«Tὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική· τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου. Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου.» (Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἄξιον ἐστί»)

Σελίδες Πατριδογνωσίας - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό

Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

58 νέοι γιὰ τὸν ἑλληνικὸ συντηρητισμό

   Αναγνωρίζουμε στην Δεξιά μια παράταξη-φάντασμα. Μας διαβεβαιώνουν ότι υπάρχει, αλλά εμείς δεν την βλέπουμε. Διαβάζουμε ότι κυβερνά, αλλά δεν διαπιστώνουμε να μετουσιώνονται οι ιδέες της σε πολιτική πράξη. Μοιάζει να καταλαμβάνει πολιτικό χώρο και κοινοβουλευτικές θέσεις, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι αξίες της είναι πραγματικά εκεί, παρούσες με αξιώσεις στην πολιτική ζωή του τόπου. Η βάση της παράταξης –η σιωπηρή πλειοψηφία του ελληνικού λαού– αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως συντηρητική, αλλά τα κόμματα που αξιώνουν πως την εκπροσωπούν ακκίζονται συνήθως ως «φιλελεύθερα», αντιγράφοντας ιδεολογικά συστήματα που ελάχιστη σχέση έχουν με αυτόν τον τόπο και την εξέλιξή του.

   Διαπιστώνουμε, με ανησυχία, ότι εδώ και πολλές δεκαετίες, στον ευρύτερο δημοκρατικό χώρο δεξιότερα του κέντρου («Κέντρο», «Δεξιά», «Κεντροδεξιά»), δεν προτείνεται και δεν εφαρμόζεται πολιτική καθορισμένη από αρχές, αξίες, ιδέες και συγκεκριμένο όραμα για την Ελλάδα, αλλά προτείνεται και εφαρμόζεται δήθεν «διαχειριστική πολιτική», με την ελπίδα ότι οι «(κεντρο)δεξιοί» διαχειριστές θα αποδειχθούν κάπως καλύτεροι από τους «(κεντρο)αριστερούς» διαχειριστές. Διαπιστώνουμε στην πράξη ότι τα προϊόντα του κομματικού σωλήνα και της επαγγελματικής πολιτικής είναι θεμελιωδώς ασύμβατα με την μη-διαχειριστική αντίληψη για την πολιτική, με την συνέπεια, με την αξιοσύνη, με τη λογοδοσία σε στοχεύσεις που μας υπερβαίνουν. Αδυνατούμε να αναγνωρίσουμε τους εαυτούς μας στις παραπάνω περιγραφόμενες στρεβλώσεις.

   Θεωρούμε ότι οι πολίτες που τοποθετούν τους εαυτούς τους δεξιότερα του πολιτικού κέντρου οφείλουν να δημιουργήσουν εκ νέου και εκ του μηδενός την παράταξή τους, να ορίσουν εκ νέου το τί τους κάνει να είναι, πολιτικά, αυτό που είναι. Και να πιέσουν τα κόμματα που αξιώνουν ότι εκπροσωπούν αυτήν την παράταξη να μιλήσουν με καθαρές κουβέντες, καθαρές προτάσεις, καθαρές ιεραρχήσεις και καθαρά πρόσωπα. Για να συμβεί αυτό, η παράταξη πρέπει να αντιληφθεί τον εαυτό της με την ονομασία που της πρέπει: συντηρητική παράταξη. Οι Έλληνες Συντηρητικοί. Τα υπόλοιπα είναι επεξηγήσεις, υποσημειώσεις, αστερίσκοι, προσθήκες και ιδεολογικές μειοψηφίες. Η ευρύτερη παράταξη δεξιότερα του κέντρου δεν μπορεί παρά να είναι πρωτίστως συντηρητική.

   Ο συντηρητισμός δεν φιλοδοξεί να συντηρήσει καταστάσεις. Ο συντηρητισμός φιλοδοξεί να συντηρήσει αρχές, ιδέες, αξίες, ιεραρχήσεις προτεραιοτήτων: την συσσωρευμένη πείρα του παρελθόντος για την εκτίναξη στο μέλλον. Δεδομένου του περιεχομένου αυτών των αρχών, ιδεών, αξιών, ένας νέος ελληνικός συντηρητισμός δεν μπορεί παρά να φιλοδοξεί να αλλάξει τα πάντα. Ως εκ τούτου, και παραδοξολογικά, αν κάτι μπορεί να επιφέρει την πραγματική πρόοδο στην Ελλάδα, αυτό θα ήταν ένας συνεπής συντηρητισμός.

   Μιλάμε για νέο ελληνικό συντηρητισμό:

   Νέο, διότι στην Ελλάδα δεν έχει διατυπωθεί ποτέ με σαφήνεια, διαύγεια και καθαρότητα ένα τέτοιο πρόταγμα και ένα τέτοιο διακύβευμα. Κάτι τέτοιο θα είναι πραγματικά καινοφανές, πραγματικά καινούργιο, νέο.

   Ελληνικό, διότι το διακύβευμα συνίσταται ακριβώς στο να μην αντιγράψουμε -για μια ακόμη φορά- κάποιο ξένο ιδεολόγημα από τα εισαγόμενα μεταχειρισμένα, αλλά να βρούμε το πραγματικό μας πρόσωπο, την δική μας ταυτότητα και ιστορία και την αντανάκλασή της στο πολιτικό γεγονός αφομοιώνοντας γόνιμα τις έξωθεν επιρροές και καθιστώντας έτσι εφικτή την πραγματική συνεργασία μας με άλλα έθνη στο επίπεδο της φιλίας, όχι στο επίπεδο της σχέσης υποδείγματος-μιμητή. Στην Ελλάδα, και δη δεξιότερα του κέντρου, παρατηρείται αενάως μια ιδιότυπη φοβία για την δόμηση γηγενούς πολιτικού προτάγματος. Ώρα να αναδειχθεί η παράταξη ως η μη-μεταπρατική παράταξη: η παράταξη που αντιστέκεται στην πολιτισμική μίμηση και αντιγραφή στην οποία έχουμε καθηλωθεί για τόσον καιρό, που αντιστέκεται στην αντίληψη του ελληνισμού ως προϊόντος «μετακένωσης» με κίονες και χιτώνες: εξωστρεφής διότι αφομοιώνουσα, όχι μιμητική διότι υποτελής. Ελληνικό, γιατί «όσο πιο τοπικό είναι, τόσο πιο παγκόσμιο αποδεικνύεται».

   Συντηρητισμό, διότι πασχίζει να διαφυλάξει τα βέλτιστα του παρελθόντος μας, την πλέον πολύτιμη συλλογική μας εμπειρία και διαχρονία, ώστε να ετοιμάσουμε το βέλτιστο δυνατό μέλλον.

   Για πολύ καιρό προσπαθούσαν να μας πείσουν ότι αυτή η παράταξη βρίσκει το πραγματικό της πρόσωπο σε δάνεια ιδεολογήματα «φιλελευθερισμού», στην ανάδειξη του φυσικού ατόμου, στην υπογράμμιση των δικαιωμάτων του και των ελευθεριών του. Σχεδόν ξεχάσαμε ότι αυτή η παράταξη συγκροτείται με άξονα το γεγονός ότι λογοδοτεί σε σύνολα: στην πατρίδα, στην οικογένεια, στην κοινότητα, στον λαό όχι ως απλό άθροισμα των πολιτών, αλλά ως απαρτία που συμπεριλαμβάνει κεκοιμημένους και αγέννητους.

   Προσπαθούσαν να μας πείσουν ότι όπως στον ιστορικο-υλιστικό «σοσιαλισμό», έτσι και στον «δεξιό» φιλελευθερισμό και παντού η βάση της πολιτικής, το στοιχείο που την χαρακτηρίζει, είναι πρωτίστως η οικονομία. Ότι η πολιτική, η δημοκρατία της συνύπαρξής μας, συνίσταται πρωτίστως στις οικονομικές σχέσεις του κράτους και των ιδιωτών και δευτερευόντως σε οτιδήποτε άλλο. Αλλά εμείς οι δεξιοί πολίτες δεν ήμασταν ποτέ ιστορικοϋλιστές! Την δική μας αντίληψη για την πολιτική την καθοδηγούν αρχές και προτεραιότητες: η αξιοσύνη και αξιοκρατία, η εργατικότητα, η παράδοση-παραδεδομένη πείρα αιώνων, η αξιοπρέπεια, η αυτάρκεια, ο σεβασμός του ιερού, η φιλοτιμία, ο ρεαλισμός λόγων, ελπίδων και πράξεων. Χαώδης η διαφορά με τις προτεραιότητες του πολιτικού προσωπικού.

   Φυσικά, όσον αφορά στην οικονομία, ένας Έλληνας συντηρητικός δεν θα «συντηρούσε» την κατάσταση του άρρωστου ελλαδικού κρατισμού, θα την άλλαζε εντελώς, σμικραίνοντας ριζικά το κράτος (θα ασκούσε φιλελεύθερη οικονομική πολιτική στα πλαίσια περίπου της χριστιανοδημοκρατικής Soziale Marktwirtschaft): όχι όμως λόγω κάποιου θέσφατου για το «ελάχιστο κράτος» ή για το «μεγαλείο των ατόμων», αλλά επειδή οι συντηρητικές του αξίες θα ήταν ασυμβίβαστες με την αναξιοκρατία, την αναξιοπρέπεια, την αργομισθία και την αναποτελεσματικότητα του νεοελλαδικού κρατισμού και της σήψης του.

   Ο νέος ελληνικός συντηρητισμός επιμαρτυρεί την ανάγκη να βρίσκεται η Ελλάδα στην ενωμένη Ευρώπη, στο κέντρο των ιστορικών εξελίξεων της περιοχής μας – και προτίθεται να αγωνιστεί γι’ αυτήν. Ευρωπαϊσμός όμως δεν σημαίνει φεντεραλισμός, δεν σημαίνει ομοσπονδοποίηση: το όραμα για την ενιαία κοινότητα των ευρωπαϊκών εθνών δεν συμπεριλαμβάνει για εμάς την κατάλυση της αυτοτέλειας των δημοκρατιών και των πολιτισμών τους, την δόμηση ενός οργουελικού υπερκράτους. Όπως και οι «μεγάλοι» της Ευρώπης αυτήν την στιγμή, αντιστεκόμαστε στην διάλυση των εθνών-κρατών, τα οποία αναγνωρίζουμε ως προπύργια ελευθερίας και δημοκρατίας: αντ’ αυτού, επιδιώκουμε την εγγύτερη συνεργασία μεταξύ τους. Στην Ελλάδα οι διαφορετικές προσεγγίσεις για το θέμα της Ευρώπης θεωρούντο ανέκαθεν λίγο-πολύ ταυτόσημες ή συνώνυμες, «λεπτομέρειες»: γι’ αυτό είναι αναγκαία η σαφής διατύπωση ενός μη-φεντεραλιστικού ευρωπαϊσμού  για την χώρα μας.

   Το ζητούμενο δεν είναι η δημιουργία ενός ακόμη κόμματος: η σκέψη ότι επείγει η δημιουργία ενός ακόμη κόμματος δεξιότερα του κέντρου είναι, νομίζουμε, λανθασμένη ανάγνωση των δεδομένων. Το ρήγμα στην εκπροσώπηση της δεξιάς παράταξης του λαού από τα κόμματα είναι δομικό, δεν θεραπεύεται με καλές προθέσεις και ασυμμάζευτες φιλοδοξίες – αυτές θα καταλήξουν απλώς στα ίδια συμπτώματα. Για να θεραπευθεί αυτό το ρήγμα χρειάζεται πρώτα πολλή δουλειά και πολλή σπουδή: γι’ αυτό πιστεύουμε ότι προέχει η δημιουργία μιας δυναμικής συντηρητικής «δεξαμενής σκέψης» έξω από τα κόμματα, ενός σοβαρού ινστιτούτου πραγματικά ανεξάρτητου από τους κομματικούς μηχανισμούς που θα μελετήσει, θα προτείνει, θα διδάξει και θα διδαχθεί, θα επηρεάσει και θα εξελιχθεί. Ενός Ινστιτούτου Συντηρητικής Πολιτικής. Η διατύπωση ιδεών, η κατάθεση προτάσεων, η εκπαίδευση στελεχών και η ειλικρινής πρόταξη αξιών είναι πράγματα τόσο ξένα και πρωτόγνωρα για την σημερινή Δεξιά, που και μόνον η εμφάνισή τους δύναται, πιστεύουμε, να επιφέρει τεκτονικές αλλαγές στον χώρο δεξιότερα του κέντρου και συνακόλουθα σε ολόκληρο το πολιτικό σκηνικό.

   Οι μυλόπετρες των επερχόμενων ευρωεκλογών δεν επιτρέπουν ακόμα την χωρίς ιδιοτέλεια έκφραση πολιτικού προβληματισμού προσανατολισμένου σε λύσεις: εν όψει εκλογών, υφίστανται μόνο υποστηρίξεις, αλληλοστηρίξεις και συμμαχίες, κόμματα και λίστες, σε μια ρητορική τύπου «ή μαζί μας ή εναντίον μας, ή μ’ αυτούς ή μ’ εμάς». Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν θα ήταν σώφρον να επιχειρηθεί κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου ακραίας πόλωσης και εκατέρωθεν στρατεύσεων η εμφάνιση έλλογης αντιπρότασης: θα την κατάπινε η προεκλογική πολυφωνία και παραφωνία. Ως εκ τούτων, ο ρεαλισμός επιτάσσει να ξεμυτίσει η ελπίδα ενός νέου ελληνικού συντηρητισμού μετά τις ευρωεκλογές του 2014.

   Αναπόσπαστο κομμάτι των συντηρητικών μας αξιών είναι η αξιοπρέπεια και η διαφάνεια της επωνυμίας, όχι οι ανώνυμες τοποθετήσεις. Όπως και οι υπογραφές αυτού του κειμένου, έτσι και κάθε μας παρέμβαση θα φέρει το όνομα και το επώνυμο των συντελεστών της. Αν κάτι θέλουμε να διαφοροποιήσει την παρέμβασή μας από την πολιτική οχλαγωγία, αυτό ας είναι πρωτίστως η συνέπεια, η σοβαρότητα και η αξιοπρέπεια. Οι κάτωθι υπογράφοντες δεν προερχόμαστε από την γενιά των δεινοσαύρων της μεταπολίτευσης, οι περισσότεροι γεννηθήκαμε αρκετά μετά το 1981.  Σε όσους δια βίου προοδευτικούς από την γενιά που έφερε την Ελλάδα ως εδώ ξινίσουν και ρωτήσουν «μα, τόσο νέοι και συντηρητικοί;», απαντάμε: «ναι, ακριβώς έτσι».

   Θεωρούμε ότι ο μη-ιδεολογικός, μεταπρατικός και δήθεν διαχειριστικός χαρακτήρας της σημερινής ελληνικής Δεξιάς (και η συνακόλουθη ανυπαρξία ενός μη-αριστερού πολιτικού Κέντρου) είναι ο «αδύναμος κρίκος» ολόκληρου του κομματικού συστήματος και του πολιτικού μας προβλήματος, που αν σπάσει θα συμπαρασύρει σύνολη την πολιτική γεωγραφία σε μια νέα, ελπιδοφόρα περίοδο, χαρακτηριζόμενη από την σαφήνεια, αξιοπρέπεια και συνέπεια του πολιτικού λόγου. Ώρα να μάθουμε αν αυτή η ανάγνωση έχει τον ρεαλισμό των ιστορικών αλλαγών…

Υπογραφές (αρχικές):
1. Αθανασόπουλος Ελευθέριος, 30 ετών, δικηγόρος
2. Αντωνιάδης Γεώργιος, 30 ετών, ιδιωτικός υπάλληλος/διεθνολόγος
3. Αντωνιάδης Δημήτριος, 31 ετών, υλοτόμος
4. Βερδελής Δημήτριος, 20 ετών, σπουδαστής Νομικής ΕΚΠΑ
5. Γιοβάνη Δήμητρα, 18 ετών, σπουδάστρια μαθηματικών ΕΚΠΑ
6. Γραμματικού Αρετή,  29 ετών, ιδιωτική υπάλληλος
7. Δικαίος Δημήτριος, 25 ετών, ασκούμενος δικηγόρος
8. Ζόγκας Θωμάς, 26 ετών, οικοδομικά
9. Θωμόπουλος Χρήστος, 40 ετών, ιατρός νευρολόγος
10. Ιωαννίδου Αγγελική, 36 ετών, οικιακά
11. Κανίδης Χρήστος, 36 ετών, ελεύθερος επαγγελματίας
12. Κοκκόλης Γεώργιος, 25 ετών, δημοσιογράφος-πολιτικός επιστήμων LSE
13. Κοντολαίμου Αγλαΐα,  36 ετών, εκπαιδευτικός-φιλόλογος MA ΕΚΠΑ
14. Κουρεμμένος Ιπποκράτης, 22 ετών, σπουδαστής οικονομικών Πανεπιστημίου Πειραιώς
15. Κουρούσιη Νικολέττα, 25 ετών, μεταπτυχιακή φοιτήτρια διεθνών και ευρωπαϊκών σπουδών Πανεπιστημίου Πειραιώς
16. Κούτρας Ευάγγελος, 29 ετών, σερβιτόρος
17. Κωνσταντόπουλος Γεώργιος, 19 ετών, φοιτητής νομικής σχολής Αθηνών.
18. Λιθαδιώτης Πάνος, 28 ετών, μεταπτυχιακός φοιτητής πολ. επικοινωνίας LSE
19. Λούτσης Αιμίλιος, 29 ετών, τεχνικός
20. Μαγκαφάς Παναγιώτης, 34 ετών, ιστορικός
21. Μαντέλλου Αριστούλα, 32 ετών, φιλόλογος MA, Institute of Education, University of London
22. Μάντη Μαρίνα, 27 ετών, οικονομολόγος
23. Μητραλέξης Σωτήριος, 25 ετών, υπ. διδάκτωρ της Freie Universität Berlin
24. Μιχαηλίδης Γεώργιος-Δημήτριος, 26 ετών, δημοσιογράφος/διεθνολόγος
25. Μιχελόγγονας Αντώνης, 20 ετών, σπουδαστής νομικής
26. Μπαλτά Έλενα, 31 ετών, γραφίστρια
27. Μπασδέκη Δήμητρα, 32 ετών, ιδιωτική υπάλληλος
28. Μπόκολα Θεοδοσία, 30 ετών, δασκάλα
29. Μπόκολας Παναγιώτης, 35 ετών, ιδιωτικός υπάλληλος
30. Μπουρλάς Φειδίας, 43 ετών, ηλ. μηχανικός ΕΜΠ
31. Νάτση Ιωάννα, 25 ετών, κομμώτρια
32. Νικήτας Ιωάννης, 22 ετών, δημοσιογράφος/σπουδαστής κοινωνικών επιστημών Πανεπιστημίου Αιγαίου
33. Νίκου Ευάγγελος, 26 ετών, ηλεκτρολόγος
34. Ξανθοπούλου Μαρία, 29 ετών, έμπορος
35. Παπαδοπούλου Μαρία-Αγγελική, 29 ετών, διοικητικός υπἀλληλος ΠΓΝ «Λαϊκού», σπουδάστρια ΦΠΨ ΕΚΠΑ
36. Παπανικόλα Χαρά, 30 ετών, ελεύθερη επαγγελματίας
37. Παπανικόλας Άρης, 30 ετών, ιδιωτικός υπάλληλος
38. Παππάς Χρήστος, 25 ετών, ελεύθερος επαγγελματίας
39. Πηλιαφάς Ανέστης, 29 ετών, ηλεκτρολόγος τηλεπικοινωνιών
40. Σαπουνάκη Στέλλα, 25 ετών, ιδιωτική υπάλληλος/πολιτική επιστήμων
41. Σεμσίρη Ιωάννα, 27 ετών, ιδιωτική υπάλληλος
42. Σκόκοτα Ειρήνη, 24 ετών, αισθητικός
43. Σταλίδης Ανδρέας, 40 ετών, δημιουργός διαδικτυακού περιοδικού «Αντίβαρο» (2001)
44. Τζιτζής Παναγιώτης Μιχαήλ, 23 ετών, σπουδαστής Ιατρικής ΑΠΘ
45. Τζούμπας Μιχάλης, 24 ετών, λογιστής
46. Τόλιας Κωνσταντίνος-Τιμολέων, 34 ετών, άνεργος
47. Τούσε Χριστίνα, 27 ετών, γραφίστρια
48. Τσαμουρλίδης Αλέξανδρος, 19 ετών, φοιτητής βαλκανικών, σλαβικών και ανατολικών σπουδών Πανεπιστημίου Μακεδονίας
49. Τσάπαλος Όμηρος, 26 ετών, υπ. Δρ. πολιτιστικής διπλωματίας Παντείου
50. Τσίρος Ιωάννης, 32 ετών, Msc μηχανολόγος μηχανικός
51. Τσόχλα Εύα, 33 ετών, ψυχολόγος
52. Φερραίος Αλέξανδρος, 24 ετών, δημοσιογράφος/σπουδαστής οικονομικών
53. Φουντοπούλου Αγγελική, 27 ετών, βιολόγος
54. Χατζή Κωνσταντίνα, 19 ετών, σπουδάστρια λογοθεραπείας T.E.I. Πατρών
55. Χατζημιχαήλ Χρήστος, 33 ετών, PhD, επιστημονικός συνεργάτης Ακαδημίας Αθηνών
56. Χιόνης Σπυρίδων, 36 ετών, δικηγόρος Πειραιώς
57. Χλιούρας Πέτρος, 24 ετών, σπουδαστής πολιτικών επιστημών του Πανεπιστημίου του Marburg
58. Χριστόπουλος Χρήστος, 20 ετών, σπουδαστής διεθνών και ευρωπαϊκών σπουδών Παντείου

Ἰνστιτοῦτο Συντηρητικῆς Πολιτικῆς (conservatives.gr)

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

Τὸ κορίτσι μὲ τὶς μαργαρίτες

   Ἡ ἀφίσα μὲ τὴν ὡραία δεσποινίδα, σ᾿ ἕνα κάδρο στὸν τοῖχο τοῦ σπιτιοῦ τῆς γιαγιᾶς μου. Χρόνια τώρα, ἀπὸ τότε ποὺ ἥμουν μικρός. Κάθε φορὰ τὴν κοιτοῦσα καὶ ὀνειρευόμουν.


   Χρόνια πέρασαν. Πάντοτε ὅμως, ὅταν ἐτύγχανε νὰ βρεθοῦμε στὸ σπίτι τῆς γιαγιᾶς, ἡ ζουμερὴ νεάνις αἰχμαλώτιζε ἕνα βλέμμα μου.

   Ἀνερωτούμην καμμιὰ φορὰ ποία νὰ εἶναι ἄραγε ἡ νεράιδα τοῦ πίνακα στὸν «πραγματικὸ κόσμο». Ἀκόμη θυμόμουν τὴν ἔκθεσι στὴν Ἐθνικὴ Πινακοθήκη, «Ἰμπρεσιονιστὲς καὶ μεταϊμπρεσιονιστές» (Ἰαν.-Ἀπρ. 1980)· εἴχαμε πάει τότε μὲ τοὺς γονεῖς μου. Προφανῶς ἡ ἀφίσα ἦταν ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἔκθεσι. Ὡς φαίνεται Ρενουάρ. Εἴχαμε στὴν βιβλιοθήκη τοῦ πατέρα μου σειρὰ τόμων μὲ τοὺς μεγάλους ζωγράφους. Ἔψαξα τὸν Ρενουὰρ καὶ τοὺς ἰμπρεσιονιστές. Δὲν τὴν βρῆκα. Περίεργον.

   Ἐποχὴ τοῦ Διαδικτύου πλέον. Μερικὲς φορές ἔτυχε νὰ θυμηθῶ ξανὰ τὴν ζουμερὴ νεάνιδα τοῦ πίνακα. Ἔψαξα σὲ δυὸ-τρεῖς ἱστοχώρους - ἠλεκτρονικὲς πινακοθῆκες. Δὲν τὴν βρῆκα. Περίεργον. Λὲς καὶ δὲν ἦταν πραγματική! (Ἀλλὰ οὔτε καὶ ρώτησα φίλους στὸ Διαδίκτυο. Δὲν ἔτυχε; Δὲν ξέρω.)

   Πρὶν λίγα χρόνια, λοιπόν, ἐμφανίστηκε μιὰ νέα, πρωτοποριακὴ διαδικτυακὴ ὑπηρεσία, τὸ TinEye Reverse Image Search. Βάζεις μιὰ εἰκόνα καὶ σοῦ γυρίζει ἱστοσελίδες ποὺ ἔχουν τὴν ἴδια εἰκόνα ἢ εἰκόνες ποὺ μοιάζουν μὲ αὐτήν. (Σήμερα, τὸ TinEye ἔχει ἐν πολλοῖς ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ τὸ Google Image Search. Ὑπάρχει καὶ σὲ browser addon, γιὰ νὰ τὸ ἔχετε στὸ δεξὶ κλίκ: Search By Image (by Google) [Mozilla, Chrome]) Γιὰ πολὺ καιρό, ὅμως, δὲν σκέφθηκα νὰ ψάξω (ἀλλὰ καὶ ὅταν ἔτυχε νὰ τὸ σκεφθῶ, δὲν εἶχα τὴν εἰκόνα διαθέσιμη).

   Ὥσπου μιὰ φορά, στὸ σπίτι τῆς γιαγιᾶς, μοῦ πέρασε ἀπὸ τὸ μυαλὸ ἡ τρομερὴ ἰδέα. Ἔβγαλα τὸ κινητὸ καὶ φωτογράφισα τὴν νεράιδα. Ὅταν γυρίσαμε σπίτι, ἄνοιξα τὸν ὑπολογιστή μου, καὶ μὲ ἕναν ἀκαθόριστο φόβο μήπως κάνω κάτι βέβηλο, ἔβαλα τὴν νεράιδα μου στὸ Image Search. Σὲ ἕνα δευτερόλεπτο ἡ ὀθόνη μου γέμισε μὲ δημόσιες ἱστοσελίδες, sites, μπλόγκια, κείμενα, εἰκόνες, δὲν συμμαζεύεται. Ἡ νεράιδα μου εἶχε ὄνομα καὶ ἀστυνομικὴ ταυτότητα: Pierre-Auguste Renoir, La jeune fille avec les pâquerettes, 1889. Μὲ φρίκη τὴν εἶδα ἐκτεθειμένη στὸν χύδην ὄχλο, ἀναρτημένη στὰ ἰντερνέτια, γυμνή, βορὰ στὰ μάτια τῶν βαρβάρων.


   Ὁ μυστικὸς ἔρωτας καὶ ἡ ἀναζήτησις δύο καὶ πλέον δεκαετιῶν εἶχε τελειώσει μὲ ἕνα δεξὶ κλίκ...

   ...Ἀλλὰ ἴσως πάλι ὄχι.

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

Ἐνάντια στὴν πραγματικότητα, ἢ περὶ ἐλευθερίας

   Ψυχανεμίζομαι ἀπὸ περιρρέοντα σχόλια «ἐκσυγχρονιστικῆς»-ἐλευθεριακῆς προελεύσεως ὅτι εἶναι ἐσχάτως τῆς μόδας ἡ ὑπεράσπισις τῆς «πραγματικότητος», ἔναντι τῶν ἀναιδῶν ἐκείνων ποὺ ἐπιμένουν νὰ ὀνειρεύονται. Οἱ δὲ προτροπὲς αὐτὲς δὲν περιορίζονται στὴν τρέχουσα πολιτική, ἀλλὰ ἐπεκτείνονται ἀκόμη καὶ σὲ μεταφυσικὴ διάστασι (εἷς δὲ σχολιαστὴς ἔφθασε ἔως τοὺς Γνωστικοὺς καὶ τοὺς Μανιχαίους [1]). Μάλιστα, διὰ τοιούτου ὠμοῦ ὑλισμοῦ ἐπιχειρεῖται ἀπὸ «ὀρθολογιστές» («ρασιοναλιστὲς» [2]) τινὲς ἡ ἀντίκρουσις τῶν ἐπελαυνόντων μαρξιστῶν -λέγουν- τοῦ κομαντάτε Τσίπρα. Ματαία, φοβοῦμαι, ἡ προσπάθεια, καθ᾿ ὅσον ὁ ἐλευθεριακὸς καὶ ὁ μαρξιστικὸς ὑλισμός ἔχουν κοινὴ μήτρα· δὲν ἀποτελεῖ ο εἷς ἀπάντησιν εἰς τὸν ἄλλον, ἀλλὰ ἐκφάνσεις τοῦ ἰδίου προβλήματος.

   Ἐπιτρέψτε μου νὰ ξεκαθαρίσω τὴν θέσι μου:

   Εἶμαι ἐναντίον τῆς «πραγματικότητος».

   Ἡ μόνη πραγματικότης εἶναι ἡ Φαντασία.

   Εἴμεθα συμπολεμιστὲς τοῦ Δὸν Κιχώτη, ὀνειροπόλοι καὶ αἰθεροβάμονες, ἄποικοι τῶν εὐαγῶν αἰθέρων, ἱππότες κομητῶν καὶ ἀδελφοὶ νεφελωμάτων.
[3][4]


Φοιτητικὴ Λέσχη Φανταστικῆς Λογοτεχνίας (ΦΛΕΦΑΛΟ)

Σημειώσεις:
[1] ...Μὲ τὸ σκεπτικὸν ὅτι οἱ ὀνειροπόλοι (καὶ γενικῶς οἱ ἰδεαλιστές, οἱ θρῆσκοι, ὅλοι οἱ κατὰ τὸν καταγγέλλοντα ἀνορθολογιστὲς) εἶναι ἀρνηταὶ τῆς ὑλικῆς πραγματικότητος διότι μισοῦν τὸν κόσμο, ὅπως οἱ ἀρχαῖοι Γνωστικοί. Λάθος, διότι οἱ Γνωστικοὶ δὲν ἠρνοῦντο τὴν ὑλικὴ πραγματικότητα· κάθε ἄλλο· πραγματικότατη τὴν θεωροῦσαν, τὴν μόνη προσιτή, πλὴν ὅμως ἐγγενῶς κακή, δημιουργία τοῦ κακοῦ θεοῦ, τὸν δὲ ἀγαθὸ θεὸ ἀπρόσιτον στὸν ἄνθρωπο καὶ ἀμέτοχον στὸν κόσμο. Στὴν πραγματικότητα οἱ Γνωστικοὶ εὐρίσκονται πολὺ ἐγγύτερον στοὺς ὑλιστὲς παρὰ στοὺς ἰδεαλιστές (ἢ στοὺς χριστιανούς, ἢ στοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες). Διότι, ἀπὸ τὴν θέσιν ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀπρόσιτος καὶ ὁ κόσμος κακός, ἔως τὴν θέσιν ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀνύπαρκτος καὶ ὁ κόσμος χυδαία ὕλη, δὲν παρεμβάλλεται παρὰ ἕνα ἐλάχιστο λογικὸ βῆμα (τὸ ξυράφι τοῦ Ὄκκαμ). Ἀντιθέτως, γιὰ τοὺς χριστιανοὺς καὶ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες ὁ κόσμος εἶναι ἔνθεος, τὰ πάντα πλήρη Θεοῦ.

Χρῆστος Γιανναρᾶς
[2] Ὀρθῶς ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς ἀντιδιαστέλλει τὸν ἑλληνικὸν «λόγον» ἀπὸ τὸ δυτικὸ «ratio» καὶ ἐπισημαίνει τὴν ταύτισι στὴν ἑλληνικὴ γνωσιοθεωρία τῆς λογικῆς καὶ τῆς ἐμπειρίας, τοῦ ἀληθεύειν μὲ τὸ κοινωνεῖν (τὸ ὀρθῶς διανοεῖσθαι διὰ τὸ ὀρθῶς κοινωνεῖν, στὸν Ἀριστοτέλη· Ἡράκλειτος: «διὸ καθ᾿ ὅ τι ἃν αὐτοῦ τῆς μνήμης κοινωνήσωμεν, ἀληθεύομεν, ἃ δ᾿ ἃν ἰδιάσωμεν, ψευδόμεθα» (Testimonia, ἀπόσπ. 16, 37-38)· βλ. συνοπτικῶς περὶ τοῦ ἑλληνικοῦ ἀποφατισμοῦ κατὰ Γιανναρᾶ: Σωτήρης Μητραλέξης, «Πολιτικὴ ἀδολεσχία II», ἐκδ. manifesto, Σεπτ. 2012, ISBN 978-960-9570-07-7, σελ. 23-26· ἐπίσης, Κρυσταλία Πατούλη, «Χρήστος Γιανναράς: Η γνώση αληθεύει όταν κοινωνείται»)

Κώστας Φέρρης
   Ὁ δὲ Κώστας Φέρρης σημειώνει (σὲ συζήτησι στὴν ἠλεκτρονικὴ λίστα «λόγος»):
   «Ἡ μητρικὴ γλῶσσα εἶναι μόνο ἡ ἔναρθρη ἔκφραση τοῦ «φανταστικοῦ τόπου», εἶναι δηλαδὴ ἡ εἰκόνα του. Ὁ φανταστικὸς τόπος εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Λόγος. Τό ᾿χα πεῖ καὶ παλιά, ἀλλὰ ἂς τὸ ἐπαναλάβω. Λόγος, κατὰ τὸ Liddel-Scott, εἶναι τόσο ὁ ἔναρθρος ἐκφερόμενος λόγος τοῦ ἀνθρώπου, ὅσο καὶ ὁ ἐνδιάθετος, μὴ ἀρθρωμένος καὶ σκοτεινὸς (ἀφηρημένος) λόγος τῆς σκέψης. «Ὥστε ἐν τῇ λέξει λόγος, περιλαμβάνονται καὶ αἱ δύο φύσεις του».
   Ὁ ἔναρθρος λόγος εἶναι ἐργαλεῖο διαχωρισμοῦ, ἐργαλεῖο τοῦ κόσμου τῶν διαχωρισμένων, ἢ τοῦ κόσμου ποὺ βλέπομε ὡς διαχωρισμένο. Ἐνῷ ὁ ἐνδιάθετος λόγος, εἶναι καθρέφτης τοῦ Κόσμου τοῦ Ἑνιαίου, δηλαδὴ ἀντίθετος – καὶ συμπληρωματικός. Ἔτσι, ὁ λόγος ὁ ἔναρθρος ὁ στεγνός, ὅπου ἡ δομὴ καπελώνει τὸ νόημα, εἶναι ἀναληθὴς καὶ καθόλου πειστικός.
   Ὁ Ἅγιος Βασίλειος λέει πὼς στὸ κήρυγμα, γιὰ νὰ μιλήσει στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων, πρέπει ὁ ρήτορας νὰ ἐντάξει στὸν προφορικό του λόγο, τὸν ἐνδιάθετο. Δηλαδὴ τὴν ποίηση. Τὴν ἀφαίρεση. Τὴ μνήμη τοῦ Ἑνιαίου. Τὸ αἴσθημα. (Κι ἐδῶ ἀρχίζει μιὰ ἄλλη μεγάλη κουβέντα, πάνω στὴν ὁποία κάποτε εἴχαμε διαφωνήσει μὲ τὸν Χρῆστο Γιανναρᾶ, καὶ στὸ τέλος... τὸν ἔπεισα!)»

[3] «Ἔχουμε μετακομίσει εἰς τούς εὐαγεῖς αἰθέρες· Εἴμεθα αἰθεροβάμονες!» Ἰωάννης Φουράκης, «Μανιφέστο τοῦ Ὑπερβατικοῦ Ἑλληνισμοῦ».

Howard Phillips Lovecraft
[4] «Verily, I have travelled to strange places which are not upon the earth or any known planet. I have been a rider of comets, and a brother to the nebulae.» Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ, ἐπιστολὴ στὸν Ράινχαρντ Κλάινερ, 21-5-1920.

* * *

   ...Φορᾶμε τὸν καλογυαλισμένο θώρακα καὶ τὴν περικεφαλαία μας, ἀδράχνουμε γερὰ τὸ κοφτερὸ μας ξίφος καὶ σηκώνουμε τὴν βαρειὰ ἀσπίδα μὲ τὸν προγονικὸ θυρεὸ ἢ τὸ φοβερὸ γοργόνιο, ἱππεύουμε τὸ γοργό μας ἄτι καὶ μὲ τὰ φλάμπουρά μας νὰ κυματίζουν περήφανα στὸν ἄνεμο, ξεχυνόμαστε... γιὰ ποῦ; οὔτε ξέρουμε οὔτε ρωτοῦμε· ἐκεῖ ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ ἡ φωνὴ τοῦ Πεπρωμένου...


«Ἰωάννα τῆς Λωραίνης», τοῦ Δημήτρη Κατῆ

* * *

   Τὸ ἀκόλουθο κείμενο ἀνήκει στὸν ἐξερευνητὴ τῆς Φαντασίας Παντελῆ Γιαννουλάκη. Εἶναι μιὰ πολιτικὴ διακήρυξις. Ὁμιλεῖ γιὰ τὴν ἐλευθερία· τὴν ἐλευθερία γιὰ τὴν ὁποίαν κανεὶς σοσιαλιστὴς ἢ φιλελεύθερος ἢ ὁποιοσδήποτε ἄλλος πολιτικὸς ἀναμορφωτὴς δὲν μᾶς ἔχει μιλήσει.

Ὀνειροπόλοι καὶ αἰθεροβάμονες: Ἰωάννης Φουράκης,
Παντελῆς Γιαννουλάκης, Χρίστος Γούδης.

Ἀναρωτήθηκες ποτὲ ἂν εἶσαι στ᾿ ἀλήθεια ἕνας ἐλεύθερος ἄνθρωπος;
  
   Νομίζω πὼς εἶναι ἕνα ζήτημα τὸ ὁποῖο ἀξίζει νὰ τὸ συλλογιστεῖς σοβαρά, καὶ ἴσως νὰ μπορέσω νὰ σὲ βοηθήσω λιγάκι σ᾿ αὐτό...
   Ἂς ποῦμε, ἄραγε, μπορεῖς νὰ πᾶς ὅπου θέλεις, ὅποτε θέλεις; Ἔχεις ἐλευθερία κινήσεων; Μπορεῖς νὰ ταξιδέψεις, νὰ γνωρίσεις τὸν κόσμο, ἂς ποῦμε, νὰ δεῖς ἀπὸ κοντὰ ἕνα καγκουρὼ στὴν Αὐστραλία; Ὄχι; Εἶναι μακριὰ καὶ θέλει πολλὰ λεφτά; Ἐντάξει.
   Χμ... Μπορεῖς, ἂν τὸ ἐπιθυμεῖς, αὔριο τὸ πρωὶ νὰ πιεῖς ἕνα καφὲ στὸ Πήλιο; Νὰ πᾶς γιὰ ψάρεμα στὴ Μυτιλήνη; Νὰ πᾶς γιὰ βαρκάδα στὰ φιὸρδ τῆς Νορβηγίας; Τί; Πρέπει νὰ πᾶς στὴ δουλειὰ αὔριο τὸ πρωὶ καὶ δὲν μπορεῖς; Ἔχεις ὑποχρεώσεις; Μάλιστα...
   Ἔ, τότε μπορεῖς νὰ διαβάσεις τὴν Κοσμικὴ Τριλογία τοῦ C. S. Lewis, ἕνα βιβλίο τὸ ὁποῖο κατὰ τὴ γνώμη μου εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ ὑπέροχα ποὺ γράφτηκαν ποτέ, τὸ ὁποῖο θὰ σὲ ταξιδέψει σὲ ἄλλους πλανῆτες καὶ ἄλλους κόσμους. Τί; Δὲν ἔχει εκδοθεῖ στὰ ἑλληνικὰ καὶ δὲν ξέρεις ἀγγλικά; Εἶναι ὀκτακόσιες σελίδες καὶ δὲν ἔχεις χρόνο; Δὲν διαβάζεις τέτοια πράγματα; Καλά, ἐντάξει... Χμ, τότε σίγουρα θὰ μπορεῖς νὰ κάνεις μιὰ ὑπέροχη κουβέντα μ᾿ ἕναν φίλο σου, σήμερα τὸ βράδυ, καὶ νὰ συζητήσετε γιὰ τὰ ταξίδια στὸ Χρόνο, γιὰ τὰ ἰσλανδικὰ ἔπη, γιὰ ἕνα παλιὸ ταξίδι σας στὴν Πράγα, γιὰ τὴ χαρτογραφία τῶν ἀνέμων, γιὰ τὸ Megapolisomancy, γιὰ τὶς προοπτικὲς τοῦ Virtual Reality... Ἄ, μάλιστα, καταλαβαίνω... Οἱ φίλοι σου δὲν ξέρουν οὔτε θέλουν νὰ ξέρουν γιὰ τέτοια πράγματα, μιλᾶνε συνέχεια γιὰ ποδόσφαιρο, πολιτική, οἰκονομικὰ προβλήματα, σέξ, (κι ἂν εἶσαι γυναίκα, οἱ φίλες σου μιλᾶνε γιὰ καλλυντικά, γιὰ ἄντρες, γιὰ κουτσομπολιὰ καὶ γιὰ τὴν καριέρα τους).
   Τέλος πάντων, σίγουρα μπορεῖς τουλάχιστον νὰ κοιμηθεῖς καὶ νὰ δεῖς κάποιο ὡραῖο ὄνειρο, νὰ ζήσεις ὑπέροχες περιπέτειες σὲ μιὰ μακρινὴ Ὀνειροχώρα. Τί; Δὲν θυμᾶσαι ποτὲ τὰ ὄνειρά σου; Νομίζεις ὅτι μᾶλλον δὲν βλέπεις ποτὲ ὄνειρα;
   Ἐντάξει, τότε ἁπλά ἂς ποῦμε ὅτι δὲν μπορεῖς νὰ πᾶς ὅπου θέλεις, ὅποτε θέλεις, «λόγῳ ἀνωτέρας βίας», ἀλλὰ κατὰ τὰ ἄλλα εἶσαι ἕνας ἐλεύθερος ἄνθρωπος...
   Λοιπόν, ἂς δοκιμάσουμε κάτι ἄλλο...
   Μπορεῖς νὰ πεῖς ἐλεύθερα τὴ γνώμη σου γιὰ κάτι; Ναί, ξέρω, φυσικὰ καὶ μπορεῖς νὰ τὴν πεῖς ἐλεύθερα, ὅμως, εἶναι ἡ δική σου γνώμη; Μήπως δὲν διαφέρει καὶ πολὺ ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη γνώμη ὅλων τῶν ἄλλων; Τί σημασία ἔχει νὰ λέμε ἐλεύθερα τὴ γνώμη μας, ἂν αὐτὴ εἶναι ἴδια μὲ ὅλες τὶς ἄλλες!... Ναί, ξέρω, εἶσαι ἰδιαίτερος ἄνθρωπος καὶ αὐτὸ δὲν ἰσχύει γιὰ σένα. Ἐντάξει, λοιπόν. Πές μου τότε, ποιά εἶναι ἡ ἐλεύθερη γνώμη σου -χμ- γιὰ τὴν ἀποκωδικοποίηση τοῦ DNA; Ἀχά, μάλιστα, ἀφήνεις αὐτὰ τὰ δύσκολα θέματα γιὰ πιὸ εἰδικοὺς ἀπὸ ἐσένα, αὐτοὶ ἔχουν λόγο καὶ δικαίωμα νὰ ἔχουν γνώμη, ἐνῶ ἐσὺ ὄχι (ἔ, μὴν γελοιοποιηθοῦμε κιόλας...). Ἄ, θυμήθηκες τώρα κάτι ποὺ ἄκουσες γιὰ τὸ ζήτημα: ὅλα αὐτὰ ὁδηγοῦν στὸν κλωνισμό, ἐκεῖνο ποὺ κάνανε μὲ κάτι πρόβατα, ποὺ εἶναι κάτι πολὺ κακὸ γιατὶ ἐπεμβαίνουμε ἀλαζονικὰ στὴ Φύση, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀφήσουμε νὰ γίνει αὐτὸ σὲ ἀνθρώπους. Μάλιστα, πολὺ ἐνδιαφέρουσα ἡ γνώμη σου, εἶναι πολὺ πρωτότυπη καὶ πολὺ ἐνημερωμένη. Καὶ τὴν εἶπες καὶ ἐλεύθερα. Κι ἀφοῦ δὲν ἄκουσες κανέναν νὰ σὲ κοροϊδεύει, ἀφοῦ κανεὶς δὲν σὲ συνέλαβε, πάει νὰ πεῖ ὅτι εἴτε εἶσαι ἐλεύθερος ἄνθρωπος εἴτε ὅτι σοφὰ δὲν διακινδυνεύεις μακριὰ ἀπὸ τὴν πεπατημένη. ΟΚ...
   Ἀλήθεια, εἶσαι ἐλεύθερος νὰ ἀσχοληθεῖς μὲ ὅ,τι θέλεις; Ἂς ποῦμε, μπορεῖς νὰ γίνεις ἀστροναύτης ἂν τὸ ἐπιθυμεῖς; Νὰ ἀσχοληθεῖς μὲ τὴν κατασκευὴ λαβυρίνθων, νὰ γίνεις ζωγράφος, νὰ παίξεις καταπληκτικὸ τρομπόνι, νὰ ἀσχολεῖσαι μόνο μὲ τὶς ποικιλίες τοῦ σεξ, νὰ κάνεις τὸν ἀκροβάτη, νὰ κάνεις ἐξερευνήσεις στὴν Ἀραβία, νὰ γίνεις συλλέκτης βαλσαμωμένων ἑρπετῶν, νὰ κάνεις ἐφευρέσεις, νὰ ἀσχοληθεῖς μὲ τὴν ὑψηλὴ ραπτικὴ ἢ μὲ τὴν ἀρχιτεκτονικὴ πύργων; Ξέρω, ξέρω, δὲν μπορεῖς νὰ κάνεις αὐτὸ ποὺ ἀληθινὰ θέλεις. Εἶσαι ἀναγκασμένος νὰ εἶσαι τραπεζικὸς ὑπάλληλος, φοιτητής, πωλήτρια, βενζινοπώλης, καφετζής, δημόσιος ὑπάλληλος, λογίστρια, ἐκπαιδευτικός, γραμματέας, κλητήρας, δικηγόρος, ὑδραυλικός. Μάλιστα, καταλαβαίνω, πρὸς τὸ παρὸν δὲν μπορεῖς νὰ κάνεις αὐτὸ ποὺ ἀληθινὰ θέλεις, ἀλλὰ εἶσαι ἐλεύθερος νὰ τὸ κάνεις κάποτε. Μὲ συγχωρεῖς ποὺ ρωτῶ, ἀλλὰ πότε; Σύντομα, ἐντάξει, ἀφοῦ τὸ λὲς ἐσύ...
   Νὰ σὲ ρωτήσω καὶ κάτι ἄλλο; Ἀφοῦ εἶσαι τόσο πιεσμένος καὶ τόσο προσγειωμένος (παρ᾿ ὅλη τὴν ἐλευθερία σου), κάνεις κάποια ὄνειρα; Γιατί νὰ μὴν ἀκολουθήσεις αὔριο τὰ ὄνειρά σου; Γιατί νὰ μὴν προσπαθήσεις νὰ τὰ κάνεις πραγματικότητα, ὅσο τρελὰ κι ἂν εἶναι; Τί περιμένεις; Νὰ γεράσεις;
   Χμ, σὲ βλέπω λίγο σκεπτικό. Ἂς σὲ βοηθήσω λίγο...
   Κατ᾿ ἀρχήν, πές μου, ποιά εἶναι τὰ μεγάλα σου ὄνειρα; Τί; Νὰ ἀποκτήσεις δικό σου σπίτι, αὐτοκίνητο, home cinema, πολλὰ λεφτά, καλὸ φαγητό, μπάνια, σέξ, γλέντια καὶ μπουζούκια; Μά, αὐτὰ δὲν εἶναι ὄνειρα, αὐτὰ εἶναι καταναλωτικὰ προϊόντα καὶ ψυχαγωγία. Ὄνειρα δὲν ἔχεις; Ἐννοῶ, κάτι τρελό, κάτι ἄπιαστο, ἕνα ὅραμα, τέλος πάντων κάτι δικό σου, ἕνα πεπρωμένο. Μάλιστα, καταλαβαίνω, ὡραῖες εἶναι οἱ φαντασίες ἀλλὰ ἡ ζωὴ εἶναι σκληρὴ καὶ συγκεκριμένη, ἔχεις ἀνάγκες, ὑποχρεώσεις, ἡ βιοπάλη, ἀδικία, κουράζεσαι πολύ, προβλήματα, χρειάζεσαι ξεκούραση, νὰ ξεσκάσεις, κλπ, κλπ, ἐντάξει.

   Τί; Θέλεις νὰ μὲ ρωτήσεις κι ἐσὺ κάτι; Σ᾿ ἀκούω. Μήπως εἶμαι λίγο παράξενος;
   Νὰ σοῦ πῶ, δὲν εἶμαι λίγο παράξενος, γιὰ σένα εἶμαι πολὺ παράξενος, πάρα πολὺ παράξενος. Ἢ μᾶλλον, εἶμαι κάτι σὰν ἐξωγήινος. Καὶ νὰ φανταστεῖς ὅτι ἔχω καὶ ἀρκετοὺς φίλους ποὺ εἶναι σὰν κι ἐμένα, γιὰ νὰ μὴ μιλήσω καὶ γιὰ τοὺς ἄγνωστους φίλους μου. Ἔχουμε κάνει εἰσβολὴ στὸν πλανήτη σας, κρυφά. Εἴμαστε μεταμφιεσμένοι καὶ κυκλοφοροῦμε ἀνάμεσά σας, κι εὐτυχῶς ποὺ δὲν ἔχετε καθόλου φαντασία γιὰ νὰ φανταστεῖτε τὶ τύποι εἴμαστε, ἀλλιῶς θὰ τὴν εἴχαμε βαμμένη.
   Γιὰ παράδειγμα, συχνὰ ἀσχολούμαστε μὲ τὸ Φλὸρ καὶ μὲ τὸ Φλομπεράλ (τί εἶναι αὐτά; ), παίζουμε παιχνίδια ρόλων καὶ συμπεριφερόμαστε σὰν νὰ ζοῦμε στὸ 1390, συζητᾶμε γιὰ τὰ ξωτικά, προσπαθοῦμε νὰ ἐντοπίσουμε πύλες γιὰ ἄλλους κόσμους, ἀκοῦμε μουσικὲς ποὺ δὲν ἔχεις ἀκούσει ποτέ σου, καβγαδίζουμε γιὰ τὴ μελλοντολογία, ἀνταλλάσσουμε παράξενα βιβλία ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ τὰ βρεῖς πουθενά, τὸ ὄνειρό μας εἶναι νὰ ἀποικίσουμε ἄλλους πλανῆτες ἢ νὰ ζήσουμε στὸ Λὸχ Νὲς καὶ νὰ φωτογραφίζουμε φαντάσματα, προσπαθοῦμε νὰ γίνουμε «Ἀστυμάγοι» (τί εἶναι αὐτό; ), βλέπουμε φωτεινὰ αυγὰ γύρω ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους (!), γράφουμε ποίηση (τί εἶναι αὐτό; ).
   Παρ᾿ ὅλα αὐτά, κι ἐμεῖς θέλουμε νὰ ξεσκάσουμε λίγο, καμμιὰ φορά. Θυμᾶμαι τότε ποὺ μὲ τὸ φίλο μου τὸν Λάμπρο θέλαμε νὰ ἀπομονωθοῦμε γιὰ λίγο καιρὸ σ᾿ ἕνα σπίτι στὴν ἐξοχή. Θέλαμε, ὅπως λέγαμε, «νὰ διαβάσουμε μπλεγμένους μεταξύ τους ὅλους τοὺς στίχους χιλίων ποιημάτων, νὰ παίξουμε μὲ στρατιωτάκια μέσα στὴ ζούγκλα μιᾶς φλοκάτης, νὰ ἀνακρίνουμε τὶς λάμπες καὶ τὰ πορτατίφ, νὰ ἀναγκάσουμε ἕνα τραπεζομάντιλο νὰ μᾶς πεῖ τὶς συνταγὲς τῶν φαγητῶν ποὺ φιλοξένησε, νὰ ἐπισκεφτοῦμε τὸ βουκολικὸ τοπίο ἑνὸς ἀδιάφορου πίνακα, νὰ κοιτᾶμε σιωπηλοὶ μὲ τὶς ὧρες τὰ παμπάλαια μπιμπελὸ τῆς γιαγιᾶς ποὺ θὰ μᾶς νοίκιαζε τὸ σπίτι, γιὰ ν᾿ ἀνακαλύψουμε μέσα τους χαμένες μνῆμες τῆς παιδικῆς μας ἡλικίας. Νὰ κοιμόμαστε καὶ νὰ διηγούμαστε ὁ ἕνας στὸν ἄλλον τὰ ὄνειρα ποὺ εἴδαμε...»
   Ναί, εἴμαστε λίγο παράξενοι, οἱ φίλοι μου κι ἐγώ. Τί; Δὲν εἶναι τοῦ γούστου σου ὅλα αὐτὰ τὰ περίεργα; Εἶναι σαχλαμάρες ὅλα αὐτά; Ἐντάξει, δὲν τρέχει τίποτε, δικαίωμά σου εἶναι, στὸ κάτω-κάτω ἐλεύθερος ἄνθρωπος εἶσαι...

   ...

William Butler Yeats
   Ἀποχαιρετῶ τὸν ἀναγνώστη μου μὲ ἕνα ἀγαπημένο μήνυμα ποὺ ἄφησε πίσω του ὁ νεκρὸς ποιητὴς καὶ ἄρχοντας τοῦ Φανταστικοῦ, Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς:
   «Ἂς προχωρήσουμε μπροστά, βάρδοι καὶ παραμυθάδες, κι ἂς ἀδράξουμε ὅποιο λάφυρο λαχταρᾶ ἡ καρδιά, καὶ μὴ φοβᾶστε. Μὴ φοβᾶστε... Τὰ πάντα ὑπάρχουν. Τὰ πάντα εἶναι ἀληθινά. Καὶ ἡ Γῆ, δὲν εἶναι παρὰ ἕνας μικρὸς κόκκος σκόνης κάτω ἀπὸ τὰ πόδια μας...»

[«Let us go forth, the tellers of tales, and seize whatever prey the heart long for, and have no fear. Everything exists, everything is true, and the earth is only a little dust under our feet.»
(William Butler Yeats, «The Celtic Twilight»)]

* * *

Βιβλιογραφικὲς ἐπιλογές (ἀπὸ διαφορετικὴ ἀφετηρία ἡ κάθε μία, ἀλλὰ ὅλες σχετικὲς μὲ τὰ ἀνωτέρῳ):
Φανταστικὴ Λογοτεχνία
  • Σταμάτης Μαμοῦτος, «Ρομαντισμός: Η Φαντασία απέναντι στον κόσμο της Νεωτερικότητας», περιοδικὸν «Litteraterra», τ. 2, Μαγικό Κουτί, Ἀπρ. 2010, σελ. 87-99
  • Σταμάτης Μαμοῦτος, «Η Φαντασία ως δύναμη ανατροπής: Από την εποχή του Ρομαντισμού στην μεταμοντέρνα Νεωτερικότητα», περιοδικὸν «Φανταστικὴ Λογοτεχνία», τ. 10, Μάιος 2012, σελ. 14-20
  • Γιῶργος Καραμπελιᾶς, «Η θεμελιώδης παρέκκλιση: Ρομαντισμός και διαφωτισμός στον εικοστό πρώτο αιώνα», Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2004
  • Ἀναστάσιος Γιαννᾶς, «Το γνωστικό ρεύμα και η μεταφυσική του καπιταλισμού», Patria, Ἀθήνα 2010
  • Παντελῆς Γιαννουλάκης, «Χ.Φ. Λάβκραφτ: Ταξίδι στη μοναξιά του χρόνου», Αρχέτυπο, Θεσσαλονίκη 1999
  • Παντελῆς Γιαννουλάκης, «Ονειροπόλος», άγνωστο, Θεσσαλονίκη 2005
  • Παντελῆς Γιαννουλάκης, «Τα ψάρια δεν ξέρουν ότι βρέχει», άγνωστο, β' ἔκδ., Θεσσαλονίκη 2009

Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2013

Λάμπει τὸ μέτωπό μου ὁλόδροσο...

   «Ξαναγύρισε στὰ βράχια καὶ εἶδε πάλι τὴ βαθειά, τὴ σκοτεινὴ τὴ θάλασσα. Μὰ ὁ ἥλιος εἶχε φύγει καὶ ἡ νύχτα κατέβαινε μὲ τὰ πένθιμά της χρώματα. Δὲν ἄκουγε ἄλλο παρὰ τὸ σφύριγμα τοῦ ἀέρα καὶ τ᾿ ἄγρια ξεφωνητὰ τῶν γλάρων. Καὶ κεῖ ἔμεινε ὄρθιος καὶ μόνος. [...] Τί ἀπέραντος ποὺ εἶναι ὁ ὀρίζοντας καὶ τί μικρὸς ὁ ἄνθρωπος ποὺ τὸν εἶδεν ὅλον μὲ μιὰ ματιά. Καὶ κείνη ἡ ἀπέραντη θάλασσα τί εὔκολα ποὺ μποροῦσε νὰ πνίξῃ τοῦτο τὸ μικροκαμωμένο κορμί, ποὺ ἦταν τόσο κοντά της. Καὶ ὅμως αὐτὸ τὸ κορμὶ τὴν ἔβλεπε ὅλη μὲ μιὰ ματιά. Αὐτὸ τὸ κορμὶ εἶχε ψυχὴ ποὺ ἔπρεπε νὰ κάμη κάτι στὸν κόσμο.»

Ἴων Δραγούμης
   Ὁ Ἴων Δραγούμης, ψηλὰ στὸν βράχο τοῦ Σουνίου, ἀγναντεύοντας τὸ πέλαγος. [1] Νέος καὶ ἀκαταστάλαχτος ἀκόμη, μαχόμενος μὲ τὰ πάντα, ἀμφισβητώντας τὰ πάντα, τὸν κόσμο, τὴν φύσι ἀκόμη, πρὸ πάντων τὸν ἑαυτό του. Μὰ μὲ φρόνημα γενναῖο. Νὰ κοιτᾷ τὴν ἄβυσσο, σὰν τὸν Φρειδερίκο Νίτσε, μὰ νὰ μὴν λιποψυχᾷ.
   «Ὄρθιος καὶ μόνος.» Κι ὁ ἄνεμος βοᾷ. «Καὶ ἡ ὀργὴ τοῦ μεγαλείου εἶναι ἄνεμος ποὺ τρελαίνει τὰ ἀκρωτήρια», σημειώνει ὁ Δημήτρης Λιαντίνης. [2]
   «Καὶ ὅμως αὐτὸ τὸ κορμὶ τὴν ἔβλεπε ὅλη μὲ μιὰ ματιά.»

   Εικών, ὁ ἐμβληματικὸς πίνακας τοῦ γερμανικοῦ ρομαντισμοῦ, ἀπὸ τὸν Κάσπαρ Δαυὶδ Φρήντριχ.

Caspar David Friedrich, Der wanderer über dem nebelmeer
[Περιπλανώμενος ἐπάνω ἀπὸ τὴν θάλασσα τῆς ὀμίχλης], 1818

    «Τὸ ὡραῖο δὲν εἶναι παρὰ ἡ ἀρχὴ τοῦ τρομεροῦ, ποὺ μόλις καὶ τὴν ἀντέχουμε, κι ἂν τὸ θαυμάζουμε τόσο, εἶναι ποὺ ἀτάραχα δὲν καταδέχεται νὰ μᾶς συντρίψει. Εἶναι τρομερὸς κάθε ἄγγελος.» (Ράινερ Μαρία Ρίλκε) [3]

* * *

   Μιὰ μόνον εἰκόνα θὰ μποροῦσα νὰ θεωρήσω ἀνώτερη (καὶ ἴσως αὐθεντικότερα ἑλληνική). Αὐτὴν τοῦ ἀρχαϊκοῦ κούρου ποὺ ἀναδύεται μέσα ἀπὸ τὰ γαλανὰ νερὰ τῆς ἡλιόλουστης Μεσογείου, ὄχι μαχόμενος μὲ τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν φύσι, ἀλλὰ ἕνα μὲ τὴν φύσι, σφύζοντας ἀπὸ τοὺς χυμούς της καὶ γευόμενος τὴν ζωή. [4]
Λάμπει τὸ μέτωπό μου ὁλόδροσο,
στὸ βασίλεμα σειέται ἀνοιξιάτικο
βαθιὰ τὸ κορμί μου.
Βλέπω γύρα. Τὸ Ἰόνιο,
καὶ ἡ ἐλεύθερη γῆ μου!

Ἄγγελος Σικελιανός
   «Κάθε ἑλληνικὸ σπίτι ἔπρεπε νὰ διαθέτει δίπλα στὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὸ ἀντίδωρο τοῦτο τοῦ Σικελιανοῦ, ποὺ εἶναι ἡ ἀκατάφθορη σάρκα τῆς θεωμένης ἑλληνικῆς φύσεως», θὰ γράψῃ γιὰ τοὺς στίχους αὐτοὺς ὁ Χρῆστος Μαλεβίτσης, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συμπληρώσεως ὀγδόντα χρόνων ἀπὸ τὴν ἔκδοσι τοῦ «Ἀλαφροΐσκιωτου» [5]. Καὶ θὰ προσθέσῃ:
   «Διότι ἐκεῖνο ποὺ προέχει εἶναι τὸ ἀνοιξιάτικο κορμὶ τοῦ ἐφήβου τῶν εἴκοσι δύο ἐτῶν, ποὺ ἔγραψε τούτους τοὺς ἀστρώους στίχους. Πράγματι, εἶναι γεγονὸς ποὺ ἀφορᾶ ὁλόκληρο τὸν Ἑλληνισμό, ἡ ἀνάδυση, ἀπὸ τὰ γαλανὰ νερὰ τοῦ Ἰονίου τούτου τοῦ ἀρχαϊκοῦ Κούρου, ποὺ στὸν ἀνθὸ τῆς νιότης του ἄνοιξε τὸ στόμα του καὶ μὲ θεόδοτο λόγο μᾶς χάρισε τὸ ρῖγος τῆς κοσμικῆς μας παρουσίας, λησμονημένης ἀπὸ χιλιετίες. Ἀκριβῶς περὶ αὐτοῦ πρόκειται: περὶ τοῦ κοσμικοῦ ρίγους, ποὺ μόνον ἕνα ἀνοιξιάτικο κορμὶ μπορεῖ νὰ νιώσει μέσα στοὺς γηρασμένους καιρούς μας. Ἡ φύτρα αὐτοῦ τοῦ βλαστοῦ ἔρχεται ἀπὸ πολὺ βαθιά, ὥστε νὰ μὴ μποροῦμε στὸ τέλος νὰ τὸν κατανοήσουμε. Ἕνας ἀρχαϊκὸς Ὀρφέας, ξεστρατισμένος στοὺς πολύπαθους δρόμους τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα, προξενεῖ θαυμασμὸ καὶ κατάπληξη.»

   Εἰκών, ὁ κοῦρος τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη. (Εἰς τὸ Σούνιον, ἐὰν δὲν κάνω λάθος - καὶ ἔτσι ἐπανερχόμεθα στὴν πρώτη ἀναφορά!)

Κοῦρος, τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη

* * *

   Ὁ Ἄγγελος Σικελιανός, στὴν ὁμιλία του ὑπὸ τὸν τίτλον «Πὰν ὁ Μέγας», στὶς 19-2-1909, ἀντιτάσσει στὴν «Γέννησι τῆς Τραγωδίας» τοῦ Φρειδερίκου Νίτσε, στὸν Διόνυσο τοῦ πάθους καὶ στὸν νύκτιο τρόμο, τὴν «Πανικὴ ἀποκάλυψι» καὶ νικητήριο χαρὰ τῆς «μεσημβριάζουσας καὶ λιοκρουσμένης» ἑλληνικῆς ψυχῆς, πού, κατὰ τὴν δημοτικὴ μούσα, «ἔχει τὸν ἥλιο πρόσωπο καὶ τὸ φεγγάρι στήθη». [6]

* * *

Σημειώσεις:
[1] Ἴων Δραγούμης, «Τὸ μονοπάτι», 1902, ἔκδ. 1925, ἐπανέκδ. Νέα Θέσις, 1992, σελ. 36-37.

[2] Δημήτρης Λιαντίνης, «Τὰ ἑλληνικά», Βιβλιογονία, 1999, ISBN 960-7088-05-0, σελ. 84· μὲ παραπομπὴ στὸν Νίτσε (σελ. 177): «Nietzsche F., 2, 1133: Ὑπάρχει κάτι ποὺ ἐγὼ τὸ ὀνομάζω ὀργὴ τοῦ Μεγάλου = Es gibt etwas, das ich die rancune des Grossen nenne».

[3] Rainer Maria Rilke, «Οἱ ἐλεγεῖες τοῦ Ντουίνο», δίγλωσση ἔκδοσις, μετάφρασις-σημειώσεις-σχόλια Σωτήρης Σελαβῆς, Περισπωμένη, 2011, ISBN 978-960-99850-0-0, πρώτη ἐλεγεία, σελ. 13 καὶ σημ. σελ. 93-94.

[4] Καὶ βεβαίως τὴν εἰκόνα τοῦ ὀλυμπίου κάλλους, ἀρμονίας καὶ μακαριότητος στὴν ἱερὰν ἄλτιν, σμιλεμένην στὸ ἀέτωμα τοῦ ναοῦ τοῦ Διὸς στὴν Ὀλυμπία, στὴν μορφὴν πρὸ παντὸς τοῦ Ἀπόλλωνος. (Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ εἰκὼν εὑρίσκεται εἰς τὸ τέλος (μετὰ ἀπὸ ἐπίπονον ἀγῶνα), εἰς τὸ τέλος μὲ τὴν πλήρη μάλιστα ἔννοια τῆς λέξεως (τελείωσις), καὶ ὄχι εἰς τὴν ἀρχήν.)

[5] Χρῆστος Μαλεβίτσης, «Ὁ ἀλαφροΐσκιωτος», ἐφημ. «Ἡ Καθημερινή», 11-2-1989· ἀναδημοσίευσις: «Δοκίμια ἰδεῶν: Ἑκατὸ μικρὰ δοκίμια γιὰ τὸ πνεῦμα τῶν καιρῶν μας», Δωδώνη, Ἀθήνα - Γιάννινα 1993, ISBN 960-248-633-3, σελ. 164-166.

[6] Ἄγγελος Σικελιανός, «Κήρυγμα ἡρωισμοῦ», φιλολογικὴ ἐπιμέλεια Κ. Μπουρναζάκης, Ἴκαρος, 2004, ISBN 960-8399-01-7, σελ. 74-88.