«Tὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική· τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου. Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου.» (Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἄξιον ἐστί»)

Σελίδες Πατριδογνωσίας - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2010

Ἡ γραμμὴ τοῦ ὁρίζοντος

Βιβλιοπαρουσιάσεων συνέχεια. Ἄκουσα κάπου τὸν Χρῆστο Γιανναρᾶ νὰ χαρακτηρίζῃ τὴν «Γραμμὴ τοῦ ὁρίζοντος» τοῦ Χρήστου Βακαλόπουλου, ὄχι μόνον ἀντάξια, ἀλλὰ καὶ ἕνα βῆμα παραπέρα ἀπὸ τὴν Γενιὰ τοῦ ᾿30 (στὸν δρόμο τῆς ἀναζητήσεως τῆς ἑλληνικότητος, τοῦ συλλογικοῦ μας εἶναι, στοὺς σύγχρονους πλέον καιρούς).

Ποιός ἦταν ὁ Χρῆστος Βακαλόπουλος (1956-1993), συγγραφεύς, σκηνοθέτης, ραδιοφωνικὸς παραγωγός; Ἦταν ἀριστερός -ἂν κρίνουμε ἀπὸ τὸ ὅτι ἔγραφε στὴν «Αὐγὴ» καὶ στὸ «Ἀντί»; Χάθηκε μόλις στὰ 37 του, ἀπὸ τὴν ἐπάρατον νόσον. (Ἂν ζοῦσε, σήμερα μπορεῖ καὶ νὰ τὸν ἀποκαλοῦσαν «χριστιανοφασίστα»... (Τὸ μάτι ἑνὸς ἔμπειρου φυσιοδίφη διακρίνει ἀρχικὰ συμπτώματα «νεορθοδοξίας».) Ἦταν αὐτὸ τὸ κάποτε ἑλληνοκεντρικό, λέγουν μερικοί, ΚΚΕ Ἐσωτερικοῦ; Δὲν γνωρίζω. Μιλοῦμε γιὰ ἕναν ἄλλον κόσμο!) Ὁ Χρίστος Γούδης, φαντάζομαι, δὲν θὰ ἐδίσταζε νὰ τὸν κατατάξῃ, ποιητικῶς, ἀπὸ κάποια κείμενά του, στὴν χορεία τῶν ἱπποτῶν τῆς «ὑπερβατικῆς» Δεξιᾶς· νὰ μάχεται «ἀλλοῦ καὶ κάπως» (ἀναμείνατε τὴν ἑπόμενη βιβλιοπαρουσίασι), ἐνάντια στὸν Γοδεφρεῖδο Βιλλεαρδουίνο καὶ τὸν Βονιφάτιο τὸν Μομφερατικό... Παίζω καὶ ἐγὼ τώρα, ἴσως ἀτυχῶς, διότι οἱ ταμπέλες μικρὴ σημασία ἔχουν γιὰ ἕνα ὁπωσδήποτε ξεχωριστὸ πνεῦμα.

Ξεφυλλίζω τὴν «Γραμμὴ τοῦ ὁρίζοντος». Φροντισμένη ἔκδοσις, μὲ μιὰ ὄμορφη ζωγραφιὰ στὸ ἐξώφυλλο, σὲ πολυτονικό, νοσταλγικὸ σὰν τὶς γραμμὲς τοῦ βιβλίου, ἀπὸ τὴν Ἑστία (α' ἔκδ. 1991, δ' ἀνατ. 2008, ISBN 960-05-0335-4). Στὸ ὀπισθόφυλλο, μιὰ ἐνσάρκωσις τῆς Ἑλληνικῆς Σημαίας:

«Ἡ ταυτότητά της γράφει Ρέα Φραντζῆ, ἐλαφρὰ ντυμένη, ἔχει μερικὰ λεφτά, κάθεται μὲ τὴν πλάτη ἀκουμπισμένη στὸν τοῖχο τοῦ μικροῦ μαγέρικου, στὴν πλατεία τοῦ Ἄνω Κάμπου, ἀπέναντι ἀπὸ τὴν ἄσπρη ἐκκλησία, χιλιάδες χρόνια μετὰ τὴν Ἀποκάλυψη, ἐννιακόσια χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ ὁ μοναχὸς Χριστόδουλος ἔχτισε ἕνα μοναστήρι ἐκεῖ ποὺ ἦταν ὁ ναὸς τῆς Ἀρτέμιδος, τρεῖς μέρες ἀπὸ τότε ποὺ χώρισε μὲ τὸν ἄντρα της. Ἡ ἄσπρη ἐκκλησία τρυπάει τὸν γαλάζιο οὐρανό, γιὰ πρώτη φορὰ βλέπει ζωντανὴ μπροστά στὰ μάτια της τὴν ἑλληνικὴ σημαία. Κάτω ἀπὸ τὴ σημαία παρελαύνει πάνοπλος ὁ ξανθὸς κόσμος, πηγαίνει νὰ ψηθεῖ, πηγαίνει γιὰ μπάνιο, τρέχει νὰ ξεκουραστεῖ. Κανεὶς δὲν προσέχει τὴ σημαία ποὺ στέκει ἀόρατη, μόνο μιὰ γυναίκα ποὺ μόλις χώρισε εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν ἀντιληφθεῖ, βγάζει τὰ μαῦρα γυαλιὰ καὶ ὁ ἥλιος τὴν τυφλώνει.»

Θὰ διαβάσετε σὲ πολλὲς κριτικὲς ὅτι τὸ βιβλίο αὐτὸ εἶναι γραμμένο μὲ ἰδιαίτερο στύλ. Μικρὲς φρασοῦλες, εἰκόνες, αἰσθήματα καὶ μνῆμες, παρατίθενται ἡ μιὰ δίπλα στὴν ἄλλη μὲ ἕνα κόμμα νὰ τὶς χωρίζει, ἄλλες καλοῦν ἄλλες, ξανάρχονται οἱ πρῶτες, καλοῦν νέες... Σὰν νὰ μιμεῖται τὶς εἰκόνες καὶ τὰ αἰσθήματα ποὺ ἔρχονται στὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά, τοὺς συνειρμούς τους, ὅπως τὸ ἕνα φέρνει τὸ ἄλλο καὶ ὅλα σχετίζονται. Ἴσως καὶ τοὺς γρήγορους χτύπους τῆς καρδιᾶς τῆς ταραγμένης ἀπὸ τὸν πρόσφατο χωρισμό της ἡρωίδος. Στὶς 160 περίπου σελίδες τοῦ βιβλίου, ὅλα συμβαίνουν μέσα της.

Ὁ συγγραφεὺς ἔχει εὐαίσθητες κεραῖες. Πιάνει ἀποχρώσεις λεπτές, ἀλλὰ βαθειές. Καὶ κάπως ἀλληγορικά, ἐκφράζει καίρια τὴν οὐσία, δὲν περιγράφει τὴν ἐπιφάνεια, γράφονται μόνα τους θὰ ἔλεγα τὰ ἴχνη στὴν ἀνθρώπινη ψυχή.

Ξεχωρίζω: ἡ ξανθὸς κόσμος (σελ. 14)· ἡ μουσική (σελ. 18)· οἱ ἄνθρωποι τῶν ἄλλων ἐποχῶν (σελ. 22)· ἡ τηλεόρασις· ἡ γειτονιά, κάποτε κέντρον τοῦ κόσμου, ἐξαφανίζεται (σελ. 38)· ὁ σταυρὸς καὶ τὸ κερί (σελ. 43)· «ἀπὸ μικρὴ ἔμαθε νὰ λέει ὄχι» (σελ. 53)· ἡ ἑλληνικὴ σημαία (σελ. 59)· παλιά, ὅλη ἡ ἑβδομάδα ἦταν ἕνα τεράστιο Σάββατο· «τὸ Σάββατο νικήθηκε κατὰ κράτος ἀπὸ τὸ ἀπόγευμα τῆς Κυριακῆς μὲ τὴ βοήθεια τῶν ἐφημερίδων» (σελ. 65)· οἱ σταυροφόροι τουρίστες καὶ ὁ αὐτοκράτορας Ἀλέξιος Κομνηνὸς τοῦ παλαιοῦ, ἀληθινὰ πολιτισμένου κόσμου (σελ. 75)· «ἔπρεπε αὐτὴ ἡ συνοικία νὰ μείνει ὅπως ἦταν τὸν Ἰούλιο τοῦ 1965, ἀλλὰ μαζεύτηκαν ὁ Βοημοῦνδος, ὁ Γοδεφρεῖδος ντὲ Μπουγιὸν καὶ διάφοροι ἄλλοι πολιτικοὶ ἐπιστήμονες οἱ ὁποῖοι σᾶς ἔπεισαν νὰ γκρεμίσετε τὸ Κυψελάκι [σ.σ. τὸν θερινὸ κινηματογράφο], νὰ ἐκσυγχρονισθεῖτε» (σελ. 82)· «μέχρι τὸν Ἰούλιο τοῦ 1971 οἱ Ἕλληνες εἶχαν κάτι ἐντελῶς δικό τους, ἤξεραν νὰ ντρέπονται ἐνῶ ὅλοι οἱ ἄλλοι ἤξεραν νὰ ἔχουν ἐνοχές» (σελ. 95)· «Γνωρίστηκαν στὴ Βενετία μὲ τὸν Γιάννη, μπροστὰ στὸν Ἅγιο Μάρκο, μπροστὰ στοὺς κλεμμένους βυζαντινοὺς θησαυρούς. [...] Οἱ Βυζαντινοὶ αὐτοκράτορες ἐμπόδιζαν ἀκόμη καὶ τὴν πορεία πρὸς τὰ μακαρόνια μὲ κιμά, αὐτὸ ἦταν ἀπαράδεκτο, ἀπὸ τὸ 1204 καὶ μετὰ ἐπανορθώθηκε αὐτὴ ἡ ἀδικία.» (σελ. 99)· ὁ παλιὸς κινηματογράφος καὶ ἡ οὐρά (σελ. 117)· «παλιὰ ὑπῆρχαν τρία μέρη στὸν κόσμο· ἡ Κυψέλη, ἡ Ἑλλάδα καὶ ὁ πλανήτης Γῆ» (σελ. 127)· ὁ Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος καὶ ὁ Γοδεφρεῖδος Βιλλαρδουίνος (σελ. 136).

Μᾶλλον κουραστικὴ καταγραφή -περισσότερο γιὰ δική μου ἀναφορά. Ἀλλὰ ἂς ἀφήσουμε τὸ κείμενο νὰ μιλήσῃ (σελ. 75-78):

Προκυμαία

Κωνσταντινούπολη, Πάτμος, Πειραιάς, Κατάκωλο, Βενετία. Ἕνα πλωτὸ σκηνικὸ ὀρθώνεται μπροστά της, τὸ κρουαζιερόπλοιο Orient Express ἀπὸ μακριὰ τὴν χαιρετάει κι ἀπὸ κοντὰ τῆς λέει ὅτι βρίσκεται στὸ σωστὸ μέρος, σ᾿ ἕναν κόμβο τῆς διαδρομῆς ἀπὸ τὴν πιὸ μελαγχολικὴ Ἀνατολὴ στὴν πιὸ κουρασμένη Δύση καὶ πίσω πάλι. Κάποτε τὸ ταξίδι αὐτὸ συνοδευόταν ἀπὸ ποταμοὺς αἵματος καὶ τώρα κατεβαίνουν ἀπὸ τὴν πλωτὴ καθεδρικὴ γιὰ ἐπίσκεψη στὸ μοναστήρι ἀδιάφοροι ἐπισκέπτες μὲ ὁμοιόμορφες τσάντες. Εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνοι ἀπὸ τοὺς σταυροφόρους γιατὶ δὲν ξέρουν τὶ κάνουν, δὲν γνωρίζουν ὅτι εἶναι ἕνας στρατὸς χωρὶς ἀρχηγοὺς ποὺ δὲν πρόκειται νὰ σταματήσει πρὶν ρίξει τὸ ἴδιο ἀδιάφορο φωτογραφικὸ βλέμμα καὶ στὸ τελευταῖο κομμάτι τοῦ ἀληθινὰ πολιτισμένου κόσμου, ἐκείνου τοῦ κόσμου ποὺ δὲν καμώνεται ὅτι εἶναι πολιτισμένος, ἐκείνου τοῦ κόσμου ποὺ κουράστηκε νὰ εἶναι πολιτισμένος. Εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνοι ἀπὸ τοὺς σταυροφόρους γιατὶ δὲν ἰκανοποιοῦνται μὲ τίποτα, δὲν ἔχουν κανένα στόχο, ὁ κόσμος ἔχει φωτογραφηθεῖ χιλιάδες φορές κι ἐκεῖνοι ἐπιμένουν χωρὶς νὰ ξέρουν γιατὶ τὸ κάνουν, ἔρχονται κατὰ κύματα καὶ δὲν ἐκτονώνονται ποτέ, τοὺς πέρασε ἡ ἰδέα ὅτι ἂν φωτογραφίζεις ἀντὶ νὰ χύνεις αἷμα, θὰ ἀπομακρυνθεῖ μιὰ γιὰ πάντα ὁ ὄλεθρος, ἀλλὰ πέφτουν ἔξω γιατὶ ἡ καταστροφὴ εἶναι πιὸ κοντὰ παρὰ ποτὲ καὶ κανένα παχύρρευστο στρῶμα εἰκόνων δὲν πρόκειται νὰ τὴν ξορκίσει.

Εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνοι ἀπὸ τὸν Βοημοῦνδο γιατὶ δὲν ὑπάρχει ὁ αὐτοκράτορας Ἀλέξιος Κομνηνὸς νὰ στέκεται ὄρθιος καὶ νὰ παρακολουθεῖ τὴν ὀχλαγωγία τους, ἐγὼ θὰ πάρω τὴν Ἀντιόχεια, ἐγὼ θὰ γίνω βασιλιὰς τῆς Ἱερουσαλήμ, σὲ μένα ἀνήκει ἡ Τύρος. Ἀκόμα καὶ τὸ αἷμα μπορεῖς νὰ τὸ χορτάσεις ἐνῶ τώρα δὲν πρόκειται νὰ σταματήσουν ποτὲ νὰ βγάζουν φακοὺς ἀπὸ αὐτὲς τὶς ὁμοιόμορφες τσάντες, δὲν πρόκειται νὰ σταματήσουν ποτὲ νὰ παίρνουν πόζες μπροστὰ στὰ μνημεῖα ἑνὸς πολιτισμοῦ ποὺ εἶχε τουλάχιστον τὴν τύχη νὰ ταπεινωθεῖ καὶ κουράστηκε νὰ παριστάνει κάτι, δὲν πρόκειται νὰ ὑποχωρήσουν ποτὲ γιατὶ ἔπαψαν νὰ ἔχουν ἐχθροὺς καὶ προσπαθοῦν νὰ ἀξιοποιήσουν τὸ χρόνο τους. Παλεύουν μ᾿ ἕναν ἀνύπαρκτο ἐχθρὸ κι ἁπλώνουν ἕνα παχύρρευστο στρῶμα εἰκόνων γιὰ νὰ ἀποδείξουν τὴν ὕπαρξή του, μάχονται ὥστε νὰ τὸν συλλάβουν καὶ νὰ τὸν καθηλώσουν. Ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη στὴ Βενετία τὸ Orient Express κυνηγάει τὸν ἀπόντα χρόνο καὶ δὲν τὸν βρίσκει ποτὲ γιατὶ ἀκόμα καὶ ἡ πιὸ ἀδέξια καὶ κακοκαδραρισμένη τουριστικὴ φωτογραφία εἶναι ἡ ζωντανὴ ἀπόδειξη ὅτι ἡ παραμικρὴ στιγμὴ μπερδεύεται μὲ τὴν αἰωνιότητα. Αὐτὸ προσπάθησε νὰ ἐξηγήσει ὄρθιος καὶ σχεδὸν σιωπηλὸς ὁ αὐτοκράτορας τῶν Ρωμαίων Ἀλέξιος Κομνηνὸς στὸν Βοημοῦνδο καὶ τοὺς κόμητες καί, βέβαια, δὲν τὰ κατάφερε. Προσπάθησε νὰ τοὺς ἐξηγήσει ὅτι δὲν ὑπάρχει χρόνος, δὲν ἔπρεπε νὰ βιάζονται, ὅλοι οἱ τόποι εἶναι ἅγιοι, ὅλοι οἱ τόποι εἶναι ἁμαρτωλοί, θὰ ζήσετε μέσα στὸν πόνο καὶ πρέπει νὰ συνηθίσετε, μόλις κατακτηθεῖ ἡ Ἱερουσαλήμ θὰ πάψει νὰ σᾶς ἐνδιαφέρει. Δὲν κατάλαβαν ὅτι ἔπρεπε νὰ συνηθίσουν στὸν πόνο καὶ σιγὰ σιγὰ μετέφεραν τὴν προσπάθεια στὶς φωτογραφίες, αὐτὲς τὶς μούμιες τῆς στιγμῆς. Τὴ θέση τῆς Ἱερουσαλήμ τὴν πῆρε ἡ κάθε στιγμή, νά γιατὶ δὲν πρόκειται νὰ σταματήσουν ποτὲ νὰ πυροβολοῦν μὲ τὶς μηχανές τους καὶ νὰ σκοτώνουν ὅλες τὶς στιγμές, νὰ τὶς κάνουν πόζες. Προσπαθοῦν νὰ ξεχάσουν τὸν πόνο, μάχονται μὲ τὸν ἀνύπαρκτο χρόνο, φωτογραφίζουν τὰ πάντα. Ἀκόμα καὶ τὸ αἷμα μπορεῖς νὰ τὸ χορτάσεις. Ὁ αὐτοκράτορας τῶν Ρωμαίων Ἀλέξιος Κομνηνὸς προσπάθησε νὰ ὑπερασπισθεῖ τὴν αἰωνιότητα, ἀλλὰ αὐτοὶ εἶχαν στήσει μιὰ διεκδικητικὴ μηχανή, οἱ κόμητες εἶχαν συνδικαλισθεῖ κι ὅλο ψιθύριζαν μεταξύ τους «καὶ ποιός νομίζει ὅτι εἶναι αὐτός», ὅλο μουρμούριζαν «κι ἐμεῖς εὐγενεῖς εἴμαστε». Ὁ αὐτοκράτορας προσπάθησε νὰ ἀντισταθεῖ στὴ διαδικασία ποὺ θὰ κατέληγε στὰ κρουαζιερόπλοια καί, βέβαια, δὲν τὰ κατάφερε. Ὅταν χόρτασαν τὸ αἷμα σκέφτηκαν νὰ ἀξιοποιήσουν τὸ χρόνο τους, ἀγόρασαν ὁμοιόμορφες τσάντες καὶ τὶς γέμισαν μὲ φακούς. Εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνοι ἀπὸ τὸν Βοημοῦνδο, ἔρχονται καὶ φεύγουν, κάθε καλοκαίρι προσθέτουν νέες εἰκόνες στὴ συλλογή τους, τσουβαλιάζουν τὶς στιγμὲς γιὰ νὰ ἔχουν τὸ χειμώνα νὰ δείχνουν ὁ ἕνας στὸν ἄλλον. Ὅλο τὸ χειμώνα δείχνουν ἀκινητοποιημένες στιγμὲς ὁ ἕνας στὸν ἄλλον καὶ κανεὶς δὲν πιστεύει τὸν ἄλλον, κοιτάζουν μὲ ὅλο καὶ μεγαλύτερη ἀδιαφορία ὁ ἕνας τὶς ἀκινητοποιημένες, βαλσαμωμένες στιγμὲς τοῦ ἄλλου κι αὐτὸ τοὺς κάνει νὰ ἐπιστρέφουν ξανὰ καὶ ξανά, κάθε καλοκαίρι. Δὲν πρόκειται νὰ σταματήσουν ποτέ, εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνοι ἀπὸ τοὺς σταυροφόρους καὶ δὲν ὑπάρχει πιὰ ὁ φρουρὸς τῆς αἰωνιότητας νὰ σταθεῖ ὄρθιος ἀπέναντι στὴν γκρίνια τους, ὑπάρχει μόνο μιὰ γυναίκα τριανταδύο χρόνων στὴν προκυμαία τῆς Σκάλας Πάτμου. Τὸ βλέμμα της διατρέχει τὴν ἐπιγραφὴ Orient Express, δὲν ἔχει πάει στὴν Κωνσταντινούπολη, λέγεται Ρέα Φραντζῆ καὶ φοβᾶται νὰ πάει ἐκεῖ ποὺ τὴν καλεῖ τὸ ὄνομά της. Ἔχει πάει στὴ Βενετία καὶ δὲν πρόκειται νὰ ξαναπάει, θὰ τὴν ἀφήσει νὰ βουλιάξει ἥσυχη μέσα στὶς ἁμαρτίες της. Ἔρχεται ἀπὸ τὸν Πειραιὰ καὶ δὲν πρόκειται νὰ ξαναγυρίσει, βρίσκεται στὸ σωστό μέρος, χαμένη κάπου ἀνάμεσα στὸν μελαγχολικὸ ὕπνο τῆς Ἀνατολῆς καὶ στὴν κουρασμένη ἀυπνία τῆς Δύσης. Ἔχει πάει στὴ Βενετία, ἐκεῖ γνώρισε τὸν ἄντρα της. Τοῦ εἶπε ἀμέσως ναί, προσπάθησε ν᾿ ἀκινητοποιήσει τὴ στιγμὴ καί, βέβαια, δὲν τὰ κατάφερε. Δὲν πρόκειται νὰ γυρίσει ποτέ, τὸ Orient Exrpess θὰ φύγει σὲ λίγο, μαζεύουν τοὺς φακούς, τοὺς τακτοποιοῦν στὶς ὁμοιόμορφες τσάντες τους. Εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνοι ἀπὸ τοὺς σταυροφόρους καὶ τοὺς συγχωρεῖ γιατὶ δὲν τὸ ξέρουν, δὲν πρόκειται νὰ τὸ μάθουν ποτέ. Τὸ πλωτὸ σκηνικὸ θὰ συνεχίσει νὰ ἀξιοποιεῖ τὸν ἀνύπαρκτο χρόνο ἐνῶ στὰ ψαροκάικα κυματίζει κουρελιασμένη ἡ σημαία τοῦ αὐτοκράτορα.

* * *

Σχετικῶς:

+ Τὸ ἐπίσης ἐξαιρετικὸ κεφάλαιο, ἀπὸ τὸ ἴδιο βιβλίο, «Μοναστήρι» (σελ. 99-103).
+ Ἕνα κείμενο γιὰ τὸν κινηματογράφο: «Εἴμαστε ὅλοι κινηματογραφιστές».
+ Καὶ ἄλλα ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν «Γραμμὴ τοῦ ὁρίζοντος».
+ Ἕνα ἄρθρο τοῦ Nίκου Γ. Ξυδάκη («Ὅλοι μαζί, ἕνας ἕνας», «Ἡ Καθημερινή», 27-11-2005).

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2010

Μητέρα, μητέρα, θεία γῆ ἑλληνική

Οἱ τρεῖς ὁμιλίες τοῦ Δημήτρη Πικιώνη στὴν Σχολὴ Ἀρχιτεκτόνων τοῦ Ε.Μ.Π., τὸ 1965

Δημήτρης Πικιώνης (1887-1968), ἀρχιτέκτων, ζωγράφος, φιλόσοφος, ἀκαδημαϊκός, μελετητής καὶ μύστης τῆς ἑλληνικῆς παραδόσεως (γνωρίζετε ὅλοι ἀσφαλῶς τὰ ἔργα του στὸν λόφο τοῦ Φιλοπάππου), ἔκανε τρεῖς ὁμιλίες στὴν Σχολὴ Ἀρχιτεκτόνων τοῦ Ε.Μ. Πολυτεχνείου, στὶς 11, 18, 25 Ἰαν. 1965. Οἱ ὁμιλίες αὐτὲς ἦταν χαμένες μέχρι τὸ 1987. Τότε, κατὰ τὴν διάρκεια μετακομίσεως τῶν γραφείων τῆς Ἕδρας Πολεοδομίας τῆς Ἀρχιτεκτονικῆς Σχολῆς τοῦ Ε.Μ.Π., στὸ βάθος ἑνὸς μεταλλικοῦ συρταριοῦ βρέθηκαν οἱ ἠχογραφήσεις τῆς δεύτερης καὶ τῆς τρίτης ὁμιλίας. Ὁ θησαυρὸς αὐτὸς παρέμεινε ἀδημοσίευτος μέχρι τὸ 2009, ὁπότε καὶ ἐξεδόθη σὲ ἕνα ὑπέροχο βιβλίο- λεύκωμα: Δημήτρης Φιλιππίδης, «Δημήτρης Πικιώνης: Οἱ ὁμιλίες τοῦ ᾿65», ἐκδ. Μέλισσα, 2009, ISBN 978-960-204-2885.

Ἡ σχέσις τοῦ Πικιώνη μὲ τὸν Περικλῆ Γιαννόπουλο

Ὁ Πικιώνης εἶχε τὴν τύχη νὰ γνωρίσῃ μικρὸς τὸν Περικλῆ Γιαννόπουλο, ἀλλὰ καὶ τὸν Δημήτριο Καμπούρογλου. Ὅπως λέγει ὁ ἴδιος («Αὐτοβιογραφικὸ σημείωμα»), ὁ Γιαννόπουλος καὶ ὁ Παρθένης ἔπεισαν τὸν πατέρα του νὰ τὸν ἀφήσουν νὰ σπουδάσῃ ζωγραφική. Χαρακτηρίζει δὲ τὸν Γιαννόπουλο ὡς «τὸ εὐγενέστερο καὶ πλέον ὑπερήφανο εἶδος τοῦ Ἕλληνα».

Στὴν τρίτη ὁμιλία τοῦ 1965, ὁ Πικιώνης κάνει μιὰ ἐνδιαφέρουσα ἀναφορὰ στὸν Γιαννόπουλο (προηγουμένως ἀναφέρεται στὸν Ἄγγελο Σικελιανό, ἀκολούθως στὸν Ζὰν Μορεάς), ἐπιβεβαιώνοντας πόσο ἐμπνεύσθηκε ἀπὸ τὸν τελευταῖο καὶ δίνοντάς μας τὸ δικαίωμα νὰ τὸν θεωροῦμε τεκμηριωμένα πλέον ὡς ἕναν ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους- συνεχιστὲς τοῦ ἀξέχαστου προφήτου τοῦ Ἑλληνισμοῦ.

«Μητέρα, μητέρα»

...ἐπαναλαμβάνει ὁ Πικιώνης τὰ λόγια τοῦ Γιαννόπουλου γιὰ τὴν θεία ἑλληνικὴ γῆ, καὶ συμπληρώνει:

«Καὶ μόνο ποὺ τὰ εἶπε αὐτά, μοῦ φτάνει.»

Χειρόγραφο τοῦ Δημήτρη Πικιώνη μὲ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸν Γιαννόπουλο.
(ἀπὸ τὸ ἴδιο βιβλίο, σελ.76)

Ἀκολουθεῖ τὸ σχετικὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὶς ὁμιλίες τοῦ Πικιώνη (σελ. 54-56).

Τρίτη ὁμιλία: «Συναισθηματικὴ τοπογραφία» [1]

«[...]

Σὲ αὐτὸ ἀναφέρω μερικὰ τοῦ Περικλῆ Γιαννόπουλου, τὸν ὁποῖον εἶχα γνωρίσει πολὺ βαθιά, ἂν θέλετε. Καί, τοῦ ἀφιερώνει [ὁ Ἄγγελος Σικελιανός], δὲν τό ᾿χω αὐτό, γιατὶ μόνο ἂν τό ᾿βρισκα καὶ τὸ συνταίριαζα μὲ τοῦτο, τὶ τοῦ λέει, ἐκεῖ θὰ βλέπατε τὴν πραγματικὴ οὐσία τοῦ Γιαννόπουλου ἀλλὰ ὡς, ἀδιάφορο ἂν ἀπὸ μία πλευρὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ τὸν βρεῖ σὰν -θέλω νὰ πῶ- νὰ μπορεῖ νὰ τοῦ ἀνεύρει ἴσως καὶ κάποιον ἀρνητικὸν χρακτῆρα. Εἶναι πολὺ αὐστηρὸς μὲ αὐτόν. Σὲ ὅλα μπορεῖ νὰ βρεῖ ἕνα ἀρνητικό.

Εἶχα συζητήσει μὲ τὸν Ἀποστολάκη [2] ὁ ὁποῖος ἦταν ἀρνητὴς τοῦ Παλαμᾶ. Ἐν τούτοις ὅταν διαβάζω αὐτά, βλέπω ὅτι ἐκεῖνος ἔμενε στὴν καθαρὰ κριτική, καὶ ἡ καθαρὰ κριτικὴ ὅ,τι καὶ νά ᾿ναι κι αὐτὴ σὰν ποίηση, ἀλλὰ πάντως δὲν κάνει ποίηση. Κι ἔτσι μὲ τὸν χρόνο ἔνιωσα πὼς ὁ Παλαμᾶς ἦταν ποιητής· τοῦτος [ὁ Περικλῆς Γιαννόπουλος] ἦταν ἑραστὴς τοῦ τόπου. Καὶ μόνο γι᾿ αὐτὴν του τὴ διείσδυση, φτάνει. Μιὰ φορὰ πῆγα στὴ γωνιά του καὶ μοῦ ᾿δειχνε: «Αὐτὴ ἡ γωνιὰ εἶναι ἡ σύνοψις τῆς δημιουργίας μου.» Ἀλλὰ μέσα μου -μοῦ φαίνεται τὸ ξανά ᾿πα αὐτό- εἶδα κάποια ἔλλειψη. Δὲν μπορῶ νὰ δεχθῶ ὅτι αὐτὸ ἦταν τὸ ἅπαντο τῆς ἑλληνικῆς δημιουργίας. Ἦταν πολὺ ἐπιμέρους. Πίσω ἀπ᾿ αὐτὸ καὶ πέρα απ᾿ αὐτό, τί ἦταν;

«Μητέρα, μητέρα» -μόνο ποὺ τὰ λέει αὐτά, μοῦ φτάνουν. Τὸν ἀναφέρω γι᾿ αὐτό, «Μητέρα, μητέρα». Μόνο ποὺ τά ᾿πε αὐτά. Μοῦ φτάνει, δὲν ζητῶ τίποτε ἄλλο:

«Μητέρα, μητέρα, θεία γῆ ἑλληνική, καὶ σεῖς, γηγενεῖς, θεοὶ ἑλληνικοί [...]. Ἀνάστησε, ὦ θεία μητέρα, τὰ νέα σώματα καὶ τὰ νέα πνεύματα. [...] καὶ καταπέμψετε σεῖς, ὦ ὡραῖοι θεοὶ ἑλληνικοί [...] τὴν πανεύμορφον θείαν χάριν σας.» [3]

Φτάνει ὅτι τά ᾿δε [ὁ Γιαννόπουλος], ὅτι τὰ ἀντίκρισε ἀπ᾿ αὐτό. «Ἕνα τιποτένιο παιδί». Ἦταν πανέμορφος δέ, δὲν ὑπῆρχε ἄλλος. Καὶ ἐκεῖνο τὸ ποίημα τοῦ Σικελιανοῦ, τοῦ ὁποίου δὲν εἶχα τὴν ἔκδοση ἐδῶ, ἀκριβῶς μιλάει γι᾿ αὐτό. [4]

Κάποτε ζήτησα νὰ μιλήσω καὶ μουγκάθηκα, δὲν μποροῦσα νὰ ἀναχθῶ. Ὁ Σικελιανὸς τὰ λέει αὐτά, ὅτι κανεὶς δὲν ἦταν τόσο αὐτό, κανεὶς δὲν ἦταν νὰ κρατήσει ἕνα κλωνάρι ἐλιᾶς ἢ ἕνα στάχυ σὰν κι αὐτόν. «Ἕνα τιποτένιο παιδί» (τοῦ ὀφείλουμε νὰ τοῦ ἀναγνωρίσουν τὴ μία μορφὴ ἐδῶ: ) «τρέχον στῶν γλαυκῶν βουνῶν τῆς Ἀττικῆς τὰ Ἀδώνια φῶτα, εἶδε, στῶν κατάλαμπρων μεσημεριῶν τὰ καταγάλανα οὐράνια, νὰ περνᾶ τὸ ὁλόλευκον ἄτι τῆς ἀναγεννήσεως μὲ τὰ τρισμέγιστα κάτασπρα πτερά». [5]

Φτάνει· εἶναι ὀπτασίες αὐτές.

«Ἀπώτατα εἰς τοὺς κυανοροδίνους ἀέρας ἀσημένια καμπάνα σημαίνει τὸν ὄρθρον τῆς ἀναγεννήσεως.» [6]

«Μητέρα, μητέρα, θεία γῆ ἑλληνική, καὶ σεῖς, γηγενεῖς, θεοὶ ἑλληνικοί, μή, μὴν ἀφίσετε, τὴν καταποντισμένη στὶς ἀτιμίες φυλή σας, νὰ χαθῆ. Ἀνάστησε, ὦ θεία μητέρα, τὰ νέα σώματα καὶ τὰ νέα πνεύματα, διὰ τοὺς κυκλώπειους πολέμους καὶ καταπέμψετε σεῖς, ὦ ὡραῖοι θεοὶ ἑλληνικοί [...] τὴν πανεύμορφον θείαν χάριν σας, εἰς τὸ πνεῦμα τὸ ἑλληνικόν.» [3]

Γιὰ τὸν ἑαυτόν του πάλι:

«Ἕνα τιποτένιο παιδί, τρέχον στῶν γλαυκῶν βουνῶν τῆς Ἀττικῆς τὰ Ἀδώνια φῶτα, εἶδε, στῶν κατάλαμπρων μεσημεριῶν τὰ καταγάλανα οὐράνια νὰ περνᾶ τὸ ὁλόλευκον ἄτι τῆς ἀναγεννήσεως.» [6]

Φτάνει αὐτὴ ἡ ἑνότης.

[...]»

Σημειώσεις:
[1] Ὁ τίτλος εἶναι ἴδιος μὲ αὐτὸν προηγούμενου ἄρθρου τοῦ Πικιώνη στὸ περιοδικὸ «Τὸ 3ο μάτι» (2-3/1935).
[2] Γιάννης Ἀποστολάκης (1886-1947), φιλόλογος καὶ κριτικός.
[3] Περικλῆς, Γιαννόπουλος, «Ἔκκλησις πρὸς τὸ Πανελλήνιον Κοινόν», 1907 (δεύτερη προμετωπίδα)
[4] Βλ. Ἄγγελος Σικελιανός, «Περικλῆς Γιαννόπουλος», Λυρικός Βίος, τόμ. Β', 63-67.
[5] Περικλῆς, Γιαννόπουλος, «Ἔκκλησις πρὸς τὸ Πανελλήνιον Κοινόν», 1907 (πρώτη προμετωπίδα)
[6] Περικλῆς, Γιαννόπουλος, «Νέον Πνεῦμα», 1906 (πρώτη προμετωπίδα).

Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2010

Ἡ ποικίλη δράσις τῶν στοχαστικῶν προσαρμογῶν

Ὁ ἀγαπητὸς LoMak (ὁ ὁποῖος σύν τοῖς ἄλλοις ἀνεβάζει τὶς ἐκπομπὲς τοῦ Νεοκλῆ Σαρρῆ στὸ youtube), μᾶς προσέφερε τὴν περασμένη Τρίτη μιὰ ἐνδιαφέρουσα ὀμιλία τοῦ Σαράντου Καργάκου:


Ὁ συγγραφέας, ἱστορικὸς καὶ φιλόλογος, κ. Σαράντος Καργάκος, παρουσίασε στὶς 2-11-2009, στὸ βιβλιοπωλεῖο «Αἰγηίς», τὰ βιβλία του «Λιβύη: Ἀναζητώντας τὸ χαμένο «σίλφιο» στὴν ἑλληνικὴ Κυρήνη» καὶ «Κ.Π. Καβάφης: Ἡ νεώτερη αιγυπτιακή σφίγγα».

Συναρπαστικός, ὅπως πάντοτε. Γιὰ τὴν «Λιβύη» δὲν θὰ πῶ πολλά, παρὰ μόνον ὅτι ἀποδεικνύεται ὁ Σαράντος Καργάκος καὶ σπουδαῖος ταξιδιωτικὸς συγγραφεύς. Εἶχα ἀναφερθεῖ πρὸ καιροῦ στὸ βιβλίο του «Οἱ Πέρσες κι ἐμεῖς».

Ἀκούγοντας ὅμως τὴν παρουσίασι τοῦ βιβλίου γιὰ τὸν Καβάφη, καὶ διαβάζοντας στὸ Δίκτυο τὸ κείμενο τοῦ ὀπισθοφύλλου, ἐξεπλάγην.
(Σαράντος Ι. Καργάκος, «Κ.Π. Καβάφης: Ἡ νεώτερη αἰγυπτιακὴ σφίγγα», Ἀρμός, 2009, ISBN 978-960-527-538-9.
«Δὲν μένω στὸ ὅτι ὁ Καβάφης ἦταν ἕνα ἄτομο προβληματικό. Ὑποστηρίζω ὅτι ὁ ἴδιος ἦταν -καὶ εἶναι- ἕνα ἀπέραντο πρόβλημα, ἕνα τεράστιο σὰν τὴ Σφίγγα ἐρωτηματικό, ποὺ κι ἂν νομίσεις πὼς ἔχεις ἀπαντήσει, ἤδη σοῦ ἔχει δημιουργήσει ἄπειρα ἄλλα ἐρωτηματικά. Ἕνα παράδειγμα: στὴν ἰδιορρυθμία τῆς προσωπικῆς του συμπεριφορᾶς καὶ στὴν ἰδιόρρυθμη ἐρωτογραφία του, τί νόημα μπορεῖ νὰ εἶχε ἡ πολιτική ἐρωτοτροπία του -στὸ μέτρο ποὺ εἶναι ἀληθινὴ- μὲ τὸν φασισμό: Ἦταν πίστη ὴ «βίτσιο» παροδικό;»)

Ἀγόρασα σήμερα (ἐχθές) τὸ βιβλίο καί, κατ᾿ ἀρχήν, ἐθαύμασα γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ τὸ εὔρος καὶ τὸ βάθος τῆς μορφώσεως τοῦ ἀξίου αὐτοῦ δασκάλου, τοῦ Σαράντου Καργάκου. Ὁ Καβάφης εἶναι ἕνα μόνον ἀπὸ τὰ τόσα θέματα ποὺ ἔχει μελετήσει ὁ συγγραφεύς, καὶ ἡ μελέτη του, ὅμως, πολύχρονη καὶ ἐπίμονη, εἶναι ἐξαντλητική.

Τὸ βιβλίο ἐξετάζει τὴν προσωπικότητα τοῦ Καβάφη ὅσον ἀφορᾷ στὴν πολιτικὴ (πολιτικὸς ἢ ἀπολιτικός; ), στὴν θρησκεία (ἀρχαιολάτρης ἢ χριστιανός; πιστὸς ἢ ἄθεος; μεταφυσικός, μυστικιστὴς ἢ ὀρθολογιστής; ), τὴν ἑλληνικότητα (ἑλληνοκεντρικὸς ἢ κοσμοπολίτης; καὶ πῶς ἀκριβῶς; -«ἑλληνικός», λέγει ὁ ἴδιος, καὶ ἀναλύεται αὐτὸ ἀπὸ τὸν συγγραφέα), τὸν ἐρωτισμό καὶ τὴν πρακτικὴ ἢ νοητὴ ὁμοφυλοφιλία, τὰ πάθη καὶ τὴν φιλοδοξία τοῦ ποιητοῦ· ἐξετάζεται δὲ ἡ ἀντιμετώπισίς του ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ καὶ ξένη κριτικὴ στὸ πέρασμα τοῦ χρόνου, ἐπισημαίνονται δὲ οἱ παραναγνώσεις του καὶ ἡ γιὰ ἰδεολογικοὺς λόγους πολεμικὴ ἐναντίον του ἢ ἡ διαστρέβλωσις καὶ χρησιμοποίησίς του ἀπὸ πολλοὺς (δημοτικιστές, ἀριστερά) [1]

Τὸ περὶ φασισμοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον κάνει νύξιν καὶ στὴν ὀμιλία του ὁ συγγραφεύς, εἶναι ἕνα μόνον καὶ ὄχι τὸ σημαντικότερον ἀπὸ τὰ πολλὰ θέματα τοῦ «αἰνίγματος Καβάφη» ποὺ θίγονται στὸ βιβλίο. Ἀλλά, ἐπειδὴ ἐμεῖς εἴμεθα σκανδαλοθηρικὸν ἱστολόγιον καὶ πρέπει νὰ κεντρίσωμεν τὸν ἀναγνώστην, παρουσιάζωμεν τὸ ἐπίμαχον δημοσίευμα τῆς ἐφημερίδος «Σκρίπ», 26-4-1928, σελ. 2, κάτω ἀριστερά

[Σημ. 22-2-2010: Φάρσα τῆς ἐποχῆς, ὅπως φαίνεται, καὶ ὅπως μοῦ ἐπισημάνθηκε, πιθανὸς τινὸς ἐκ τοῦ κύκλου τῶν λογίων τῆς Ἀλεξάνδρειας -βλ. διάψευσι στὴν ἐφημερίδα «Ταχυδρόμος» τῆς Ἀλεξάνδρειας, 1-5-1928]:
«Ἐκδηλώσεις ὑπὲρ τοῦ φασισμοῦ
Τηλεγραφήματα καὶ ἐπιστολαὶ πρὸς τὸν κ. Ὑψηλάντη
Ἐξ Ἀλεξανδρείας
Πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἑνώσεως τῶν Ἑλλήνων Φασιστῶν ἀπεστάλη ἐξ Ἀλεξανδρείας ἡ κατωτέρω ἐπιστολή:
Ἔντιμε καὶ ἔνδοξε Ἀρχηγέ,
Πλήρεις εὐφροσύνης καὶ ἀγαλλιάσεως διὰ τὴν ὑφ᾿ ἡμῶν ἀνάληψιν τῆς ἀρχηγίας τοῦ Φασιστικοῦ ἀγῶνος διαδηλοῦμεν τὴν ἀπεριόριστον ἀφοσίωσίν μας εἰς τὰ Ἰδεώδη τοῦ Φασισμοῦ καὶ ἀπεκδεχόμεθα παρ᾿ ὑμῶν τὴν πραγμάτωσιν ἱερῶν σκοπῶν, ἀναστήλωσιν γοήτρου Ἑλληνικοῦ ὀνόματος, ἀποκατάστασιν ἱερῶν καὶ αἰωνίων θεσμῶν, ἐκρίζωσιν ψυχοφθόρων καὶ ἐθνοφθόρων τάσεων μαλλιαρισμοῦ, κομμουνισμοῦ, δημοκρατισμοῦ.
Παρακαλοῦμεν ὅπως μᾶς δεχθῆτε ὑπὸ τὴν ἀμίαντον σημαίαν σας.
Ἡ φασιστικὴ ὁμάς
Σωκ. Λαγουδάκης, Βασ. Ἀθανασόπουλος, Κ. Καβάφης, Γ. Πετρίδης, Σ. Γιαννακάκης, Ν. Καρδάρης, Μ. Ἀνταῖος, Γιάγκος Περίδης.
(Ἕπονται καὶ ἄλλαι ὑπογραφαί)»

Ὁ Καργάκος -δὲν ἔχει υπ᾿ ὅψιν τὴν διάψευσι- συνιστᾷ, ὀρθῶς, νὰ μὴν σταθοῦν σὲ αὐτὸ οἱ ἀναγνῶστες, διότι θὰ παρανοήσουν τὸν ποιητή. Ἡ ἐρωτοτροπία του μὲ τὸν φασισμὸ ἦταν κάτι παροδικό, σημειώνει, καὶ γιὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ μεσοπολέμου ὄχι περίεργο. Πολλοὶ πνευματικοὶ ἄνθρωποι συνεκινήθησαν εἴτε ἀπὸ τὸν φασισμό εἴτε ἀπὸ τὸν κομμουνισμό. [2] Ἐπιπλέον, ὁ Καβάφης οὐδέποτε ἔβαλε ὁποιαδήποτε ἰδεολογία (ἀντιθέτως ἀπὸ ὅ,τι ὁ Ρίτσος π.χ.) ἢ ὁποιαδήποτε ἐξουσία ἐπάνω ἀπὸ τὴν ποίησι.

Ὅπως σημειώνει ὁ Καργάκος, ὁ Καβάφης «πρέπει νὰ εἶχε μελετήσει τὶς θεωρίες τοῦ Νίτσε, ἔστω καὶ ἐγκυκλοπαιδικῶς, πρέπει νὰ εἶχε ὑπόψη του τὶς ἀπόψεις ποὺ διατύπωνε στὰ Ἀλεξανδρινὰ περιοδικὰ «Νέα Ζωὴ» καὶ «Γράμματα» ὁ Γεώργιος Σκληρός», ὅμως εἶναι καταδικαστικὸς γιὰ τὸν νιτσεϊσμό, ἀπαξιεῖ δὲ νὰ ἀσχοληθῇ κἂν μὲ τὸν κομμουνισμό. Σὲ ἕνα δὲ σημείωμά του ἀποδοκιμάζει τὶς «νέες φιλοσοφικὲς ἰδέες τοῦ σωστοῦ τῆς ὑπερισχύσεως τοῦ δυνατοῦ». (Ἀντιθέτως ἀπὸ τὸν ἐνθέρμως νιτσεϊκό, τὴν ἴδια ἐποχή, Νίκο Καζαντζάκη. Σημειώνω δὲ τὴν στέρεη, μαθηματικὴ θὰ ἔλεγα, λογικὴ καὶ ὄχι ψευτοσυναισθηματική, ἐπιχειρηματολογία τοῦ Καβάφη στὸ ἐν λόγῳ σημείωμα.) Σημειώνει ὁ Καργάκος (σελ. 37): «Εἶναι σαφὴς ὁ ὑπαινιγμὸς γιὰ τον νιτσεϊκὸ ὑπερανθρωπισμό. Αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει ἀπόρριψη καὶ τῶν φασιστικῶν ἰδεῶν, ὅπως τουλάχιστον ἐκφράζονταν διὰ τοῦ Μαρινέττι.»

«Μεταξὺ τῶν πολλῶν συναντήσεων ποὺ εἶχε στὴ ζωή του ὁ Καβάφης πρέπει νὰ συγκαταλεχθεῖ καὶ ὁ Μαρινέττι. «Ὅταν ὁ τελευταῖος ἀποκάλεσε τὸν Καβάφη φουτουριστή, ἐκεῖνος διαφώνησε, ἀλλὰ ὁ Μαρινέττι ἐπέμεινε: «Ὅποιος προηγεῖται τῆς ἐποχῆς του στὴν τέχνη ἢ τὴ ζωὴ εἶναι φουτουριστής»» (Στὸ «...What these Ithaces mean. - ἢ ...ἡ Ἰθάκες τὶ σημαίνουν. - Ἀναγνώσεις στὸν Καβάφη», Ε.Λ.Ι.Α., Ἀθήνα 2002, σελ. 41)» (Καργάκος, σελ. 48) (Σημ. δική μου: Ἄλλωστε, «Ὁ Καβάφης εἶναι ποιητὴς ὑπερμοντέρνος, ποιητὴς τῶν μελλουσῶν γενναιῶν», ὑπαγόρευσε ὁ ἴδιος ὁ ποιητὴς γιὰ τὸν ἑαυτὸ του τὸ 1930, κριτικὴ ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη σὲ γαλλικὸ περιοδικό.)

Κλείνουμε τὸ θέμα αὐτό. Πολλὰ καὶ πολὺ ἐνδιαφέροντα γιὰ τὸν μεγάλο ποιητὴ μπορεῖ νὰ διαβάσῃ κανεὶς στὸ βιβλίο. Δράττομαι ὅμως τῆς εὐκαιρίας νὰ σημειώσω τὸ ἐξῆς. Στὸ παρὸν ἱστολόγιο, καὶ ἀλλοῦ, ἀρκετὰ χρόνια τώρα, συνοδεύω τὸ προφίλ μου μὲ τὸν περίφημον στίχον:

«Ὑπῆρξεν ἔτι τὸ ἄριστον ἐκεῖνο, Ἑλληνικὸς - ἰδιότητα δὲν ἔχ᾿ ἡ ἀνθρωπότης τιμιοτέραν· εἰς τοὺς θεοὺς εὐρίσκονται τὰ πέραν.»
(Κ.Π. Καβάφης, «Ἐπιτύμβιον Ἀντιόχου, βασιλέως Κομμαγηνῆς»)

Προσφάτως, στὶς στῆλες τῆς «Καθημερινῆς» γίναμε μάρτυρες ἑνὸς θλιβεροῦ φαινομένου. Νὰ βλέπουμε τὸν Παντελῆ Μπουκάλα («Οι ποιητικοί αφορισμοί σαν Νόμοι της Ιστορίας», 14-2-2010) νὰ πασχίζῃ νὰ ἀποδυναμώσῃ τὸν στίχο αὐτόν, ὁ ὁποῖος, ὅπως λέγει ὁ ἴδιος ὁ Π.Μ., «ἀπὸ παλιὰ» τοῦ προκαλοῦσε «ἀμηχανία»! Διότι εἶναι ὁ στίχος πολὺ «ἀπόλυτος», πολὺ ἐθνικιστικὸς βρὲ ἀδερφέ!

Τὸ φαινόμενο εἶναι τραγελαφικόν -καὶ νοσηρόν. Θυμᾶστε ὅλοι τὴν ψυχοπαθολογικὴ περίπτωσι τοῦ Ἄκη Γαβριηλίδη μὲ τὸ «Ἡ ἀθεράπευτη νεκροφιλία τοῦ ριζοσπαστικοῦ πατριωτισμοῦ: Ρίτσος - Ἐλύτης - Θεοδωράκης - Σβορῶνος». Ἢ παλαιότερα τὸν Τάκη Καγιαλῆ μὲ τὸν «ἀντιδραστικὸ μοντερνισμὸ» τοῦ Νίκου Ἐγγονόπουλου. Ὁ Παντελῆς Μπουκάλας διεκδικεῖ πλέον ἐπαξίως θέσιν στὴν χορεία τῶν συμπλεγματικῶν ἑλληνόφοβων...

Τὶ βρῆκε νὰ πῇ ὁ ἄνθρωπος... Εἶναι, λέει, ταφικὸ ἐπίγραμμα ὁ στίχος, ἄρα ὑπερβολικός, εἶναι, λέει, φανταστικὸ πρόσωπο ὁ συγκεκριμένος Ἀντίοχος, καὶ μᾶλλον βάρβαρος... Μά, ἄνθρωπε μου, ὑπερβολὴ εἶναι τὸ ὅτι ὁ ὁποιοσδήποτε βάρβαρος ἢ ἄλλος κενόδοξος μπορεῖ νὰ εἶναι «ἑλληνικός», ὄχι τὸ ὅτι τὸ ἑλληνικόν, αὐτὸν τοῦτον, εἶναι τὸ ὕψιστον παρ᾿ ἀνθρώποις, ὥστε ὅλοι, Ἕλληνες καὶ βάρβαροι, ἄξιοι καὶ ἀνάξιοι νὰ τὸ ἐπικαλοῦνται! Λὲς καὶ ὅταν ὁ «ἡγεμὼν ἐκ δυτικῆς Λιβύης», βάρβαρος καὶ κούφιος ὥν, παριστάνει ἀναξίως τὸν Ἕλληνα, αὐτὸ μειώνει τὸν ἑλληνισμό, καὶ ὄχι τὸν κούφιο ἑλληνίζοντα!

Λοιπόν, δὲν ξέρω ἀπὸ τὶ σύμπλεγμα μειονεξίας κατατρύχεται ὁ Παντελῆς Μπουκάλας ὥστε νὰ τοῦ φέρνει «ἀμηχανία» ὁ στίχος τοῦ Καβάφη, ὁ ἴδιος ὁ Καβάφης, πάντως, ὄχι μόνον ἀμηχανία δὲν αἰσθανόταν, ἀλλὰ τὸ 1930 ἐδήλωσε σὲ ἕναν Ἀθηναῖο δημοσιογράφο: «Ἐὰν τοῦ λόγου σας μὲ πάρετε καὶ διὰ σοβινιστήν, τόσο τὸ καλύτερον. Καὶ ἂν μὲ γράψετε ὡς τοιοῦτον (δηλ. σοβινιστή), δὲν θὰ μὲ κακοφανεῖ.» [3] Τὸ ἴδιο θὰ ἐδήλωνε, ὑποθέτω, καὶ στὸν κ. Μπουκάλα. Τὸ μόνον ποὺ θὰ ἀπεχθανόταν θὰ ἦταν νὰ πασχίζῃ ὁ τελευταῖος νὰ τὸν παρουσιάσῃ ὡς «προοδευτικό» «ἀντιρατσιστή».

Σημειώσεις:

[1] Καργάκος, σελ. 256:
«Τὸ 2002 ὁ Ῥένος Ἀποστολίδης καὶ οἱ γιοί του Ἥρκος καὶ Στάντης ἔθεσαν σὲ κυκλοφορία μιὰ νέα ἔκδοση τῶν δημοσιευμένων ποιημάτων τοῦ Καβάφη, μὲ ἄφθονη καὶ ἀξιολογημένη βιβλιογραφία, μὲ ἄφθονα σχόλια, [...] καὶ μιὰ εἰσαγωγή, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀποσπῶ τὴν ἀκόλουθη περικοπή, διότι συμφωνεῖ μὲ τὸ βαθύτερο credo, ποὺ εἶχα ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ὅπου ἐδέσποζε ὁ λόγος τοῦ Τσίρκα στὴν ἀριστερὴ διανόηση:
«Γιὰ πολλὰ χρόνια ἡ καβαφικὴ Ἔρευνα στοίχειωσε ἀπὸ τὴ λυσσαλέα (στὰ ὅρια τῆς γραφικότητας!) διένεξη δύο Αἰγυπτιωτῶν [Σημ. Σ.Ι.Κ.: Τίμου Μαλάνου - Στρατῆ Τσίρκα], ποὺ νεαροὶ γνωρίσαν μεγάλον ἤδη τὸν Καβάφη, μαγνητισμένοι ὅπως τὰ ἐφήμερα φτερωτὰ μυρμήγκια γύρω ἀπὸ τὴ λάμπα τοῦ γραφείου κάθε «ἀναγνωρισμένου», κ᾿ ὕστερα μιὰ ζωὴ ἀξίωναν πὼς κατεῖχαν ἀπὸ πρῶτο χέρι, αὐτοὶ μόνον, τὰ μυστικὰ τοῦ γέρου τῆς Ἀλεξάνδρειας. Ὁ ἕνας, ὕπουλος ἐπικριτής του ἐν ζωῇ, κ᾿ ὑστερόβουλος «ἀπολογητής» του μετὰ θάνατον, ἑστίασε τὸ φακὸ στὸν ἰδιότυπο ἐρωτισμό του, καὶ σὰν νέος Φρόυντ ἑρμήνευσε σύμπασα τὴν καβαφικὴ δημιουργία ὡς συγκεκαλυμμένη ἔκφραση μιᾶς καταπιεσμένης libido. Ὁ ἄλλος, συνοδοιπόρος τῆς Ἀριστερᾶς, ἐπινόησε μιὰ ἀνύπαρκτη πολιτικὴ ἰδεολογία τοῦ Καβάφη κι ἀνέλυσε τὸ ἔργο του ὡς δῆθεν συμβολικὸ ἀνένδοτων κοινωνικῶν ἀγώνων, ἀποπειρώμενος νὰ παράσχῃ ὀψίμως ὑπηρεσίες καὶ πρὸς τὴν παράταξή του, ποὺ ἀδυνατοῦσε ὡς τότε νὰ ἐναγκαλισθῆ τὸν μονήρη ἐστὲτ καὶ δοσμένον ἀποκλειστικὰ στὰ προσωπικά του πάθη ποιητῆ.»
(«Κ.Π. Καβάφης, Ἄπαντα τὰ δημοσιευμένα ποιήματα», σχόλια Ῥένου, Ἥρκου καὶ Στὰντη Ἀποστολίδη, ἐκδ. «Τὰ Νέα Ἑλληνικά», Ἀθήνα 2002, σελ. XIX.)»

[2] Δικαίως, σημειώνω ἐγώ. Καὶ δὲν πρέπει νὰ κάνουμε ἐτεροχρονισμούς. Ἀλίμονο ἐὰν ἀνθρωποι πνευματικοί, εὐφυεῖς, εὐαίσθητοι καὶ ὑψηλόφρονες, δὲν συγκινοῦνται ἀπὸ τὴν ὁποιαδήποτε νέα ἐπαναστατικὴ ἰδέα ποὺ ἀντιτίθεται στὸν σάπιο ἀστικὸ ὑλισμό. Κάθε πνευματικὸς ἄνθρωπος εἶναι ἐπαναστάτης. Δέχομαι ὅμως καὶ αὐτὸν ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἀπορρίπτει τὴν ἐπιφανειακότητα καὶ τὸ ψεῦδος τῆς συμβατικῆς ζωῆς, ἀπορρίπτει ὅμως καὶ τὴν ἐπιφανειακότητα καὶ τὸ ψεῦδος τῶν ὑποτιθεμένων ἐπαναστάσεων καὶ γίνεται τελικῶς ἀντεπαναστάτης ἀπὸ ἐπαναστατικότητα· ἡ ἐπαναστατικότης τοῦ συντηρητισμοῦ. Ἔτσι, καὶ ἕνας ἀστὸς ὑπερασπιστὴς τοῦ κατεστημένου, μπορεῖ νὰ διακρίνεται ἀπὸ πνευματικὴ τόλμη. «Ἀξία ἔχει ὄχι τὸ τί πιστεύεις, ἀλλὰ τὸ πῶς πιστεύεις ὁτιδήποτε πιστεύεις», συμβούλευσε κάποτε τοὺς νέους ὁ Ἰωάννης Συκουτρῆς.

[3] Καργάκος, σελ. 209:
«Ὁ Καβάφης [...] δὲν εἶχε μέσα του τίποτα τὸ ἡρωικὸ, ἐνῶ ποθοῦσε τὸν ἡρωισμό. (Ὁ Καβάφης -κι αὐτὸ εἶναι ἔντονα φανερὸ στὴ μὴ ἡδονιστικὴ ποίησή του- τρέφει βαθύτατο θαυμασμὸ πρὸς τοὺς «ἥρωες τῆς αὐταπάρνησης», ὅπως τοὺς λέει ὁ Νίτσε. Ὄχι ὅμως πρὸς τὴ σκληρότητα.) Ἦταν ἕνας Σιδώνιος νέος, γενναῖος μόνο γιὰ γράμματα καὶ ἡδονή. [...] Ὡστόσο, ἡ ψυχή του εἶναι ὄχι μὲ τὸν Σιδώνιο νέο, ἀλλὰ μὲ τὸν Αἰσχύλο. Τὸ 1930 αὐτὸς ὁ δῆθεν κοσμοπολίτης ἔκανε μιὰ δήλωση σ᾿ ἕναν Ἀθηναῖο δημοσιογράφο, ἡ ὁποία πρέπει κάποτε νὰ μᾶς ἀπασχολήσει: «Ἐὰν τοῦ λόγου σας μὲ πάρετε καὶ διὰ σοβινιστήν, τόσο τὸ καλύτερον. Καὶ ἂν μὲ γράψετε ὡς τοιοῦτον (δηλ. σοβινιστή), δὲν θὰ μὲ κακοφανεῖ.» (Μαν. Γιαλουράκης, «Καβάφης, Ἀπὸ τὸν Πρίαπο στὸν Μάρξ», ἐκδ. Ὀλκός, σελ. 191).

Καργάκος σελ. 38:
«Δὲν θεωρῶ σωστὸ νὰ ὀνομάζουμε τὸν Καβάφη κοσμοπολίτη. Ὁ Καβάφης δὲν ἦταν πολίτης τοῦ κόσμου, ἦταν ἕνας Ἕλλην τοῦ κόσμου.»

Καργάκος, σελ. 140:
«Γράφει γιὰ τὴν ἑλληνικότητα τοῦ ποιητῆ ὁ Κωστῆς Δημαρᾶς:
«ὁ Καβάφης εἶναι φανατικὸς ἐθνικόφρων [ἡ ὑπογράμμισις τοῦ Δημαρᾶ], ὅπως μαρτυροῦν ὅσοι τὸν ἐγνώρισαν, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴ δράση του στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ ὅπως φανερώνεται στὰ ποιήματά του.» (Κ.Θ. Δημαρᾶς, «Ἱστορία τῆς Νεοελληνικῆς λογοτεχνίας», Δ' ἔκδοση, ἔκδ. Ἴκαρος, 1968, σελ. 457)»

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2010

Ὑπάρχει ἀνδριάντας τοῦ Θησέως στὴν Ἀθήνα;

   Κατ᾿ ἀρχήν, θὰ μοῦ πεῖτε, γιατὶ νὰ ὑπάρχῃ; Ἀφοῦ ὁ τόπος δὲν ἔχει ἱστορία, δὲν ἔχει ρίζες. Ὁ τόπος εἶναι ἁπλῶς «χῶρος» ποὺ ἀνήκει σὲ ὅποιον βάρβαρο νομάδα προλάβει νὰ κάτσῃ. Εἴπαμε, πρέπει νὰ εἴμεθα ἀντιρατσιστές, προοδευτικοί.
   Γιὰ ὅσους, ὅμως, εἴμεθα ἀκόμη ὀπισθοδρομικοὶ ρατσιστές, ὁ Θησεὺς εἶναι ὁ ἥρως ἱδρυτὴς τῆς πόλεώς μας, τοῦ κλεινοῦ ἄστεως.
   Λοιπόν; Στὰ πέρατα τοῦ κόσμου τιμῶνται οἱ Ἕλληνες δημιουργοὶ τοῦ οἰκουμενικοῦ πολιτισμοῦ, καὶ ὁ ἱδρυτὴς τῆς ἐνδοξοτέρας πόλεως τοῦ κόσμου, τῆς πόλεως-συμβόλου τοῦ πολιτισμοῦ, τῆς Ἑλλάδος καὶ οἰκουμένης παιδεύσεως εἶναι ἄγνωστος στὴν ἴδια του τὴν πόλι;

   Ἐμβληματικὸ σύγχρονο μνημεῖο τοῦ Θησέως, τέτοιο ποὺ ἀξίζει στὸν ἱδρυτὴ τῆς πόλεως, δὲν ὑπάρχει. Ἀνδριάντες, ὅμως, ὑπάρχουν, τρεῖς. Οἱ δύο τουλάχιστον ἀξιόλογοι.

Θησεύς
Ἔργον τοῦ Γεωργίου Βιτάλη (1838-1901).

   Αὐτὸ τὸ θαυμάσιο έργο, ὁ γλύπτης τὸ φιλοτέχνησε σὲ πρόπλασμα γύψου τὸ 1868. Κατόπιν τὸ παρουσίασε στὰ Ὀλύμπια τοῦ 1870. Πρόκειται γιὰ ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον ἀντιπροσωπευτικὰ ἔργα τοῦ νεοελληνικοῦ κλασικισμοῦ τοῦ 19ου αἰῶνος. Σήμερα μποροῦμε νὰ θαυμάζουμε αὐτὸν τὸν ὄμορφο Θησέα, στημένον ἔξω ἀπὸ τὸν σταθμὸ τοῦ ἠλεκτρικοῦ στὸ Θησεῖο. (Τοποθετήθηκε ἐκεῖ τὸ 2002 ἐπὶ δημαρχίας Δημητρίου Ἀβραμοπούλου - ναί, θὰ τὸ γράψω· ἂς τοποθετοῦσε ἄλλος ἀνδριάντα τοῦ Θησέως.) Τὸ γύψινο πρόπλασμα ἐκτίθεται στὸ Μουσεῖο Τηνίων καλλιτεχνῶν. (Πληροφορίαι: Γλυπτοθήκη· φωτογραφία: ἡμετέρα, 2009-11-18)

Θησεὺς σώζων τὴν Ἱπποδάμεια
Ἔργον τοῦ Johannes Pfuhl (1846-1914).

   Φιλοτεχνηθὲν τὸ 1906, στὴν πλατεία Συντάγματος μέχρι τὸ 1938, ὁπότε καὶ μετεφέρθη στὴν πλατεία Βικτωρίας. (Πληροφορίαι: Γλυπτοθήκη· φωτογραφία: ἡμετέρα, 2010-01-17)

Θησέας
Ἔργον τῆς Σόφης Βάρη (1940-).

   Δωρεὰ τῆς γλύπτριας στὸν Δῆμο Ἀθηναίων. Πλατεία Κοτζιᾶ. (Πληροφορίαι καὶ φωτογραφία: Γλυπτοθήκη) Ἀμφιλεγομένης αἰσθητικῆς ἔργον, τὸ ὁποῖον θὰ μεταφερθῇ στὴν Κορεάτικη Ἀγορά. Στὴν θέσι του, θὰ τοποθετηθῇ, ἐπὶ τέλους, μετὰ ἀπὸ ταλαιπωρία δεκαετιῶν, ὁ φιλοτεχνηθεὶς ἀπὸ τὸν Γιάννη Παππᾶ ἀνδριάντας τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου. [Σημ. 29-3-2013: Ὑποτίθεται ὅτι θὰ γινόταν ἔτσι, πρὸ τριῶν ἐτῶν ποὺ ἔγραψα τὸ ἄρθρον.]

* * *

Τοῖς Ἀθηναίοις περὶ τοῦ δήμου αὐτῶν λεγόμενος.

Εὔδαιμον πτολίεθρον Ἀθηναίης ἀγελείης,
πολλὰ ἰδὸν καὶ πολλὰ παθὸν καὶ πολλὰ μογῆσαν,
αἰετὸς ἐν νεφέλῃσι γενήσεαι ἤματα πάντα.

(Μαντεῖον Δελφῶν,
Anthologiae Graecae Appendix: Oracula, ἐπίγραμμα 246)

(Εὐδαίμων πόλις τῆς κουρσεύτρας Ἀθηνᾶς,
πολλὰ εἶδες καὶ πολλὰ ἔπαθες καὶ πολλὰ ἐμόχθησες,
μὰ ἀητὸς στὶς νεφέλες θὰ γενῇς γιὰ ὅσο κρατοῦν οἱ ἡμέρες.)