σε όλα τα ζητήματα που τέθηκαν στην ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια: Τον Οτσαλάν υποστήριζαν αυτοί που «υβρίζουν την Ελλάδα», τη Γιουγκοσλαβία από τις Νατοϊκές επιδρομές υπεράσπιζαν οι «οπαδοί του Μιλόσεβιτς», της ΕΟΚΑ υπεραμύνονται οι «Γριβικοί» κ.ο.κ.

Ο Ελεφάντης είναι εύστοχος στις διαπιστώσεις του. Ωστόσο η μεταφυσική της «Αριστεράς» την οποία καλλιεργεί εδώ και σχεδόν τριάντα χρόνια ο χώρος του ΚΚΕ Εσωτερικού, και κατ’ εξοχήν το περιοδικό
Πολίτης, σύμφωνα με την οποία αρκεί να δηλώνεις «αριστερός» για να αφέονται όλες σου οι αμαρτίες, παρήγαγε διαστρεβλώσεις και είχε αρνητικές συνέπειες για ολόκληρη τη μεταπολιτευτική περίοδο [81]. Σε μία περίοδο κατά την οποία η κοινωνική σύνθεση της «ανανεωτικής πτέρυγας» της Αριστεράς έγινε, τουλάχιστον, μεσοστρωματική [82], η επιμονή στην εξύμνηση της «Αριστεράς» χωρίς τις αντίστοιχες κοινωνικές πρακτικές, λειτουργούσε μάλλον ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ για οποιαδήποτε μικρή -ή ενίοτε και μεγάλη- διαπλοκή. Συστηματικές δημοσιεύσεις άρθρων σε έντυπα της ανανεωτικής Αριστεράς συγκροτούσαν τον καλύτερο «φάκελο» για τους μελλοντικούς Πανεπιστημιακούς και εκατοντάδες αν όχι χιλιάδες εγκαινίασαν την καριέρα τους μέσα από δημοσιεύσεις σε έντυπα του «χώρου».

[...]

Σημαία τους, η πάλη κατά του «σκοταδισμού», ο «εκσυγχρονισμός», - κατά περίπτωση «προοδευτικός ή αριστερός» αλλά πάντα εκσυγχρονισμός, πρόοδος, ποτέ «συντήρηση». Εξαφάνιση κάθε ταυτότητας εκτός από τη... δική τους, του «Αριστερού», του προοδευτικού, του εκσυγχρονιστή. Όλα τα άλλα, οποιαδήποτε αναφορά σε παράδοση, είναι συντηρητισμός. Η «συντήρηση» της γλώσσας, του περιβάλλοντος, της ιστορικής μνήμης, είναι «αναχρονισμοί» μπροστά στον «χρόνο» της νεωτερικότητας και των Χρηματιστηρίων που τρέχει και καταβροχθίζει τα πάντα. Ιδού ένα μέρος της απάντησης του Σ. Μοσχονά στον Ά. Ελεφάντη:

Δεν γνωρίζω αν ο Ά. Ελεφάντης υιοθετεί τη γλωσσική συντήρηση ως τη μόνη γλωσσική πολιτική. Συμβάλλει όμως με το άρθρο του στη διάδοση της παρωχημένης πεποίθησης ότι η εξάπλωση μιας ξένης γλώσσας, της αγγλικής εν προκειμένω, αποτελεί κίνδυνο για τις εθνικές γλώσσες και λειτουργεί ανταγωνιστικά προς την καλλιέργεια της μητρικής. Η εικόνα της αποκάλυψης που περιγράφει (μια κοινωνία που μιλάει «τεχνοαγγλικά») εντάσσεται απολύτως στη λογική της γλωσσικής συντήρησης. Είμαι βέβαιος πως δεν ήταν στις προθέσεις του φίλου Ά. Ελεφάντη να τροφοδοτήσει το σύνδρομο «αμύνεσθαι περί πάτρης», σύνδρομο που οι αντιδράσεις στην πρόταση Διαμαντοπούλου έφεραν με έμφαση στο προσκήνιο. [83]

Η υπογράμμιση είναι σαφής:
κάθε υπεράσπιση της γλώσσας κινδυνεύει να καταλήξει σε «υπεράσπιση της πατρίδας», πράγμα που αποτελεί έγκλημα καθοσιώσεως για κάθε συνεπή «Αριστερό», δηλαδή... εκσυγχρονιστή. [Σημ. Καλλιμάχου: !!!] Και για να μην έχουμε καμία αμφιβολία για τους στόχους των Αριστερών γλωσσολόγων, ας δούμε πώς ορίζει τη γλωσσική συντήρηση ο κος Μοσχονάς στο άρθρο του στην Καθημερινή: «ο όρος συντήρηση κυριολεκτεί: η γλωσσική συντήρηση συμπυκνώνεται στην προσπάθεια ακριβώς να συντηρηθεί η ελληνική γλώσσα» [84]. Προφανώς θα έπρεπε να αφεθούν ελεύθεροι οι «νόμοι της αγοράς» για να την εξοντώσουν. Κάθε πρόσκομμα, κάθε ανάχωμα σε αυτούς, είναι συντηρητισμός.

[...]

Γι’ αυτό και οι πιο γνήσιες ψυχές αυτής της χώρας προστρέχουν τόσο συχνά «στην τέχνη της ποιήσεως».

Όμως, διανοούμενοι, εφημεριδογράφοι, πολιτικοί, ατάλαντοι λογογράφοι, σπανίως δε, και σημαντικοί αλλά ιδεοληπτικοί διανοούμενοι, δεν αρκούνται στην εξουσία την οποία κατέχουν. Αισθάνονται πως απειλούνται. Ο Δημοσθένης Κούρτοβικ θα αναφερθεί στον «εθνοκεντρικό» Βελουχιώτη ως πιθανό σύμβολο της «ογκούμενης ελληνικής ακροδεξιάς» (sic!) [96], ο Γιάννης Γεράσης στον ελληνοκεντρικό μυστικισμό του Σεφέρη και την υποκατάσταση της «Μεγάλης Ιδέας» από τη «Λαϊκή ψυχή» και την αναφορά στον Μακρυγιάννη ή τον Θεόφιλο, τέλος ο Τάκης Καγιαλής θα μιλήσει για τον «έρποντα» φασισμό των Ελλήνων υπερρεαλιστών!
Και πράγματι, «είναι μία στάσις, νιώθεται», αφού, καθημερινά, αδιάκοπα, βομβαρδίζονται από τη νεοελληνική ιστορία και τέχνη, ανοίγοντας το ραδιόφωνο τους, συνωστιζόμενοι στα μουσεία για τους «θησαυρούς του Αγίου Όρους», ξεφυλλίζοντας μια ποιητική συλλογή του Σεφέρη ή του Καβάφη, θαυμάζοντας τους πίνακες του Τσαρούχη ή του Εγγονόπουλου· καθημερινά νιώθουν ως απειλή την παρουσία του Μακρυγιάννη και του Βελουχιώτη [97] καθώς και την καταφυγή των νέων σε σύμβολα όπως το '21 και η Αντίσταση. Όλα τούτα έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τις ιδέες που εκφέρουν στα Πανεπιστήμια, με τα κοινωνιολογικά και φιλοσοφικά πονήματα που αναμεταδίδουν στους φοιτητές τους, σε αντίθεση με τη θεματική των εντύπων των περιοδικών και των εφημερίδων τους· έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα εκπονούμενα Ευρωπαϊκά Προγράμματα και με τα ξένα Πανεπιστήμια στα οποία προστρέχουν για να προσλάβουν ένα ελάχιστο κύρος. Επί τέλους, σε πλήρη αντίθεση με τον καθημερινό «εκσυγχρονισμό» τον οποίο ψελλίζουν.
Η τέχνη, η Αντίσταση, η «ελληνική ψυχή», τους διαφεύγουν ακόμα, και η «ελληνοκεντρική» ιδεολογία απειλεί διαρκώς να εισβάλει και στα δικά τους χωράφια! Γι' αυτό και νιώθουν να πολιορκούνται από τον «ελληνοκεντρισμό», έστω και αν κυβερνούν!

------------
[79]
Ο «ευρωκομμουνισμός», που θέλησε να είναι πλησιέστερος σε μια ελληνική-ευρωπαϊκή εκδοχή του κομμουνιστικού κινήματος, σε αντίθεση με το «ρωσοκεντρικό» φρόνημα του ΚΚΕ, θα εκφυλιστεί σε απλό ευρωπαϊσμό και δυτικολαγνεία ενώ, αντίστροφα, η ρωσοτραφής ιδεολογία του παραδοσιακού ΚΚΕ θα το οδηγήσει, έστω in extremis, πιο κοντά στην «ανατολική» παράδοση και την ορθόδοξη ψυχή του ελληνισμού, όταν πλέον θα έχει χάσει κάθε νόημα η προσκόλληση σε κάποιο κρατικό ρωσικό μόρφωμα με ιδιαίτερα συμφέροντα. Δεν είναι τυχαίο εξ άλλου πως, σε ολόκληρη τη νεώτερη ιστορική διαδρομή μας. το «ρωσικό» κόμμα, από τον Λάμπρο Κατσώνη έως τον... Άρη Βελουχιώτη, θα βρίσκεται πιο κοντά στην ελληνική ιδιοπροσωπία.

[80] Α. Ελεφάντη «Νεοσυντηρητικός της Αριστεράς». Η Κυριακάτικη Αυγή, 23.12.2001.

[81] Πέρα από το ότι οδήγησε και σε πολιτικά σφάλματα: αδυναμία κατανόησης του «πολυσυλλεκτικού» ΠΑΣΟΚ και υπέρμετρη αλαζονεία των «αριστερών φωτισμένων».

[82]
Εντυπωσιακό, για παράδειγμα ήταν το γεγονός ότι ένα κόμμα όπως ο Συνασπισμός, με 3,2% των ψηφοφόρων στις εκλογές του 2000 περιλάμβανε σχεδόν το 20% των παικτών του Χρηματιστηρίου και ότι πλέον τα υψηλότερα εκλογικά ποσοστά του τα συγκεντρώνει στα βόρεια προάστια των Αθηνών.

[83] Επιστολή του Σπύρου Μοσχονά στην Αυγή, 13/01/2002.

[84] Σπύρος Μοσχονάς «Ηθικός πανικός και γλωσσική συντήρηση», Η Καθημερινή, 16.12.2001.

[96] Βλέπε Άρδην, τ. 11.

[97] Το βιβλίο του Διονύση Χαριτόπουλου,
Άρης ο αρχηγός των άτακτων, θα γίνει μπεστ-σέλερ στην ελληνική αγορά του βιβλίου.