«Tὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική· τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου. Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου.» (Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἄξιον ἐστί»)

Σελίδες Πατριδογνωσίας - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό

Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

Ἀντίο Εὐθύνη, ἀντίο Φίλοι

Γιὰ τὸ περιοδικὸ «Εὐθύνη» καὶ τὶς «Ἐκδόσεις τῶν Φίλων» εἶχα γράψει παλαιότερα («ΕΥΘΥΝΗ - Περιοδικὸ Ἐλευθερίας καὶ Γλώσσας»).

Μετὰ ἀπὸ 48 χρόνια, ἄλλος ἕνας μαχητὴς τοῦ Ἑλληνικοῦ Λόγου καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἤθους καὶ Ἔθους ἔπεσε στὶς ἐπάλξεις. Ὁ Ἀγών συνεχίζεται.

* * *

Ἱστολόγιο τοῦ περιοδικοῦ «Εὐθύνη»

Παλαιὰ τεύχη τῆς «Εὐθύνης», ἀπὸ τὴν «Σύγχρονη Ἑλληνικὴ Ποίηση» τοῦ Χρήστου Δημάκη


Κώστας Χατζηαντωνίου, «Μπροστὰ στὴν ἀμφισβήτηση τῆς ἐθνικῆς πραγματικότητας καὶ τῆς νεοελληνικῆς ταυτότητας», περ. «Εὐθύνη», τ. 408, Δεκέμβριος 2005


* * *


(Ἐφημ. «Ελευθεροτυπία», «Βιβλιοθήκη», Παρασκευὴ 9 Ἀπριλίου 2010)

Ένας ναός του Λόγου και της Τέχνης έκλεισε ύστερα από μια σταθερή πορεία πολλών χρόνων (1961-1966, και από το 1972 έως πρόσφατα) στην υπηρεσία του ελληνικού πολιτισμού και της πανάρχαιης γλώσσας μας.

Ο Κώστας Ε. Τσιρόπουλος (γεννημένος το 1930, βραβευμένος από το «Ιδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη» και με το μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας) πάλεψε επί δεκαετίες, σαν εργάτης σε ορυχείο ουρανίου, να ανασύρει στο φως, από τα πλούσια κοιτάσματα του ελληνικού Λόγου, πνευματικούς θησαυρούς και να τους αποσυμβολίσει, να τους καταστήσει προσιτούς στον ανήσυχο αναγνώστη που δεν επαναπαύεται στα τηλεοπτικά σκουπίδια μιας υποκουλτούρας παγκόσμιας που ευνοεί τη βία, το έγκλημα, την απανθρωποποίηση. Διατήρησε τα πνεύματα και τους τόνους μέχρι το τελευταίο τεύχος του λογοτεχνικού περιοδικού με τον σαφή τίτλο «Ευθύνη». Ομως η εμμονή του με το πολυτονικό δεν ήταν σχολαστικισμός, δεν είχε σχέση με νοσταλγικές ωραιοποιήσεις του παρελθόντος, δεν υπάκουε στην «αισιοδοξία της ανάμνησης» (για να θυμηθούμε την «Ψυχολογία» του Ε. Π. Παπανούτσου). Η μουσικότητα της ελληνικής γλώσσας καταβαραθρώθηκε βάναυσα με το μονοτονικό σύστημα. Αρχίσαμε να μιλάμε άχρωμα και μονότονα, να γράφουμε σε «γκρίκλις» (greeklish, σαν φτυσιά ακούγεται και σαν εμετός). Η νέα γενιά -με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις- μιλάει ανετότερα τη διεθνοποιημένη, αφυδατωμένη αγγλική γλώσσα (που δεν έχει βεβαίως καμία σχέση με το πλούσιο και λεπταίσθητο γλωσσικό όργανο του Σαίξπηρ), παρά τη δική μας λαγαρή ελληνική λαλιά. Παρακολούθησα πρόσφατα στην Αρχαία Ολυμπία την απονομή των βραβείων (και των επαίνων) σ' έναν λογοτεχνικό διαγωνισμό μεταξύ μαθητών Γυμνασίου και Λυκείου από την κατακαημένη, πυρπολημένη Ηλεία (που πήρε να πρασινίζει) και αναθάρρησα. Σκέφτηκα ότι τίποτα δεν έχει χαθεί τελειωτικά. Η υγιής ρίζα του ελληνικού πολιτισμού αντιστέκεται. Τα κλαδιά μόνο κάηκαν σε επαναλαμβανόμενες απόπειρες εμπρησμού. Το κλείσιμο του έντυπου περιοδικού του είναι μια βαριά απώλεια για τα ελληνικά Γράμματα. Μια τίμια, ειλικρινής, πνευματική φωνή σίγησε προσωρινώς. Υπάρχει πάντα το καταφύγιο του Διαδικτύου. Διαλέγω από την ιστοσελίδα του περιοδικού «Ευθύνη» χαρακτηριστικό απόσπασμα από άρθρο με τίτλο «Το διεφθαρμένο μάτι»: Εισερχόμαστε στη ζωή, ανοίγοντας τα μάτια μας στον κόσμο. Με τα μάτια πρωτογνωρίζουμε τα πάντα: τους γονείς μας, τους φίλους και τους αγαπημένους μας, όλα τα πράγματα του περίγυρού μας, με αυτά προσλαμβάνουμε τα μυστήρια της Δημιουργίας όλης. Και όσα δεν κατορθώνει να διακρίνει το γυμνό μάτι, οπλίζεται με όργανα κι εφευρίσκει ο άνθρωπος τρόπους για να τα ιδεί, έστω και «δι' εσόπτρου». Μέσα από το μάτι του σώματος διανοίγεται ένα άλλο μάτι, του πνεύματος το μάτι, με το οποίο ο άνθρωπος προσλαμβάνει τις υπέρτερες πραγματικότητες, της ομορφιάς, της ευγένειας, της ψυχής τις άυλες πραγματικότητες. Κι ενώ η σημερινή κοινωνία τρέφει με τις πολύμορφες πραγματικότητές της -και υπερτρέφει- την υλική μας όραση, αφήνει ν' ατροφεί η πνευματική μας όραση, αυτή που μας αποκαλύπτει το ανεκλάλητο μυστήριο του υπάρχειν κάθε ανθρώπου. Και του εαυτού μας.

Κωνσταντίνος Μπούρας

* * *

Την τελευταία μέρα της χρονιάς που μας πέρασε, έκλεισαν ένας ιστορικός εκδοτικός οίκος και ένα ιστορικό λογοτεχνικό περιοδικό: οι «Εκδόσεις των Φίλων» και η «Ευθύνη». Στεγάζονταν και τα δύο σ' ένα μικρό βιβλιοπωλείο στη στοά της οδού Πανεπιστημίου 10, όπου κάποτε βρισκόταν και το στέκι των φαγάδων της διανόησης, ο περιβόητος «Απότσος».

Ήταν ένας προαναγγελθείς θάνατος. Είχε γίνει γνωστός από το τεύχος 453 του Σεπτεμβρίου 2009: «Η "Ευθύνη", ύστερα από 37 συναπτά έτη αδιάλειπτης κατά μήνα παρουσίας της, αποφάσισε να περατώσει τον βίο της με το τεύχος τού προσεχούς Δεκεμβρίου 2009. "Οι καιροί ου μενετοί" και οι δυσχέρειες που έχουν ανακύψει δεν είναι πλέον δυνατό να υπερνικηθούν.

Με τις εκδόσεις της και τις παράλληλες κατά καιρούς εκδηλώσεις που οργάνωσε, φανέρωσε και αδιάκοπα επαναλάμβανε πως δεν αποτελεί, με καμία μορφή, κερδοσκοπική επιχείρηση. Πως οι στόχοι της υπήρξαν, αμετάκλητα, σαφώς πνευματικοί και ελληνοκεντρικοί. Και φρονεί πως οι φίλοι της, τόσα χρόνια, έχουν απόλυτα βεβαιωθεί για τον αφιλοκερδή, μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα του έργου της».

Το περιοδικό «Ευθύνη» πρωτοκυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 1961, με τον υπότιτλο «Φυλλάδιο προβληματισμού της νεότητας». Ιδρυτής του, ο ποιητής, δοκιμιογράφος και μεταφραστής Κώστας Ε. Τσιρόπουλος -τιμημένος με το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας-, ο οποίος, από το πρώτο τεύχος, στηρίχτηκε στις υπογραφές των Τ. Κ. Παπατσώνη, Οδυσσέα Ελύτη, Γιώργου Θεοτοκά, Γιώργου Θέμελη, Αντρέα Καραντώνη, Νίκου Καρούζου, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, Σπύρου Πλασκοβίτη.

Δύο χρόνια μετά, και συγκεκριμένα τον Απρίλιο του 1963, μέσα από τις σελίδες της «Ευθύνης» ανακοινώθηκε η ίδρυση των «Εκδόσεων των Φίλων», με εκδότη τον Αντώνη Τσακίρη. Η επιλογή του τίτλου δεν ήταν καθόλου τυχαία, αφού θα πλαισιωνόταν από φίλους της διανόησης και της λογοτεχνίας και θα απευθυνόταν σε εκλεκτικούς φίλους της ανάγνωσης. Η εκδοτική αρχή έγινε με βιβλία των Γκράχαμ Γκριν, Ζακ ντε Λακρετέλ, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, Παντελή Πρεβελάκη, Ουίλιαμ Φόκνερ, Μιγέλ ντε Ουναμούνο.

Οι εκδόσεις τα χρόνια που θα ακολουθήσουν, θα επικεντρωθούν στο δοκίμιο, συγκεντρώνοντας το μεγαλύτερο μέρος του έργου των Αγγελου Τερζάκη, Κωνσταντίνου Τσάτσου, Αιμίλιου Χουρμούζιου, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, Χρήστου Μαλεβίτση. Τεράστια είναι η συνεισφορά της σειράς «Ισπανική Βιβλιοθήκη», με έργα των Λόρκα, Ματσάδο, Αγίας Τερέζα της Αβιλα, Μολίνα, Μπαρόχα, Ιωάννη του Σταυρού.

Λίγους μήνες πριν από την εγκαθίδρυση της δικτατορίας, το 1966, η «Ευθύνη» θα διακόψει την κυκλοφορία της, κλείνοντας μ' ένα κείμενο που είχε τον, παραπάνω από εύγλωττο, τίτλο «Το σκότος». Με την κατάργηση της λογοκρισίας, το 1972, το περιοδικό επανακυκλοφορεί, με την παρότρυνση του Κωνσταντίνου Τσάτσου. Εδώ να σημειώσουμε ότι καθ' όλη τη διάρκεια της χούντας τα γραφεία του περιοδικού και του εκδοτικού οίκου παρακολουθούνταν από την Ασφάλεια.

Από το 1974 και μετά, εμφανίζονται και οι εκδόσεις της «Ευθύνης». Η σειρά των σαράντα «Τετραδίων», με μελετήματα αφιερωμένα σε μεγάλες προσωπικότητες του νέου Ελληνισμού (Βενιζέλος, Τρικούπης, Καποδίστριας, Παπατσώνης, Ρίτσος, Ελύτης, Παπαδίτσας κ.ά.). Οι εκατό τίτλοι της σειράς «Αστρολάβος». Οι σειρές «Μικρός» και «Μεγάλος Αστρολάβος», «Κείμενα της Μεθορίου», «Ursa Minor», «Παρακείμενα» και «Συγκείμενα».

Βασίλης Κ. Καλαμαράς

Πέμπτη, 8 Απριλίου 2010

8 Ἀπριλίου 1910

8 Ἀπριλίου 2010.


«Στὴν Ἀκρόπολη πρωὶ τῆς Κυριακῆς ἀνέβηκα. Ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἤτανε νὰ γυρίσει ἡ ἀγαπημένη μου, μὰ ὁ ἀγαπημένος μου ἐκεῖνος εἶχε πεθάνει. Καὶ ἔκοψα μιὰ παπαροῦνα, ποὺ τὴν ὀνόμαζε «τὸ ἄνθος τῆς Περσεφόνης», καὶ μιὰ μαργαρίτα, στὴν πόρτα τῆς Ἀκρόπολης, καὶ ἀνέβηκα γρήγορα τὰ μαρμάρινα σκαλιὰ καὶ ἔβαλα στοὺς βράχους τοὺς λαξευμένους μπροστὰ στὸν Παρθενῶνα τὰ λουλούδια αὐτά! Καὶ κείνη τὴν ὥρα κι ὅλο τὸ πρωὶ ἔτρεμε ἡ ψυχή μου ἀπὸ συγκίνηση ἄφραστη.»
(Ἴων Δραγούμης, Φύλλα Ἡμερολογίου, 10 Ἀπριλίου 1910)


«Τὸν θεωρῶ ὡς τὸν τελευταῖον Ἀθηναῖον τῶν καλῶν χρόνων. Ὡς ἕνα πλόκαμον κισσοῦ ἑρπίζοντα ἐπάνω εἰς ἀρχαῖον μάρμαρον. Δὲν θὰ ἴδῃ πλέον ὁ ναὸς τῆς Ἀπτέρου Νίκης ρόδα κάθε πρωί προσφερόμενα ὡς θυσίαν, καὶ ἂν αὐτὸ τὸ κάμει ἄλλος τις θὰ εἶναι μίμησις, θὰ εἶναι προσποίησις.
»Αἱ ἄκανθαι τῆς Ἀττικῆς, τὴν μυστηριώδη καλλιτεχνικὴν γοητεία τῶν ὁποίων τόσον εἶχεν ἐννοήσει, δὲν θὰ εὔρουν πλέον θαυμαστὴν καὶ συλλέκτην, εἰς τὸν τόπον ὅστις παρήγαγε τὸ γλυκύτερον μέλι καὶ τὸ πικρότερον κώνειον.
»Ὅταν ἔβαζε λευκὰ γάντια καὶ φορτωμένος ἀπὸ ἄνθη ἀνήρχετο εἰς τὴν Ἀκρόπολιν διὰ νὰ προσευχηθῇ εἰς τὸν ναὸν τοῦ ὑπάτου Κάλλους [...]»
(Δημήτριος Καμπούρογλου, συνέντευξις στὴν ἐφημερίδα «Ἐμπρός», μετὰ τὴν αὐτοκτονία τοῦ Γιαννόπουλου, 13-4-1910)

Δευτέρα, 5 Απριλίου 2010

Ὦ Ἀπολλώνιε, ἡ ὡραία μορφή σου...

   Δύο φωτογραφίες μᾶς ἄφησε ὁ Περικλῆς Γιαννόπουλος (σώθηκαν μᾶλλον -παρὰ τὴν θέλησί του, καὶ ἂς μᾶς συγχωρήσει γι᾿ αὐτό· κάθε τι ἄλλο προσωπικὸ τὸ ἔκαψε φεύγοντας· ἔργο δικό μας καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Φύσεως, ἔνιωθε, νὰ συνεχίσουμε τὸ ἔργο του καὶ νὰ πραγματώσουμε τὸ ὅραμά του, ὅταν οἱ συνθῆκες νομοτελειακῶς ὡριμάσουν -ὅταν δηλαδὴ ἡ Ἑλληνικὴ Γῆ ξεριζώσει καὶ πετάξει ἀπὸ πάνω της τὴν ξενομανία καὶ τὸν ραγιαδισμό), πρὶν ἐπανέλθει αὐτοθέλητα στὴν ἀγκαλιὰ τῆς Φύσεως, ἀπὸ τὴν ὁποία, ὅπως ἔλεγε, προήλθαμε ὡς παρακλάδι τυχαῖο.

   Τὶς δύο σπάνιες αὐτὲς φωτογραφίες, ἀπὸ τὸ περιοδικόν «Νεοελληνικὰ Γράμματα», τ. 77, 21-5-1938, παρουσιάζω ἀκολούθως. Σὲ ὑψηλότερη ἀνάλυσι μπορεῖτε νὰ τὶς βρεῖτε στὴν ἡλεκτρονικὴ βιβλιοθήκη τοῦ Περικλῆ Γιαννόπουλου στὶς ἱστοσελίδες μου. Ὁ τίτλος τοῦ παρόντος ἄρθρου εἶναι σύνθεσις δύο στίχων, τοῦ Μαλακάση καὶ τῆς Μυρτιώτισσας. (Σημ.: Ἡ γνωστὴ εἰκόνα τοῦ Γιαννόπουλου, μὲ τὸ καπέλο, τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ στὸ προφίλ μου, εἶναι σχέδιο βεβαίως.)

Φωτογραφία τοῦ Περ. Γιαννόπουλου, ἡ μοναδικὴ ποὺ ἔκανε σὲ φωτογράφο. Τὴ φωτογραφία αὐτή, λίγες μέρες πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατό του, τὴν ἔσκισε ὁ ἴδιος σὲ φιλικό του σπίτι. Συγκολλήθηκε καὶ ξαναφωτογραφήθηκε.

   ««Ὁ Γιαννόπουλος ἦταν ἕνας ὡραιότατος νέος», θυμᾶται ὁ συνομήλικός του, θεατρικὸς συγγραφέας καὶ χρονογράφος Σπύρος Μελᾶς, «λεβέντης κυπαρισσόκορμος, ἀλαβάστρινος, μὲ θαυμάσια σαγηνευτικά, γαλανὰ μάτια, ἕνας ἀρχαῖος Ἕλληνας μὲ περιβολὴ δανδῆ, δικῆς του συνθέσεως, ζακέττα γκρὶ-πέρλ, χιονάτο πλαστρόν, ποὺ διετηρεῖτο πάντοτε ἄσπιλο καί, ἀντὶ ἄνθους, ἕνα... γαϊδουράγκαθο στὴν κομβιοδόχη. Ἦταν μιὰ ἐμφάνιση ἄφθαστα κομψή, φυσικὰ ἐντυπωσιακὴ καὶ παρ᾿ ὅλη τὴν ἰδιορρυθμία της ἀντρίκια κι᾿ ἐπιβλητική.»»

Ὁ Περικλῆς Γιαννόπουλος (ὄρθιος) φωτογραφημένος στὸ ναὸ τῆς Ἀπτέρου Νίκης. Ἀριστερά: Ἡ Ρωξάνα Βασμαζίδη-Βολονάκη, ἡ Πανωραία Σχίζα, ἀδελφή του. Δεξιά: Ἡ Εὐγενία Μαυροκορδάτου, ἀδελφή του, μιὰ Ρωσσίδα φίλη, ἄγνωστη πιά, κι᾿ ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου κ. Μ. Σακόρραφος.

   «Τὸν θεωρῶ ὡς τὸν τελευταῖον Ἀθηναῖον τῶν καλῶν χρόνων. Ὡς ἕνα πλόκαμον κισσοῦ ἑρπίζοντα ἐπάνω εἰς ἀρχαῖον μάρμαρον. Δὲν θὰ ἴδῃ πλέον ὁ ναὸς τῆς Ἀπτέρου Νίκης ρόδα κάθε πρωί προσφερόμενα ὡς θυσίαν, καὶ ἂν αὐτὸ τὸ κάμει ἄλλος τις θὰ εἶναι μίμησις, θὰ εἶναι προσποίησις.
   »Αἱ ἄκανθαι τῆς Ἀττικῆς, τὴν μυστηριώδη καλλιτεχνικὴν γοητεία τῶν ὁποίων τόσον εἶχεν ἐννοήσει, δὲν θὰ εὔρουν πλέον θαυμαστὴν καὶ συλλέκτην, εἰς τὸν τόπον ὅστις παρήγαγε τὸ γλυκύτερον μέλι καὶ τὸ πικρότερον κώνειον.
   »Ὅταν ἔβαζε λευκὰ γάντια καὶ φορτωμένος ἀπὸ ἄνθη ἀνήρχετο εἰς τὴν Ἀκρόπολιν διὰ νὰ προσευχηθῇ εἰς τὸν ναὸν τοῦ ὑπάτου Κάλλους [...]»
(Δημήτριος Καμπούρογλου, συνέντευξις στὴν ἐφημερίδα «Ἐμπρός», μετὰ τὴν αὐτοκτονία τοῦ Γιαννόπουλου, 13-4-1910)