«Tὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική· τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου. Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου.» (Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἄξιον ἐστί»)

Σελίδες Πατριδογνωσίας - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό

Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

Ὁ κῆπος τῶν ἡρώων

   Ξεχασμένοι στὸν κῆπο τους. Χρόνια τώρα πολλά. Μαρμαρωμένοι. Κοιμοῦνται...
   Κι ὅμως. Σὰν ν᾿ ἀφουγκράζονται. Σὰν νὰ βλέπουν. Καὶ ν᾿ ἀνταριάζῃ ἡ ψυχὴ τους. (Πῶς; Δὲν τοὺς ἀκοῦτε; Βάλτε γιὰ λίγο τὸ χέρι στὴν καρδιά σας, καὶ νιῶστε.)
   Οἱ μουστάκες κι οἱ γενιάδες μοῦ φαίνεται ἀναδεύονται θυμωμένα. Τὰ φέσια σὰν νὰ παίρνουν καὶ πάλι φωτιά. Τὸ βλέμμα συνοφρυωμένο, ἄγριο, βλοσυρό. Μᾶς κοιτάζουν. Φουρτούνα μυρίζει.
   Ὅπου νά ᾿ναι ξυπνοῦν.
   Καὶ τότε...

Νότης Μπότσαρης (1756-1841)
Δημήτριος Ὑψηλάντης (1793-1832)
Κίτσος Τζαβέλας (1801-1855)
Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης (1765-1848)
Κωνσταντῖνος Κανάρης (1790-1877)
Δόμνα Βισβίζη (1783-1850)
Μάρκος Μπότσαρης (1790-1823)
Γεώργιος Καραϊσκάκης (1780-1827)
Ἀνδρέας Μιαούλης (1769-1835)
Νικηταρᾶς (1781-1849)
Ἐμμανουὴλ Παπᾶς (1773-1821)
Νικόλαος Κριεζώτης (1785-1853)
Πεδίον τοῦ Ἄρεως - Ὁ κῆπος τῶν ἡρώων
Πεδίον τοῦ Ἄρεως - Ὁ κῆπος τῶν ἡρώων
Δημητράκης Πλαπούτας (1786-1864)
Δημήτριος Παπανικολῆς (1790-1855)
Μαντώ Μαυρογένους (1796-1840)
Ἀθανάσιος Διάκος (1786-1821)
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (1770-1843)
Ὀδυσσεὺς Ἀνδροῦτσος (1790-1825)
Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανός (1771-1826)
Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα (1771-1825)
Γρηγόριος Δικαῖος - Παπαφλέσσας (1788-1825)

Σημείωσις: Ὅλες οἱ φωτογραφίες ἐλήφθησαν ἀπὸ τὸν γράφοντα στὶς 26-11-2011.

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012

Ποῦ πηγαίνουν οἱ κάμπιες ὅταν κατεβαίνουν ἀπὸ τὸ πεῦκο;

   Ὁ Πυθέας ἀναζητοῦσε τὴν ἄγνωστη Θούλη, ὁ Κολόμβος τὶς Δυτικὲς Ἰνδίες καὶ ὁ συνταγματάρχης Φῶσσετ τὶς μυθικὲς χρυσὲς πολιτεῖες στῆν ζούγκλα τοῦ Μάτο Γκρόσο· ὁ Μαγγελάνος ξεκινοῦσε γιὰ τὸν γύρο τοῦ κόσμου καὶ ὁ Ἄρμστρονγκ γιὰ τὴν χλωμὴ Σελήνη. Δέος ἔνιωσα ὡστόσο κοιτάζοντας ἕνα πρωινὸ τὶς μικρὲς κάμπιες (thaumetopoea pityocampa) ποὺ περνοῦσαν τὸν δρόμο.

Τὸ ταξίδι τῆς κάμπιας
(Χαλάνδρι, Ἀθῆναι, 19-3-2012)

   Ποῦ πηγαίνουν οἱ κάμπιες ὅταν κατεβαίνουν ἀπὸ τὸ πεῦκο;

   Ἀπὸ τὴν ζεστή, σκιερὴ ἀγκαλιὰ τοῦ μητρικοῦ πεύκου, στὸ τραχύ, ἡλιοκαμμένο ἔδαφος. Κάθετα στὸν ἀφιλόξενο δρόμο. Σὲ μιὰ σειρά, ἡ μιὰ πίσω ἀπὸ τὴν ἄλλη. Ἀργά-ἀργά, ἴσα ποὺ πιάνει τὸ μάτι. Πορεία, μακρύτερη κι ἀπὸ μαραθώνιο. Προορισμός, πιὸ ἄγνωστος κι ἀπὸ τὴν Ἀτλαντίδα. Ἕνα ἀπελπισμένο ταξίδι πρὸς τὸν θάνατο. (Πόσο δύσκολο εἶναι τὸ ἐγχείρημα... Χώρια ποὺ φοβοῦμαι ὅτι ἄμα σκοτωθῇ ἡ ὁδηγός, ὅλη ἡ ὁμὰς εἶναι καταδικασμένη.) Γιατί; Χωρὶς λόγο. Χωρὶς σκοπό. Χωρὶς ἐλπίδα. Μόνον ἐπειδὴ κάτι βαθύτερο, ἕνα κάλεσμα ἀπὸ ἀλλοῦ, ἡ μακρινή, ὀνειρικὴ εἰκόνα μιᾶς πεταλούδας ποὺ τρελοπαίζει τὰ πολύχρωμα φτερά της στὸν ἥλιο, μιὰ στιγμὴ ἀθανασίας, ἀνεπίγνωστα μᾶς ἔλκει στὴν σωτηρία καὶ στὸν χαμό μας.


Τὸ ταξίδι τῆς κάμπιας
(Χαλάνδρι, Ἀθῆναι, 19-3-2012)

Πληροφορίες:
- Ἐκεῖ ποὺ ποτὲ δὲν πάτησε ἱεραπόστολος (V for VALIS)
- S.O.S. γιὰ τὰ πεῦκα στοῦ Φιλοπάππου (Λόφοι Φιλοπάππου)
- Κάμπια τοῦ πεύκου (Βιοκῆπος)

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012

Δύο πίνακες

Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Θέα τῶν Ἀθηνῶν, 1940 (ἰδιωτικὴ συλλογή)

Ἄ γαιώδη ἄνθρωπε
Ἰδὲς ποὺ ὁ τοκετὸς τῆς νύχτας ἔφερε
Κυανὸ καὶ κιννάβαρι, πορφύρα καὶ ὤχρα
(Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Μικρὸν Ἀνάλογον γιὰ τὸν Ν. Χατζηκυριάκο-Γκίκα»)

ἀλληλέγγυα στάθηκαν τὰ σπίτια
καὶ μικρὰ καὶ τετράγωνα
μὲ καμάρα λευκὴ καὶ λουλακὶ πορτόφυλλο
(Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Τὸ Ἄξιον Ἐστί»)

(Βλ. Νίκος Ἀλ. Μηλιώνης, «Ὁ εἰκαστικὸς μοντερνισμὸς στὴν ποίηση τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη», περιοδικὸν «Νέα Εὐθύνη», τ. 8, Νοέμ.-Δεκ. 2011, σελ. 643.)

* * *

Ἰάκωβος Ρίζος, Ἀθηναϊκὴ βραδιὰ στὴν ταράτσα, 1897 (Ἐθνικὴ Πινακοθήκη)

   Στὸν πίνακα αὐτὸ ἀντικρύζω τὸ χαμένο μου ἰδανικό. Ὅ,τι θὰ ἤθελα νὰ εἶμαι, ὅ,τι θὰ ἤθελα νὰ δῶ, νὰ ζήσω, νὰ ὀνειρεύομαι, ἐγώ, οἱ δικοί μου, ἡ χώρα μου.
   Κοιτάζω γύρω μου: ἡ καθημερινὴ «πραγματικότης»...
   Κοιτάζω τὸν πίνακα: κάτι ἀπὸ ἀλλοῦ. Ἄλλοι ἄνθρωποι, μιᾶς ἄλλης χώρας, μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς. Ἀλλοῦ, πολὺ μακρυά.
   Καὶ ὅμως, περιέργως, καὶ πολὺ κοντὰ συνάμα. Τόσο ξένα σήμερα ἐτοῦτα, ἀλλὰ σὰν κάτι νὰ μοῦ θυμίζουν. Σὰν ἕνα παράλληλο σύμπαν, ξένο καὶ ὅμως οἰκεῖο, χαμένο καὶ ὅμως κοντινό. Παρόν, πραγματικό. Ἐγώ, ἐδῶ, τώρα!

   Ἐδῶ, σὲ αὐτὸν πίνακα ζῶ. Ὅπου νά ᾿ναι θὰ ξυπνήσω ἀπὸ τὸν ἀνυπόφορο ἐφιάλτη ποὺ μὲ εἶχε κάνει νὰ τὸ λησμονήσω.

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

Καλοὶ Γερμανοί

Μαρτῖνος Κρούσιος
(Martin Crusius, Martin Krauß, 1526-1607)
   Ὁ Γερμανὸς λόγιος Μαρτῖνος Κρούσιος, υἱὸς εὐαγγελιστοῦ ἱερέως, καθηγητὴς ἑλληνικῆς καὶ λατινικῆς φιλολογίας τοῦ πανεπιστημίου τῆς Τυβίγγης, ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιφανέστερους μελετητὲς καὶ ἀποθησαυριστὲς («Turcograecia» (1584) κ.ἄ.) τῆς βυζαντινῆς γραμματείας ἀλλὰ καὶ συγχρόνων του Ἑλλήνων λογίων τῆς ὑποδούλου Κωνσταντινουπόλεως (ὅπως τοὺς ἀδελφοὺς Ἰωάννη καὶ Θεόδωρο Ζυγομαλᾶ, μὲ τοὺς ὁποίους διατηροῦσε στενὴ ἀλληλογραφία) καὶ τῆς διασπορᾶς, συνέβαλε στὸν διάλογο μεταξὺ προτεσταντῶν θεολόγων καὶ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐπὶ Ἱερεμίου Β' τοῦ Τρανοῦ, ὑπερασπίσθηκε δὲ παντὶ τρόπῳ τὸ ὑπόδουλον Γένος.
   Διαβάζουμε [1]:
   «Ὁ Γερμανὸς καθηγητὴς τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς καὶ λατινικῆς φιλολογίας δὲν παρέλειπε νὰ ἐκφράζει τὰ φιλελληνικά του αἰσθήματα εἴτε στὰ ἐπιστημονικά του κείμενα εἴτε στὴν ἀπὸ ἕδρας διδασκαλία του. Εἶναι ἐνδεικτικὸ ὅτι τὸν πρῶτο καθιερωμένο λόγο του ὡς καθηγητὴς σὲ γυμνάσιο τοῦ Στρασβούργου τὸ 1547, ὁ Κρούσιος τὸν ἐκφώνησε ὄχι στὴν λατινικὴ γλῶσσα, ὅπως ἀπαιτοῦσε ἡ παράδοση αἰώνων, ἀλλὰ στὴν ἑλληνική. Ἐνδεικτικὸ εἶναι ἐπίσης ὅτι ὁ Κρούσιος δὲν ἔπαυε νὰ ἐκφράζει καὶ γραπτῶς τὰ φιλελληνικά του αἰσθήματα, παραθέτοντας μάλιστα δίπλα στὴν ὑπογραφή του καὶ τὴν φράση: «Φιλέλλην εἶπερ τις καὶ ἄλλος» ἢ ἁπλῶς «φιλέλλην». Ἄλλοτε δὲ ἀποκαλοῦσε τὸν ἑαυτό του «ἀκορέστως φιλέλληνα» καὶ μάλιστα «εἰς ἀπληστίαν». Εἶναι ὄντως ὁ Κρούσιος ὁ πρῶτος φιλέλληνας στὴν Εὐρώπη, ὅπως εἶναι καὶ ὁ προσδιοριστικὸς ὑπότιτλος τοῦ εὐσύνοπτου βιβλίου τῆς Σέμνης Καρούζου, ὁ ὁποῖος συνοδεύει τὸν τίτλο «Μαρτῖνος Κρούσιος» (ἐκδ. Ἔσπερος, Ἀθήνα 1973)· ὁ Κρούσιος ἔδειξε ἐμπράκτως τὰ συναισθήματά του πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸ κατὰ τὴν περίοδο τῆς τουρκοκρατίας.»
   Καὶ ἀκόμη [2]:
   «Τὸ μοναδικὸ φιλελληνισμό του ἀποδεικνύουν ἀμέτρητες δηλώσεις του, ὅπως π.χ. «Ἀλλ᾿ οὐκ ἐᾷ με ἡ ἐμοῦ διηνεκὴς φιλελληνία ἡσυχίαν ἄγειν» [3] ἢ «Διαφυλάττειν ἐγὼ τὴν ἑλληνίδα φωνὴν καὶ πλατύνειν ἐν τῇ Γερμανίᾳ κατὰ τὴν ἀσθένειάν μου πειρῶμαι μετὰ προθυμίας πάσης».

Σημειώσεις:
[1] Γιάννης Παπακώστας, «Ἐπίσκεψις ὅρων: ἕνα λανθάνον κείμενο τοῦ Β. Μυστακίδη», περιοδικὸν «Νέα Εὐθύνη», τ. 8, Νοέμ.-Δεκ. 2011, σελ. 600.
[2] Dieter Motzkus, «Συμπληρώθηκαν 400 χρόνια από τον θάνατο του Μαρτίνου Κρούσιου (Martin Crusius), του πρώτου Γερμανού φιλέλληνα και νεοελληνιστή», περιοδικὸν «Ἑλληνικὴ Διεθνὴς Γλῶσσα», τ. 70., Ἰαν.-Μάρτ. 2008.
[3] Πρβλ. μὲ τὸ «Οὐκ ἐᾷ με καθεύδειν τὸ τοῦ Μιλτιάδου τρόπαιον» τοῦ Θεμιστοκλέους, κατὰ Πλούταρχον.

Ἡ εὐτραπελία (χιοῦμορ) τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων

   «Οἱ δυσκολίες τῆς ζωῆς», ἔγραφε ὁ φιλόσοφος Ἰ. Κάντ, «ἀντιμετωπίζονται συνήθως μὲ τρεῖς τρόπους: τὴν ἐλπίδα, τὸ ὄνειρο καὶ τὸ χιοῦμορ».

   Ἡ ξένη λέξη «χιοῦμορ» (ἀγγλ.-γαλλ. humour, γερμ. humor) ἔχει, ὡς γνωστόν, ἑλληνικὴ προέλευση, ἀφοῦ ἡ λατινικὴ humor (umor) ποὺ ἀποδίδει προέρχεται ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ χυμός. Κατὰ τὴν Ἱπποκρατικὴ Ἰατρικὴ «χυμοί» εἶναι τὰ τέσσερα ὑγρὰ στοιχεῖα τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, δηλ. τὸ αἷμα, τὸ φλέγμα, ἡ κίτρινη καὶ ἡ μέλαινα χολή, μὲ τὴν σύμμετρη μίξη τῶν ὁποίων διατηρεῖται ἡ ὑγεία, ἐνῶ ἀντίθετα ἐπέρχεται ἡ νόσος. Ἀπὸ τὸν Γαληνὸ (2ος αἰ. μ.Χ.) ἡ θεωρία αὐτὴ ἔγινε γνωστὴ στὸν Μεσαίωνα, ἐφαρμόσθηκε δὲ καὶ στὴν ψυχολογία, μὲ τὴν θεωρία περὶ τῶν τεσσάρων τύπων τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀντιστοιχοῦν στὸν καθένα ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς χυμούς (ἢ umores), ἡ ὁποία ἀπαντᾶ καὶ σὲ συγγραφεῖς ἀκόμη καὶ τοῦ 17ου αἰ. Στὸ τέλος τοῦ 16ου αἰ. ὁ Ἄγγλος συγγραφέας Ben Jonson (1572-1637) διετύπωσε μὲ τὰ ἔργα του (κωμωδίες) «Everyman in his humour» (1598) καὶ «Everyman out of his humour» (1599) τὴν θεωρία ὅτι ἡ κωμικὴ συμπεριφορὰ τῶν ἀνθρώπων ὀφείλεται στὴν ἀνομοιομερῆ μίξη τῶν «χυμῶν» τοῦ σώματος.

   Θὰ ἄξιζε νομίζω τὸν κόπο νὰ μελετήσει κανεὶς τὴν σημασιολογικὴ ἐξέλιξη τῆς ἔννοιας ὅπως καὶ τὰ διάφορα εἴδη τοῦ χιοῦμορ ποὺ διαμορφώθηκαν στὴν νεώτερη εὐρωπαϊκὴ λογοτεχνία σὲ σύγκριση μὲ τὰ ἀντίστοιχα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Ξεχωριστὴ θέση πρέπει νὰ ἔχει στὴ σύγκριση αὐτὴν ἡ ἴδια ἡ γενικὴ ἀντίληψη ποὺ εἶχαν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες γιὰ ὅ,τι ὀνομάζουμε ἐμεῖς σήμερα χιοῦμορ: Εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς τρόπους ἔκφρασης μιᾶς κοινωνικῆς συμπεριφορᾶς ἡ ὁποία ἔχει τρία βασικὰ χαρακτηριστικά: τὴν κοινωνικότητα, τὴν πνευματικὴ εὐστροφία καὶ τὴν καλαισθησία. Ἡ συμπεριφορὰ αὐτὴ ὀνομαζόταν «εὐτραπελία» καὶ περιγράφεται μάλιστα ἀπὸ τὸν Ἀριστοτέλη («Ἠθικὰ Νικομάχεια», II, 7, 1108a, 23 κ.ἑξ.) ὡς «ἀρετή», δηλαδὴ ὡς ἡ ἱκανότητα νὰ εἶναι κανεὶς εὐχάριστος μὲ χάρη («περὶ τὸ ἡδὺ ἐν παιδιᾷ») σὲ φιλικὴ συναναστροφή, μὲ τὴν ὁποία ἀποφεύγονται δύο ἀκρότητες: ἡ «βωμολοχία» (τὸ νὰ ἀστεΐζεται ἀδιάντροπα) ἀπὸ τὴ μιὰ μεριά, ἡ «ἀγροικία» (τὸ νὰ εἶναι ἄξεστος) ἀπὸ τὴν ἄλλη. Τὴν ἀντίθεση καὶ πρὸς τὰ δύο δηλώνει ἐπίσης ἡ ἔννοια «ἀστεῖος» (παράγωγο ἀπὸ τὴν λέξη «ἄστυ») ἡ ὁποία σημαίνει τὸν «πολιτισμένο» κάτοικο τῆς πόλης σὲ ἀντιδιαστολὴ πρὸς τὸν «ἄγροικο» (τὸν ἄξεστο «χωριάτη»), ὅπως καὶ τὸ κομψὸ («ἀστεῖον») εὐφυολόγημα, ποὺ διακρινόταν γι᾿ αὐτὸ ἀπὸ ὅ,τι προκαλοῦσε ἁπλῶς τὸ γέλιο (καὶ καλοῦνταν «τὸ γέλοιον»«γελοῖον»). Ἀστεϊσμοὶ ποὺ γίνονταν γιὰ νὰ πειράξουν λέγονταν συνήθως «σκώμματα»· δύο ἄλλοι χαρακτηρισμοὶ -σπάνιοι, ὡστόσο ἐνδεικτικοὶ- εἶναι ἡ «μωκία» (ἡ λέξη ἀποδίδει τὸν ἦχο ποὺ παράγει ἡ γκαμήλα) καὶ ἡ «ρωποπερπερήθρα» («ρῶποι» = μικρῆς ἀξίας πράγματα, «ψιλικά»).

(Ἰω. Σ. Τουλουμάκος, «Τρόποι ζωῆς καὶ χιοῦμορ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων», τ. Α', Εἰσαγωγή, σελ. 25, 32-34, ἐκδ. Ζῆτρος, Θεσσαλονίκη 2003, ISBN 960-7760-93-X)

* * *

Ὁ «πραγματικὸς θεῖος» καὶ ὁ «ἄγνωστος πατέρας» ἢ ὁ δογματισμὸς τοῦ κομμουνισμοῦ καὶ ἡ ἄγνοια τῆς ἀνθρώπινης φύσης

   Ἡ περίφημη -καὶ πολυσυζητημένη- κριτικὴ ποὺ ἀσκεῖ ὁ Ἀριστοτέλης στὰ «κομμουνιστικὰ» στοιχεῖα τῆς ἰδανικῆς πολιτείας, τὴν ὁποία συνθέτει ὁ Πλάτων στὸ ἔργο του «Πολιτεία», βασίζεται κατὰ κύριο λόγο στὴν ἄποψη τοῦ φιλοσόφου γιὰ τὴν κατάργηση τῆς οἰκογένειας (ὅπως καὶ τῆς ἰδιοκτησίας). Μὲ ἐντυπωσιακὴ παραστατικότητα ὁ Ἀριστοτέλης περιγράφει τὴν σύγχυση ποὺ θὰ προκύψει ἂν ἐκλείψουν οἱ παραδοσιακές, στὴν οἰκογένεια βασιζόμενες, συγγενικὲς σχέσεις, παρατηρώντας πὼς «γιὰ τὸν καθένα πολίτη θὰ ὑπάρχουν χίλιοι γιοὶ καὶ μάλιστα ἔτσι ὥστε ἀπὸ τὸν ὁποιονδήποτε τυχόντα πατέρα νὰ θεωρεῖται ὁ ὁποιοσδήποτε τυχών, γιός· γι᾿ αὐτὸν τὸν λόγο θὰ ἀδιαφοροῦν οἱ μὲν γιὰ τοὺς δὲ καθ᾿ ὅμοιο τρόπο» ἐνῶ λίγο παρακάτω συμπεραίνει: «γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν εἶναι καλύτερο νὰ ἔχει κάποιος ἕναν πραγματικὸ ἀνεψιὸ παρὰ ἕναν μὲ μιὰ τέτοια (δηλ. τὴν «κομμουνιστικὴ») ἀντίληψη γιό». («κρεῖττον γὰρ ἴδιον ἀνεψιὸν εἶναι ἢ τὸν τρόπον τοῦτον υἱόν.» Πολ. ΙΙ, 3, 1261b 38-40, 1262a 13-14)

   Τὸ ἀστεῖο γίνεται καλύτερα κατανοητό, ἐὰν διακρίνει κανεὶς σὲ αὐτὸ ἕναν ὑπαινιγμὸ κατὰ τοῦ ἰδίου τοῦ Πλάτωνος: Ὁ Πλάτων, ὡς γνωστόν, διόρισε διάδοχό του στὴν Ἀκαδημία τὸν ἀνεψιό του Σπεύσιππο καὶ ὄχι τὸν Ἀριστοτέλη, ὁ ὁποῖος λίγο ἀργότερα ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ἀθήνα γιὰ νὰ ἐπιστρέψει μετὰ ἀπὸ 12 χρόνια καὶ νὰ ἰδρύσει ἐκεῖ τὴν δική του Σχολή.

(Ἰω. Σ. Τουλουμάκος, «Τρόποι ζωῆς καὶ χιοῦμορ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων», τ. Α', κεφ. XXX, «Εἰρωνία καὶ χιοῦμορ τοῦ Ἀριστοτέλη», σελ. 347-348, ἐκδ. Ζῆτρος, Θεσσαλονίκη 2003, ISBN 960-7760-93-X)

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2012

Τὸ γλωσσικὸ ζήτημα στὴν τρίτη χιλιετία

Κυκλοφόρησε τὸ 3ον τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ «νέος Ἑρμῆς ὁ Λόγιος», σὲ εἰδικὸ ἔνθετο τοῦ ὁποίου περιλαμβάνονται οἱ εἰσηγήσεις τῆς ἡμερίδος «Ἡ ἱστορικὴ ὀρθογραφία στὴν νέα ἐποχή», ἡ ὁποία διοργανώθηκε ἀπὸ τὴν Ἑταιρεία Μελέτης Ἑλληνικοῦ Πολιτισμοῦ (ἡ ὁποία ἐκδίδει καὶ τὸ περιοδικόν) καὶ τὸ Ἀνοικτὸ Ψυχοθεραπευτικὸ Κέντρο στὶς 28-5-2011, μὲ τὴν συμμετοχὴ φιλολόγων, ἐκδοτῶν, ποιητῶν καὶ συγγραφέων κ.ἄ. ἀξιολόγων λογίων καὶ ἐπιστημόνων. Ἀκολουθεῖ ἡ εἰσήγησις τοῦ Γιώργου Καραμπελιᾶ, μιὰ ἐξαιρετικὴ ἀνασκόπησις τῆς ἱστορίας τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος, ἐκτίμησις τῆς παρούσης καταστάσεως καὶ παρότρυνσις δράσεως γιὰ τὸ μέλλον.

Τὸ νέο γλωσσικὸ ζήτημα

Γιῶργος Καραμπελιᾶς

(α' δημοσίευσις: περιοδικὸν «Ἄρδην», τ. 30, Μάιος 2001· β' δημοσίευσις: περιοδικὸν «νέος Ἑρμῆς ὁ Λόγιος», τ. 3, Σεπτ.-Δεκ. 2011· τὸ κείμενο σὲ ἠλεκτρονικὴ μορφὴ τὸ δανεισθήκαμε ἀπὸ τὸ olympia.gr)

   Τό γλωσσικό ζήτημα πού ἀπασχολεῖ, ταλανίζει καί ταυτοχρόνως... ἀναζωογονεῖ τήν ἑλληνική κοινωνία, διανύει τήν τρίτη χιλιετία τῆς ἱστορικῆς του διαδρομῆς.

   Στήν ἑλληνιστική καί τή ρωμαϊκή ἐποχή, ἤδη, οἱ ἀττικίζοντες συγγραφεῖς ἐπιχειροῦσαν νά ἐπανέλθουν στό ἀρχαῖο ὕφος καί ἦθος, ἀπέναντι  στόν κίνδυνο «ἐκβαρβαρισμοῦ» τῆς γλώσσας. Σήμερα, μέσα ἀπό τήν φαινομενικά ἀδήριτη λογική τῆς παγκοσμιοποίησης, ἡ ζωντανή χρήση τῆς ἑλληνικῆς ἀπειλεῖται εἴτε μέ ἐξαφάνιση εἴτε μέ ἀπομείωση. Τό γλωσσικό ζήτημα ἀναδεικνύεται κατά συνέπεια ὡς ἕνα ἀπό τά κομβικά στοιχεῖα τῆς πορείας καί τῆς ταυτότητας τοῦ ἑλληνισμοῦ, ἴσως τό σημαντικότερο στόν πολιτισμικό τομέα. Καί μποροῦμε νά διακρίνουμε τρεῖς μεγάλες περιόδους.

Ὁ ἀρχέγονος διμορφισμός

   Γιά χιλιάδες χρόνια, ἐπρόκειτο γιά τή διαφοροποίηση μεταξύ τῆς καθημερινῆς, καθομιλουμένης, λαϊκῆς ἤ «χυδαίας» γλώσσας καί τῆς γλώσσας τῶν λογίων, τῶν πεπαιδευμένων, τῶν ἱερατείων. Ἐπρόκειτο γιά ἔνταση, σύγκρουση, ἀντιπαράθεση ἀνάμεσα στή συγχρονία καί τή διαχρονία, ἀνάμεσα στή ζωντανή, καθημερινή ἐξέλιξη τῆς γλώσσας καί τήν ἀναφορά σέ μιά ἱστορία καί μιά παράδοση χιλιετιῶν. Αὐτή ἡ διμορφία (διμορφία καί ὄχι διγλωσσία, καθώς πρόκειται γιά δυό μορφές τῆς ἴδιας γλώσσας καί ὄχι γιά πραγματική διγλωσσία ὅπως στή φραγκική Δύση, ὅπου τά λατινικά ἀντιπαρατίθενται στίς ὑπό δημιουργίαν ἐθνικές γλῶσσες), θά ὁδηγήσει στή σύγκρουση καί τόν διχασμό ἀλλά παράλληλα θά ἀποτελέσει καί τό ὑπόβαθρο γιά τή διατήρηση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ὡς μιᾶς ἑνιαίας ζωντανῆς γλώσσας γιά τρεῖς ἤ τέσσερις χιλιάδες χρόνια!

   Βέβαια, ἡ ἔνταση ἀνάμεσα στήν ἐξελισσόμενη καθημερινή λαϊκή γλῶσσα καί τή γραπτή παράδοση εἶναι διαχρονική καί δέν ἀφορᾷ μόνο τούς Ἕλληνες. Ἡ γλῶσσα καί τά ὑπάρχοντα γλωσσικά σύμβολα, ἡ γραφή, ἀνατροφοδοτοῦνται διαρκῶς ἀπό τίς ξένες γλῶσσες καί τήν παράδοση – τό συσσωρευμένο γλωσσικό ἀπόθεμα. Στήν Ἀθῆνα, ἀπό τήν ἐποχή τῶν Πεισιστρατιδῶν, ὁ Ὅμηρος θά λειτουργεῖ ὡς ὁ γραπτός κανών πού θά διαμορφώσει, μαζί μέ τήν καθημερινή γλῶσσα τῶν Ἀθηναίων, τήν Ἀττική διάλεκτο. Ἡ τελευταία, μέσῳ τῆς κλασσικῆς φιλολογίας καί φιλοσοφίας, θά μεταβληθεῖ σέ πανελλήνια γλῶσσα. Μέ τούς Μακεδόνες καί τήν ἑλληνιστική ἐποχή, ἡ ἑλληνική γλῶσσα θά γίνει ἡ γλῶσσα δεκάδων ἑκατομμυρίων ἀνθρώπων σέ ὅλο τόν μέχρι τότε γνωστό κόσμο. Ὅμως τά ἑλληνικά τῶν Ἑβραίων, τῶν Αἰγυπτίων, τῶν Συρίων, ἤ καί τῶν Ρωμαίων ἀργότερα, θά εἶναι γεμάτα βαρβαρισμούς καί θά ἐπιφέρουν ἕνα φτώχεμα στή γλῶσσα. Ἦταν ἡ ἀφετηρία τοῦ πρώτου μεγάλου διχασμοῦ. Οἰ ἀττικίζοντες συγγραφεῖς καί οἱ λόγιοι θά ἀποπειραθοῦν νά ἐπιστρέψουν στή γλῶσσα τοῦ Πλάτωνα καί τοῦ Θουκυδίδη, πιστεύοντας πώς ἔτσι θά ἀντισταθοῦν στήν παρακμή τοῦ ἀρχαίου ἑλληνισμοῦ. (Γιά παράδειγμα, ὁ γραμματικός  Οὐλπιανός, τόν 2ο μ.Χ. αἰῶνα, θά ἀποκληθεῖ Κειτούκειτος, γιατί προτοῦ δοκιμάσει κάποιο φαγητό διερευνοῦσε ἄν ἀναφερόταν στήν ἀττική γραμματεία: «κεῖται ἢ οὐ κεῖται»;)

   Ἀντίθετα, οἱ νέες δυνάμεις τοῦ εὐρύτερου ἑλληνιστικοῦ καί ἑλληνορρωμαϊκοῦ κόσμου θά ἐκφραστοῦν μέσα ἀπό τή λαϊκή γλῶσσα, τήν «κοινή» τῆς ἐποχῆς. Μέ αὐτήν θά κάνουν οἱ χριστιανοί τή χριστιανική θρησκεία μιά θρησκεία καθολικῶν ἀξιώσεων καί διαστάσεων. Σέ αὐτή θά μεταφραστοῦν τά βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί θά γραφοῦν τά κείμενα τῶν Ἀποστόλων. Ταυτόχρονα, θά ἀλλάξει καί ἡ γραφή. Ἀπαιτεῖται πλέον ἡ εἰσαγωγή μιᾶς γραφῆς πού θά βοηθάει τούς ἀλλογενεῖς τοῦ μεγάλου ἑλληνικοῦ κόσμου, «πίσω ἀπ’ τὸν Ζάγρο ἐδῶ, ἀπὸ τὰ Φράατα πέρα» «ἀπὸ τὸν Ζάγρο ὣς τὰ Φράατα πέρα», νά μαθαίνουν τά ἑλληνικά πού δέν ἦταν μητρική τους γλῶσσα: θά εἰσαχθοῦν οἱ τόνοι καί τά πνεύματα. Οἱ τόνοι καί τά πνεύματα ἐπέτρεπαν τήν πρόσβαση σέ ἕνα τεράστιο, ἤδη, ἀπόθεμα λέξεων, ἀκόμα καί σέ αὐτούς πού εἶχαν τά ἑλληνικά ὡς μητρική γλῶσσα, καί οἱ ὁποῖοι ἦταν ἀδύνατο νά τό γνωρίζουν ἀπό τή μητέρα τους ἤ ἀπό τίς ντοπιολαλιές τοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου. Οἱ τόνοι καί τά πνεύματα ἀπετέλεσαν ἕνα ἐργαλεῖο ἐκδημοκρατισμοῦ τῆς γλώσσας, γιατί διευκόλυναν τήν πρόσβαση τῶν ἀλλογενῶν καί τῶν μή λογίων στόν ἑλληνικό γραπτό λόγο καί τήν ἑλληνική γραμματεία.

   Ἡ ἔνταση μεταξύ λόγιας γλώσσας καί καθομιλουμένης, σέ ὅλη τή μακρά περίοδο μεταξύ τοῦ 3ου π.Χ. καί τοῦ 11ου μ.Χ. αἰῶνα, θά γνωρίσει πλημμυρίδες καί ἀμπώτιδες, ἀνάλογα μέ τήν ἱστορική συγκυρία καί τή γενικότερη μοῖρα τοῦ ἑλληνισμοῦ. Οἱ ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς, γιά παράδειγμα, ὅταν ἀπευθύνονται στόν λαό -σύμφωνα μέ τήν ἐπιταγή τοῦ ἀποστόλου Παύλου «ἐὰν μὴ εὔσημον λόγον δῶτε, πῶς γνωσθήσεται τὸ λαλούμενον; ἔσεσθε γὰρ εἰς ἀέρα λαλοῦντες» (Πρὸς Κορινθίους Α΄, 14, 9)- θά γράφουν στή δημοτική τῆς ἐποχῆς. Τό ἴδιο θά συμβεῖ καί ἀργότερα μέ τούς Βίους Ἁγίων, τά Ἀρετολόγια, κ.λπ. Ὅταν ὅμως θά ἀσχολοῦνται μέ τή θεολογία, μέ τήν φιλοσοφία, ὅπως ἐπίσης καί στίς ἐπίσημες ὁμιλίες, θά υἱοθετοῦν τήν ἀρχαΐζουσα ἤ ἀττικίζουσα μορφή.

   Ὡστόσο, καθώς ἡ παραγωγή καί ἀναπαραγωγή τῶν ἐπιστημονικῶν γνώσεων καί τῆς λόγιας φιλολογίας καί φιλοσοφίας παρέμενε μιά διαδικασία πού ἀφοροῦσε μόνο ἕνα μικρό κομμάτι τοῦ πληθυσμοῦ, ἡ διαφοροποίηση λόγιας καί δημώδους μορφῆς, ὅσο μεγάλη καί ἄν ἦταν, δέν ἀποτελοῦσε κάποιο ἀνυπέρβλητο ἐμπόδιο γιά τήν κοινωνική ἀναπαραγωγή, μέ δεδομένο τόν περιορισμένο ἀριθμό τῶν λογίων καί τῶν μελῶν τῶν ἀνώτερων τάξεων. Στίς μή ἀραβικές μουσουλμανικές χῶρες τά ἀραβικά θά ἀποτελοῦν τήν λόγια γλῶσσα καί κάτι ἀνάλογο θά συμβεῖ μέ τά κινεζικά, τά ἑβραϊκά κ.λπ.

   Ἡ ἑλληνική διμορφία θά παραμείνει στό Βυζάντιο ὡς μιά ἀπό τίς πιό δημοκρατικές ἐκδοχές γλωσσικῆς διμορφίας τῶν παραδοσιακῶν κοινωνιῶν. Ὅταν θά κυριαρχήσουν πλήρως τά ἑλληνικά ἔναντι τῶν λατινικῶν, θά γίνουν ἀπόπειρες ἄρσης της, τουλάχιστον ἐν μέρει. Γιά τίς ἀνάγκες τῆς διοίκησης, ὁ Κωνσταντῖνος ὁ Ζ΄ ὁ Πορφυρογέννητος (905-959), θά κωδικοποιήσει τίς ἀρχές τῆς διοικητικῆς ὀργάνωσης σέ γλῶσσα προσιτή, καί τό ἴδιο θά ἐπιχειρήσει ἀργότερα ὁ Κωνσταντῖνος Θ΄ὁ Μονομάχος (1042-1055 1000-1054). Ἐπιχειρήθηκε δηλαδή νά διαμορφωθεῖ μιά γλῶσσα κατανοητή ἀπό τίς εὐρύτερες μᾶζες τῆς Αὐτοκρατορίας, ἡ ὁποία ἐμπεριεῖχε καί στοιχεῖα τοῦ λόγιου τυπικοῦ καί λεξιλογίου. Ἦταν ἡ πρώτη ἀπόπειρα εἰσαγωγῆς τῆς «καθομιλουμένης».

Χυδαῖοι καί καθαροί

   Τό μεγάλο πρόβλημα θά ἀνακύψει στήν Δεύτερη Περίοδο, ὅταν ὁ ἑλληνικός κόσμος τῆς ὕστερης βυζαντινῆς, τῆς ὀθωμανικῆς καί τῆς σύγχρονης περιόδου, ἕως τόν 20ό αἰῶνα, θά χρειαστεῖ νά περάσει σέ μιά νέα φάση ἀνάπτυξης, ὅπου ὁ γεωμετρικός πολλαπλασιασμός τῶν γνώσεων καί ἡ ἐπέκταση τῆς γραφῆς, ἡ ἐφεύρεση τῆς τυπογραφίας, καθώς καί οἱ ἀνάγκες τῆς ἀντίστασης στούς πολυποίκιλους εἰσβολεῖς θά ἀπαιτοῦν καί θά ἐπιτάσσουν τή χρήση ἑνός γλωσσικοῦ ὀχήματος προσιτοῦ σέ εὐρύτερες ὁμάδες τοῦ πληθυσμοῦ. Θά γεννηθεῖ τότε τό γνωστό μας γλωσσικό ζήτημα.

   Καί οἱ αἰτίες εἶναι πολλαπλές. Ἡ ἀπόπειρα τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Μονομάχου θά μείνει ἡμιτελής. Ἡ κρίση ἡ ὁποία θά ἀκολουθήσει τήν ἧττα τοῦ Ρωμανοῦ τοῦ Διογένη στή μάχη του Ματζικέρτ (1071), ἡ κατάληψη τοῦ Βυζαντίου ἀπό τούς Φράγκους (1204), ἡ ἐξάπλωση τῶν Ὀθωμανῶν Τούρκων, μέ ἐπιστέγασμα τήν Ἅλωση τοῦ 1453, θά ὑποχρεώσουν τό ὕστερο Βυζαντινό κράτος καί κοινωνία σέ μιά ἀμυντική λογική. Τό ζήτημα πλέον εἶναι ἡ ἄμυνα, ἡ συντήρηση τῆς παράδοσης. Τά ἀρχαῖα κείμενα διασώζονται καί ἀντιγράφονται. Ἀνθεῖ μέν ἡ μικτή λογοτεχνία, ἀλλά ἡ Ἄννα Κομνηνή θά γράψει τήν Ἀλεξιάδα ὡς μίμηση, καί γλωσσική, τῆς Ἰλιάδος. Τό ἴδιο γλωσσικό ὄχημα θά χρησιμοποιοῦν καί λόγιοι ὅπως ὁ Γεώργιος Ἀκροπολίτης στην Αὐτοκρατορία τῆς Νικαίας (1205-1261). Ἐξ ἄλλου, ἡ φραγκική κατάκτηση, κυρίως, καί ἡ συνακόλουθη τουρκική θά κατακερματίσουν τόν ἑλληνικό-βυζαντινό χῶρο καί θά ἀναπτυχθοῦν οἱ διάλεκτοι καί τά ἰδιώματα, ἐνῷ ἡ ἑνότητα τῆς γλώσσας θά συντηρεῖται ἀπό τούς λογίους μέ τήν στροφή πρός τή λόγια καί ἀρχαΐζουσα γλωσσική μορφή, ἀπό τήν ἐκκλησιαστική γλῶσσα καί ἀπό τό δημοτικό τραγούδι.

   Τήν ἴδια ἐποχή στήν Ἰταλία, μέ τόν Δάντη ἤ τόν Βοκκάκιο, ὁ ἰταλικός ἀνθρωπισμός χρησιμοποιεῖ καί ἐπανα-ἀνακαλύπτει τά ἀρχαῖα ἑλληνικά καί λατινικά κείμενα, καλλιεργώντας παράλληλα τήν νεώτερη ἰταλική. Ὁ ἀπό «στεριά καί θάλασσα» πολιορκημένος βυζαντινός ἀνθρωπισμός δέν ἔχει αὐτό τό περιθώριο, καθώς τό μόνο σχεδόν ἔδαφος πού διαθέτει εἶναι ὁ χῶρος τῆς παράδοσης. Στρέφεται ἔτσι πρός τήν ἀρχαιοελληνική γλωσσική μορφή καί τήν ἐκ νέου ἀνακάλυψη τῶν ἑλλήνων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως θά κάνει ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καί οἱ ἡσυχαστές. Χαρακτηριστική τοῦ ἀδιεξόδου εἶναι ἡ ἐμβληματική μορφή τοῦ Πλήθωνα-Γεμιστοῦ. Τριάντα ἑφτά χρόνια πρίν τήν Ἅλωση, προσπαθεῖ νά πείσει τούς Παλαιολόγους γιά τήν ἀνάγκη μιᾶς μεταρρύθμισης πού θά μεταβάλει τά ὑπολείμματα τῆς Αὐτοκρατορίας σέ ἕνα ἑλληνικό ἐθνικό κράτος: Ἐμπόριο, βιομηχανία, ἀγροτική μεταρρύθμιση κ.λπ. Καί ὅμως τό ἀνέφικτο τῆς ἀγωνιώδους προσπάθειάς του θά σημαδευτεῖ ὄχι μόνο ἀπό τήν ἀπόπειρα ἐπιστροφῆς στήν ἀρχαία ἑλληνική θρησκεία, ἀλλά καί ἀπό τό γλωσσικό ἐργαλεῖο πού χρησιμοποιεῖ, τήν ἀρχαΐζουσα γλῶσσα του. Ἡ βυζαντινή Ἀναγέννηση, ἔστω in extremis, θά στηριζόταν μέ τό ἕνα πόδι στόν ἑλληνικό ἀνθρωπισμό, ἀλλά εἶχε ἀνάγκη καί ἀπό ἕνα δεύτερο, τή ζωντανή λαϊκή πραγματικότητα καί τούς χυμούς της. Καί κάτι τέτοιο ἀπουσίαζε παντελῶς.

   Ταυτόχρονα, ὁ ἑλληνικός λαός, στήν Κύπρο, τόν Πόντο, τή Νότια Ἰταλία, τήν Ἤπειρο, τήν Κρήτη καί τά Ἑπτάνησα, θά μιλάει καί θά τραγουδάει στήν γλῶσσα του, ὅλο καί πιό ἰδιωματική, μέ μόνο στοιχεῖο ἑνότητας τόν ἐκκλησιαστικό λόγο καί τά παλιά τραγούδια τοῦ γένους (π.χ. τά Ἀκριτικά, τίς Παραλογές, κ.λπ.).

   Ὅταν ὁ ἑλληνισμός, ἀπό τά τέλη τοῦ 17ου αἰῶνα καί μετά, θά εἰσέλθει σέ μιά νέα περίοδο ἀκμῆς, τό γλωσσικό ζήτημα θά ἀνακύψει ἐκ νέου καί θά σφραγίσει τήν ἑλληνική ἱστορία τριῶν αἰώνων. Ἰδιαίτερα κατά τή διάρκεια τοῦ 19ου αἰῶνα καί στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ, θά ὁδηγήσει σέ μία ὑπάρξει μιά ἐπίταση τῆς ἀντιπαράθεσης, μεταξύ τῶν «χυδαιολογούντων» λογίων καί τῶν ὀπαδῶν τοῦ «καθαροῦ» ἰδιώματος... Τώρα πιά, ἡ ἐκπαίδευση ἐξαπλώνεται στόν νεώτερο ἑλληνισμό καί στίς ἀρχές τοῦ 19ου αἰῶνα θά ὑπάρχουν σχολεῖα σέ ὅλα τά κέντρα του. Τό γλωσσικό ζήτημα θά ἀποβεῖ καθοριστικό, οἱ ἀντιθέσεις θά ὀξυνθοῦν καί ἀπό τά τέλη τοῦ 19ου αἰ. ἕως τόν Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ἄν ὄχι καί μέχρι τήν δεκαετία τοῦ 1970, θά διχάσουν τήν κοινωνία μας. Σέ μιά στιγμή πού ὁ ἑλληνικός λαός χρειαζόταν ὅλες τίς δυνάμεις του γιά νά πραγματοποιήσει τή δική του Ἀναγέννηση καί νά οἰκοδομήσει ἕνα σύγχρονο ἀλλά ταυτόχρονα πρωτότυπο πολιτιστικό πρότυπο, καί κατά συνέπεια μιά γλωσσική μορφή πού θά συνέθετε δημιουργικά τή διαχρονία καί τή συγχρονία τοῦ ἑλληνισμοῦ, ἀνάλωσε πολλές ἀπό τίς δυνάμεις του σέ μιά ἀντιπαράθεση μεταξύ τους. Ἀντί νά ἀναπτυχθεῖ ἕνα γλωσσικό ὄργανο πού θά ἐνοφθάλμιζε στό σῶμα τῆς ζωντανῆς λαϊκῆς γλώσσας στοιχεῖα μιᾶς ἀδιάσπαστης γλωσσικῆς ἑνότητας, ὅπως λέξεις καί σχήματα, μορφολογικά στοιχεῖα, γραφή (ἡ ἐξοικείωση μέ τήν ἱστορική γραφή εἶναι ἀπαραίτητη γιά τήν ἐτυμολογική προσέγγιση τῶν λέξεων καί τήν εὐχερῆ πρόσβαση στά παλαιότερα κείμενα) κ.λπ., οἱ δυνάμεις μας σπαταλήθηκαν σέ ἕναν διάλογο πού, παρά τίς δημιουργικές του πλευρές (παράθεση καί ἐπεξεργασία ἐπιχειρημάτων, ἀνάπτυξη τῶν γλωσσικῶν σπουδῶν κ.λπ.), εἶχε κυρίως ἀρνητικές συνέπειες:

   Ἡ ἐπιμονή στήν καθαρεύουσα καί τήν ἀρχαΐζουσα ἀπέκοπτε τούς ἐγγραμμάτους ἀπό τό λαϊκό σῶμα μέ ἀμφίδρομες συνέπειες. Οἱ λόγιοι περιορίζονταν σέ συζήτηση καί προβληματισμό μεταξύ ἑνός περιορισμένου κύκλου ἐγγραμμάτων. Κατά συνέπεια καί τό ἐπίπεδο τοῦ προβληματισμοῦ παρέμενε χαμηλό, μιά καί ἡ συζήτηση διεξάγονταν ἀνάμεσα σέ ἐλάχιστους ἀνθρώπους καί δέν μποροῦσε νά ἀξιοποιήσει στοιχεῖα τῆς λαϊκῆς σοφίας καί παράδοσης. Ἐκ παραλλήλου, ἡ ἀδυναμία πρόσβασης τοῦ εὐρύτερου λαϊκοῦ σώματος στόν κόσμο τῶν ἰδεῶν, τῆς ἐπιστήμης, τῆς ὑψηλῆς τέχνης, φτώχαινε τό λαϊκό σῶμα, καθυστεροῦσε τή διαμόρφωση ἑνός ἐπεξεργασμένου γλωσσικοῦ ὀργάνου, κ.ο.κ. Ὁ διχασμός μεταξύ διανοουμένων καί λαοῦ, πού τόσο ἔντονα καί ἀρνητικά σφραγίζει τή σύγχρονη ἑλληνική παράδοση, σφραγίζεται καθοριστικά ἀπό αὐτόν τόν γλωσσικό διαφορισμό.

   Ἀπέναντι στόν καθαρολογισμό ἀναπτύσσεται μιά ἀντίδραση πού ὅμως θά ὁδηγηθεῖ συχνά στό ἀντίθετο ἄκρο. Ὁ Βηλαρᾶς θά μιλήσει πρῶτος γιά τή φωνητική (κανονικά: φωνολογική) γραφή («Η ρομέηκη γλόσα») καί στή συνέχεια θά ἀκολουθήσει ὁ ψυχαρισμός, ἡ «φωνητική» γραφή, ἀκόμα καί ἡ πρόταση γιά υἱοθέτηση τοῦ λατινικοῦ ἀλφαβήτου. Ἡ συγχρονία στήν πιό πεζή καί ἐργαλειακή μορφή της (ἡ γλῶσσα εἶναι μόνο ἐργαλεῖο ἐπικοινωνίας καί ὄχι συμπύκνωση ἱστορίας, παράδοσης, ταυτότητας, ἡ ὁποία ἐπέτρεψε τήν διατήρηση τῆς ἴδιας της ὑπόστασης τοῦ ἑλληνισμοῦ), ἀντικαθιστᾷ πλέον τήν ἀποστεωμένη διαχρονικότητα. Εὐνοεῖται ἡ μικρότερη προσπάθεια γιά τήν ἐκμάθηση τῆς γλώσσας, μιά καί πρόκειται γιά ἕνα ἁπλό «ἐργαλεῖο». Οἱ μαθητές δέν πρέπει νά «κουράζονται» γιά νά μάθουν τή γλῶσσα, ἀλλά νά ἀφιερώνονται στήν ἀποθησαύριση ἐπιστημονικῶν καί «πρακτικῶν» γνώσεων. Ἔτσι, ἀπό τήν ἀντίδραση στά «γραμματικά» καί στήν τυραννία τοῦ συντακτικοῦ πού περιέγραφε ὁ Ἰώσηπος Μοισιόδαξ ὡς «γραμματικὴν κακοφυΐαν»  καί κατακεραύνωνε ὁ Ἀδαμάντιος Κοραῆς («περισσότερον ἤθελε ὠφελήσει τὸ γένος σήμερον ὅστις καίει παρὰ ὅστις γράφει Γραμματικάς»), φτάσαμε στό ἀντίθετο ἄκρο: στήν τυραννία τοῦ πρακτικοῦ λόγου καί τήν ἐργαλειακή ἀποδοτικότητα, ξεχνώντας πώς ἡ ἐκμάθηση μιᾶς γλώσσας, καί μάλιστα μέ τέτοια ἱστορία καί πλοῦτο, ἀποτελεῖ μία πολιτιστική καί γνωστική διαδικασία πρώτου μεγέθους, σηματοδοτεῖ τήν ἴδια τήν πρόσκτηση μιᾶς συλλογικῆς ταυτότητας.

   Μέ αὐτόν τόν τρόπο, ἕνα μέρος τῆς γλωσσικῆς καί κοινωνικῆς ἀριστερᾶς, πού βρίσκονταν σέ σύγκρουση μέ τόν γλωσσαμυντορισμό, τήν κοινωνική καί γλωσσική δεξιά, θά μεταβληθεῖ στόν ὑποστηρικτή τῆς ἰσοπέδωσης τῆς γλωσσικῆς μορφῆς.

   Ὡστόσο, ὅσο κυριαρχοῦσε ἡ καθαρεύουσα, ἡ ἀρχαΐζουσα καί ἡ τυπολατρική ἀρχαιογνωσία, οἱ ἐργαλειακές διαστάσεις τοῦ δημοτικισμοῦ δέν τονίζονταν. Αὐτό θά γίνει μόνο ἀπό τή στιγμή πού, μετά τή μεταπολίτευση, ἡ δημοτική θά κυριαρχήσει ἀκόμα καί ὡς ἐπίσημη γλῶσσα τοῦ κράτους καί το γλωσσικό ζήτημα θα εἰσέλθει σέ μιά Τρίτη Περίοδο.

Ἰσοπέδωση καί ἀντίσταση

   Στίς συνθῆκες, πλέον, τοῦ παγκοσμιοποιούμενου καπιταλισμοῦ, οἱ ἄρχουσες τάξεις, ἰδιαίτερα τῶν μικρῶν καί ἐξαρτημένων χωρῶν, δέν ἐπιμένουν στή διατήρηση τῆς παράδοσης καί τῆς ταυτότητας ὡς ἐγχώριων μεσολαβητῶν τῆς ἡγεμονίας τους. Ἀντιθέτως, ἀξιοδοτοῦν καί προάγουν τήν ἰσοπέδωση τῶν ταυτοτήτων πού συνιστοῦν ἐμπόδιο σέ αὐτή τήν «πραγματική ὑπαγωγή». Ἐθνικές γλῶσσες, παραδόσεις, ἰδιαιτερότητες, ἀκόμα καί ἐγχώρια πολιτικά καί προνοιακά συστήματα, θά πρέπει νά ὑποβαθμιστοῦν ἤ ἀκόμα καί νά ἐξαλειφθοῦν. Ἡ γλωσσική συγχρονία, στήν πιό χυδαία συχνά ἐκδοχή της, θά πρέπει νά ὀβελίσει κάθε στοιχεῖο διαχρονίας. Σήμερα χρειαζόμαστε τά ἀγγλικά ὡς παγκόσμια lingua franca καί οἱ ἐγχώριες γλῶσσες ἀποτελοῦν ἕνα ἀκόμα ἐμπόδιο στήν χωρίς ὅρια ἐπέκταση τῶν διαδικασιῶν τῆς κεφαλαιακῆς ἀξιοποίησης.

   Μιά ὁρισμένη ἐργαλειακή ἀντίληψη γιά τή γλῶσσα παύει πλέον νά ἀποτελεῖ τό ὄργανο τοῦ ἀκραίου δημοτικισμοῦ, ἴσως καί λαϊκισμοῦ, και μεταστρέφεται σέ μηχανισμό τῆς παγκοσμιοποίησης. Οἱ ἐγχώριοι ἐκδοτικοί μηχανισμοί καί οἱ τεχνοκράτες εἰσάγουν πλέον τήν «ἁπλούστευση» τῆς γραφῆς καί τῆς γλώσσας, τή λεκτική ἰσοπέδωση, τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τήν ἱστορική γραφή, καί στηρίζουν τόν ὀβελισμό τῆς διδασκαλίας τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν ἀπό τήν ἐκπαιδευτική διαδικασία. Οἱ τουριστικοί ἐπιχειρηματίες, οἱ ἐπιχειρήσεις τῆς «νέας οἰκονομίας» καί τό μεγάλο πολυεθνικό κεφάλαιο προωθοῦν ἤδη τή λατινική γραφή καί τά greeklish ὡς προθάλαμο γιά σταδιακή τουλάχιστον ὑποκατάσταση τῆς ἑλληνικῆς ἀπό τήν ἀγγλική.

   Γιά τήν ιδεολογική στηριξη αὐτοῦ τοῦ ἐγχειρήματος ἐπιστρατεύεται ὁ ἐργαλειακός ἰσοπεδωτισμός. «Ἡ γλῶσσα δέν κινδυνεύει» διακηρύττουν οἱ «ἐκσυγχρονιστές», κεκράκτες τῶν μεγάλων ἐκδοτικῶν συγκροτημάτων καί τῶν πολυεθνικῶν, ἐνδεδυμένοι «τά παλιά δοξασμένα κουρέλια» τοῦ ἀγωνιστικοῦ δημοτικισμοῦ (καί μαζί τους δυστυχῶς καί μερικοί εἰλικρινεῖς καί καθυστερημένοι δημοτικιστές, καθηλωμένοι στόν κύκλο τῆς παλαιᾶς γλωσσικῆς ἀντιπαράθεσης). Προβάλλουν καί πάλι, λοιπόν, τόν «κίνδυνο» τοῦ «γλωσσικοῦ ἐθνικισμοῦ ἤ καθαρολογισμοῦ». Συσκοτίζοντας τό γεγονός ὅτι ἡ ἀντιπαράθεση δημοτικισμοῦ καί καθαρεύουσας ἔχει σήμερα ὑποκατασταθεῖ ἀπό μία νέα, ἀπό τήν ἀντιπαράθεση μεταξύ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας στή συγχρονία καί τή διαχρονία της, καί τῶν μηχανισμῶν ἐκπτώχευσης καί περιθωριοποίησής της, τῆς γλωσσικῆς παγκοσμιοποίησης καί ἰσοπέδωσης. Τώρα πιά ὁ Βηλαρᾶς καί ὁ Βούλγαρης, ὁ Κοραῆς καί ὁ Τριανταφυλλίδης, ὁ Σολωμός καί ὁ Παπαδιαμάντης βρίσκονται στό ἴδιο στρατόπεδο. Καί στό ἀπέναντι γνωρίζομε ποιοί βρίσκονται, γνωρίζομε τά ἐκδοτικά συγκροτήματα, τούς πολιτικούς, τούς διανοούμενους ὑπηρεσίας, πού, στό ὄνομα μιᾶς ξεπερασμένης ἀντίθεσης καί τῆς ἀντίληψης πώς «ἡ γλῶσσα δέν κινδυνεύει», συντάσσονται σήμερα μέ τούς ὀπαδούς τῆς παγκοσμιοποίησης.

   Ἡ θέση μας σέ αὐτό τό νέο γλωσσικό ζήτημα πού ἔχει ἀνακύψει δέν μπορεῖ παρά νά εἶναι μιά στάση ἐνεργοῦ ἀντίστασης. Μιά ἐκ νέου ἀξιοδότηση τῆς γλώσσας μας ἀπό τόν Ὅμηρο μέχρι τόν Μακρυγιάννη καί τόν Σεφέρη. Στήν παράδοσή μας, τῶν τελευταίων αἰώνων, ἔχουμε τήν κόκκινη γραμμή πού μᾶς ὁδηγεῖ. Εἶναι ἡ γλωσσική παράδοση τοῦ ἔπους τοῦ Διγενῆ Ἀκρίτη στό Βυζάντιο, τῆς Ἐρωφίλης καί τοῦ Ἐρωτόκριτου στήν Ἐνετοκρατούμενη Κρήτη, – λόγια ἔργα ὑψηλῆς τέχνης πού ἔγιναν ταυτόχρονα καί δημοτικά ἄσματα πού τά ἀπομνημόνευε καί τά τραγουδοῦσε ὁ ἀγράμματος λαός, ἐμπλουτίζοντας τήν καθημερινή του γλῶσσα καί τά τραγούδια του. Καί ξανάπαιρνε αὐτά τά τραγούδια ὁ Σολωμός γιά νά τά κάνει ὑψηλή τέχνη καί ὁ Ρήγας γιά νά τά κάνει Θούριους. Ἔχουμε τή μεγάλη Ἑπτανησιακή παράδοση πού θά γεννήσει τόν Σολωμό καί τόν Κάλβο. Ἔχουμε τήν ἀρχαιογνωσία καί τόν δημοτικισμό τοῦ Μανόλη Τριανταφυλλίδη, στόν δρόμο πού χάραξε ὁ Δημητράκης Καταρτζῆς, οἱ Δημητριεῖς, ὁ Ρήγας Φεραῖος καί, ἀπό μιά ἄλλη ἀφετηρία, ὁ Ἀδαμάντιος Κοραῆς. Ἔχουμε τήν παράδοση τοῦ Παπαδιαμάντη καί τοῦ Καβάφη, τοῦ Πικιώνη καί τοῦ Κώστα Παπαϊωάννου. Μιά γλῶσσα ζωντανή πού στηρίζεται στή μητρική μας γλῶσσα, ἐνῷ ταυτόχρονα ἀνοίγεται θαρραλέα στόν θησαυρό τῶν χιλιετιῶν τῆς γλωσσικῆς μας παράδοσης, ἀναχωνεύοντας διαρκῶς νέα στοιχεῖα ἀπό αὐτή, ἀλλά καί ἀπό τή σύγχρονη ζωή καί τίς ξένες γλῶσσες.

   Ἐπιτέλους μιά σύνθεση, πού δέν θά εἶναι ἄμυνα, ἁπλή «ἐπιστροφή» στήν παράδοση, ὅπως ἔκανε κάποτε ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἤ ὁ... Πλήθωνας, ἀλλά ἐνεργός καί δημιουργική ἀντίσταση. Νά ‘μαστε λοιπόν πάλι στό αἴτημα τοῦ Σολωμοῦ: «μήγαρις ἔχω ἄλλο στὸ νοῦ μου πάρεξ ἐλευθερία καὶ γλώσσα;»

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

Πολυτονικό: Ἡ νέα μόδα

   Στὴν ἐφημερίδα «Καθημερινὴ» τῆς 15ης Ὀκτ. 2011 δημοσιεύθηκε μικρὸ ἀφιέρωμα στὸ πολυτονικὸ ἀπὸ τὸν Νίκο Βατόπουλο, μὲ τὴν συνεργασία τῶν ἐκδοτῶν Μανώλη Βελιτζανίδη καὶ Γιώτας Κριτσέλη, ὑπὸ τὸν τίτλο «Τριάντα χρόνια μονοτονικό, ἀλλὰ τὰ πνεύματα ἐπιβιώνουν - Σημαντικὸς ἀριθμὸς ἐκδοτικῶν οἴκων ἐπιλέγει νὰ χρησιμοποιεῖ τὸ πολυτονικὸ σύστημα».

   Καὶ πραγματικά, ὄχι μόνον ἐπιβιώνει τὸ πνεῦμα τῆς γλώσσας μας, ἀλλά, θάλλει κόντρα σὲ ὅλες τὶς ἀντιξοότητες, ὀμορφαίνει τὰ γραπτά μας, ἀσκεῖ καὶ ἐξευγενίζει τὸν νοῦ μας. Τὸ πολυτονικὸ γίνεται ἡ νέα μόδα! Ἡ νέα μόδα τῶν ρομαντικῶν καὶ μαζὶ ὑπεύθυνων καὶ ἀπαιτητικῶν νέων Ἑλλήνων ποὺ ἀπορρίπτουν τὴν εὐτέλεια καὶ τὴν χυδαιότητα ποὺ μᾶς πνίγουν καὶ ἀναζητοῦν τὴν χαμένη ὀμορφιά, τὴν λεπτότητα καὶ τὴν εὐγένεια.

   Τὸ www.polytoniko.org τοῦ Γιάννη Χαραλάμπους εἶναι ὁ πλήρης ἱστοχῶρος γιὰ τὸ πολυτονικό (ἱστορία καὶ γραμματική, κανόνες καὶ παιχνίδια, μελέτες καὶ δοκίμια, πλήρεις τεχνικὲς πληροφορίες, γραμματοσειρὲς καὶ ἐργαλεῖα γιὰ τὸν ὑπολογιστή, ποιήματα καὶ φωτογραφίες), ἡ δημιουργία τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε τὸ ἀποφασιστικὸ βῆμα γιὰ νὰ περάσουμε ἀπὸ τὴν νοσταλγία στὴν καθημερινὴ ἐφαρμογή, στὴν δράσι. Τὸ facebook group τοῦ πολυτονικοῦ ἔχει συγκεντρώσει ἄνω τῶν δύο χιλιάδων μελῶν, ἀνθρώπων κάθε ἡλικίας καὶ ἰδεολογίας, μὲ κοινὸ ἐνδιαφέρον καὶ ἀγάπη γιὰ τὴν γλῶσσα μας. Νέοι φοιτητές, ἀκόμη καὶ μαθητές, οἱ ὁποῖοι γεννήθηκαν ἐπιβληθέντος ἤδη τοῦ πνευματοκτόνου μονοτονικοῦ, μαθαίνουν καὶ χρησιμοποιοῦν τὸ πολυτονικὸ ἀκόμη καὶ στὰ κοινωνικὰ δίκτυα καὶ φόρουμ τοῦ Διαδικτύου. (Παρατίθεται κατωτέρω ἐπιστολὴ πέντε ἐξ αὐτῶν στὴν «Καθημερινή».)

   Καὶ εἴμαστε ἀκόμη στὴν ἀρχή. Σήμερα ποὺ τὸ μέλλον εἶναι σκοτεινὸ καὶ γκρίζο, σήμερα περισσότερο παρὰ ποτὲ ἡ γλῶσσα μας εἶναι τὸ ἐργαλεῖο μαγείας (κατὰ τὸν Ὀδυσσέα Ἐλύτη· λόγος κατὰ τὴν τελετὴ ἀπονομῆς τοῦ βραβείου Νομπέλ, 10-12-1979), τὸ φοβερό μας ὅπλο, μὲ τὸ ὁποῖο θὰ φωτίσουμε, θὰ ζωγραφίσουμε, θὰ μεταμορφώσουμε τὸ μέλλον.


Σημαντικὸς ἀριθμὸς ἐκδοτικῶν οἴκων ἐπιλέγει νὰ χρησιμοποιεῖ τὸ πολυτονικὸ σύστημα

Τοῦ Νίκου Βατόπουλου

   Ἀναρωτιέμαι πόσο ἄνετα διαβάζουν ἕνα πολυτονικὸ κείμενο οἱ κάτω τῶν 30. Εἶναι ἕνα ἐρώτημα σὲ ἰσχύ, καθὼς τὰ κείμενα ποὺ κυκλοφοροῦν μὲ πολυτονικὸ ἔχουν αὐξητικὴ τάση. Καὶ δὲν ἀναφέρομαι μόνο σὲ ὅσους ἐπιλέγουν ἀκόμη καὶ σὲ δίκτυα κοινωνικῆς δικτύωσης τὴ γραμματοσειρὰ μὲ πνεύματα καὶ τόνους, ἀλλὰ σὲ ἐμπορικοὺς ἐκδοτικοὺς οἴκους ποὺ τυπώνουν τὰ βιβλία τους μὲ πολυτονικό. Τίθενται ἐρωτήματα. Εἶναι ἄραγε ζήτημα προσωπικῆς ἐμμονῆς, εἶναι ζήτημα ἀντίστασης στὴ γλωσσικὴ ἰσοπέδωση, εἶναι νεῦμα στὴν ἱστορικὴ ὀρθογραφία, εἶναι ἁπλῶς θέμα αἰσθητικῆς; Ἔχει ἐλπίδα τὸ πολυτονικὸ νὰ συμπλέει παράλληλα μὲ τὴν ἐπίσημη μονοτονικὴ γραφὴ ἢ μὲ τὴ γλώσσα τῆς γραφειοκρατίας; Γιὰ πολλοὺς θεωρεῖται ἐστὲτ ἐπιλογή. Γιὰ ἄλλους εἶναι ἔνδειξη συντηρητισμοῦ, ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι ποὺ θεωροῦν ὅτι ἡ ἐπιλογὴ τοῦ πολυτονικοῦ ἔχει μία ἐγγενῆ ἔννοια ἐλευθερίας, καθὼς ἀντιλαμβάνεται τὴ γλώσσα ἐκτός της γραφειοκρατικῆς καὶ νομικῆς διαδικασίας.

   Τὸ μονοτονικὸ καθιερώθηκε ἀπὸ τὴν πρώτη κυβέρνηση τοῦ ΠΑΣΟΚ τὸ 1982. Τότε, ἡ καινοτομία αὐτή, ποὺ εἶχε ἁπλῶς σφραγίσει μὲ νόμο τοῦ κράτους μία συζήτηση δεκαετιῶν (ποὺ εἶχε ἀναζωπυρωθεῖ μετὰ τὸ 1975), προκάλεσε μεγάλη διχογνωμία. Ὁρισμένοι τὸ εἶδαν ὡς πρόοδο καὶ ἄλλοι ὡς ὀπισθοδρόμηση. Πρὶν ἀπὸ 30 χρόνια, ἡ συζήτηση γιὰ τὴν ἱστορικὴ ὀρθογραφία εἶχε πολλοὺς θιασῶτες ἀλλὰ δὲν εἶχε μεγάλο ἀκροατήριο. Τότε, ὁ Κορνήλιος Καστοριάδης εἶχε πεῖ «ἡ κατάργηση τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων εἶναι ἡ κατάργηση τῆς ὀρθογραφίας, ποὺ εἶναι τελικὰ ἡ κατάργηση τῆς συνέχειας. Ἤδη, τὰ παιδιὰ δὲν μποροῦν νὰ καταλάβουν Καβάφη, Σεφέρη, Ἐλύτη, γιατί αὐτοὶ εἶναι γεμάτοι ἀπὸ τὸν πλοῦτο τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν. Δηλαδή, πᾶμε νὰ καταστρέψουμε ὅ, τί κτίσαμε. Αὐτὴ εἶναι ἡ δραματικὴ μοίρα τοῦ σύγχρονου ἑλληνισμοῦ».

   Ὁ αἰσθητικὸς ἐκβαρβαρισμὸς τῆς σύγχρονης γραφῆς ποὺ ἐκφράζεται κυρίως ἀπὸ τὴν ἁπλοποίηση τῆς γραφῆς (καὶ τὸν στραγγαλισμὸ τῆς ἐτυμολογικῆς ρίζας τῶν ξένων ὀνομάτων στὴ φωνητική, ἑλληνικὴ ἀπόδοσή τους) πηγάζει ἐν πολλοῖς ἀπὸ τὴν καθιέρωση τοῦ μονοτονικοῦ. Καὶ κυρίως ἀπὸ τὴ συμβολικὴ διάσταση ποὺ ἐξέλαβε ἡ υἱοθέτηση τοῦ μονοτονικοῦ στὴ διάρκεια κυρίως τοῦ θηριώδους λαϊκισμοῦ τῆς δεκαετίας τοῦ 1980.

   Σήμερα, τὸ ἐρώτημα παραμένει. Πῶς ἐπιζεῖ τὸ πολυτονικό, ἀπὸ ποιοὺς ὑποστηρίζεται καὶ σὲ ποιοὺς ἀπευθύνεται; Ὑπάρχουν νέοι ποὺ δὲν διδάχθηκαν τὸ πολυτονικὸ καὶ νὰ τὸ ὑποστηρίζουν; Εἶναι μὲ ἄλλα λόγια θέμα ἑνὸς βιολογικοῦ κύκλου ποὺ θὰ κλείσει καθὼς θὰ ἐκλείψουν οἱ ἐκπρόσωποι τῶν γενεῶν ποὺ τὸ διδάχθηκαν καὶ ποῦ σήμερα ἐπιθυμοῦν τὴ διατήρησή του στὴ ζωή; Κατὰ τὰ φαινόμενα, ἡ διαμάχη πολυτονικοῦ καὶ μονοτονικοῦ μοιάζει μὲ ἕνα πεδίο πολὺ πιὸ σύνθετο καὶ πιὸ περίπλοκο ἀπ' ὅ, τί παλαιότερα πιστεύαμε.


Τοῦ Μανώλη Βελιτζανίδη*

Εἰς μνήμην Ἀγγέλου Ἐλεφάντη

   Θέλω νὰ πιστεύω ὅτι ἡ ταπεινὴ ἐργασία ἑνὸς Ἕλληνα ἐκδότη σήμερα ἐντάσσεται στὴ μεγάλη παράδοση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας – ὅτι ἡ γλώσσα εἶναι γέννημα πνευματικὸ ἑνὸς λαοῦ καὶ δὲν ὁρίζεται ἀπὸ φιλολόγους, πολὺ δὲ περισσότερο ἀπὸ ἰδεολογήματα καὶ σκοπιμότητες. Φυσικὴ ἀπόρροια αὐτῶν τῶν πεποιθήσεων ὑπῆρξε καὶ ἡ ἀπόφαση ἡ Ἴνδικτος, ἀπὸ τὴν ἵδρυσή της, τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1995 –14 χρόνια μετὰ τὴν καθιέρωση τοῦ μονοτονικού–, νὰ υἱοθετήσει τὸ πολυτονικὸ σύστημα γραφῆς καὶ μόνον αὐτό. Μία τέτοια ἀπόφαση φαινόταν τότε μᾶλλον ριψοκίνδυνη καὶ μάταιη. Ἴσως νὰ ὁδηγοῦσε στὸ περιθώριο ἢ νὰ ἑρμηνευόταν ὡς ἰδεολογικὴ ἐμμονὴ σὲ σχήματα παρωχημένα.

   Ἡ ζωὴ ἦρθε καὶ δικαίωσε τὴν ἀπόφαση αὐτὴ καὶ φανέρωσε τὴν ἀλήθειά της. Ἐξάλλου, ἡ γλώσσα ὡς γεγονὸς πνευματικὸ μπορεῖ νὰ καλλιεργηθεῖ μόνο σὲ περιβάλλον ἐλεύθερο ἀπὸ ἰδεολογήματα καὶ ἐμμονές. Οἱ «ἁπλουστεύσεις» καὶ οἱ «καθαρὲς» λύσεις, ποὺ πρότεινε τὸ μονοτονικό, μπορεῖ στὰ πρῶτα χρόνια της μεταπολίτευσης νὰ ἠχοῦσαν μελωδικά, ὁ χρόνος ὅμως κατέταξε τὶς ἐν λόγω «ἐπιτυχίες» στὰ «σουξεδάκια» μίας ἐποχῆς ποὺ κανεὶς δὲν θέλει νὰ θυμᾶται (μήτε τὰ «σουξεδάκια» μήτε τὴν ἐποχὴ) καὶ ποὺ ἄφησε πίσω της τὸ κουσούρι τῶν «βλάχο-ἀγγλικῶν» ἤ, ἀλλιῶς, greeklish.

   Πλέον σήμερα, εἶναι κοινὸς τόπος ὅτι τῆς οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς μας χρεοκοπίας προηγήθηκε ἡ γλωσσική μας χρεοκοπία, διὰ τῶν «ἁπλουστεύσεων» καὶ τοῦ μονοτονικοῦ. Ἡ δὲ κοινωνικὴ ἀναγέννηση, ἀκόμη δὲ καὶ ἡ οἰκονομικὴ ἀνάκαμψη, προϋποθέτει τὴν ἀποϊδεολογικοποίηση τῆς γλώσσας μας. Ὀφείλει δηλαδή, ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία νὰ ἀνακτήσει τὸ ἀπολεσθὲν πνευματικό της ἕρμα. Ἡ ἀποθέωση τῆς ἥσσονος προσπαθείας, τῶν «ἁπλουστευμένων» λύσεων, τῆς ἀπαξίωσης κάθε κανόνα, ἀκόμη καὶ αὐτῶν τῶν γραμματικῶν, δὲν ὁδηγοῦν παρὰ στὴ χρεοκοπία καὶ τὴν ἐρήμωση.

   Εἶναι καιρὸς νὰ κερδίσουμε τὸν χαμένο χρόνο, νὰ ἀνακτήσουν οἱ λέξεις μας τὸ νόημά τους. Τὸ ἀληθὲς καὶ πραγματικό τους νόημα! Νὰ καταβάλουμε ὅλοι μας καθημερινὰ τὸν κόπο καὶ τὸν μόχθο ποὺ μᾶς ἀναλογεῖ γιὰ νὰ ξανακαρπίσει τοῦτος ὁ ἔρημος τόπος.

* Ὁ κ. Μανώλης Βελιτζανίδης εἶναι διευθυντὴς τῶν ἐκδόσεων Ἴνδικτος.


Τῆς Γιώτας Κριτσέλη*

   Ἡ διένεξη ἀνάμεσα στὸ πολυτονικὸ καὶ τὸ μονοτονικὸ εἶναι ἕνα σύνθετο πρόβλημα. Μπορεῖ ἡ οἰκονομικὴ παράμετρος νὰ ἔχει βαρύνουσα σημασία, δὲν πρέπει ὡστόσο νὰ ὑποβαθμίζουμε καὶ τὶς γλωσσολογικές, πολιτισμικές, ἐκπαιδευτικὲς ἀλλὰ καὶ αἰσθητικὲς παραμέτρους.

   Στὸ βασικὸ γλωσσολογικὸ ἐπιχείρημα κατὰ τοῦ πολυτονικοῦ, ὅτι οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα δὲν ἔχουν καμία χρησιμότητα, διότι δὲν ἀναπαριστοῦν καμία φωνητικὴ ἐνέργεια, θὰ μποροῦσε νὰ ἀντιτείνει κανεὶς ὅτι τὰ σημεῖα αὐτὰ ἐμπεριέχουν πληροφορίες ἐτυμολογικῆς, μορφολογικῆς καὶ συντακτικῆς φύσεως.

   Ἡ ἀπώλεια τῆς δασείας, γιὰ νὰ ἀναφέρω ἕνα μόνο χαρακτηριστικὸ παράδειγμα, ἔχει ὡς συνέπεια τὴν ἀδυναμία ἀναγνώρισης τῶν σύνθετων λέξεων: πῶς μπορεῖ ὁ ὁμιλητῆς ποὺ δὲν διδάχθηκε τὸ πολυτονικὸ νὰ διακρίνει, λ. χ., ὅτι ἡ λέξη ἐφάμιλλος παράγεται ἀπὸ τὴν πρόθεση ἐπὶ καὶ τὸ οὐσιαστικὸ ἅμιλλα; Ἡ ἀπουσία τῆς δασείας ἔχει ὡστόσο καὶ ἄλλες σοβαρὲς συνέπειες: δυσχεραίνει τὴ δημιουργία νέων συνθέτων καὶ ἐπιπλέον ὁδηγεῖ σὲ ἀδόκιμη σύνθεση λέξεων (π. χ. πενταήμερη ἀντὶ πενθήμερη). Κατὰ ἀνάλογο τρόπο, καὶ οἱ τόνοι μεταφέρουν μὲ τὴ σειρὰ τοὺς πληροφορίες μορφολογικῆς φύσεως. Σὲ κάθε περίπτωση δὲν μπορεῖ νὰ ἰσχυρισθεῖ κανεὶς ὅτι πρόκειται γιὰ νεκρὰ σημάδια.

   Στὴ συνέχεια θὰ ἀναφερθῶ σύντομα στὸ θέμα τῆς ἐκδοτικῆς ἀντιμετώπισης κειμένων τῆς παλαιότερης ἀλλὰ καὶ τῆς νεότερης λογοτεχνίας μᾶς γραμμένων ἀρχικὰ στὸ πολυτονικό. Ὑπάρχουν ἤδη ἀρκετὰ δείγματα μεταγραφῆς τους στὸ μονοτονικό, γιὰ τὰ ὁποία λειτούργησε προφανῶς τὸ δέλεαρ τῆς διεύρυνσης τοῦ ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ. Τὰ ἀποτελέσματα εἶναι ἀρνητικά, προπαντὸς ὅταν μεταγράφονται κείμενα ποὺ ἀνήκουν στὴ λόγια παράδοση τῆς ἑλληνικῆς, ἔστω κι ἂν πρόκειται ἁπλῶς γιὰ παραθέματα ἢ γιὰ τίτλους.

   Ἐπὶ παραδείγματι, δὲν πιστεύω ὅτι θὰ κερδίσει κάτι ὁ ἀναγνώστης ποὺ δὲν γνωρίζει τὴν ἀρχαία ἑλληνική, ἂν συναντήσει σὲ κάποια μελέτη τὸν τίτλο τῆς συλλογῆς τοῦ Γ. Σεφέρη …Κύπρον, οὐ μ’ ἐθέσπισεν… στὸ μονοτονικό. Ἀντιθέτως, μπορεῖ νὰ τὸν παρανοήσει καὶ αὐτὸς ποὺ κατέχει μετρίως τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ ἀπὸ τὸ σχολεῖο.

   Ἡ αἰσθητικὴ διάσταση, τέλος, τοῦ ζητήματος δὲν εἶναι διόλου ἀμελητέα. Θεωρῶ ὅτι ἡ ἑλληνικὴ γραφὴ μὲ τοὺς τόνους, τὰ πνεύματα καὶ τὰ σημεῖα στίξεως, ὅπως ἀποκρυσταλλώθηκε στὴν τυπογραφία ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20ού αἰώνα καὶ ἑξῆς, ἔχοντας ἀποβάλει τὴ ρευστότητα καὶ τὴν ἐκζήτηση τῆς περιόδου τῶν χειρογράφων ἀλλὰ διατηρώντας συγχρόνως τὴ γοητευτικὴ πολυμορφία τῆς ἔναντί του λατινικοῦ ἀλφαβήτου, ἔχει φθάσει σὲ ἕνα σημεῖο ἰδιαίτερης καλαισθησίας.

   Μιὰ σελίδα τυπωμένου κειμένου μὲ ὡραία στοιχεῖα, μὲ τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα σὲ πλήρη παράταξη, ἐὰν εἶναι καὶ σωστὰ ἐπιμελημένη, θὰ μποροῦσε ἐνδεχομένως νὰ ἰδωθεῖ καὶ ὡς καλλιγράφημα.

   Τελειώνω μὲ ἕνα παράδοξο. Ἡ ἐμφάνιση σύγχρονων ψηφιακῶν πολυτονικῶν γραμματοσειρῶν, τὴν πληρότητα, τὴν ἀρτιότητα, καὶ βέβαια τὴν εὐκολία χρήσης τῶν ὁποίων θὰ ζήλευαν οἱ θεράποντες τῆς μονοτυπίας, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴ χρήση βελτιωμένων πολυτονιστῶν, ἀναιρεῖ ἐν μέρει τὸ συντριπτικὸ ἐπιχείρημα τοῦ ὑπέρογκου οἰκονομικοῦ βάρους - ἐπιχείρημα πού, ἂς μὴν τὸ λησμονοῦμε, συνέτεινε στὴ σχεδὸν πλήρη ἐπικράτηση τοῦ μονοτονικοῦ στὸν ἐκδοτικὸ χῶρο.

* Ἡ κ. Γιώτα Κριτσέλη εἶναι διευθύντρια τῶν ἐκδόσεων Κίχλη.

* * *

   («Ἀντίβαρο», 17-10-2011)

   Κύριε Διευθυντά,

   Στὴν «Κ» τῆς 15/10, στὸ ἀφιέρωμα γιὰ τὸ πολυτονικό, ὁ κ. Βατόπουλος διερωτᾶται: «Ὑπάρχουν νέοι ποὺ δὲν διδάχθηκαν τὸ πολυτονικὸ καὶ νὰ τὸ ὑποστηρίζουν;» Ναί, ὑπάρχουν, καὶ μάλιστα οὐκ ὀλίγοι, μὲ συνέπεια ποὺ ἐκπλήσσει (δηλαδὴ παντοῦ, ἀκόμα καὶ στὰ διαδικτυακὰ «τσάτ»). Ἡ ἐπιλογή τους αὐτὴ σὲ καμία περίπτωση δὲν προκύπτει ἀπὸ κοινὲς πολιτικὲς ἢ θρησκευτικὲς συνισταμένες, καὶ ἐξυπακούεται πὼς ἀναφερόμαστε σὲ χρήση τῆς φρέσκιας δημοτικῆς γλώσσας. Ἐπιτρέψτε μας νὰ προτείνουμε τὴν ἀκόλουθη ἱεράρχηση τῶν αἰτιῶν, μετὰ ἀπὸ σχετικὲς συζητήσεις:

   (α) Θεωροῦν πὼς μὲ τὸ πολυτονικὸ διασώζεται καίρια καὶ σημαντικὴ πληροφορία στὴν λέξη καὶ κυρίως στὴν πρόταση, πληροφορία ὄχι κατ' ἀνάγκην φωνητική.

   (β) Ἀντιμάχονται τὴν ἄρση περίπου δισχιλιετοῦς συνέχειας τῆς ὀπτικῆς (βιωματικῆς) ἀποτύπωσης τῆς γλώσσας. (Δὲν θεωροῦν τὴν Βουλὴ ἁρμόδια γιὰ μιὰ τέτοια ἀπόφαση, καὶ δὴ μὲ τροπολογία καὶ 30 βουλευτές, ὅπως συνέβη.)

   (γ) Ἀποστρέφονται τὴν τραγικὰ λανθασμένη de facto διχοτόμηση τῆς γλώσσας σὲ «ἀρχαῖα» καὶ «νέα», δηλαδὴ σὲ ὅ,τι τυπώθηκε πρὶν τὸ 1982 καὶ μετὰ τὸ 1982 ἀντίστοιχα (γιὰ τοὺς μαθητὲς τῶν λυκείων μας, ὁ Ἐλύτης γράφει «στὰ ἀρχαῖα», ἐπειδὴ τυπώνεται σὲ πολυτονικό. Ρωτῆστε τους). Ἢ τὴν θεώρηση τῆς πολυτονισμένης δημοτικῆς γλώσσας ὡς «καθαρεύουσας», θεώρηση κρατικὰ ὑποβοηθούμενης ἡμιμάθειας.

   (δ) Διαπιστώνουν πὼς τὸ πολυτονικὸ εἶναι πιὸ λειτουργικό, «λογικὸ» τονικὸ σύστημα, μὲ ἐσωτερικὴ συνέπεια ποὺ στὴν μονοτονία ἀντικαθίσταται μὲ δύσκαμπτες τονικὲς συμβάσεις («ὁ δάσκαλός του»- ὁ δεύτερος τόνος ἐμφανίζεται ἀπὸ τὸ πουθενὰ κ.ἄ.).

   (ε) Κρίνουν πὼς ἂν σὲ γλωσσικὰ ζητήματα προκρίνουμε τὸ κριτήριο τῆς χρησιμότητας/εὐκολίας, καλύτερα νὰ κάνουμε τὴ δουλειὰ σωστά: νὰ υἱοθετήσουμε ἐπισήμως φωνητικὴ γραφή, γκρῆκλις/λατινικὸ ἀλφάβητο ἢ ἀκόμα καλύτερα τὰ διεθνῆ ἀγγλικά. Δυστυχῶς, τὰ ἑλληνικὰ εἶναι δύσκολα καὶ ἀφοροῦν μιὰ πολὺ μικρὴ ἀγορά. Πρὸς τί τόση ταλαιπωρία;

   (ς) Πέραν τούτων, τὸ προτιμοῦν καὶ αἰσθητικά.

   Τέλος, πολὺ ἁπλά, συχνὰ ἔχουν πειστεῖ ἀπὸ τὶς σχετικὲς ἀπόψεις τοῦ Ἐλύτη, τοῦ Σαββόπουλου, τοῦ Γιανναρᾶ, τοῦ Καστοριάδη, τοῦ Ράμφου, τοῦ Παπάζογλου (παρεμπιπτόντως, ἅπαντες δημοτικιστές), τῆς Ντὲ Ρομιγὺ καὶ ἄλλων. Ἐνῷ δὲν τυγχάνουν ἀκριβῶς θαυμαστὲς τοῦ Ἐλ. Βερυβάκη, ὑπουργοῦ Παιδείας τότε, ἢ τῶν ἐμμονῶν τοῦ κ. Κριαρᾶ, ποὺ ἀμφισβητεῖ τὴν ὕπαρξη νέων ἀνθρώπων ποὺ πολυτονίζουν- δηλαδή, τὴν ὕπαρξή μας. Οὔτε πείθονται ἀπὸ τὴν ζωτικὴ προτεραιότητα τῆς ἥσσονος προσπάθειας.

   Πολὺ σωστὰ ἐπισημάνθηκε στὰ ἄρθρα πὼς οἱ οἰκονομικοὶ λόγοι τῆς ἐπιβολῆς τῆς μονοτονίας ἔχουν πλέον ἐκλείψει. Τὰ πολυτονικὰ ἑλληνικὰ εἶναι ἤδη ἐγκατεστημένα σὲ ὅλες τὶς τελευταῖες ἐκδοχὲς τῶν Windows τὴν τελευταία δεκαετία (Greek polytonic), χρειάζονται ἁπλῶς ἐνεργοποίηση καὶ ἀξιοποιοῦν εἰδικὴ διάταξη τοῦ πληκτρολογίου. Πλέον, ὅλες οἱ συνηθισμένες γραμματοσειρὲς (π.χ. Times New Roman ἀπὸ Vista κι ἑξῆς) ἔχουν σχεδιαστεῖ καὶ γιὰ τονισμένα ἑλληνικά.

Σωτήρης Μητραλέξης (23, φοιτητής, Βερολίνο Γερμανίας),
Δημήτρης Ζάχος (26, φοιτητής, Ἀθήνα),
Γιάννης Ντάγκας (23, φοιτητής, Ἀθήνα),
Ἀπόλλων Μπαζάντε-Κωστόπουλος (33, φοιτητής, Ἀθήνα),
Στέλιος Θεοδωράκης (20, φοιτητής, Ἀθήνα)

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2011

Νύχτα γιομάτη θαύματα

   Τὶ κρῖμα ποὺ δὲν ἔχουμε πιὰ χριστουγεννιάτικες φάτνες στὴν πόλι μας.

   Ἀποκτήσαμε τέχνες καὶ ἐπιστῆμες, πολυκαταστήματα καὶ χρηματιστήρια, ἀκριβὰ δῶρα καὶ ἑορταστικὲς λιχουδιὲς καὶ λαμπερὰ φῶτα καὶ στολίδια καὶ κατακόκκινους τροφαντοὺς ἁγιοβασίληδες -τώρα φτωχαίνουν, ξεθωριάζουν κι αὐτά-, κι ὅμως, ἡ παγωνιὰ μᾶς κυκλώνει ὁλοένα... τὸ βαθὺ σκοτάδι, ἡ ἄκαρδη νύχτα... ἡ νύχτα γυμνώνει τὰ λαμπερὰ στολίδια, ξεραίνει τὶς γευστικὲς λιχουδιές... κυκλώνει τὴν ψυχή, πυκνώνει... μέχρι καὶ ὁ φόβος καὶ ἡ ἀγωνία νὰ παγώσῃ... καὶ τότε, ὅταν ὅλα πιὰ τὰ σκεπάσῃ τὸ παγερὸ σκοτάδι, κάτω κι ἀπ᾿ αὐτό, μιὰ ἄλλη, βαθύτερη, ξεχασμένη νύχτα... μιὰ ἄλλη νύχτα, νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια.
   Βαθὺ σκοτάδι, παγωνιά.
   Καὶ στ᾿ αὐτιὰ τῶν βοσκῶν ἀγγελικὲς ψαλμωδίες.
   Κι ὁ μικρὸς Χριστούλης στὴν ἀγκαλιὰ τῆς Παναγίας, στὴν φάτνη τῶν ἀλόγων.

   Τὶ κρῖμα ποὺ δὲν ἔχουμε πιὰ χριστουγεννιάτικες φάτνες στὴν πόλι μας.
   Μεγαλώνουμε, μαθαίνουμε, πλουτίζουμε κι «ἐκσυγχρονιζόμεθα»· καὶ νοσταλγοῦμε τὴν χαμένη ζεστασιὰ τῆς φάτνης.

   Καλὰ Χριστούγεννα!

Φάτνη Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, Κρύα Ἰτεῶν Πατρῶν
(Χριστούγεννα 2011)

Φάτνη Διάβας Καλαμπάκας
(Χριστούγεννα 2011)

* * *

Ἐπιστολὴ τοῦ Δημήτρη Λιαντίνη σὲ φίλο του τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1970, ἀπὸ τὸ Μόναχο ὅπου ἐσπούδαζε.

       Μόναχο, 25-12-1970

  Χριστούγεννα καὶ τοῦτα. Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς κατάδικους, ὅσοι δὲν εἶναι δυὸ-δυὸ στὸ κελλί, καὶ τοὺς μοναχούς, κείνους ποὺ δὲν ζοῦν σὲ κοινόβια, ἀλλὰ σὲ σκῆτες, καὶ τοὺς λιγοστούς, πού ᾿χουνε τὴ δική μου τρέλλα, δὲν θὰ τὰ πέρασε ἄλλος ὅπως ἐγώ. Οὔτε μιὰ καλημέρα, οὔτε μιὰ εὐχή, οὔτε ἑνὸς ἀνθρώπου μάτι καὶ γέλιο. Ἔχω ἕνα χοντρὸ κερὶ στὸ κηροπήγιο καὶ μέρα νύχτα καίει. Τράβηξα τὶς κουρτίνες νὰ κλείσω τὸ φῶς γιὰ νὰ μὴν βλέπουν τὰ μάτια καὶ κιοτέψει ἡ ψυχὴ κι ὅλη τὴ μέρα τραμπαλίζομαι στὴν καρέκλα μου, σκεπάζομαι ἀπὸ γαλάζιους καπνοὺς καὶ κολυμπάω στὸν ποταμὸ τῆς ἀμίλητης ὕπαρξής μου. Μόνο τ᾿ αὐτιὰ ἄφησα ἀσφάλιστα -σὰν τὸν Ὀδυσσέα- γιὰ νὰ φτάνει ὣς τὴ σπηλιά μου ὁ γιορτερὸς θόρυβος ἀπὸ τὸ μακρυνὸ βάθος τῆς πολιτείας. Κι ἔρχοναι φευγαλέα μπροστά μου εἰκόνες ἀπὸ τὰ πλούσια Γόμμορα καὶ τὴν ἀκόλαστη Πομπηία, γιὰ νὰ μοῦ θυμίζουν τὸν ξεπεσμένο ἄνθρωπο, ποὺ ὅμως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τοῦ φορτώσουμε τὴν ἐνοχή. Μόνο τὸ μεσημέρι κουμπώθηκα ὣς τὸ λαιμὸ καὶ τράβηξα μιὰ βόλτα στὸν μεγάλο κῆπο τῆς πόλης. Περπάτησα ὥρα πολλὴ ἀπάνου στὰ χιόνια, ἀγνάντεψα τὸ ποταμάκι, τὶς πάπιες, τὰ περιστεράκια ποὺ κρυώνανε καὶ μαλάκωσε λίγο ἡ ψυχὴ καὶ τὸ παράπονο. Χιόνι... παγωνιά, πλοῦτος ποὺ σὲ χτυπάει στὰ μάτια. Ὕστερα ξαναγύρισα στηλώθηκα, σὰν φάντασμα, πάλι μπροστὰ στὴ λαμπάδα καὶ κυλᾶνε οἱ ὧρες, κι ὅλας ἕντεκα, ἀπάνου στὸ καλτιρίμι τῆς διαμαρτυρίας, ποὺ δὲν θὰ ζητήσει ἀνταμοιβή. Παρ᾿ ὅλα τοῦτα δὲν θὰ πρέπει νὰ λησμονήσω νὰ σοῦ πῶ ὅτι εἶμαι καὶ κομμάτι χαρούμενος. Κάτι κατάλαβα ἀπὸ τὸ θᾶμα τῆς Ἅγιας νύχτας.
  Ἵσως περισσότερα ἀπ᾿ ὅσα πιστεύω.

       Δικός σου
       Δημήτρης


* * *

Αὐτὴ εἶναι νύχτα θαυμάτων

Τοῦ Ἠλία Μπαζίνα
«Φίλαθλος», 24 Δεκ. 2006

Το ρίγος της προσμονής εκείνων που θα έλθουν

   Υπάρχει, τελικά, ένα Χριστουγεννιάτικο Θαύμα! Όλοι το βλέπουν. Όλοι το νοιώθουν. Κανένας δεν μπορεί να το εξηγήση. Έχει να κάνει με πολλά πράγματα μαζί. Το τρυφερό, θαμπό, βορεινό φως της μέρας, που πεθαίνει πρόωρα, για να σύρη πίσω της μια μεγάλη, θριαμβική, ολόφωτη νύχτα, ακόμα πιο τρυφερή. Μια νύχτα γεμάτη προσμονές άγνωστης χαράς, γεμάτη νάνους, μάγους και καλικάτζαρους που δεν φοβίζουν αλλά χαμογελάνε, γιατί αυτή είναι νύχτα θαυμάτων. Από όλα το πιο μεγάλο είναι η ανάσταση του παιδιού μέσα μας. Του παιδιού που πήγαινε να κοιμηθή την παραμονή, ακούγοντας ακόμα τους μεγάλους να μιλάνε και να τραγουδάνε και προσπαθώντας να μην αφήση τα βλέφαρά του να βαρύνουν για να μη χάση το μεσονύχτιο θαύμα. Και πάντα το έχανε αλλά τι σημασία είχε αφού το θαύμα είχε συντελεσθή. Και το παιδί ξυπνούσε στα καθαρά, δροσερά του σεντόνια και σκιρτούσε καθώς του 'ρχόταν η ανάμνηση ότι ξημέρωνε μεγάλη γιορτή! Με το άρωμα από τα φρέσκα κουλουράκια στα ρουθούνια του, το προνομιούχο νέο πλάσμα βίωνε την αθανασία, τη μόνη που υπάρχει. Μνήμες από έναν κόσμο υπέροχης άγνοιας, ΠΡΙΝ από το προπατορικό αμάρτημα. Όταν τα πάντα είναι ζωή, το αντίθετό της δεν υπάρχει. Και η μόνη αλήθεια είναι το ρίγος της προσμονής εκείνων που θα έλθουν, το προμάντεμα του έρωτα, η προετοιμασία για το υπέροχο ταξίδι, την εξερεύνηση του κόσμου με τα μυστικά και τις ομορφιές και τους κινδύνους του. Κινδύνους που δεν φοβερίζουν, απλά ξεσηκώνουν.

   Είναι κρίμα ότι το παιδί αυτό δεν γίνεται να επιζήση όταν πεθάνη ο άνθρωπος που το κρατούσε κρυμμένο, ζεστό και ασφαλές, στον κόρφο της ψυχής του. Θα του άξιζε να έχη άλλη, καλύτερη μοίρα. Ίσως είναι το μόνο κομμάτι μας που θα άξιζε να ζήση αιώνια. Και αυτή η ανάγκη και η αναζήτηση και η νοσταλγία, η αφόρητη του αιώνιου παιδιού είναι που ξαναφουντώνει μέσα μας τα Χριστούγεννα. Είναι μια μικρή ανάσταση, μια αναγέννηση προσωρινή πραγμάτων πολύτιμων και στην ουσία χαμένων. Είναι ρηχή και στείρα η θεώρηση ότι τα πάντα γύρω από τα Χριστούγεννα είναι ένα σκηνικό, με μοναδικό στόχο το τζίρο. Είναι σίγουρα και αυτό. Δεν θα κατάφερναν όμως τίποτα όλοι αυτοί, που ΝΟΜΙΖΟΥΝ ότι μας πιάνουν κορόιδα, αν εμείς οι ίδιοι δεν θέλαμε την κοροϊδία. Εν γνώσει μας.

   Το ξέρουμε ότι η «Άγια Νύχτα» είναι ένα ζαχαρωτό, χαζοχαρούμενο τραγουδάκι. Το ξέρουμε πως υπάρχουν κι εκείνοι που υποφέρουν. Τα Χριστούγεννα επιτρέπεται να παραβλέπουμε, γιατί τα Χριστούγεννα είναι ο γυρισμός μας -ημών των βροτών- στην αγνότητα και στην αθανασία. Τόσο πρόσκαιρη επιστροφή! Την δικαιούμαστε μια φορά το χρόνο. Δεν μας κάνει χειρότερους ανθρώπους. Ίσως μας κάνει και καλύτερους, ΑΝ καταφέρουμε να την προεκτείνουμε στην υπόλοιπη ζωή μας σαν χρέος ευτυχίας. Η ευδαιμονία πρέπει να γεννάη ευδαιμονία. Το τερατώδες είναι το ότι συχνά αυτό δεν συμβαίνει, όχι το ότι επιτρέπεται και λίγη ευδαιμονία σε μια ζωή έτσι κι αλλοιώς λίγη. Και η «Άγια Νύχτα», η σαχλούτσικη, είναι τελικά ένα πανέμορφο τραγουδάκι, που τραγουδήθηκε περισσότερο από κάθε άλλο στον κόσμο. Μη θεοποιούμε το «σωστό» και το «σημαντικό» ΤΟΣΟ ώστε να καταντήσει εργαλείο ΚΑΚΙΑΣ. Μια ζωή χωρίς το επουσιώδες και το παραμυθένιο είναι μια παγίδα γεμάτη εγωισμούς, μοχθηρίες, θέσφατα, ΠΡΕΠΕΙ, τύψεις. Άρνηση ΧΑΡΑΣ.

   Μη μιλάμε λοιπόν για «ευδαιμονισμό» και παραισθήσεις και ψεύτικες επιστροφές στο τίποτα! Υπάρχει ένα κομμάτι των εορτών, που σίγουρα είναι ψεύτικο. Μεγάλο, πολύ μεγάλο κομμάτι! Υπάρχει και το κομμάτι το πραγματικό. ΟΛΟΙ το έχουμε νοιώσει. Γιατί το αρνούμαστε; Αφού υπάρχει, ας το αφήσουμε να κάνει το νηπενθές, παυσίπονο έργο του. Δεν είναι αρετή το να του κλείσουμε την ψυχή μας. Ίσως είναι και κακία. Και για την κακία υπάρχει ΤΟΣΟΣ χρόνος, μα τόσος χρόνος, Θεέ μου! «Αρκετόν τη ημέρα η κακία αυτής». Αρκετόν τω έτει η κακία αυτού. Αρκετόν τω βίω η κακία αυτού...

Χαρά στο νταηλίκι

   Αν το θέμα μας είναι «να μην παρασυρθούμε» στον ψεύτικο κόσμο των παραισθήσεων, είναι ΤΟΣΟ ΕΥΚΟΛΟ! Ίχνος μαγκιάς δικής μας δεν χρειάζεται. ΟΛΑ τα όνειρα είναι εύθραυστα, φευγαλέα σαν την πρωινή πάχνη. Χαρά στο νταηλίκι, να θρυμματίσης ένα όνειρο! Ένας ακόμα βανδαλισμός, τί μπορεί να αλλάξη προς το καλύτερο; Τελικά, το πραγματικό ΨΕΜΑ είναι αυτός! Ο βανδαλισμός, σαν έκφραση... υγείας, ρεαλισμού, πραγματισμού. Το κουτάβι που κούρνιασε στην αγκαλιά μου (πάει πάνω από μισός αιώνας και δεν το ξέχασα) μέχρι να αφήση την τελευταία του πνοή από την κακοπάθεια, ήταν μια μικρή, εύθραυστη, φευγαλέα αλήθεια. Το ΨΕΜΑ ήταν εκείνοι, που το πέταξαν, θεωρώντας πως έκαναν κάποιο πράγμα, που λέγεται ΣΩΣΤΟ. Ενώ δεν ήταν παρά μια έκφραση ΕΞΟΥΣΙΑΣ εκ μέρους όντων, που δεν έχουν εξουσία σε τίποτα! Δεν μπόρεσαν να δουν το κουτάβι σαν ΟΜΟΙΟ τους. Ενώ ΣΙΓΟΥΡΑ δεν ξέφυγαν κι εκείνοι τη δική του τύχη. Τί είναι αυτό το «ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΣΑΝ»; Δύναμη; Αδυναμία είναι! Ψεύτικη δύναμη. Ψέμα...

   Αφήστε το όνειρο να κουρνιάση στον κόρφο σας, σαν κάτι ζωντανό. Και μη ντρέπεστε γι' αυτό. Ευλογία είναι. Θα σας ανταμείψη με μια γλυκειά ανάμνηση. Κάποια ώρα που θα την έχετε ανάγκη. Καλά Χριστούγεννα!

Ἡ Γέννησις τοῦ Κυρίου, φορητὴ εἰκόνα, Βυζαντινὸν Μουσεῖον Ἀθηνῶν, 15ος αἰ.· ἴσως ἔργο τοῦ ζωγράφου Ἀγγέλου.

+ Κείμενα τοῦ Ἠλία Μπαζίνα
+ Ἕνα ἀκόμη ἄρθρο τοῦ Ἠλία Μπαζίνα γιὰ τὰ Χριστούγεννα (25-12-1998): «Γιὰ τὸ ξέσκισμα... καὶ τὸ παντελόνιασμα, τὶ θὰ ἔλεγε σήμερα ὁ Ἰησοῦς Χριστός...»
+ «Ἀνάλυση τῆς θεολογίας τῆς εἰκόνας τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ», ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγοπούλου, 11-11-2005 [Φλόγα] [Πατερικός]· Ἀρχιμανδρίτης Γεράσιμος Φραγκουλάκης, «Ἡ εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ»)

* * *

Εὐφραίνεσθε δίκαιοι,
οὐρανοὶ ἀγαλλιᾶσθε,
σκιρτήσατε τὰ ὄρη,
Χριστοῦ γεννηθέντος.
Παρθένος καθέζεται
τὰ Χερουβὶμ μιμουμένη,
βαστάζουσα ἐν κόλποις
Θεόν Λόγον σαρκωθέντα.
Ποιμένες τὸν τεχθέντα δοξάζουσι,
Μάγοι τῷ Δεσπότῃ δῶρα προσφέρουσιν,
Ἄγγελοι ἀνυμνοῦντες λέγουσιν,
Ἀκατάληπτε Κύριε, δόξα σοι.

(Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, 7ος-8ος αἰ.)

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2011

Καὶ τότε ἡ Μητέρα Ἑλληνικὴ Γῆ, ἀγαλλομένη ἕως τὰ βάθη τῶν σπλάχνων της...

   Τὸ περιοδικὸν «Ἀνθέμιον», Ἐνημερωτικὸν Δελτίον τῆς Ἑνώσεως Φίλων Ἀκροπόλεως, ἐδημοσίευσεν στὸ τεῦχος 21, Δεκ. 2010, μικρὸ ἀπόσπασμα ἐργασίας τοῦ γράφοντος γιὰ τὸν Περικλῆ Γιαννόπουλο καὶ τὴν Ἀκρόπολι, ἐπ᾿ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐπετείου τῶν ἑκατὸ ἐτῶν ἀπὸ τὴν αὐτοθέλητη ἔξοδό του.


   «Τὸν θεωρῶ ὡς τὸν τελευταῖον Ἀθηναῖον τῶν καλῶν χρόνων. Ὡς ἕνα πλόκαμον κισσοῦ ἑρπίζοντα ἐπάνω εἰς ἀρχαῖον μάρμαρον. Δὲν θὰ ἴδῃ πλέον ὁ ναὸς τῆς Ἀπτέρου Νίκης ρόδα κάθε πρωί προσφερόμενα ὡς θυσίαν, καὶ ἂν αὐτὸ τὸ κάμει ἄλλος τις θὰ εἶναι μίμησις, θὰ εἶναι προσποίησις.
   »Αἱ ἄκανθαι τῆς Ἀττικῆς, τὴν μυστηριώδη καλλιτεχνικὴν γοητεία τῶν ὁποίων τόσον εἶχεν ἐννοήσει, δὲν θὰ εὔρουν πλέον θαυμαστὴν καὶ συλλέκτην, εἰς τὸν τόπον ὅστις παρήγαγε τὸ γλυκύτερον μέλι καὶ τὸ πικρότερον κώνειον.
   »Ὅταν ἔβαζε λευκὰ γάντια καὶ φορτωμένος ἀπὸ ἄνθη ἀνήρχετο εἰς τὴν Ἀκρόπολιν διὰ νὰ προσευχηθῇ εἰς τὸν ναὸν τοῦ ὑπάτου Κάλλους [...]»
   (Δημήτριος Καμπούρογλου, συνέντευξις στὴν ἐφημερίδα «Ἐμπρός», μετὰ τὴν αὐτοκτονία τοῦ Γιαννόπουλου, 13-4-1910)

   Ἑκατὸ χρόνια συμπληρώνονται ἐφέτος στὶς 8 Ἀπριλίου [2010], ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη (8-4-1910) ποὺ ὁ μεγάλος ἑλληνολάτρης Περικλῆς Γιαννόπουλος ἑνώθηκε αὐτοθέλητα μὲ τὴν Ἑλληνικὴ Φύση. Ὡς δεῖγμα τιμῆς καὶ μνήμης γιὰ τὸν μεγάλο ἄνδρα, παραθέτω ὁρισμένα ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ἔργο του ποὺ ἀναφέρονται στὴν Ἀκρόπολη.

   Ἑλληνολάτρης, ἀρχαιολάτρης, πάνω ἀπ᾿ ὅλα φυσιολάτρης ὁ Γιαννόπουλος («Ὡραῖοι Θεοί, οἱ Πρῶτοι Θεοὶ τῆς Φυλῆς, ζοῦν μαζὺ μὲ τὴν ὁλοζώντανη Ἑλλ. Ψυχὴ στὸν κάμπο, στὸ βουνό, στὸ νερό») καλεῖ τοὺς νέους («ΝΕΟΙ ΚΑΙ ΝΕΑΙ Ἀγαπήσετε μὲ πάθος πύρινον τὴν Μητέρα Γῆ, θ᾿ ἀναστηθῆτε στὴν ἀληθινὴ Ἡδονικὴ Ζωή») καὶ συλλαμβάνει μιὰ ἐξαίσια, ὑψηλοτάτης ἐμπνεύσεως εἰκόνα: Τὸ πεντελικὸ μάρμαρο, σὰν γάλα τῆς Μητέρας Γῆς, νὰ πηγάζει ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῆς γῆς, νὰ κρυσταλλώνεται στὰ καλλιτεχνήματα τῆς Ἀκροπόλεως καὶ νὰ γίνεται κατόπιν πνεῦμα καὶ νὰ φωτίζει ἀπὸ τοὺς αἰθέρες παντοτινὰ τὴν ἀνθρωπότητα («Ἔκκλησις πρὸς τὸ Πανελλήνιον Κοινόν», 1907):

   «Καὶ τότε ἡ Μητέρα Ἑλληνικὴ Γῆ, ἀγαλλομένη ἕως τὰ βάθη τῶν σπλάχνων της αἰσθάνεται τὰ στήθη τῆς πρισκόμενα ἀπὸ τὰς ἡδονὰς τῆς συλλήψεως, τότε ἀπὸ τοῦ σὰν ὀρθοῦ μαστοῦ Ἀρτέμιδος Πεντελικοῦ της, ἕνα ἀφροδίσειον ἀφρόεν, μαρμαρόεν γάλα ἀναβλύζει, γάλα πηγνυόμενον εἰς τὸν ἀέρα καὶ τὸ φῶς, κρυσταλλιαζόμενον εἰς ἀνονείρευτα Παλάτια, μὲ μαρμαρίνην Ἀνθρωπότητα ἁβροτέραν καὶ ζωντανοτέραν κάθε ζωντανῆς, ἀνερχόμενον ἀργὰ καὶ μεγαλόπρεπα πρὸς τὰ κυάνεα οὐράνια σὰν πελώριον πάμφωτον σύννεφον Ἰουλιανοῦ μεσημερινοῦ καὶ μένον.
   »Καὶ ἡ Νεφέλη, αὐτὴ ἡ διαμένουσα αἰώνια, ἡ καταυγάζουσα μὲ τὰ ἡδονικώτερα φῶτα τὴν Οἰκουμένην, ἡ μὴ γινομένη βρῶμα σκωλήκων, ἡ χῶμα οὖσα καὶ μὴ ἀπερχομένη εἰς χῶμα, ἡ οὔτε ἀπὸ τοῦ Χρόνου οὔτε ἀπὸ κανενὸς λυσσασμένου Θεοῦ τὰ δόντια τρωγομένη, εἶνε τὸ ἀποθέωμα Ἑλληνικῆς Γῆς καὶ Φυλῆς, καὶ εἶνε τὸ ἕνα καὶ ΜΟΝΑΔΙΚΟΝ ΙΔΑΝΙΚΟΝ ποὺ ἄνθησε καὶ ἐπετρώθη εἰς τὸν πλανήτην αὐτόν, εἶνε ὁ μοναδικὸς Αἰσθητικὸς καὶ Πνευματικὸς Ἥλιος τῆς Οἰκουμένης, ὁλόκληρος Χαρὰ καὶ Ἡδονὴ Ζωῆς, καὶ ἡ μόνη της Δόξα, Παρηγορία καὶ Ἐλπίς, εἶνε τό: ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΙΔΑΝΙΚΟΝ.»

   [...]

   [Ὁλόκληρη ἡ ἐργασία μου παρατίθεται στὸν ἱστοχῶρο «ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ (1871-1910): Ὁ προφήτης τοῦ Ἑλληνισμοῦ».]