«Tὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική· τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου. Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου.» (Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἄξιον ἐστί»)

Σελίδες Πατριδογνωσίας - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2008

Τὸ βιβλίο τοῦ Νίκου Σαραντάκου γιὰ τὴν γλῶσσα, ἀπὸ ἑλληνοκεντρικὴ ὀπτικὴ γωνία


   Παρευρέθην σήμερα (23 Φεβ.) στὴν παρουσίασι τοῦ βιβλίου τοῦ Νίκου Σαραντάκου, «Γλώσσα μετ᾿ εμποδίων». Βεβαίως, λογικότερο θὰ ἦταν νὰ παρευρίσκομαι στὴν διαδήλωσι τοῦ Κ.Κ.Ε. τὴν ἴδια ὥρα καὶ λίγα μέτρα πιὸ πέρα, γιὰ τὴν Μακεδονία καὶ τὸ Κοσσυφοπέδιο. Ἔστω καὶ ἐάν, ὅπως εἶναι μᾶλλον προφανές, δὲν εἶμαι καὶ τόσο κομμουνιστής. Διότι, ὅταν δὲν ξέρουμε ἐὰν αὔριο μᾶς ἀνακοινώσουν ὅτι τὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδος εἶναι στὸν Ὄλυμπο, μᾶλλον στὸν δρόμο μὲ τὰ ὅπλα στὰ χέρια θὰ ἔπρεπε νὰ εἴμαστε [Σημ. 1] ἀντὶ νὰ ἀναλισκόμεθα γιὰ τὶς ψιλὲς καὶ τὶς δασεῖες... Ἀλλά, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἴσως γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς ἀξίζει νὰ ἀσχολούμεθα μὲ τὶς ψιλὲς καὶ τὶς δασεῖες. Διότι, ὅταν δὲν νιώθουμε τὴν ζωογόνα δύναμι αὐτῶν τῶν πολυτίμων ἱερῶν μας κειμηλίων, τῶν λέξεων καὶ τῶν γραμμάτων τῶν Ἑλληνικῶν, ὅταν εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ἀπεμπολήσουμε ἔστω μιὰ μικρούλα δασεῖα, ἔ, σιγὰ- σιγὰ θὰ γίνουμε πρόθυμοι νὰ ἀπεμπολοῦμε καὶ τὰ μεγάλα· Κύπρο, Μακεδονία... [Σημ. 2]. (Ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης διεῖδε τὴν βαθύτατη καὶ πανάρχαια σχέσι τόπου, λαοῦ, πολιτισμοῦ, ἱστορίας καὶ γλώσσης, καὶ τὴν ἐξέφρασε ὑπέροχα στὸ γνωστὸ κείμενό του γιὰ τὸ πολυτονικό. «Κυματιστοὶ ἀμπελῶνες καὶ ὑπέρθυρα ἐκκλησιῶν...») [Σημ. 3]

   Ὁ Νίκος Σαραντάκος εἶναι γνωστὸς καὶ φίλος καμμιὰ δεκαετία ἀπὸ τὶς λίστες τοῦ Διαδικτύου. Διαφωνοῦμε ἐντόνως σὲ πολλὰ θέματα, βεβαίως, ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ὅμως, ἀνεξαρτήτως τῶν ὅποιων ἰδεολογικῶν καὶ φιλοσοφικῶν διαφορῶν μας, πρῶτον, ἀγαπᾷ τὴν γλῶσσα μας, δεύτερον, πιστεύει ὅτι ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ὑπάρχει καὶ ἔχει ἱστορία μακραίωνη. (Τονίζω αὐτὰ τὰ βασικά, διότι ὁρισμένοι ἀκραῖοι ἐθνομηδενιστές, ὡς γνωστόν, τὰ ἀρνοῦνται.)

   Ὁ Νίκος ἔχει, σὺν τοῖς ἄλλοις, τὸ ἐξῆς προσόν. Εἶναι, καὶ φιλόλογος, καὶ μηχανικός τοῦ Μετσοβίου. Τὸν διακρίνει, καὶ ἡ γνώσι καὶ εὐαισθησία γιὰ τὴν γλῶσσα, καὶ ἡ εὐστροφία, ἡ ἀκρίβεια καὶ ἡ στερεότης τῆς σκέψεως τοῦ μηχανικοῦ τοῦ Μετσοβίου. (Συγχωρέστε μου τὴν σωβινιστικὴ ἀναφορὰ στὸ Ε.Μ.Π.!) Ἡ ἐργασία του εἶναι προσεγμένη καὶ διακρίνεται ἀπὸ ἐπιστημονικὴ ἀκρίβεια. (Μιὰ κριτικὴ ἐδῶ.)

   Ἡ δική μου ἄποψις τώρα. Φυσικὰ διαφωνοῦμε σὲ πολλά, ἰδεολογικῶς και φιλοσοφικῶς. Τὸ εἶπα ἤδη. Ἐγὼ τὸ βιβλίο του τὸ βρίσκω χρήσιμο καὶ ὠφέλιμο. Ἀλλὰ γιὰ διαφορετικοὺς λόγους ἀπὸ αὐτοὺς γιὰ τοὺς ὁποίους τὸ ἐκτιμοῦν ἄλλοι.

   Ἐγὼ βρίσκω τὸ βιβλίο ὠφέλιμο, διότι μὲ βοηθᾷ νὰ μάθω καλύτερα Ἑλληνικά. Μὲ βοηθᾷ νὰ ξεδιαλύνω μερικὰ λεπτὰ σημεῖα τῆς γλώσσας μας. Παρ᾿ ὅλο ποὺ διαφωνῶ σὲ ὁρισμένα ἰδεολογικὰ ζητήματα. Ἄλλοι, τὸ βρίσκουν χρήσιμο γιὰ νά... «κατατροπώσουν τοὺς ἐθνικιστές», καταρρίπτοντας τὸ μύθευμα τοῦ «Hellenic Quest» καὶ τῶν ἕξι ἑκατομμυρίων λέξεων! Λὲς καὶ σὲ μιά... διαδικτυακὴ φάρσα στηρίζεται ἡ ἀξία τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσας καὶ ὁ πλοῦτος τῆς παραδόσεώς μας! [Σημ. 4] Ἄλλοι, πολύ χειρότεροι, μπορεῖ νὰ ἐκτιμοῦν τὸ βιβλίο ὡς ὅπλο γιὰ νὰ προωθήσουν τὴν κατάργησι τῆς διδασκαλίας τῶν ἀρχαίων Ἑλληνικῶν (κάτι ποὺ δὲν εἶναι κἂν στὶς προθέσεις τοῦ συγγραφέως) - ἢ καὶ τῶν Ἑλληνικῶν γενικῶς.

   Δὲν θὰ ὑπεισέλθω σὲ εἰδικότερα σχόλια. Δύο εἶναι οἱ κεντρικοὶ ἄξονες τῆς προβληματικῆς τοῦ συγγραφέως:

   Πρῶτον, ὁ ἔλεγχος καὶ ἡ ἀναίρεσις τῶν παραπλανητικῶν λαϊκῶν μυθευμάτων γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ γλῶσσα.

   Ἤδη ἐσχολίασα. Ἀλλά, ἕνα μεγάλο «ἀλλά» ἔχει γράψει ὁ Γιῶργος Καραμπελιᾶς («Χουλιγκάνου ἐγκώμιον», «Ἄρδην», τ. 38-39, Νοέμ. 2002). Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε ἄλλο. [Σημ. 5]

   Δεύτερον, ἡ κριτικὴ κατὰ τοῦ κινήματος τοῦ «νεοκαθαρευουσιανισμοῦ». Μέρος αὐτῆς τῆς προβληματικῆς, τὸ πολυτονικό, στὸ ὁποῖο ὁ συγγραφεὺς ἐπιτίθεται μὲ ἀκατανόητη ὀξύτητα.

   Ὁ συγγραφεὺς ἐπισημαίνει πολλὰ λάθη ὅσων ἐπιχειροῦν, χωρὶς ἐπαρκῆ γνώσι, νὰ χρησιμοποιήσουν λογίους τύπους, λανθασμένα καὶ ἐκεῖ ποὺ δὲν ἀρμόζει. Και πολὺ καλὰ πράττει καὶ ἐπισημαίνει αὐτὰ τὰ λάθη.

Ἐνστάσεις καὶ ἐρωτήσεις:
   (1) Τί προτείνει; Ἐγώ συμπεραίνω τὸ προφανές. Δὲν διδασκόμαστε ἐπαρκῶς τὴν γλῶσσα, καὶ δὴ τὴν λόγια γλωσικὴ παράδοσι, ἄρα χρειαζόμαστε περισσότερη καὶ καλύτερη διδασκαλία. Ἄλλοι συμπεραίνουν ὅτι ὁ λόγιος γλωσσικός πλοῦτος μᾶς δυσκολεύει, ἄρα πρέπει νὰ τὸν καταργήσουμε. Πονάει κεφάλι, κόψει κεφάλι.

   (2) Μοῦ δίδει τὴν ἐντύπωσι ὅτι, μὲ ἀφορμὴ τὰ λάθη αὐτά, ἐπιτίθεται στὴν γλῶσσα (τὴν λόγια), λὲς καὶ ἡ γλῶσσα φταίει ποὺ ἐμεῖς κάνουμε λάθη! Μά, τί νὰ κάνουμε ποὺ ἔχουμε γλῶσσα ποὺ κουβαλᾷ ἱστορία χιλιετιῶν! (Ἱστορία ἐνυπάρχουσα ζωντανὴ στὸ παρόν τῆς γλώσσης.)

   Ἡ διαφωνία μου εἶναι θεμελιώδης. Ἢ εἴμαστε Ἕλληνες ἢ δὲν εἴμαστε. Καὶ ἡ ἱστορία μας ἐνυπάρχει ὁλόκληρη στὸ παρόν. Καὶ νὰ θέλαμε, ὡς νεοταξικοὶ Προκροῦστες, νὰ διαγράψουμε τὸ παρελθόν μας, αὐτὸ θὰ ἦταν ἀδύνατον χωρὶς βάρβαρο ἀκρωτηριασμό. Δὲν εἴμαστε πρωτόγονη κοινωνία χωρὶς ἱστορία καὶ γραπτὴ γλωσσικὴ παράδοσι. (Σημειωτέον, ὅτι ἡ γλῶσσα τῶν ὅποιων πρωτογόνων τῆς Ἀφρικῆς εἶναι τέλεια -γιὰ αὐτοὺς- καὶ ὄχι «κατώτερη», ὅπως μᾶς διδάσκει ἡ γλωσσολογία, ἀφοῦ ταιριάζει ἀπολύτως στὸ περιβάλλον τους καὶ ἰκανοποιεῖ τὶς ἀνάγκες τους. Ναί. Ἀλλὰ δὲν ταιριάζει σὲ ἐμᾶς. Μπορεῖτε νὰ καταλάβετε τὴν διαφορά, κύριοι «προοδευτικοί»; Καὶ ἡ Ὁργουελιανὴ newspeak, δὲν εἶναι «κατώτερη» γλῶσσα, εἶναι τέλεια καὶ ἰκανοποιεῖ ἀπολύτως τὶς ἀνάγκες τῶν δούλων τοῦ Μάτριξ. Ναί, κύριοι «προοδευτικοί», ἀλλὰ δὲν εἴμαστε οὔτε θέλουμε ἐμεῖς νὰ γίνουμε τέτοιοι. Κατανοητόν; Ὡραῖα, ξεκαθαρίσαμε τὰ περὶ «ἀνωτερότητος», «κατωτερότητος» καὶ «ρατσισμοῦ». Πᾶμε παρακάτω.)

   Δεύτερον. Ἡ λόγια γλῶσσα δὲν εἶναι καινοφανὲς παίγνιον ὁλίγων διανοουμένων σὰν τὸν Ζουράρι. Οὔτε ἀμήχανη ἀπόπειρα νὰ δείξει κάποιος ὅτι ἔχει κύρος.

   Κατ᾿ ἀρχὴν οἱ «καθαρευουσιάνοι» βοήθησαν να διαμορφωθῇ ἡ Νέα Ἑλληνική. Παραγνωρίζεται ἡ μεγάλη προσφορὰ τοῦ Κοραῆ καὶ λοιπῶν λογίων, ὅπως ἔχει πολλὲς φορὲς ἐπισημάνει ὁ Γ. Μπαμπινιώτης. (Ἀρκεῖ νὰ δοῦμε, ὅσον ἀφορᾷ στὸ λεξιλόγιο μόνον, τὴν «Συναγωγὴ νέων λέξεων, ὑπὸ τῶν λογίων πλασθεισῶν» τοῦ Στεφάνου Κουμανούδη, 1900. Οἱ σημερινοὶ «προοδευτικοὶ» θὰ ἔλεγαν ὅτι εἶναι... «ρατσιστικὸ» νὰ πλάθουμε λόγιες λέξεις καὶ νὰ ἐξελληνίζουμε ξένες, ἀλλὰ τότε δὲν ὑπῆρχαν εὐτυχῶς «προοδευτικοί». (Οὔτε τὸ 1821· καὶ ἂν ὑπῆρχαν, ἀνέλαβε ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ τὰ δέοντα.)) Τελικῶς, ἡ ἁπλὴ καθαρεύουσα ἐπέτυχε, τρόπόν τινα, μετὰ ἀπὸ αἰῶνες, τὴν ἑνοποίησι τῆς Ἑλληνικῆς· καὶ θὰ τὸ ἐπετύγχανε πολὺ καλύτερα, ἐὰν δὲν ἐνέσκηπτε, μετὰ τὸ 1974, ἡ φανατισμένη λαῖλαψ τῶν γλωσσοκτόνων πρασινοφρουρῶν καὶ τῶν συνοδοιπόρων τους (Χρῆστος Γιανναρᾶς, «Καταστροφὴ τραγικότερη τῆς Μικρασιατικῆς», «Ἡ Καθημερινή», 28-4-1996)

   Εἶναι προφανὲς σὲ κάθε καλόπιστο ἄνθρωπο, καὶ δὲν νομίζω ὅτι θὰ τὸ ἀρνηθῇ ὁ Νίκος Σαραντάκος, ὅτι, κατ᾿ ἀρχὴν ἔστω, ὑγιὴς ἀντίδρασις ἔναντι τῆς ἐπιδρομῆς τῆς ξύλινης γλώσσας τοῦ λαϊκισμοῦ, τοῦ ἰσοπεδωτισμοῦ, τῆς εὐτέλειας, τῆς ἀναστροφῆς τῶν ἠθικῶν ἀξιῶν, ὑπῆρξε ἡ νεώτερη ἀγάπη τοῦ κόσμου γιὰ τὸν λόγιο πλοῦτο τῆς γλώσσας μας. Ἀγάπη, ἡ ὁποία, τὴν ἐποχὴ τοῦ καθεστῶτος τῆς 21ης Ἀπριλίου εἶχε γίνει ἀντιπάθεια. Ἀλλὰ σήμερα δὲν ζοῦμε στὴν ἐποχὴ τῆς χούντας. Ἄλλα εἶναι αὐτὰ ποὺ μᾶς ἀπειλοῦν.

   Καί, σήμερα, ἕνας πολὺ σημαντικότερος λόγος παρεκίνησε τοὺς Ἕλληνες νὰ ἐκτιμήσουν τὸν λόγιο πλοῦτο τῆς γλώσσης. Ἡ παγκόσμια, ἐκμηδενιστικὴ βία τῆς νεοταξικῆς ἐξουσίας. Δὲν εἶναι... χουντικοί, πλέον (ἂν ἦταν ποτέ), οἱ «γλωσσαμύντορες». Εἶναι οἱ ἀπροσκύνητοι Ἕλληνες, κάθε ἰδεολογίας. Βλέπε ἕνα χαρακτηριστικὸ παράδειγμα στὸ δημοσίευμά μου «Ἄγγελος Ἐλεφάντης καὶ Σπύρος Μοσχονᾶς». Ὁ Γ. Καραμπελιᾶς σημειώνει χαρακτηριστικά (εἰσαγωγὴ τοῦ ἀφιερώματος τοῦ «Ἄρδην» (τ. 30-34) στὴν Ἑλληνικὴ Γλῶσσα): «“Η γλώσσα δεν κινδυνεύει” διακηρύττουν οι “εκσυγχρονιστές”, κεκράχτες των μεγάλων εκδοτικών συγκροτημάτων και των πολυεθνικών, ενδεδυμένοι “τα παλιά δοξασμένα κουρέλια” του αγωνιστικού δημοτικισμού [και μαζί τους δυστυχώς και μερικοί ειλικρινείς και καθυστερημένοι υποστηρικτές της παλαιάς γλωσσικής αντιπαράθεσης]. Κατά τον ίδιο τρόπο επιστρατεύτηκαν τα παλιά “λαμπερά κουρέλια” του διεθνισμού και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για να δικαιολογηθεί η επίθεση κατά της Γιουγκοσλαβίας. Προβάλλουν και πάλι, λοιπόν, τον “κίνδυνο” του “γλωσσικού εθνικισμού ή καθαρολογισμού”. Συσκοτίζοντας το γεγονός ότι η αντιπαράθεση, δημοτικισμού και καθαρεύουσας, έχει σήμερα υποκατασταθεί από μια νέα, από την αντιπαράθεση μεταξύ της ελληνικής γλώσσας στη συγχρονία και τη διαχρονία της, και των μηχανισμών εκπτώχευσης και περιθωριοποίησής της, της γλωσσικής παγκοσμιοποίησης και ισοπέδωσης. Τώρα πια ο Βηλαράς και ο Βούλγαρης, ο Κοραής, και ο Τριανταφυλλίδης, ο Σολωμός και ο Παπαδιαμάντης, βρίσκονται στο ίδιο στρατόπεδο. Και στο απέναντι γνωρίζομε ποιοι βρίσκονται, γνωρίζομε τα εκδοτικά συγκροτήματα, τους πολιτικούς, τους διανοούμενους υπηρεσίας, που, στο όνομα μιας ξεπερασμένης αντίθεσης, και της αντίληψης πως “η γλώσσα δεν κινδυνεύει”, συντάσσονται σήμερα με τους οπαδούς της παγκοσμιοποίησης. Και βέβαια, κατά κυριολεξία, η “γλώσσα” δεν κινδυνεύει, όπως τονίζει και ο Σαράντος Καργάκος, κινδυνεύουν όμως σε μερικές δεκάδες ή εκατοντάδες χρόνια να μην υπάρχουν εκείνοι που τη χρησιμοποιούν σαν ζωντανό εργαλείο και να διατηρηθεί ως απολίθωμα, ως νεκρή γλώσσα σαν τα λατινικά.» Λοιπόν, μοῦ φαίνεται ὅτι ὁ Νίκος Σαραντάκος ἐξακολουθεῖ νὰ ἀναλίσκεται σὲ κυνήγι χουντικῶν μαγισσῶν!

   Ὡστόσο ἐπισημαίνει μὲ ἀκρίβεια πολλὰ λάθη ποὺ συνηθίζονται, καὶ πολλὰ λεπτὰ σημεῖα τῆς γλώσσας μας. Ἔχει ἐπὶ παραδείγματι ἕνα κεφάλαιο μὲ τίτλο «Ο δωδεκάλογος της νεοκαθαρεύουσας». Ὡραιότατο, Νίκο! Εὐχαριστῶ ποὺ μὲ βοηθᾷς νὰ μὴν κάνω αὐτὰ τὰ λάθη! Ἀλλά, οἱ περισσότεροι, καί, φοβοῦμαι, ἐσὺ ὁ ἴδιος, προωθεῖτε τὴν ἰδέα ὅτι... δὲν εἶναι λάθη, διότι ὑπάρχει λόγος ποὺ γίνονται, αὐτὴ εἶναι ἡ τάσι τῆς γλώσσας, καὶ κάποτε τὰ λάθη θὰ γίνουν σωστά, καὶ καλῶς θὰ γίνουν, καὶ μακάρι νὰ γίνουν, ἄρα ἂς γράφουμε ὅ,τι θέλουμε!

   Διαστρέφω τὸ νόημα τῶν γραφομένων σου; Ἄν ναί, συγγνώμη. Ἀλλά. Παραδέχεσαι π.χ. ὅτι το «ὡς» καὶ ἐσώθη ἀπὸ τὴν μαλλιαρὴ λαίλαπα καὶ χρησιμοποιεῖται εὐρέως. Ἀλλά, λές, δὲν εἶναι πάντοτε εὐδιάκριτη ἡ διαφορὰ τῆς σημασίας του ἀπὸ τὸ «σάν». Μά, οἱ ἐξαιρέσεις δὲν κάνουν τὸν κανόνα! Γενικῶς, ὑπάρχει διαφορά. Καὶ καλῶς ὑπάρχει, καὶ εἶναι πλοῦτος γιὰ τὴν γλῶσσα τὸ ὅτι ὑπάρχει! (Ὅπως καὶ γιὰ πολλὲς ἄλλες περιπτώσεις ὅπου βρίσκεις ἐξαιρἐσεις, καὶ γιὰ τὴν δασεία, καὶ γιὰ λόγιες λέξεις, καὶ τὸ ποιητικὸ «ἐπέστρεψε» τοῦ Καβάφη.) Ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τὴν δυνατότητα ποὺ δίνει ἡ λόγια μορφὴ τῆς γλώσσης γιὰ ἐπιλογὴ διαφορετικοῦ κάθε φορὰ ὕφους, ἀρμόζοντας στὴν περίστασι. (Ὀρθῶς ἐπισημαίνεται, ὅμως, τὸ λάθος νὰ χρησιμοποιεῖται ἐπίσημο ὕφος ἐκεῖ ποὺ δὲν ἀρμόζει (συχνὰ μὲ ἀποτέλεσμα ξεκαρδιστικὲς γκάφες), ἐκτὸς ἐὰν γίνεται χάριν παιδιᾶς, βεβαίως.) Καί, ἀφοῦ ὑπάρχουν ἐξαιρέσεις, τί; Δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχει διαφορὰ πουθενά; Ὥστε, τελικῶς, νὰ τὸ καταργήσουμε τὸ «ὡς»; Παρ᾿ ὅλο ποὺ καὶ ἐπέζησε καὶ θάλλει;

(3) Τὸ πολυτονικό. Ἐδῶ ἡ διαφωνία μου μὲ τὸν συγγραφέα εἶναι ἀπόλυτη. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ στὶς ἀπόψεις μου γιὰ αὐτὸ καθ᾿ ἑαυτὸ τὸ πολυτονικό, τὶς ὁποῖες πολλάκις ἔχω ἀναπτύξει, ἀλλά, ἀκόμη περισσότερο γιὰ κάτι ἄλλο. Εἰλικρινῶς, μέ ἐξένισε ἡ ὀξεία καὶ ὁλότελα ἄδικη ἐπίθεσι στὴν Κίνηση Πολιτῶν γιὰ τὴν Ἐπαναφορὰ τοῦ Πολυτονικοῦ Συστήματος. Στὴν ὁποία ἀποδίδεται ἀκόμη καί... κομματικὴ στράτευσι! Ὅταν πρόκειται γιὰ ἕναν δικτυακὸ τόπο ὑπόδειγμα ποὺ καμμία σχέσι δὲν ἔχει μὲ τὴν πολιτική. Δημιούργημα τοῦ Γιάννη Χαραλάμπους, καθηγητοῦ πληροφορικῆς στὴν Ἀνωτάτη Ἐθνικὴ Σχολὴ Τηλεπικοινωνιῶν Βρετάνης (Βρέστη, Γαλλία) καί, μὲ τὴν σύζυγό του, τυπογράφου, καὶ μερικῶν φίλων. (Ὁ Γιάννης Χαραλάμπους εἶναι καὶ συγγραφεὺς τοῦ «Fonts and encodings», O'Reilly, 2007. Κορυφαῖο στὸ εἶδος του παγκοσμίως.)

   Ἕνας δικτυακὸς τόπος γιὰ τὸ πολυτονικὸ καταπληκτικός, ποὺ πέτυχε ὅτι δὲν εἶχε καταφέρει τὸ ἀνύπαρκτο Ἑλληνικὸ κράτος τόσα χρόνια. Ἱστορία, γλῶσσα, πληροφορικὴ νὰ συνδυασθοῦν μὲ ἐπιστημονικὴ ἐπάρκεια καὶ ὡλοκληρωμένα· γιὰ πρώτη φορὰ ἐπαρκεῖς, ὡλοκληρωμένες καὶ πλήρεις ὁδηγίες (ἀπὸ γραμματικοὶ κανόνες, μέχρι ὁδηγίες γιὰ κάθε λειτουργικὸ σύστημα καὶ ὑπολογιστικὸ περιβάλλον) καὶ ἐργαλεῖα (γραμματοσειρές, ὁδηγοὶ πληκτρολογίου), γιὰ κάθε ἀνάγκη, ἀπὸ πληκτρολόγησι πολυτονικοῦ μέχρι HTML καὶ OCR. Ἐπιτέλους, γιὰ πρώτη φορά, κάτι ποὺ πραγματικὰ ἔλειπε ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ πληροφορική· ὁ καθένας μας ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ χρησιμοποιήσει πολυτονικό, ὅπου τοῦ χρειάζεται.

   Καὶ ὄχι μόνον αὐτά. Και ἱστορία. (Π.χ. ἡ ψηφιοποίησις τῆς ἐξαιρετικὰ δυσεύρετης «Ἀντιδικίας τῶν τόνων». (Οἱ μονοτονιστὲς προέβαλλαν μόνο τοὺς δικούς τους...)) Καὶ πρωτότυπη γλωσσολογικὴ ἔρευνα (π.χ. ἀναίρεσις τῶν ψευδῶν τῶν μονοτονιστῶν περὶ δῆθεν ὑποστηρίξεως τοῦ μονοτονικοῦ ἀπὸ τὸν Χατζιδάκι καὶ τὸν Βιλαμόβιτς· βεβαίως, ἡ ἀναίρεσις αὐτοῦ τοῦ ἀστικοῦ μύθου, τοῦ ἀναπαραγόμενου περὶ Χατζιδάκι ψεύδους τῶν μονοτονιστῶν, δὲν ἀναφέρεται στὸ βιβλίο τοῦ Νίκου Σαραντάκου.) (Ἄ ναί, παρεμπιπτόντως ὁ Βιλαμόβιτς ἔχει γράψει ὅτι «ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι ἀνωτέρα κάθε ἄλλης καὶ ἡ ἑλληνικὴ φυλὴ ἀνωτέρα κάθε ἄλλης», ἀλλὰ δὲν τὸν ἐπικαλοῦνται γι᾿ αὐτὸ οἱ «προοδευτικοί»!) Καὶ λογοτεχνικὰ κείμενα, καὶ ἄρθρα (πλουσιότατη συλλογὴ) καὶ ἀπόψεις καὶ ἱστοσελίδες. Καὶ γραμματική, καὶ ἁπλὰ μαθήματα, καί παιχνίδια ἀκόμη ἐκμάθησης τοῦ πολυτονικοῦ! Καὶ φωτογραφίες πολυτονικῶν ἐπιγραφῶν! (Καὶ μόνον αὐτὴ ἡ συλλογὴ εἶναι προσφορὰ στὴν τέχνη καὶ στὴν λαογραφία!)

   Καὶ αὐτὸ τὸ σπουδαῖο ἔργο διαγράφεται ἐξ ὁλοκλήρου. Κρίμα κι ἄδικο.

   Πάντως, παρὰ τὶς διαφωνίες μου, σοβαρὲς σὲ ὁρισμένα σημεῖα, εὔχομαι καλὴ ἐπιτυχία στὸν Νίκο Σαραντάκο, διότι προσφέρει στὴν γλῶσσα μας. Ἄλλωστε, οἱ διαφωνίες, ὅταν ὑπάρχει καλὴ προαίρεσις, εἶναι ἐποικοδομητικές.

Σημειώσεις:
   [1] Ἀκροτελεύτια διάταξις τοῦ Συντάγματος: «O σεβασμός στο Σύνταγμα και τους νόμους που συμφωνούν με αυτό και η αφοσίωση στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία αποτελούν θεμελιώδη υποχρέωση όλων των Eλλήνων. H τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Eλλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία.» Λακωνικότεροι οἱ Ρωμαῖοι ἔλεγαν «salus populi suprema lex esto»· ὑπέρτατος νόμος ἡ σωτηρία τοῦ Λαοῦ.

   [2] Σημειωτέον, τὴν διαδήλωσι τοῦ Κ.Κ.Ε. ἡ χούντα τῆς Ντόρας καὶ τοῦ Λαζόπουλου δὲν τὴν ἀπαγόρευσε, ὅπως ἔκανε τὶς τελευταῖες ἡμέρες μὲ τρεῖς (!) ἐκδηλώσεις Ἑλλήνων πατριωτῶν. Βλέπετε, ἐὰν δὲν εἶσαι ἀριστερός, οὔτε γιὰ τὴν Μακεδονία καὶ τὴν Κύπρο δὲν μπορεῖς νὰ φωνάζεις... Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὁ εὐρύτερος πατριωτικὸς χῶρος εὐθύνεται γιὰ τὸ ὅτι δὲν ἔχει καταφέρει νὰ συστήσει ἕνα διαπαραταξιακὸ πατριωτικὸ μέτωπο, πέραν τῶν δευτερευουσῶν -καὶ συχνὰ τεχνητῶν- διαφορῶν Ἀριστερᾶς καὶ Δεξιᾶς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ μονολιθικότης τοῦ Κ.Κ.Ε. (ἡ ὁποία βολεύει βεβαίως τοὺς Νεοτάξ, γιὰ νὰ «καλουπώνουν», νὰ συκοφαντοῦν καὶ νὰ περιθωριοποιοῦν τὶς ἀντιδράσεις («πφ, οἱ παρωπιδικοὶ κουκουέδες φωνάζουν γιὰ νὰ φωνάζουν»)· εἶναι δυστυχῶς καὶ πολλοὶ τοῦ εὐρύτερου χώρου τῆς πατριωτικῆς Ἀριστερᾶς, π.χ. ὁ χῶρος τοῦ «Ἄρδην» (Καραμπελιᾶς) καὶ τοῦ «Ρεσάλτου», οἱ ὁποῖοι θυμήθηκαν ἐσχάτως νὰ ἀποδοθοῦν σὲ κυνήγι... κακῶν ἐθνικιστικῶν μαγισσῶν καὶ στοχοποίησι τοῦ ΛΑ.Ο.Σ., χέρι- χέρι μὲ τὸν Λαζόπουλο καὶ τὸν ΣΥΡΙΖΑ. Ἐντάξει βρὲ παιδιά, ἐπιτρέψτε καὶ σ᾿ ἐμᾶς τοὺς κακοὺς ἐθνικιστὲς νὰ ἀγωνιοῦμε γιὰ τὰ ἐθνικὰ θέματα, δὲν τὸ κάνουμε γιὰ νὰ σᾶς φᾶμε καμμιὰ πελατεία (γιὰ νὰ μὴν πῶ ὅτι, ὅταν κάποτε ἐμεῖς μιλούσαμε γιὰ Ἑλλάδα, μερικοὶ ποὺ δὲν εἴχατε ἀκόμη ἀνακαλύψει τὸν πατριωτισμό, ὑμνούσατε τὸν Στάλιν καὶ τὸν Ἐνβέρ Χότζα), τὸ ξέρουμε ὅτι ἔχουμε διαφορές, ἀλλὰ ἀφῆστε νὰ ἀκούγονται ὅλες οἱ πατριωτικὲς φωνές! Φτάνει πιὰ μὲ τὸ ἀντιδεξιὸ σύμπλεγμα! Ἂς ἀκούγεται καὶ ὁ ΛΑ.Ο.Σ., δὲν πειράζει, ἂς ἀκουστεῖ καὶ κάποιος ἄλλος στὸ κοινοβούλιο ἐκτὸς ἀπὸ τὸ πρασινοκοκκινομπλὲ κατεστημένο τῆς ὑποτέλειας. Ὁ ΛΑ.Ο.Σ. τὰ καταφέρνει, παρὰ τὰ ἐλαττώματα καὶ τὶς παιδικὲς ἀσθένειες. Μποροῦμε καὶ καλύτερα, ἀλλὰ εἶναι ἐπιτέλους κάτι νέο, μιὰ παριωτικὴ φωνὴ ποὺ καταφέρνει νὰ ἀκουστεῖ. Ἂς ἀκούσουμε καὶ τὸν Ἄδωνι Γεωργιάδη νὰ μᾶς μιλᾷ γιὰ την ἀρχαία Ἑλλάδα, τὴν Ἱστορία μας ποὺ κάποιοι ἄλλοι θάβουν. Δὲν βλάπτει! Καί, μακάρι καὶ στὸν χῶρο τῆς Ἀριστερᾶς νὰ δημιουργηθεῖ ἕνα ἐναλλακτικὸ πατριωτικὸ ρεῦμα, μὲ παρουσία καὶ στὸ πολιτικὸ προσκήνιο, ὄχι μόνον στὸν ἐκδοτικὸ χῶρο μὲ τὴν ἀξιόλογη παρουσία τοῦ «Ἄρδην». Μακάρι! Κάθε πατριωτικὴ φωνή, ἐκ δεξιῶν ἢ ἀριστερῶν, γιὰ καλὸ εἶναι.

   [3] Εἷς ἐκ τῶν ὁμιλητῶν, ὁ Παντελῆς Μπουκάλας, ἐσχολίασε: Καὶ τί σημασία ἔχει ποὺ τὸ «Μακεδνὸς» εἶναι ἑλληνική λέξη; ...

   Ἔτερος, ὁ μεταφραστὴς Ν. Λίγγρης, ἐσχολίασε ὅτι τὸ πολυτονικὸ «δὲν εἶναι χρήσιμο». Αὐτὸ ἦταν τό ἐπιχείρημα ἐναντίον τοῦ πολυτονικοῦ. Ἡ ἐργαλειακὴ χρησιμότης, καὶ πέραν τούτου οὐδέν! (Ἂν δεχθοῦμε -ποὺ δὲν δεχόμεθα- ὅτι δὲν ἔχει καὶ ἁπλὴ χρησιμότητα τὸ πολυτονικό.) Καὶ νὰ λέγῃ καὶ νὰ ξαναλέγῃ ὁ καθηγητὴς τῆς γλωσσολογίας Κ. Κανάκης ὅτι «ἡ γλῶσσα εἶναι ἐργαλεῖο», καὶ «ἐργαλεῖο», καὶ ξανὰ «ἐργαλεῖο»... καὶ πέραν τούτου; Οὐδέν; Συγγνώμη κύριε καθηγητά, ἀλλά, ἐκτὸς ἀπὸ ἐργαλεῖο, γιὰ κάποιους ἀπὸ ἐμᾶς ἡ γλῶσσα εἶναι καὶ ποίησις, καὶ πολιτισμὸς καὶ ἱστορία καὶ παράδοσις καὶ τέχνη, καὶ ὄνειρο καὶ συνειρμοὶ καὶ ψυχισμὸς καὶ μουσική, καὶ ἱερουργία καὶ ἀναβάπτισις μυητικὴ στὰ ζωογόνα νάμματα τοῦ ἑλληνισμοῦ... Ἐὰν ἐσεῖς ἀρκεῖσθε στὴν ἐργαλειακὴ μηχανιστικὴ χρήσι, σᾶς ἀρκεῖ καὶ ἡ Ὀργουελικὴ neaspeak (ὁ Ὄργουελ στὸ «1984» περιγράφει λεπτομερῶς τὴν κατασκευὴ καὶ λειτουργία τῆς newspeak, ἡ ὁποία neaspeak ἐπιτυγχάνει ἀκριβῶς τὴν μηχανιστικὴ ἐπικοινωνία χωρὶς σκέψι). (Παραπέμπω καὶ πάλι στὸν Ὀδυσσέα Ἐλύτη. Λέγει ὁ μεγάλος μας ποιητὴς στὸν λόγο του κατὰ τὴν ἀπονομὴ τοῦ βραβείου Νομπέλ: «Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν' αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. [...]») Ἄλλοι ἀρκοῦνται στὴν «χρησιμότητα»...

   Ὁ Ν. Λίγγρης πάλι, ἰσχυρίσθηκε ὅτι τὰ παιδιά μας ἢ τὰ ἐγγόνια μας θὰ ὁμιλοῦν... ἀγγλικά! Καὶ δὲν τὸ εἶπε γιὰ κακό! Σοβαρά! Προσέθεσε δέ, ἀφοῦ ἐκτόξευσε τὸ κεραμίδι, ὅτι, οὔτε θὰ ἐξαναγκασθοῦν νὰ ὁμιλοῦν ἀγγλικά, οὔτε θὰ αἰσθάνονται καταπιεσμένοι καὶ δυστυχισμένοι ποὺ θὰ μιλοῦν ἀγγλικά! Τὶ νὰ πεῖς! Ὅσο καὶ ἐὰν τὸ εἶπε ἐπιδιώκοντας ἀκριβῶς νὰ προκαλέσῃ, τὶ νὰ τοῦ ἀπαντήσῃς ἐὰν δὲν ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ ἀλλοτρίωσις καὶ ἡ δουλεία δὲν εἶναι ἐξωτερική, δὲν σὲ ἀναγκάζει κανεὶς μὲ τὸ πιστόλι στὸν κρόταφο (συνήθως), ἀλλὰ πολὺ περισσότερο ἐσωτερική. Ἀνεπαισθήτως ὑψώνονται τὰ τείχη τῆς φυλακῆς, κύριε. Ἀνεπαισθήτως, λέγει ὁ ποιητής, μέχρι νὰ ἔλθει ἡ μέρα ποὺ θὰ θυμόμαστε -ἂν θυμόμαστε κἂν- ποίοι εἴμαστε, ποιοὶ πλαστήκαμε νὰ εἴμαστε, σὰν τοὺς Ποσειδωνιᾶτες...

   Ἀλλά, ὅταν οἱ ἴδιοι «ἐκσυγχρονιστὲς» ἰσχυρίζονται ὅτι δὲν ἔχει σημασία ἐὰν τὰ παιδιά μας θα μιλοῦν ἀγγλικὰ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ θὰ ὑπάρχει μόνον στὰ βιβλία, τότε ἀποδεικνύεται ξεκάθαρα πόσο δίκιο ἔχουμε ὅσοι ἐξακολουθοῦμε νὰ ἀγωνιζόμεθα.

   Ἡ βαθύτερη διαφορά μας, τελικῶς, μὲ τοὺς «ἐκσυγχρονιστὲς» δὲν εἶναι ἐπὶ τῆς μεθόδου τῆς διδασκαλίας, τῶν διατιθέμενων πόρων γιὰ τὴν παιδεία, οὔτε διαφορὰ γλωσσολογική. Οὔτε κἄν, τελικῶς, διαφορὰ ἰδεολογική. Ἡ βαθύτερη διαφορὰ μας εἶναι ὀντολογική. Εἴμεθα Ἕλληνες (φύσει, ὄχι ἁπλῶς ἰδεολογικῶς), βιωματικῶς καὶ συνειδητῶς μετέχοντες στὸ Γένος, ἀντλώντας ζωὴ καὶ ὕπαρξι ἀπὸ τὸ διαχρονικό μας Σῶμα, γνῶστες τῆς ὑπερηφάνειας καὶ τοῦ χρέους ποὺ συνεπάγεται ἡ μετοχή μας σ᾿ Αὐτό; («ἤρθαν, πέρασαν, θὰ ἔρθουν, θὰ περάσουν, κριτὲς θὰ μᾶς δικάσουν, οἱ ἀγέννητοι, οἱ νεκροί», ὁ στίχος τοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ, ὁ πλέον προσφυὴς ποιητικὸς ὁρισμὸς τῆς ἐννοίας «ἔθνος».) Τὸ ἐρώτημα εἶναι όντολογικόν· τὶ εἶσαι. Ἐὰν εἶσαι Ἕλλην, αὐτονόητα μαθαίνεις Ἑλληνικά. Δὲν ἔχουν θέσι ἐπιχειρήματα χρησιμότητος. Ὄχι διότι πρέπει· διότι εἶσαι.

   Ὄχι βεβαίως ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶσαι Ἕλλην γιὰ νὰ ἀξίζῃ νὰ μαθαίνῃς ἀρχαῖα Ἑλληνικά. Ἀλλά, πόσο μᾶλλον. (Ἴσως, εὰν οἱ νεοέλληνες ἀφελληνισθοῦν, τὰ Ἑλληνικὰ συνεχίσουν νὰ τὰ μαθαίνουν οἱ ξένοι. (Ἀλλὰ δὲν θὰ εἶναι πιὰ ζωντανὴ γλῶσσα...) Δὲν κινδυνεύουν τόσο αὐτὰ χωρὶς ἐμᾶς, ὅσο ἐμεῖς χωρὶς αὐτά.)

   [4] Βεβαίως, καλῶς, ἄριστα κάνει ὁ Σαραντάκος καὶ ξεκαθαρίζει τὰ ζητήματα ὁρισμένων «ἀστικῶν θρύλων», γιὰ νὰ μὴν παραπλανοῦνται οἱ ἀφελεῖς, καὶ μάλιστα οἱ νέοι. Ἂν καὶ ἴσως εἶναι ὑπερβολικὴ ἡ προθυμία του νὰ κατηγορήσει τὸν ἑλληνοκεντρικὸ χῶρο. Βλέπετε, ἀκὀμη καὶ στὸ ἡλεκτρονικὸ φόρουμ τῆς νεολαίας τοῦ ΛΑ.Ο.Σ., τὸ «λερναῖο κείμενο» εἶχε καταγγελθεῖ ἀπὸ σοβαροὺς νέους, (ὅμως ἡ κ. Βάσω Κιντῆ, ψευδόμενη, ἀπέδωσε τὸ κείμενο συκοφαντικῶς στόν ΛΑ.Ο.Σ.! (πού, καὶ νὰ εἶχε γράψει ἕνα παιδὶ σὲ κάποιο φόρουμ μιὰ μπαρούφα, τὶ θὰ σήμαινε αὐτὸ δὲν καταλαβαίνω...)) ἔπεσε ὅμως θύμα τώρα ὁ ὑπουργὸς Παιδείας. Ἄλλο ποὺ δὲν ἤθελαν οἱ «προοδευτικοὶ» νὰ ξεσκίσουν τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔστειλε γιὰ ἀνακύκλωσι τὸ παράνομο καὶ ἀντισυνταγματικὸ προπαγανδιστικὸ κουρελούργημα τῆς Ρεπούση καὶ τοῦ Λιάκου...

   Ἐντάξει παιδιά, τὶ νὰ γίνει, φυσικὸ εἶναι θύματα τῶν φαρσῶν μὲ ἑλληνοκεντρικὰ θέματα νὰ πέφτουν περισσότερο οἱ ἑλληνοκεντρικοί, θύματα φαρσῶν γιὰ τὴν ζωὴ τοῦ Μάρξ οἱ μαρξιστὲς, θύματα τῆς φάρσας γιὰ τὴν δῆθεν ρατσιστικὴ δήλωσι τοῦ Τόμυ Χίλφιγκερ οἱ κομψὲς κυρίες! (Οἱ ὑπόλοιποι δὲν ξέρουν κἂν ποιὸς στὸ καλὸ εἶναι ὁ Τόμυ Χίλφιγκερ· ἐγὼ ἀπὸ τὴν φάρσα τὸν ἔμαθα.) Τὸ ὄτι ἔπεσε θύμα ὁ ὑπουργός (ναί, ἀφελέστατα), σημαίνει ὅτι τουλάχιστον τὸν συγκινεῖ ἡ γλῶσσα καὶ ἡ ἱστορία μας· πάλι καλά, διότι ἐδῶ ποὺ ἔχουμε φθάσει, αὐτὸ δὲν εἶναι καθόλου σίγουρο γιὰ τὸν καθένα. Εἶναι, λοιπόν, θετικὸ καὶ ἐλπιδοφόρο τὸ ὅτι κάποιοι ἐξακολουθοῦν νὰ συγκινοῦνται ἀπὸ αὐτὰ τὰ πράγματα...

   Τὸ κακὸ εἶναι ἡ χρησιμοποίησις τῆς φάρσας ἀπὸ τοὺς ἑλληνόφοβους, γιὰ νὰ ὑποβάλουν τὴν ἰδέα ὅτι, ἀφοῦ τάχα οἱ ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς ἰσχυρισμοὶ τῆς φάρσας εἶναι ἀνακριβεῖς ἥ ἐντελῶς ψευδεῖς, τὸ ἴδιο ἰσχύει γιὰ κάθε ἰσχυρισμὸ ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς. Ἀφοῦ εἶναι ψεύτικοι οἱ ἀνύπαρκτοι ἰσχυρισμοὶ τοῦ... διευθυντοῦ τῆς Apple καὶ τοῦ CNN, τί σημασία ἔχει ποὺ ὁ Γεώργιος Μπαμπινιώτης καὶ ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης ἔχουν πεῖ πολὺ περισσότερα καὶ οὐσιαστικότερα, ἀκόμη καὶ ἐντυπωσιακότερα (ἐὰν αὐτὸ εἶναι τὸ ζητούμενο), τὰ ὁποῖα θὰ μποροῦσαμε νὰ ἐπικαλεσθοῦμε; Ἐὰν δηλαδὴ ὑποθέταμε ὅτι χρειάζονται... δηλώσεις γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ γλῶσσα, λὲς καὶ δὲν ἀρκοῦν τὰ ὕψιστα κατορθώματα τοῦ ἀνθρωπίνου Πνεύματος, τὰ ὁποῖα ἐννοήθησαν καὶ ἐπῆραν μορφὴ μ᾿ αὐτήν! (Καί, δευτερεῦον, ἀγνοεῖται συνήθως ἡ ἀρχὴ τῶν ὅποιων μυθευμάτων, ὅπου βεβαίως ὑπάρχει· π.χ. «οἱ ὑπολογιστὲς ὁμιλοῦν ἀρχαία ἑλληνικά»: αὐτόματη συντακτικὴ ἀνάλυσις («Time flies like an arrow. Fruit flies like a banana.»)· σχέσις λέξεων καὶ νοήματος: πρβλ. κατὰ Μπαμπινιώτη «ἐτυμολογικὴ διαφάνεια»· κ.ἄ.)

   [5] Γράφει ὁ Γ. Καραμπελιᾶς («Χουλιγκάνου ἐγκώμιον», «Ἄρδην», τ. 38-39, Νοέμ. 2002): «Όταν ένας λαός βρίσκεται σε κρίση, όταν οι ελίτ της χώρας, όχι απλώς έχουν αποποιηθεί τον ρόλο τους ως πνευματική “ηγεσία” του έθνους, αλλά αντιθέτως πρωτοστατούν στη μεταμοντέρνα “διάλυσή” του, και την εκχώρησή του στο τουρκοδυτικό condominium, τότε τα ψήγματα αντίστασης που εξακολουθούν να υπάρχουν περιορίζονται σε αντιδράσεις “περιθωριακές” και καμιά φορά “στομαχικές”, ενστικτώδεις, πρωτόγονες ή “ερασιτεχνικές”. Η ανάγκη της εθνικής αυτοσυνειδησίας θα εκφραστεί μέσα από τις διόδους που μπορεί να διαμορφώσει ή και να εκβιάσει, υπερακοντίζοντας αυτήν την “προδοσία των διανοουμένων”. »

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2008

Ἐμφυλίου πολέμου ἐγκώμιον (ἢ «ἅμιλλα σὰν σὲ ἀθλητικὸ ἀγῶνα»)

Συνεχίζουμε, περὶ τοῦ δαιμονίου τῆς φυλῆς. Τὸ ὅτι ἡ εἰρήνη εἶναι ἀγαθὸν ἀνεκτίμητον, εἶναι προφανές. Τὸ ὅτι ἡ πολεμικὴ ἀρετή εἶναι ἀρετή, ὅταν άγωνιζόμεθα γι᾿ αὐτὰ γιὰ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀγωνιζόμεθα, μικρὰ ἢ μεγάλα, εἶναι ἐπίσης προφανές. (Θυμηθεῖτε νὰ τὸ πεῖτε στὴν Ντόρα). Ἀλλὰ οἱ ἐμφύλιες διαμάχες ποὺ κατέφαγαν τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα; Πῶς γίνεται ὁ Ἑλληνικὸς Πολιτισμὸς νὰ ἔχῃ μιὰ τόσο σκοτεινὴ πλευρά;

Στὴν προηγούμενη δημοσίευσι εἴδαμε τὴν διχόνοια ὡς... ἀγαθόν (μᾶλλον παρενέργεια ἀγαθοῦ)! Σήμερα θὰ δοῦμε ὡς... ἀγαθὸν τὸν πόλεμο (καλά, αὐτὸ τὸ ἔχουν πεῖ πολλοί [Σημ. 1]), καὶ δὴ τὸν ἐμφύλιο πόλεμο (αὐτὸ εἶναι τὸ ἀνήκουστον)! Ὅμως ὑπάρχει λογική, καὶ τὴν λογικὴ τοῦ πράγματος (προσοχή: καθόλου πολεμοχαρή) ἐντόπισε καὶ ἀνέλυσε εὐστόχως ὁ Ν.Α. Καλογερόπουλος στὸ ἀναδημοσιευθὲν ἄρθρον τοῦ προηγούμενου σημειώματος. Ὁ Χρῆστος Καροῦζος, ὅπως θὰ δοῦμε τώρα, ἐξετάζοντας ὁρισμένα χαρακτηριστικὰ τῶν ἀρχαιοελληνικῶν (ἀρχαϊκῶν καὶ κλασσικῶν) ἐμφυλίων διαμαχῶν, διαβλέπει αὐτὴ τούτη τὴν ἰδιοπροσωπεία τοῦ Ἑλληνισμοῦ: τὴν ἀνάδειξι τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου (καὶ τοῦ συνεπακόλουθου ἀνταγωνισμοῦ: «αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων» (Ἰλιάς, Ζ 208))· ἀκόμη καὶ στὶς ἐμφύλιες διαμάχες μάλιστα, διακρίνει χαρακτηριστικὰ εὐγενοῦς ἄμιλλας [Σημ. 2]. (Ἐλπίζω νὰ μὴν ἐρμηνευθοῦν ὅλα αὐτὰ ὡς ὑποστήριξις τοῦ... νεοφιλελευθέρου ἀνταγωνισμοῦ! ἀλλὰ καὶ ἐδῶ ἰσχύει ἡ μεσότης τοῦ Ἀριστοτέλους· ἡ ἅμιλλα, ναί, εἶναι ἁρετή.)

Ἀλλά, πρὶν μιλήσουμε γιὰ τὸν Πόλεμο, ἂς μιλήσουμε γιὰ τὴν Εἰρήνη (σὺν τοῖς ἄλλοις, γιὰ νὰ τονίσουμε καλύτερα τὴν ἐκ πρώτης ὅψεως παραδοξολογία).

Καὶ οἱ Ἕλληνες, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἦσαν πολεμισταί (πολεμικὴ ἀρετὴ), μπόρεσαν νὰ ἐκτιμήσουν τὸ μέγα ἀγαθὸν τῆς Εἰρήνης. Ὁ λόγος στὴν μεγάλη ἑλληνολάτριδα Γαλλίδα ἀκαδημαϊκό Ζακλὶν ντὲ Ρομιγύ. (Τὸ κείμενό της εὐρῆκα στὸν ἐξαιρετικὸ δικτυακὸ τόπο «Ἑκηβόλος», ὁ ὁποῖος χρόνια τώρα προσφέρει κείμενα πραγματικῆς ἀρχαιογνωσίας - καὶ ἐννοοῦμε ἀρχαιογνωσία, ὄχι νεοπαγανιστικὲς καὶ οὐφολογικές ἐξαλλοσύνες. Ἐπισκεφθεῖτε καὶ τὸ ἱστολόγιο τοῦ Ἑκηβόλου.)

Jacqueline de Romilly, «Γιατί η Ελλάδα;»
«Οι Έλληνες δεν έπαψαν να ορθώνονται εναντίον της βίας. Εμίσησαν τον πόλεμο, την αυθαιρεσία, την αταξία. Για τον πόλεμο αυτό είναι γνωστό. Ήδη στον Όμηρο, ο πόλεμος είναι χώρος του ηρωισμού, αλλά επίσης της οδύνης και του θανάτου. Ο Άρης, ο θεός του πολέμου, προκαλεί φρίκη ακόμα και στο Δία: «Είναι για μένα ο πιο μισητός από όλους τους θεούς, που μένουν στον Όλυμπο, γιατί πάντα του αρέσουν τα μαλώματα και οι πόλεμοι και οι μάχες.»
Η καταδίκη του πολέμου διαπερνά πράγματι όλα τα ελληνικά κείμενα. [...] Πίσω από την καταδίκη του πολέμου για τα δεινά που προκαλεί, οι Έλληνες διέκριναν καθαρά ότι αυτός καθ' εαυτός ο πόλεμος ήταν απαράδεκτος. Προϋπόθεση του ήταν αποκλειστικά η δύναμη. Το σκάνδαλο όμως της κυριαρχίας της δύναμης το είχαν αντιληφθεί από τις απαρχές.
[...] Η ίδια διαμαρτυρία εμπνέει τον Προμηθέα του Αισχύλου όπου η αυθαιρεσία του Δία εκπροσωπείται από το Κράτος και τη Βία. Ξαναβρίσκεται σε όλες τις αναλύσεις τις σχετικές με την τυραννία.
[...] Η Ελλάδα ήταν σαν να είχε κινητοποιηθεί εναντίον της βίας και τούτο ενέπνευσε το φλογερό σεβασμό της προς το νόμο. Το συναίσθημα όμως αυτό ερμηνεύτηκε επίσης με ευρύτερες μορφές διότι στη βία αντιτίθεται επίσης η πειθώ.»

(Ἂς θυμηθοῦμε ἐπιπλέον μόνον τὸ τοῦ Ἡροδότου (Ἱστορίαι, Α', 87, 17-19· μυθικὸς διάλογος, Κροῖσος πρὸς Κῦρον): «Οὐδεὶς γὰρ οὕτω ἀνόητός ἐστι ὅστις πόλεμον πρὸ εἰρήνης αἱρέεται· ἐν μὲν γὰρ τῇ οἱ παῖδες τοὺς πατέρας θάπτουσι, ἐν δὲ τῷ οἱ πατέρες τοὺς παῖδας.»)

Καὶ ὅμως, «Πόλεμος πάντων μὲν πατήρ ἐστι, πάντων δὲ βασιλεύς» (Ἡράκλειτος, Diels 53). Καὶ γιὰ τοὺς Ἕλληνες ὁ πόλεμος ἦταν τρόπος ζωῆς.
Σημειώνει ὁ Κώστας Παπαϊωάννου («Τέχνη καὶ πολιτισμὸς στην ἀρχαία Ἑλλάδα», Ἐναλλακτικὲς Ἐκδόσεις, 1998): «Γιὰ τοὺς Ἕλληνες ὁ πόλεμος ἦταν κανόνας καὶ ἡ εἰρήνη ἐξαίρεση: ἔχει ὑπολογιστεῖ ὅτι στὴ διάρκεια τοῦ ἑνάμισι αἰώνα ποὺ μεσολάβησε ἀνάμεσα στοὺς μηδικοὺς πολέμους καὶ στὴ μάχη τῆς Χαιρρωνείας, ἡ Ἀθήνα βρισκόταν σὲ ἐμπόλεμη κατάσταση, κατὰ μέσον ὅρο, δύο στὰ τρία χρόνια καὶ ποτὲ δὲν γνώρισε εἰρήνη γιὰ δέκα συνεχόμενα χρόνια.»
Καὶ ὁ Σαράντος Καργάκος («Ἱστορία τῶν Ἀρχαίων Ἀθηνῶν», Gutenberg, 2005): «Σχεδὸν ὅλη ἡ ζωὴ τῶν Ἀθηναίων -παρὰ τὶς ποικίλες πολιτικὲς ἐνασχολήσεις- ἦταν μιὰ συνεχὴς ἄσκηση, ὥστε νὰ εἶναι σὲ θέση νὰ ἀνταποκριθοῦν στὶς στρατιωτικές τους ὑποχρεώσεις. Ὁ πόλεμος τότε δὲν ἦταν ἡ ἐξαίρεση, ἦταν κανόνας. Καὶ γι᾿ αὐτὸ ἡ στρατιωτικὴ προετοιμασία ἦταν μέρος τῆς ζωῆς τῶν Ἑλλήνων. «Ἡ ἑλληνικὴ πόλη, λέει ξένος ἱστορικός, ἔμοιαζε πολὺ μὲ μεγάλο σχολεῖο ἢ κολλέγιο, καὶ ὁ πόλεμος καὶ ἡ ἐκπαίδευση και οἱ διαγωνισμοὶ ποὺ σχετίζονταν μὲ τὸν πόλεμο, ἦσαν οἱ κυριώτερες μορφὲς φυσικῆς ἐκγυμνάσεως. Ὁ πολεμος ἦταν ἕνα φυσικὸ κομμάτι τῆς ζωῆς τῆς ἑλληνικῆς πόλης, ὅπως εἶναι τὰ παιχνίδια καὶ οἱ διασκεδάσεις γιὰ τὶς δικές μας.» (Alfred Zimmer, «The greek commonwealth»

Πῶς συμβιβάζονται, λοιπόν, αὐτά;

Γράφει ὁ Χρῆστος Καροῦζος (ἀρχαιολόγος καὶ ἀκαδημαϊκός, 1900-1967· ἴσως ὁ πλέον ἐμπνευσμένος μελετητὴς τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς γλυπτικῆς), μὲ γνώσι καὶ εὐαισθησία, ἀναφερόμενος στὰ Ἑλληνικὰ Μαντεῖα καὶ στὰ ἱερὰ ἀφιερώματα («Ὁ Ἑλληνικὸς Τόπος καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Τέχνη» (ἀπὸ τό: Χρῆστος Καροῦζος, «Ἀρχαία Τέχνη: Ὁμιλίες - μελέτες», ἐκδ. «Ἑρμῆς», 2000)):

«[...] Ἀλλὰ τὰ μνημεῖα αὐτὰ τῆς ἑλληνικῆς εὐαισθησίας παίρνουν ἀμέσως καὶ ξεχωριστὴ θερμότητα ἅμα τὰ αἰσθανθοῦμε μέσα στὴ ζωή, μέσα στὴν ἱστορία. Ἂν κατορθώσομε νὰ περάσομε τὸ μεγαλύτερο κίνδυνο, ἂν ἀποφύγομε νὰ στρεβλώσομε τὴ μοναδικότητά τους ἐφαρμόζοντας ἐπάνω τους τὶς δικές μας ἔννοιες καὶ τὰ δικά μας μέτρα καὶ σταθμά, ἂν σταθοῦμε μπροστά τους μὲ ὑπομονή βάζοντάς τους διακριτικὰ ἐρωτήματα, χωρὶς νὰ βιαστοῦμε νὰ δώσομε τὴν ἀπάντηση ποὺ ἔχομε ἑτοιμάσει προτοῦ ἀκόμη νὰ ξεκινήσομε μὲ τὸ ἀεροπλάνο, τότε τὰ μνημεῖα αὐτά θὰ γίνουν ὁ καλύτερος ἑρμηνευτὴς τοῦ ποιὰ εἶναι ἡ οὐσία τῆς ἑλληνικής ἱστορίας καὶ ποιὰ ἡ μοναδική της σημασία γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ἂς σταθοῦμε μιὰ στιγμὴ σὲ μιὰ πλευρά της μονάχα. Πόσες φορὲς στὰ ἑλληνικὰ ἱερά, περνώντας ἀνάμεσα στὰ ἀφιερώματα ποὺ ἔχει κάμει μιὰ πόλη γιὰ τὴ νίκη της ἐναντίον κάποιας ἄλλης καὶ βλέποντας τὴ φανερὴ πρόθεσή της ὄχι μόνο νὰ ἐξυψώσει τὸν ἑαυτό της ἀλλά καὶ ν᾿ ἀγγίξει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀντιπάλου της, δὲν ἔχομε ἀκούσει τὶς γνωστὲς κοινοτυπίες ποὺ καταδικάζουν τὸ «ἀδελφικό μῖσος» καὶ τὰ ὅμοια. Ἀλλὰ καὶ ὅταν τέτοιες σκέψεις πηγάζουν ὄχι ἀπὸ πεποίθηση στὴ δική μας ἐξυπνάδα καὶ ἀνωτερότητα, παρὰ ἀπὸ πραγματικὸ ἐνδιαφέρον καὶ γνήσια μελαγχολία (Ὅπως π.χ. στὸν Πλούταρχο, ποὺ βρισκόμενος στὸ τέλος τῆς ἀρχαιότητας ἔβλεπε ἀπομονωμένο πιὰ τὸ τελικὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐνδοελληνικῶν ἐκείνων πολέμων καὶ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτὸ ἤταν πραγματικὰ τὸ ἀδυνάτισμα ὅλης τῆς Ἑλλάδας καὶ ὁ ἀφανισμὸς τῆς ἐλευθερίας της), καὶ πάλι οἱ σκέψεις αὐτὲς περιέχουν ἕνα ποσοστὸ μονάχα τῆς ἀλήθειας. Ἂν μελετήσομε ὅμως μὲ λιγώτερη αὐτοπεποίθηση καὶ μὲ περισσότερο σεβασμὸ τὰ ἀφιερώματα ἐκεῖνα καὶ τὰ λόγια ποὺ τὰ συνοδεύουν, αὐτὰ θὰ μᾶς ὁδηγήσουν πολὺ κοντὰ στὴν κινητήρια δύναμη τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας. Τὰ παλιὰ αὐτὰ ἀφιερώματα, τὰ ἀρχαϊκὰ καὶ τὰ κλασσικά, φανερώνουν ὄχι μῖσος ἀλλὰ κάποιαν ἄλλη ἔμφυτη ἀνάγκη τῶν Ἑλλήνων νὰ ξεσυνερίζονται γιὰ τὸ ποιὸς θὰ εἶναι ὁ καλύτερος, ὁ δυνατώτερος, ὁ πρῶτος. Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι ὅσο βρισκότανε στὴν ἀκμή της ἡ «πόλις-κράτος», δηλαδὴ στὰ ἀρχαϊκὰ καὶ στὰ κλασσικὰ χρόνια ὣς τὸν 4ον αἰ., ὅλοι σχεδὸν οἱ ἐνδοελληνικοὶ πόλεμοι γίνονται μ᾿ ἕνα πνεῦμα καὶ μ᾿ ἕναν τρόπο ποὺ μοιάζει σὰν ἅμιλλα σὲ ἀθλητικὸ ἀγῶνα: οἱ νικητὲς στήνουν τρόπαιο, παίρνουν τὰ λάφυρα καὶ συνήθως ξαναγυρίζουν στὸν τόπο τους χωρὶς νὰ ἐκμεταλλευθοῦν τὴ νίκη ὣς τὶς τελευταῖες της συνέπειες (σπανιώτατα καὶ μόνο γιὰ εἰδικοὺς λόγους φτάνουν ὣς τὴν ἐξόντωση τοῦ ἀντιπάλου). [Σημ. 3]

»«Χαλεπὰ τὰ καλά» ἔλεγαν οἱ παλιοί. Δὲν ἀνήκει στὶς εὔκολες καὶ πρόχειρες ἀπολαύσεις ὁ ἑλληνικὸς τόπος μὲ τὰ μνημεῖα του. Χρειάζεται ἀργὸ περπάτημα, συγκέντρωση, σιγανὴ μελέτη. Ἂν περάσομε βιαστικοὶ ἢ μὲ ἔστω καὶ ὑποσυνείδητη περηφάνεια γιὰ τὸ πόσο ἐμεῖς ἔχομε προοδεύσει (wie herrlich weit wir es gebracht haben, ἔλεγεν ὁ Βάγνερ στὸ Φάουστ), ὄχι μόνο δὲν θὰ κερδίσομε τίποτε ἀπὸ τὸν πλοῦτο του, ἀλλὰ καὶ θὰ φύγομε ζημιωμένοι. Πολλὲς φορὲς ὁ τόπος τοῦτος καὶ ἡ ἱστορία του, δηλαδὴ ἡ ζωή του, μᾶς βάζει αἰνίγματα· καὶ ὁ γέρος παιδαγωγὸς στὸν «Ἴωνα» τοῦ Εὐριπίδη μᾶς ἔχει προειδοποιήσει: «αἰπεινὰ τὰ μαντεῖα». Ἀλλὰ δὲν ἔχει ἀμφισβητηθῆ ὡς τώρα ποτέ, ὅτι ἡ ποιότητα (ἀκόμη καὶ τὸ μέγεθος) τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ὠφέλειας τοῦ ἀνθρώπου εἶναι κατ᾿ εὐθείαν ἀνάλογη μὲ τὸν κόπο του.»

Ἀνάλογη καὶ ἡ παρατήρησις τοῦ Σαράντου Καργάκου («Ἱστορία τῶν Ἀρχαίων Ἀθηνῶν», Gutenberg, 2005):

«Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ὁμήρου ἔχει κατανοηθεῖ ὅτι ὁ πόλεμος εἶναι ἕνα «παιχνίδι» καὶ ὄχι μιὰ μαθηματικὴ κατασκευὴ τοῦ τύπου 2+2=4. Ὁ πόλεμος γιὰ τὸν Ἕλληνα εἶναι παιχνίδι μὲ ἀβέβαιο ἀποτέλεσμα. Οἱ Ἕλληνες ὅμως προτιμοῦν αὐτὴν τὴν ἔλξη τῶν πιθανοτήτων ἀπὸ τὴ μετριότητα τῆς βεβαιότητας. Ὁ ἄνθρωπος, λέγει ὁ Clausewitz, ἀντὶ νὰ ζῆ μέσα στὴν στέρηση χαίρεται τὸν πλοῦτο ποὺ προσφέρει ὁ πόλεμος. «Μὲ αὐτὸ τὸν ρόπο ζωογονεῖται· τὸ θάρρος ἀποκτᾶ φτερὰ καὶ ἡ τόλμη καὶ ὁ κίνδυνος δημιουργοῦν τὸ στοιχεῖο μέσα στὸ ὁποῖο ὁρμᾶ σὰν ἀτρόμητος κολυμβητὴς ποὺ βυθίζεται μέσα στὸ ρεῦμα.» [σ.σ. προφανῶς αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ ἰσχύῃ στοὺς ὁλοκληρωτικοὺς πολέμους τῶν νεωτέρων χρόνων...] Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ὁμήρου οἱ Ἕλληνες δημιούργησαν μιὰ ἡρωικὴ παράδοση, ἔτσι ποὺ ἡ λέξη ἀρετὴ νὰ μὴν ἀποτελεῖ μόνο μιὰ ἠθικὴ ἀλλὰ καὶ μιὰ πολεμικὴ ἰδιότητα καὶ νὰ θεωρεῖται ἰσοδύναμη τῆς ἀνδρείας. Τὸ νὰ τραπεῖ κανεὶς σὲ φυγὴ πρὸ τοῦ ἐχθροῦ λεγόταν «ἔγκλιμα» (ἀπὸ τὸ ἐγκλίνω = στρέφω) καὶ ἦταν ἔγκλημα. Εἰδικὰ στὴ Σπάρτη.

»[...] Μπορεῖ οἱ Ἀθηναῖοι νὰ μὴν εἶχαν τὴ σκληρὴ στρατιωτικὴ ἐκπαίδευση τῶν Λακώνων, εἶχαν, ὡστόσο, κι αὐτοὶ συνεχῆ ἐπαφὴ μὲ τὰ ὅπλα καὶ ἐπαρκῆ πολεμικὴ κατάρτιση. Ἰδίως στὸν ναυτικὸ πόλεμο. Κυρίως ὅμως αὐτὸ ποὺ διέκρινε τοὺς Ἀθηναίους ἦταν τὸ ἐπιθετικὸ πνεῦμα. Οἱ Ἀθηναῖοι τολμοῦσαν ἐκεῖ ὅπου καὶ οἱ συνεχῶς περὶ τὰ πολεμικὰ ἀσχολούμενοι Λακεδαιμόνιοι ἦσαν διστακτικοί. Τὸν ἐπιθετικὸ αὐτὸ χαρακτῆρα τῶν Ἀθηναίων προσδιορίζει προσφυῶς ὁ Θουκυδίδης βάζοντας τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Κορίνθου νὰ λένε πρὸς τοὺς Λακεδαιμονίους πὼς οἱ Ἀθηναῖοι εἶναι «παρὰ δύναμιν τολμηταὶ καὶ παρὰ γνώμην κινδυνευταὶ καὶ ἐν τοῖς δεινοῖς εὐέλπιδες». (1, 70)

»[...] Οἱ Ἀθηναῖοι βέβαια διέπρεψαν περισσότερο στὰ ἔργα τῆς εἰρήνης. Ἀλλὰ δὲν τοὺς ἔλειψαν καὶ οἱ πολεμικὲς δἀφνες. Γι᾿ αὐτὸ ἀργότερα ὁ Πλούταρχος ἐπέγραψε ἕνα ρητορικὸ ἔργο του «Πότερον Ἀθηναῖοι, κατὰ πόλεμον ἢ κατὰ σοφία ἐνδοξότεροι»

Σημειώσεις:
[1] Λέγει π.χ. ὁ Ἰωάννης Συκουτρῆς (συνέντευξις στὰ «Νεοελληνικὰ Γράμματα»): «Ἀγαπητέ μου, ἂς μὴ μᾶς τρομάζουν οἱ λέξεις, καὶ μ᾿ αἰσθηματολογίας δὲν διαπλάσσονται ποτὲ οἱ λαοί. Σκληρὸς καὶ ἄγριος εἶν᾿ ὁ πόλεμος -ἐγνώρισα εἰς τὸν ἑαυτόν μου καὶ τὸ ἄμεσον περιβάλλον μου τὴν σκληρότητα. Ἀλλὰ ὁ πόλεμος δὲν εἶναι θεσμὸς κοινωνικός. Θεσμὸς εἶναι οἱ διάφοροι τρόποι τοῦ πολέμου. Ὁ ἴδιος ὁ πόλεμος εἶναι μιὰ μοῖρα τοῦ ἀνθρώπου, νά, ἔτσι ὅπως ὁ θάνατος, τὰ γηρατεῖα, τὸ κλειστὸν ἐγώ, ὁ ἔρως - καὶ ὅλ᾿ αὐτὰ εἶναι σκληρά. Ὣς τώρα δὲν ἔχει εὐρεθῆ ἄλλη μορφὴ ὁμαδικῆς αὐτοθυσίας. Εἶναι ἡ μόνη περίπτωσις ποὺ ἕνας λαὸς ὁλόκληρος (ὄχι τὸ ἄτομον ἢ ὡρισμέναι μικραὶ ὁμάδες) ἀποδεικνύει, εἰς μίαν ὑπερέντασιν καὶ συνοχὴν τῶν φυσικῶν καὶ ἠθικῶν του δυνάμεων, ἐμπράκτως καὶ μὲ θυσίας ἀληθινὰς τὴν πίστιν του, ὅτι ὑπάρχουν ἀξίαι ποὺ στέκονται πολὺ ὑψηλότερα ἀπὸ τὴν πρωταρχικὴν καὶ ἄμεσον ἀξίαν: τὴν ζωήν. Εἶναι μικρὸν αὐτό - ἀπὸ πνευματικῆς καθαρῶς ἀπόψεως, ἐννοῶ, ὄχι ἀπὸ τὴν ἄποψιν τῆς πολιτικῆς σκοπιμότητος; Ὁ διανοούμενος (ὡς καθοδηγητὴς ἑνὸς ἔθνους) πρέπει νὰ σκεφθῆ σοβαρὰ καὶ ὑπευθύνως, ἂν τοῦ ἐπιτρέπεται νὰ ὑποσκάψη παρομοία ἐκδήλωσιν ἐμπράκτου συνοχῆς, ἂν ἔχη πράγματι κάτι ἐξίσου συγκεκριμένον καὶ γόνιμον νὰ τὴν ἀντικαταστήση. Εἰδεμή, θὰ μείνη ἁπλῆ ἄρνησις.»

Ὅμως, ξανατονίζω, ἐγὼ ἐδῶ δὲν ἐξετάζω σκέψεις ὅπως αὺτήν τοῦ Ἰ. Συκουτρῆ. Ἐκεῖνο ποὺ μοῦ ἐκέντρισε τὸ ἐνδιαφέρον ἦταν, δεδομένου τοῦ ὅτι οἱ πόλεμοι καὶ δὴ οἱ ἐμφύλιες διαμάχες τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων εἶναι κακόν, τὸ γιατὶ καὶ πῶς ἦταν ἡ ἀναπόφευκτη ἐν πολλοῖς παρενέργεια ἑνὸς μεγίστου καλοῦ: τῆς ἀναδείξεως τοῦ προσώπου, τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ φιλοδοξίας τοῦ Ἕλληνος ἀνθρώπου.

[2] Ἂς θυμηθοῦμε, ἄλλωστε, ὅτι ἡ σοφὴ Ἀθηνᾶ ἐνίκησε σὲ μονομαχία καὶ αὐτὸν τοῦτον τόν... ἐξ ὁρισμοῦ εἰδικὸ στὸ ἄθλημα Ἄρη. (Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ποτὲ δὲν ἔπαυσε ἡ Ἀθηνᾶ νὰ εἶναι θεότης πολεμική.)
Ἢ ἂς θυμηθοῦμε πόσες φορὲς στὴν Ἰλιάδα ἐπιχειρεῖται νὰ σταματήσῃ ἡ αἱματοχυσία καὶ νὰ λυθῇ ἡ διαφορὰ μὲ μονομαχία ἀρχηγῶν. Ἀκὸμη καὶ τὴν συμφωνηθείσα μάχη μεταξὺ τριακοσίων Λακεδαιμονίων καὶ τριακοσίων Ἀργείων τὸ 547 π.Χ. (Ὁ Ὀθρυάδης ἐπέζησε ἀπὸ τοὺς πρώτους, ὁ Ἀλκήνωρ καὶ ὁ Χρόμιος ἀπὸ τοὺς δεύτερους.)

[3] Πρωτότυπη καὶ ὀξυδερκὴς θεώρησις τῶν ἐμφυλίων ἀνταγωνισμῶν: ἅμιλλα σὰν σὲ ἀθλητικὸ ἀγῶνα! «αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων» (Ὁμήρου Ἰλιάς, Ζ 208), νὰ θυμίσουμε! Πρὸ Πελοποννησιακοῦ Πολέμου (τοῦ πρώτου ὁλοκληρωτικοῦ πολέμου), μᾶλλον, θὰ ἔλεγα. Ὁ Θουκυδίδης καὶ ὁ Ἀριστοφάνης ποὺ ἐπισημαίνουν τὰ δεινὰ τοῦ πολέμου εἶναι σύγχρονοι τῶν γεγονότων, ὄχι μεταγενέστεροι ὅπως ὁ Πλούταρχος. Τὸ Γ 82-83 τοῦ μεγίστου ἱστορικοῦ εἶναι μνημειῶδες: «καὶ ἐπέπεσε πολλὰ καὶ χαλεπὰ κατὰ στάσιν ταῖς πόλεσι, γιγνόμενα μὲν καὶ αἰεὶ ἐσόμενα, ἕως ἂν ἡ αὐτὴ φύσις ἀνθρώπων ᾖ ...»

Παράβαλε καὶ τὰ ἀναφερόμενα ἀπὸ τὸν Δημήτριο Δημόπουλο στὸ «Ἄδυτο τῶν Ἑλληνικῶν Μαντείων», ἐκδ. «Ἐλεύθερη Σκέψις», 2000, κεφ. «Τὸ λυκόφως τῶν θεῶν» (ὄχι τὸ γνωστότερο, ἀλλὰ ἴσως τὸ καλύτερο βιβλίο τοῦ σημαντικοῦ αὐτοῦ ἐθνικιστοῦ συγραφέως· ἔργον πραγματικῆς ἀρχαιογνωσίας):

«Ἡ βαθμιαία ὑποβάθμισι τῆς ἀξιοπιστίας τῶν Μαντείων εἶχε ἀπὸ καιρὸ προετοιμασθῆ ἀπὸ τοὺς σοφιστές, ποὺ ἀξιοποίησαν τὴν ἀλληλοφαγωμάρα τῶν Ἑλλήνων. Ὅταν ἕνα Μαντεῖο π.χ. προέβλεπε τὴν νίκη μιᾶς πόλεως, ἡ ἄλλη δυσανασχετοῦσε (ὅπως εἶχε γίνει στὸν Πελοποννησιακὸ πόλεμο μὲ τὴν Ἀθήνα, ποὺ θεώρησε ὅτι τὸ Δελφικὸ Μαντεῖο «λακωνίζει» ἤ, ἀργότερα, ὅτι «φιλιππίζει»). «Ἀναμφίβολα, ἡ πολιτικὴ χρησιμοποίησι τῶν Μαντείων καὶ ἡ ὑποψία ὅτι πολλοὶ χρησμοὶ εὐνοοῦσαν τὴν μία ἢ τὴν ἄλλη δύναμι, εἶναι ἀπὸ τὶς κυριώτερες αἰτίες τῆς προοδευτικῆς δυσαρέσκειας καὶ δυσπιστίας τῶν Ἑλλήνων στὴν Μαντική». [R. Flaceliere, «Μάντεις καὶ Μαντεῖα στὴν Ἀρχαία Ἑλλάδα», 1968] Ὁ ἀλληλοκτόνος φανατισμὸς ὁδήγησε παράλληλα στὸ κατάντημα, νὰ πιστεύεται ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ «ἐξαγορασθῆ» τὸ Θεῖον μὲ βαρύτιμα ἀναθήματα στὸ Δελφικὸ Μαντεῖο (εἶχε λησμονηθῆ ὁ χρησμός, ὅτι ὁ θεὸς προτιμᾶ, «ἀντί τῶν βαρυτίμων θυσιῶν, αὐτὴν τοῦ Ἀγακλύτου, ποὺ ἔριξε στὸν βωμὸ λίγο ζυμαρικὸ με τὰ τρία του δάκτυλα»!). Ἐθεωρεῖτο μάλιστα «παρασπονδία» τοῦ θεοῦ, ὅταν ὁ χρησμὸς δὲν ἦταν εὐνοϊκός! Ἀλλὰ καὶ τὰ ἴδια τὰ ἀναθήματα, μὲ ἐπιγραφὲς ἐντροπῆς (τῆς μίας πόλεως ἐναντίον τῆς ἄλλης), εὐτέλιζαν τὸν ἱερὸ δελφικὸ χῶρο [Πλούταρχος, «Περὶ τοῦ μὴ χρᾶν ἔμμετρα νῦν τὴν Πυθίαν», 401 C], ἐνῶ εἶχε ἀτονήσει ὁ παλαιὸς ἄγραφος νόμος, νὰ μὴν χρηστηριάζονται καθόλου οἱ Ἕλληνες ἐνόσω πολεμοῦν μεταξύ τους [Ξενοφών, «Ἑλληνικά», Γ 2, 22] - ὁ νόμος δηλαδὴ ἐκεῖνος, ποὺ τελικῶς ἐπιβίωσε μόνον γιὰ τὴν τέλεσι τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων.»

Οἱ Δελφοὶ ἤθελαν τὴν ἔνωσι τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἦταν δυνατὸν πρὶν ἡ πόλις-κράτος φθάσῃ στὰ ὅριά της.

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2008

Διχονοίας ἐγκώμιον (ἢ τὸ ἐλάττωμα ἑνὸς προτερήματος)

   Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἀπὸ τὸν τίτλο ὅλοι ὑπέθεσαν ὅτι ἀναφέρομαι στὴν τρέχουσα πολιτική. Ἀντιθέτως, ὅμως, ἀφήνω ἐπὶ τοῦ παρόντος τὴν ἐθνικὴ παρακμὴ καὶ σήψη τῶν ἡμερῶν (μετὰ τὸ Κοσσυφοπέδιο καὶ τὴν Κύπρο, ἡ Θράκη, ἡ Μακεδονία καὶ ἡ Ἤπειρος παίρνουν σειρά, ἐνῷ οἱ ἀποχαυνωμένοι ἑλληνέζοι ἀσχολοῦνται μὲ ρὸζ DVD, Λαζόπουλο καὶ Τσίπρα) καὶ ἀνατρέχω στὰ νάμματα τῆς κληρονομιᾶς τῶν προγόνων μας, αὐτὰ ποὺ μᾶς ἔθρεψαν καὶ μᾶς δίνουν δύναμι.

(Διάλογος τοῦ Γκαῖτε μὲ τοὺς μαθητές του:
«Δάσκαλε, τί νὰ διαβάσουμε γιὰ νὰ γίνουμε σοφοὶ ὅπως ἐσύ;»
«Τοὺς Ἕλληνες κλασσικούς.»
«Καὶ ὅταν τελειώσουμε τοὺς Ἕλληνες κλασσικοὺς τί νὰ διαβάσουμε;»
«Πάλι τοὺς Ἕλληνες κλασσικούς.»)

   Ἐρευνώντας τὸ ἀρχεῖο μου, εὐρῆκα ἕνα παλαιό, θαυμάσιο ἄρθρο ἐθνικῆς αὐτογνωσίας. Θέμα ἡ Διχόνοια. Ἡ αἰώνια κατάρα τοῦ Γένους μας. Γιατί «ἐγκώμιον», ὅμως; Ἂς δοῦμε τὶ λέγουν γιὰ τὴν διχόνοια καὶ τὸν ἐμφύλιο πόλεμο, ὁ Ἀνδρέας Κάλβος, ἡ ἑλληνολάτρις Γαλλὶς ἀκαδημαϊκὸς Ζακλὶν ντὲ Ρομιγύ, ὁ διδάκτωρ τῆς φιλοσοφίας Ν.Α. Καλογερόπουλος, ὁ ἀρχαιολόγος καὶ ἀκαδημαϊκὸς Χρῆστος Καροῦζος, ὁ ἱστορικὸς καὶ ἐθνολόγος Δημήτριος Δημόπουλος καὶ ὁ ἱστορικὸς καὶ φιλόλογος Σαράντος Καργάκος.

   Ἡ εἰκόνα ποὺ ἔπλασε ὁ Ἀνδρέας Κάλβος στέκει τρομακτικὴ στοὺς αἰώνες (Ὠδὴ Ἑβδόμη, «Τὸ Φάσμα»):

Μεγάλη, τρομερή,
μὲ᾿ τὰ πτερὰ ἁπλωμένα,
καθὼς ἀετὸς ἀκίνητος,
κρέμεται ῾ς τὸν ἀέρα
῾ψηλὰ ἡ Διχόνοια.

   Ἀλλὰ ἐὰν ὁ ποιητὴς συγκλονίζῃ τὴν ψυχή, χρέος τοῦ ἐπιστήμονος εἶναι ἡ λογικὴ ἀνάλυσις. Ὁ πρῶτος μπορεῖ νὰ ξυπνήσῃ τὴν βούλησι καὶ ὁ δεύτερος τὴν νόησι, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ἡ θεραπεία. Ἡ σκέψις τοῦ Ν.Α. Καλογερόπουλου εἶναι πρωτότυπη, καὶ ἡ ἐπιχειρηματολογία του στέρεα δομημένη. Προϋπόθεσις τῆς θεραπείας τῶν τραυμάτων καὶ τῆς προόδου εἶναι, μᾶς λέγει, ἡ αὐτογνωσία - ἐδῶ, ἡ ἐθνικὴ αὐτογνωσία. Γιατί λοιπὸν ἡ Διχόνοια; Ἡ Διχόνοια, εἶναι ὸ ἐλάττωμα ἑνὸς διχρονικοῦ ἐθνικοῦ προτερήματος! Παρακολουθῆστε τὸν ὀξυδερκὴ συλλογισμό. (Μὲ ὁρισμένες πολιτικῆς κρίσεις ἴσως δὲν θὰ συμφωνήσῃ ὁ ἀναγνώστης, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐκεῖ ἡ ούσία.)

   (Ὁ Ν.Α. Καλογερόπουλος εἶναι οἰκονομολόγος καὶ διδάκτωρ τῆς φιλοσοφίας. Ἀρθρογραφεῖ χρόνια στὸ ποιοτικὸ περιοδικὸ «Πολιτικὰ Θέματα». Ἔχει συγγράψει τὴν τρίτομη «Διαμόρφωσι τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Πνεύματος» (οἱ δύο πρῶτοι τόμοι, ἐκδοθέντες ἀπὸ τὰ «Π.Θ.», εἶναι δυσεύρετοι), κ.ἄ. βιβλία, ὅπως: «Ἡ πολιτικὴ σημασία τοῦ βλακὸς», «Μακιαβέλλι», «Η προπαγάνδα, μέσον βιασμού τῶν λαῶν», «Ἡ δημοκρατία». Εἶναι ἀπὸ τοὺς λόγους ποὺ ἔχει κάνει ἐφαρμόσιμες προτάσεις γιὰ τὴν ἀναμόρφωσι τοῦ πολιτεύματος, μὲ πρότυπο τὴν ἐλβετικὴ ἄμεση δημοκρατία.)

Φυλετικά ιδιώματα
Διχονοίας ἐγκώμιον
(περιοδικὸν «Πολιτικὰ Θέματα», 12 Ἰαν. 1996)

Τοῦ Ν.Α. Καλογερόπουλου

   Όταν ο Πρόεδρος Τζόνσον απέτρεψε την τουρκική πρόθεση εισβολής στην Κύπρο, ο Ινονού ερωτήθηκε πότε θα επαναλάβει την απόπειρα. «Όταν οι Έλληνες φαγωθούν μεταξύ τους» απήντησε με υπομονή, ως τέλειος γνώστης της περίεργης ψυχολογίας της φυλής. Μήπως δεν ήταν ο διχασμός μεταξύ Παλαιολόγων και Κατακουζηνών που έφερε τον Τούρκο στο έδαφος της Ευρώπης; Μήπως δεν ήταν ο διχασμός μεταξύ ενωτικών και ανθενωτικών με το Βατικανό που άφησε ανοιχτή την Κερκόπορτα; Μήπως δεν ήταν το μίσος μεταξύ Βενιζελικών και Αντιβενιζελικών που κατέστρεψε το προαιώνιον όνειρο του Έθνους μας; Μήπως...

   Αλλά τί να πρωτοθυμηθούμε! Είμαστε ο μόνος λαός του οποίου η πρώτη σελίς της Ιστορίας αρχίζει με την λέξη «Μήνις». Ο Αχιλλεύς, πρώτος Έλλην, έβλεπε τα ελληνικά πλοία να καίγονται με χαρά. Από εκδίκηση διότι του έκλεψαν το κορίτσι! Έτσι άρχισε και έτσι συνεχίζεται η γραπτή μας Ιστορία. Για να περάσει από το «ουκ εά με καθεύδειν το του Μιλτιάδου τρόπαιον», να φέρει τον Θεμιστοκλή στους Πέρσες και τον Αλκιβιάδη στην Σπάρτη. Για να φθάσει μέχρι την προθυμία παραδόσεως της βορείου Ελλάδος στους Σλάβους υπό τις ευλογίες ενός Φλωράκη, ενός Άρη Βελουχιώτη και ενός Μάρκου Βαφειάδη που, πολλοί, ακόμα τους θαυμάζουν!

   Ας αναφέρω τώρα τα αντίθετα περιστατικά άλλων λαών. Όταν, μετά την Ουγγρική Επανάσταση, εμίλησα σε πρόσφυγα Ουγγαρέζα φίλη μου κατά του καθεστώτος στην χώρα της, αυτή με απότομο ύφος μου είπε να μη ξαναμιλήσω, στη Γενεύη, κατά της πατρίδος της. Σε κάποια συνάντηση με τον Διευθυντή Πρωτοκόλλου του Καντονίου της Γενεύης, την εποχή που στην Τουρκία οργίαζε η δικτατορία, τον ερώτησα: «Πώς εσείς που είσαστε τόσο ενεργοί κατά της Χούντας [σ.σ. της 21ης Απριλίου], σήμερα δεν λέτε τίποτε;». Και ο αγαθός φίλος μού απήντησε; «Είδες κανέναν Τούρκο να γυρίζει την Ευρώπη για να μας ξεσηκώσει;». Ήταν η εποχή που οι διάφοροι λεγόμενοι «προοδευτικοί» αλώνιζαν εκ του ασφαλούς τα καφενεία της Ευρώπης κάνοντας «αντίσταση». Δηλαδή, προτρέποντας τους Ευρωπαίους να μην έρχονται ως τουρίστες στην Ελλάδα (για να πεινάσουν οι βιοπαλαισταί) και να μη στέλνουν όπλα στον ελληνικό στρατό (για να είναι σίγουροι οι εισβολείς). Την στιγμή που επί 7 χρόνια ουδεμία «αντίσταση» προεβλήθη στην Ελλάδα, μέσα στην γενική απάθεια του λαού όπως την έβλεπα κάθε χρόνο που ερχόμουν τα καλοκαίρια. Και όταν, ώ του θαύματος, η μόνη αντίσταση προεβλήθη από τον Κωνσταντίνο (όχι βέβαια... Καραμανλή, διότι αυτός εσιτίζετο σιωπηρός και ήσυχος στο Παρίσι) κανείς δεν έτρεξε στους δρόμους προς βοήθεια για να διώξει την Χούντα! Μάλιστα, θα ήσαν όλοι διατεθειμένοι να βοηθήσουν την Χούντα, αρκεί να μην την διώξει ο Κωνσταντίνος!

   Αλλά είναι πλέον γνωστό το θέμα και το θέαμα. Ο Έλλην, όταν δεν του αρέσει ο καπετάνιος σκέπτεται πώς θα βυθίσει το πλοίο. Εξ ου και η σκευωρία του αποκρυβέντος «φακέλλου της Κύπρου»! Αλλά τί πρέπει να πούμε γι' αυτό το κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα της φυλής; Όλοι το παραδέχονται αλλά και όλοι είναι πρόθυμοι να το υποθάλπουν. Όμως δεν έχουμε ακόμη δει καμίαν διδακτορική διατριβή κανενός «κοινωνιολόγου» να ασχολείται με αυτό το θέμα. Πού οφείλεται αυτό το μόνιμο και διαχρονικό φυλετικό φαινόμενο; Γιατί οι Έλληνες στην συνέχεια της Ιστορίας τους δεν μοιάζουν ως προς τα προτερήματα αλλά είναι τόσο πανομοιότυποι ως προς τα ελαττώματα; Γιατί οι Έλληνες ρέπουν προς την διχόνοια, τον φθόνο, το εμφύλιο μίσος και την αυτοκαταστροφή; Θα φθάσω τώρα να εξηγήσω τον τίτλο αυτού του άρθρου: διχονοίας εγκώμιον.

   Στην αγγλική είναι γνωστή η έκφραση «he has the defects of his qualities». Δηλαδή, έχει τα ελαττώματα των προτερημάτων του. Και πράγματι, υπάρχει μία και μόνη εξήγηση σε αυτό το ιδίωμα της φυλής. Είναι το ελάττωμα ενός προτερήματος! Και παραμένει ελάττωμα διότι κανείς δεν έχει κάνει την ψυχική ερμηνεία του φαινομένου. Κανείς δεν έχει επιχειρήσει να φέρει αυτήν την υποσυνείδητη ροπή στο φως της συνειδήσεως. Και όπως ξέρουμε, στην ψυχανάλυση, είναι αυτή η διαδικασία που συνιστά την ίαση.

   Η διχόνοια λοιπόν, αν είναι το άμεσο αίτιο της αυτοκαταστροφής, δεν είναι το μόνο. Το «κατεστράφημεν στην Μικρά Ασία από την διχόνοια» είναι μια τελείως επιφανειακή και επιπόλαιη ρήσις που δεν σημαίνει τίποτε. Στο βιβλίο μου «Η πολιτική σημασία του βλακός» δίνω την γνωσιολογική αιτιολόγηση των γνωστών (από τον Αριστοτέλη) «σοφισμάτων». Αναλύω τον μηχανισμό της ανθρώπινης διάνοιας που τα καθιστά τόσο συνήθη σε όλους μας. Ένα από αυτά, το έχω αποκαλέσει «το έσχατον ως μόνον» (βλ. σελ. 61). Είναι η τάσις της διάνοιας να θεωρεί το τελευταίον αίτιο μιας αλύσου αιτιωδών σχέσεων ως εάν ήταν το μοναδικό. Βέβαια, κανείς σοβαρός θεράπων της ιατρικής επιστήμης δεν θα πει ότι κάποιος απέθανε διότι «εσταμάτησε η καρδιά». Διότι ξέρει ότι όλοι θα τον ερωτήσουν «γιατί εσταμάτησε η καρδιά;» Έτσι και η Μικρασιατική καταστροφή κάθε άλλο παρά έχει ως αίτιο την διχόγοια. Διότι η διχόνοια είναι αποτέλεσμα πολλών άλλων ψυχικών αιτίων που προηγούνται. Αν αυτά δεν γίνουν γνωστά, ουδέποτε θα θεραπευθεί η διχόνοια ως ψυχικό νόσημα.

   Θα πούμε λοιπόν ότι η διχόνοια δεν είναι επακόλουθο παρθενογενέσεως. Σαν ψυχικό συναίσθημα χρειάζεται ομοειδές αίτιο που την προκαλεί. Και αυτό είναι ο Φθόνος. Αλλά εάν πούμε ότι ο φθόνος είναι το μόνον έσχατον αίτιον πάλι εμπίπτουμε σε σόφισμα. Πρέπει να βρούμε τα αίτια που προηγούνται του Φθόνου μέχρι δυνατής εξαντλήσεως! Διότι, αν δεν τα βρούμε εμβαθύνοντας στην ψυχολογική ανάλυση, δεν πρόκειται να θεραπεύσουμε ούτε τον φθόνο, ούτε την διχόνοια. Ο φθόνος γεννάται όταν ο άνθρωπος αναλογίζεται: «γιατί αυτός και όχι εγώ!». Και ο αναλογισμός αυτός προϋποθέτει κάποιο άλλο, πρότερο, ψυχολογικό αίτιο. Και αυτό, ακριβώς, είναι το συναίσθημα μιας απροσδιόριστης και θολής «ανωτερότητος». Τούτο, στην Ψυχολογία καλείται «σύμπλεγμα κατωτερότητος» (inferiority complex) αλλά είναι σαφές ότι δεν δημιουργείται τέτοιο σύμπλεγμα εάν ο πάσχων δεν έχει το απροσδιόριστο συναίσθημα της Ανωτερότητος. Ο Descartes είπε ορθώτατα ότι δεν θα ξέραμε το «πεπερασμένο» εάν προηγουμένως, δεν είχαμε επίγνωση του «απείρου». Ας εμμείνουμε λοιπόν στο σόφισμα ότι το έσχατον αίτιον της διχόνοιας είναι το συναίσθημα της ανωτερότητος. Έστω και αν ξέρουμε ότι διαπράττουμε το σφάλμα του «εντοπισμού της προσοχής» που εξηγώ διά μακρών ως θεμελιώδη γνωσιολογική λειτουργία στο ανωτέρω βιβλίο μου. Παραλείπουμε τα αίτια που οδηγούν στο συναίσθημα της ανωτερότητος, δηλαδή τον Εγωισμό που ανάγεται στο Ένστικτο της Αυτοσυντηρήσεως και το οποίο, σε τελευταίαν ανάλυση, θα αναχθεί στο Μεταφυσικό Ένστικτο. Η στάσις είναι μεθοδολογική διότι είναι πολύ μακρά (και εκτός του παρόντος θέματος) η ανάλυσις που εξηγεί πώς το Ένστικτο της Αυτοσυντηρήσεως (θεμελιώδης νόμος της Φύσεως) καταλήγει ακόμα και σε πράξεις αυτοκαταστροφής.

   Να λοιπόν η ερμηνεία του τίτλου «διχονοίας εγκώμιον». Η Διχόνοια, αποτέλεσμα του Φθόνου, που και αυτός είναι αποτέλεσμα του συναισθήματος Ανωτερότητος! Και να γιατί η Διχόνοια, έμφυτη τάση στον Έλληνα, είναι το «ελάττωμα ενός προτερήματος». Πώς τούτο είναι δυνατόν; Τούτο εδραιώνεται σε μιαν άλλη διαπίστωση που και αυτής η απαρχή οφείλεται στον διεισδυτικό νου του Αριστοτέλους. Δεν υπάρχει προτέρημα το οποίον, αν παραλείψουμε την Αρχή του Μηδέν Άγαν, δεν καταλήγει σε ελάττωμα. Η ανάγκη τροφής, στην εσχάτη συνέπεια, καταλήγει στην βουλιμία. Η ανάγκη έρωτος, στην ασέλγεια κ.ο.κ. Έτσι, το συναίσθημα Ανωτερότητος, ως μεγάλο προτέρημα, καταλήγει στον Φθόνο και από εκεί, στη Διχόνοια. Και αυτό το συναίσθημα της Ανωτερότητος, είναι το μεγάλο προτέρημα και, θα έλεγα, η ιδιορρυθμία της φυλής μας. Ενυπάρχει σε οποιονδήποτε, στον καλό και στον κακό, στον ευφυή και στον ηλίθιο, στον ικανό και στον ανίκανο. Και εδώ επέρχεται μία διαφοροποίησις ενεργειών. Στον ικανό και άξιο, αυτό το φοβερό «γιατί αυτός και όχι εγώ», αυτός ο Εγωισμός, αυτή η επίγνωση Ανωτερότητος, ως μεγάλο προτέρημα, οδηγεί σε πράξεις εξάρσεως και ηρωισμού.

   Έτσι εξηγείται πώς οι Έλληνες που έφθασαν ρακένδυτοι και πειναλέοι «λαντζέρηδες» στην Αμερική έχουν, από την δεύτερη κι' όλας γενεά, γεμίσει τα Πανεπιστήμια με εξοχότητες της Επιστήμης. Έτσι εξηγείται πώς οι Έλληνες διέπρεψαν στην διάρκεια της ζωής του Έθνους στην Τέχνη, στο Εμπόριο, στην Ναυτιλία. Όμως στον ανίκανο, όταν αυτός (εξ αιτίας μιας ανεδαφικής Παιδείας) αντιμετωπίζει αδυναμία εκφράσεως της Ανωτερότητος που αισθάνεται απροσδιόριστα ότι έχει, οδηγεί στον φθόνο, στο μίσος και στην διχόνοια. Αυτός θέλει να φτάσει αλλά ξέρει ότι δεν μπορεί. Ο Φθόνος και συνεπώς η Διχόνοια είναι έκφραση επιγνώσεως της ήττας στον αγώνα για την ζωή. Ίσως, σε τελευταίαν ανάλυση, ο όλος μηχανισμός είναι αποτέλεσμα της ελαττωματικής Παιδείας. Και εδώ παρεμβάλλεται ως αίτιο της Διχόνοιας (από την άπειρη άλυσο των σχέσεων) ένας άλλος φυσικός νόμος. Είναι η πληθώρα των «κακών» και η έμφυτη ροπή προς το κακόν. Διότι το κακόν διέπει την Φύση. Ο Μακιαβέλλι έχει πει την μεγάλη Αλήθεια ότι «ο άνθρωπος γίνεται καλός μόνον όταν τον εξαναγκάσεις προς τούτο». Και ο «εξαναγκασμός» αυτός είναι θέμα Παιδείας, σχολικής, οικογενειακής και κοινωνικής. Διότι το καλόν και η ηθική, δεν είναι νόμος της Φύσεως. Πουθενά στην Φύση δεν βλέπουμε να κυριαρχεί το καλό και η ηθική όπως τα νοεί ο άνθρωπος. Η ηθική είναι μόνο νόμος της ανθρώπινης κοινωνίας. Μόνον αν φέρουμε στο φως της συνειδήσεως τις υποσυνείδητες φυσικές λειτουργίες, θα μπορέσουμε κάποτε να ξερριζώσουμε την Διχόνοια ως στοιχείο της Φυλής και την τάση της αυτοκαταστροφής ως μοίρα της Ιστορίας του Έθνους. Αλλά αυτό είναι θέμα μιας αναγκαίας βαθύτατης τομής στην Ανασυγκρότηση της Παιδείας. Μιας Παιδείας που δεν θα είναι αποτέλεσμα μιμήσεως των ξένων. Αλλά θα είναι αποτέλεσμα μελετημένης προσαρμογής στις ιδιορρυθμίες της φυλής μας.

   Υπάρχει λοιπόν, κάτι το βαθέως «καλόν» στο ελάττωμα της Διχόνοιας η οποία μας καταστρέφει Γι' αυτό θέλησα να αρχίσω τον Νέο Χρόνο με αυτό το χαρμόσυνο μήνυμα! Κακόν μεν η Διχόνοια. Αλλά είναι το ελάττωμα ενός μεγάλου εθνικού προτερήματος!

---

   Εὔστοχον καὶ ὠφέλιμον!

   Στὸ ἐπόμενο θὰ συσχετίσουμε τὴν ἰδέα τοῦ Ν.Α. Καλογερόπουλου μὲ ἄλλες ἀναφορὲς τῆς Ζακλὶν ντὲ Ρομιγύ, τοῦ Χρῆστου Καρούζου, τοῦ Δημητρίου Δημοπούλου καὶ τοῦ Σαράντου Καργάκου.

Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2008

Τὸ παρακράτος τῶν «προοδευτικῶν»

   Παραθέτω ἐπιστολὴ μου πρὸς τὴν «Καθημερινὴ» καὶ τοὺς κ.κ. Μανδραβέλη καὶ Μπουκάλα, σχετικῶς μὲ τὰ ἐπεισόδια τοῦ περασμένου Σαββάτου (2 Φεβ.) Δὲν θὰ ἔμπαινα στὸν κόπο νὰ ἐπανέλθω, ἐὰν τὴν ὥρα ἀκριβῶς ποὺ ἔγραφα τὴν ἐπιστολὴ (βράδυ 5 Φεβ.) δὲν ἐπληροφορούμην ὅτι ἡ παρακρατικὴ ἑλληνόφοβη ἀκροαριστερά, μετὰ τοὺς ἐπαίνους τῶν κρατικῶν Ἀλαβανο- Τσιπραίων καὶ τοῦ διαπλεκομένου νεοταξικοῦ κατεστημένου, ἐπετύγχανε νέον «δημοκρατικὸν» ἄθλον, καταστρέφοντας γιά... δεκάτη φορὰ τὰ τελευταῖα τρία χρόνια τὸ βιβλιοπωλεῖο τοῦ κ. Γεωργιάδη! (Ἀφοῦ νωρίτερα ὁ κ. Γεωργιάδης εἶχε στοχοποιηθεῖ καὶ πάλι ἀπὸ τὸν θρασύτατο φυγόστρατο τηλε-κλόουν, ὁ ὁποῖος ἀθλίως ἐπεχείρησε νὰ τὸν συνδέσῃ μὲ τήν... Χρυσὴ Αὐγή.) (Καὶ ἐπέτυχαν οἱ σταλινικοὶ ἀναρχοτραμποῦκοι ἄθλον χωρίς... ἀπώλειες αὐτὴν τὴν φορά, μιά καὶ τὰ βιβλία, ἀντίθετα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἔχουν τὴν συνήθεια νὰ μὴν ἀμύνονται!) (Αυτὴ εἶναι ἡ ἄποψις, λοιπόν, τοῦ ἀριστεροῦ «προοδευτικοῦ» κατεστημένου περὶ δημοκρατίας, καὶ -νὰ τὸ πῶ καὶ αὐτό- δὲν εἶδα δυστυχῶς μπανεράκια καὶ κορδελίτσες στὰ φιλελεύθερα ἱστολόγια γιὰ τὴν νέα αὐτὴ ἀθλιότητα τῶν παρακρατικῶν ἀναρχοτραμπούκων. Γιατί; Διότι, δυστυχῶς, τὸ ἑλληνόφοβο «προοδευτικὸ» κατεστημένο εἶναι καί κράτος καί παρακράτος...)

Επεισόδια, καταστροφές και κρατική ολιγωρία

Κύριοι,

Γράφει ο κ. Μανδραβέλης, του κ. Μπουκάλα υπερθεματίζοντος , στο φύλλο της 5ης τρέχοντος: «Τα όργανα τάξης ενός κράτους δικαίου δεν επιλέγουν παρανόμους. Πατάσσουν την παρανομία. Αυτό που είναι αυτονόητο για οποιαδήποτε ευνομούμενη πολιτεία, δυστυχώς στην Ελλάδα χρήζει υπενθύμισης.»

Μήπως πρέπει, κύριοι, κάποιος να σάς υπενθυμίσει, ότι παράνομοι δεν είναι αυτοί που ασκούν το συνταγματικό δικαίωμα του συνέρχεσθαι, όπως κάθε χρόνο γίνεται ειρηνικώς στην συγκεκριμένη εκδήλωση για τα Ίμια, αλλά αυτοί που οργανώνουν αντισυγκεντρώσεις βίας και τρομοκρατίας, καλούντες σε συναγερμό, με ανακοινώσεις και προκηρύξεις, για να «τσακίσουν τους φασίστες»;

Μήπως πρέπει να ελεγχθούν οι αρχές, διότι όχι μόνον δεν απαγόρευσαν την προαναγγελθείσα τρομοκρατική αντισυγκέντρωση, αλλά και, όταν αυτή επιχειρήθηκε, δεν «πάταξαν», όπως λέγει ο κ. Μανδραβέλης, τους παρανόμους επιτιθέμενους με μολότοφ, ρόπαλα και μαχαίρια ακροαριστερούς, αλλά τους άφησαν να (ξανα)κάψουν την Αθήνα;

Μήπως πρέπει κάποιος να σάς υπενθυμίσει το αυτονόητο για οποιαδήποτε ευνομούμενη πολιτεία, ότι δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου και στην διοργάνωση δημοσίων εκδηλώσεων δεν έχουν μόνον οι υποστηρικτές του τουρκικού ή σκοπιανού σωβινισμού (το οποίο δικαίωμα ασκούν ελευθέρως), αλλά και όσοι έχουν απόψεις που δεν αρέσουν στον κ. Αλαβάνο;

Υ.Γ. Το κερασάκι της τούρτας, τέλος, στην θρασεία και ανεύθυνη επιδοκιμασία από την κρατική Αριστερά (ΣΥΡΙΖΑ) των παρακρατικών ακροαριστερών, είναι η απορία για την συνύπαρξη «δίπλα-δίπλα» αστυνομικών και χρυσαυγιτών. Μα αφού οι αστυνομικοί προστάτευαν (καθυστερημένα) τους τελευταίους από την επίθεση των ακροαριστερών, πού θέλατε να βρίσκονται, παρά δίπλα στους αμυνόμενους;

Υ.Γ.2 Ο κ. Μανδραβέλης αντιπαραβάλλει μάλιστα τα προ ημερών γεγονότα με την αντισυγκέντρωση του 1963 που είχε καταλήξει στην δολοφονία Λαμπράκη, αλλά, αγνοεί ότι αυτή την φορά την αντισυγκέντρωση έκαναν ακροαριστεροί! Τα δικά μου δικά μου και τα δικά σου δικά μου!

Υ.Γ.3 Ενώ ορθώς κατακρίνει ο κ. Μανδραβέλης την ανόητη θεωρία συνωμοσίας του ΠΑΣΟΚ περί κυβερνητικού σχεδίου αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης, δεν υποψιάζεται καν την τουλάχιστον πιθανότερη θεωρία συνωμοσίας, ότι το βαθύ κράτος του «εκσυγχρονιστικού» αφελληνισμού, θέλοντας να αναστείλει το Σύνταγμα και να ματαιώσει την εθνικιστική εκδήλωση (και κάθε μελλοντική εθνική πρωτοβουλία -έρχεται και Μακεδονικό...- από πατριώτες που... «όταν οι φασίστες διώκονται αυτοί σιωπούν διότι δεν είναι φασίστες»), χρησιμοποίησε τους ακροαριστερούς ως δικαιολογία της εισαγγελικής απαγορεύσεως. Και φυσικά άφησε ελευθέρους και τους εκατό προσαχθέντες στην Ασφάλεια ακροαριστερούς, αφού πρώτα τούς κέρασε καφεδάκι.

Υ.Γ.4 Τελευταίον αλλά όχι έσχατον: Μόλις αυτήν την στιγμή (βράδυ 5 Φεβ.) πληροφορούμαι ότι προ ολίγης ώρας το ασύδοτο ακροαριστερό παρακράτος, μετά τους επαίνους που απεκόμισε από το κομματικό και δημοσιογραφικό κατεστημένο, επέτυχε νέο... ανδραγάθημα ιδεολογικής πάλης και πολεμικής τόλμης: Είκοσι ακροαριστεροί τραμπούκοι, κατέστρεψαν για πολλοστή φορά το βιβλιοπωλείο του κ. Γεωργιάδη, ακινητοποιώντας την μία και μοναδική υπάλληλο. (Πάλι καλά που δεν υπήρχε και δεύτερη υπάλληλος, διότι μπορεί να έφευγαν και σήμερα κλαίγοντας ότι τούς έδειραν οι... φασίστριες και να ζητούσε ο κ. Αλαβάνος στρατιωτικό νόμο.)

Μετά τιμής,
[τὰ στοιχεῖα μου στὴν διάθεσι τῆς ἐφημερίδος]


Διαβᾶστε:
Ὑγρὸ Πῦρ
ΚΟΥΚΟΥΛΩΤΟΙ ΑΚΡΟΑΡΙΣΤΕΡΟΙ ΤΡΑΜΠΟΥΚΟΙ ΑΝΑΡΧΟΝΑΖΙ ΦΑΣΙΣΤΟΕΙΔΗ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΟΥΝ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ ΓΙΑ 10η ΦΟΡΑ ΜΕΣΑ ΣΕ 3 ΧΡΟΝΙΑ!!!
Hellenic Revenge
ΚΟΥΚΟΥΛΟΦΟΡΟΙ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΟΥΝ ΓΙΑ ΠΟΛΛΟΣΤΗ ΦΟΡΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ
Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΠΑΠΑΓΑΛΩΝ ΠΛΗΝ ΕΝΟΣ... ΚΟΥΙΚ
Ρεσάλτο
Μια αξιόλογη ανάλυση για τους επιδοτούμενους Αμερικανοτσολιάδες
ΑΝΤΙΦΑ - ΤΑ ΝΕΑ ΤΑΓΜΑΤΑ ΕΦΟΔΟΥ;
Ο Τέρενς Κουίκ και ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ των ψευτοαναρχικών
«Πιστεύω ότι σε αυτή τη χώρα υπάρχει μια ιδιόμορφη κατάσταση. Από τη μια καταδικάζεται (και καλώς γίνεται έτσι) η βίαιη δράση μερικών ακροδεξιών κωλόπαιδων (θυμάτων εντέλει των παρενεργειών του καπιταλισμού), από την άλλη όμως θεωρείται ως... φυσιολογική η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΒΙΑΙΗ ΔΡΑΣΗ των "αναρχικών"... καλόπαιδων. Αυτών που έχουν δικαίωμα, με τη στήριξη μάλιστα του ΣΥΡΙΖΑ, 101 "μη" κυβερνητικών οργανώσεων, του 98% των δημοσιοκάφρων και του... εθνικού αρλεκίνου κυρίου (τσου ρε) Λάκη Λαζόπουλου να: - Καταλαμβάνουν πανεπιστήμια αφήνοντας πίσω τους ένα τοπίο βομβαρδισμένο - Καίνε βιβλιοπωλεία, σπάνε προθήκες καταστημάτων, καταστρέφουν, λεηλατούν, ισοπεδώνουν - Στέλνουν στο νοσοκομείο οποιονδήποτε δεν είναι αρεστός στις ανθελληνικές ΝΕΟΦΑΣΙΣΤΙΚΕΣ διεστραμμένες αντιλήψεις τους - Βυσοδομούν κατά πάντων, ακόμη κι αυτής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (βλ. αφίσες κατά Χριστόδουλου) - Επιτίθενται κατά χωριών, των οποίων οι κάτοικοι κατηγορούνται ΣΥΛΛΗΒΔΗΝ ως σεξιστές και βιαστές - Τρομοκρατούν: φοιτητές, πρυτάνεις, πολιτικούς κ.ο.κ. και η λίστα δεν έχει τελειωμό. Αναρωτιέμαι: η βία έχει χρώμα; Αν όχι, γιατί δεν ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΤΗΚΕ απ' όλα τα πολιτικά κόμματα, οργανώσεις της ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ (υποστηρίκτριας κατά τ' άλλα της ελευθερίας του λόγου) και κανάλια η ΦΑΣΙΣΤΙΚΗ, ΝΕΟΝΑΖΙΣΤΙΚΗ επίθεση των ακροαριστερών-ψευτοαναρχικών κουκουλοφόρων ΑΛΗΤΩΝ κατά του βιβλιοπωλείου Γεωργιάδης; (10η κατά σειρά). Μήπως τελικά σ' αυτή τη χώρα υπάρχει μια ιδιόμορφη ασυλία των ψευτοαναρχικών ΦΑΣΙΣΤΩΝ;»
Μεγκουλίνα
Ο σκοτεινός κόσμος των Indymedia (IMC)
Παρατηρητήριο του Ελσίνκι: το σταυροδρόμι της κατασκοπείας
Ελεύθερος Κόσμος
ΠΑΡΑΚΡΑΤΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΕΘΝΙΚΙΣΤΩΝ
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΜΝΗΜΗΣ
ΟΤΑΝ ΤΟ ΘΡΑΣΟΣ ΠΕΡΙΣΣΕΥΕΙ!
ΠΟΙΑ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΑ ΚΗΔΕΜΟΝΙΑ;
Επίσης:
ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ ΚΑΙ (Τ)ΣΥΡΙΖΑ ΧΕΡΙ-ΧΕΡΙ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΚΔΗΛΩΣΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΙΜΙΑ
ΣΥΡΙΖΑ:ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΝΑΡΧΙΚΟΥΣ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΝΑ ΣΩΜΑ
Ίμια - Τιμή και Μνήμη - οι εθνικιστές αντιστέκονται γενναία στο παρακράτος της ακροαριστεράς
Οι Εθνικιστές φύλαξαν Θερμοπύλες
Η Χρυσή Αυγή απαντά
Αισχρότητες Κουκουλωτών, Γελοιότητες Δημοσιογραφίσκων, Σαθρότητες Ψευτοπροοδευτικών, Υποκρισίες Πολιτικάντηδων…
Η χούντα της παρακρατικής Αριστεράς και η υποκρισία του διαπλεκόμενου «προοδευτικού» κατεστημένου στην σύγχρονη «δημοκρατική» Ελλάδα
Σχόλια εντίμων αριστερών:
Όταν ήμουνα παιδί, τις ΑΝΤΙΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΙΣ τις διοργάνωναν...
O MacManus γράφει...