«Tὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική· τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου. Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου.» (Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἄξιον ἐστί»)

Σελίδες Πατριδογνωσίας - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό

Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

Γιὰ τὰ Ἠλύσια Πεδία μὲ ἕνα εὐχαριστῶ στὴν Ἑλλάδα...

Ἀγόρασα πρὸ ὁλίγων ἡμερῶν καὶ διάβασα τὸ τελευταῖο βιβλίο τῆς Ζακλὶν ντὲ Ρομιγύ. Σὲ 152 σελίδες, μιὰ τελευταία κατάθεσις ψυχῆς τῆς μεγάλης ἑλληνίστριας γι᾿ αὐτὰ στὰ ὁποῖα ἀφιέρωσε τὴν ζωή της, μιὰ τελευταία προσφορὰ σὲ ὅλους μας.

Jacqueline de Romilly (26 Μαρτ. 1913 - 18 Δεκ. 2010)

Ἡ Ζακλὶν ντὲ Ρομιγὺ ἔφυγε ἐχθὲς Σάββατο γιὰ τὰ Ἠλύσια Πεδία, ἔχοντας γράψει τὴν τελευταία λέξι γιὰ τοὺς Ἕλληνες καὶ τὴν Ελλάδα ποὺ ἀγάπησε: εὐχαριστῶ.

Ἐμεῖς εὐχαριστοῦμε, Ζακλίν!

Παραθέτω ἀπὸ τὸ ὡραῖο αὐτὸ βιβλιαράκι τὰ περιεχόμενα, τὴν εἰσαγωγὴ καὶ τὸ συμπέρασμα.

Ζακλὶν ντὲ Ρομιγύ, «Τὸ ἀνθρώπινο μεγαλεῖο στὸν αἰῶνα τοῦ Περικλῆ», ἐκδ. Ὠκεανίδα, Ἀθήνα 2010
(Jacqueline de Romilly, «La grandeur de l’homme au siècle de Périclès», éditions de Fallois, Paris 2010)


* * *

Περιεχόμενα

Εἰσαγωγή

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ: ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΕΡΓΑ
Α'. Οἱ κατακτήσεις τοῦ πολιτισμοῦ
Β'. Θουκυδίδης, «ἕνα παντοτινὸ ἀπόκτημα» (κτῆμα ἐς ἀεί): Οἱ δυνατότητες τῆς εὐφυΐας καὶ τῆς λογικῆς
Γ'. Ἡ ἠθική

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: Ο ΤΡΑΓΙΚΟΣ ΗΡΩΑΣ
Δ'. Ἡ τραγικὴ μοῖρα τοῦ ἥρωα
Ε'. Τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἐκμηδενισμένου ἥρωα
ΣΤ'. Ἀντιμετωπίζοντας τὸν ἥρωα, μιὰ νέα ἠθική

Συμπέρασμα
Σημειώσεις

* * *

Εἰσαγωγή (σελ. 11-15)

Κάθε χρόνο χιλιάδες νέοι πηγαίνουν στὴν Ἑλλάδα χωρίς νὰ γνωρίζουν τίποτε γιὰ τὸ παρελθόν της. Βρίσκουν ἐλκυστικὰ τὰ τοπία, τὴ θάλασσα καὶ τὸ κλίμα καὶ θέλουν ἁπλῶς νὰ γνωρίσουν ἀπὸ κοντὰ αὐτὴ τὴν τόσο ξακουστὴ χώρα. Ἂς φανταστοῦμε, ἂν δὲν ἔχετε ἀντίρρηση, δύο τέτοιους νεαροὺς τουρίστες. Ἔχουν κάποια παιδεία, σύγχρονη καὶ ἐπὶ τεχνικῶν θεμάτων, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἡ σημερινὴ παιδεία, δὲν ἔχουν ὅμως ἄμεση σχέση μὲ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία. Ἔχουν τὰ μάτια τους ὀρθάνοιχτα, ἕτοιμοι νὰ μαγευτοῦν ἀπὸ καθετί. Τόσα σπουδαῖα μέρη, τόσο πολλὰ ἱερὰ ποὺ μπορεῖ νὰ ἐπισκεφθεῖ κανείς, σὲ τοποθεσίες ποὺ τὸ ὄνομά τους εἶναι διάσημο, ὅπως ἡ Ὀλυμπία καὶ οἱ Δελφοί, ἀλλὰ καὶ τόσες ἄλλες.

Μέσα στὸν ἐνθουσιασμό τους λένε ὁ ἕνας στὸν ἄλλον:

«Πόσα αγάλματα! Πόσο πολλοὶ ναοί! Κι ὅλοι τους περίτεχνα χτισμένοι μ᾿ αὐτὸ τὸ ὄμορφο μάρμαρο ποὺ λάμπει ἀψηφώντας τὸν χρόνο! Καμμιὰ ἄλλη χώρα δὲν κατάφερε κάτι τέτοιο. Δὲν σκέφτεσαι κι ἐσὺ ὅτι σ᾿ αὐτὴ τὴν προσπάθεια, σ᾿ αὐτὰ τὰ ἔξοδα -στὸ νὰ ἐπιζητοῦν τὴν τέχνη, τὴν ἀέναη διάρκεια καὶ τὸ κάλλος- ἐμπεριέχεται μιὰ ξεχωριστὴ ἐπιθυμία νὰ ἀφήσουν τὴ σφραγίδα τους καὶ νὰ δείξουν στὶς ἐπερχόμενες γενιές πόσο ὑπέροχος μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ ἄνθρωπος; Καὶ οἱ Ἕλληνες θέλησαν νὰ ἀφήσουν αὐτὰ τὰ ἴχνη σχεδὸν παντοῦ. Ὑπάρχουν ἑλληνικοὶ ναοὶ στὴν Ἰσπανία, τὴ Σικελία, τὴ Βόρειο Αφρική καὶ τὴ Μικρὰ Ἀσία, ἀκόμη καὶ στὴν Κεντρικὴ Ἀσία. Μοῦ ᾿χουν πεῖ ὅτι ἀνακαλύφθηκαν Γυμνάσια καὶ ἑλληνικὰ κτήρια μέχρι καὶ στὴν Ἰνδία. Τέτοια αὐτοπεποίθηση ἢ, μᾶλλον, τέτοια πίστη στὸ μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου! Γιὰ νὰ κατασκευάσουν τοὺς ναούς τους, ὑπολόγιζαν καὶ τὴν παραμικρὴ λεπτομέρεια, τὴν ἀπόσταση ἀνάμεσα στὶς κολόνες καὶ τὴν ἔνταση τῶν κιόνων, προκειμένου νὰ διορθώσουν τὶς παραμορφώσεις ἐξαιτίας τῆς προοπτικῆς καὶ νὰ διατηρήσουν μιὰ συνολικὴ ἁρμονία. Ὅλα αὐτὰ ἐπέζησαν ἀπὸ τὶς ἐπιδρομές, τὶς πυρκαγιὲς καὶ τοὺς σεισμούς, καὶ σήμερα προκαλοῦν ἀκόμη τὸν θαυμασμό μας».

Κι ὁ ἄλλος τότε ὑπερθεματίζει:

«Σκέψου τὶς ἐπιγραφές, ἐπίσης. Ἐκεῖνες τὶς τεράστιες ἐπιγραφές ποὺ εἶναι σκαλισμένες μὲ μεγαλοπρέπεια στὴν πέτρα, μὲ ὄμορφα κεφαλαῖα γράμματα. Ὑπάρχει ἕνας μεγάλος ἀριθμὸς ἀπὸ αὐτές, ἀπ᾿ ὅ,τι λένε, ποὺ φυλάσσονται στὰ μουσεῖα σε ὁλόκληρο τὸν κόσμο, ἀκόμη καὶ στὴν Ἀσία ἀλλα καὶ τὴν Ἀφρική. Δὲν εἶναι κι αὐτὴ ἡ σφραγίδα ἑνὸς λαοῦ ποὺ θέλει νὰ νικήσει τὴ λήθη καὶ νὰ κάνει τὴν ἀνάμνησή του νὰ διαρκέσει; Καὶ τὰ ἀγάλματα τῶν νεαρῶν ἀθλητῶν -νέοι εὐθυτενεῖς, περήφανοι, ἕτοιμοι νὰ κινηθοῦν μὲ ὁρμή- τὰ ὁποῖα ὀνομάζονται Κοῦροι. Ὅπως, ἐπίσης, κι ἐκεῖνες οἱ γυναικεῖες μορφὲς στὸ Μουσεῖο τῆς Ἀκρόπολης, μὲ τὰ οὐδέτερα χαρακτηριστικά, μὲ μιὰ μοναδικὴ ὀμορφιὰ ὅμως, ποὺ ὅλες ἔχουν τὴ δική τους χάρη, τὴ γοητεία τους, τὸ παράστημά τους, ἀλλὰ καὶ μιὰ διακριτικὰ αἰδὼ ἡ καθεμιά. Ἐξακολουθοῦν νὰ μᾶς καθηλώνουν μὲ τὴν παρουσία τους. Καὶ ὅλες ἐκεῖνες οἱ ἀναπαραστάσεις τῶν θεῶν ποὺ μᾶς μαγεύουν! Ἔχουν τόση ἡρεμία καὶ τέτοια γοητεία. Εἶναι ἄνθρωποι, ὅμως! Ἁπλῶς ἄνθρωποι, ἐκπληκτικὰ ὄμορφοι, σὰν τὸν Ἀπόλλωνα ἀπὸ τὸ ἀέτωμα τῆς Ὀλυμπίας, ὅπου ἀναπαριστᾶται ἡ μάχη μεταξὺ τῶν Κενταύρων καὶ τῶν Λαπιθῶν. Καταμεσῶς αὐτῶν τῶν ἄγριων καὶ βίαιων ὄντων ὑψώνεται ἡ ἐκπληκτικὰ γαλήνια καὶ αὐταρχικὴ μορφή, ἐντελῶς ἀνθρώπινη ὡστόσο, τοῦ θεοῦ Ἀπόλλωνα, μὲ τὸ δεξί του χέρι τεντωμένο μπροστὰ σὲ μιὰ εἰρηνική κίνηση.

»Αθηνᾶ, Δίας, Ἀπόλλων... Οἱ Ἕλληνες θεοὶ δὲν ἔχουν κανένα ἄλλο χαρακτηριστικὸ πέραν τοῦ κάλλους καὶ τῆς γοητείας τους, ποὺ εἶναι ὅμως ἐντελῶς ἀνθρώπινα. Καμμία σχέση μὲ τὸν ἐξεζητημένο συμβολισμὸ τῶν θεῶν τῶς Αἰγύπτου ἢ τῆς Ἀγκόρ... Δὲν ἴσχυε πάντοτε αὐτό, καὶ στὶς ἀπαρχὲς τῆς ἑλληνικῆς θρησκείας ὑπῆρχε πλῆθος ἀπὸ διάφορους τρομεροὺς δαίμονες, μὲ ἀκραῖες ἀνατομικὲς ἰδιαιτερότητες, οἱ ὁποῖοι μάχονταν ἀδιάκοπα ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Αὐτὸ ποὺ ἄλλαξε τὰ πάντα ἦταν ἡ ἔλευση τῶν ὀλύμπιων θεῶν καὶ ὁ θρίαμβός τους στὶς δυνάμεις αὐτὲς τοῦ σκότους. Ναί, ὅλα ἐτοῦτα μοῦ γεννοῦν τὴν ἀνάγκη νὰ ἀνακαλύψω ἐκεῖνα τὰ κείμενα τῆς κλασικᾶς Ἑλλάδας, ποὺ γνώριζαν καλὰ οἱ γονεῖς μας καὶ τόσες γενιὲς πρὶν ἀπ᾿ αὐτούς. Σίγουρα θὰ ἔκαναν ξεκάθαρο τὸ αἴσθημα τῆς πίστης στὸν ἄνθρωπο ποὺ ἐμεῖς νιώθουμε ἐδῶ ...».

Δὲν θὰ ἀκούσουμε ἄλλο τοὺς δύο νεαρούς, ἀφοῦ οἱ σελίδες ποὺ ἀκολουθοῦν προσπαθοῦν, ὁμολογουμένως, μονάχα νὰ ἀποδώσουν τὸ αἴσθημα πίστης ποὺ ἐνυπάρχει στὰ δημιουργήματα τῆς Ἀθήνας, αὐτὸ ποὺ ἐνίοτε καταλαμβάνει τὸν ἐπισκέπτη τῆς Ἑλλάδας καὶ προκαλεῖ τὸν θαυμασμὸ σὲ κάθε ἀναγνώστη τοῦ Ὁμήρου καὶ τῶν Τραγικῶν, καθὼς μάλιστα αὐτὰ τὰ ἔργα γράφτηκαν σὲ περιόδους πολέμων καὶ ἀπόγνωσης, φέρνοντας στὸν νοῦ τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς μεγάλα βάσανα παρὰ ἐπιτυχίες. Ἴσως ἔτσι μπορέσουμε νὰ κάνουμε κατανοητὸ τὸ ζήτημα τοῦ ἀνθρώπινου μεγαλείου στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα.

Αὐτὸ τὸ μικρὸ βιβλίο ὑπαγορεύτηκε σὲ μιὰ γραμματέα ἡ ὁποία δὲν γνώριζε ἑλληνικά. Ἀρκετοὶ φίλοι ἀσχολήθηκαν, προκειμένου νὰ βελτιωθεῖ ἡ μορφή του, καὶ ἰδίως ἡ κυρία Simina Noica, τῆς ὁποίας τὸ ὄνομα εἶναι γνωστὸ στοὺς ἀναγνῶστες μου. Τὸ ἔργο τῆς ἐπιμέλειας ὁλοκληρώθηκε μὲ γρήγορο ρυθμὸ καὶ ἀπόλυτη σαφήνεια ἀπὸ τὴν παλιά μου μαθήτρια, καθηγήτρια Ἑλληνικῶν στὴν École Normale Supérieure, κυρία Monique Trédé. Στὸ σημεῖο αὐτὸ θέλω νὰ ἐκφράσω καὶ στὶς δύο τὴ μεγάλη μου εὐγνωμοσύνη.

* * *

Συμπέρασμα (σελ. 141-146)

Ἡ ἐξέταση τοῦ θέματος ποὺ προηγήθηκε εἶναι προφανῶς ἡμιτελὴς σὲ μεγάλο βαθμό, δὲν ἀγνοεῖ μὲν τοὺς σημαντικοὺς συγγραφεῖς τοῦ πεζοῦ λόγου ἢ τῆς ποίησης τοῦ 5ου αἰῶνα π.Χ., ὅμως δὲν τοὺς λαμβάνει ὅλους ὑπόψη καὶ δὲν ἐκτείνεται πέρα ἀπὸ αὐτούς. Δὲν κάνει λόγο οὔτε γιὰ τὸν Σωκράτη οὔτε γιὰ τὸν Πλάτωνα, τόσο σημαντικούς, ὡστόσο, γιὰ τὴ συμβολή τους στὸ ἔργο τῆς ἀφαίρεσης τῶν περιττῶν στοιχείων ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ θρησκεία, μὲ τὸν ὁρισμὸ τοῦ προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου σὰν «ἐξομοίωση μὲ τὸν Θεό» [«ὁμοίωσις θεῷ»: Πλάτων, «Θεαίτητος», 176 B]. Δὲν γίνεται λόγος οὔτε γιὰ τὴ γόνιμη ἐξέλιξη ποὺ περίμενε αὐτὴ τὴν ἠθικὴ τῆς ἀλληλεγγύης, τῆς ἐπιείκειας καὶ τῆς συγγνώμης, ποὺ θὰ ἀναπτυχθεῖ τόσο ὄμορφα στὸ ἔργο τοῦ Μενάνδρου καὶ ἀργότερα τοῦ Τερεντίου -ἠθικὴ ἡ ὁποία στὴ συνέχεια βρίσκει τὴν ἀντανάκλασή της σὲ μιὰ ὁλόκληρη θεώρηση τοῦ χριστιανισμοῦ-, ἐνῶ δὲν ἐξετάζονται οὔτε τὰ ποικίλα φιλοσοφικὰ δόγματα τοῦ 4ου αἰῶνα καὶ τῶν ἑπόμενων αἰώνων, ἀποφασιστικῆς σημασίας γιὰ τὴν κατανόηση τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς θέσης ποὺ τοῦ ἀντιστοιχεῖ στὸν κόσμο. Μπορει νὰ εἰπωθεῖ, ὡστόσο, ὅτι μὲ τὴν ἀπευθείας μελέτη τῶν κειμένων ποὺ εἶχαν μεγάλη σημασία γιὰ ἐμένα προβάλλει μιὰ ἀρκετὰ ἐναργὴς ἰδέα τοῦ ἀνθρώπινου μεγαλείου, μπροστὰ στὸ ὁποῖο μένουν ἐκστατικοὶ οἱ δυὸ νεαροὶ ταξιδιῶτες στὴν ἀρχὴ τοῦ βιβλίου.

Πράγματι, ἂν αὐτὸ τὸ ξεσήκωμα τὸ γεμάτο ζέση καὶ ὑπερηφάνεια εἶναι αἰσθητὸ ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ στὰ κείμενα, ὅπως ἐκεῖνοι τὸ ἔνιωσαν στὴν τέχνη, κατανοοῦμε καλύτερα ὅτι δὲν πρέπει ἐπ᾿ οὐδενὶ νὰ θεωροῦμε τοὺς Ἕλληνες τῆς ἀρχαίας Ἀθήνας αἰθεροβάμονες ποὺ πίστευαν πὼς τὰ πάντα πάνε κατ᾿ εὐχὴν καὶ θεωροῦσαν τοὺς ἑαυτούς τους εὐτυχεῖς. Ἀφοῦ ἡ ἐντύπωση αὐτὴ τοῦ μεγαλείου, τὴν ὁποία ἔδιναν ἐκ πρώτης ὄψεως καὶ ποὺ γίνεται αἰσθητὴ ἐν κατακλείδι κάθε στιγμή, εἶναι στενὰ συνδεδεμένη -τὸ εἴδαμε, ἄλλωστε- μὲ τὴν ἰδέα μιᾶς ἐπώδυνης ζωῆς, ἡ ὁποία ἐπαπειλεῖται ταυτόχρονα ἀπὸ θεοὺς ποὺ δείχνουν ἄλλη προσήνεια μεταξύ τους καὶ ἄλλη ἀπέναντι στοὺς ἀνθρώπους, καὶ ἀπὸ κινδύνους ποὺ προκαλεῖ ἡ ἴδια ἡ φύση τους, ἀναίσχυντη, τυφλή, γεμάτη ἐγωισμὸ καὶ ἱκανὴ κάθε στιγμὴ νὰ χαλάσει τὰ πάντα. Ἡ λαμπερὴ ἀξία τῆς σκέψης τῆς Ἑλλάδας εἶναι ὅτι εἶχε τὴ φλογερὴ ἐπιθυμία νὰ χαλιναγωγήσει αὐτὴ τὴν κατάσταση, νὰ ἀφοσιωθεῖ σὲ ἕνα ἀνώτερο ἰδανικὸ τὸ ὁποῖο θὰ ἦταν κάτι ὄμορφο καὶ θὰ ἄντεχε στὸν χρόνο. Ἡ ἔννοια τοῦ ἀνθρώπινου μεγαλείου εἶναι ἕνας σκοπός, μία κατάκτηση, μία προσπάθεια ποὺ ἀνανεώνεται διαρκῶς καὶ στὴν ὁποία ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἀξίζει νὰ φέρει αὐτὸ τὸ ὄνομα πρέπει νὰ ἀφιερώσει ὅλες του τὶς δυνάμεις -ἐκεῖ βρίσκονται οἱ πιθανότητες ἐπιτυχίας, ὅπως εἴδαμε ὅτι ἔγινε μὲ τὴν Ἀθήνα ἐκείνη τὴ χρονικὴ στιγμή.

Ὁ ἀπόηχος τῆς ἐπιτυχίας αὐτῆς ἐξαπλώθηκε στοὺς αἰῶνες ποὺ ἀκολούθησαν καὶ διαπότισε τὴ λογοτεχνία πολλῶν χωρῶν.

Θά ᾿πρεπε νὰ προσθέσω ὅτι ἐδῶ παρέθεσα μεταφράσεις τῶν κειμένων. Ὡστόσο, τὸ ἐνδιαφέρον τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων γιὰ τὴ γλῶσσα ἔχει σημασία καὶ μάλιστα μεγάλη. Κι ἐδῶ ἀκόμη ὑπάρχει κάτι σὰν πρότυπο: δὲν γίνεται νὰ πιστέψεις στὸν ἄνθρωπο ἂν δὲν σέβεσαι τὴ γλῶσσα μὲ τὴν ὁποία ἐκφράζονται ἡ ἐπιθυμία του, ἡ πίστη του, ἡ ἀφοσίωσή του, μὲ δυὸ λόγια καθετὶ ποὺ εἶναι ἢ ποὺ θέλει νὰ εἶναι. Αὐτὸ τὸ μέλημα μπορεῖ νὰ συνάδει μὲ τὸ ζήτημα τοῦ μεγαλείου τοῦ ἀνθρώπου καὶ πρέπει νὰ προστεθεῖ στὴν τωρινή μου φροντίδα νὰ ὑπερασπιστῶ μιὰ τελευταία φορὰ τὶς ἰδέες μου.

Πραγματικά, εἶναι καιρὸς νὰ τὸ παραδεχτῶ, ἔχω γεράσει πολύ, εἶμαι πάνω ἀπὸ ἐνενήντα πέντε ἐτῶν καὶ ἔζησα κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιρροὴ αὐτῶν τῶν Ἑλλήνων συγγραφέων γιὰ τουλάχιστον ὀγδόντα χρόνια, ὁπότε πρέπει νὰ μιλήσω κι ἐγώ, μὲ τὴ σειρά μου, γιὰ ἐκείνη τὴ δύναμη καὶ τὸ φῶς, γιὰ ἐκείνη τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλπίδα ποὺ πάντοτε ἀντλοῦσα ἀπ᾿ αὐτούς. Κατάφερα νὰ μεταδώσω τὴν ὀμορφιὰ αὐτῶν τῶν κειμένων καί, στὸ τέλος τῆς ζωῆς μου, μὲ συγκινεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἀλλοτινοὺς μαθητές μου, τόσα χρόνια μετά, τὰ θυμοῦνται καὶ ἄντλησαν ἀπ᾿ αὐτὰ κάποιον ἐνθουσιασμό. Ὅμως πρέπει νὰ πῶ ἐπίσης ὅτι γιὰ ἐμένα εἶναι, φυσικά, ὀδυνηρὸ νὰ βλέπω σήμερα ὅτι ἐπικρατεῖ μιὰ τάση νὰ τὰ παραμελοῦν. Κάτι τέτοιο εἶναι ἰδιαίτερα σοβαρὸ ἐπειδὴ ζοῦμε σὲ μιὰ ταραγμένη ἐποχή, μαρτυρική, οἰκονομικῆς κρίσης καὶ -κατὰ συνέπεια- ἠθικῆς κρίσης. Μοῦ φαίνεται ὅτι καμμία ἐποχὴ δὲν εἶχε περισσότερη ἀνάγκη ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία, ἀπὸ τὸ ταλέντο ποὺ εἶχαν οἱ συγγραφεῖς νὰ ἐκφράζουν ἐκεῖνες τὶς ἰδέες, ὥστε νὰ μᾶς προσφέρουν αὐτὸ τὸ παράδειγμα ἐπιτυχίας καὶ νὰ μᾶς συγκινοᾶν μὲ ποικίλους τρόπους μὲ ὅλα τὰ θαυμαστὰ ποὺ ἀντιπροσωπεύει ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη, σὲ πεῖσμα τῶν δυσχερειῶν καὶ τῶν συμφορῶν. Δὲν ὑπολογίζουμε συνήθως ὅλα αὐτὰ ποὺ ἀποκομίζουμε ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως μέσω τῆς ἐπαφῆς μὲ ἐτοῦτα τὰ κείμενα, οὔτε τὴν ἀνανεωμένη πίστη ποὺ μᾶς ἐμφυσοῦν. Αὐτὸ ἰσχύει γιὰ ὅλα τὰ λογοτεχνικὰ ἔργα κι ἐτοῦτος ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς ρόλους τῆς λογοτεχνίας διαμέσου τῶν αἰώνων, ἐκτὸς ἴσως ἀπὸ τὸν Μεσαίωνα, καὶ ἐν πάση περιπτώσει ἐκτὸς ἀπὸ τὴν τωρινὴ ἐποχή. Ἔνιωσα, λοιπόν, ὅτι ἦταν ἕνα χρέος ἀναγνώρισης, ἔχοντας περάσει τὴ ζωή μου κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιρροὴ αὐτῶν τῶν κειμένων, νὰ κάνω μιὰ ὕστατη προσπάθεια νὰ μιλήσω γιὰ τὰ θαύματά τους καὶ νὰ εὐχηθῶ, στὴ δική μας ἐποχὴ τῶν ἐντάσεων, τῶν ἀμφιβολιῶν καὶ τῶν ἀπογοητεύσεων, νὰ στραφοῦμε στὴ μελέτη τῆς λογοτεχνίας καὶ τῆς γλώσσας, ποὺ δὲν εἶναι ἀνώφελες τέχνες, οὔτε ἀποβλέπουν μονάχα στὴν αἰσθητικὴ ἀπόλαυση. Κι ἀκόμη νὰ πῶ ὅτι, γιὰ νὰ προετοιμάσουμε τὸν αὐριανὸ ἄνθρωπο, εἶναι πολὺ πιὸ χρήσιμο ἀπὸ καθετὶ ἄλλο νὰ τοῦ μάθουμε νὰ διαβάζει τὰ κείμενα, τὰ σπουδαῖα κείμενα, καὶ νὰ γνωρίζει καλὰ τὶς στιγμὲς τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας ποὺ τόνωσαν τὸ ἠθικὸ καὶ ἦταν ὄμορφες, ὅσο τὰ ἀγάλματα ποὺ τόσο θαύμαζαν οἱ δύο νέοι στὴν ἀρχὴ τοῦ βιβλίου.

Δυσκολεύτηκα νὰ γράψω αὐτὸ τὸ βιβλίο: Δὲν βλέπω πιά, ἡ ἀκοή μου εἶναι πολὺ κακὴ καὶ ἡ μνήμη μου ἔχει διακυμάνσεις, ὡστόσο ἤθελα νὰ τὸ κάνω ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἔφτασα στὸ τέλος τῆς ζωῆς μου καὶ τὸ μήνυμα αὐτὸ μοῦ φαίνεται πολύτιμο καὶ σημαντικὸ περισσότερο ἀπὸ ποτέ. Δὲν ξέρω ἂν θὰ εἰσακουστῶ, μπορεῖ ἀπὸ κάποιους, τουλάχιστον ὅμως θὰ ἔχω προσπαθήσει καὶ εἶναι σὰν νὰ ἔγραψα τὴν τελευταία μου λέξη γιὰ νὰ πῶ εὐχαριστῶ.

Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

Ad astra per aspera: Ἕνα ρεαλιστικὸ πολιτικὸ ὅραμα γιὰ τὴν Ἑλλάδα τοῦ μέλλοντος

Μὲ πρωτοβουλία συλλόγων καὶ ἑνώσεων ἀστρονομίας: Συλλογὴ ὑπογραφῶν κατὰ τοῦ ἐξοβελισμοῦ τῆς ἀστρονομίας ἀπὸ τὸ Λύκειο

Τί συμβαίνει; Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ἱστορία μας (τὸ παρελθόν μας) ἐξοβελίζει καὶ τὸ μέλλον μας (τὰ ἄστρα) ἀπὸ τὸ σχολεῖο τὸ ὑπουργεῖο διὰ βίου ἀφελληνισμοῦ καὶ ἀποβλακώσεως;

Ἀντιδροῦν πολλοὶ στὰ φόρουμ τοῦ Διαδικτύου. Γράφουν πολλὰ καὶ ὡραῖα. Ἀρκετοὶ ἐξ αὐτῶν ἐπισημαίνουν καλοπροαιρέτως ὅτι ἡ ἀστρονομία μᾶς βοηθᾷ νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὶς προλήψεις τῆς ἀστρολογίας καὶ τοὺς τσαρλατάνους καὶ νὰ σκεπτόμαστε ὀρθολογικά. Σιγὰ τὸ πρᾶμα, λέω ἐγώ. Ἐὰν αὐτὸ μόνον νομίζετε ὅτι προσφέρει ἡ ἀστρονομία, φίλοι μου, τὸ παιχνίδι εἶναι ἤδη χαμένο. Λιγότερο ἐπικίνδυνος εἶναι ὁ κάθε ὀνειροπαρμένος ἢ θεομπαίκτης τηλεπλασιὲ ἀπὸ ὅσο περιοριστικὴ εἶναι ἡ πεζὴ αὐτὴ ἀντίληψις στὴν ὁποία μᾶς ἔχουν καθηλώσει. Ἡ ἀστρονομία, ὅμως, μᾶς μαθαίνει νὰ ὀνειρευόμαστε, νὰ πετοῦμε στὰ ἄστρα· τὸν γεωσκώληκα τῆς λάσπης τὸν κάνει ταξιδευτὴ τῶν ἄστρων καὶ τῶν γαλαξιῶν.

Δὲν θέλω τὴν ἀστρονομία γιὰ νὰ μπορῶ «νὰ σκέπτομαι ὀρθολογικά». Αὐτὸ τὸ κάνω καὶ χωρὶς τ᾿ ἀστέρια· μοῦ ἀρκεῖ ὁ «Economist». Ἀγαπῶ τ᾿ ἀστέρια ἐπειδὴ νοσταλγῶ τὴν οὐράνια καταγωγή μου· Γῆς παῖς εἰμι καὶ Οὐρανοῦ ἀστερόεντος, αὐτὰρ ἐμοὶ γένος οὐράνιον (Ὀρφικὸν ἀπόσπασμα 17).

Λουκᾶς Καβακόπουλος (συγγραφεὺς καὶ ἐπὶ χρόνια συνεργάτης τοῦ Παντελῆ Γιαννουλάκη στὸ «Strange») γράφει τὰ «Θέλω να ταξιδέψω στο Διάστημα!», «Πρέπει να φτιάξουμε Αποικίες στα Άστρα!», καί, παρόλο ποὺ σὲ ὁρισμένα σημεῖα διαφωνῶ μὲ τὶς ἀπόψεις του, μὲ αὐτὰ τὰ ἄρθρα μὲ συγκινεῖ.

Ὁ ποιητής, ἐπίσης, ἐκτὸς ἀπὸ καθηγητῆς ἀστροφυσικῆς τοῦ Πανεπιστημίου Πατρῶν, ἀλλὰ καὶ πολιτικός, Χρίστος Γούδης, ἕνας ἀπὸ τοὺς πλέον δραστήριους καὶ συναρπαστικοὺς διανοητὲς τοῦ καιροῦ μας, γράφει τοὺς «Ἐραστὲς τῶν ἄστρων» (ἐκδ. Λιβάνη, 2006), καὶ θέτει ξανὰ τὰ ἐρωτήματα γιὰ τὴν ἐπιστήμη καὶ τὴν ποίησι, τὸν ἄνθρωπο, τὰ ἄστρα, τὸ μέλλον μας.

Μιὰ ποὺ ἔχουμε αὔριο καὶ ἐκλογές, ἰδοὺ ἕνα ρεαλιστικὸ ὅραμα γιὰ τὴν Ἑλλάδα τοῦ μέλλοντος. Ποιός θὰ τὸ διατυπώσῃ καὶ θὰ τὸ κάνῃ πράξι; Μετὰ τοὺς μεγάλους ἀποικισμοὺς τῆς Μεσογείου τοῦ 10ου καὶ 8ου-7ου αἰῶνος π.Χ., μετὰ τὴν ἐπέκτασι τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος κατὰ τὰ ἑλληνιστικὰ καὶ βυζαντινὰ χρόνια, νὰ ἀποικίσουμε, τώρα, τὰ ἄστρα καὶ τοὺς γαλαξίες. Ad astra per aspera.

Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2010

Ἀπὸ ἀλλοῦ

Διαβάζω τὸ δίφυλλο τῆς «Καθημερινῆς» τῆς 29ης Ὀκτωβρίου 1940 (ἐμπεριέχεται ἀνατυπωμένο στὸ σημερινὸ φύλλο (24-10-2010) τῆς ἐφημερίδος). Μιὰ περίεργη αἴσθησις μὲ ἀνατριχιάζει· δὲν ξέρω γιατί. Καὶ ἔξαφνα τὸ συνειδητοποιῶ μὲ τρόμο: Δὲν πρόκειται ἁπλῶς γιὰ μιὰ ἄλλη ἐφημερίδα ποὺ περιέργως ἔχει τὸν ἴδιο τίτλο μὲ τὴν σημερινή· πρόκειται γιὰ μιὰ ἄλλη χώρα, ποὺ κατοικεῖται ἀπὸ ἄλλους ἀνθρώπους, ποὺ μιλοῦν μιὰ ἄλλη γλῶσσα.


70 μόλις χρόνια· οἱ πατεράδες καὶ οἱ παπποῦδες μας ἔχουν ζωντανὲς μνῆμες. Καὶ ὅμως. Αὐτὴ ἡ Ἑλλάδα πρέπει νὰ βρίσκεται σὲ ἕνα ἄλλο, παράλληλο σύμπαν· σὲ ἕνα σύμπαν τοῦ ὀνειρόκοσμου. Τὰ κείμενα, οἱ φωτογραφίες, ἡ γῆ καὶ τὰ κειμήλια, ἁπτά, ὑλικά· τὰ ὀνόματα, ἀκόμη κι οἱ ἄνθρωποι, πολλοὶ ἀκόμη, ζωντανοί. Δικά μας, δίπλα μας, οἰκεῖα· καὶ ξένα μαζί· ἀπὸ ἀλλοῦ. Ἀπὸ ἕναν κόσμο ποὺ κάποτε ἦταν ὁ δικός μας. Καὶ ξάφνου ἀπομακρύνεται, μὲς στὴν ἀχλὺ ποὺ πυκνώνει τοῦ μύθου, κι οἱ πύλες τοῦ παράλληλου αὐτοῦ σύμπαντος τῆς ὀνειροχώρας κλείνουν. Τὸ ΟΧΙ χάνεται, μέσα στοὺς θρύλους τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνος, τοῦ Εἰκοσιένα, καὶ τὴν ἀπόμακρη, ἀρχαία ἠχὼ ἀπὸ τοὺς παφλασμοὺς τῶν κουπιῶν στὰ κύματα τῆς Σαλαμῖνος καὶ τὴν κλαγγὴ τῶν ἀσπίδων καὶ τῶν δοράτων στὸν Μαραθῶνα...

«Αἱ ἰταλικαὶ στρατιωτικαὶ δυνάμεις προσβάλλουσιν ἀπὸ τῆς 05:30 ὥρας τῆς σήμερον τὰ ἡμέτερα τμήματα προκαλύψεως τῆς Ἑλληνοαλβανικῆς Μεθορίου. Αἱ ἡμέτεραι δυνάμεις ἀμύνονται τοῦ Πατρίου ἐδάφους.»

Ἀνατριχιάζω. Ὁ ἑλληνισμὸς ὅλος ἐγείρεται. Οἱ ψυχὲς φλέγονται.

Καὶ ἔξαφνα, μιὰ ἐνοχλητική, χυδαία φωνὴ μὲ ἐπαναφέρει στὸ βάρβαρο ἐδῶ: «Μαζὶ τὰ φάγαμε.»

Πόσο θὰ ἤθελα μιὰ μέρα νὰ ξυπνήσω σ᾿ ἐκεῖνο τὸ πρωϊνό!

Σάββατο, 9 Οκτωβρίου 2010

Αἱ ἀγγλικαὶ ἀνοσιουργίαι (ἤ, ἰδέες γιὰ τὸ ΔΝΤ)

Βλέποντας στὸ olympia.gr τὸ βίντεο μὲ τὸν καθηγητὴ τοῦ πανεπιστημίου Κρήτης Νότη Μαριᾶ νὰ ἰσχυρίζεται ὅτι, σύμφωνα με τοὺς ὅρους τοῦ μνημονίου, οἱ διεθνεῖς τοκογλύφοι μποροῦν, σὲ περίπτωσι μὴ συμμορφώσεως τῆς Ἑλλάδος νὰ κατασχέσουν ἀκόμη καὶ τὸν πολεμικὸ στόλο, ἀκόμη καὶ τὴν Ἀκρόπολι, ἔ, ἀνεφώνησα, καὶ ἡ ὑπερβολὴ ἔχει ὅρια!

Περιπλανώμενος ὅμως στὰ τεραμπάιτ τῶν σκληρῶν μου δίσκων, ἔπεσε στὴν προσοχή μου ἕνα καταπληκτικὸ κείμενο. Καὶ διεπίστωσα, ὅτι, μπορεῖ ἐνδεχομένως ὁ κ. Μαριᾶς νὰ ὑπερβάλλῃ, ἀλλὰ οἰ εὐγενεῖς προστάτες δὲν θὰ ἐδίσταζαν ὄχι μόνον τὴν Ἀκρόπολι -αὐτήν, ὡς γνωστόν, τὴν οἰκειοποιοῦνται καὶ χωρὶς νὰ χρωστοῦμε τίποτε· ἀρκεῖ ποὺ εἶναι «φιλότεχνοι» καὶ νοιάζονται γιὰ τὴν «πολιτιστικὴ κληρονομιὰ τῆς ἀνθρωπότητος»- ἀλλὰ καὶ τὸν στόλο νὰ κατασχέσουν. Γιὰ τὴν ἀκρίβεια, τὸ ἔχουν ἤδη κάνει.

ΑΙ ΑΓΓΛΙΚΑΙ ΑΝΟΣΙΟΥΡΓΙΑΙ

ὑπὸ Ἀλεξάνδρου Σούτσου
Ἐν Ἀθήναις, τύποις Νικολάου Ἀγγελίδου, 1850



Πρόκειται γιὰ ἕνα φλογερὸ κείμενο τοῦ Ἀλεξάνδρου Σούτσου, ὑψηλῆς ρητορικῆς, δριμὺ κατηγορῶ κατὰ τῶν Βρετανῶν, καταγγελία τῆς ὠμῆς ἐπεμβάσεώς τους στὴν Ἑλλάδα μὲ ἐντολὴ τοῦ ὑπουργοῦ ἐξωτερικῶν Λόρδου Πάλμερστον (ἀπαίτησις ἐξωφρενικῶν οἰκονομικῶν ἀποζημιώσεων, ναυτικὸς ἀποκλεισμός, ἁρπαγὴ τῶν ἑλληνικῶν δημοσίων καὶ ἰδιωτικῶν πλοίων). (Ἀφορμὴ τῆς ἐπεμβάσεως ἦταν οἱ ζημιὲς στὴν περιουσία τοῦ ἑβραίου, Βρετανοῦ πολίτου, Δαυὶδ Πατσίφικο, πραγματικὴ ὅμως ἐπιδίωξις ὁ «συνετισμὸς» τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ ἐγκατάλειψις τῆς μεγαλοϊδεατικῆς καὶ «φιλορωσικῆς» πολιτικῆς τοῦ βασιλέως Ὄθωνος. Τὰ γεγονότα ἔμειναν στὴν Ἱστορία ὡς «Παρκερικὰ» ἢ «ὑπόθεσις Πατσίφικο».)

Λοιπόν, ὄντως οἱ βρετανοὶ ἅρπαξαν καὶ τὰ ἑλληνικὰ πλοῖα, τὰ ἔδεσαν καὶ τὰ ἔσυραν νὰ τὰ δημοπρατήσουν στὴν Μάλτα.

Ἀλλὰ ἂς θαυμάσουμε τὸν λόγο τοῦ Σούτσου. Ρητορικὴ ὑψηλοῦ ἐπιπέδου. Ἑλληνικὰ μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς. Γλῶσσα, ἦθος, πάθος. Ἑλληνικὸς λόγος ποὺ δὲν ἀκούγεται σήμερα. Κατεβάστε καὶ διαβάσε ὁλόκληρο τὸ κείμενο ἀπὸ τὸ scribd· ἀξίζει πραγματικά. Δὲν μπορῶ ὅμως νὰ μὴν παραθέσω μερικὰ ἀποσπάσματα.

* * *

ΕΛΛΗΝΕΣ!

Τρέχουν οἱ ἅρπαγες Καρχηδόνιοι ὀπισθοδέσαντες τὰ πλοῖα τῆς Ἑλλάδος... τρέχουν, καὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν θάλασσαν ἐπιπλέει ὁ ἀφρὸς τοῦ κακουργήματός των...

Ἐν ὅσῳ σώζεται εἷς Ἕλλην, θέλει ἀναφέρει καὶ εἰς τὴν ἐσχάτην του γενεὰν τὴν ἐποχὴν αὐτὴν λέγων· «ὅταν οἱ Ἄγγλοι ἅρπασαν τὰ πλοῖα.»

[Τὸ βρετανικὸν ἀνοσιούργημα.]

Ἐλπίζαμεν ὅτι, ζητοῦντες αὐτοὶ ἕν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον διὰ τὸν Ἑβραῖόν των στερηθέντα εἰς Ἀθήνας τὰς δέκα μόνον δραχμὰς τῆς ζητείας του, ἤθελαν ἐπὶ τέλους διὰ δικαίας ἀφέσεως τῶν ἀπαιτήσεών των διαπραγματευθῆ γενναίως ὑπὲρ τοῦ ἔθνους ἀλλαγὴν συστήματος κυβερνητικοῦ [1]. Ἀλλ᾿ ὄχι· τὰ χρήματα τῆς πτωχῆς Ἑλλάδος ἤθελαν, καὶ τὰ χρήματα ἔλαβαν. Ὁ σωματέμπορος, μὴ δυνηθεὶς νὰ συλλάβῃ τὴν Ἑλλάδα, ἔδραξε μίαν ποδιὰν τοῦ φορέματός της καὶ εἰς τὴν Μελίτην [2] τρέχει νὰ τὴν δημοπρατήσῃ.

Ἑλλάς, ὀρθώσου ὅλη καὶ κατόπιν αὐτοῦ φεύγοντος ἔκτεινε βλέμμα μακρόν, βλέμμα μίσους ἑνὸς αἰῶνος!

[...]

Καὶ κατὰ πρῶτον ὁ Τουρκόφιλος ἅρπασε τὰ ἐθνικὰ πλοῖα, καὶ πρὸς ὄνειδος τῆς Ἑλλάδος τὰ ἐῤῥυμούλκησεν ἐνώπιον τοῦ Ἀνδρέου Μιαούλου στενάζοντος ἀπὸ τῆς σκοπιᾶς του.

Μετὰ ταῦτα αἱ λέμβοι του εἰς τοὺς λιμένας Πειραιῶς, Ὕδρας, Σπετσῶν, Ἑρμουπόλεως καὶ Πατρῶν ἔδεσαν τὰ πλοῖα τῶν ἰδιωτῶν, καὶ τὰ ἔσυραν ναυτῶν ἔρημα καθὼς οἱ νεκροθάπται ἀπάγουσι τοὺς ἀποθανόντας εἰς τὸ κοιμητήριον.

[Καὶ ἡ ἑλληνικὴ ἀπάντησις. Ἐδῶ σταματοῦν οἱ ὁμοιότητες τοῦ τότε μὲ τὸ σήμερα...]

Εἶπεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁ Λόρδος Παλμερστών· «Θέλω νὰ σὲ δικάζω, νὰ σὲ καταδικάζω, νὰ ἐπιβάλλω εἰς σὲ πρόστιμα καὶ νὰ μὲ ὑπείκῃς ὡς θεραπαινίς μου· καὶ ἰδοὺ ἐμπρός σου ὁ μεγαλήτερος στόλος τῆς οἰκουμένης· ὑπάκουσε.»

Ἀντεῖπεν εἰς τὸν Λόρδον Παλμερστῶνα ἡ Ἑλλάς· «Δὲν θέλω νὰ μὲ δικάζῃς, νὰ μὲ καταδικάζῃς, νὰ ἐπιβάλλῃς εἰς ἐμὲ πρόστιμα, ἐπειδὴ βασίλισσα εἶμαι ὡς ἡ Βρεττανία σου· ἰδοὺ ἔφερες ἐμπρός μου τὸν μεγαλήτερον στόλον τῆς οἰκουμένης· ἀπόκλεισέ με, βασάνισέ με καὶ καῦσέ με.»

Ὄχι, μὰ τὰς ἱερὰς ὑμῶν σκιάς, ὄχι· δὲν σᾶς καταισχύναμεν, Ῥήγα Φεραῖε, Διάκε καὶ Ἀλέξανδρε Ὑψηλάντα, πρωτομάρτυρες βασανισθέντες!

Ὦ ἐνθουσιασμοῦ καὶ θλίψεως ἡμέραι! δεκαεπτὰ ἡμέρας ἀποκλειόμενοι, ληστευόμενοι καὶ δεχόμενοι ἀπειλὰς ἀποβάσεων, σφαγῶν καὶ διαρπαγῶν, δὲν ἐκάμφθημεν οὔτε μίαν στιγμήν, ἀλλὰ τὸν δαυλὸν τῆς Ἀνατολῆς κρατοῦντες ἐπεριμείναμεν καὶ περιμένομεν...

Οἱ Ἕλληνες αἰσθάνθημεν σήμερον εἰς τὰς φλέβας ὁποῖον φλογερὸν αἷμα καὶ κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος. Οἱ κρυεροὶ δάκτυλοι τοῦ ναυάρχου Παρκέρου ἔγγισαν μόλις τὴν πτέρναν τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἡ Ἑλλὰς ἀναπηδήσασα ἔβλεψε πρὸς τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὴν Ἤπειρον.

Ὁ χαλκέντερος Βάνδαλος, κλείσας ἡμᾶς εἰς περίβολον ὡς τῆς Ἀφρικῆς ἀνδράποδα. ἤρχισε τὰς μαστιγώσεις του· ἀλλ᾿ αἱ μαστιγώσεις του, κτυπήσασαι μόνον τὸ ἔδαφος, ἀντανακλάσθησαν εἰς τὸ πρόσωπόν του.

Καὶ ὅταν ἅπλωσε χεῖρας εἰς τῆς Ἑλλάδος τὴν χλαμύδα, τὴν ὁποίαν ἐπὶ δεκαοκτὼ ἔτη αἱ ἀκτῖνες μόνον τοῦ ἡλίου εἶχαν ἐγγίσει, ἦχος σιδήρου ἀκούσθη ἀπὸ τὸν Ταΰγετον ἕως εἰς τὸν Ὄλυμπον.

Θάῤῥος, ὦ ἀδελφοὶ Ἕλληνες, θάῤῥος! Ὑπάρχει Θεὸς εἰς τὸν οὐρανόν. Ἡ γῆ δὲν ἀφέθη εἰς τὴν τυραννίαν, καθὼς ἡ θάλασσα εἰς τὴν Βρεττανίαν. [3]

[Ἡ Μεγάλη Ἰδέα]

Πολῖται τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος. ἀνδρίζεσθε! ὁ Βρεττανὸς θέλει μᾶς βιάσει νὰ γενῶμεν Ἀλέξανδροι Μακεδόνες κόπτοντες τὸν γόρδιον δεσμὸν τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος.

Εἴθε τρὶς εἴθε πάλιν ἡμεῖς οἱ σκοτεινοὶ νὰ λάμψωμεν ἀναλαμβάνοντες τὸν περὶ ὅλων ἀγῶνα, καὶ τὴν Ἑλλάδα μεταβάλλοντες ὅλην εἰς πολεμικὴν σκηνὴν μίαν, καὶ ἡμεῖς γενόμενοι ὅλοι στρατόπεδον ἕν! Εἴθε, ἀφίνοντες τὰς ἔριδας τῶν μικρῶν λόγων ν᾿ ἀναδεχθῶμεν τὴν πάλην τῶν μεγάλων ἔργων! Εἴθε, ἐφορευούσης καὶ Γαλλίας καὶ Αὐστρίας καὶ Γερμανίας ἁπάσης εἰς τὸν κατὰ Τούρκων πόλεμον ἡμῶν καὶ τῶν Ῥώσσων, ν᾿ ἀναστήσωμεν ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες τὴν εἰς Βυζάντιον ταφεῖσαν Ἑλληνικὴν Αὐτοκρατορίαν τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου! Εἴθε, ἀνακτήσαντες τὴν ἀπὸ Εὐρώτου μέχρις Ἴστρου μεγάλην Δυτικὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν ἀπὸ Νείλου μέχρις Εὐξείνου μεγάλην Ἀνατολικὴν Ἑλλάδα τῶν προγόνων ἡμῶν Αὐτοκρατόρων, νὰ ἐγείρωμεν τρισυπόσαστον Κράτος ἔχον τρεῖς Πρωτευούσας, τὰς Ἀθήνας Καθέδραν τῶν φώτων, τὴν Κωνσταντινούπολιν Καθέδραν τῆς κυβερνήσεως καὶ τὰ Ἱεροσόλυμα Καθέδραν τῆς θρησκείας!.. Εἰς μόνην τὴν ἰδέαν αὐτήν, ὦ Ἕλληνες, τὰ δάκρυα πλημμυροῦντα σκοτίζουσι τοὺς ὀφθαλμούς μου, ἡ χείρ μου παραλύεται καὶ πίπτει ὁ κάλαμος ἀπὸ τῶν δακτύλων μου!.. [4]

[Καὶ ὁ ἐπίλογος]

Ποῦ ἦσθε σεῖς οἱ Ἄγγλοι ὅταν ἡμεῖς μετὰ τοῦ Θεμιστοκλέους ὑπὲρ τοῦ φωτισμοῦ τῆς ἀνθρωπότητος ναυμαχοῦντες ἐστρέψαμεν ὀπίσω τὴν Ἀσίαν; [5]

Αἶσχος εἰς σέ, Παλμερστών, αἶσχος! Ἔπρεπε νὰ ἰδῇς κἂν ὅτι καὶ μετὰ τόσας πρὸς αὐτὴν ἀδικίας σου ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔπαυσε κρατοῦσα εἰς τὰς δύο χεῖράς της καὶ ἀσπαζομένη τὰς δύο λάρνακας τοῦ Βύρωνος καὶ τοῦ Ἅστιγγος.

Ἀδύνατον ἡ σοφὴ ὅλη Εὐρώπη νὰ μὴ δοξάσῃ τὸν Θεὸν διότι ἔθεσε τὰς θαλάσσας μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῆς λαομάχου κυβερνήσεώς σου. [6]

[...]

Θεὲ τῆς Ἑλλάδος, σῶσον ἀπὸ τοῦ Παλμερστῶνος καὶ τῶν Ἄγγλων του τὰς Ἀθήνας, τὰς ὁποίας ἐφείσθησαν ὁ Ἀλαρῖκος καὶ οἱ Γότθοι του!.. Ὁ Παρθενὼν τρέμει καὶ αὐτὸς μὴν ὁ Κελτὸς Πάρκερος τὸν δέσῃ καὶ εἰς τὴν Μελίτην τὸν μεταφέρῃ. [7]

* * *

Σημειώσεις:
[1] Ὁ φαναριώτης συγγραφεὺς Ἀλέξανδρος Σοῦτσος (Κωνσταντινούπολις 1803 - Ἀθῆναι 1868) ἦταν φιλελεύθερος, καὶ ἔγινε κατήγορος καὶ τοῦ Καποδιστρίου καὶ κατόπιν τοῦ Ὄθωνος. Ἐδῶ προφανῶς ἐκφράζει ἐλπίδαν ἀνατροπῆς τοῦ Ὄθωνος ὑπὸ τῶν Ἄγγλων. Αὐτός, ὁ ἔνθερμος πατριώτης καὶ μεγαλοϊδεάτης. Ὦ τῆς τραγικῆς ἀφελείας... Καὶ τοῦ διαφεύγει τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ Ἄγγλοι, τοὺς ὁποίους κατακεραυνώνει, ἀκριβῶς γιὰ νὰ τιμωρήσουν τὸν μεγαλοϊδεατισμὸ τοῦ Ὄθωνος καὶ τὴν «ρωσόφιλη» πολιτική του ἐπενέβησαν! (Καὶ τελικῶς τὸν ἀνέτρεψαν, ἀφοῦ δὲν εἶχαν καταφέρει νὰ τὸν φρονιματίσουν οὔτε μὲ τὸ σύνταγμα τοῦ 1843, οὔτε μὲ τοὺς ναυτικοὺς ἀποκλεισμούς.) Καὶ ὅμως, ὁ Σοῦτσος προτρέπει σὲ ἀγῶνα γιὰ τὴν Μεγάλη Ἰδέα, σὲ συμμαχία μὲ τὴν Ρωσία, καταριέται τοὺς Ἄγγλους, ἀλλὰ πολεμᾷ τὸν Ὄθωνα! Ὅπως εἶχε πολεμήσει τὸν «τύραννο» Καποδίστρια, τὸν ὁποῖον πάλι ὁ ἀγγλογαλλικὸς δάκτυλος ὑπονόμευσεν (ἐὰν δὲν δολοφόνησεν). Δυστυχισμένε μου λαέ, καλὲ καὶ ἠγαπημένε, πάντοτ᾿ εὐκολοπίστευτε καὶ πάντα προδωμένε!
[2] Μελίτη· ἡ Μάλτα.
[3] Ὡραῖον ρητορικὸν σχῆμα!
[4] Τί λόγος, ἦθος, πάθος! Νὰ ἀναστήσωμεν τὴν Ἑλληνικὴν Αὐτοκρατορίαν τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου! Ἀπὸ Εὐρώτου μέχρις Ἴστρου καὶ ἀπὸ ἀπὸ Νείλου μέχρις Εὐξείνου! Ὄχι μόνον τὴν Κωνσταντινούπολι, ἀλλὰ καὶ τὰ Ἱεροσόλυμα! Μειδιᾷς, ὦ φίλε ἀναγνώστα; Οὔτε ἐγὼ τὸ ἀπέφυγα πρὸς στιγμήν. Ἀλλὰ θὰ σὲ συμβούλευα, φίλε ἀναγνώστα, νὰ μὴν μειδιᾷς. Ἡ καθημαγμένη μικρὴ Ἑλλὰς τοῦ 1850, ὑπὸ σκληρὸ ναυτικὸ ἀποκλεισμό, μὴ οὔσα ἀκόμη βεβαία οὔτε κἂν γιὰ τὴν μελλοντικὴ ὕπαρξίν της, εἶχε τὸ σθένος νὰ ὀνειρεύεται τὴν Πόλι καὶ τὰ Ἱεροσόλυμα. Καὶ νὰ πολεμήσῃ. Καὶ ἂν δὲν κατάφερε, ἀκόμη, νὰ ἐλευθερώσῃ τὴν Πόλι, πάντως νὰ καταφέρῃ πολλὰ καὶ μεγάλα. Ἐσύ, φίλε ἀναγνώστα τῆς «ἰσχυρῆς Ἑλλάδος» σκύβεις τὸ κεφάλι καὶ δέχεσαι τὴν καρπαζιὰ τῆς τρόικας καὶ τοῦ ΔΝΤ καὶ τοῦ ὀθωμανοῦ σουλτάνου καὶ τῶν πρακτόρων τοῦ ἀφελληνισμοῦ καὶ τῆς προδοσίας. Λοιπόν, μὴν μειδιᾷς.
[5] Δὲν θὰ μποροῦσε νὰ λείπῃ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα ἀπὸ λόγον Ἕλληνος τῶν τελευταίων αἰώνων κατὰ Εὐρωπαίων βαρβάρων!
[6] Ἐπίσης, ὡραῖον ρητορικὸν σχῆμα!
[7] Ἀπό τὴν εἰδησεογραφία περὶ τῆς προσφάτης ἐπισκέψεως τοῦ πρωθυπουργοῦ τῆς Κίνας: «Ο κ. Γουέν Τζιαμπάο πληροφόρησε τον κ. Παπανδρέου σχετικά με την καταστροφή των παλαιών θερινών ανακτόρων έξω από το Πεκίνο (Γιουάν Μινγκ Γιουάν) από τα βρετανικά στρατεύματα, που διέταξε το 1860 ο υιός του λόρδου Έλγιν, Τζέιμς Μπρους, και τη λεηλασία σημαντικών τοιχογραφιών και άλλων θησαυρών.»

Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

/* You are not expected to understand this. */

Διάβασα καὶ ἐγώ, καθυστερημένα, τὸ ἐπαξίως διάσημον διεθνῶς «Logicomix» τοῦ Ἀποστόλου Δοξιάδη (συγγραφέως καὶ τοῦ ἐξαιρετικοῦ «Ὁ θεῖος Πέτρος καὶ ἡ εἰκασία τοῦ Γκόλντμπαχ») καὶ τοῦ καθηγητοῦ τοῦ πανεπιστημίου τοῦ Berkeley Χρίστου Παπαδημητρίου. (Ἔχουν γραφεῖ πολλὰ καὶ δὲν χρειάζεται νὰ προσθέσουμε λεπτομέρειες. Ἐν ὁλίγοις, στὸ καλοσχεδιασμένο αὐτὸ κόμικ, μὲ πρωταγωνιστὴ τὸν Μπέρτραντ Ράσσελ, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἴδιους τοὺς συγγραφεῖς, παρελαύνουν σὲ μιὰ συναρπαστικὴ ἱστορία οἱ θεμελιωτὲς τῆς μαθηματικῆς λογικῆς (Ἀριστοτέλης, Εὐκλείδης, Μπούλ, Κάντορ, Φρέγκε, Χίλμπερτ, Πουανκαρέ, Ράσσελ, Γκέντελ, Βιτγκενστάιν, Τούρινγκ, Φὸν Νόιμαν.) Ἀλλὰ καὶ ἡ σύγχρονη Ἀθήνα· ὁ δὲ ἐπίλογος τοῦ βιβλίου εἶναι ἡ ἀρχὴ ὅλων: Οἱ Εὐμενίδες καὶ ἡ δίκη τοῦ Ὀρέστου στὸν Ἄρειο Πάγο (ἡ φωτεινή, σοφή, λογικὴ Ἀθηνὰ κάνει τὶς σκοτεινὲς Ἐρινύες, Εὐμενίδες). (Βλ. καί: [blog.ehealthgr]· βίντεο -μὲ ἑλληνικοὺς ὑποτίτλους: [1] [2] [3] -ἀγγλικό.)) Δὲν χρειάζονται ἰδιαίτερες μαθηματικὲς γνώσεις γιὰ νὰ εὐχαριστηθεῖτε τὸ βιβλίο αὐτό.

Ἂς παίξουμε λίγο, ὅμως.

Ὁ ἀξύριστος κουρέας

Στὴν σελίδα 164 ἐμφανίζεται τὸ παράδοξον τοῦ Ράσσελ, μὲ τὴν μορφὴν τοῦ παραδόξου τοῦ κουρέως. (Παράδοξον τῆς αὐτοαναφορᾶς, γνωστὸν ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα μὲ τὴν μορφὴν τοῦ παραδόξου τοῦ Κρητὸς ψεύτου κ.ἄ.)

«Ὅποιος δὲν ξυρίζεται μόνος του, τὸν ξυρίζει ὁ κουρέας.»

Ἐδῶ βεβαίως ἡ διατύπωσις δὲν εἶναι ἐντελῶς σωστή· θὰ ἔπρεπε νὰ γράψῃ: «Ὁ κουρέας ξυρίζει ὅλους ὅσοι δὲν ξυρίζονται μόνοι τους, καὶ μόνον αὐτούς.» Βεβαίως γίνεται κατανοητόν. Ἀλλὰ θυμήθηκα τὸ παράδοξον αὐτό, ὅπως τὸ εἶχα δεῖ πρὸ δεκαετίας στὸ καταπληκτικὸν βιβλίον τοῦ Μάρτιν Γκάρντνερ, «Ἡ μαγεία τῶν παραδόξων» (ἐκδ. Τροχαλία, 1989, ISBN 960-7022-02-05).

Ἔψαξα, λοιπόν, νὰ τὸ βρῶ. Τὸ βιβλίον αὐτό, ἀντίθετα ἀπὸ τὸ «Logicomix» (μὴν τὰ συγκρίνετε, εἶναι διαφορετικά), ἀπαιτεῖ μαθηματικὲς γνώσεις (σὲ ὁρισμένα σημεῖα πανεπιστημιακοῦ ἐπιπέδου, ἐὰν θέλουμε νὰ ἐμβαθύνουμε, ἀλλὰ θὰ τὸ βρῇ ἐξαιρετικὰ ἐνδιαφέρον κάθε γυμνασιόπαις μέ ἔφεσι στὰ μαθηματικά.) (Ὁ Martin Gardner (1914-2010) ἀπεβίωσε ἐφέτος: «Έφυγε για πάντα ο μάγος των μαθηματικών παραδόξων» («Ἐλευθεροτυπία», 29-5-2010)· «Martin Gardner, puzzler and polymath, dies at 95» (NY Times, 23-5-2010)) Ἰδοὺ τὸ παράδοξον τοῦ κουρέως:

«Ξυρίζω αὐτοὺς καὶ μόνον αὐτοὺς ποὺ δὲν ξυρίζονται μόνοι τους.»

Λοιπόν, ξεφυλλίζοντας τὸ βιβλίο αὐτὸ μετὰ ἀπὸ δέκα χρόνια, ἐθαύμασα τήν... ἱκανότητά μου νὰ γράφω στὸ περιθώριο τῶν βιβλίων, μὲ μικροσκοπικὰ γραμματάκια (μόνο ποὺ δὲν εἶχα ἐπανανακαλύψει ἀκόμη τὸ πολυτονικόν)! Εἰλικρινῶς, νομίζω ὅτι ἕνα ὑλικὸ βιβλίο μὲ σημειώσεις στὸ περιθώριο, ἀλλὰ καὶ ὑπογραφές, ἀφιερώσεις κ.ἄ., εἶναι ἕνα κειμήλιο, κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ τὸ ἀρχικὸ ἠλεκτρονικὸ ἀρχεῖο. Ἂς συνεχίσουμε, ὅμως, τὸ ξεφύλλισμα.

Οἱ ἐκλογές, ἡ δημοκρατία καὶ ἡ βάρκα τοῦ Σωκράτους

Τὸ παράδοξον τοῦ Condorcet γιὰ τὴν ἰδανικὴ ψηφοφορία.

Τὸ παράδοξον τοῦ Condorcet γιὰ τὴν ἰδανικὴ δημοκρατικὴ ἐκλογή, θέτει καὶ ἕνα ἀναπάντητο φιλοσοφικὸ ἐρώτημα. Ποιός εἶναι ὁ ἰδανικότερος (καὶ δημοκρατικότερος, ἂν θέλετε) τρόπος ἐκλογῆς; Προτείνει νὰ μετρᾶται ὄχι μόνον πόσοι θέλουν τὸν ὑποψήφιο, ἀλλὰ καὶ πόσο πολὺ τὸν θέλουν. Νὰ μὴν ψηφίζουμε μόνον τὴν πρώτη προτίμησί μας, ἀλλὰ νὰ κατατάσσουμε ὅλους τοὺς ὑποψηφίους σὲ σειρὰ προτιμήσεως. Φυσικά, καὶ αὐτὸς ὁ ἀλγόριθμος ἔχει τρωτὰ σημεῖα. Π.χ. διαστροφὴ τῆς λογικῆς του: Θέτουμε τὴν πρώτη μας προτίμησι πρώτη καὶ τὸν πιὸ ἐπικίνδυνο ἀντίπαλο τὸν θέτουμε τελευταῖον, κι ἂς μὴν τὸν θεωροῦμε χειρότερον, γιὰ νὰ τὸν κάψουμε. (Ὅπως στὸ IMDb πολλοὶ βαθμολογοῦν ἢ μὲ 10 ἢ μὲ 1.) Ἀλλά, βεβαίως, τὸ ἐρώτημα τῆς ἰδανικῆς μεθόδου ἀναδείξεως τῶν ἀρχόντων (καὶ τοῦ ἰδανικοῦ πολιτεύματος) εἶναι πολὺ βαθύτερον.

α) Νοησιαρχία ἢ βουλησιαρχία; Ἄρχων πρέπει νὰ ἀναδεικνύεται ὁ ἀντικειμενικῶς καταλληλότερος (μὲ ἐξετάσεις, μὲ ἀπόφασιν ἐπιτροπῆς-γερουσίας, ἐκ κληρονομικοῦ ἢ ἄλλου προνομίου) ἢ ὁ πιὸ ἐπιθυμητός; Πρέπει νὰ γίνεται τὸ σωστότερο (μὲ ποιά κριτήρια; ) ἢ αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμοῦν οἱ πολλοί; Τὴν βάρκα, ρωτᾷ ὁ Σωκράτης πρέπει νὰ τὴν ὁδηγῇ ὁ βαρκάρης ἢ οἱ πολλοί;

β) Βουλησιαρχία, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι, ναὶ μὲν ὁ βαρκάρης ὁδηγεῖ τὴν βάρκα, καὶ τοῦ δίδεται ἡ ἐξουσία νὰ τὴν ὁδηγῇ ὅπως γνωρίζει, ἀλλὰ οἱ ἐπιβάτες ἀποφασίζουν τὸν προορισμό. Τώρα -σκεφθεῖτε καὶ τὸν ἀλγόριθμο τοῦ Condorcet- ἰδανικῶς δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ μετροῦμε ψήφους, ἀλλὰ νὰ μετρᾶται, νὰ ἐκδηλώνεται κάπως ἡ συνολικὴ βούλησις τοῦ ἔθνους, ἡ συνισταμένη τῆς βουλήσεως τῶν πολιτῶν. (Σκεφθεῖτε: Ἐὰν εἴμαστε παρέα καὶ ἐὰν ἐγὼ θὰ πήγαινα νὰ δῶ τὴν Α ταινία, ἀλλὰ κι ἡ Β μὲ ἐνδιαφέρει, ὅμως ἐσὺ θέλεις πραγματικὰ πολὺ νὰ δῇς τὴν Β, τὸ καλύτερο γιὰ ὅλους μας εἶναι νὰ πᾶμε νὰ δοῦμε τὴν Β.) Ἀλλὰ πῶς μπορεῖ νὰ μετρηθῇ ἡ βούλησις τοῦ ἔθνους;

γ) Προσοχὴ φίλοι μου -ἐδῶ μπαίνουμε σὲ βαθιὰ νερά: Ἡ βούλησις αὐτὴ ἐπηρεάζει τὴν κληρονομιὰ ποὺ παραλάβαμε ἀπὸ τοὺς προγόνους καὶ τὴν κληρονομιὰ ποὺ θὰ παραδώσουμε στοὺς ἀπογόνους μας. Ποιός σᾶς εἶπε ὅτι δικαιούμαστε νὰ ἀποφασίσουμε γιὰ τὴν κληρονομιά τους χωρὶς νὰ τοὺς ρωτήσουμε; Ἡ βούλησις τοῦ Κολοκοτρώνη, τοῦ Παλαιολόγου καὶ τοῦ Λεωνίδου, φίλτατε, εἶναι ἑκατομμύρια φορὲς βαρύτερη ἀπὸ τὴν δική σου. Στὴν ἰδανικὴ ψηφοφορία πρέπει νὰ ψηφίσουν καὶ ὅλοι οἱ νεκροὶ καὶ οἱ ἀγέννητοι τῶν Ἑλλήνων, ἀφοῦ ἡ ἀπόφασις ποὺ θὰ ληφθῆ τοὺς ἐπηρεάζει εὐθέως ὅλους. Ἀκόμη περισσότερο· πρέπει νὰ συνυπολογισθῆ ἡ βούλησις ὅλων τῶν γενεῶν, καὶ αὐτῶν ἡ βούλησις ἀπὸ ὁλόκληρον τὸν βίον τους, ὄχι ἡ εὐκαιριακή τους γνώμη.

(Ὅποιος διαβάσει τὴν ἱστορία τοῦ Θουκυδίδου ἀντιλαμβάνεται ἀμέσως πῶς ἡ Ἀθήνα ἡττήθηκε, ἐπειδὴ περιστασιακὲς καὶ εὐκαιριακὲς ἀποφάσεις τοῦ δήμου ἀνέτρεπαν ἀπὸ τὴν μιὰ στιγμὴ στὴν ἄλλη μακροπρόθεσμες στρατηγικές. Ἡ ἐσωτερικὴ ἀντίφασις εἶναι ὅτι ὁ δῆμος, εὐκαιριακῶς, μία μόνον δεδομένη στιγμή, ἔχει τὴν δεδομένη γνώμη, ἀλλὰ ἡ ἀπόφασις αὐτῆς τῆς στιγμῆς ἐπηρεάζει τὸν ἴδιον σὲ χρόνια ἑπόμενα ὅπου δὲν ἔχει τὴν ἴδια γνώμη, ἀλλὰ καὶ τοὺς προγόνους καὶ τοὺς ἀπογόνους ποὺ δὲν ἐρωτήθησαν. Πῶς μπορεῖ στὴν τυχαία στιγμὴ νὰ δίδεται ἐξουσία ἐπάνω σὲ ὅλο τὸ παρελθὸν καὶ ὅλο τὸ μέλλον; )

Περιθώρια καὶ χαρτάκια

Ἀλλὰ ἀφήνω τὴν φιλοσοφία· τὸ κύριο θέμα μου εἶναι ἡ καλλιγραφία στὸ περιθώριο τῶν βιβλίων.

Ὅταν τὸ περιθώριο δὲν χωρᾷ ὁλόκληρη τὴν σοφία μου, φυτεύω χαρτάκια:

«Βλ. ἁπλούστερο τύπο στὸ ἄλλο χαρτάκι.»

Εὐτυχῶς τὸ ἄλλο χαρτάκι βρέθηκε, διότι, ἐὰν ὑποθέσουμε ὅτι εἶχα ἀνακαλύψει κάτι σπουδαῖο -λέμε τώρα!-, θὰ γινόμουν ὁ νέος Fermat.

Τὸ ἄλλο χαρτάκι.

Ἂς δοῦμε τὶ σοφίες γράφω παρακάτω.

/* You are not expected to understand this. */

(...Ὅπως λέγει ὁ συνάδελφός μου ἀπὸ τὸ Ε.Μ.Π. adamo.)

Τὸ παράδοξον τῆς γραβάτας, τοῦ Maurice Kraitchic.

Τὸ παράδοξον τῆς γραβάτας εἶναι ἐνδιαφέρον: Δυὸ φίλοι συγκρίνουν τὶς γραβάτες τους. Ὅποιος ἔχει τὴν καλύτερη, χάριν μεγαλοθυμίας, θὰ τὴν χαρίσῃ στὸν ἄλλον. Ὁ καθένας σκέπτεται: Ἂν χάσω, θὰ χάσω τὴν γραβάτα μου, αξίας α· ἂν ὅμως κερδίσω, θὰ κερδίσω καλύτερη γραβάτα, ἀξίας α+κ. Ἄρα τὸ παιχνίδι μὲ συμφέρει. Μὰ δὲν γίνεται νὰ συμφέρῃ καὶ τοὺς δύο!

Ὁ Γκάρντνερ γράφει ὅτι δὲν μπόρεσε νὰ δώσῃ μιὰ εὔκολα κατανοητὴ ἐξήγησι, καὶ ἂν κάποιος ἀναγνώστης ἔχει τέτοια, παρακαλεῖται νὰ τὴν στείλῃ γιὰ νὰ δημοσιευθῇ στὴν ἑπόμενη ἔκδοσι τοῦ βιβλίου. Ἐγὼ ἐξήγησι ἔχω, στὸ περιθώριο τοῦ βιβλίου, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε ὄχι καὶ τόσο κατανοητή, ἀφοῦ εἶδα κι ἔπαθα τώρα νὰ καταλάβω τὶ στὸ καλὸ εἶχα γράψει!

Ἀλλὰ ἂς προσπαθήσω νὰ τὸ ἐξηγήσω τώρα. Γράφει ὁ Γκάρντνερ στὴν λεζάντα: «Μήπως τὸ παράδοξο δημιουργεῖται ἐπειδὴ κάθε παίκτης δέχεται λανθασμένα ὅτι οἱ πιθανότητες νὰ χάσει ἢ νὰ κερδίσει εἶναι ἴσες;» Ὄχι. Γενικῶς, προφανῶς εἶναι ἴσες καὶ προφανῶς, λόγῳ συμμετρίας, τὸ μέσο κέρδος εἶναι μηδέν. Στὸν μαθηματικὸ ὑπολογισμό μου στὸ περιθώριο: «Μέσο κέρδος ... =0». Ἀλλά -προσοχή- «ἐνδιαφέρον ὅτι γιὰ τ=α/2 τὸ μέσο κέρδος εἶναι θετικό, α/8». Προσοχή! Ἐὰν οἱ δύο φίλοι φοροῦν ἰσοπίθανα γραβάτα ἀξίας ἀπὸ 0 ἔως α, προφανῶς, λόγῳ συμμετρίας, τὸ μέσο κέρδος τους εἶναι μηδέν. Ἐὰν τώρα ὁ πρῶτος φορᾷ γραβάτα ἀξίας ἀκριβῶς α/2, καὶ τὸ ξέρῃ, ἐνῷ ὁ δεύτερος ἀξίας ἰσοπίθανα ἀπὸ 0 ἔως α, τότε ὁ συλλογισμὸς εἶναι σωστός· ὁ πρῶτος φίλος ἔχει πιθανότητα 1/2 νὰ κερδίσῃ, ἀλλὰ ἐὰν κερδίσῃ θὰ κερδίσῃ περισσότερα ἀπὸ ὅσα θὰ χάσῃ ἐὰν χάσῃ. Ὅμως δὲν ἔχουμε πιὰ συμμετρία. Ὁ πρῶτος φορᾷ γραβάτα ἀξίας ἀκριβῶς α/2, καὶ τὸ ξέρει, ἐνῷ ὁ δεύτερος ἀξίας ἰσοπίθανα ἀπὸ 0 ἔως α. Τὸ νὰ φορᾷ ὅμως ὁ πρῶτος γραβάτα ἀξίας ἀκριβῶς α/2 εἶναι ἁπλῶς μιὰ εἰδικὴ περίπτωσις.

Ἐάν, ὅμως, στὴν γενικὴ περίπτωσι, καὶ οἱ δύο φοροῦν γραβάτα ἀξίας ἰσοπίθανα ἀπὸ 0 ἔως α, καὶ ἐπιπλέον δὲν γνωρίζουν τὴν ἀξία οὔτε τῆς δικῆς τους γραβάτας οὔτε φυσικὰ αὐτῆς τοῦ φίλου τους, τί μποροῦν νὰ ὑποθέσουν; Λόγῳ συμμετρίας, προφανῶς ἔχουν πιθανότητα 1/2 νὰ κερδίσουν. Καὶ ἡ γραβάτα τους ἀξίζει κατὰ μέσον ὅρο α/2. Καὶ ἐὰν κερδίσουν, πράγματι, θὰ κερδίσουν περισσότερα ἀπὸ ὅσα θὰ χάσουν ἐὰν χάσουν. Ὅμως, παραδόξως, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι τὸ μέσο πιθανὸ κέρδος τους εἶναι θετικό, καὶ ὄχι μηδέν.

Δὲν ἰσχύει «ἂν χάσω, χάνω μέση γραβάτα, ἐνῷ, ἂν κερδίσω, κερδίζω ἀκριβή». Διότι, ἐὰν π.χ. κερδίσῃ ὁ πρῶτος, αὐτὸ ναὶ μὲν πιθανῶς θὰ ἔχει συμβεῖ ἐπειδὴ ὁ φίλος του ἔτυχε νὰ φορᾷ ἀκριβὴ γραβάτα (καὶ ὁ ἴδιος φθηνή, ὄχι μέση)· ἀλλά, ἐὰν χάσει, αὐτὸ πιθανῶς θὰ ἔχει συμβεῖ ἐπειδὴ ἔτυχε αὐτὸς νὰ φορᾷ ἀκριβὴ γραβάτα (ὄχι μέση) καὶ ὁ φίλος του φθηνή· ἀκριβὴ γραβάτα χάνει, συνήθως, ὅταν χάνει, ὄχι μέση. Σκέπτεται, ὅμως: «πιθανῶς ἔχω μέσης ἀξίας γραβάτα». Ναί. Πρέπει, ὅμως, νὰ σκεφθῇ ἐπιπλέον: «Ἐἀν χάσω, μᾶλλον θὰ σημαίνει ὅτι ἔτυχε σήμερα νὰ φορέσω ἀκριβή -τὴν ἀκριβὴ θὰ χάσω.»

Ἀκριβέστερα, ἡ μέση πιθανὴ τιμὴ τῆς γραβάτας καὶ τῶν δύο εἶναι, λόγῳ συμμετρίας, α/2. Ἀλλά, στὶς περιπτώσεις ὅπου ὁ πρῶτος κερδίζει (δεσμευμένη πιθανότης, μὲ δεδομένο ὅτι ὁ πρῶτος κερδίζει), ἡ μέση πιθανὴ τιμὴ τῆς γραβάτας εἶναι α/3 γιὰ τὸν πρῶτο καὶ 2α/3 γιὰ τὸν δεύτερο.

(Τουλάχιστον προσπάθησα!)

Περὶ καλλιγραφίας ὁ λόγος

Περὶ καλλιγραφίας ὁ λόγος, καὶ δὲν μπορῶ νὰ κλείσω τὸ παρὸν σημείωμα χωρὶς νὰ ἀναφερθῶ, τιμῆς ἔνεκεν, στὸν σεβαστὸ καθηγητὴ μαθηματικῶν τοῦ Ἐ. Μ. Πολυτεχνείου, Ἰωάννη Θ. Χαΐνη. Δὲν ἐπρόλαβα τὸν ἴδιον, ἐπρόλαβα, ὅμως, τὰ χειρόγραφα βιβλία του. Ναί, σωστὰ διαβάσατε, χειρόγραφα βιβλία! Ἔργα τέχνης.

Ἔργον τέχνης: Ἰωάννης Θ. Χαΐνης, «Μαθήματα Μιγαδικῆς Ἀναλύσεως: Μιγαδικαὶ συναρτήσεις - Σύμμορφος ἀπεικόνισις - Ἐφαρμογαί», τόμος Γ', νέα ἔκδοσις βελτιωμένη-ἐπηυξημένη, Άθῆναι 1990

Ἕνας σπουδαῖος καθηγητής, τοῦ ὁποίου ἡ στέρεα μαθηματικὴ σκέψις φαίνεται καὶ σὲ κάθε ἄρθρο του. (Πρόχειρα παραδείγματα: γιὰ τὶς πανελλαδικὲς ἐξετάσεις: «Ὁ γόρδιος δεσμὸς τῶν πανελλαδικῶν ἐξετάσεων» («Τὸ Βῆμα», 13-6-2004)· γιὰ τὶς σχέσεις ἐκκλησίας καὶ κράτους: [1] [2])

Κυριακή, 12 Σεπτεμβρίου 2010

Iris Hellenica: Ἀντίδοτο στὴν παρακμή

Ἕνα ἄγνωστο μέχρι σήμερα, ὄμορφο λουλουδάκι, ἀνακαλύπτεται στὰ ἀπείραχτα, ἀμόλυντα ἀπὸ τὴν παρακμὴ ἑλληνικὰ βουνά. Ἀλλὰ ἂς ἀφἠσουμε τὴν Ἑλένη Μπίστικα νὰ μιλήσῃ.


Στο όρος Σαϊτά, στη βόρειο Πελοπόννησο, σε απόμερες πράσινες πλαγιές ανάμεσα στις πέτρες, φυτρώνει η «Iris Hellenica» (φωτογραφία Διονύση Μέρμυγκα).

Στα ριζά της Δεύτερης Σελίδας, ήρθε κι άνθισε η Iris Hellenica, ένα ντελικάτο λουλούδι και μια είδηση πρωτόφαντη, αισιόδοξη, πάνω και πέρα από τον χρόνο, σε απόλυτη ταύτιση με την αρμονία και τους ρυθμούς της αιωνιότητος, τους οποίους ακούει η Φύση. Σε μια πολιτική και οικονομική εφημερίδα, όπως η «Καθημερινή», που όμως προσφέρει σήμερα στους αναγνώστες της «τα όνειρα που μάζεψε ο Μάνος Χατζιδάκις και μας τα επιστρέφει με τη μουσική του», με τη «Λαϊκή Αγορά» του, υπάρχει πάντα τόπος για αλήθεια κι ομορφιά, όπως είναι η ανακάλυψη ενός ανθού που φυτρώνει στις πλαγιές του βουνού Σαϊτά στην Πελοπόννησο, κοντά σε χιονοσκέπαστες κορυφές όπου περπατούσαν οι αρχαίοι θεοί της μυθολογίας.

Το όνομα της αγγελιοφόρου των θεών φέρει η Ιρις, ως πανέμορφο γένος λουλουδιού, με παγκόσμια αναγνώριση ως Iris, για να δείξει τη μεγάλη ποικιλία χρωματισμών που παρουσιάζουν τα άνθη των διαφόρων ειδών Ιρίδων. Ομως, αυτή η Ιρις που σας παρουσιάζουμε σήμερα έχει το δικό της, καταδικό της όνομα. Είναι η Iris Hellenica, ένα νέο είδος Ιριδος που -όπως μας λέει το Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας, που μας έδωσε την είδηση- έρχεται να προστεθεί στα περίπου 15 είδη και υποείδη Ιρίδων που βρίσκονται στη χώρα μας. Το νέο είδος δημοσιεύθηκε από τους βοτανικούς Διονύση Μέρμυγκα, Kit Tan και τον καθηγητή Αρτέμιο Γιαννίτσαρο στο τελευταίο τεύχος του επιστημονικού περιοδικού Phytologia Balcanica, και βρίσκεται ήδη στο Διαδίκτυο.

Τον «τύπο» του νέου είδους, δηλαδή το φυτό, με βάση το οποίο έγινε η περιγραφή του, συνέλεξε τον Μάιο του 2008 ο περιβαλλοντολόγος και στέλεχος του Βοτανικού Εργαστηρίου του Μουσείου Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας, ο κ. Διονύσης Μέρμυγκας, στο όρος Σαϊτά της βορείου Πελοποννήσου. Ο Σαϊτάς βρίσκεται νότια της πεδιάδας του Φενεού και διαθέτει μια χλωρίδα με πολλά ενδιαφέροντα είδη, όπως και τα γειτονικά του όρη Χελμός, Κυλλήνη και Ολίγυρτος. Η χλωρίδα και η βλάστηση του Σαϊτά αποτελούν το θέμα της διδακτορικής εργασίας που πραγματοποιεί ο Δ. Μέρμυγκας, με επιβλέποντα τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Αρτέμιο Γιαννίτσαρο.

Σε μια εκδρομή στο βουνό, τον Μάιο του 2008, ο Διονύσης Μέρμυγκας είχε ανακαλύψει μια Ιριδα που θεώρησε πως ανήκε στο είδος Iris Germanica. Οταν την έδειξε στην καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης και συνεργάτιδα του Μουσείου, κ. Kit Tan, αυτή παρατήρησε πως το φυτό πρέπει να αποτελεί νέο είδος! Ακολούθησαν περαιτέρω παρατηρήσεις στο πεδίο, στο εργαστήριο και σε φυτά που καλλιεργήθηκαν, οι οποίες επιβεβαίωσαν την υπόθεση αυτή.

Η Iris Hellenica συγγενεύει στενά με την Iris Germanica, αλλά διαφέρει σε μια σειρά από καθοριστικά χαρακτηριστικά, όπως το ύψος, οι διαστάσεις των τμημάτων του άνθους και το χρώμα. Η Iris Germanica θεωρείται πως είναι ένα υβρίδιο με αρχαία προέλευση και καλλιεργείται εκτεταμένα ως καλλωπιστικό, σχεδόν σε όλο τον κόσμο, σε αντίθεση με την ενδημική «ελληνική» Ιριδα που φύεται άγρια στα βουνά της Πελοποννήσου. Αυτά από τις πληροφορίες που μας έδωσε το Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας μαζί με τη διευκρίνιση πως το πλήρες επιστημονικό όνομα του είδους είναι: Iris Hellenica Mermygka, Kit Tan & Yannitsaros, από τα ονόματα των βοτανικών που την ανακάλυψαν και την κατέταξαν σε νέο είδος.

Στο όρος Σαϊτά -που ύστερα απ' αυτή τη σπουδαία ανακάλυψη αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον να το περπατήσει κανείς κι έχει εγγραφεί στον παγκόσμιο χάρτη όσων μελετούν κι αγαπούν τη φυτολογία- οι πληθυσμοί του φυτού (αυτό που λέμε εμείς «μπουκέτο σκόρπιο στο χώμα») φυτρώνουν σε μια μικρή έκταση περίπου 500 τ.μ. Απαιτούνται κι άλλες παρατηρήσεις για να εκτιμηθεί η κατάσταση των πληθυσμών και οι πιθανές απειλές που μπορεί να αντιμετωπίζουν. Οι Ιριδες ήταν γνωστές από τους αρχαίους χρόνους και αναφέρονται από τον Θεόφραστο, τον Στράβωνα και τον Διοσκουρίδη. Χρησιμοποιούνται ακόμα και σήμερα στην αρωματοποιία και τη φαρμακευτική.

Το μήνυμα

Ας χαρούμε, χάρις στις ωραίες φωτογραφίες που έβγαλε ο Διονύσης Μέρμυγκας, ο πρώτος που έσκυψε πάνω από την Ιριδα, και τη θαύμασε, και την κοίταξε καλά στην απόμερη πλαγιά, ανάμεσα στις πέτρες του όρους Σαϊτά, σ' εκείνη τη σημαδιακή εκδρομή του Μαΐου 2008. Η χάρις του άνθους, που φέρει το όνομα της αγγελιοφόρου των θεών, έφερε και σε μας το μήνυμα της ύπαρξής της στο πέρασμα των αιώνων, όταν ήρθε η ώρα να φανερωθεί στον νέο επιστήμονα που την είδε και την πήρε μαζί του, να την μελετήσει. Ο μύθος του Αισώπου χάρις στον Δ. Μέρμυγκα παίρνει νέα διάσταση - τα τζιτζίκια τραγουδούν ξένοιαστα όλο το καλοκαίρι, αλλά το μυρμήγκι προσέχει...

Η πρόεδρος του Μουσείου Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας κ. Νίκη Γουλανδρή, με τη σοφία της γνώσης και της πείρας, δίνει μια άλλη διάσταση στην ανακάλυψη και καθιέρωση ως νέο είδος φυτού, της «Ιριδος της Ελληνικής»: «Η ελληνική φύση -μας είπε- αυξάνεται και αμύνεται στην καταναλωτική μανία του σύγχρονου ανθρώπου, συμπεριλαμβανομένου και του Ελληνα. Ομως, ο φυτικός πλούτος της χώρας μας -πλουσιότερος από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, σε σχέση με την έκτασή της- δεν υπολογίζεται. Τα μέτρα και τα σταθμά που λειτουργούν στην παγκόσμια οικονομία υπολογίζονται σε δεκάδες χρόνια και βέβαια όχι σε σχέση με τη συντήρηση της ίδιας της ζωής».

Η Iris Hellenica που επί αιώνες φυτρώνει απέναντι σε χιονοσκέπαστες κορυφές βουνών, έχει πάρει απ' αυτά τη σοφία και την εγκαρτέρηση του αιώνιου. Ανακαλύφθηκε τώρα και πλούτισε τον φυτικό κόσμο και τοπίο της Ελλάδας με τη γοητευτική της παρουσία, που όμως ήταν πάντα εκεί, υπακούοντας στους νόμους της Φύσης και στην αλλαγή των εποχών. Ας την καλωσορίσουμε στη ζωή μας...

Κοντά στο δικό της άυλο πνεύμα ύπαρξης είναι η ποίηση.

«Πίσω από τα μυρωμένα χαρακτηριστικά του κρόκου
και τ' όνειρο μιας ανεμώνας,
την τρυφερή ομολογία του ναρκίσσου
κι ενός τριαντάφυλλου το δάκρυ,
πίσω απ' τη δύναμη της φύσης,
το σιωπηλό χαμόγελο των αστεριών,
πέρ' απ' τα κύματα της θάλασσας
και τους κυματισμούς του αέρα,
κινείται η ζωή μου.
Η φωτισμένη σκέψη μου αντλεί το μέλλον της
απ' τον συμμετρικό ρυθμό της Κίνησης
που απορροφά στο δρόμο της
το ανύπαρκτο διά της ζωής»

Marianne Delamotte «Oh. Fier Monde Nouveau - Γενναίος Κόσμος Νέος», έκδοση «το Ροδακιό», μετάφραση από τα γαλλικά από τη Λίνα Κάσδαγλη, με εικονογράφηση Αλέκου Φασιανού.

Η κ. Marianne Delamotte είναι αντιπρόεδρος του Δ.Σ. του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας, αγαπημένη αδελφή της κ. Νίκης Γουλανδρή.

* * *

Ἀντίδοτο στὴν παρακμὴ εἶπα; Στὸ ἴδιο φύλλο τῆς ἐφημερίδος, βλέπω τὸ κάτωθι -ὄχι δὲν θὰ μιλήσουμε περὶ ΔΝΤ, ΔΕΘ καὶ ἐκτοξευόμενα παπούτσια (καλὰ ποὺ ὑπάρχουν καὶ τὰ τελευταῖα)· ἡ παρακμὴ εἶναι πολὺ βαθύτερη:

Πειραιεύς, Κονώνειον τεῖχος («Καθημερινή», 12-9-2010)

Ἐκστρατεία τοῦ ΣΚΑΪ, λέγει, γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀρχαίου Κονώνειου τείχους στὴν Πειραϊκή. Καὶ συγχαίρω ὅσους εὐαισθητοποιήθηκαν. Ἀλλὰ βλέπω τὶς φωτογραφίες καὶ ἀναρωτιέμαι ἐὰν κοινωνία ποὺ ἐπιτρέπει καὶ ἀνέχεται αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἀξίζει καὶ πρέπει νὰ ζήσῃ.

Διαρκὲς ἔγκλημα, ἱεροσυλία, ἔγκλημα κατὰ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς Φύσεως, ἔγκλημα ὄχι μόνον ἐναντίον τῆς σημερινῆς γενεᾶς, ἀλλὰ κατὰ γενεῶν καὶ γενεῶν τῶν προγόνων μας ἐπὶ χιλιάδες χρόνια καὶ τῶν ἀπογόνων μας γιὰ ἄλλα τόσα.

Ἡ ἀπόλυτη ὕβρις: Δολοφόνησαν βελανιδιὰ 1600 ἐτῶν. ([olympia.gr] [Ὁμάδα Παυσανίας] [ἡ βελανιδιὰ πρίν λίγα χρόνια, ζωντανὴ καὶ περήφανη])

Ἀντιλαμβάνεστε τὴν φρίκη, τὴν σημασία τῶν δύο εἰδήσεων; Μογγόλοι, ὁ Ταμερλάνος καὶ ὁ Ἴντι Ἀμὴν Νταντὰ νὰ ξεπατώσουν αὐτὴν τὴν κοινωνία καὶ νὰ ἀνασκάψουν ὣς καὶ τὶς πέτρες, ἴσως εἶναι ἡ μόνη σωτηρία γι᾿ αὐτὰ τὰ χώματα· νὰ σωθῇ τουλάχιστον ἡ Iris Hellenica στὰ ψηλὰ βουνά.

Πειραιεύς, ἀρχαῖον τεῖχος, 2009

Βέροια, ἀρχαῖον τεῖχος, 15-5-2010 (ἀ-εργῶδες, «Ἡ νίκη ἐπὶ τῆς Νιγηρίας καὶ τὸ ἀρχαῖο τεῖχος»)

Θῆβαι (φωτ. Ἀντώνης Κατάνος)

* * *

«Καμμιὰ κοινωνία δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει χωρὶς ἀξιοπρέπεια. Μπορεῖ ὡστόσο νὰ βυθίζεται στὸν ἐξευτελισμὸ γιὰ ἱκανὸ διάστημα, προτοῦ ἐξαφανιστεῖ ἱστορικὰ μὲ τὲλη ἐπώδυνα, ἐπαίσχυντα, ἀγωνιώδη.»
(Χρῆστος Γιανναρᾶς, «Ἡ Καθημερινή», 26-2-2006)

Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

Ὁ δίσκος τῆς Ἑκάτης... καὶ τὰ φιλιὰ τοῦ Ἀπόλλωνος


Αὐγουστιάτικη πανσέληνος στὴν Ἀκρόπολι. Τὰ αἰώνια μάρμαρα. Μέσα στὸ ἀχνό, ὑποβλητικὸ σεληνόφως, προβάλλουν ἐπιβλητικοί, στέρεοι καὶ ἁρμονικοί, οἱ δωρικοὶ κίονες, ὡς ὁ ἄξων τοῦ κόσμου, ὁ συμπαντικὸς νόμος, ἡ ἀλήθεια τοῦ αἰωνίου κόσμου τῶν Ἰδεῶν.

Παρὰ τὴν κοσμοσυρροή, τὰ φλάς, τὰ μηδέποτε ἡσυχάζοντα φῶτα τῆς μεγαλούπολης τριγύρω, ὁ Παρθενὼν ἐπιβάλλεται. Εἶχα τὴν χαρά, λοιπόν, νὰ βρεθῶ καὶ ἐγὼ μιὰ νύχτα στὴν ζωή μου στὴν Ἀκρόπολι. Δὲν ξέρω βεβαίως πῶς θὰ ἦταν μιὰ νύχτα ὅπως αὐτὴ ποὺ περιγράφει ὁ Ροΐδης [ἀπόσπασμα 2ον] ἢ ὁ Ντὲ Κίρικο [ἀπόσπασμα 1ον]. Μοναχικά. Καὶ μὲ τὴν μικρὴ πόλι τῶν περασμένων αἰώνων, χωρὶς φῶτα καὶ θορύβους. Κάτι πολὺ διαφορετικό ἀσφαλῶς, συγκλονιστικότερο.

Καὶ πάλι, ὅμως. Νομίζω ὅτι ἡ ὥρα τοῦ Παρθενῶνος εἶναι τὸ καταμεσήμερο. Ὁ Περικλῆς Γιαννόπουλος [ἀπόσπασμα 4ον] εἶχε δίκιο. Καὶ ὁ Ἐλύτης μὲ τὸν Τεριάντ [ἀπόσπασμα 3ον]. Καταμεσήμερο. Ὅταν οἱ ἀκτίνες τοῦ ἡλίου ταπεινώνουν, ἐξαϋλώνουν τὴν τσιμεντένια μάζα τῆς πόλεως. Ὅταν ὁ Ἱερὸς Βράχος ὑπερυψοῦται κυρίαρχος στὴν φωτεινὴ γῆ καὶ στὸ λαμπρὸ γαλάζιο. Καὶ οἱ μαρμάρινοι κίονες ἀποκαλύπτουν καὶ ἐπικυρώνουν τὴν οὐράνια ἀλήθεια στὸν κόσμο.

Ὁ Παρθενὼν εἶναι ἡλιακὸς ναός· οὐράνιος, ἀρσενικός. Σεληνιακός ναός, χθόνιος, θηλυκός, εἶναι τὸ Ἐρεχθεῖον. Ἐκεῖ, κατεβαίνοντας χαμηλά, μέσα ἀπὸ τοὺς κομψοὺς κίονες, τοὺς χιτῶνες ἐπὰνω στὸ κορμὶ τῶν Καρυάτιδων καὶ τὸ φύλλωμα τῆς ἱερῆς ἑλαίας τῆς Ἀθηνᾶς, θροΐζον ἁπαλὰ στὸ νυχτιάτικο ἀεράκι, ἐκεῖ ἔρχεται ἀκροπατώντας ἡ Σελήνη. Ἢ κοιτώντας τὴν Ἀκρόπολι ἀπὸ μακρυά, ἀπὸ τὸν Ἄρειο Πάγο ἢ τοῦ Φιλοπάππου. (Ὑποθέτω ὅτι καὶ τὸ Νέον Μουσεῖον θὰ εἶναι ὄμορφο τὴν νύχτα -ἀπ᾿ ἔξω εἶναι-, καὶ μάλιστα μὲ τὴν Ἀκρόπολι φωτισμένη, ἀλλὰ δὲν ἔχω καταφέρει νὰ τὸ ἐπισκεφθῶ νύχτα ἀκόμη.) Τὰ δύο πρόσωπα, ὅμως, τὸ ἡλιακὸ καὶ τὸ σεληνιακὸ, συνυπάρχουν· πότε τὸ ἕνα κυρίαρχο καὶ τὸ ἄλλο δευτερεῦον, πότε τὸ ἀντίστροφο.

«Ὁ Παρθενώνας δὲν μποροῦσε ποτὲ νὰ εἶναι ὡραιότερος ἀπ᾿ ὅ,τι εἶναι τώρα. Αὐτὸ ποὺ μελετᾶμε σήμερα εἶναι ἡ ἀρχοντική του ὀμορφιὰ ποὺ ἄντεξε στὸν χρόνο.» (Elise Konstantin-Hansen (1858-1946), Δανέζα ζωγράφος· ἐπισκέφθηκε τὴν Ἀθήνα τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1894.)

* * *

Στὸ σεληνόφως...

Giorgio de Chirico
Μινύχτα στὴν Ἀκρόπολη

Χώθηκα μέσα σ᾿ ἕνα σωρὸ ἀπό ἐρείπια μὲ τρόπο ποὺ νὰ φαίνομαι ὅσο τὸ δυνατὸ λιγότερο καὶ περίμενα τὴ στιγμὴ ποὺ θά ᾿μουν μόνος. Στὴν ἀνατολή, πίσω ἀπὸ τὴ μενεξελιὰ γραμμὴ τῶν βουνῶν, ἡ πανσέληνος ἀναδύθηκε: ἦταν πλούσια, βασιλική, ὁλόγιομη, λαμπρή, μεγαλειώδης· μιὰ ἀληθινὴ πανσέληνος καλοκαιριοῦ τῆς Ἀθήνας· ἀνέβαινε μὲ βραδύτητα, τυλιγμένη ἀκόμα στὴν πάχνη τῆς ζέστης. Στὴ δύση, ὁ οὐρανὸς σκοτείνιαζε. Μοῦ δημιουργήθηκε ἡ ἐντύπωση ὅτι ὁ τελευταῖος ἐπισκέπτης εἶχε ἐγκαταλείψει τὴν Ἀκρόπολη, ἀλλὰ ἀποφάσισα νὰ μὴ φύγω ἀπὸ τὴν κρυψώνα μου πρὶν νυχτώσει τελείως, κι αὐτὴ ἡ σύνεση μὲ ἔσωσε, γιατί, σὲ λίγα δευτερόλεπτα, ἄκουσα τὸ βῆμα ἑνὸς φύλακα ποὺ πλησίαζε ἀργὰ στὸ μέρος ὅπου κρυβόμουν. Ἕνα ρίγος διέτρεξε τὴν πλάτη μου. Σὰν ἔφτασε κοντὰ στὴν κρυψώνα μου, ὁ φύλακας σταμάτησε· ἤμουν σὲ δυὸ βήματα ἀπόσταση· δὲν μὲ εἶχε δεῖ ἀλλὰ ἡ παραμικρὴ κίνηση μποροῦσε νὰ μὲ προδώσει. Ὁ φύλακας ἔστριβε σιγὰ τὸ μουστάκι του κοιτάζοντας μακριά· μετὰ ἔβηξε κι ἀφοῦ ἔβγαλε ἀπὸ τὴν τσέπη τοῦ σακακιοῦ του μιὰ καπνοσακούλα ἔστριψε τσιγάρο, τὸ ἄναψε καὶ φύσηξε μὲ ἡδονὴ τὸν καπνὸ ἀπὸ τὸ στόμα καὶ ἀπὸ τὴ μύτη. Μακριὰ ἀκούγονταν διάφοροι θόρυβοι: νυχτερίδες σκαμπανέβαζαν πάνω ἀπ᾿ τὰ κεφάλια μας· κοιτάζοντας τὸν φύλακα σκεφτόμουν τὸν κυνηγὸ, ποὺ περνᾶ, μὲ τὸ τουφέκι στὸν ὦμο, δίπλα στὸ ὀρτύκι χωρὶς νὰ τὸ βλέπει. Κρατοῦσα τὴν ἀνάσα μου, τὰ δευτερόλεπτα μοῦ φαίνονταν ὧρες. Ἀφοῦ τράβηξε ἀκόμα δυὸ τρεῖς ρουφηξιές ἀπ᾿ τὸ τσιγάρο, ὁ φύλακας ἔβαλε τὰ χέρια πίσω κι ἀπομακρύνθηκε πρὸς τὴν ἔξοδο. Αἰσθάνθηκα πιὸ ἥσυχος, ἀλλὰ δὲν ἄρχισα νὰ κάνω κινήσεις καὶ νὰ τεντώνω τὰ μουδιασμένα μου πόδια παρὰ μόνο ὅταν τὸν ἄκουσα νὰ κλείνει τὴ βαριά καγκελόπορτα ποὺ βρισκόταν στὴν εἴσοδο τῆς Ἀκρόπολης. Τότε κατάλαβα ὅτι ἐπιτέλους ἤμουν μόνος. Στὸ μεταξὺ εἶχε νυχτώσει ἐντελῶς. Μόνο ἀπὸ τὴ μεριὰ τῆς δύσης ἔμενε ἀκόμα μιὰ ἀχνὴ ἀνταύγεια, ἐκεῖ ὅπου εἶχε ἐξαφανιστεῖ ὁ ἥλιος. Ἀπὸ τὴν ἀπέναντι μεριά, ἐλεύθερο ἀπὸ τοὺς βραδινοὺς ἀτμούς, τὸ φεγγάρι εἶχε ἀνέβει στὸν οὐρανό. Οἱ ἀχτίδες του φώτιζαν τώρα τὶς μετόπες τῶν ναῶν κι ἅπλωναν τὶς σκιές τους στὸ ἔδαφος. Ἡ σιωπὴ ἔγινε πιὸ ἔντονη. Εἶχα τὴν ἐντύπωση πὼς πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι μου εἶχαν τραβήξει μιὰ τεράστια τέντα. Τὰ ὑπεράνθρωπα προσωπεῖα τῶν ἀρχαίων θεῶν φαίνονταν ὅμοια μὲ γιγάντια ἀντίτυπα, στερεωμένα σὰν ἀνάγλυφα στὸ ταβάνι τοῦ οὐρανοῦ ποὺ φαινόταν πολὺ χαμηλός, πολὺ κοντὰ στὴ γῆ. Εἶχα τὴν ἐντύπωση ὅτι, ἂν σηκωνόμουν στὶς μύτες τῶν ποδιῶν μου, θὰ μποροῦσα νὰ τὸν ἀγγίξω μὲ τὸ χέρι· καὶ θεϊκὲς μάσκες χαμογελοῦσαν ἀνέκφραστα. Μιὰ ἀπέραντη ἐμπιστοσύνη περιτύλιγε κάθε πρᾶγμα. Στὴν ἐμφαντικὴ γλυκύτητα αὐτῆς τῆς μεγάλης καλοκαιρινῆς νύχτας κατάλαβα ὅτι τὸ κακὸ μέσα μου, γύρω μου, εἶχε ἐξαφανιστεῖ· τὰ χρέη πληρωμένα, οἱ τιμωρίες καταργημένες, τὰ κακὰ ὄνειρα θαμμένα γιὰ πάντα, μὲ τὶς ἔννοιες καὶ τὰ ἄγχη πέρα μακριά, πολὺ μακριά, στοὺς καυτοὺς ἄμμους τῆς καταραμένης ἐρήμου.
Ὅ,τι εἶχα ἀγαπήσει, ὅ,τι στὴ ζωή μου ὑπῆρξε εὐνοϊκὸ γιὰ μένα, ἦταν κοντά μου. Θέλησα νὰ κοιτάξω πρὸς τὰ κάτω, πρὸς τὶς κατοικίες τῶν ἀνθρώπων, νὰ ξαναβρῶ τὰ φῶτα τῆς πόλης, γιατὶ ὅλη αὐτὴ ἡ ὀμορφιὰ κι αὐτὴ ἡ μοναχικὴ εὐτυχία ἄρχισαν νὰ μὲ τρομάζουν, ἀλλὰ δὲν εἶδα πιὰ τίποτα: ἀτμοί, μιὰ γλυκιὰ ὀμίχλη εἶχε ἀνέβει κι ἔκρυβε τὴ γῆ ἀπὸ τὸ βλέμμα μου· πάνω σ᾿ αυτὸν τὸν ὠκεανὸ θεϊκῆς τρυφερότητας, ἡ Ἀκρόπολη, σὰν ἕνα μεγάλο πέτρινο καράβι, σὰν ἕνα καράβι ποὺ λύθηκε ἀπὸ τὰ παλαμάρια του, ἀρμένιζε σιγά, ἀκυβέρνητο...

Τζιόρτζιο Ντὲ Κίρικο, Ἄποψη τῆς Ἀθήνας, 1970, λάδι σὲ μουσαμά.

[Τζιόρτζιο ντὲ Κίρικο: Ζωγράφος, γεννημένος στὸ Βόλο τὸ 1888 ἀπὸ Ἰταλοὺς γονεῖς. Σπούδασε στὴν Ἀθήνα, στὸ Μόναχο καὶ στὸ Παρίσι, ὅπου συνδέθηκε μὲ τὸν Picasso καὶ τὸν Apollinaire. Ἔζησε ἀπὸ τὸ 1915 ἔως τὸ 1924 στὴ Ρώμη, ὅπου ἴδρυσε, μαζὶ μὲ τὸν Carra, τὴν Ὁμάδα Μεταφυσικῆς Ζωγραφικῆς. Τὸ 1924 ἐπέστρεψε στὸ Παρίσι, ὅπου ἐνέτεινε τὸν ὑπερρεαλιστικὸ χαρακτῆρα τῆς τέχνης του. Μετὰ τὸ 1935 στράφηκε σὲ ἕναν σκηνογραφικὸ νατουραλισμό. Εἶναι κυρίως γνωστὸς γιὰ τὰ ἀτμοσφαιρικὰ τοπία πόλεων μὲ τὶς ἄδειες πλατεῖες καὶ τὰ ἔρημα μνημειώδη κτήρια καὶ γιὰ τὶς συνθέσεις ἑτερόκλητων ἀντικειμένων ποὺ στοχεύουν νὰ ἀπεικονίσουν τὴν ἐσωτερική, μαγική, πλευρὰ πραγμάτων τυλιγμένων σὲ μιὰ αὔρα μυστηρίου. Στὸ ἔργο του συχνὰ περιλαμβάνονται στοιχεῖα ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ καὶ τὴ ρωμαϊκὴ ἀρχαιότητα. Πέθανε στὴ Ρώμη τὸ 1978.]

(«Τεῦχος» 2 (Σεπτέμβριος 1989), σ. 24. Μετάφραση: Φ. Διακομίδου. Ἀναδημοσίευσις: «...Ἔγραψαν γιὰ τὴν Ἀκρόπολη (1850-1950)», Ἕνωση Φίλων τῆς Ἀκροπόλεως, β' ἔκδ. 2009 (α' ἔκδ. 2002), ISBN 978-960-86536-3-4, σελ. 69-71.)

* * *

Ἐμμανουὴλ Ροΐδης
Πάπισσα Ἰωάννα

[Ἡ Ἰωάννα στὴν Ἀκρόπολη τῶν Ἀθηνῶν.] Ὁ δίσκος τῆς Ἑκάτης, περικυκλούμενος ὑπὸ νεφῶν διαφανῶν ὡς σεμνὴ παρθένος ὑπὸ τῶν νυκτικῶν πέπλων της, ἔλαμπεν ἀκίνητος εἰς ὕψος ἀκαταμέτρητον, ἐπιχέων ἐπὶ τῶν ἀθανάτων ἐκείνων μαρμάρων λάμψιν λευκὴν καὶ ἀμυδράν, οἵαν καὶ ἐπὶ τοῦ κοιμωμένου Ἀδώνιδος, ὅτε ἐπεσκέπτετο αὐτὸν ἡ θεὰ ἐπὶ τῶν ἀκρωρειῶν τοῦ Λάτμου. Αἱ στῆλαι τοῦ Ὀλυμπιείου, οἱ ἐλαιῶνες, αἱ ροδοδάφναι, αἱ κορυφαὶ τῶν λόφων στεφόμεναι ὑπὸ ἐκκλησιῶν ἢ μνημείων, πάντα ταῦτα περιέσφιγγον τὴν ὅρασιν τῶν δύο νεανίσκων διὰ ζώνης καὶ αὐτοῦ τοῦ κεστοῦ τῆς Ἀφροδίτης θελκτικωτέρας, ἡ δὲ ἡδονή, ἣν ἠσθάνοντο ἐκ τοῦ πανοράματος τούτου, καθίστατο διπλασία, διότι μεθυσμένοι ὄντες ἔβλεπον τὰ πάντα διπλά.

(Ἐμμανουὴλ Ροΐδης, «Ἡ Πάπισσα Ἰωάννα».)

* * *

...καὶ στὸ καταμεσήμερο.

Ὀδυσσέας Ἐλύτης
Τὸ ἑλληνικὸ καλοκαίρι κατὰ τὸν E. Tériade

Στάλα στάλα συνάζει μέσα της ἡ καρυδιὰ τὴ σκοτεινὴ δροσιά. Τὸ κυπαρίσσι ἐρημώνει γύρω του τὰ πάντα κι ἀπομένει δασύ, κυρίαρχο. Ἴδια κι ὁ πλάτανος. Προστάτες φασματικοὶ τῶν κάμπων τῶς Ἀργολίδας καὶ τῆς Ἀρκαδίας.
Ἡ συκιὰ σταυρώνει τὰ χλωμά της μέλη, τεντώνεται μὲς στὸ πετσί της το γυαλιστερὸ καὶ τὸ χνουδάτο· τέλος, κάποτε, στρογγυλοκάθεται μέσα στὴν ἴδια της τὴν εὐωδιά.
Οἱ ροδιὲς ἀνάβουνε σὰν τὰ κοκόρια.
Ἡ ἐλιά, δίχως νὰ τὸ πολυσκεφτεῖ, δίνεται στὸν ἥλιο, στὸν ἄνεμο, σ᾿ ὅλα τὰ στοιχεῖα ποὺ ρημάζουνε τὸ κορμί της.
Οἱ ροδοδάφνες, ποὺ μοσκοβολοῦνε πικραμύγδαλο, σαλεύουνε, ὅμοια νερό, βαθιὰ στὶς κοῖτες τῶν ξεροπόταμων.
Σιγὰ σιγά, μὲς στὸ κατακαλόκαιρο, τὸ φῶς ἀφανίζει τὴν Ἑλλάδα. Χωνεύει τὰ νησιά, ἐξουδετερώνει τὶς θάλασσες, ἀχρηστεύει τοὺς οὐρανούς. Μήτε ποὺ βλέπεις πιὰ βουνά, μήτε δέντρα, μήτε πολιτεῖες, μήτε χῶμα καὶ νερό. Ἄφαντα ὅλα.
Πιωμένος φῶς -μονάχα μιὰ σκιὰ μαύρη- ὁ ἄνθρωπος. Μιὰ σκιὰ ποὺ μεγαλώνει, δυσανάλογα προστατευμένη ἀπὸ τὴν ἴδια του τὴ θυσία.

Ἡ ἀντίσταση σ᾿ ἕνα τέτοιο φῶς: νὰ ποιὸ εἶναι τὸ βαθύτερο νόημα τῆς ἑλληνικῆς ἀρχιτεκτονικῆς.
Μέσα στὴ διαφάνεια, πιὸ διάφανος ἀκόμη, πιὸ λευκός, ὁ Παρθενώνας δικαιώνει μυστηριακὰ τὴν ὕπαρξή του τὴν ὥρα ποὺ τὸ μεσημέρι τὸ ἀττικὸ φτάνει στή μεγαλύτερή του ἔνταση κι ὅπου μονάχα νεράιδες τριγυρνᾶν μὲς στὸ θαμπωτικὸ διάστημα.
Ἡ Ἑλλάδα στοὺς χάρτες ἀνύπαρχτη.
Λὲς καὶ βρῆκε ὁ κόσμος τὸ μακαρισμένο τέλος του σ᾿ αὐὴν τὴν ἀπόλυτη ἰσότητα.

Κι ὅμως, τὸ ἴδιο αὐτὸ φῶς, τὸ ἀστραφτοβόλο, τὸ καταιγιστικό, τὸ ἐπίμονο, ποὺ ἀναιρεῖ τὴν Ἑλλάδα μὲς στὰ μεσημέρια, τὴν ἀποκαθιστᾶ πάλι τὸ ἡλιοβασίλεμα κάτω ἀπὸ τὰ φαντασμαγορικὰ πυροτεχνήματα τοῦ δειλινοῦ καὶ ἀργότερα κάτω ἀπὸ τὴν τρυφερὴ παρουσία τῆς Σελήνης.
Τότε ξαναβρίσκει τὸν ἑαυτό της ἡ Ἑλλάδα. Ξαναγίνεται αὐτὸ ποὺ πραγματικὰ εἶναι. Ξαναπαίρνει στοὺς χάρτες τὴ θέση ποὺ τῆς ἀξίζει. Θέλω νὰ πῶ τὴ θέση τῶν ὀνείρων.

(Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Τὸ ἑλληνικὸ καλοκαίρι κατὰ τὸν E. Tériade», στὰ «Μικρὰ Ἔψιλον», στὸ «Ἐν λευκῷ», ἐκδ. Ἴκαρος, 2006 (ζ' ἔκδ.· α' ἔκδ. 1992), ISBN 960-7233-26-3, σελ. 214-216.)

* * *

Ὁ Παῦλος Νιρβάνας γιὰ τὸν Περικλῆ Γιαννόπουλο
Ἕνας οὐτοπιστὴς ἑλληνολάτρης

Ἕνα καλοκαιρινὸ ἀπόγεμα -ὁ ἥλιος ἤτανε ἀκόμη στὰ μεσούρανα- ὁ Περικλῆς Γιαννόπουλος ἦρθε στὸ σπίτι μου, χωρὶς νὰ τὸν περιμένω. Δὲν ἤτανε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ περιμένει κανείς. Ἔφτανε πάντα ἀπροειδοποίητος, σὰν τὸ γλυκόπνοο ἀεράκι καὶ σὰν τὴν ἀνοιξιάτικη βροχούλα. Καθόμουνα τότε σ᾿ ἕνα σπίτι τῆς Φρεατίδας, ἀπάνω ἀπ᾿ τὸ γλαυκότερο κῦμα τοῦ Αἰγαίου, καὶ δὲν ξέρω, ἂν ἤμουνα ἐγὼ ποὺ εἶχε τραβήξει τὸν ξανθὸν ἱππότη ἢ τὸ φῶς τῆς χαρούμενης ἀκρογιαλιᾶς.

«Ποῦ θὰ καθίσομε;» μοῦ εἶπε κοιτάζοντας ὁλόγυρά του.
Τὸν ἔβαλα στὸ γραφεῖο μου.
«Ἐδῶ;» μὲ ρώτησε μὲ κάποια στενοχώρια.
Τὸν εἶδα νὰ κοιτάζει μὲ μίσος τὰ κλειστὰ παράθυρα, τὰ σκοῦρα ἔπιπλα, τὶς σκοτεινὲς γωνιὲς τοῦ δωματίου.
«Πῶς ζεῖς ἐδῶ μέσα;» μοῦ εἶπε.
«Ποῦ θέλεις νὰ πᾶμε;» τὸν ἐρώτησα.
«Ἔξω, στὸ φῶς, στὴν Ἑλλάδα. Ἐδῶ δὲν εἶναι Ἑλλάς.»
«Μ᾿ αὐτὴ τὴν ἀντηλιά;»
«Ἔχεις, λοιπόν, κι ἐσὺ τὴν πρόληψη τῆς ἀντηλιᾶς;» μοῦ εἶπε θυμωμένος. «Πρέπει νὰ τὴ νικήσεις.»

Μὲ τράβηξε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ μὲ κατέβασε κάτω στὸ περιβόλι, μέσα σὲ μιὰ ἐκτυφλωτικὴ ἀντηλιά. Καθίσαμε σ᾿ ἕνα μπάγκο. Ἐκεῖνος ἔλεγε, ἔλεγε, ἔλεγε... Τὶ ἔλεγε δὲν ξέρω. Ὁ Γιαννόπουλος μποροῦσε νὰ μιλεῖ ὧρες ὁλόκληρες, χωρὶς νὰ ξέρεις στὸ τέλος τὶ σοῦ εἶπε. Εἶχα ὅμως τὴν αἴσθηση πάντοτε μιᾶς γοητείας, ποὺ δὲν μποροῦσες νὰ καταλάβεις, ἂν ἤτανε ἀπὸ τὰ λόγια ποὺ ἄκουσες, ἀπ᾿ τὴ μελωδία τῆς φωνῆς του ἢ ἀπὸ κάποια ἄλλη μυστικὴ ἐνέργεια ποὺ ἀκτινοβολοῦσε ὁ ἐσωτερικὸς παλμὸς τοῦ λόγου του. Καὶ τὸν ἄκουγες πάντα εὐχάριστα, ὅπως ἀκοῦς τὸ φλοῖσβο τοῦ κύματος καὶ τὸ κελάρυσμα τῆς πηγῆς, ποὺ σοῦ λένε πολλὰ χωρὶς νὰ σοῦ λένε τίποτε. Ὅταν σηκώθηκε νὰ φύγει -ἔφευγε πάντα ὅπως ἐρχότανε, σὰν ἕνα ὡραῖο φυσικὸ φαινόμενο- ἤμουνα ζαλισμένος ἀπὸ τὴν ἀντηλιά, τὰ μηλίγγια μου χτυπούσανε καὶ τὰ μάτια μου ἤτανε θαμπωμένα. Ἀνέβηκα στὸ σπίτι μου κι ἔπεσα μισοπεθαμένος σὲ μιὰ πολυθρόνα.

«Τί έπαθες; Εἶσαι ἄρρωστος;» μοῦ εἶπε ὁ Λάμπρος Πορφύρας, ποὺ ἦρθε σὲ λίγο νὰ μὲ πάρει, γιὰ νὰ κάνουμε τὸ συνηθισμένο μας περίπατο στὴ Φρεατίδα.
«Εἶμαι τὸ πρῶτο θύμα τῆς ἑλληνοποιήσεως», τοῦ ἀποκρίθηκα.
Καί, ὅταν τοῦ ἐξήγησα ποιὸς ἤτανε, λίγο πρίν, στὸ σπίτι μου, δὲν ἄργησε νὰ καταλάβει.

Μέσα στὸ ἐπεισόδιο αὐτὸ εἶναι ὁλόκληρος ὁ Περικλῆς Γιαννόπουλος. Ἕνας οὐτοπιστής, ποὺ ὀνειρευότανε ν᾿ ἀναστήσει γύρω του τὸ ἑλληνικό θαῦμα καὶ ποὺ ζοῦσε ὁ ἴδιος μὲ τὴν φαντασία του μέσα σ᾿ αὐτό. Τὸ ἑλληνικὸ φῶς, σὰν μιὰ ἀντίληψη φυσικὴ καὶ μεταφυσικὴ μαζί, ἤτανε ἡ θρησκεία του. Περπατοῦσε ὧρες μέσα στὸν φλογερώτερο ἥλιο, ρουφώντας τὸ φῶς μὲ ὅλους του τοὺς πόρους. Καὶ γι᾿ αὐτὸν ὅλη ἡ φύση, ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ὣς τὸ χορτάρι καὶ ὣς τὴν πέτρα, μονάχα μέσα στὸ φῶς ζοῦσε τὴν πιὸ ἐντατική της ζωή. Κάποτε τοῦ εἶχα συστήσει δύο νέους Ρώσσους «ἐντελεκτουέλ», τοὺς ἀδελφοὺς Πολλιακώφ. Μὴν ἔχοντας τὸν καιρὸ νὰ τοὺς ξεναγήσω, παρακάλεσα τὸν Γιαννόπουλο νὰ ἀναλάβει τὴν φροντίδα αὐτή. Δὲν μποροῦσα νὰ τοὺς δώσω καλύτερον ὁδηγὸ γιὰ τὴν ἐπίσκεψη τῶν ἑλληνικῶν τοπίων καὶ μνημείων. Ἔπειτα ἤτανε τόσο πολιτισμένος καὶ μιλοῦσε τόσο τέλεια τὰ γαλλικά, γιὰ νὰ τοὺς ἐξηγήσει τὸ καθετί. Ὁ εὐγενικὸς φίλος δέχθηκε εὐχαρίστως, τοῦ παρουσίασα τοὺς ξένους μου στὸ δωμάτιό του, ἕνα καμαράκι ὑπερώου, στὸ ἀπάνω πάτωμα κάποιου ξενοδοχείου τῆς πλατείας τοῦ Συντάγματος, πού, μὲ τὸ τίποτα καὶ μὲ τὴν λεπτότατη καλαισθησία του, τὸ εἶχε μεταβάλει σὲ μιὰ καλλιτεχνικὴ γωνίτσα, καὶ συμφωνήσανε τὴν ἄλλη μέρα νὰ πᾶνε στὴν Ἀκρόπολη. Ἤτανε Ἰούλιος μήνας καὶ τοὺς πῆγε στὸν Ἱερὸ Βράχο καταμεσήμερο, λέγοντάς τους, ὅτι μονάχα αὐτὴν τὴν ὥρα, ζοῦνε τὰ μάρμαρα, καὶ μονάχα αὐτὴν τὴν ὥραν θὰ μπορούσανε νὰ αἰσθανθοῦν στὴν σάρκα τους τὸν παλμὸν τῆς μυστικῆς των ζωῆς, κἀτω ἀπὸ τὰ φιλιὰ τοῦ Ἀπόλλωνα. Καὶ οἱ δύο νέοι Ρῶσοι, ποὺ ἦσαν ἀρκετὰ μυστικόπαθοι, ὅπως οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι τῆς φυλῆς τους, ὅταν κατέβηκαν, ξεθεωμένοι ἀπὸ τὴ ζέστη καὶ τὴν ἀντηλιά, βεβαίωναν, ὅτι, πράγματι, κάποιος θεῖος «ἰχὼρ» κυκλοφοροῦσε, τὴν ὥρα ἐκείνη, στὴν σάρκα τῶν ἀρχαίων μαρμάρων.

(Παῦλος Νιρβάνας, «Ἕνας οὐτοπιστὴς ἑλληνολάτρης», στὰ «Φιλολογικὰ ἀπομνημονεύματα».)

* * *

[Σημ.: Ἡ πρώτη φωτογραφία, τοῦ Χρήστου Πατσατζῆ, ἀπὸ τὸ Bring Them Back.]

Παρασκευή, 13 Αυγούστου 2010

Στὸν κάμπο τοῦ Μαραθῶνα

Ὁ πόλεμος τοῦ Μαραθῶνα
(Μαραθών)

Μιὰ φορὰ ᾿ς τὸν καιρὸ τῶν Ἑλλήνων ἦρθαν πολλαῖς φούσταις ᾿ς αὐτὸν τὸν κάμπο. Οἱ Ἀθηναῖοι, ποὺ εἶχαν τὸ στρατό τους πάνω ᾿ς τῆς Γριᾶς τὸ μανδρί, ἔπεσαν κατὰ πάνω τους καὶ τόσο πολλοὺς ἐσκότωσαν, ποὺ ἐκοκκίνησε ἀπὸ τὸ αἷμα τὸ ποτάμι.

Ὁ πεζοδρόμος τοῦ Μαραθῶνα
(Ἀττική)

᾿Σ τὸν κάμπο τοῦ Μαραθῶνα ἔγινε μιὰ φορὰ μεγάλη μάχη. Τοῦρκοι πολλοὶ μὲ ἄρμενα πολλὰ ἦρθαν νὰ σκλαβώσουν τὴ χώρα καὶ ἀπ᾿ ἐκεῖ νὰ περάσουν ᾿ς τὴν Ἀθήνα. Δὲν ἐπῆγαν γραμμὴ ᾿ς τὴν Ἀθήνα, γιατὶ οἱ Ἕλληνες ἐφύλαγαν μὲ πολλὰ πλεούμενα καὶ τρικάταρτα τὸν Πειραιᾶ. Ἐσυνάχτηκαν ἀπ᾿ ὅλα περίγυρα τὰ χωριὰ καὶ ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, κ᾿ ἔπιασαν πόλεμο φριχτό. Ἂν τοὺς νικήσουμε, σοῦ λέγει, ἐδῶ, πάει, τοὺς σπάσαμε· δὲ θὰ ἰδοῦν τὴ στράτα νὰ φύγουν.

Ἐπολέμησαν ἀπὸ τὴν αὐγὴ ἕως τὸ βράδυ. Ἀπελπισμένοι ἐπολέμησαν οἱ ἐχτροί, ἀλλὰ πλέον ἀπελπισμένοι ἐπολέμησαν οἱ Ἕλληνες. Τὸ αἷμα ἐπῆγε ποτάμι· ἔφτασεν ἕως τὰ ῥιζὰ τοῦ Βρανᾶ καὶ ἕως τὸ Μαραθῶνα ἀντίκρυ. Ἔσυρεν ὣς τὴ θάλασσα κ᾿ ἔβαψε κατακόκκινα τὰ κύματα. Θρῆνος καὶ κακὸ ἔγινε. Τέλος ἐνίκησαν οἱ Ἕλληνες. Οἱ Τοῦρκοι ἔτρεξαν νὰ γλυτώσουν ᾿ς τὰ καράβια. Οἱ Ἕλληνες τοὺς ἐκυνήγησαν κ᾿ ἐκεῖ, τοὺς κατάσφαξαν, κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἐχτροὺς δὲν ἐγύρισε πίσω.

Ἔτρεξαν τότε δύο νὰ φέρουν τὴν εἴδηση ᾿ς τὴν Ἀθήνα. Ὁ ἕνας ἔτρεξε καβαλλάρης, ὁ ἄλλος πεζὸς κι᾿ ἀρματωμένος. Ὁ καβαλλάρης ἐπῆγεν ἀπὸ τὸ Χαλάντρι· ὁ πεζὸς ἔπιασε τὴ Σταμάτα. Φτεροπόδαρος ἀνέβηκε τὸν Ἀφορεσμὸ καὶ κατέβηκε ᾿ς τὸ χωριό. Καθὼς τὸν εἶδαν οἱ γυναῖκες ἔτρεξαν κοντά του· «Σταμάτα, τοῦ φώναζαν, σταμάτα!» Ἤθελαν νὰ τὸν ἐρωτήσουν τὶ ἀπόγινε ἡ μάχη. Ἐστάθηκε μιὰ στιγμὴ νὰ πάρῃ φύσημα, κ᾿ ἔπειτα, πάλι δρόμο. Τέλος φτάνει ᾿ς τὸ Ψυχικό· ἐκεῖ ἐπῆγε νὰ ξεψυχήσῃ, πιάστηκε ἡ ἀναπνοή του, τὰ πόδια του ἔτρεμαν, τώρα ἔλεγε νὰ πέσῃ. Ἀντρειεύεται τότε καὶ παίρνει βαθυὸ ἀνασασμό, καὶ μιὰ καὶ δύο, ἔφτασε τἐλος ᾿ς τὴν Ἀθήνα. «Ἐνικήσαμε!» εἶπε, κ᾿ ἔπεσε εὐτὺς κ᾿ ἐξεψύχησε. Ὁ καβαλλάρης ταχυδρόμος ἀκόμα δὲν ἐφάνηκε!

Ἐκεῖ ὅμως ποὺ σταμάτησε ὁ πεζοδρόμος κ᾿ ἐκεῖ ποὺ πῆρε ἀνάσα, ἄφησε τ᾿ ὄνομα τοῦ καμώματός του. Τὸ πρῶτο χωριὸ τ᾿ ὠνόμασαν Σταμάτα, τὸ δεύτερο Ψυχικό.

Ὁ κάμπος τοῦ Μαραθῶνα
(Σοῦλι καὶ Βρανᾶ τοῦ δήμου Μαραθῶνος)

᾿Σ τὸν κάμπο τοῦ Μαραθῶνα ἀκούγονται πολλαῖς φοραῖς τὴ νύχτα φωναῖς λυπητεραῖς, σὰ γυναικῶν ποὺ νὰ τοῖς βασανίζουν. Ὅσο κοντοζυγώνεις ᾿ς τὸ μέρος ποὺ ἀκούγονται οἱ φωναῖς, τόσο αὐταῖς ἀλαργεύουν.

(Νικολάου Πολίτου, «Μελέται περὶ τοῦ βίου καὶ τῆς γλώσσης τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Παραδόσεις Α'», Ἀθῆναι, ἐκδοτικὸς ὀργανισμὸς «Ἐργάνη» - Ε.Π.Ε., 1965.)

* * *

Σὰν σήμερα - 2499 χρόνια πρίν

13 Αὐγούστου, κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς, 490 π.Χ., ἡ Μάχη τοῦ Μαραθῶνος. Σὰν σήμερα, πρὶν 2499 χρόνια (490 π.Χ. - 2010 μ.Χ.· ὑπενθυμίζουμε ὅτι τὸ ἡμερολόγιό μας δὲν περιλαμβάνει ἔτος μηδέν). Ἀπὸ ἐφέτος, ὅμως, τιμοῦμε τὰ 2500 χρόνια τῆς μάχης ποὺ καθόρισε τὴν μοῖρα τοῦ κόσμου. Ἀλλὰ καὶ τοῦ μαραθωνίου δρόμου, μὲ ἀρχὴ τὸν θρυλικὸν ἐκεῖνον δρομέα ποὺ ξεψύχησε μὲ τὸ «νενικήκαμεν!» Στὶς 31 Ὀκτωβρίου ἐφέτος, ὁ κλασσικὸς μαραθώνιος δρόμος θὰ εἶναι μιὰ σπουδαία τελετὴ τιμῆς ἀπὸ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα στοὺς ἥρωες ἐκείνους ποὺ μὲ τὸ αἷμά τους ἐθεμελίωσαν τὸν παγκόσμιο πολιτισμό.

13 Αὐγούστου, 1999 μ.Χ., Λαμία. Ὁ ὑποφαινόμενος ὀνομάζεται Δόκιμος Ἔφεδρος Ἀξιωματικός. (Ναί, γιὰ κάποιους, μερικὲς συμπτώσεις ἔχουν σημασία.) Αὐτὸ ποὺ θυμᾶται σήμερα ἐντονότερα ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα, εἶναι ἡ συγκίνησις καὶ ἡ ὑπερηφάνεια στὰ μάτια τοῦ πατέρα του, μόλις ὡλοκληρώθηκε ἡ τελετή. Καὶ ἀναρωτιέται, μιὰ ἑβδομάδα τώρα, ἂν μπόρεσε ποτὲ νὰ δείξῃ στὸν πατέρα του τὴν δική του ὑπερηφάνεια καὶ εὐγνωμοσύνη γι᾿ αὐτόν...

* * *

Ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι ἐνῶ οἱ λαϊκὲς παραδόσεις ποὺ κατέγραψε ὁ Νικόλαος Πολίτης ἀναφέρουν τοὺς ἀρχαίους εἰσβολεῖς ὡς Τούρκους, ἡ γραφὶς τῶν λογίων τῆς Ἐπαναστάσεως, ἀλλὰ καὶ ἀγράμματοι ἀκόμη ἀγωνιστές, συγκινούμενοι ἀπὸ τὴν ἀρχαία δόξα τῆς Ἑλλάδος ποὺ ἀνασταίνεται, ἀποκαλοῦν τοὺς Τούρκους, Πέρσες! Ἔτσι, τὸν Μαραθῶνα καὶ τὸν Μιλτιάδη ἐπικαλεῖται ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης στὴν προκήρυξι «Μάχου ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος» καὶ καλεῖ τοὺς Ἕλληνες νὰ μιμηθοῦν τοὺς προγόνους, «οἵτινες κατέκοψαν τοσάκις τοὺς ἀναριθμήτους στρατοὺς τῶν βαρβάρων Περσῶν, τῶν ὁποίων τοὺς βαρβαροτέρους καὶ ἀνανδροτέρους ἀπογόνους πρόκειται εἰς ἡμᾶς σήμερον, μὲ πολλὰ μικρὸν κόπον, νὰ ἑξαφανίσωμεν ἐξ ὁλοκλήρου.» Ὁ δὲ Νικηταρᾶς ὁ Τουρκοφάγος, «Σταθῆτε Πέρσαι νὰ πολεμήσωμε!», φωνάζει στοὺς Τούρκους στὴν μάχη τῶν Δολιανῶν -Περσιάνους μάλιστα τοὺς ἀπεκάλει.

Σὲ ἀμφότερες τῆς περιπτώσεις, ἡ ἴδια πραγματικότης· ὁλόκληρη ἡ Ἱστορία τῆς Φυλῆς μας συγχρόνως παρούσα, ὄχι νεκρὸ γράμμα, ἀλλὰ ζωντανὴ παράδοσις, αἷμα κοχλάζον στὸ σῶμα τῶν ἀνδρῶν καὶ τῶν γυναικῶν τοῦ λαοῦ μας.

* * *

ΜΑΧΟΥ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ

[...] Ἂς καλέσωμεν λοιπὸν ἐκ νέου, ὦ Ἀνδρεῖοι καὶ μεγαλόψυχοι Ἕλληνες, τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν κλασικὴν γῆν τῆς Ἑλλάδος! Ἂς συγκροτήσωμεν μάχην μεταξύ τοῦ Μαραθῶνος καὶ τῶν Θερμοπυλῶν! Ἂς πολεμήσωμεν εἰς τοὺς τάφους τῶν Πατέρων μας, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ μᾶς ἀφήσωσιν ἐλευθέρους, ἐπολέμησαν καὶ ἀπέθανον ἐκεῖ! Τὸ αἷμα τῶν τυράννων εἶναι δεκτὸν εἰς τὴν σκιὰν τοῦ Ἐπαμεινώνδου Θηβαίου, καὶ τοῦ Ἀθηναίου Θρασυβούλου, οἵτινες κατετρόπωσαν τοὺς τριάκοντα τυράννους, εἰς ἐκείνας τοῦ Ἁρμοδίου καὶ Ἀριστογείτονος, οἱ ὁποῖοι συνέτριψαν τὸν Πεισιστρατικὸν ζυγόν, εἰς ἐκείνην τοῦ Τιμολέοντος, ὅστις ἀπεκατέστησε τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν Κόρινθον καὶ τὰς Συρακούσας, μάλιστα εἰς ἐκείνας τοῦ Μιλτιάδου καὶ Θεμιστοκλέους, τοῦ Λεωνίδου καὶ τῶν τριακοσίων, οἵτινες κατέκοψαν τοσάκις τοὺς ἀναριθμήτους στρατοὺς τῶν βαρβάρων Περσῶν, τῶν ὁποίων τοὺς βαρβαροτέρους καὶ ἀνανδροτέρους ἀπογόνους πρόκειται εἰς ἡμᾶς σήμερον, μὲ πολλὰ μικρὸν κόπον, νὰ ἑξαφανίσωμεν ἐξ ὁλοκλήρου. Εἰς τὰ ὅπλα λοιπὸν φίλοι· ἡ Πατρὶς Μᾶς Προσκαλεῖ!

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΥΨΗΛΑΝΤΗΣ
Τὴν 24ην Φεβρουαρίου 1821
Εἰς τὸ γενικὸν στρατόπεδον τοῦ Ἰασίου

(Προκήρυξις Ἀλεξάνδρου Ὑψηλάντου, Ἰάσιον, 24-2-1821.)

* * *

Ἡ ἀφιλοκέρδεια τοῦ Νικηταρᾶ

Δημήτριος Kαμπούρογλου

25 Μαρτίου 1927

ν ἀπὸ τὰ ὄνειρά μου ἦτο -καὶ συνήθως τὰ ὄνειρα τῆς ἡμέρας δὲν ἐπαληθεύουν- νὰ γράψω διὰ τοὺς ἐλληνοτουρκικοὺς πολέμους τοῦ Ἀγῶνος, ἐν συγκρίσει καὶ ἐκ παραλλήλου πρὸς τοὺς ἑλληνοπερσικοὺς τῆς ἀρχαιότητος, μετὰ προσφυγῆς ἐνίοτε, πρὸς πλήρη παραλληλισμόν, καὶ εἰς τὰ Ὁμηρικὰ ἔπη.

Πρέπει νὰ ὁμολογήσω ἐν τούτοις, ὅτι τὴν σκέψιν ταύτην ὀφείλω εἰς τὸν Νικηταρᾶν, ὅστις βλέπων τοὺς Τούρκους φεύγοντας πανικόβλητους εἰς τὴν μάχην τῶν Δολιανῶν, ἐφώναζεν εἰς αὐτούς: «Σταθῆτε Πέρσαι νὰ πολεμήσωμε!» -Περσιάνους μάλιστα τοὺς ἀπεκάλει. [...]

Ἡ βοὴ καὶ ὁ ἀλαλαγμὸς τῶν Δερβενακιῶν πολὺ ὡμοίαζε πρὸς τὴν θρυλικὴν βοήν, τὴν ὁποίαν ἀκόμη καὶ τώρα τὰ μεσάνυκτα τὴν ἀκούουν οἱ βοσκοὶ ποὺ διανυκτερεύουν εἰς τὶς πλαγὲς τῶν βουνῶν, τὰ ὁποῖα στεφανώνουν τὸν Μαραθῶνα, καὶ εἰς τὰ ἐρείπια τοῦ Βρανᾶ. [...]

(«Τὸ Εἰκοσιένα», πανηγυρικοὶ λόγοι ἀκαδημαϊκῶν, ἐκδ. Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, Ἵδρυμα Κώστα καὶ Ἑλένης Οὐράνη, Ἀθῆναι 1977· ἀναδημοσίευσις: Μυριόβιβλος.)

* * *

Πότε ἀκριβῶς ἔτρεξε ὁ Φειδιππίδης;

(Σημ.: Ἡ ἡμερομηνία τῆς 13ης Αὐγούστου εἶχε προταθεῖ καὶ παλαιότερα ὡς ἡ πιθανότερη, γιὰ τοὺς ἴδιους ἢ ἄλλους λόγους, ἀπὸ ἄλλους ἐρευνητές. Βλ. π.χ. στὴν «Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους» τῆς Ἐκδοτικῆς Ἀθηνῶν.)

Οι επιστήμονες επικέντρωσαν τις γνώσεις τους σχετικά με τη χρονολόγηση ιστορικών γεγονότων και υπολόγισαν ότι η μάχη του Μαραθώνα - το ορόσημο αυτό για όλη την Ευρώπη - έγινε την ίδια ακριβώς ημερομηνία που άρχισαν και οι 28οι Ολυμπιακοί Αγώνες στην Αθήνα...

Χ. Βάρβογλης

Σύμφωνα με την παράδοση, το χαρμόσυνο μήνυμα της νίκης των Αθηναίων στον Μαραθώνα έφερε το απόγευμα στην Αθήνα ένας ανώνυμος οπλίτης, που αμέσως μετά την κραυγή «νικήσαμε» έπεσε νεκρός από την εξάντληση. Προς ανάμνηση αυτού του γεγονότος στους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας το 1896 καθιερώθηκε ένας δρόμος αντοχής μήκους όση είναι η απόσταση Μαραθώνα - Αθήνας. Μια εντελώς πρόσφατη έρευνα ομάδας καθηγητών του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Τέξας, με επικεφαλής τον καθηγητή Ντον Ολσον, υποδεικνύει ότι η επέτειος αυτής της μάχης συμπίπτει με την έναρξη των εφετινών Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.

H χρονολόγηση γεγονότων που έχουν συμβεί κατά την αρχαιότητα είναι ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα, και απαιτεί συνδυασμό πληροφοριών και γνώσεων από διαφορετικές πηγές. Κλασικό παράδειγμα αποτελεί ο καθορισμός της χρονολογίας της μάχης του Μαραθώνα. Ο πατέρας της Ιστορίας Ηρόδοτος αναφέρει ότι μόλις οι Αθηναίοι πληροφορήθηκαν την απόβαση του περσικού στρατού στην παραλία του Μαραθώνα έστειλαν τον δρομέα Φειδιππίδη στη Σπάρτη με την εντολή να ζητήσει τη βοήθεια των Λακεδαιμονίων. Ο Φειδιππίδης κάλυψε την απόσταση των 240 χιλιομέτρων που χωρίζει τις δύο πόλεις σε μόλις δύο ημέρες και βρήκε τους Λακεδαιμόνιους πρόθυμους να βοηθήσουν. Του είπαν όμως ότι εκείνη την ημέρα η Σελήνη ήταν μόλις 8 ημερών και για θρησκευτικούς λόγους το εκστρατευτικό στρώμα δεν μπορούσε να ξεκινήσει από τη Σπάρτη πριν από την πανσέληνο, δηλαδή ύστερα από έξι μέρες. Πραγματικά, το εκστρατευτικό σώμα αναχώρησε την επομένη της πανσελήνου. Οι πάνοπλοι Σπαρτιάτες περπατώντας τουλάχιστον 14 ώρες την ημέρα κάλυψαν την απόσταση έως την Αθήνα σε μόλις τρεις ημέρες, έφθασαν όμως την επομένη της μεγάλης μάχης. Αυτά τα στοιχεία που δίνει ο Ηρόδοτος αποτέλεσαν το κλειδί για τη χρονολόγηση της μάχης του Μαραθώνα, αφού η απαγόρευση της έναρξης νέας εκστρατείας ίσχυε μόνο κατά τον μήνα Κάρνειο του σπαρτιατικού ημερολογίου.

Στην αρχαία Ελλάδα το ημερολόγιο που ακολουθούσαν οι διάφορες πόλεις-κράτη ήταν σεληνο-ηλιακό. Οι μήνες άρχιζαν κατά τη νουμηνία, δηλαδή την ημέρα της νέας Σελήνης, δύο εβδομάδες πριν από την πανσέληνο, και διαρκούσαν εναλλάξ 29 ή 30 ημέρες. Επομένως, αφού η φάση της Σελήνης είναι η ίδια για όλη τη Γη, όλοι οι Ελληνες είχαν πρωτομηνιά την ίδια ημέρα. H αρχή όμως του έτους ήταν συνδεδεμένη με τον Ηλιο και τις εποχές του έτους, και δεν ήταν η ίδια για όλες τις πόλεις-κράτη. H Αθήνα είχε πρωτοχρονιά κατά την πρώτη νουμηνία μετά το θερινό ηλιοστάσιο, ενώ η Σπάρτη είχε πρωτοχρονιά κατά την πρώτη νουμηνία μετά τη φθινοπωρινή ισημερία. Επειδή μεταξύ της φθινοπωρινής ισημερίας και του θερινού ηλιοστασίου μεσολαβούν εννέα μήνες, ήταν εύκολο στους αρχαιολόγους να βρουν την αντιστοιχία μεταξύ των μηνών του αθηναϊκού ημερολογίου, το οποίο αποτελεί τη βάση χρονολόγησης για την κλασική περίοδο της αρχαιότητας, και εκείνων του σπαρτιατικού. Ο Κάρνειος μήνας των Σπαρτιατών, λοιπόν, βρέθηκε ότι αντιστοιχεί στον Μεταγειτνιώνα μήνα των Αθηναίων και με βάση το γεγονός ότι η πανσέληνος του Μεταγειτνιώνα το 490 π.X. έπεφτε κατά το σύγχρονο ημερολόγιο στις 9 Σεπτεμβρίου, υπολογίστηκε ότι η μάχη θα πρέπει να δόθηκε στις 12 του ίδιου μήνα.

Φαίνεται όμως ότι κατά τους παραπάνω υπολογισμούς έγινε ένα σημαντικό λάθος. Μεταξύ της φθινοπωρινής ισημερίας και του θερινού ηλιοστασίου μεσολαβούν 271,5 ημέρες. Αυτό το χρονικό διάστημα αντιστοιχεί σε 9 ηλιακούς μήνες των 30 και 31 ημερών, όπως αυτοί του σύγχρονου ημερολογίου, αλλά σε 9 και 1/5 σεληνιακούς μήνες των 29 και 30 ημερών του αρχαίου ελληνικού ημερολογίου. Αυτό σημαίνει ότι κατά μέσον όρο σε κάθε τέσσερις χρονιές, κατά τις οποίες στο διάστημα αυτό περιέχονται 9 νουμηνίες, αντιστοιχεί και μία χρονιά κατά την οποία στο διάστημα αυτό περιέχονται 10 νουμηνίες! Κατά σύμπτωση, όπως διαπίστωσαν οι καθηγητές του Πανεπιστημίου του Τέξας, η χρονιά της μάχης του Μαραθώνα ανήκε στη δεύτερη, πιο σπάνια, περίπτωση. Μεταξύ της φθινοπωρινής ισημερίας και του θερινού ηλιοστασίου μεσολάβησαν 10 νουμηνίες.

Ετσι, όταν ξεκίνησε η νέα χρονιά για τους Αθηναίους, είχαν ήδη περάσει δέκα μήνες για τους Σπαρτιάτες και όχι εννέα, όπως συνέβαινε συνήθως. Επομένως το καλοκαίρι του 490 π.X. ο Κάρνειος μήνας των Σπαρτιατών δεν αντιστοιχούσε στον Μεταγειτνιώνα των Αθηναίων αλλά στον προηγούμενο μήνα, τον Εκατομβαιώνα. Για να βρεθεί λοιπόν η ακριβής ημερομηνία της μάχης του Μαραθώνα θα έπρεπε απλώς να υπολογιστεί πότε έπεφτε η πανσέληνος, στο μέσον του ενδέκατου μήνα του σπαρτιατικού ημερολογίου. Ενας στοιχειώδης υπολογισμός δείχνει ότι αυτή η πανσέληνος έπεφτε στις 10 Αυγούστου του 490 π.X., οπότε και η μάχη του Μαραθώνα, που έγινε κατά τον Ηρόδοτο τρεις ημέρες μετά την πανσέληνο, θα πρέπει να συνέβη στις 13 Αυγούστου. Σύμφωνα λοιπόν με αυτούς τους υπολογισμούς, η επέτειος του μαραθώνιου δρόμου συμπίπτει με την ημέρα της τελετής έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004! Μια σύμπτωση που έχει την αξία της, εφέτος που οι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες ξαναγύρισαν στην πόλη από την οποία ξεκίνησαν πριν από 108 χρόνια.

Ο Κάρνειος και ο Μεταγειτνιών

Ο Κάρνειος μήνας των Σπαρτιατών πήρε το όνομά του από τον μάντη Κάρνο, ο οποίος σκοτώθηκε πέφτοντας από το άλογό του κατά τις μάχες που ακολούθησαν την εισβολή των Δωριέων στην Πελοπόννησο. Ο θεός της μαντικής Απόλλων θεώρησε τους Λακεδαιμονίους υπεύθυνους για τον θάνατο του Κάρνου και τους τιμώρησε προκαλώντας επιδημία στην πόλη τους. Για να εξευμενίσουν τον Απόλλωνα οι Σπαρτιάτες θεσμοθέτησαν τη γιορτή των Καρνείων κατά τον ομώνυμο μήνα, κατά τη διάρκεια της οποίας δεν επιτρεπόταν να ξεκινήσει εκστρατεία.

Ο Μεταγειτνιών μήνας του αθηναϊκού ημερολογίου είχε πάρει το όνομά του από τη συνήθεια των αρχαίων Αθηναίων να μετακομίζουν κατά το τέλος του καλοκαιριού. Αξίζει να επισημάνουμε ότι τη συνήθεια αυτή είχαν και οι σύγχρονοι Αθηναίοι του 19ου αιώνα. Ο Εκατομβαιών μήνας του αθηναϊκού ημερολογίου πήρε το όνομά του από τα 100 βόδια που θυσιάζονταν κάθε χρόνο προς τιμήν του θεού Απόλλωνα.

«Το Βήμα», 29-8-2004
Κωδικός άρθρου: B14250H031