«Tὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική· τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου. Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου.» (Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἄξιον ἐστί»)

Σελίδες Πατριδογνωσίας - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό

Σάββατο 27 Μαρτίου 2010

Περικλῆς Γιαννόπουλος: 100 χρόνια ἀπὸ τὴν ἔξοδό του - Τὰ ἅπαντα, στὸ Ἀντίβαρο

    (Πρωτοδημοσιεύθηκε στὸ Ἀντίβαρο.)

    Ἀγαπητοὶ φίλοι, ἑκατὸ χρόνια μετὰ τὴν ἡρωϊκὴ ἔξοδο ἀπὸ τὴν ζωὴ (7/8 'Απριλίου 1910) τοῦ βάρδου τῆς Ἑλληνικῆς Φύσεως καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κάλλους, ὁραματιστοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀναγεννήσεως καὶ προφήτου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ΠΕΡΙΚΛΗ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ, μὲ χαρὰ σᾶς παρουσιάζω ἕναν πλήρη δικτυακὸ τόπο, φιλοξενούμενο στὸ Ἀντίβαρο τοῦ φίλου Ἀνδρέα Σταλίδη, ὅπου φιλοδοξῶ νὰ συγκεντρώσω τὰ ἅπαντα ποὺ ἔγραψε ὁ μέγας ἑλληνολάτρης καὶ τὰ σημαντικότερα ποὺ ἐγράφησαν γι᾿ αὐτόν (μαζὶ μὲ δική μου βιογραφία- κριτική), προσευχόμενος στὴν Μητέρα Ἑλληνικὴ Γῆ νὰ μᾶς βοηθήσῃ νὰ κάνουμε τὸ ὅραμα τοῦ παιδιοῦ της ποὺ τὴν λάτρεψε περισσότερο ἴσως ἀπὸ κάθε ἄλλον, πραγματικότητα. Ἐπίσης, ὅσοι χρῆστες τοῦ facebook ἐπιθυμοῦν, μποροῦν νὰ γραφτοῦν στὴν facebook page «Περικλής Γιαννόπουλος».

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ (1871-1910)
Ὁ προφήτης τοῦ Ἑλληνισμοῦ

Τὰ ἅπαντα, στὸ Ἀντίβαρο:

http://pheidias.antibaro.gr/giannopoulos.html

facebook page: Περικλής Γιαννόπουλος
http://www.facebook.com/pericles.giannopoulos
Περικλής Γιαννόπουλος

    Ἀλλὰ ἂς ξεκινήσουμε ἀπὸ τὴν ἀρχή, μὲ μερικὲς προσωπικὲς μνῆμες.

    1979. Ἔκθεσις «Ἑλληνικὴ Παράδοση», στὸ Ζάππειο Μέγαρο. Ἀνάμεσα στ᾿ ἄλλα, ἕνα μικρὸ βιβλιαράκι, «Ἑλληνικὴ Παράδοση - ἀνθολόγημα», μὲ δοκίμια μεγάλων μας λογοτεχνῶν, κριτικῶν, φιλοσόφων. 128 σελίδες, ἔκδοσις Ο.Ε.Δ.Β. (Μὴν ἐκπλήσσεσθε· κάποτε, σὲ αὐτὰ τὰ νάματα τῆς κληρονομιᾶς μας προσέβλεπε ἡ δημόσια παιδεία.) Σελίδες 20-22: Περικλῆς Γιαννόπουλος, «Ἡ ἑλληνικὴ γραμμή». Τὰ πρῶτα σκιρτήματα στὴν καρδιὰ ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ ὡραίου ἑλληνολάτρη:

    «Παντοῦ φῶς, παντοῦ ἡμέρα, παντοῦ τερπνότης, παντοῦ ὀλιγότης, ἄνεσις, ἀραιότης· παντοῦ εὐταξία, συμμετρία, εὐρυθμία· παντοῦ ἡμερότης, χάρις, ἱλαρότης· παντοῦ παίγνιον ἑλληνικῆς σοφίας, διάθεσις γελαστική, εἰρωνία Σωκρατική· παντοῦ φιλανθρωπία, συμπάθεια, ἀγάπη· παντοῦ ἵμερος, πόθος ᾄσματος, φιλήματος· παντοῦ πόθος ὕλης, ὕλης, ὕλης· παντοῦ ἡδονὴ Διονύσου, πόθος φωτομέθης, δίψα ὡραιότητος, λίκνισμα μακαριότητος· παντοῦ πέρασμα ἀέρος θουρίου, ἀέρος ὁρμῆς, ἀέρος ἀλκιμότητος, σφριγηλότητος καὶ παντοῦ μαζὺ πέρασμα ἀέρος μελαγχολίας καλλονῆς, λύπης καλλονῆς, θρήνου θνήσκοντος Ἀδώνιδος. Καὶ παντοῦ ἀὴρ φωτεινοῦ θουρίου δένων τὰ μέλη καὶ μαζὺ ἀὴρ φλογέρας λύων τὰ μέλη μὲ ἡδυπάθειαν. [...]
    Εἶναι φανερά, μία μόνη Γραμμή, ἀναβαίνουσα ἁπαλωτά, καταβαίνουσα γλυκύτατα, κυματίζουσα μὲ μεγάλα ἤρεμα κύματα, ἀναβαίνουσα ἁρμονικά, καταβαίνουσα συμμετρικά, γράφουσα εἰς τὸν δρόμον της ὡραῖα καμπυλώματα, ἀνυψουμένη κάποτε μὲ νευρωδεστάτην ἐφηβικὴν λιγυρότητα πρὸς ἓν φίλημα ὑψηλοῦ ἀέρος καὶ μὲ ἐλαφρότητα γλάρου ἐπανερχομένη πάλιν εἰς ἕνα μαλακόν της ρυθμόν.
    Εἶναι μία μόνη γραμμή, σὰν τὴν παλαιάν μας τέχνην, ὅπου ὅλα τὰ οἰκοδομήματα φαίνονται ἀδελφά, καὶ ὅμως κανὲν δὲν ὁμοιάζει μὲ τὸ ἄλλο, ὅλα τὰ ἀγάλματα σὰν δίδυμα ἀδέλφια καὶ κανὲν ὅμοιον μὲ τὸ ἄλλο, σὰν τὴν Βυζαντινήν μας τέχνην, σὰν τὰ δημοτικὰ τραγούδια ποὺ εἶναι κυρίως ἕνα τραγούδι καὶ κανένα ἐντελῶς ὅμοιον, σὰν τὴν γῆν μας ποὺ εἶναι μία εἰς τὸ σύνολον καὶ κάθε βῆμα ἀνομοία, σὰν τὸν Ἕλληνα ὁ ὁποῖος εἶναι εἷς εἰς τὸ σύνολον καὶ εἰς κάθε βῆμα ποτὲ ὅμοιος, ἀποδεικνύουσα καὶ αὐτὴ τὴν ὅλην μας φύσιν, ἧς ἓν τῶν ριζικῶν διακριτικῶν της εἶναι: ἡ ἑνότης τῶν σπουδαίων χαρακτηριστικῶν καὶ ἡ ἄπειρος ποικιλία τῶν δευτερευόντων.»


    1996, 31 Ἰανουαρίου. Ἡ ἡμέρα ποὺ ξυπνήσαμε παγωμένοι, προδομένοι. Οἱ τρεῖς ἀξιωματικοί μας στὴν ἀγκαλιά τοῦ Αἰγαίου. Ἡ σημαία μας δὲν κυματίζει πιά. Τὸ φρόνημα ὅλων τῶν Ἑλλήνων, λαοῦ καὶ στρατοῦ, εἶχε προδοθεῖ· «εὐχαριστοῦμε τοὺς Ἀμερικανούς». Οἱ ὑπεύθυνοι τῆς ἀτιμώσεως λοιδοροῦσαν τὸν πατριωτισμό μας, γιὰ νὰ καλύψουν τὴν εὐθύνη τους.

    Μέσα στὸν πόνο, μαστίγωμα, ὀδυνηρὸ ἀλλὰ καθαρτικό, τῆς ἀνεπάρκειάς μας τὰ λόγια ἐκείνου -μοῦ τὰ εἶχε στείλει, τότε, ἕνας φίλος· ἔκαιγαν σὰν λάβα («Ἔκκλησις πρὸς τὸ Πανελλήνιον Κοινόν», 1907):

    «Ἑλληνικὴ Φυλὴ τί φωνάζεις; Μπῆκαν κλέφτες στὸ μανδρί; Ἐὰν Σοῦ βαστᾷ ἔμπα διώχτους.»
    «Ἑλληνικὴ Φυλὴ εἶσαι ΑΝΗΘΙΚΟΣ: διότι θέλεις οἱ Φραγκικοὶ Στρατοὶ καὶ Στόλοι νὰ Σοῦ φυλᾶν τ᾿ ἀμπέλια ΣΟΥ.»

    Καὶ ἡ Μακεδονία μας; Ἐκεῖνος, πρὶν ἑκατὸ χρόνια, κεραυνός, γιὰ τότε καὶ γιὰ σήμερα («Ἔκκλησις πρὸς τὸ Πανελλήνιον Κοινόν», 1907):

    «Ντροπή Σας νὰ συζητᾶτε μὲ τὸν Σκυλόφραγκο ἂν ἡ Μακεδονική Σας Γῆ εἶνε Δική Σας Γῆ. Καὶ νὰ τὸν πείσῃς, δὲν τὸν πείθεις τὸ Λῃστή. Ἢ μόνος του ἢ μὲ Σμπίρους βαλτοὺς θὰ προσπαθήσῃ νὰ Σᾶς πάρῃ κάθε Γῆ.
    Οἱ Πολιτισμοὶ ποὺ Σᾶς ἔμαθαν οἱ Δασκαλοτσούσιδες νὰ προσκυνᾶτε μπρούμυτα, Σᾶς καμπανίζουν κατάμουτρα μὲ ἄγρια χαστούκια: Η ΜΟΝΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΕΙΝΕ ΤΟ ΣΠΑΘΙ.
    Καὶ εἶνε ἀνήθικον καὶ ἄσκοπον καὶ τὸ νὰ Σᾶς δώσουν καὶ τὸ νὰ δεχθεῖτέ τι. Καὶ νὰ Σᾶς δώσουν, ἂν εἶσθε Σάπιοι, ὁ πρῶτος Δυνατὸς θὰ Σᾶς τὸ πάρῃ. Τὸ Ἠθικὸν εἶνε ἂν εἶσθε Σάπιοι, νὰ Σᾶς ξεπατώσουν καὶ καθαρίσουν τὴ Γῆ.
    Φυλᾶτε τὴ Γῆ Σας καὶ τὴν Τιμή της, μόνο μὲ Σπαθί.
    Πάψετε Σαπιοδάσκαλοι καὶ Σαπιορήτορες -ΑΝΑΦΟΡΑΤΖΗΔΕΣ- νὰ ἐξευτελίζετε τὴ Φυλή. Πάψετε Παλιόγρηες τὶς κλάψες, τὰ σάλια, τὰ μελάνια καὶ πιάστε τὸ ΣΠΑΘΙ.
    Τὰ πάντα στὴ Ζωὴ -Η ΦΥΣΙΣ ΤΟ ΛΕΕΙ- κατακτῶνται μὲ τὸ ΣΠΑΘΙ. Καὶ ἔτσι εἶνε καὶ μόνο ἔτσι ΠΡΕΠΕΙ νὰ εἶνε.»


    Ποιός ἦταν ὁ ἄνθρωπος μὲ αὐτὴν τὴν ρωμαλέα, φλογερὴ ψυχή; Ὁ περήφανος πολεμιστὴς καὶ μαζὶ ὁ εὐαίσθητος φυσιολάτρης; Ὁ ἐκστατικὸς βάρδος τοῦ ἑλληνικοῦ κάλλους, ὁ ὀνειροπόλος, ὁ τρελὸς (nullum magnum ingenium sine mixtura dementiae fuit) αὐτόχειρ, ποὺ κάηκε αὐτοθέλητα σὰν τὴν νυχτοπεταλούδα στὸ Ἑλληνικὸ Φῶς καὶ -ἑκατὸ χρόνια κλείνουμε ἐφέτος στὶς 7-8 Ἀπριλίου- ἔφυγε στὴν ἀγκαλιὰ τῆς θάλασσας τοῦ Σκαραμαγκᾶ; «Ὁ εὐγλωττότερος καὶ ὁ φωτεινότερος ἀπόστολος τοῦ κατὰ φύσιν ἑλληνικὴν ζῆν» (Γρηγόριος Ξενόπουλος), «τὸ εὐγενέστερο καὶ πλέον ὑπερήφανο εἶδος τοῦ Ἕλληνα» (Δημήτρης Πικιώνης);

    Μελέτησα τὰ βιβλία του -τὰ λίγα ποὺ σώθηκαν. (Τὰ ὑπόλοιπα τὰ ἔκαψε φεύγοντας· ἔργο δικό μας καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Φύσεως, ἔνιωθε, νὰ τὰ γράψουμε καὶ νὰ τὰ πραγματώσουμε καλύτερα, ὅταν οἱ συνθῆκες νομοτελειακῶς ὡριμάσουν -ὅταν ἡ ἑλληνικὴ γῆ ἐξωπετάξει τὴν ξενομανία καὶ τὸν ραγιαδισμό.) Καί ἔνιωσα τὰ λόγια τοῦ Ἴωνα Δραγούμη, ἀδελφικοῦ φίλου τοῦ Περικλῆ:

    «Δὲν ξέρω ἂν λέει σωστὰ πράματα ἢ στραβὰ τὸ βιβλίο του, μὰ ὅταν τὸ διάβαζα ἦταν σὰν ἄνεμος νὰ φυσομανοῦσε μέσα μου τρομαχτικὰ καὶ νὰ συντάραζε τὸν ἑλληνισμό μου ὅλον καὶ νὰ μὲ λευθέρονε, κι ἀφοῦ τὸ διάβασα μοῦ φάνηκε σὰν τὸν βορριᾶ τὸν παγωμένο ποὺ μανιασμένος σαρόνει τοὺς βρώμιους ἀπὸ μικρόβια ἀέρηδες καὶ ἀπὸ κάθε βρώμα καὶ σκουπίδι καθαρίζει τὸν κόσμο. [...] σ᾿ αὐτοῦ τὸ ρυθμὸ τὴ ζωή μου τονίζω.»

    Κάθε φράσις του γεννᾷ ὁλόκληρο βιβλίο, ἔγραψε γι᾿ αὐτὸν ὁ Κωστῆς Παλαμᾶς. (Εἶχαν μιὰ διαλεκτικὴ σχέσι ἀλληλοθαυμασμοῦ ἀλλὰ καὶ ἀντιπαραθέσεως -τὸ τελευταῖο κυρίως λόγῳ τοῦ γλωσσικοῦ.) Ἡ μιὰ ἀποκάλυψι μετὰ τὴν ἄλλη.

* * *

Τέσσερα καίρια σημεῖα: Ἡ φιλοπατρία του, ἡ φυσιολατρία του, τὸ σύστημά του, οἱ ἐπισημάνσεις του

    α) Ὁ Περικλῆς Γιαννόπουλος εἶναι ὁ φλογερότερος, ὁ γνησιότερος καὶ πιὸ πηγαῖος ἑλληνολάτρης. Πραγματικὸς προφήτης τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὁραματιστὴς καὶ πρωτεργάτης τοῦ πνευματικοῦ κινήματος τοῦ ἑλληνοκεντρισμοῦ καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ ἐθνικισμοῦ. Ἀλλὰ καὶ ὡς προσωπικότης συνεδύαζε τὰ πάντα· κάλλος ὑπέροχο, ἀνδρισμό, εὐγένεια, γοητεία. Νοῦς ὑγιὴς ἐν σώματι ὑγιῇ. Καὶ ὁ λόγος του σπαθί. Κάθε φράσι του μᾶς συνεπαίρνει, μᾶς ἀναζωογονεῖ.

    β) Ἡ ἑλληνολατρία του, ἡ φλογερὴ αὐτὴ ἑλληνολατρία, δὲν εἶναι ἰδεολόγημα οὔτε καυχησιολογία. Εἶναι γνήσια, φυσική, ὑλική -φυσικὸν ἄνθος τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, κατὰ τὴν ἔκφρασί του. Πηγάζει ἀπὸ τὰ πράγματα, ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Φύσι. Μὲ ἐπίπονη, συστηματικὴ μελέτη, ἀλλὰ καὶ θαυμαστὴ εὐαισθησία, καλαισθησία καὶ ὀξύνεια, ἀνάγει τὰ πάντα στὸ ἁπλὸ χορταράκι καὶ πετραδάκι τῆς Ἑλληνικῆς Γῆς! Τὸ κατὰ φύσιν ἑλληνικὴν ζῆν εἶναι ὁ κεντρικός του ἄξων. Ἡ Φύσις μητέρα καὶ ὁδηγός. Ὁ αἰσθητικός, ὁ φυσιολάτρης, ὁ ἰδεολόγος, ὁ πολιτικὸς Γιαννόπουλος, ταυτίζονται.

    γ) Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἁπλῶς φλογερὸς πατριώτης καὶ ἐκστατικός, ὀνειρικὸς ἑλληνολάτρης. Οὔτε μόνον λάτρης τοῦ κάλλους, καλλιτέχνης, αἰσθητικός. Εἶναι, τρόπόν τινα, ἀρχιτέκτων, μαθηματικός. Τὸ οἰκοδόμημά του, χαρακτηρίζεται ἀπὸ λογικὴ συνέπεια, πληρότητα καὶ συνεκτικότητα θαυμαστή. Διπλὰ θαυμαστή· αὐτὸς ὁ παθιασμένος, ὀνειροπόλος, ὡραῖος τρελός, κάτω ἀπὸ τὸ «παραλήρημά» του κρύβει λογικὸ οἰκοδόμημα στερεότατο, παρατηρεῖ εὐστοχώτατα ὁ Γρηγόριος Ξενόπουλος («Ἕνα σύστημα»). Ἀπὸ τὸ ἁπλὸ πετραδάκι, τὸ χορταράκι, τὴν ἑλληνικὴ γραμμὴ καὶ τὸ χρῶμα, ξεκινᾷ καὶ ἀποδεικνύει -μποροῦμε νὰ μιλοῦμε γιὰ ἀπόδειξι- πῶς θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι φυσιολογικὰ ἡ ζωγραφικὴ (ἀπὸ τὴν τέχνη, ὡς λάτρης τοῦ κάλλους ξεκινᾷ)· ἡ μουσική, ἡ φιλολογία, ἡ ποίησις, τὸ θέατρο· ἡ ἀρχιτεκτονική, ἡ ἔνδυσις, ἡ τροφή, ὁ ἔρως. Πῶς θὰ ἔπρεπε φυσιολογικὰ νὰ εἶναι καὶ πῶς στρεβλά, λόγῳ τῆς ξενοκρατίας, εἶναι. Ἡ θρησκεία, ἡ κοινωνία, ἡ πολιτεία. Καὶ ὄχι ἁπλῶς ὁραματίζεται, ἀλλὰ οἰκοδομεῖ τὴν Ἑλληνικὴ Ἀναγέννησι. Γράφει ὁ Ξενόπουλος:

    «Τέτοια γενικὴν ἀντίληψη, τέτοιο σύνολο δὲν παρουσίασε ἀκόμα κανείς μας. Κανένας [μέχρι τὸν Γιαννόπουλο], στοχάζουμαι, δὲν εἶπε καὶ δὲν ἀπόδειξε πὼς γιὰ νἀποκτήσουμε λόγου χάρη ἀξιόμαχο στρατὸ καὶ στόλο, πρέπει πρῶτα νὰ κτίσουμε σπίτι ἑλληνικό, ἢ πὼς γιὰ νὰ ἔχουμε ᾿ςτὴν πόλη καλὴ συγκοινωνία καὶ στὸ ἐξωτερικὸ καλοὺς διπλωμάτες, πρέπει νὰ ζωγραφίζουμε μὲ χρώματα ἑλληνικά.»

    δ) Ὄχι μόνον τὸ λογικό του οἰκοδόμημα γενικῶς, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐπὶ μέρους ἐπισημάνσεις του εἶναι καίριες, ἐπίκαιρες, εὔστοχες. Κατέχει τὴν ἀρετὴ τῆς διακρίσεως. Ἀπὸ ἔνστικτο θαρρεῖς, μᾶς ὁδηγεῖ πάντοτε στὸν σωστὸ δρόμο. Σὲ ζητήματα καίρια καὶ ἀμφιλεγόμενα -τότε, καὶ ἀκόμη περισσότερο σήμερα. Ἐνδεικτικῶς:

Γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ Φυλή, Ἱστορία καὶ Πολιτισμό:

    Χαρακτηρίζει τὸν Ἕλληνα ἄνθρωπο ὡς τὸν τελειότερο καρπὸ τῆς Φύσεως: «Γῆ ὡραιοτάτη καὶ Θειοτάτη, Γῆ τελεία ΑΦΡΟΔΙΤΗ, ἡ Μητέρα Ἑλληνικὴ Γῆ, ἀνέδωσε καρπὸν ὅμοιον. Ὁμοίως Ὡραῖον καὶ ὁμοίως Θεῖον. Ζῷον Ἑλληνικόν, τὸν Ἕλληνα: ΕΜΑΣ.»
    Τονίζει ὅμως: «Περιττὸν νὰ φουσκώνετε δι᾿ αὐτά. Οἱ Ἕλληνες κάθε ἐποχῆς δὲν εἶσθε τίποτα. Ἡ Ἑλληνικὴ Γῆ εἶνε τὸ Πᾶν.»

    Κατακεραυνώνει τοὺς δυτικούς: «Δὲν θὰ κρίνετε Σεῖς οἱ Φράγκοι -τὰ χθεσινὰ Ἀγριογούρουνα- Ἐμᾶς, ἀλλ᾿ Ἐμεῖς θὰ κρίνωμε Σᾶς καὶ τὸν Πολιτισμόν σας.»
    Αὐτὰ ὅλα, ὅμως, δὲν εἶναι λόγος κομπασμοῦ γιὰ τοὺς Ἕλληνες -κάθε ἄλλο: «Οἱ Φράγκοι δὲν πρέπει νὰ νομίζουν, ὅτι δὲν βαραίνει καὶ γονατίζει κι᾿ ἐμᾶς ὅλη αὐτὴ ἡ Ἀσήκωτη ΔΟΞΑ, καὶ δὲν μᾶς καίει τὸ κεφάλι τὸ Πύρινο Στέμμα ποὺ λέγεται: ΕΛΛΗΝ. [...] Καὶ ἐπειδὴ τὸ ΓΕΓΟΝΟΣ εἶνε αὐτό, ἔχετε βαρύτατα, ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ νὰ ἐκτελέσετε. Χωρὶς νὰ τὰ ἐκτελεῖτε δὲν ἔχετε κανένα δικαίωμα νὰ φέρετε τὸ ὄνομα ΕΛΛΗΝ.»

    Ἡ δὲ ἱστορικὴ ἀποστολὴ τοῦ Ἕλληνος ἦταν καὶ εἶναι ὁ «ἐξανθρωπισμὸς τῆς οἰκουμένης». («Ἔκκλησις πρὸς τὸ Πανελλήνιον Κοινόν», 1907)

Γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ Γλῶσσα:

    Σὲ ἐποχὴ ὀξείας (καὶ αἱματηρῆς κάποτε) διαμάχης γιὰ τὸ γλωσσικό, κατακεραυνώνει τόσο τὸν ἀρχαϊστικὸ σχολαστικισμὸ ὅσο και τὸν δημοτικισμό, ἐπιλέγοντας συνετὰ τὴν μέση ὁδό. Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι μία καὶ ἑνιαία· ἀρχαία καὶ δημοτική, κοινὴ κληρονομιά μας:

    «Μιστριώτης Ψυχάρης, μὲ τὴν μίαν ὄψιν, ἀπολίθωμα Βλακοδιδασκαλικοῦ Μπαμπούλα, μὲ τὴν ἄλλην, ἀποκρυστάλλωμα μειδιάματος Αὐταρέσκου Βλακοκατεργάρη. [...] ἕνας δῆθεν Νέος Ἑλληνισμός [ὁ δημοτικισμός] [...], σημαιοφορούμενος ἀπὸ τὸ Ἀρχικατεργαρικότατον Ἐπιστημονικὸν φῶς -ΚΥΝΑΙΔΙΚΟΤΑΤΟΝ ΨΕΥΔΟΣ- [...] φανταστικὸς Νεοελληνισμὸς Μισελληνικώτατος, θέλων νὰ σπάσῃ τὴν Ἑνότητα τῆς Ἱστορίας, τὴν Ἑνότητα τῆς Γλώσσης, τὴν Ἑνότητα τῆς Θρησκείας, [...]» («Νέον Πνεῦμα», 1906)

Γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ Θρησκεία:

    Ὁ Γιαννόπουλος, αὐτὸς ὁ ἀρχαιολάτρης, μὲ τὴν πιὸ ἁγνή, πηγαία καὶ πλήρη ἔννοια τοῦ ὅρου (καὶ θρησκευτικὴ μαζί)...

    «Ὡραῖοι Θεοί, οἱ Πρῶτοι Θεοὶ τῆς Φυλῆς, ζοῦν μαζὺ μὲ τὴν ὁλοζώντανη Ἑλλ. Ψυχὴ στὸν κάμπο, στὸ βουνό, στὸ νερό.» («Ἔκκλησις πρὸς τὸ Πανελλήνιον Κοινόν», 1907)

    ...αὐτὸς ὁ ἀρχαιολάτρης λοιπόν (καὶ μᾶλλον ὄχι χριστιανός), ὑμνεῖ τὴν Ἑλληνικὴ Ὀρθοδοξία (ψέγοντας συγχρόνως, χωρὶς νὰ χαρίζεται, τὶς ὅποιες στρεβλώσεις της) καὶ τὴν Ἑλληνικὴ αὐτοκρατορία τῆς Ρωμανίας («Ἔκκλησις πρὸς τὸ Πανελλήνιον Κοινόν», 1907) -πόσο ἐπίκαιρος σήμερα, ποὺ ἡ ἀρχαιολατρία διαστρεβλώνεται ἀπὸ ἡμιμαθεῖς ὡς ἀντιχριστιανισμὸς καὶ σχιζοφρενικὸς ἀκρωτηριασμὸς τῆς μισῆς Ἱστορίας καὶ κληρονομιᾶς μας!

    «Ἡ μεγαλητέρα ἀξία τοῦ Χριστιανισμοῦ δι᾿ Ἐμᾶς εἶνε, ὅτι μᾶς ἀποδεικνύει τὸν Εἰδωλολατρισμὸν καὶ τὴν Γνησιότητά μας, ὑπὸ ὅλα τὰ φορέματα.»

    «Ἐὰν ἡ ὑφ᾿ ἡμῶν κατάκτησις καὶ ὑποδούλωσις ἡ Πνευματικὴ καὶ ἡ ἀπορρόφησις τέλος τῆς Κοσμοκρατείρας Ρώμης καὶ ἡ Δημιουργία μιᾶς Θρησκείας καὶ ἐπιβολή, ἕως τὴν ὥραν αὐτὴν παμβασιλευούσης, δύναται νὰ θεωρηθῇ κατάπτωσις, τότε... Ἀλληλούϊα. [...] Τὸ Ἑλληνικὸν ΤΟΛΜΗΜΑ τῆς δημιουργίας Θρησκείας, ἥτις νὰ περιλάβῃ ὅλους τοὺς Λαοὺς καὶ πάντας ἀνθρώπους ὡς ἀδελφούς, νὰ δημιουργήσῃ Κράτος Θρησκευτικόν, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τὸ φόρεμα τῆς Θρησκείας νὰ διαδώσῃ παντοῦ τὸ Ἑλλ. ΦΩΣ, εἶνε ἡ εὐγενεστέρα Πραγματικὴ Ἐνσάρκωσις τοῦ τολμηροτέρου ΙΔΑΝΙΚΟΥ, χιλιάκις ἀνωτέρου τοῦ ἐγωϊστικοτάτου Παρθενῶνος. Ἡ Κινήσασα ἐξ Ἀθηνῶν Ἑλλ. Ἰδέα, πολεμήσασα ἐν Ἀλεξανδρείᾳ καὶ Ρώμῃ καὶ νικήσασα, Παρθενώνεται εἰς τὴν ΣΟΦΙΑΝ τοῦ Βοσπόρου, ἀπίστευτος πραγμάτωσις Πλατωνικοῦ καὶ Παρθενωνείου ΟΝΕΙΡΟΥ.»

    Μάλιστα: «Ἐγὼ Παπᾶ μου Σοῦ λέω: Εἶμαι ἐντελῶς Ἕλλην καὶ ὁλότελα Χριστιανός.» Ἡ δὲ ἑλληνικότης τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἀνάγκη σήμερα νὰ ἀναδειχθῇ: «Κοντὸς Ψαλμὸς Ἀλληλούϊα: Πᾶς Παπᾶς αἰσθανόμενος ὅτι εἶνε Πρῶτα Χριστιανὸς καὶ Δεύτερα Ἕλλην ΞΟΥΡΑΦΙΣΘΗΤΩ.»

    Καὶ στὴν «σύγχρονο ζωγραφική» (1902), γράφει -πόσο ἐπίκαιρος σήμερα, ποὺ ἡ ξενόφερτη, ὑποκριτικὴ πολιτικὴ ὀρθότητα καὶ χριστιανοφοβία, ὁμιλεῖ -σὲ ποιούς, σὲ ἑμᾶς τοὺς Ἕλληνες!- περί... θρησκευτικοῦ σκοταδισμοῦ καὶ καταπιέσεως:

    «[...] ἔχομεν τὸν Θρησκευτικόν μας κόσμον. [...] Ὁ Ἕλλην, δὲν ἔχει φύσει ἄλλην σχέσιν μὲ τοὺς Ἁγίους του -δηλαδὴ τοὺς Θεούς του- παρὰ τὰς αὐτὰς φιλικὰς ἐκδηλώσεις ποὺ ἔχει μὲ τοὺς βουλευτάς του. Συναλλάσσεται, ἀνταλλάσσει φιλοφρονήματα καὶ δῶρα, καὶ πηγαίνει πρὸς αὐτούς, ὅταν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἑορτάζοντος ἁγίου χορεύουν, τραγουδοῦν καὶ παίζουν μουσικήν. Ὁ Ἕλλην φύσει, ἐπισκεπτόμενος τὸν Θεόν, ἀποκαλύπτεται, μένει ὄρθιος, τὸν χαιρετᾷ μειδιῶν, τοῦ ὁμιλεῖ εἰς ἑνικὸν ἀριθμόν, καὶ συνομιλεῖ διὰ τοῦ τραγουδοῦντος ἱερέως καὶ ψάλτου. Καὶ μετὰ τὴν βραχεῖαν ἐπίσκεψιν, εἰς τὴν αὐλὴν καὶ τὸ προαύλιον, ἐννοεῖ νὰ στήσῃ τὸ πανηγύρι του, νὰ φάγῃ, νὰ πιῇ, νὰ χορεύσῃ, νὰ τραγουδήσῃ, νὰ εὐφρανθῇ, καὶ μὲ ὅλας τὰς ἐκδηλώσεις τῆς χαρᾶς, τοῦ οἴνου, τοῦ ἔρωτος, εὐφραίνει καὶ τὸν Θεόν του. Εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον, ἐὰν δὲν συμφωνῇ ἡ πραγματικότης, μὲ τὰς ἰδέας τοῦ κάθε φραγκοφορεμένου ἱερομωρολόγου· ἄλλο ραγιὰς καὶ ἄλλο Ἕλλην. Ἄλλο φραγκοπίθηκος καὶ ἄλλο Ἕλλην. Ὁ λαός μας οὕτω ἐκδηλώνει τὸ θρησκευτικόν του αἴσθημα σήμερον καὶ ὁ λαὸς τῆς ἀκμῆς τῆς νέας θρησκείας μας, ἤτοι τῆς ἐποχῆς τῶν Χρυσοστόμων, οὕτω ἐξεδήλωνεν ἑαυτόν. Καὶ οὕτω ἐξεδήλωνεν ἑαυτὴν τότε καὶ ἡ ἐπίσημος ἐκκλησία. Ἡ τωρινὴ θρησκεία μας ἔχει τὴν σκυθρωπότητα τῆς σκλαβιᾶς ποὺ ἐπέρασε, τὴν θλῖψιν τῶν βασάνων ποὺ διῆλθε, καὶ αὐτὴν ἀκόμη τώρα τὴν ἐπίδρασιν τῶν εὐρωπαϊκῶν ἰδεῶν διὰ τῶν Γερμανοπαθῶν παπάδων καὶ ἐπὶ πλέον τὴν ἐξωτερικὴν μορφὴν τὴν ὁποίαν ἐφιλοπόνησεν δι᾿ ὅλα ἡ Ἐλεεινότης μας.»

    ...Καὶ οἱ χριστιανόφοβοι ἐθνομηδενιστὲς ἔρχονται σήμερα νὰ ποῦν σὲ ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες ὅτι πρέπει νὰ αἰσθανόμαστε... καταπιεσμένοι ἀπὸ τὶς εἰκόνες! Οὐαί ἡμῖν ὑποκριταί! Ἕλληνες εἴμεθα, ἐπὶ τέλους!

    Ὁπωσδήποτε, ἡ ἑλληνικότης τῆς θρησκείας εἶναι κατὰ τὸν Γιαννόπουλο ἀδιάσπαστη στοὺς αἰῶνες. Ἐπιγραμματικῶς ἐκφράζει τοῦτο, μαζὶ μὲ τὸ ὅραμά του γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ Ἀναγέννησι, μὲ τὴν φράσι:

    «Μετὰ τὴν Θεὰν Σοφίαν Ἀθηνᾶ, μετὰ τὴν Ἀθηνᾶ Παναγία Σοφία, θὰ πεταχθῇ εἰς τὸ φῶς ἡ ὅλων ΩΡΑΙΟΤΕΡΑ: Παναγία Σοφία ΑΦΡΟΔΙΤΗ.» («Ἔκκλησις πρὸς τὸ Πανελλήνιον Κοινόν», 1907)

Γιὰ τὴν Φύσι, τοὺς Νέους, τὸ Μέλλον:

    Για τὴν Φύσι: «Φαντασθῆτε ὅτι ἔχετε Πλοῦτον Θεοῦ. Τί Παλάτι θὰ ἠθέλατε; Κλείσετε τὰ μάτια σας καὶ φαντασθῆτε. Ἔπειτα ἀνοίξετε τὰ μάτια σας: Τὸ ἔχετε ἐμπρός σας, ὡραιότερον τοῦ ὡραιοτέρου ὀνείρου. Εἶναι ἡ ΓΗ ΣΑΣ.» («Ἑλληνικὸν Χρῶμα», 1904)

    Γιὰ τὸ μέλλον καὶ τὴν Ἑλληνικὴ Ἀναγέννησι: «Ξυπνήσετε, Ἐγερθῆτε. Καὶ Ἐπαναστατήσετε κατὰ τοῦ Ἑαυτοῦ Σας. Καὶ Ἀναβαπτισθεῖτε εἰς τὸ Θεῖον Φῶς τῆς Γῆς Σας καὶ εἰς τὰ Παραδείσεια Ἑλληνικὰ Νερά. Θὰ ἐξέλθετε: ΖΩΝΤΑΝΟΙ. Καὶ θὰ ἐξέλθετε: ΕΛΛΗΝΕΣ.» («Νέον Πνεῦμα», 1906)

    Ὁ ἑλληνολάτρης καὶ ἀρχαιολάτρης Γιαννόπουλος εἶναι ὁ μεγαλύτερος μαστιγωτὴς τῆς στείρας ἀρχαιοπληξίας, τοῦ δασκαλισμοῦ, τοῦ ἠθικισμοῦ. Ὑμνεῖ τὴν νεότητα, τὸν ἔρωτα -καὶ τὸν φυσικό, σωματικὸ ἔρωτα, τότε!-, τὸ κάλλος.

    «Μνήσθητί μου ΝΕΕ ὅταν θὰ ἔλθῃς εἰς τὴν Ἑλληνικήν Σου Βασιλείαν.» («Ἑλληνικὸν Χρῶμα», 1904)

* * *

    Ὁ βάρδος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, φίλοι μου, μᾶς καλεῖ:

    «Ἐννοῶ νὰ σᾶς τρελλάνω μὲ τὰ ἑλληνικὰ πράγματα καὶ νὰ σᾶς κάμω νὰ φᾶτε ἑλληνικὴν τροφὴν ὅσην δὲν φάγατε τουλάχιστον ἕναν αἰῶνα.» («Ἑλληνικὸν Χρῶμα», 1904)

    Καὶ σήμερα, αὐτὴν τὴν ἑλληνικὴν τροφήν, πόσο τὴν χρειαζόμαστε!

    Ἂς τὸν ἀκολουθήσουμε, ἂς τὸν ἀφήσουμε νὰ μᾶς ὁδηγήσει:

    «Ἐμεῖς οἱ Ὡραιότατοι ΙΔΑΝΙΣΤΑΙ-ΠΡΑΓΜΑΤΙΣΤΑΙ καὶ ἐξωφρενικότατοι τῶν Παλαβῶν της Γῆς.» («Ἔκκλησις πρὸς τὸ Πανελλήνιον Κοινόν», 1907)

    Καὶ ἂς ἀναγεννηθοῦμε, ἂς χορέψουμε, ἂς τραγουδήσουμε, ἂς μεθύσουμε μαζί του:

    «Αὐτὸς ὁλόκληρος ὁ Γήινος Γραμμικὸς καὶ Χροϊκὸς Χορός, ὁ ὑμνῶν τὴν Δόξαν τοῦ Παγκάλου Τρελλοθεοῦ τῆς Ἑλλάδος.» («Ἑλληνικὸν Χρῶμα», 1904)

    Ἑκατὸ χρόνια μετά, ὁ Περικλῆς Γιαννόπουλος μᾶς δείχνει τὸ μέλλον.

* * *

    Σημείωσις: Ἐπιτρέπεται ἡ ἀντιγραφὴ τῶν κειμένων μου, χωρὶς ἄδεια, μὲ προϋπόθεσι τὴν ἀναφορὰ τῆς πηγῆς καὶ τὴν διατήρησι τῆς πολυτονικῆς γραφῆς.

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

Σήκω Γεώργιε Καραϊσκάκη! Ἡ ὥρα ἦλθε!

Τὸ πιὸ «cult» κειμήλιο τοῦ Μουσείου Μπενάκη (συγγνώμη, δὲν εἶμαι πολιτικῶς ὀρθός):

Τρόπαιον τῶν Ἑλλήνων κατὰ τῶν βαρβάρων - Γεν. Ἀρχηγὸς Καραϊσκάκης - Ἀνεγερθὲν ἐν τῇ θέσει Πλόβαρμα - 1826 Νοεμβρ. 27 (Μουσεῖον Μπενάκη)

Αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ τύχη τῶν ἐχθρῶν τῆς Ἑλλάδος.

«Μοῦ γράφεις ἕνα μπουγιουρντί, λέγεις νὰ προσκυνήσω, κι ἐγώ, πασά μου, ρώτησα τὸν ποῦτζον μου τὸν ἴδιον κι αὐτὸς μοῦ ἀποκρίθηκε νὰ μὴν σὲ προσκυνήσω κι ἂν ἔρθεις κατ᾿ ἐπάνω μου, εὐθὺς νὰ πολεμήσω.» (Ν. Τζιόπας, «Ο γιος της καλόγριας»)


Καραϊσκάκης.
«Εὐγενία Ξεφτέρη. Ἕνα τυφλὸ ἀηδονάκι, ποὺ ὅσα δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ μὲ τὰ ματάκια του τὰ τραγουδάει μὲ τὴν καρδιά του. Δάσκαλός της ὁ πατὴρ Θεόδωρος Τσαμπατζίδης, σχολεῖο της τὸ Μουσικὸ Γυμνάσιο-Λύκειο Θεσσαλονίκης. Τὴ συνοδεύει ἡ νεανικὴ χορωδία Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Παντελεήμονα Καλαμαριᾶς.»

Καὶ ἕνα ἀπὸ τὸ ὡραιότερα κειμήλια:

Πιάτο ἀπὸ βιεννέζικη πορσελάνη μὲ τὸ πορτραῖτο τῆς Αἰκατερίνης (Ρόζας) Μπότσαρη (1818-75), ἐπανάληψη τῆς ἐλαιογραφίας τοῦ Stieler, ἀπὸ τὴν Πινακοθήκη τῶν Καλλονῶν στὰ ἀνάκτορα τοῦ Μονάχου. (Δωρεὰ Δαμιανοῦ Κυριαζῆ.) (Μουσεῖον Μπενάκη)

Εὑρῆκα αὐτὴν τὴν φωτογραφία τοῦ πίνακος τοῦ Stieler:

Joseph Stieler 1781-1858, Portrait of Katharina Bozzaris, 1841

Λοιπόν, στὸ πιάτο, ἡ Μποτσαρίνα εἶναι ἀκόμη ὀμορφότερη!

(Γιὰ τὴν Ρόζα Μπότσαρη δεῖτε καὶ τὸ ἄρθρον τῆς Ἑλένης Μπίστικα, ««Αικατερίνη - Ρόζα Μπότσαρη, στη σκιά του ονόματος», μυθιστορηματική βιογραφία από την Κατερίνα Αγραφιώτη, εκδόσεις Πάπυρος», «Ἡ Καθημερινή», 8-11-2007.)

Καὶ ἡ σημαία τοῦ Θεοδώρου Κολοκοτρώνη:

Σημαία τοῦ Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. (Μουσεῖον Μπενάκη)

ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΤΣΕΚΟΥΡΙ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΕΝΟΥΣ

* * *

«Αὐτὸν τὸν λόγο θὰ σᾶς πῶ, δὲν ἔχω ἄλλον κανένα· μεθύστε μὲ τὸ ἀθάνατο κρασὶ τοῦ Εἰκοσιένα.»
(Κωστῆς Παλαμᾶς, «Στὴ νεολαία μας», 1 Νοεμβρίου 1940)

* * *

Παλαιότερες δημοσιεύσεις μου γιὰ τὸ 1821:
+ Διδάγματα ἀπὸ τὸ 1821
+ Χρῆστος Γιανναρᾶς, «Ἐθνεγερσία, σύγκρουση δύο ὁραμάτων»

Περισσότερες πηγές (ὅπου καὶ συντριπτικὴ ἀνασκευὴ τῶν ψευδῶν τῶν ἐθνομηδενιστῶν):
+ Ἀντίβαρο , Φάκελος: Ἐπανάσταση τοῦ 1821
+ Ἀντίβαρο, Ἄρθρα: Ἐπανάσταση τοῦ 1821

Παρασκευή 19 Μαρτίου 2010

Ἕνα γαϊδουράγκαθο στὴν κομβιοδόχη

«Καὶ τότε, ὦ ζωγράφε, μὲ ἀγάπην καὶ ὑπομονὴν Κινέζου καλλιτέχνου, θὰ βάλῃς τὸ ὁλόγυμνο βραχάκι, μὲ τὸ ὡραῖο του φόρεμα καὶ θὰ εἶναι ὅπως εἶναι βελουδένιο καὶ θὰ βάλῃς ἐπάνω του τὰ ὡραῖα του κοσμήματα, τὰ λιθάρια του καὶ ἀραιὰ ἀραιότατα θὰ βάλῃς τὰ θεόξηρα χόρτα του καὶ μακρύτερα, ἂν θέλῃς, δυνατωτάτην ἀντίθεσιν ὅπως εἶναι, ἀλλὰ μαλακωτάτην καὶ ἁρμονικωτάτην -ὅπως φαίνεται- κανένα βουνὸ κυανοβαμμένον μὲ ἀργυρὲς φλέβες, σκεπασμένον μὲ καλύπτραν, ποὺ θὰ πάῃ τοῦ ἄλλου τὸ χέρι νὰ τὴν σηκώσῃ. Τότε ὁ κάθε Rembrand καὶ ὁ κάθε Poe καὶ ὁ κάθε Heine καὶ ὁ κάθε Rosseti καὶ ὁ κάθε Dante, ὅταν πλησιάσουν τὴν εἰκόνα σου, μὲ τὴν ψυχὴν των τὴν πιεσμένην, ἀπὸ τὸν παχὺν καὶ χονδρὸν καὶ ὀμιχλώδη κόσμον τὸν ἰδικὸν των, ἡ κατ᾿ ἐξαίρεσιν φαεινὴ ψυχὴ των, ποὺ προσπαθεῖ μὲ ἀπελπισμένον ἀγῶνα νὰ τὸν φωτίσῃ, νὰ τὸν διαρρήξῃ διὰ νὰ πάῃ πρὸς τὸ φῶς, πρὸς ἕνα κόσμον ποὺ ποθεῖ, φαντάζεται, ἀλλὰ δὲν βλέπει, θὰ πλησιάσῃ μὲ ρῖγος καὶ θὰ βάλῃ μὲ περιπάθειαν τὰ χέρια της εἰς τὰ πτωχά σου χόρτα σὰν σὲ χρυσᾶ κάγκελλα θύρας ἡ ὁποία ἀνοίγει αἰφνιδίως ἕνα δρόμον, πρὸς ἕνα κόσμον πάγκαλον καὶ φαεινότατον, τὸν ὀνειροπολούμενον κόσμον κάθε ποιητοῦ, τὸν ὁποῖον σὺ ἔχεις ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια σου καὶ εἶναι ὁ κόσμος ὁ ἰδικός σου, ὁ πραγματικός, ἡ γῆ σου, ἡ μητέρα σου, τὴν ὁποίαν κατὰ βάθος ἀγαπᾷς, μὲ ὅ,τι καὶ ἂν λέγῃς, μὲ ὅ,τι καὶ ἂν κάνῃς, ἀγαπᾷς βαθειὰ σὰν Ἕλλην ποὺ εἶσαι.»

(Περικλῆς Γιαννόπουλος, «Ἡ σύγχρονος ζωγραφική», 1902)

...Τί λέγει ὁ ἄνθρωπος!

Τὰ ἡλιοκαμμένα ξερόχορτα τῆς Ἑλληνικῆς πέτρας, σὰν χρυσὰ κάγκελα τῆς θύρας τοῦ Παραδείσου (ποὺ ὁδηγεῖ τὶς καταπιεσμένες ψυχὲς τοῦ Μέλανος Δρυμοῦ πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Φάος)!

Καταπληκτικὴ εἰκόνα.
Μιὰ ἀνάλογη εἰκόνα σὲ κάθε δεύτερη ἢ τρίτη παράγραφο -ἀλλὰ θὰ ἀρκοῦσε αὐτὴ μόνον σὲ ὅλο τὸ ἔργο του. (Καὶ ὅμως, ἀπὸ μερικοὺς δὲν θεωρεῖται κἂν λογοτέχνης ὁ Γιαννόπουλος -πολὺ ἐθνικιστής γάρ...)

««Ὁ Γιαννόπουλος ἦταν ἕνας ὡραιότατος νέος», θυμᾶται ὁ συνομήλικός του, θεατρικὸς συγγραφέας καὶ χρονογράφος Σπύρος Μελᾶς, «λεβέντης κυπαρισσόκορμος, ἀλαβάστρινος, μὲ θαυμάσια σαγηνευτικά, γαλανὰ μάτια, ἕνας ἀρχαῖος Ἕλληνας μὲ περιβολὴ δανδῆ, δικῆς του συνθέσεως, ζακέττα γκρὶ-πέρλ, χιονάτο πλαστρόν, ποὺ διετηρεῖτο πάντοτε ἄσπιλο καί, ἀντὶ ἄνθους, ἕνα... γαϊδουράγκαθο στὴν κομβιοδόχη. Ἦταν μιὰ ἐμφάνιση ἄφθαστα κομψή, φυσικὰ ἐντυπωσιακὴ καὶ παρ᾿ ὅλη τὴν ἰδιορρυθμία της ἀντρίκια κι᾿ ἐπιβλητική.»» (Πέτρος Χαρτοκόλλης, «Ἰδανικοὶ αὐτόχειρες - Ἕλληνες λογοτέχνες ποὺ αὐτοκτόνησαν», Ἑστία, 2003)

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2010

Ἡ γραμμὴ τοῦ ὁρίζοντος

Βιβλιοπαρουσιάσεων συνέχεια. Ἄκουσα κάπου τὸν Χρῆστο Γιανναρᾶ νὰ χαρακτηρίζῃ τὴν «Γραμμὴ τοῦ ὁρίζοντος» τοῦ Χρήστου Βακαλόπουλου, ὄχι μόνον ἀντάξια, ἀλλὰ καὶ ἕνα βῆμα παραπέρα ἀπὸ τὴν Γενιὰ τοῦ ᾿30 (στὸν δρόμο τῆς ἀναζητήσεως τῆς ἑλληνικότητος, τοῦ συλλογικοῦ μας εἶναι, στοὺς σύγχρονους πλέον καιρούς).

Ποιός ἦταν ὁ Χρῆστος Βακαλόπουλος (1956-1993), συγγραφεύς, σκηνοθέτης, ραδιοφωνικὸς παραγωγός; Ἦταν ἀριστερός -ἂν κρίνουμε ἀπὸ τὸ ὅτι ἔγραφε στὴν «Αὐγὴ» καὶ στὸ «Ἀντί»; Χάθηκε μόλις στὰ 37 του, ἀπὸ τὴν ἐπάρατον νόσον. (Ἂν ζοῦσε, σήμερα μπορεῖ καὶ νὰ τὸν ἀποκαλοῦσαν «χριστιανοφασίστα»... (Τὸ μάτι ἑνὸς ἔμπειρου φυσιοδίφη διακρίνει ἀρχικὰ συμπτώματα «νεορθοδοξίας».) Ἦταν αὐτὸ τὸ κάποτε ἑλληνοκεντρικό, λέγουν μερικοί, ΚΚΕ Ἐσωτερικοῦ; Δὲν γνωρίζω. Μιλοῦμε γιὰ ἕναν ἄλλον κόσμο!) Ὁ Χρίστος Γούδης, φαντάζομαι, δὲν θὰ ἐδίσταζε νὰ τὸν κατατάξῃ, ποιητικῶς, ἀπὸ κάποια κείμενά του, στὴν χορεία τῶν ἱπποτῶν τῆς «ὑπερβατικῆς» Δεξιᾶς· νὰ μάχεται «ἀλλοῦ καὶ κάπως» (ἀναμείνατε τὴν ἑπόμενη βιβλιοπαρουσίασι), ἐνάντια στὸν Γοδεφρεῖδο Βιλλεαρδουίνο καὶ τὸν Βονιφάτιο τὸν Μομφερατικό... Παίζω καὶ ἐγὼ τώρα, ἴσως ἀτυχῶς, διότι οἱ ταμπέλες μικρὴ σημασία ἔχουν γιὰ ἕνα ὁπωσδήποτε ξεχωριστὸ πνεῦμα.

Ξεφυλλίζω τὴν «Γραμμὴ τοῦ ὁρίζοντος». Φροντισμένη ἔκδοσις, μὲ μιὰ ὄμορφη ζωγραφιὰ στὸ ἐξώφυλλο, σὲ πολυτονικό, νοσταλγικὸ σὰν τὶς γραμμὲς τοῦ βιβλίου, ἀπὸ τὴν Ἑστία (α' ἔκδ. 1991, δ' ἀνατ. 2008, ISBN 960-05-0335-4). Στὸ ὀπισθόφυλλο, μιὰ ἐνσάρκωσις τῆς Ἑλληνικῆς Σημαίας:

«Ἡ ταυτότητά της γράφει Ρέα Φραντζῆ, ἐλαφρὰ ντυμένη, ἔχει μερικὰ λεφτά, κάθεται μὲ τὴν πλάτη ἀκουμπισμένη στὸν τοῖχο τοῦ μικροῦ μαγέρικου, στὴν πλατεία τοῦ Ἄνω Κάμπου, ἀπέναντι ἀπὸ τὴν ἄσπρη ἐκκλησία, χιλιάδες χρόνια μετὰ τὴν Ἀποκάλυψη, ἐννιακόσια χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ ὁ μοναχὸς Χριστόδουλος ἔχτισε ἕνα μοναστήρι ἐκεῖ ποὺ ἦταν ὁ ναὸς τῆς Ἀρτέμιδος, τρεῖς μέρες ἀπὸ τότε ποὺ χώρισε μὲ τὸν ἄντρα της. Ἡ ἄσπρη ἐκκλησία τρυπάει τὸν γαλάζιο οὐρανό, γιὰ πρώτη φορὰ βλέπει ζωντανὴ μπροστά στὰ μάτια της τὴν ἑλληνικὴ σημαία. Κάτω ἀπὸ τὴ σημαία παρελαύνει πάνοπλος ὁ ξανθὸς κόσμος, πηγαίνει νὰ ψηθεῖ, πηγαίνει γιὰ μπάνιο, τρέχει νὰ ξεκουραστεῖ. Κανεὶς δὲν προσέχει τὴ σημαία ποὺ στέκει ἀόρατη, μόνο μιὰ γυναίκα ποὺ μόλις χώρισε εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν ἀντιληφθεῖ, βγάζει τὰ μαῦρα γυαλιὰ καὶ ὁ ἥλιος τὴν τυφλώνει.»

Θὰ διαβάσετε σὲ πολλὲς κριτικὲς ὅτι τὸ βιβλίο αὐτὸ εἶναι γραμμένο μὲ ἰδιαίτερο στύλ. Μικρὲς φρασοῦλες, εἰκόνες, αἰσθήματα καὶ μνῆμες, παρατίθενται ἡ μιὰ δίπλα στὴν ἄλλη μὲ ἕνα κόμμα νὰ τὶς χωρίζει, ἄλλες καλοῦν ἄλλες, ξανάρχονται οἱ πρῶτες, καλοῦν νέες... Σὰν νὰ μιμεῖται τὶς εἰκόνες καὶ τὰ αἰσθήματα ποὺ ἔρχονται στὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά, τοὺς συνειρμούς τους, ὅπως τὸ ἕνα φέρνει τὸ ἄλλο καὶ ὅλα σχετίζονται. Ἴσως καὶ τοὺς γρήγορους χτύπους τῆς καρδιᾶς τῆς ταραγμένης ἀπὸ τὸν πρόσφατο χωρισμό της ἡρωίδος. Στὶς 160 περίπου σελίδες τοῦ βιβλίου, ὅλα συμβαίνουν μέσα της.

Ὁ συγγραφεὺς ἔχει εὐαίσθητες κεραῖες. Πιάνει ἀποχρώσεις λεπτές, ἀλλὰ βαθειές. Καὶ κάπως ἀλληγορικά, ἐκφράζει καίρια τὴν οὐσία, δὲν περιγράφει τὴν ἐπιφάνεια, γράφονται μόνα τους θὰ ἔλεγα τὰ ἴχνη στὴν ἀνθρώπινη ψυχή.

Ξεχωρίζω: ἡ ξανθὸς κόσμος (σελ. 14)· ἡ μουσική (σελ. 18)· οἱ ἄνθρωποι τῶν ἄλλων ἐποχῶν (σελ. 22)· ἡ τηλεόρασις· ἡ γειτονιά, κάποτε κέντρον τοῦ κόσμου, ἐξαφανίζεται (σελ. 38)· ὁ σταυρὸς καὶ τὸ κερί (σελ. 43)· «ἀπὸ μικρὴ ἔμαθε νὰ λέει ὄχι» (σελ. 53)· ἡ ἑλληνικὴ σημαία (σελ. 59)· παλιά, ὅλη ἡ ἑβδομάδα ἦταν ἕνα τεράστιο Σάββατο· «τὸ Σάββατο νικήθηκε κατὰ κράτος ἀπὸ τὸ ἀπόγευμα τῆς Κυριακῆς μὲ τὴ βοήθεια τῶν ἐφημερίδων» (σελ. 65)· οἱ σταυροφόροι τουρίστες καὶ ὁ αὐτοκράτορας Ἀλέξιος Κομνηνὸς τοῦ παλαιοῦ, ἀληθινὰ πολιτισμένου κόσμου (σελ. 75)· «ἔπρεπε αὐτὴ ἡ συνοικία νὰ μείνει ὅπως ἦταν τὸν Ἰούλιο τοῦ 1965, ἀλλὰ μαζεύτηκαν ὁ Βοημοῦνδος, ὁ Γοδεφρεῖδος ντὲ Μπουγιὸν καὶ διάφοροι ἄλλοι πολιτικοὶ ἐπιστήμονες οἱ ὁποῖοι σᾶς ἔπεισαν νὰ γκρεμίσετε τὸ Κυψελάκι [σ.σ. τὸν θερινὸ κινηματογράφο], νὰ ἐκσυγχρονισθεῖτε» (σελ. 82)· «μέχρι τὸν Ἰούλιο τοῦ 1971 οἱ Ἕλληνες εἶχαν κάτι ἐντελῶς δικό τους, ἤξεραν νὰ ντρέπονται ἐνῶ ὅλοι οἱ ἄλλοι ἤξεραν νὰ ἔχουν ἐνοχές» (σελ. 95)· «Γνωρίστηκαν στὴ Βενετία μὲ τὸν Γιάννη, μπροστὰ στὸν Ἅγιο Μάρκο, μπροστὰ στοὺς κλεμμένους βυζαντινοὺς θησαυρούς. [...] Οἱ Βυζαντινοὶ αὐτοκράτορες ἐμπόδιζαν ἀκόμη καὶ τὴν πορεία πρὸς τὰ μακαρόνια μὲ κιμά, αὐτὸ ἦταν ἀπαράδεκτο, ἀπὸ τὸ 1204 καὶ μετὰ ἐπανορθώθηκε αὐτὴ ἡ ἀδικία.» (σελ. 99)· ὁ παλιὸς κινηματογράφος καὶ ἡ οὐρά (σελ. 117)· «παλιὰ ὑπῆρχαν τρία μέρη στὸν κόσμο· ἡ Κυψέλη, ἡ Ἑλλάδα καὶ ὁ πλανήτης Γῆ» (σελ. 127)· ὁ Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος καὶ ὁ Γοδεφρεῖδος Βιλλαρδουίνος (σελ. 136).

Μᾶλλον κουραστικὴ καταγραφή -περισσότερο γιὰ δική μου ἀναφορά. Ἀλλὰ ἂς ἀφήσουμε τὸ κείμενο νὰ μιλήσῃ (σελ. 75-78):

Προκυμαία

Κωνσταντινούπολη, Πάτμος, Πειραιάς, Κατάκωλο, Βενετία. Ἕνα πλωτὸ σκηνικὸ ὀρθώνεται μπροστά της, τὸ κρουαζιερόπλοιο Orient Express ἀπὸ μακριὰ τὴν χαιρετάει κι ἀπὸ κοντὰ τῆς λέει ὅτι βρίσκεται στὸ σωστὸ μέρος, σ᾿ ἕναν κόμβο τῆς διαδρομῆς ἀπὸ τὴν πιὸ μελαγχολικὴ Ἀνατολὴ στὴν πιὸ κουρασμένη Δύση καὶ πίσω πάλι. Κάποτε τὸ ταξίδι αὐτὸ συνοδευόταν ἀπὸ ποταμοὺς αἵματος καὶ τώρα κατεβαίνουν ἀπὸ τὴν πλωτὴ καθεδρικὴ γιὰ ἐπίσκεψη στὸ μοναστήρι ἀδιάφοροι ἐπισκέπτες μὲ ὁμοιόμορφες τσάντες. Εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνοι ἀπὸ τοὺς σταυροφόρους γιατὶ δὲν ξέρουν τὶ κάνουν, δὲν γνωρίζουν ὅτι εἶναι ἕνας στρατὸς χωρὶς ἀρχηγοὺς ποὺ δὲν πρόκειται νὰ σταματήσει πρὶν ρίξει τὸ ἴδιο ἀδιάφορο φωτογραφικὸ βλέμμα καὶ στὸ τελευταῖο κομμάτι τοῦ ἀληθινὰ πολιτισμένου κόσμου, ἐκείνου τοῦ κόσμου ποὺ δὲν καμώνεται ὅτι εἶναι πολιτισμένος, ἐκείνου τοῦ κόσμου ποὺ κουράστηκε νὰ εἶναι πολιτισμένος. Εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνοι ἀπὸ τοὺς σταυροφόρους γιατὶ δὲν ἰκανοποιοῦνται μὲ τίποτα, δὲν ἔχουν κανένα στόχο, ὁ κόσμος ἔχει φωτογραφηθεῖ χιλιάδες φορές κι ἐκεῖνοι ἐπιμένουν χωρὶς νὰ ξέρουν γιατὶ τὸ κάνουν, ἔρχονται κατὰ κύματα καὶ δὲν ἐκτονώνονται ποτέ, τοὺς πέρασε ἡ ἰδέα ὅτι ἂν φωτογραφίζεις ἀντὶ νὰ χύνεις αἷμα, θὰ ἀπομακρυνθεῖ μιὰ γιὰ πάντα ὁ ὄλεθρος, ἀλλὰ πέφτουν ἔξω γιατὶ ἡ καταστροφὴ εἶναι πιὸ κοντὰ παρὰ ποτὲ καὶ κανένα παχύρρευστο στρῶμα εἰκόνων δὲν πρόκειται νὰ τὴν ξορκίσει.

Εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνοι ἀπὸ τὸν Βοημοῦνδο γιατὶ δὲν ὑπάρχει ὁ αὐτοκράτορας Ἀλέξιος Κομνηνὸς νὰ στέκεται ὄρθιος καὶ νὰ παρακολουθεῖ τὴν ὀχλαγωγία τους, ἐγὼ θὰ πάρω τὴν Ἀντιόχεια, ἐγὼ θὰ γίνω βασιλιὰς τῆς Ἱερουσαλήμ, σὲ μένα ἀνήκει ἡ Τύρος. Ἀκόμα καὶ τὸ αἷμα μπορεῖς νὰ τὸ χορτάσεις ἐνῶ τώρα δὲν πρόκειται νὰ σταματήσουν ποτὲ νὰ βγάζουν φακοὺς ἀπὸ αὐτὲς τὶς ὁμοιόμορφες τσάντες, δὲν πρόκειται νὰ σταματήσουν ποτὲ νὰ παίρνουν πόζες μπροστὰ στὰ μνημεῖα ἑνὸς πολιτισμοῦ ποὺ εἶχε τουλάχιστον τὴν τύχη νὰ ταπεινωθεῖ καὶ κουράστηκε νὰ παριστάνει κάτι, δὲν πρόκειται νὰ ὑποχωρήσουν ποτὲ γιατὶ ἔπαψαν νὰ ἔχουν ἐχθροὺς καὶ προσπαθοῦν νὰ ἀξιοποιήσουν τὸ χρόνο τους. Παλεύουν μ᾿ ἕναν ἀνύπαρκτο ἐχθρὸ κι ἁπλώνουν ἕνα παχύρρευστο στρῶμα εἰκόνων γιὰ νὰ ἀποδείξουν τὴν ὕπαρξή του, μάχονται ὥστε νὰ τὸν συλλάβουν καὶ νὰ τὸν καθηλώσουν. Ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη στὴ Βενετία τὸ Orient Express κυνηγάει τὸν ἀπόντα χρόνο καὶ δὲν τὸν βρίσκει ποτὲ γιατὶ ἀκόμα καὶ ἡ πιὸ ἀδέξια καὶ κακοκαδραρισμένη τουριστικὴ φωτογραφία εἶναι ἡ ζωντανὴ ἀπόδειξη ὅτι ἡ παραμικρὴ στιγμὴ μπερδεύεται μὲ τὴν αἰωνιότητα. Αὐτὸ προσπάθησε νὰ ἐξηγήσει ὄρθιος καὶ σχεδὸν σιωπηλὸς ὁ αὐτοκράτορας τῶν Ρωμαίων Ἀλέξιος Κομνηνὸς στὸν Βοημοῦνδο καὶ τοὺς κόμητες καί, βέβαια, δὲν τὰ κατάφερε. Προσπάθησε νὰ τοὺς ἐξηγήσει ὅτι δὲν ὑπάρχει χρόνος, δὲν ἔπρεπε νὰ βιάζονται, ὅλοι οἱ τόποι εἶναι ἅγιοι, ὅλοι οἱ τόποι εἶναι ἁμαρτωλοί, θὰ ζήσετε μέσα στὸν πόνο καὶ πρέπει νὰ συνηθίσετε, μόλις κατακτηθεῖ ἡ Ἱερουσαλήμ θὰ πάψει νὰ σᾶς ἐνδιαφέρει. Δὲν κατάλαβαν ὅτι ἔπρεπε νὰ συνηθίσουν στὸν πόνο καὶ σιγὰ σιγὰ μετέφεραν τὴν προσπάθεια στὶς φωτογραφίες, αὐτὲς τὶς μούμιες τῆς στιγμῆς. Τὴ θέση τῆς Ἱερουσαλήμ τὴν πῆρε ἡ κάθε στιγμή, νά γιατὶ δὲν πρόκειται νὰ σταματήσουν ποτὲ νὰ πυροβολοῦν μὲ τὶς μηχανές τους καὶ νὰ σκοτώνουν ὅλες τὶς στιγμές, νὰ τὶς κάνουν πόζες. Προσπαθοῦν νὰ ξεχάσουν τὸν πόνο, μάχονται μὲ τὸν ἀνύπαρκτο χρόνο, φωτογραφίζουν τὰ πάντα. Ἀκόμα καὶ τὸ αἷμα μπορεῖς νὰ τὸ χορτάσεις. Ὁ αὐτοκράτορας τῶν Ρωμαίων Ἀλέξιος Κομνηνὸς προσπάθησε νὰ ὑπερασπισθεῖ τὴν αἰωνιότητα, ἀλλὰ αὐτοὶ εἶχαν στήσει μιὰ διεκδικητικὴ μηχανή, οἱ κόμητες εἶχαν συνδικαλισθεῖ κι ὅλο ψιθύριζαν μεταξύ τους «καὶ ποιός νομίζει ὅτι εἶναι αὐτός», ὅλο μουρμούριζαν «κι ἐμεῖς εὐγενεῖς εἴμαστε». Ὁ αὐτοκράτορας προσπάθησε νὰ ἀντισταθεῖ στὴ διαδικασία ποὺ θὰ κατέληγε στὰ κρουαζιερόπλοια καί, βέβαια, δὲν τὰ κατάφερε. Ὅταν χόρτασαν τὸ αἷμα σκέφτηκαν νὰ ἀξιοποιήσουν τὸ χρόνο τους, ἀγόρασαν ὁμοιόμορφες τσάντες καὶ τὶς γέμισαν μὲ φακούς. Εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνοι ἀπὸ τὸν Βοημοῦνδο, ἔρχονται καὶ φεύγουν, κάθε καλοκαίρι προσθέτουν νέες εἰκόνες στὴ συλλογή τους, τσουβαλιάζουν τὶς στιγμὲς γιὰ νὰ ἔχουν τὸ χειμώνα νὰ δείχνουν ὁ ἕνας στὸν ἄλλον. Ὅλο τὸ χειμώνα δείχνουν ἀκινητοποιημένες στιγμὲς ὁ ἕνας στὸν ἄλλον καὶ κανεὶς δὲν πιστεύει τὸν ἄλλον, κοιτάζουν μὲ ὅλο καὶ μεγαλύτερη ἀδιαφορία ὁ ἕνας τὶς ἀκινητοποιημένες, βαλσαμωμένες στιγμὲς τοῦ ἄλλου κι αὐτὸ τοὺς κάνει νὰ ἐπιστρέφουν ξανὰ καὶ ξανά, κάθε καλοκαίρι. Δὲν πρόκειται νὰ σταματήσουν ποτέ, εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνοι ἀπὸ τοὺς σταυροφόρους καὶ δὲν ὑπάρχει πιὰ ὁ φρουρὸς τῆς αἰωνιότητας νὰ σταθεῖ ὄρθιος ἀπέναντι στὴν γκρίνια τους, ὑπάρχει μόνο μιὰ γυναίκα τριανταδύο χρόνων στὴν προκυμαία τῆς Σκάλας Πάτμου. Τὸ βλέμμα της διατρέχει τὴν ἐπιγραφὴ Orient Express, δὲν ἔχει πάει στὴν Κωνσταντινούπολη, λέγεται Ρέα Φραντζῆ καὶ φοβᾶται νὰ πάει ἐκεῖ ποὺ τὴν καλεῖ τὸ ὄνομά της. Ἔχει πάει στὴ Βενετία καὶ δὲν πρόκειται νὰ ξαναπάει, θὰ τὴν ἀφήσει νὰ βουλιάξει ἥσυχη μέσα στὶς ἁμαρτίες της. Ἔρχεται ἀπὸ τὸν Πειραιὰ καὶ δὲν πρόκειται νὰ ξαναγυρίσει, βρίσκεται στὸ σωστό μέρος, χαμένη κάπου ἀνάμεσα στὸν μελαγχολικὸ ὕπνο τῆς Ἀνατολῆς καὶ στὴν κουρασμένη ἀυπνία τῆς Δύσης. Ἔχει πάει στὴ Βενετία, ἐκεῖ γνώρισε τὸν ἄντρα της. Τοῦ εἶπε ἀμέσως ναί, προσπάθησε ν᾿ ἀκινητοποιήσει τὴ στιγμὴ καί, βέβαια, δὲν τὰ κατάφερε. Δὲν πρόκειται νὰ γυρίσει ποτέ, τὸ Orient Exrpess θὰ φύγει σὲ λίγο, μαζεύουν τοὺς φακούς, τοὺς τακτοποιοῦν στὶς ὁμοιόμορφες τσάντες τους. Εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνοι ἀπὸ τοὺς σταυροφόρους καὶ τοὺς συγχωρεῖ γιατὶ δὲν τὸ ξέρουν, δὲν πρόκειται νὰ τὸ μάθουν ποτέ. Τὸ πλωτὸ σκηνικὸ θὰ συνεχίσει νὰ ἀξιοποιεῖ τὸν ἀνύπαρκτο χρόνο ἐνῶ στὰ ψαροκάικα κυματίζει κουρελιασμένη ἡ σημαία τοῦ αὐτοκράτορα.

* * *

Σχετικῶς:

+ Τὸ ἐπίσης ἐξαιρετικὸ κεφάλαιο, ἀπὸ τὸ ἴδιο βιβλίο, «Μοναστήρι» (σελ. 99-103).
+ Ἕνα κείμενο γιὰ τὸν κινηματογράφο: «Εἴμαστε ὅλοι κινηματογραφιστές».
+ Καὶ ἄλλα ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν «Γραμμὴ τοῦ ὁρίζοντος».
+ Ἕνα ἄρθρο τοῦ Nίκου Γ. Ξυδάκη («Ὅλοι μαζί, ἕνας ἕνας», «Ἡ Καθημερινή», 27-11-2005).

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2010

Μητέρα, μητέρα, θεία γῆ ἑλληνική

Οἱ τρεῖς ὁμιλίες τοῦ Δημήτρη Πικιώνη στὴν Σχολὴ Ἀρχιτεκτόνων τοῦ Ε.Μ.Π., τὸ 1965

Ὁ Δημήτρης Πικιώνης (1887-1968), ἀρχιτέκτων, ζωγράφος, φιλόσοφος, ἀκαδημαϊκός, μελετητής καὶ μύστης τῆς ἑλληνικῆς παραδόσεως (γνωρίζετε ὅλοι ἀσφαλῶς τὰ ἔργα του στὸν λόφο τοῦ Φιλοπάππου), ἔκανε τρεῖς ὁμιλίες στὴν Σχολὴ Ἀρχιτεκτόνων τοῦ Ε.Μ. Πολυτεχνείου, στὶς 11, 18, 25 Ἰαν. 1965. Οἱ ὁμιλίες αὐτὲς ἦταν χαμένες μέχρι τὸ 1987. Τότε, κατὰ τὴν διάρκεια μετακομίσεως τῶν γραφείων τῆς Ἕδρας Πολεοδομίας τῆς Ἀρχιτεκτονικῆς Σχολῆς τοῦ Ε.Μ.Π., στὸ βάθος ἑνὸς μεταλλικοῦ συρταριοῦ βρέθηκαν οἱ ἠχογραφήσεις τῆς δεύτερης καὶ τῆς τρίτης ὁμιλίας. Ὁ θησαυρὸς αὐτὸς παρέμεινε ἀδημοσίευτος μέχρι τὸ 2009, ὁπότε καὶ ἐξεδόθη σὲ ἕνα ὑπέροχο βιβλίο- λεύκωμα: Δημήτρης Φιλιππίδης, «Δημήτρης Πικιώνης: Οἱ ὁμιλίες τοῦ ᾿65», ἐκδ. Μέλισσα, 2009, ISBN 978-960-204-2885.

Ἡ σχέσις τοῦ Πικιώνη μὲ τὸν Περικλῆ Γιαννόπουλο

Ὁ Πικιώνης εἶχε τὴν τύχη νὰ γνωρίσῃ μικρὸς τὸν Περικλῆ Γιαννόπουλο, ἀλλὰ καὶ τὸν Δημήτριο Καμπούρογλου. Ὅπως λέγει ὁ ἴδιος («Αὐτοβιογραφικὸ σημείωμα»), ὁ Γιαννόπουλος καὶ ὁ Παρθένης ἔπεισαν τὸν πατέρα του νὰ τὸν ἀφήσουν νὰ σπουδάσῃ ζωγραφική. Χαρακτηρίζει δὲ τὸν Γιαννόπουλο ὡς «τὸ εὐγενέστερο καὶ πλέον ὑπερήφανο εἶδος τοῦ Ἕλληνα».

Στὴν τρίτη ὁμιλία τοῦ 1965, ὁ Πικιώνης κάνει μιὰ ἐνδιαφέρουσα ἀναφορὰ στὸν Γιαννόπουλο (προηγουμένως ἀναφέρεται στὸν Ἄγγελο Σικελιανό, ἀκολούθως στὸν Ζὰν Μορεάς), ἐπιβεβαιώνοντας πόσο ἐμπνεύσθηκε ἀπὸ τὸν τελευταῖο καὶ δίνοντάς μας τὸ δικαίωμα νὰ τὸν θεωροῦμε τεκμηριωμένα πλέον ὡς ἕναν ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους- συνεχιστὲς τοῦ ἀξέχαστου προφήτου τοῦ Ἑλληνισμοῦ.

«Μητέρα, μητέρα»

...ἐπαναλαμβάνει ὁ Πικιώνης τὰ λόγια τοῦ Γιαννόπουλου γιὰ τὴν θεία ἑλληνικὴ γῆ, καὶ συμπληρώνει:

«Καὶ μόνο ποὺ τὰ εἶπε αὐτά, μοῦ φτάνει.»

Χειρόγραφο τοῦ Δημήτρη Πικιώνη μὲ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸν Γιαννόπουλο.
(ἀπὸ τὸ ἴδιο βιβλίο, σελ.76)

Ἀκολουθεῖ τὸ σχετικὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὶς ὁμιλίες τοῦ Πικιώνη (σελ. 54-56).

Τρίτη ὁμιλία: «Συναισθηματικὴ τοπογραφία» [1]

«[...]

Σὲ αὐτὸ ἀναφέρω μερικὰ τοῦ Περικλῆ Γιαννόπουλου, τὸν ὁποῖον εἶχα γνωρίσει πολὺ βαθιά, ἂν θέλετε. Καί, τοῦ ἀφιερώνει [ὁ Ἄγγελος Σικελιανός], δὲν τό ᾿χω αὐτό, γιατὶ μόνο ἂν τό ᾿βρισκα καὶ τὸ συνταίριαζα μὲ τοῦτο, τὶ τοῦ λέει, ἐκεῖ θὰ βλέπατε τὴν πραγματικὴ οὐσία τοῦ Γιαννόπουλου ἀλλὰ ὡς, ἀδιάφορο ἂν ἀπὸ μία πλευρὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ τὸν βρεῖ σὰν -θέλω νὰ πῶ- νὰ μπορεῖ νὰ τοῦ ἀνεύρει ἴσως καὶ κάποιον ἀρνητικὸν χρακτῆρα. Εἶναι πολὺ αὐστηρὸς μὲ αὐτόν. Σὲ ὅλα μπορεῖ νὰ βρεῖ ἕνα ἀρνητικό.

Εἶχα συζητήσει μὲ τὸν Ἀποστολάκη [2] ὁ ὁποῖος ἦταν ἀρνητὴς τοῦ Παλαμᾶ. Ἐν τούτοις ὅταν διαβάζω αὐτά, βλέπω ὅτι ἐκεῖνος ἔμενε στὴν καθαρὰ κριτική, καὶ ἡ καθαρὰ κριτικὴ ὅ,τι καὶ νά ᾿ναι κι αὐτὴ σὰν ποίηση, ἀλλὰ πάντως δὲν κάνει ποίηση. Κι ἔτσι μὲ τὸν χρόνο ἔνιωσα πὼς ὁ Παλαμᾶς ἦταν ποιητής· τοῦτος [ὁ Περικλῆς Γιαννόπουλος] ἦταν ἑραστὴς τοῦ τόπου. Καὶ μόνο γι᾿ αὐτὴν του τὴ διείσδυση, φτάνει. Μιὰ φορὰ πῆγα στὴ γωνιά του καὶ μοῦ ᾿δειχνε: «Αὐτὴ ἡ γωνιὰ εἶναι ἡ σύνοψις τῆς δημιουργίας μου.» Ἀλλὰ μέσα μου -μοῦ φαίνεται τὸ ξανά ᾿πα αὐτό- εἶδα κάποια ἔλλειψη. Δὲν μπορῶ νὰ δεχθῶ ὅτι αὐτὸ ἦταν τὸ ἅπαντο τῆς ἑλληνικῆς δημιουργίας. Ἦταν πολὺ ἐπιμέρους. Πίσω ἀπ᾿ αὐτὸ καὶ πέρα απ᾿ αὐτό, τί ἦταν;

«Μητέρα, μητέρα» -μόνο ποὺ τὰ λέει αὐτά, μοῦ φτάνουν. Τὸν ἀναφέρω γι᾿ αὐτό, «Μητέρα, μητέρα». Μόνο ποὺ τά ᾿πε αὐτά. Μοῦ φτάνει, δὲν ζητῶ τίποτε ἄλλο:

«Μητέρα, μητέρα, θεία γῆ ἑλληνική, καὶ σεῖς, γηγενεῖς, θεοὶ ἑλληνικοί [...]. Ἀνάστησε, ὦ θεία μητέρα, τὰ νέα σώματα καὶ τὰ νέα πνεύματα. [...] καὶ καταπέμψετε σεῖς, ὦ ὡραῖοι θεοὶ ἑλληνικοί [...] τὴν πανεύμορφον θείαν χάριν σας.» [3]

Φτάνει ὅτι τά ᾿δε [ὁ Γιαννόπουλος], ὅτι τὰ ἀντίκρισε ἀπ᾿ αὐτό. «Ἕνα τιποτένιο παιδί». Ἦταν πανέμορφος δέ, δὲν ὑπῆρχε ἄλλος. Καὶ ἐκεῖνο τὸ ποίημα τοῦ Σικελιανοῦ, τοῦ ὁποίου δὲν εἶχα τὴν ἔκδοση ἐδῶ, ἀκριβῶς μιλάει γι᾿ αὐτό. [4]

Κάποτε ζήτησα νὰ μιλήσω καὶ μουγκάθηκα, δὲν μποροῦσα νὰ ἀναχθῶ. Ὁ Σικελιανὸς τὰ λέει αὐτά, ὅτι κανεὶς δὲν ἦταν τόσο αὐτό, κανεὶς δὲν ἦταν νὰ κρατήσει ἕνα κλωνάρι ἐλιᾶς ἢ ἕνα στάχυ σὰν κι αὐτόν. «Ἕνα τιποτένιο παιδί» (τοῦ ὀφείλουμε νὰ τοῦ ἀναγνωρίσουν τὴ μία μορφὴ ἐδῶ: ) «τρέχον στῶν γλαυκῶν βουνῶν τῆς Ἀττικῆς τὰ Ἀδώνια φῶτα, εἶδε, στῶν κατάλαμπρων μεσημεριῶν τὰ καταγάλανα οὐράνια, νὰ περνᾶ τὸ ὁλόλευκον ἄτι τῆς ἀναγεννήσεως μὲ τὰ τρισμέγιστα κάτασπρα πτερά». [5]

Φτάνει· εἶναι ὀπτασίες αὐτές.

«Ἀπώτατα εἰς τοὺς κυανοροδίνους ἀέρας ἀσημένια καμπάνα σημαίνει τὸν ὄρθρον τῆς ἀναγεννήσεως.» [6]

«Μητέρα, μητέρα, θεία γῆ ἑλληνική, καὶ σεῖς, γηγενεῖς, θεοὶ ἑλληνικοί, μή, μὴν ἀφίσετε, τὴν καταποντισμένη στὶς ἀτιμίες φυλή σας, νὰ χαθῆ. Ἀνάστησε, ὦ θεία μητέρα, τὰ νέα σώματα καὶ τὰ νέα πνεύματα, διὰ τοὺς κυκλώπειους πολέμους καὶ καταπέμψετε σεῖς, ὦ ὡραῖοι θεοὶ ἑλληνικοί [...] τὴν πανεύμορφον θείαν χάριν σας, εἰς τὸ πνεῦμα τὸ ἑλληνικόν.» [3]

Γιὰ τὸν ἑαυτόν του πάλι:

«Ἕνα τιποτένιο παιδί, τρέχον στῶν γλαυκῶν βουνῶν τῆς Ἀττικῆς τὰ Ἀδώνια φῶτα, εἶδε, στῶν κατάλαμπρων μεσημεριῶν τὰ καταγάλανα οὐράνια νὰ περνᾶ τὸ ὁλόλευκον ἄτι τῆς ἀναγεννήσεως.» [6]

Φτάνει αὐτὴ ἡ ἑνότης.

[...]»

Σημειώσεις:
[1] Ὁ τίτλος εἶναι ἴδιος μὲ αὐτὸν προηγούμενου ἄρθρου τοῦ Πικιώνη στὸ περιοδικὸ «Τὸ 3ο μάτι» (2-3/1935).
[2] Γιάννης Ἀποστολάκης (1886-1947), φιλόλογος καὶ κριτικός.
[3] Περικλῆς, Γιαννόπουλος, «Ἔκκλησις πρὸς τὸ Πανελλήνιον Κοινόν», 1907 (δεύτερη προμετωπίδα)
[4] Βλ. Ἄγγελος Σικελιανός, «Περικλῆς Γιαννόπουλος», Λυρικός Βίος, τόμ. Β', 63-67.
[5] Περικλῆς, Γιαννόπουλος, «Ἔκκλησις πρὸς τὸ Πανελλήνιον Κοινόν», 1907 (πρώτη προμετωπίδα)
[6] Περικλῆς, Γιαννόπουλος, «Νέον Πνεῦμα», 1906 (πρώτη προμετωπίδα).

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2010

Ἡ ποικίλη δράσις τῶν στοχαστικῶν προσαρμογῶν

Ὁ ἀγαπητὸς LoMak (ὁ ὁποῖος σύν τοῖς ἄλλοις ἀνεβάζει τὶς ἐκπομπὲς τοῦ Νεοκλῆ Σαρρῆ στὸ youtube), μᾶς προσέφερε τὴν περασμένη Τρίτη μιὰ ἐνδιαφέρουσα ὀμιλία τοῦ Σαράντου Καργάκου:


Ὁ συγγραφέας, ἱστορικὸς καὶ φιλόλογος, κ. Σαράντος Καργάκος, παρουσίασε στὶς 2-11-2009, στὸ βιβλιοπωλεῖο «Αἰγηίς», τὰ βιβλία του «Λιβύη: Ἀναζητώντας τὸ χαμένο «σίλφιο» στὴν ἑλληνικὴ Κυρήνη» καὶ «Κ.Π. Καβάφης: Ἡ νεώτερη αιγυπτιακή σφίγγα».

Συναρπαστικός, ὅπως πάντοτε. Γιὰ τὴν «Λιβύη» δὲν θὰ πῶ πολλά, παρὰ μόνον ὅτι ἀποδεικνύεται ὁ Σαράντος Καργάκος καὶ σπουδαῖος ταξιδιωτικὸς συγγραφεύς. Εἶχα ἀναφερθεῖ πρὸ καιροῦ στὸ βιβλίο του «Οἱ Πέρσες κι ἐμεῖς».

Ἀκούγοντας ὅμως τὴν παρουσίασι τοῦ βιβλίου γιὰ τὸν Καβάφη, καὶ διαβάζοντας στὸ Δίκτυο τὸ κείμενο τοῦ ὀπισθοφύλλου, ἐξεπλάγην.
(Σαράντος Ι. Καργάκος, «Κ.Π. Καβάφης: Ἡ νεώτερη αἰγυπτιακὴ σφίγγα», Ἀρμός, 2009, ISBN 978-960-527-538-9.
«Δὲν μένω στὸ ὅτι ὁ Καβάφης ἦταν ἕνα ἄτομο προβληματικό. Ὑποστηρίζω ὅτι ὁ ἴδιος ἦταν -καὶ εἶναι- ἕνα ἀπέραντο πρόβλημα, ἕνα τεράστιο σὰν τὴ Σφίγγα ἐρωτηματικό, ποὺ κι ἂν νομίσεις πὼς ἔχεις ἀπαντήσει, ἤδη σοῦ ἔχει δημιουργήσει ἄπειρα ἄλλα ἐρωτηματικά. Ἕνα παράδειγμα: στὴν ἰδιορρυθμία τῆς προσωπικῆς του συμπεριφορᾶς καὶ στὴν ἰδιόρρυθμη ἐρωτογραφία του, τί νόημα μπορεῖ νὰ εἶχε ἡ πολιτική ἐρωτοτροπία του -στὸ μέτρο ποὺ εἶναι ἀληθινὴ- μὲ τὸν φασισμό: Ἦταν πίστη ὴ «βίτσιο» παροδικό;»)

Ἀγόρασα σήμερα (ἐχθές) τὸ βιβλίο καί, κατ᾿ ἀρχήν, ἐθαύμασα γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ τὸ εὔρος καὶ τὸ βάθος τῆς μορφώσεως τοῦ ἀξίου αὐτοῦ δασκάλου, τοῦ Σαράντου Καργάκου. Ὁ Καβάφης εἶναι ἕνα μόνον ἀπὸ τὰ τόσα θέματα ποὺ ἔχει μελετήσει ὁ συγγραφεύς, καὶ ἡ μελέτη του, ὅμως, πολύχρονη καὶ ἐπίμονη, εἶναι ἐξαντλητική.

Τὸ βιβλίο ἐξετάζει τὴν προσωπικότητα τοῦ Καβάφη ὅσον ἀφορᾷ στὴν πολιτικὴ (πολιτικὸς ἢ ἀπολιτικός; ), στὴν θρησκεία (ἀρχαιολάτρης ἢ χριστιανός; πιστὸς ἢ ἄθεος; μεταφυσικός, μυστικιστὴς ἢ ὀρθολογιστής; ), τὴν ἑλληνικότητα (ἑλληνοκεντρικὸς ἢ κοσμοπολίτης; καὶ πῶς ἀκριβῶς; -«ἑλληνικός», λέγει ὁ ἴδιος, καὶ ἀναλύεται αὐτὸ ἀπὸ τὸν συγγραφέα), τὸν ἐρωτισμό καὶ τὴν πρακτικὴ ἢ νοητὴ ὁμοφυλοφιλία, τὰ πάθη καὶ τὴν φιλοδοξία τοῦ ποιητοῦ· ἐξετάζεται δὲ ἡ ἀντιμετώπισίς του ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ καὶ ξένη κριτικὴ στὸ πέρασμα τοῦ χρόνου, ἐπισημαίνονται δὲ οἱ παραναγνώσεις του καὶ ἡ γιὰ ἰδεολογικοὺς λόγους πολεμικὴ ἐναντίον του ἢ ἡ διαστρέβλωσις καὶ χρησιμοποίησίς του ἀπὸ πολλοὺς (δημοτικιστές, ἀριστερά) [1]

Τὸ περὶ φασισμοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον κάνει νύξιν καὶ στὴν ὀμιλία του ὁ συγγραφεύς, εἶναι ἕνα μόνον καὶ ὄχι τὸ σημαντικότερον ἀπὸ τὰ πολλὰ θέματα τοῦ «αἰνίγματος Καβάφη» ποὺ θίγονται στὸ βιβλίο. Ἀλλά, ἐπειδὴ ἐμεῖς εἴμεθα σκανδαλοθηρικὸν ἱστολόγιον καὶ πρέπει νὰ κεντρίσωμεν τὸν ἀναγνώστην, παρουσιάζωμεν τὸ ἐπίμαχον δημοσίευμα τῆς ἐφημερίδος «Σκρίπ», 26-4-1928, σελ. 2, κάτω ἀριστερά

[Σημ. 22-2-2010: Φάρσα τῆς ἐποχῆς, ὅπως φαίνεται, καὶ ὅπως μοῦ ἐπισημάνθηκε, πιθανὸς τινὸς ἐκ τοῦ κύκλου τῶν λογίων τῆς Ἀλεξάνδρειας -βλ. διάψευσι στὴν ἐφημερίδα «Ταχυδρόμος» τῆς Ἀλεξάνδρειας, 1-5-1928]:
«Ἐκδηλώσεις ὑπὲρ τοῦ φασισμοῦ
Τηλεγραφήματα καὶ ἐπιστολαὶ πρὸς τὸν κ. Ὑψηλάντη
Ἐξ Ἀλεξανδρείας
Πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἑνώσεως τῶν Ἑλλήνων Φασιστῶν ἀπεστάλη ἐξ Ἀλεξανδρείας ἡ κατωτέρω ἐπιστολή:
Ἔντιμε καὶ ἔνδοξε Ἀρχηγέ,
Πλήρεις εὐφροσύνης καὶ ἀγαλλιάσεως διὰ τὴν ὑφ᾿ ἡμῶν ἀνάληψιν τῆς ἀρχηγίας τοῦ Φασιστικοῦ ἀγῶνος διαδηλοῦμεν τὴν ἀπεριόριστον ἀφοσίωσίν μας εἰς τὰ Ἰδεώδη τοῦ Φασισμοῦ καὶ ἀπεκδεχόμεθα παρ᾿ ὑμῶν τὴν πραγμάτωσιν ἱερῶν σκοπῶν, ἀναστήλωσιν γοήτρου Ἑλληνικοῦ ὀνόματος, ἀποκατάστασιν ἱερῶν καὶ αἰωνίων θεσμῶν, ἐκρίζωσιν ψυχοφθόρων καὶ ἐθνοφθόρων τάσεων μαλλιαρισμοῦ, κομμουνισμοῦ, δημοκρατισμοῦ.
Παρακαλοῦμεν ὅπως μᾶς δεχθῆτε ὑπὸ τὴν ἀμίαντον σημαίαν σας.
Ἡ φασιστικὴ ὁμάς
Σωκ. Λαγουδάκης, Βασ. Ἀθανασόπουλος, Κ. Καβάφης, Γ. Πετρίδης, Σ. Γιαννακάκης, Ν. Καρδάρης, Μ. Ἀνταῖος, Γιάγκος Περίδης.
(Ἕπονται καὶ ἄλλαι ὑπογραφαί)»

Ὁ Καργάκος -δὲν ἔχει υπ᾿ ὅψιν τὴν διάψευσι- συνιστᾷ, ὀρθῶς, νὰ μὴν σταθοῦν σὲ αὐτὸ οἱ ἀναγνῶστες, διότι θὰ παρανοήσουν τὸν ποιητή. Ἡ ἐρωτοτροπία του μὲ τὸν φασισμὸ ἦταν κάτι παροδικό, σημειώνει, καὶ γιὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ μεσοπολέμου ὄχι περίεργο. Πολλοὶ πνευματικοὶ ἄνθρωποι συνεκινήθησαν εἴτε ἀπὸ τὸν φασισμό εἴτε ἀπὸ τὸν κομμουνισμό. [2] Ἐπιπλέον, ὁ Καβάφης οὐδέποτε ἔβαλε ὁποιαδήποτε ἰδεολογία (ἀντιθέτως ἀπὸ ὅ,τι ὁ Ρίτσος π.χ.) ἢ ὁποιαδήποτε ἐξουσία ἐπάνω ἀπὸ τὴν ποίησι.

Ὅπως σημειώνει ὁ Καργάκος, ὁ Καβάφης «πρέπει νὰ εἶχε μελετήσει τὶς θεωρίες τοῦ Νίτσε, ἔστω καὶ ἐγκυκλοπαιδικῶς, πρέπει νὰ εἶχε ὑπόψη του τὶς ἀπόψεις ποὺ διατύπωνε στὰ Ἀλεξανδρινὰ περιοδικὰ «Νέα Ζωὴ» καὶ «Γράμματα» ὁ Γεώργιος Σκληρός», ὅμως εἶναι καταδικαστικὸς γιὰ τὸν νιτσεϊσμό, ἀπαξιεῖ δὲ νὰ ἀσχοληθῇ κἂν μὲ τὸν κομμουνισμό. Σὲ ἕνα δὲ σημείωμά του ἀποδοκιμάζει τὶς «νέες φιλοσοφικὲς ἰδέες τοῦ σωστοῦ τῆς ὑπερισχύσεως τοῦ δυνατοῦ». (Ἀντιθέτως ἀπὸ τὸν ἐνθέρμως νιτσεϊκό, τὴν ἴδια ἐποχή, Νίκο Καζαντζάκη. Σημειώνω δὲ τὴν στέρεη, μαθηματικὴ θὰ ἔλεγα, λογικὴ καὶ ὄχι ψευτοσυναισθηματική, ἐπιχειρηματολογία τοῦ Καβάφη στὸ ἐν λόγῳ σημείωμα.) Σημειώνει ὁ Καργάκος (σελ. 37): «Εἶναι σαφὴς ὁ ὑπαινιγμὸς γιὰ τον νιτσεϊκὸ ὑπερανθρωπισμό. Αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει ἀπόρριψη καὶ τῶν φασιστικῶν ἰδεῶν, ὅπως τουλάχιστον ἐκφράζονταν διὰ τοῦ Μαρινέττι.»

«Μεταξὺ τῶν πολλῶν συναντήσεων ποὺ εἶχε στὴ ζωή του ὁ Καβάφης πρέπει νὰ συγκαταλεχθεῖ καὶ ὁ Μαρινέττι. «Ὅταν ὁ τελευταῖος ἀποκάλεσε τὸν Καβάφη φουτουριστή, ἐκεῖνος διαφώνησε, ἀλλὰ ὁ Μαρινέττι ἐπέμεινε: «Ὅποιος προηγεῖται τῆς ἐποχῆς του στὴν τέχνη ἢ τὴ ζωὴ εἶναι φουτουριστής»» (Στὸ «...What these Ithaces mean. - ἢ ...ἡ Ἰθάκες τὶ σημαίνουν. - Ἀναγνώσεις στὸν Καβάφη», Ε.Λ.Ι.Α., Ἀθήνα 2002, σελ. 41)» (Καργάκος, σελ. 48) (Σημ. δική μου: Ἄλλωστε, «Ὁ Καβάφης εἶναι ποιητὴς ὑπερμοντέρνος, ποιητὴς τῶν μελλουσῶν γενναιῶν», ὑπαγόρευσε ὁ ἴδιος ὁ ποιητὴς γιὰ τὸν ἑαυτὸ του τὸ 1930, κριτικὴ ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη σὲ γαλλικὸ περιοδικό.)

Κλείνουμε τὸ θέμα αὐτό. Πολλὰ καὶ πολὺ ἐνδιαφέροντα γιὰ τὸν μεγάλο ποιητὴ μπορεῖ νὰ διαβάσῃ κανεὶς στὸ βιβλίο. Δράττομαι ὅμως τῆς εὐκαιρίας νὰ σημειώσω τὸ ἐξῆς. Στὸ παρὸν ἱστολόγιο, καὶ ἀλλοῦ, ἀρκετὰ χρόνια τώρα, συνοδεύω τὸ προφίλ μου μὲ τὸν περίφημον στίχον:

«Ὑπῆρξεν ἔτι τὸ ἄριστον ἐκεῖνο, Ἑλληνικὸς - ἰδιότητα δὲν ἔχ᾿ ἡ ἀνθρωπότης τιμιοτέραν· εἰς τοὺς θεοὺς εὐρίσκονται τὰ πέραν.»
(Κ.Π. Καβάφης, «Ἐπιτύμβιον Ἀντιόχου, βασιλέως Κομμαγηνῆς»)

Προσφάτως, στὶς στῆλες τῆς «Καθημερινῆς» γίναμε μάρτυρες ἑνὸς θλιβεροῦ φαινομένου. Νὰ βλέπουμε τὸν Παντελῆ Μπουκάλα («Οι ποιητικοί αφορισμοί σαν Νόμοι της Ιστορίας», 14-2-2010) νὰ πασχίζῃ νὰ ἀποδυναμώσῃ τὸν στίχο αὐτόν, ὁ ὁποῖος, ὅπως λέγει ὁ ἴδιος ὁ Π.Μ., «ἀπὸ παλιὰ» τοῦ προκαλοῦσε «ἀμηχανία»! Διότι εἶναι ὁ στίχος πολὺ «ἀπόλυτος», πολὺ ἐθνικιστικὸς βρὲ ἀδερφέ!

Τὸ φαινόμενο εἶναι τραγελαφικόν -καὶ νοσηρόν. Θυμᾶστε ὅλοι τὴν ψυχοπαθολογικὴ περίπτωσι τοῦ Ἄκη Γαβριηλίδη μὲ τὸ «Ἡ ἀθεράπευτη νεκροφιλία τοῦ ριζοσπαστικοῦ πατριωτισμοῦ: Ρίτσος - Ἐλύτης - Θεοδωράκης - Σβορῶνος». Ἢ παλαιότερα τὸν Τάκη Καγιαλῆ μὲ τὸν «ἀντιδραστικὸ μοντερνισμὸ» τοῦ Νίκου Ἐγγονόπουλου. Ὁ Παντελῆς Μπουκάλας διεκδικεῖ πλέον ἐπαξίως θέσιν στὴν χορεία τῶν συμπλεγματικῶν ἑλληνόφοβων...

Τὶ βρῆκε νὰ πῇ ὁ ἄνθρωπος... Εἶναι, λέει, ταφικὸ ἐπίγραμμα ὁ στίχος, ἄρα ὑπερβολικός, εἶναι, λέει, φανταστικὸ πρόσωπο ὁ συγκεκριμένος Ἀντίοχος, καὶ μᾶλλον βάρβαρος... Μά, ἄνθρωπε μου, ὑπερβολὴ εἶναι τὸ ὅτι ὁ ὁποιοσδήποτε βάρβαρος ἢ ἄλλος κενόδοξος μπορεῖ νὰ εἶναι «ἑλληνικός», ὄχι τὸ ὅτι τὸ ἑλληνικόν, αὐτὸν τοῦτον, εἶναι τὸ ὕψιστον παρ᾿ ἀνθρώποις, ὥστε ὅλοι, Ἕλληνες καὶ βάρβαροι, ἄξιοι καὶ ἀνάξιοι νὰ τὸ ἐπικαλοῦνται! Λὲς καὶ ὅταν ὁ «ἡγεμὼν ἐκ δυτικῆς Λιβύης», βάρβαρος καὶ κούφιος ὥν, παριστάνει ἀναξίως τὸν Ἕλληνα, αὐτὸ μειώνει τὸν ἑλληνισμό, καὶ ὄχι τὸν κούφιο ἑλληνίζοντα!

Λοιπόν, δὲν ξέρω ἀπὸ τὶ σύμπλεγμα μειονεξίας κατατρύχεται ὁ Παντελῆς Μπουκάλας ὥστε νὰ τοῦ φέρνει «ἀμηχανία» ὁ στίχος τοῦ Καβάφη, ὁ ἴδιος ὁ Καβάφης, πάντως, ὄχι μόνον ἀμηχανία δὲν αἰσθανόταν, ἀλλὰ τὸ 1930 ἐδήλωσε σὲ ἕναν Ἀθηναῖο δημοσιογράφο: «Ἐὰν τοῦ λόγου σας μὲ πάρετε καὶ διὰ σοβινιστήν, τόσο τὸ καλύτερον. Καὶ ἂν μὲ γράψετε ὡς τοιοῦτον (δηλ. σοβινιστή), δὲν θὰ μὲ κακοφανεῖ.» [3] Τὸ ἴδιο θὰ ἐδήλωνε, ὑποθέτω, καὶ στὸν κ. Μπουκάλα. Τὸ μόνον ποὺ θὰ ἀπεχθανόταν θὰ ἦταν νὰ πασχίζῃ ὁ τελευταῖος νὰ τὸν παρουσιάσῃ ὡς «προοδευτικό» «ἀντιρατσιστή».

Σημειώσεις:

[1] Καργάκος, σελ. 256:
«Τὸ 2002 ὁ Ῥένος Ἀποστολίδης καὶ οἱ γιοί του Ἥρκος καὶ Στάντης ἔθεσαν σὲ κυκλοφορία μιὰ νέα ἔκδοση τῶν δημοσιευμένων ποιημάτων τοῦ Καβάφη, μὲ ἄφθονη καὶ ἀξιολογημένη βιβλιογραφία, μὲ ἄφθονα σχόλια, [...] καὶ μιὰ εἰσαγωγή, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀποσπῶ τὴν ἀκόλουθη περικοπή, διότι συμφωνεῖ μὲ τὸ βαθύτερο credo, ποὺ εἶχα ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ὅπου ἐδέσποζε ὁ λόγος τοῦ Τσίρκα στὴν ἀριστερὴ διανόηση:
«Γιὰ πολλὰ χρόνια ἡ καβαφικὴ Ἔρευνα στοίχειωσε ἀπὸ τὴ λυσσαλέα (στὰ ὅρια τῆς γραφικότητας!) διένεξη δύο Αἰγυπτιωτῶν [Σημ. Σ.Ι.Κ.: Τίμου Μαλάνου - Στρατῆ Τσίρκα], ποὺ νεαροὶ γνωρίσαν μεγάλον ἤδη τὸν Καβάφη, μαγνητισμένοι ὅπως τὰ ἐφήμερα φτερωτὰ μυρμήγκια γύρω ἀπὸ τὴ λάμπα τοῦ γραφείου κάθε «ἀναγνωρισμένου», κ᾿ ὕστερα μιὰ ζωὴ ἀξίωναν πὼς κατεῖχαν ἀπὸ πρῶτο χέρι, αὐτοὶ μόνον, τὰ μυστικὰ τοῦ γέρου τῆς Ἀλεξάνδρειας. Ὁ ἕνας, ὕπουλος ἐπικριτής του ἐν ζωῇ, κ᾿ ὑστερόβουλος «ἀπολογητής» του μετὰ θάνατον, ἑστίασε τὸ φακὸ στὸν ἰδιότυπο ἐρωτισμό του, καὶ σὰν νέος Φρόυντ ἑρμήνευσε σύμπασα τὴν καβαφικὴ δημιουργία ὡς συγκεκαλυμμένη ἔκφραση μιᾶς καταπιεσμένης libido. Ὁ ἄλλος, συνοδοιπόρος τῆς Ἀριστερᾶς, ἐπινόησε μιὰ ἀνύπαρκτη πολιτικὴ ἰδεολογία τοῦ Καβάφη κι ἀνέλυσε τὸ ἔργο του ὡς δῆθεν συμβολικὸ ἀνένδοτων κοινωνικῶν ἀγώνων, ἀποπειρώμενος νὰ παράσχῃ ὀψίμως ὑπηρεσίες καὶ πρὸς τὴν παράταξή του, ποὺ ἀδυνατοῦσε ὡς τότε νὰ ἐναγκαλισθῆ τὸν μονήρη ἐστὲτ καὶ δοσμένον ἀποκλειστικὰ στὰ προσωπικά του πάθη ποιητῆ.»
(«Κ.Π. Καβάφης, Ἄπαντα τὰ δημοσιευμένα ποιήματα», σχόλια Ῥένου, Ἥρκου καὶ Στὰντη Ἀποστολίδη, ἐκδ. «Τὰ Νέα Ἑλληνικά», Ἀθήνα 2002, σελ. XIX.)»

[2] Δικαίως, σημειώνω ἐγώ. Καὶ δὲν πρέπει νὰ κάνουμε ἐτεροχρονισμούς. Ἀλίμονο ἐὰν ἀνθρωποι πνευματικοί, εὐφυεῖς, εὐαίσθητοι καὶ ὑψηλόφρονες, δὲν συγκινοῦνται ἀπὸ τὴν ὁποιαδήποτε νέα ἐπαναστατικὴ ἰδέα ποὺ ἀντιτίθεται στὸν σάπιο ἀστικὸ ὑλισμό. Κάθε πνευματικὸς ἄνθρωπος εἶναι ἐπαναστάτης. Δέχομαι ὅμως καὶ αὐτὸν ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἀπορρίπτει τὴν ἐπιφανειακότητα καὶ τὸ ψεῦδος τῆς συμβατικῆς ζωῆς, ἀπορρίπτει ὅμως καὶ τὴν ἐπιφανειακότητα καὶ τὸ ψεῦδος τῶν ὑποτιθεμένων ἐπαναστάσεων καὶ γίνεται τελικῶς ἀντεπαναστάτης ἀπὸ ἐπαναστατικότητα· ἡ ἐπαναστατικότης τοῦ συντηρητισμοῦ. Ἔτσι, καὶ ἕνας ἀστὸς ὑπερασπιστὴς τοῦ κατεστημένου, μπορεῖ νὰ διακρίνεται ἀπὸ πνευματικὴ τόλμη. «Ἀξία ἔχει ὄχι τὸ τί πιστεύεις, ἀλλὰ τὸ πῶς πιστεύεις ὁτιδήποτε πιστεύεις», συμβούλευσε κάποτε τοὺς νέους ὁ Ἰωάννης Συκουτρῆς.

[3] Καργάκος, σελ. 209:
«Ὁ Καβάφης [...] δὲν εἶχε μέσα του τίποτα τὸ ἡρωικὸ, ἐνῶ ποθοῦσε τὸν ἡρωισμό. (Ὁ Καβάφης -κι αὐτὸ εἶναι ἔντονα φανερὸ στὴ μὴ ἡδονιστικὴ ποίησή του- τρέφει βαθύτατο θαυμασμὸ πρὸς τοὺς «ἥρωες τῆς αὐταπάρνησης», ὅπως τοὺς λέει ὁ Νίτσε. Ὄχι ὅμως πρὸς τὴ σκληρότητα.) Ἦταν ἕνας Σιδώνιος νέος, γενναῖος μόνο γιὰ γράμματα καὶ ἡδονή. [...] Ὡστόσο, ἡ ψυχή του εἶναι ὄχι μὲ τὸν Σιδώνιο νέο, ἀλλὰ μὲ τὸν Αἰσχύλο. Τὸ 1930 αὐτὸς ὁ δῆθεν κοσμοπολίτης ἔκανε μιὰ δήλωση σ᾿ ἕναν Ἀθηναῖο δημοσιογράφο, ἡ ὁποία πρέπει κάποτε νὰ μᾶς ἀπασχολήσει: «Ἐὰν τοῦ λόγου σας μὲ πάρετε καὶ διὰ σοβινιστήν, τόσο τὸ καλύτερον. Καὶ ἂν μὲ γράψετε ὡς τοιοῦτον (δηλ. σοβινιστή), δὲν θὰ μὲ κακοφανεῖ.» (Μαν. Γιαλουράκης, «Καβάφης, Ἀπὸ τὸν Πρίαπο στὸν Μάρξ», ἐκδ. Ὀλκός, σελ. 191).

Καργάκος σελ. 38:
«Δὲν θεωρῶ σωστὸ νὰ ὀνομάζουμε τὸν Καβάφη κοσμοπολίτη. Ὁ Καβάφης δὲν ἦταν πολίτης τοῦ κόσμου, ἦταν ἕνας Ἕλλην τοῦ κόσμου.»

Καργάκος, σελ. 140:
«Γράφει γιὰ τὴν ἑλληνικότητα τοῦ ποιητῆ ὁ Κωστῆς Δημαρᾶς:
«ὁ Καβάφης εἶναι φανατικὸς ἐθνικόφρων [ἡ ὑπογράμμισις τοῦ Δημαρᾶ], ὅπως μαρτυροῦν ὅσοι τὸν ἐγνώρισαν, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴ δράση του στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ ὅπως φανερώνεται στὰ ποιήματά του.» (Κ.Θ. Δημαρᾶς, «Ἱστορία τῆς Νεοελληνικῆς λογοτεχνίας», Δ' ἔκδοση, ἔκδ. Ἴκαρος, 1968, σελ. 457)»

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2010

Ὑπάρχει ἀνδριάντας τοῦ Θησέως στὴν Ἀθήνα;

   Κατ᾿ ἀρχήν, θὰ μοῦ πεῖτε, γιατὶ νὰ ὑπάρχῃ; Ἀφοῦ ὁ τόπος δὲν ἔχει ἱστορία, δὲν ἔχει ρίζες. Ὁ τόπος εἶναι ἁπλῶς «χῶρος» ποὺ ἀνήκει σὲ ὅποιον βάρβαρο νομάδα προλάβει νὰ κάτσῃ. Εἴπαμε, πρέπει νὰ εἴμεθα ἀντιρατσιστές, προοδευτικοί.
   Γιὰ ὅσους, ὅμως, εἴμεθα ἀκόμη ὀπισθοδρομικοὶ ρατσιστές, ὁ Θησεὺς εἶναι ὁ ἥρως ἱδρυτὴς τῆς πόλεώς μας, τοῦ κλεινοῦ ἄστεως.
   Λοιπόν; Στὰ πέρατα τοῦ κόσμου τιμῶνται οἱ Ἕλληνες δημιουργοὶ τοῦ οἰκουμενικοῦ πολιτισμοῦ, καὶ ὁ ἱδρυτὴς τῆς ἐνδοξοτέρας πόλεως τοῦ κόσμου, τῆς πόλεως-συμβόλου τοῦ πολιτισμοῦ, τῆς Ἑλλάδος καὶ οἰκουμένης παιδεύσεως εἶναι ἄγνωστος στὴν ἴδια του τὴν πόλι;

   Ἐμβληματικὸ σύγχρονο μνημεῖο τοῦ Θησέως, τέτοιο ποὺ ἀξίζει στὸν ἱδρυτὴ τῆς πόλεως, δὲν ὑπάρχει. Ἀνδριάντες, ὅμως, ὑπάρχουν, τρεῖς. Οἱ δύο τουλάχιστον ἀξιόλογοι.

Θησεύς
Ἔργον τοῦ Γεωργίου Βιτάλη (1838-1901).

   Αὐτὸ τὸ θαυμάσιο έργο, ὁ γλύπτης τὸ φιλοτέχνησε σὲ πρόπλασμα γύψου τὸ 1868. Κατόπιν τὸ παρουσίασε στὰ Ὀλύμπια τοῦ 1870. Πρόκειται γιὰ ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον ἀντιπροσωπευτικὰ ἔργα τοῦ νεοελληνικοῦ κλασικισμοῦ τοῦ 19ου αἰῶνος. Σήμερα μποροῦμε νὰ θαυμάζουμε αὐτὸν τὸν ὄμορφο Θησέα, στημένον ἔξω ἀπὸ τὸν σταθμὸ τοῦ ἠλεκτρικοῦ στὸ Θησεῖο. (Τοποθετήθηκε ἐκεῖ τὸ 2002 ἐπὶ δημαρχίας Δημητρίου Ἀβραμοπούλου - ναί, θὰ τὸ γράψω· ἂς τοποθετοῦσε ἄλλος ἀνδριάντα τοῦ Θησέως.) Τὸ γύψινο πρόπλασμα ἐκτίθεται στὸ Μουσεῖο Τηνίων καλλιτεχνῶν. (Πληροφορίαι: Γλυπτοθήκη· φωτογραφία: ἡμετέρα, 2009-11-18)

Θησεὺς σώζων τὴν Ἱπποδάμεια
Ἔργον τοῦ Johannes Pfuhl (1846-1914).

   Φιλοτεχνηθὲν τὸ 1906, στὴν πλατεία Συντάγματος μέχρι τὸ 1938, ὁπότε καὶ μετεφέρθη στὴν πλατεία Βικτωρίας. (Πληροφορίαι: Γλυπτοθήκη· φωτογραφία: ἡμετέρα, 2010-01-17)

Θησέας
Ἔργον τῆς Σόφης Βάρη (1940-).

   Δωρεὰ τῆς γλύπτριας στὸν Δῆμο Ἀθηναίων. Πλατεία Κοτζιᾶ. (Πληροφορίαι καὶ φωτογραφία: Γλυπτοθήκη) Ἀμφιλεγομένης αἰσθητικῆς ἔργον, τὸ ὁποῖον θὰ μεταφερθῇ στὴν Κορεάτικη Ἀγορά. Στὴν θέσι του, θὰ τοποθετηθῇ, ἐπὶ τέλους, μετὰ ἀπὸ ταλαιπωρία δεκαετιῶν, ὁ φιλοτεχνηθεὶς ἀπὸ τὸν Γιάννη Παππᾶ ἀνδριάντας τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου. [Σημ. 29-3-2013: Ὑποτίθεται ὅτι θὰ γινόταν ἔτσι, πρὸ τριῶν ἐτῶν ποὺ ἔγραψα τὸ ἄρθρον.]

* * *

Τοῖς Ἀθηναίοις περὶ τοῦ δήμου αὐτῶν λεγόμενος.

Εὔδαιμον πτολίεθρον Ἀθηναίης ἀγελείης,
πολλὰ ἰδὸν καὶ πολλὰ παθὸν καὶ πολλὰ μογῆσαν,
αἰετὸς ἐν νεφέλῃσι γενήσεαι ἤματα πάντα.

(Μαντεῖον Δελφῶν,
Anthologiae Graecae Appendix: Oracula, ἐπίγραμμα 246)

(Εὐδαίμων πόλις τῆς κουρσεύτρας Ἀθηνᾶς,
πολλὰ εἶδες καὶ πολλὰ ἔπαθες καὶ πολλὰ ἐμόχθησες,
μὰ ἀητὸς στὶς νεφέλες θὰ γενῇς γιὰ ὅσο κρατοῦν οἱ ἡμέρες.)

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2010

Ὁ ἀνορθολογισμὸς τῶν ἐθνομηδενιστῶν καὶ ὁ μεταναστευτικὸς ἐποικισμός

Οἱ ἐθνομηδενιστὲς (οἱ «προδευτικοὶ» ἀριστεριστὲς καὶ οἱ «φιλελεύθεροι» καπιταλιστὲς, ἡ πλήρης σχεδὸν ταύτισις τῶν ὁποίων εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικότερα συμπτώματα τῆς συγχύσεως τῶν ἐννοιῶν καὶ τοῦ ἐπικρατοῦντος ἀνορθολογισμοῦ στὰ ἑλλαδικὰ πολιτικὰ πράγματα [1]) ὁμιλοῦν συχνὰ περὶ ὀρθολογισμοῦ, καὶ ἀποδίδουν μάλιστα τὴν ἔλλειψί του στοὺς ἀντιπάλους τους. Δὲν ἔχει ἐπισημανθεῖ πόσο καπηλικὴ καὶ ὑποκριτικὴ εἶναι ἡ χρήσις καὶ αὐτῆς τῆς λέξεως (ὅπως παλαιότερα ἡ χρήσις τῶν λέξεων δημοκρατία, πρόοδος, ἐκσυγχρονισμός), ἀπὸ τοὺς βασικοὺς πολέμιούς της, τοὺς ἀριστεριστές καὶ ἐλευθεριακούς, δηλαδή, ἐθνομηδενιστές.

Ὁ ἀνορθολογισμὸς τῶν ἀριστεριστῶν καὶ ἐλευθεριακῶν (ψευδο-«φιλελευθέρων») ἐθνομηδενιστῶν εἶναι, ὅμως, βαθύτατος, ἐγγενής, καὶ ὄχι ἁπλῶς προϊόν τῆς ἑλλαδικῆς πολιτικῆς τραγελαφικότητος καὶ τῆς ἐδῶ κυριαρχίας τοῦ διαπλεκομένου κατεστημένου τῆς ἀριστερῆς προπαγάνδας. Καὶ ὁ λόγος εἶναι ἡ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς σύγκρουσίς του μὲ τὸν φυσικό, ἐγγενῆ ὀρθολογισμό τοῦ ἐθνικισμοῦ.

Ποῦ στηρίζεται ὁ ἐθνικισμός; Μά, στὴν φύσι τῶν πραγμάτων. Στὰ χειροπιαστά, φυσικά πράγματα. Ἂς τὰ δοῦμε, τὰ ἔθεσαν οἱ πρόγονοί μας, γιὰ ὅλους τοὺς αἰῶνες:

Ὦ παῖδες Ἑλλήνων, ἴτε, ἐλευθεροῦτε πατρίδ᾿, ἐλευθεροῦτε δὲ παῖδας, γυναῖκας, θεῶν τέ πατρῴων ἕδη, θήκας τε προγόνων· νῦν ὑπὲρ πάντων ἀγών.
(Ὁ πολεμικὸς παιὰν τῶν Σαλαμινομάχων, 480 π.Χ. (Αἰσχύλος, «Πέρσαι», 402-405))

αὗτις δὲ τὸ Ἑλληνικόν, ἐὸν ὅμαιμόν τε καὶ ὁμόγλωσσον, καὶ θεῶν ἱδρύματά τε κοινὰ καὶ θυσίαι ἤθεά τε ὁμότροπα, τῶν προδότας γενέσθαι Ἀθηναίους οὐκ ἂν εὗ ἔχοι.
(Οἱ Ἀθηναῖοι πρὸς τοὺς Λακεδαιμονίους, 480 π.Χ. (Ἡρόδοτος Ἱστορίαι, βιβλ. 8, 144, 14-17))

Μητέρα γῆ, οἰκογένεια (χῶμα καὶ αἷμα), ὁστὰ τῶν προγόνων καὶ ὄνειρα τῶν ἀπογόνων, οἰκογενειακὲς ἑστίες καὶ βωμοὶ τῶν θεῶν μας, γλῶσσα καὶ ἤθη.

Τί πιό φυσικὸ ἀπὸ αὐτά; Τί πιὸ χειροπιαστὸ ἀπὸ αὐτά; Τί πιὸ ὀρθολογικὸ ἀπὸ αὐτά;

Τί πιὸ φυσικό καὶ ὀρθολογικό ἀπὸ τὸν ἐθνικισμό, ὁ ὁποῖος θέτει στὴν βάσι τῆς πολιτικῆς συγκροτήσεως καὶ λειτουργίας (ἐθνικὸ κράτος) αὐτὰ τὰ θεμελιώδη, τὴν φύσι;

Ὁτιδήποτε δὲν βασίζεται σὲ αὐτά τὰ χειροπιαστά, στὴν φύσι μας, εἶναι ψεύτικο. Ὁτιδήποτε βασίζεται σὲ ἰδεολογήματα μόνον (κοινωνικὰ συμβόλαια καὶ ἀόρατα χέρια τῆς ἀγορᾶς ἢ τεχνοφασισμούς, φαντασιακὲς κοινότητες καὶ ἐπανακαθορισμοὺς τῆς ἔννοιας τῆς ἐθνικῆς ταυτότητος, νέο, πολιτικὸ πατριωτισμὸ (sic), πολυπολιτισμό, παγκοσμιοποίησι καὶ social liberalism (ἐλευθεριακότητα -ὄχι φιλελευθερισμὸ μὲ κοινωνικὴ εὐαισθησία), οὐδετερότητα (ἐθνική, θρησκευτική, πολιτισμική) τῆς πολιτείας), διαγράφοντας τὰ φυσικά, χειροπιαστά πράγματα, εἶναι ἀνορθολογικό.

Καὶ ἔρχονται σήμερα οἱ ἀρνητὲς τῆς φύσεως, τῆς καταγωγῆς μας, τῆς γλώσσας, τοῦ πολιτισμοῦ τῆς ἱστορίας μας, χάριν τῶν νεοταξικῶν ἰδεολογημάτων καὶ ὁμιλοῦν γιὰ ὀρθολογισμό! Ὦ τῆς διαστροφῆς τῶν ἐννοιῶν τῶν λέξεων!

Οἱ ἀνορθολογικὲς ἀντιφάσεις τῶν ἀριστεριστῶν καὶ ἐλευθεριακῶν (ψευδο-«φιλελευθέρων») ἐθνομηδενιστῶν, εἶναι ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα ἀναπόφευκτες, σὲ ὅλα. Σὲ κάθε λέξι τους. Ἂς δοῦμε μερικὲς χαρακτηριστικές, μὲ ἀφορμὴ τὸ νομοθέτημα γιὰ τὸν ἐποικιστικὸ ἀφελληνισμὸ τῆς χώρας.


α) Ἀνθρωπισμός

Οἱ κατὰ τ᾿ ἄλλα χριστιανόφοβοι ἄθεοι (ὄχι οἱ σοβαροί, πατριῶτες ἄθεοι, φυσικά) μᾶς φλομώνουν στὴν ὑποκριτικὴ ψευτοχριστιανικὴ κλάψα, λέγοντάς μας ὅτι πρέπει νὰ «ἑλληνοποιοῦμε» τοὺς τριτοκοσμικοὺς εἰσβολεῖς χάριν... ἀνθρωπισμοῦ! Οἱ ἴδιοι, συμπονοῦντες τὴν «ἀνθρωπότητα» καὶ μισοῦντες τὸν πλησίον τους (τὸ λέγει και ὁ Ντοστογιέφσκυ στοὺς «Ἀδελφοὺς Καραμαζώφ» αὐτό) καταδικάζουν τὰ παιδιά μας νὰ μεγαλώσουν σὲ ἕνα τριτοκοσμικὸ Σουδάν ἢ Πακιστάν, καὶ καταστρέφουν αὐτὴν τὴν γωνίτσα γῆς ποὺ γενεὲς γενεῶν χύσαμε αἷμα νὰ νοικοκυρέψουμε. Μιλοῦν γιὰ ἀνθρωπισμό, αὐτοὶ οἱ «ἀριστεροί», καὶ ὅμως, ὁ Κάρολος Μάρξ ἐνωρίς ἐσημείωσε ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ ξένων ἐργατῶν ἀπὸ τὸ κεφάλαιο σκοπὸ ἔχει τὴν διατήρηση τῆς δουλείας [2]. Ἀντιθέτως, τὸ κεφάλαιο, ποὺ αὐτὸ δὲν ἔχει πατρίδα (Βελουχιώτης, Λόγος τῆς Λαμίας [3]), αὐτὸ εὐνοεῖ τὴν μετανάστευσι (π.χ. Διεθνὴς Τράπεζα [4], capitalism.org [5]), καταβαραθρώνοντας τὰ ἔθνη, τὶς τοπικὲς κοινωνίες, τὴν ἐργατικὴ τάξι καὶ τὴν ἐθνικὴ παραγωγή, ἀλλὰ καὶ ἀπομυζῶντας τὶς χῶρες προελεύσεως τῶν μεταναστῶν. Μιλοῦν οἱ «φιλάνθρωποι» γιὰ ἀνθρωπισμό, καὶ δὲν ἀντιμάχονται, δὲν θίγουν κἂν τὸ μέγιστο ἀπάνθρωπο κακό, αὐτὴν τούτην τὴν ἀναγκαστικὴ μετανάστευσι λαῶν ὁλόκληρων, ἀλλὰ ἀντιθέτως τὴν εὐνοοῦν, χάριν τοῦ διεθνοῦς κεφαλαίου.

Καὶ ἂς κλείσουμε τὰ περὶ «φιλανθρωπίας» μὲ τὰ λόγια τοῦ Δημοσθένους (Προοίμια, 16.1):

κἀκεῖνο δ᾿ ὑπολαμβάνω σωφρόνων ἀνθρώπων ἔργον εἶναι, ἴσην πρόνοιαν τῶν αὑτοῖς οἰκείων ὅσηνπερ τῶν ἀλλοτρίων ποιεῖσθαι, ἵνα μὴ φιλάνθρωποι μόνον, ἀλλὰ καὶ νοῦν ἔχοντες φαίνησθε.

(κι ἐκεῖνο θεωρῶ ἔργο σωφρόνων ἀνθρώπων, νὰ λαμβάντε πρόνοια γιὰ τὰ δικά σας τόση ὅση λαμβάνετε γιὰ τὰ ξένα, ὥστε νὰ μὴν φαίνεσθε φιλάνθρωποι μόνον, αλλὰ καὶ νοῦν ἔχοντες.)


β) Δημοκρατία καὶ ἀνθρώπινα δικαιώματα

Ἐθνομηδενιστὲς ὅπως ὁ θλιβερὸς Καμπύλης χαρακτηρίζουν τὰ πολιτικὰ δικαιώματα ξένων εἰσβολέων καὶ ἐποίκων ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς πατρίδος μας, ὡς... δημοκρατικὸ δικαίωμα [6]! Ὁποία παραφροσύνη! Δὲν ἔχουν ἁπλῶς δικαία ἐλπίδα οἱ ἀναξιοπαθοῦντες ἱκέτες γιὰ προστασία καὶ ἕνα πιάτο φαΐ (καὶ πάλιν ἐφ᾿ ὅσον δὲν κινδυνεύει αὐτὴ τούτη ἡ ὕπαρξις τοῦ νοικοκύρη, διότι, βεβαίως, ἐὰν εἰσέβαλε ὁλόκληρη ἡ Ἰνδία στὴν Ἑλλάδα, οὔτε ἕνα πιάτο φαῒ δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ τοὺς δώσουμε), ἀλλὰ ἔχουν ἀπαίτησι νὰ ὑφαρπάξουν καὶ νὰ διοικοῦν τὸ σπίτι τοῦ νοικοκύρη!

Καὶ κονιορτοποιεῖ βεβαίως ἀπὸ νομικῆς πλευρᾶς ὁ κ. Νίκος Παπαγεώργης [7] τὴν τεραστία σύγχυσι ἀνθρωπίνων καὶ πολιτικῶν δικαιωμάτων στὰ τρικυμισμένα «προοδευτικὰ» κρανία, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα εἶναι ἐξωφρενικόν. (Προφανῶς δέ, οἱ Πακιστανοὶ καὶ οἱ Νιγηριανοὶ δὲν στεροῦνται πολιτικῶν δικαιωμάτων, γιὰ νὰ χρειάζεται νὰ τοὺς ἀποδοθοῦν τέτοια. Ἔχουν -στὸ Πακιστάν καὶ στὴν Νιγηρία (καὶ ἂν δὲν ἔχουν ἐκεῖ, πρέπει φυσικὰ νὰ τοὺς ἀποδοθοῦν ἐκεῖ).)

Ἐπὶ τέλους, τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας, προσωπικῆς, ποὺ προϋποθέτει καὶ τὴν ἐθνική, καὶ αὐτὴ τούτη ἡ δημοκρατία καὶ ἡ ἐθνικὴ αὐτοδιάθεσις καὶ ἀνεξαρτησία (προϋπόθεσις τῆς δημοκρατίας), σημαίνουν ὅτι ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες ἔχουμε τὸ αὐτεξούσιο νὰ ἀποφασίζουμε τὰ τῆς χώρας ΜΑΣ, τῆς Ἑλλάδος, οἱ Κινέζοι τὰ τῆς Κίνας, οἱ Κογκολέζοι τὰ τοῦ Κογκό. Δὲν σημαίνει ἐγὼ νὰ ἀποφασίζω μὲ τὸ ἔτσι θέλω γιὰ τὴν Κίνα, ὁ Κινέζος γιὰ τὸ Μεξικὸ καὶ ὁ Μεξικάνος γιὰ τὸ Κογκό! Ἀντιθέτως, ἐντελῶς ἀντιθέτως, ἐὰν γιὰ τὴν χώρα ΜΟΥ ἀποφασίζουν οἱ ξένοι ἀφροασιάτες ἔποικοι (καὶ γιὰ τὴν Κύπρο οἱ Τοῦρκοι ἔποικοι, γιατί ὄχι, μὲ αὐτὴν τὴν λογική; ), τότε αὐτομάτως καταργεῖται ἡ δική ΜΟΥ πολιτικὴ ἐλευθερία, ἡ δική ΜΟΥ ἐθνικὴ αὐτοδιάθεσις καὶ ἀνεξαρτησία, τὰ δικά ΜΟΥ πολιτικά δικαιώματα!

Καὶ γράφει ὁ θλιβερὸς Καμπύλης γιὰ τήν... «καλυμμένη ακροδεξιά ρητορεία των δημοψηφισμάτων, με την οποία ακυρώνεται η ουσία της Δημοκρατίας»! Στὴν μοναδικὴ χώρα τῆς προηγμένης Εὐρώπης ποὺ δὲν ἔγινε δημοφήφισμα ποτὲ καὶ γιὰ τίποτε ἀπὸ τὸ 1974!

Ἀλλά, ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐγὼ θὰ ἔλεγα κάτι πολὺ περισσότερο: Ἡ ἀπόδοσις ὑπηκοότητος σὲ μὴ ἀφομοιώσιμους πληθυσμοὺς ἀλλοφύλλων καὶ ἀλλοθρήσκων τριτοκοσμικῶν εἰσβολέων καὶ καταληψιῶν, θὰ ἦταν ΠΑΡΑΝΟΜΗ, ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΜΕ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ -πόσο μᾶλλον τώρα, χωρὶς δημοψήφισμα, πραξικοπηματικῶς. Διότι θὰ καταργοῦσε θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος (ἐθνικὴ αὐτοδιάθεσις καὶ δημοκρατία), ἀλλὰ καὶ θεμελιώδη ἀτομικά ΜΟΥ δικαιώματα (πολιτικὲς ἐλευθερίες ΜΟΥ, ἀλλὰ καὶ δικαίωμα ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας ΜΟΥ -διότι οἱ κύριοι μοῦ κλέβουν μέρος τῆς ἀτομικῆς ΜΟΥ ἰδιοκτησίας καὶ τὴν παραδίδουν σὲ ξένους.) Τὸ ὅτι ἀπαιτοῦμε δημοψήφισμα γιὰ νὰ ξεσκεπάσουμε τὴν ἀντιδημοκρατικότητα τῶν πραξικοπηματιῶν, δὲν σημαίνει ὅτι ἡ προδοσία, ἡ ἐθνοκτονία, ὁ ἀφανισμὸς ἑνὸς ἔθνους καὶ ἑνὸς πολιτισμοῦ τόσων χιλιάδων ἐτῶν, θὰ ἦταν ἐπιτρεπτὰ ἀκόμη καὶ τότε! Ὁ ἀφανισμὸς ἑνὸς εὐρωπαϊκοῦ πληθυσμοῦ καὶ πολιτισμοῦ καὶ ἡ ἀντικατάστασίς του ἀπὸ ξένους ἀλλοφύλλους καὶ ἀλλοθρήσκους τριτοκοσμικοὺς ἀφροασιάτες, εἶναι ἔγκλημα ἀκόμη καὶ μόνον ὡς οἰκολογικὴ καταστροφή, ὡς ἀλλοίωσις τοῦ οἰκοσυστήματος -ἕνας φυσιολάτρης θὰ ἀγανακτοῦσε ἀκόμη καὶ ἐὰν εἴμαστε ζῶα· καὶ ὁ ΟΗΕ, ἐπὶ τέλους, προνοεῖ γιὰ τὴν προστασία τῶν αὐτοχθόνων πολιτισμῶν!

Καὶ φθάνουν οἰ μισέλληνες ἐθνομηδενιστὲς στὸ σημεῖο νὰ δίνουν ὑπηκοότητα (τὴν ὀνομάζουν δὲ «ἰθαγένεια», λέξι ποὺ σημαίνει τὸ αὐτόχθον γένος) σὲ ἀφροασιάτες εἰσβολεῖς, τὴν ὁποίαν ἀκόμη ἀρνοῦνται στοὺς ὁμογενεῖς μας! Γιὰ τοὺς ὁποίους ἀπαιτεῖται καὶ πλειοψηφία 2/3 τῆς Βουλῆς, γιὰ νὰ τοὺς δοθεῖ τὸ φυσικό τους διαίωμα, λὲς καὶ εἶναι λιγότεροι ἄνθρωποι καὶ λιγότερο Ἕλληνες ἀπὸ τοὺς ἀφροασιάτες! Κι αὐτὴν τὴν γωνίτσα γῆς, τὴν σπαρμένη μὲ τὰ κόκκαλα τῶν προγόνων τους, τὴν κλέβουν οἱ προδότες ἀπὸ τοὺς ὁμογενεῖς μας καὶ τὴν δίνουν νὰ τὴν νέμονται οἱ ἀλλόφυλοι...


γ) Κοινωνικὴ συνοχὴ καὶ πατριωτισμός

Στὸ φύλλο τῆς 10-1-2010 τῆς «Καθημερινῆς», ὁ καθ. Γ. Παγουλάτος, γράφει [8], μὲ σχετικὴ σοβαρότητα καὶ νηφαλιότητα (ἐν συγκρίσει μὲ τοὺς Καμπύληδες τουλάχιστον), γιὰ «έναν πατριωτισμό του πολίτη (civic patriotism), που αποφεύγει τους αποκλεισμούς αλλά ανταποκρίνεται στην ανάγκη μιας παραδοσιακής ταυτότητας» -πῶς «παραδοσιακῆς», ἀφοῦ καταργεῖται ὁ «παλαιὸς» πατριωτισμός; καί, γενικῶς, ἐπιτρέψτε μου νὰ ὑποπτεύομαι ὅτι ὅσοι ἐπιθυμοῦν νὰ ἐπανακαθορίσουν τὸν πατριωτισμό καὶ ὁμιλοῦν γιὰ νέο ἢ πολιτικό πατριωτισμό, λὲς καὶ ὑπάρχουν πολλοὶ πατριωτισμοί, συνήθως ἐπιδιώκουν μᾶλλον νὰ τὸν καταργήσουν...-, γράφει, ὅμως, ὀρθότατα, καὶ γιὰ τὴν «εγγενή ανθρώπινη ανάγκη του ανήκειν σε μια ευρύτερη κοινότητα», καὶ γιὰ τὸ ὅτι «ο πατριωτισμός είναι εγγενής στις ανθρώπινες κοινωνίες, αναβλύζει αυθόρμητα σαν τη μητρική αγάπη». Ὡραῖα.

Καὶ συνεχίζει μὲ μία παράγραφο, γεμάτη ἀντιφάσεις:

«Ο πατριωτισμός δεν απειλείται για έναν ακόμα λόγο: γιατί, όπως γράφει στο παραπάνω συλλογικό έργο ο Τσαρλς Τέιλορ, «στον σύγχρονο κόσμο δεν μπορούμε να κάνουμε χωρίς πατριωτισμό: οι κοινωνίες που προσπαθούμε να οικοδομήσουμε -ελεύθερες, δημοκρατικές και έως ένα βαθμό κοινωνίες εθελουσίας ισότητας- χρειάζονται ισχυρή ταύτιση από πλευράς των πολιτών τους». Ο πατριωτισμός κατά Τέιλορ δίνει επίσης μια απάντηση σε όσους στενόμυαλα επιχειρηματολογούν εναντίον της (υπό προϋποθέσεις) απονομής ιθαγένειας στα γεννημένα στην Ελλάδα παιδιά μεταναστών: «μια δημοκρατία πολιτών, λέει ο Τέιλορ, είναι εξαιρετικά ευάλωτη απέναντι στην αποξένωση που δημιουργούν οι μεγάλες ανισότητες και στην αίσθηση εγκατάλειψης και αδιαφορίας που εύκολα εισπράττουν οι εγκαταλειμμένες μειονότητες». Για να λειτουργήσουν οι σύγχρονες δημοκρατίες χρειάζονται την κινητοποίηση και συμμετοχή των πολιτών, απαιτούν μια κοινή ταυτότητα, και αυτή είναι η λειτουργία του πατριωτισμού. Πρόκειται όμως τότε όχι για έναν εθνικιστικό πατριωτισμό «του αίματος», αλλά για έναν σύγχρονο «συνταγματικό πατριωτισμό» του πολίτη. Τότε, η επιλογή, όπως γράφει ο Τέιλορ, είναι μία: «να είμαστε κοσμοπολίτες και πατριώτες ταυτόχρονα, δηλαδή να προωθούμε ένα είδος πατριωτισμού που είναι ανοιχτός σε αισθήματα οικουμενικής αλληλεγγύης, ενάντια σε έναν κλειστό πατριωτισμό που στηρίζεται στις διακρίσεις και στους αποκλεισμούς».»

Ἀντιλαμβάνονται ὁ κ. Παγουλάτος καὶ ὁ κ. Τέιλορ, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματά τους καταρρίπτουν αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ θέλουν νὰ ὑποστηρίξουν, τὴν μετανάστευσι;

Ὀρθῶς ἐπισημαίνουν ὅτι ὁ πατριωτισμὸς εἶναι ἀναγκαῖος γιὰ τὴν δημοκρατία καὶ γιὰ τὴν κοινωνικὴ συνοχὴ ἐπίσης.

Μά, αὐτὸ ἀκριβῶς ἀποδεικνύει ὅτι ἡ μετανάστευσις (μαζικὸς καὶ ἀνεξέλεγκτος ἐποικισμός) ἀπειλεῖ καὶ μάλιστα θανάσιμα καὶ τὸν πατριωτισμὸ καὶ τὴν κοινωνικὴ συνοχὴ καὶ τὴν δημοκρατία!

Αὐτὸ ἀκριβῶς σημαίνει ὅτι πρέπει κατ᾿ ἀρχὴν καὶ πρὶν ἀπὸ ὁτιδήποτε ἄλλο νὰ κάνουμε τὸ πᾶν γιὰ νὰ πολεμήσουμε τὴν αἰτία τοῦ κακοῦ: τὸν μεταναστευτικὸ ἐποικισμό. Νὰ τὸν ἐμποδίσουμε καὶ νὰ τὸν ἀποθαρρύνουμε. (Νόμος προσφορᾶς καὶ ζητήσεως, τὸν ὁποῖον οἱ δῆθεν φιλελεύθεροι ἀγνοοῦν: δηλώνουμε ἀφελῶς ὅτι εἶναι εὐπρόσδεκτοι, χωρὶς ὅριο, χωρὶς προϋποθέσεις ἀποδοχῆς καὶ ἐπιβραβεὐσεως, χωρὶς μέτρα ἀποτροπῆς καὶ ἐπαναπροωθήσεως τῶν παρανόμων καὶ ὑπεραρίθμων, οἱ ξένοι ἔποικοι· γιατί νὰ μὴν ἔρθουν ἀκόμη περισσότεροι, μέχρι νὰ ἀπηυδήσουν καὶ νὰ γίνουν «ρατσιστὲς» ἀκόμη καὶ οἱ καλοπροαίρετοι φιλάνθρωποι ὅπως ὁ κ. Παγουλάτος καὶ ὁ κ. Τέιλορ; )

Ἐχει γεμίσει ὁ ὀργανισμὸς τῆς κοινωνίας βλαβερὰ μικρόβια, καὶ ὁ κ. Παγουλάτος ἐλπίζει ὅτι βαπτίζοντάς τα «ὑγιῆ κύτταρα», ὀνοματίζοντας δηλαδὴ τὰ πλήθη τῶν ἀλλοφύλων ἀλλοθρήσκων τριτοκοσμικῶν ἀφροασιατῶν «Ἕλληνες», ἀντὶ νὰ τὰ περιορίσουμε, καὶ καλῶντας ἀκόμη περισσότερα, λύνουμε καὶ τὸ πρόβλημα! Ὅτι ἐνσωματώθηκαν, ἐξελληνίστηκαν οἱ ἀλλοδαποί· καὶ δὲν ἀφελληνίστηκε καὶ διελύθη ἡ Ἑλλάδα!

Καὶ συνεχίζει ὁ κ. Παγουλάτος (καὶ σχολιάζω ἐγώ):

«Από τις ΗΠΑ και τη Ρωσία μέχρι το Ισραήλ και τις αναπτυσσόμενες χώρες, ο σύγχρονος εθνικιστικός νεο-μακαρθισμός έχει έναν κοινό αντίπαλο: τους φιλελεύθερους του κέντρου και της αριστεράς [σ.σ. γιὰ τὴν τραγελαφικότητα τῆς ταυτίσεως ἀριστεριστῶν καὶ ἐλευθεριακῶν- νεοφιλελευθέρω ἔγραψα ἤδη]. Και ένα κοινό γνώρισμα: θέτει πάντοτε υπό αμφισβήτηση τον πατριωτισμό των αντιπάλων του [σ.σ. Μάλλον οἱ ἴδιοι ἀρνοῦνται τὸν πατριωτισμὸ αὐτὸν καθ᾿ ἑαυτὸν καὶ τὴν ὕπαρξιν τούτη τοῦ Ἔθνους· ἄλλωστε διαγράφουν τὴν λέξι «ἔθνος» ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὶς ὀνομασίες τῶν ὑπουργείων.]. Αυτή είναι και η θεμελιώδης διαφορά της ακροδεξιάς (ή των ακροδεξιών της ακροαριστεράς) [σ.σ. ἐδῶ ὁ συνήθως νηφάλιος Παγουλάτος καταφεύγει σὲ ὑβριστικοὺς χαρακτηρισμοὺς α λα Καμπύλη καὶ Ἀλιβιζάτο] από το δημοκρατικό φάσμα, ή το «συνταγματικό τόξο», που μας θύμισε ο Νίκος Αλιβιζάτος στην «Καθημερινή» της περασμένης Κυριακής. [σ.σ. Καὶ ἐδῶ γελοῦν... Ὁ Ἀλιβιζάτος τῆς ΜΚΟ τῶν ἀκραίων μισελλήνων ποὺ ἔφτιαξαν τὸ κατὰ παραγγελίαν νομοσχέδιο γιὰ τὸν τριτοκοσμικὸ ἐποικισμὸ τῆς Ἑλλάδος [9]· μὲ ἕνα φαιδρὸ ἄρθρο στὴν «Κ» [10], χωρὶς οὔτε ἕνα λογικὸ ἐπιχείρημα, παρὰ μόνον ἀνορθολογικὲς κραυγὲς τοῦ στὺλ «ξενόφοβοι», «ἀκροδεξιοί», «φασίστες», κίνδυνος! μπουου! «Ἀξιοσέβαστος ἐπιστήμων»... Κατάντια. Στὸ ἴδιο φύλλο, ὄασις ὁ Σταῦρος Λυγερός [11], εἶχε ἐπιχειρήματα τουλάχιστον, συγκεκριμένα, ἕνα, δύο, τρία, τέσσερα. Λογική. Διαβάστε ἂν σᾶς εἶναι εὔκολο τὰ δύο ἄρθρα ποὺ λέγω, καὶ συγκρίνετε. Κραυγαλέα ἡ διαφορά λογικῆς θεμελιώσεως.]»

Τὰ πολλὰ λόγια περιττεύουν.

Ἀριστοτέλης («Πολιτικά», 1303a, 25-28):

«στασιωτικὸν δὲ καὶ τὸ μὴ ὁμόφυλον, ἕως ἂν συμπνεύσῃ· ὥσπερ γὰρ οὐδ᾿ ἐκ τοῦ τυχόντος πλήθους πόλις γίγνεται, οὕτως οὐδ᾿ ἐν τῷ τυχόντι χρόνῳ· διὸ ὅσοι ἤδη συνοίκους ἐδέξαντο ἢ ἐποίκους, οἱ πλεῖστοι διεστασίασαν.»

(Είναι στασιωτικόν (στασιάζει) δε και το μη ομόφυλον, μέχρι που να αποκτήσει το ίδιο πνεύμα, γιατί όπως η κάθε πόλη δεν γίνεται από τυχαίο πλήθος, έτσι επίσης δεν γίνεται σε τυχαίο χρόνο, γι᾿ αυτό όσοι ήδη δέχθηκαν συνοίκους ή εποίκους, τις περισσότερες φορές εστασίασαν.)

Ὁ δὲ καθηγητὴς Κώστας Ζουράρις μᾶς ὑπενθυμίζει τὸν Θουκυδίδη [12]:

«Ὑπάρχει ἕνας μέγιστος πολιτικὸς νόμος τοῦ Θουκυδίδη: «ἰσόψηφοι ὄντες καὶ οὐχ ὁμόφυλοι τὸ ἐφ᾿ ἑαυτὸν ἕκαστος σπεύδῃ» (βιβλ. 1, 141.6). Ἡ δημοκρατία (ἰσόψηφοι ὄντες) προϋποθέτει τὴν ὁμοιογένεια καὶ τὴν ὁμογένεια, γιατὶ ἀλλιῶς ἕκαστος τὸ ἐφ᾿ ἑαυτὸν σπεύδει. Ἄρα ἡ δημοκρατία λειτουργεῖ μὲ ὁμόφυλο. Τὸ πολυπολιτισμικὸ δημιουργεῖ γκέτο καὶ ζεῖ ὁ καθένας στὸ γκέτο του. Ἡ ἰσότητα τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων εἶναι στοιχεῖο ἀνεπαρκέστατο γιὰ συγκρότηση κοινωνίας. Γίνεται ἕνα σκορποχώρι ὅπου καθένας γιὰ τὸ ἐφ᾿ ἑαυτὸν σπεύδει.»

Ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ συστηματικοὺς μελετητὲς τοῦ φαινομένου τῆς μεταναστεύσεως ἐν Ἑλλάδι, ὁ Γιάννης Κολοβός (συγγραφεὺς τῶν βιβλίων: «Τὸ Κουτὶ τῆς Πανδώρας: Παράνομη μετανάστευση καὶ νομιμοποίηση στὴν Ἑλλάδα» (2003), «Τὸ τέλος μιᾶς οὐτοπίας: ἡ κατάρρευση τῶν πολυπολιτισμικῶν κοινωνιῶν στὴν Δυτικὴ Εὐρώπη» (2008)), παραθέτει σὲ ἕνα ἐξαιρετικὸ ἄρθρο του [13] ἀπόψεις ἐγκρίτων ξένων εἰδικῶν (Edward Tiryakian, William Pfaff, Jonathan Sacks, Samuel Huntington, Γιώργος Κοντογιώργης, Κώστας Ζουράρις, Ζαν Κλοντ Μισεά -ὅλους αὐτοὺς οἱ κ. Παγουλάτος, Ἀλιβιζάτος, Καμπύλης κ.λπ. τοὺς ἀποκαλοῦν «ἀκροδεξιούς») περὶ πολυπολιτισμικότητος καὶ «πολιτικοῦ πατριωτισμοῦ», ἀπαντῶντας στὸ εὐχολόγιο τοῦ κ. Παγουλάτου. Τὸ συμπέρασμα εἶναι σαφές:

«Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι η πολυπολιτισμικότητα συγκρούεται με την ουσία της δημοκρατίας καθώς η τελευταία, ως πολιτικό σύστημα, πρέπει να στηρίζεται σε μία αμοιβαία εμπιστοσύνη και αλληλεγγύη μεταξύ των πολιτών και στην αίσθηση αυτών περί ενός κοινού οράματος και κοινών ηθικών υποχρεώσεων. Και αυτά κείνται πολύ παραπάνω από την απλή διακήρυξη πίστης στην δημοκρατία, στο Σύνταγμα και στους νόμους την οποία επιβάλλει ο «συνταγματικός πατριωτισμός» του «δικαίου του εδάφους». Όταν η πολυπολιτισμική κοινωνία περιλαμβάνει τόσο διαφορετικές πολιτισμικά ομάδες ώστε να μην υπάρχει κοινό όραμα, κοινές αξίες και κοινές ηθικές υποχρεώσεις, τότε η κοινωνική αλληλεγγύη καταρρέει και επικρατούν φυγόκεντρες δυνάμεις.»

Καὶ κλείνουμε τὴν ἑνότητα μὲ τὸν καθηγητή Κωνσταντῖνο Ρωμανό, ὁ ὁποῖος στὸ βιβλίο του «Ἐθνοκτονία ἐν ἐξελίξει: Ἡ Ἑλλὰς στὸ μάτι τοῦ κυκλώνα τῆς Νέας Τάξης» (ἐκδ. Πελασγός, 2009), κονιορτοποιεῖ τοὺς ἐθνομηδενιστὲς μεταναστολάγνους. Ἐρωτᾷ ρητορικῶς σὲ σχετικὴ ὁμιλία του [14]:

«Τί πειράζει που η εμπειρία ολόκληρης της Ευρώπης καταδεικνύει την συγκρουσιακότητα του πολυπολιτισμού, ή η εμπειρία και αυτών των ΗΠΑ επισημαίνει την καταστροφή του κοινωνικού κεφαλαίου; (Η πολύχρονη έρευνα του αριστερού καθηγητή του Χάρβαρντ Robert Putnam [15] έδειξε καθίζηση της εμπιστοσύνης και κοινωνικότητας στα πολυπολιτισμικά περιβάλλοντα.) Τί πειράζει τελικά όταν διαφαίνεται η αδυναμία λειτουργίας της ίδιας της δημοκρατίας όταν άνθρωποι χωρίς κοινή ιστορική διαδρομή και στόχους για το μέλλον συμβιώνουν τεχνητά στο πάλαι ποτέ εθνικό έδαφος; (Ηabermas 2001). Το πραγματικό πρόβλημα είναι οι Έλληνες, οι ιδιοκτήτες του εθνικού χώρου που δεν μπορούν να απαλλαγούν από την «έμμονη ιδέα» μιας δήθεν προνομιακής τους σχέσης με τον εθνικό χώρο που θεωρούν πατρίδα... Γι' αυτούς θα υπάρξει καταστολή και αλλοδαποί πραιτοριανοί στην αστυνομία και τον στρατό.»


δ) Παιδεία

Διαστρέφουν οἱ ἐθνομηδενιστὲς τὸν Ἰσοκράτη, λέγοντάς μας ὅτι «Ἕλληνες εἶναι οἱ τῆς ἡμετέρας παιδείας μετέχοντες», καί, ὅμως, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἀφελληνίζουν τὴν ἑλληνικὴ παιδεία! Ἀπὸ τὴν διαγραφὴ τῆς λέξεως «ἐθνικὴ» ἀπὸ τὴν ὀνομασία τοῦ ὑπουργείου, μέχρι τὸ κατέβασμα τῶν ἐθνικῶν ἱερῶν συμβόλων καὶ εἰκόνων ἀπὸ τὰ σχολεῖα, καὶ φυσικὰ τὸν ἐθνικὸ ἀποχρωματισμὸ ὅλων τῶν μαθημάτων (Ἱστορία Ρεπούση, Γλῶσσα κ.ἄ.)

Καὶ γράφει ὁ καθηγητὴς Χρῆστος Γιανναρᾶς [16], ὀρθῶς, ὅτι ἡ παιδεία, ὁ πολιτισμός μας, δίδει τὴν ἀφομοιωτικὴ δύναμι στὸν Ἑλληνισμό. Βεβαίως, θὰ ἐπεσήμαινα στὸν κ. καθηγητή, ὅτι ἀλλόφυλλοι τριτοκοσμικοὶ ἰσλαμιστές δὲν εἶναι ἀφομοιώσιμοι ὡς ἐγγενῶς ἀσύμβατοι -καὶ μάλιστα πέραν ἑνὸς ἀριθμοῦ. (Βλέπουμε ἤδη τὸ ἰσλαμικὸ πρόβλημα στὶς πλέον ἰσχυρὲς χῶρες τῆς Εὐρώπης καὶ μὲ παράδοσι στὴν πολιτικὴ ἐνσωματώσεως καὶ στὸν «πολιτικὸ πατριωτισμό», ὅπως ἡ Γαλλία· στὸ ξέφραγο ἀμπέλι Ἑλλάδα θὰ τὸ δοῦμε στὸ πολλαπλάσιο -στοὺς δρόμους θὰ μᾶς κυνηγοῦν οἱ ἀνθρωποφάγοι, ὅπως τὰ λυσσασμένα ζόμπι στὶς ταινίες του Τζώρτζ Ρομέρο.) Ἀλλά, στὸν βαθμό καὶ γιὰ τοὺς πληθυσμούς ποὺ ὄντως ὑπάρχει δυνατότητα ἐνσωματώσεως, τί κάνουμε; Ἀπαντᾷ ὁ ἴδιος ὁ καθηγητής: «Δεκαετίες τώρα, το υπουργείο Παιδείας και τα ασυνείδητης κερδοσκοπίας ΜΜΕ απεργάζονται μεθοδικά τον αφελληνισμό των Ελλήνων, όχι τον εξελληνισμό των επήλυδων.» Τὸ αὐτὸ ἐπισημαίνει καὶ ὁ καθηγητὴς Κωνσταντῖνος Ρωμανός, σὲ πρόσφατο ἐξαιρετικό ἄρθρο του [17].

...Καὶ στὸ ἴδιο φύλλο τῆς ἴδιας ἐφημερίδος, ἡ διαβόητη Δραγώνα ἀναπτύσσει τὰ σχέδιά της γιὰ τὴν πολυπολιτισμική παιδεία [18]! Πῶς θὰ μαθαίνουν πακιστανικὰ τὰ πακιστανόπουλα καὶ θὰ ξεχνοῦν τὰ ἑλληνικὰ τὰ ἑλληνόπουλα... Καημένε Γιανναρᾶ!


Θὰ μπορούσαμε νὰ συνεχίσουμε ἐπὶ πολύ. Ἀρκεῖ.


Σημειώσεις:

[1] Ἔτσι π.χ. ταυτίζονται οὐσιαστικῶς ὅσον ἀφορᾷ στὴν πολιτική τους (ἐθνομηδενισμός) ἡ Φιλελεύθερη Συμμαχία, ἡ ΑΝΤΑΡΣΥΑ καὶ οἱ ἀναρχικοὶ βάνδαλοι. Δὲν πρέπει νὰ προκαλεῖ ὅμως ἐντύπωσιν, διότι καὶ ἡ χρήσις τῆς λέξεως φιλελευθερισμὸς εἶναι ἐπίσης καπηλική. Διότι οἱ ἐν Ἑλλάδι «φιλελεύθεροι», συνήθως κάθε ἄλλο παρὰ πραγματικοὶ τέτοιοι εἶναι. Ἐν πολλοῖς πρόκειται γιὰ εἰσοδιστὲς στὸν χῶρο τῆς Δεξιᾶς καὶ τοῦ Κέντρου, ἀριστεριστὲς τοῦ Γκράμσι καὶ τῆς σχολῆς τῆς Φραγκφούρτης (ἐν Ἑλλάδι μᾶς προέκυψαν, ὅπως ὅλα, μὲ χρονικὴ καθυστέρησι), ἀντίθετοι στὴν πραγματικότητα μὲ τὸν παραδοσιακό, ἐθνικό, πραγματικὸ φιλελευθερισμὸ τῆς Δεξιᾶς καὶ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Διαφωτισμοῦ. Ἐπιπλέον, καθὼς σήμερα οὔτε ὁ κομμουνισμὸς εἶναι τῆς μόδας, ἀφ᾿ ἑνός, οὔτε ὁ καπιταλιστικὸς φιλελευθερισμὸς τῆς Θάτσερ καὶ τοῦ Ρέηγκαν, τοῦ Χάγιεκ καὶ τοῦ Φρήντμαν, ἀφ᾿ ἑτέρου, πρώην ἀριστεροὶ ἐγκαταλείψαντες τὸ ἕνα καὶ πρώην δεξιοί ἐγκαταλείψαντες τὸ ἄλλο, συναντῶνται καὶ περιορίζουν τὴν πολιτικὴ σκέψι καὶ δράσι στό... «ἐλεύθερο χασίσι καὶ γ...σι». Μπορεῖ συνεπῶς ἡ πατρίδα μας νὰ ἀφανίζεται πληθυσμιακῶς (τριτοκοσμικὸς μεταναστευτικὸς ἐποικισμός), πολιτισμικῶς (ἐκ τοῦ ἐποικισμοῦ ἀφελληνισμός, ἐκ τῆς ἀνθελληνικῆς παιδείας καὶ πολιτικῆς ἐθνομηδενισμός), ἐθνικῶς (κατάλυσις ἐθνικῆς κυριαρχίας καὶ αὐτοδιαθέσως, νεοθωμανισμός, Κύπρος, Αἰγαῖο, Θράκη, Μακεδονία, Ἤπειρος), πολιτικῶς (κατάλυσις ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας καὶ δημοκρατίας), κοινωνικῶς (διάλυσις κοινωνικῆς συνοχῆς), οἰκονομικῶς (καταστροφὴ τῆς ἑλληνικῆς ἐπιχειρησεως καὶ τῶν παραγωγικῶν τάξεων, παρασιτισμὸς ἑλληνικῆς οἰκονομίας, χρεωκοπία, ὑποδούλωσις στὸ ξένο κεφάλαιο, ἀνεργία, ἀνασφάλεια), ἀλλὰ οἱ ἐλευθεριακοὶ (καὶ ὄχι φιλελεύθεροι) θὰ μᾶς ἔχουν ἐξασφαλίσει τὴν «ἐλευθερία» νὰ παντρευόμεθα σὲ γκαίη γάμο τὸν πακιστανὸ λαθρομετανάστη ἐραστή μας (καὶ νὰ μὴν βλέπουμε θρησκευτικές εἰκόνες στὰ δημόσια κτήρια καὶ ξενερώνουμε σεξουαλικῶς) -ζήτω ὁ «φιλελευθερισμός»!-, ἄλλο ποὺ θὰ εἴμαστε δοῦλοι, χωρὶς πατρίδα ἀνεξάρτητη καὶ ἐλεύθερη, χωρὶς ἐθνικὸ πολιτισμὸ καὶ κοινωνία, χωρὶς σπίτι, οἰκογένεια, ἐργασία, ἀσφάλεια! Ὁποία κατάπτωσις τῆς πολιτικῆς...

Μήπως αὐτὸ εἶναι ὅμως τὸ μόνον τραγελαφικὸν τοῦ ἑλληνικοῦ φρενοκομείου; (Περικλῆς Γιαννόπουλος, «Νέον Πνεῦμα», 1906: «τὸ Ἑλλαδικὸν Ληστρικὸν Φρενοκομεῖον» κ.ἄ· πολὺ μετὰ ὁ Κων. Καραμανλῆς πρεσβύτερος: «ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἕνα ἀπέραντο φρενοκομεῖον»!)

Ὁ ὑπουργὸς Δικαιοσύνης Σωτήρης Χατζηγάκης, κατὰ τὴν συνεδρίασι τῆς Βουλῆς στὶς 14-5-2008 ἀμφισβητεῖ εὐθέως αὐτὴν τούτην τὴν ἐθνικὴ κυριαρχία (προϋπόθεσι κάθε δημοκρατίας, καὶ πολιτικῶν ἑπομένως δικαιωμάτων καὶ ἐλευθεριῶν), χαρακτηρίζοντάς την... ἀσύμβατη μὲ κάθε ἀνθρώπινο δικαίωμα!
(«Ο Υπουργός Δικαιοσύνης διαγράφει την Εθνική Κυριαρχία»:
Είπε ο κ. υπουργός: «...Επομένως, εάν ξεκινήσει κανείς από τη σκέψη και από τη θέση ότι «εγώ θέλω την εθνική κυριαρχία», τότε δεν μπορούμε να μιλάμε ούτε για ενωμένη Ευρώπη, ούτε για μία κοινωνία όπου και το ατομικό δικαίωμα και το ανθρώπινο δικαίωμα και το δικαίωμα αυτό καθ' εαυτό, με οποιαδήποτε έννοια του δώσει κανείς, θα μπορεί να σταθεί.»)

Καὶ ἐπανέρχεται ἰσχυριζόμενος ὅτι δὲν μᾶς χρειάζεται πλέον ἡ πατρίδα, ἡ θρησκεία καὶ ἡ οἰκογένεια, ἀφοῦ ὑπάρχουν ἡ Εὐρωπαϊκὴ Ἔνωση καὶ τὰ ἀσιατικὰ κράτη (sic)!
(Χρῆστος Χαρίτος, «Η ιδεολογική εξαχρείωση της Νέας Δημοκρατίας»:
«[...] Συνεχίζει λέγοντας: «Τί πατρίδα, κύριε Καρατζαφέρη; Δεν υπάρχει Ευρωπαϊκή Ένωση; Δεν υπάρχουν τα ασιατικά κράτη; Δηλαδή, σηκώνοντας τη σημαία του εθνικισμού θα κλείσουμε τα μάτια στην πραγματικότητα;»)

Σύμφωνα δὲ με άρθρο του κ. Ι. Μοίρα, αναπληρωτού Γραμματέως Πολιτικού Σχεδιασμού και Προγράμματος της Ν.Δ., στο περιοδικό «Μετεξέλιξη» (το επίσημο περιοδικό της Ν.Δ.), «Η Ν.Δ. πρέπει να μετεξελιχθεί από ένα κόμμα κεντροδεξιό σε κόμμα κεντρώο» (!), και γι' αυτό προτείνει, μεταξύ άλλων, ταχύτερη ενσωμάτωση των μεταναστών, με πρώτα τα παιδιά τους, διαχωρισμό κράτους και Εκκλησίας, αποποινικοποίηση των μαλακών ναρκωτικών, εξομοίωση των ομοφυλοφιλικών ζευγαριών με τα ετεροφυλόφιλα κ.ά.!
(Χρῆστος Χαρίτος, «Η αριστερή Νέα Δημοκρατία»)

Καὶ αὐτὰ σὲ προφανῆ ἀντίθεσι μὲ τὴν βούλησι τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν.

Καὶ ἄλλα πολλὰ τραγελαφικά. Μὲ δυὸ λόγια:

«Όλοι ξέρουν ότι η λέξη «δεξιός» είναι εντελώς άδεια από κάθε περιεχόμενο, ότι η Ελλάδα γνώρισε τον συνεπέστερο καπιταλισμό με «σοσιαλιστική» κυβέρνηση και την προκλητικότερη αρνησιπατρία με δεξιά καραμανλική κυβέρνηση.»
(σ.σ. φούσκα χρηματιστηρίου ἀφ᾿ ἑνός, ἐθνομηδενισμὸς Ρεπούση ἀφ᾿ ἑτέρου)
(Χρήστος Γιανναράς, «Ανοιχτό μυαλό, αδέσμευτος ψυχισμός», «Η Καθημερινή», 30-9-2007.)

[2] Βλ. π.χ. Κάρολος Μάρξ, «Μιὰ προειδοποίηση», 1866.

[3] Ἄρης Βελουχιώτης, λόγος στὴν Λαμία, 29-10-1944: «Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και τρέχει να βρει κέρδη σ' όποια χώρα υπάρχουνε τέτοια. Γι' αυτό δε νοιάζεται κι ούτε συγκινείται με την ύπαρξη των συνόρων και του κράτους. Ενώ εμείς, το μόνο πού διαθέτουμε, είναι οι καλύβες μας και τα πεζούλια μας. Αυτά αντίθετα από το κεφάλαιο που τρέχει, οπού βρει κέρδη, δε μπορούν να κινηθούν και παραμένουν μέσα στη χώρα που κατοικούμε. Ποιος, λοιπόν, μπορεί να ενδιαφερθεί καλύτερα για την πατρίδα του; Αυτοί που ξεπορτίζουν τα κεφάλαιά τους από τη χώρα μας ή εμείς που παραμένουμε με τα πεζούλια μας εδώ;»

[4] Βλ. π.χ. Andrew Leonard, «Can immigrants save an aging Europe?», Salon.com, 3-7-2008.
Προσέξτε λογική. Ἀφοῦ μᾶς ἀπειλεῖ ὅτι θὰ ἐξαφανιστοῦμε διὰ τῆς... φυσικῆς ἐπιλογῆς, συμπεραίνει βάσει κάποιων ὑπολογισμῶν, ὅτι χρειαζόμαστε μερικές... ἑκατοντάδες ἑκατομμύρια μεταναστῶν (π.χ. ἡ Γερμανία 188 ἑκατομμύρια μέχρι τὸ 2050) (!), γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὸ ἀσφαλιστικό! Καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν τερατωδία, ὁ ἴδιος ἀναγνωρίζει ὅτι καὶ οἱ μετανάστες θά... γεράσουν, ἄρα θὰ χρειαστοῦμε στὸ μέλλον ἀκόμη πιὸ τερατωδῶς περισσότερους μετανάστες ἀπὸ τοὺς ἤδη τερατωδώς πολλούς, γιὰ νὰ χρηματοδοτοῦμε τοὺς πρώτους μετανάστες! Καὶ τὸ προτείνει σοβαρά. Αυτὴν τὴν πορεία ἐκθετικῆς ἐπιταχύνσεως πρὸς τὸ χάος (βλέπε «πυραμίδα», «φούσκα χρηματιστηρίου») εἶναι τὸ μοντέλο τοῦ «εκσυγχρονισμού» (νεοφιλελεύθερου διεθνισμοῦ- ἐθνομηδενισμοῦ καὶ «προοδευτικοῦ» «ἀντιρατσισμοῦ», χέρι-χέρι μὲ τὴν παγκοσμιοποίησι καὶ τὸν καπιταλισμό) για το μέλλον μας... Ἰδοὺ τίνων τὰ συμφέροντα ἐξυπηρετοῦν οἱ χρήσιμοι ἠλίθιοι τῆς παγκοσμιοποίησης, οἱ «προοδευτικοὶ» «ἀντιρατσιστές»...

[5] capitalism.org, «Foreigners and Immigration». Τὸ capitalism.org εἶναι ἡ ἱστοσελίδα τῆς ὁμάδας ποὺ ἐκδίδει τὸ περιοδικὸ Capitalism. Διαβάζουμε:
«What is capitalism's policy in regard to foreigners?
Capitalism's policy to people outside its borders is identical to its policy to people inside its borders, or in the words of Thomas Jefferson, "Free trade with all nations, and entangling alliances with none."
Is immigration a problem under capitalism?
As there is no "welfare" extorted from producers at the point of a gun in Capitalist countries (only private charity), the entrance of people into a Capitalist country (immigration) is not looked upon as a problem, as it is in the American welfare state of today, but as an asset: the more people, the larger the market, and the greater possibilities for the division of labor.»
Καὶ ἄλλα φαιδρά, τὰ ὁποῖα στὴν πολιτικῶς παρανοϊκὴ Ἑλλάδα ὑποβοηθοῦν οἱ χρήσιμοι ἠλίθιοι «ἀριστεροὶ» καὶ «ἀντιρατσιστές»...

[6] Τάκης Καμπύλης, «H Δημοκρατία σε διαβούλευση;», ἐφημ. «Ἡ Καθημερινή», 10-1-2010.

[7] Νίκος Παπαγεώργης, «Ο ετοιμαζόμενος νέος νόμος απονομής της ελληνικής ιθαγένειας σε αλλοδαπούς», ἱστολόγιον Δικαιόπολις, 31-12-2009.

[8] Γιώργος Παγουλάτος, «Πατριωτισμός και ανοιχτή κοινωνία», ἐφημ. «Ἡ Καθημερινή», 10-1-2010.

[9] Γιὰ τὴν διαπλοκή, στερουμένης δημοκρατικῆς νομιμοποιήσεως, κυβερνήσεως καὶ ὑπόπτων συμφερόντων ΜΚΟ καὶ προσώπων, βλέπε: antinews, «Μια ΜΚΟ πίσω από το νομοσχέδιο για την Ιθαγένεια !!!», 8-1-2010· antinews, «Μια ΜΚΟ από το σχέδιο Ανάν ως το σχέδιο για την Ιθαγένεια», 9-1-2010· α-εργῶδες, «O GAP, ο Νίκος Αλιβιζάτος, οι ΜΚΟ και το Χρυσό Μοσχάρι της Πολυπολιτισμικότητας», 9-1-2010.

[10] Νίκος Κ. Αλιβιζάτος, «Mετανάστες: «συνταγματικό τόξο» για την Ελλάδα», ἐφημ. «Ἡ Καθημερινή», 3-1-2010.

[11] Σταύρος Λυγερός, «Νομοσχέδιο για την ιθαγένεια: ανάγκη, παγίδες, ιδεολογήματα», ἐφημ. «Ἡ Καθημερινή», 3-1-2010.

[12] Κώστας Ζουράρις, συνέντευξις στὴν ἐφημερίδα «Ἀντιφωνητής», 22-12-2004, τμῆμα τῆς ὁποίας ἀναδημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ «Ρεσάλτο», τεῦχος 1, Δεκέμβριος 2005, σελ. 53.

[13] Γιάννης Κολοβός, «Η έννοια του «Έλληνα» σε μία πολυπολιτισμική Ελλάδα», περ. Patria, τ. 17, Μάιος 2009. Απὸ τὸ ἐξαιρετικὸ αὐτὸ ἄρθρον μεταφέρω ἐδῶ τὸ ἀπόσπασμα τοῦ Μισεά:

«Μια συμπυκνωμένη απόδοση των προαναφερθέντων δίνει ο Γάλλος φιλόσοφος Ζαν Κλοντ Μισεά (16) ο οποίος τονίζει ότι: «Ο πυρήνας της φιλελεύθερης φιλοσοφίας είναι η ιδέα ότι μόνον μια ιδεολογικά ουδέτερη εξουσία μπορεί να εξασφαλίζει την ειρηνική συνύπαρξη των πολιτών. Συγκεκριμένα κάθε άτομο είναι ελεύθερο να ζει σύμφωνα με τον δικό του ιδιωτικό ορισμό της ευτυχίας ή της ηθικής (αν έχει κάποια ηθική), υπό τον όρο ότι δεν θα βλάπτει την ελευθερία του άλλου. Το τελευταίο κριτήριο γίνεται γρήγορα ανεφάρμοστο, από τη στιγμή που θέλουμε να διατηρήσουμε μιαν αυστηρή ιδεολογική ουδετερότητα. Το παράδοξο είναι ότι η λογική του πολιτικού και πολιτισμικού φιλελευθερισμού δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε έναν νέο πόλεμο όλων εναντίον όλων, που διεξάγεται αυτή τη φορά στα δικαστήρια. Επειδή απαγορεύεται να έχουμε έναν φιλοσοφικό ορισμό του γενικού συμφέροντος, το φιλελεύθερο δίκαιο είναι υποχρεωμένο να νομοθετεί στα τυφλά, με βάση τον συσχετισμό δυνάμεων που υπάρχει σε μια δεδομένη στιγμή στην κοινωνία. Μια κοινωνία που αρνείται κάθε πολιτική σημασία σε κοινές ανθρώπινες αξίες, οδηγείται αναπόφευκτα να θέλει να διεκπεραιώνει τα πάντα με το δίκαιο. Εγώ υποβάλλω σε κριτική το φιλελεύθερο σύστημα από μια ριζοσπαστική δημοκρατική ή, αν προτιμάτε, αναρχική σκοπιά, επειδή απειλεί όλο και περισσότερο τις στοιχειώδεις δημοκρατικές ελευθερίες. Ο φιλελευθερισμός αποκλείει κάθε αναφορά σε κοινές ηθικές αξίες. Μια κοινωνία που είναι ταυτόχρονα ατομικιστική και «πολυπολιτισμική» δεν μπορεί επομένως να βρει μιαν επίφαση ανθρωπολογικής συνοχής, παρά μόνο στη λατρεία της ανάπτυξης και της κατανάλωσης. Να γιατί η οικονομία έγινε η θρησκεία των σύγχρονων κοινωνιών».»

Πόσο ἐπίκαιρο σήμερα ποὺ εξαλλοι οἰκονομάχοι Δημητράδες ξεσαλώνουν ἐξαπολύοντες δικαστικὲς διώξεις κατὰ θρησκευτικῶν εἰκόνων, κατὰ συγγραφέων καὶ κατὰ κάθε Ἕλληνος!

[14] Κωνσταντῖνος Ρωμανός, ὁμιλία στὴν ἡμερίδα «Ἴων Δραγούμης καὶ Ἑλληνισμός», Παλαιὰ Βουλή, 24-9-2008.

[15] Περὶ Putnam βλ. π.χ. Mark Easton, «Does diversity make us unhappy?», BBC:
«It is an uncomfortable conclusion from happiness research data perhaps - but multicultural communities tend to be less trusting and less happy.»

[16] Χρῆστος Γιανναρᾶς, «Ηγέτης: η σημασία και ενδείξεις», ἐφημ. «Ἡ Καθημερινή», 10-1-2010:

«Πίσω από την απειλή, ο ηγέτης θα διαβλέψει την ευκαιρία: Ο Ελληνισμός φθίνει πληθυσμικά με ρυθμούς που εγγυώνται εγγύτατη την ιστορική του εξαφάνιση. Η απειλή κατάλυσης της κοινωνικής συνοχής από την ανεξέλεγκτη εισροή αλλοδαπών στη χώρα μπορεί, πολιτικά, να μετατραπεί σε ευκαιρία με την αφομοίωση των επήλυδων. Γι’ αυτό και η εκπαιδευτική πολιτική, όπως και ο κοινωνικός έλεγχος των ΜΜΕ (το Εθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο), μαζί με οικονομική ενίσχυση (όχι δημεύσεις) του κοινωνικού έργου των εκκλησιαστικών ενοριών, είναι τα πρωτεύοντα μέτρα για να νιώσουν οι μετανάστες την Ελλάδα καινούργια πατρίδα τους, επιθυμητή και σεβαστή.
Με σπιθαμιαίους ηγέτες, δεκαετίες τώρα, το υπουργείο Παιδείας και τα ασυνείδητης κερδοσκοπίας ΜΜΕ απεργάζονται μεθοδικά τον αφελληνισμό των Ελλήνων, όχι τον εξελληνισμό των επήλυδων. Τυχάρπαστες μετριότητες, σε ρόλους πρακτορίσκων ξένων συμφερόντων και υπηρεσιών, προωθούνται σε καίριες για την Παιδεία και την Ενημέρωση θέσεις. Και αν καταγγελθεί η αυθαιρεσία, εξεγείρεται αστραπιαία η συντονισμένη με απίστευτη ομοτροπία (σαν από ντουντούκα) ομάδα των «προοδευτικών» εθνομηδενιστών, από τη νεοφιλελεύθερη Δεξιά ώς την «ανανεωτική» τάχα Αριστερά, για να παραμείνουν αμετακίνητοι οι τριτοκλασάτοι πρακτορίσκοι στα πόστα τους.»

[17] Κωνσταντῖνος Ρωμανός, «Ελληνική ιθαγένεια, πολιτικά δικαιώματα και λαθρομετανάστευση», ἐφημ. «Τὸ Παρόν», 29-11-2009.

[18] «Ευκαιρίες μάθησης σε όλα τα παιδιά των μεταναστών», ἐφημ. «Ἡ Καθημερινή», 10-1-2010. Τῶν Ἑλλήνων, πότε;