«Tὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική· τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου. Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου.» (Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἄξιον ἐστί»)

Σελίδες Πατριδογνωσίας - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό

Τρίτη 28 Αυγούστου 2012

Αἱρετικά

Τζούλιαν Ἀσάντζ
   Ὁ Ἰσημερινὸς ἔδωσε πολιτικὸ ἄσυλο στὸν Τζούλιαν Ἀσάντζ τοῦ Wikileaks, παρὰ τὶς ἀπειλὲς τῶν Ἄγγλων ἀποικιοκρατῶν νὰ εἰσβάλουν στὴν πρεσβεία του. Οἱ Ἄγγλοι δὲν τὸν ἀφήνουν νὰ φύγῃ καὶ καμμιὰ ὀργάνωσι γιὰ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα δὲν βλέπω νὰ ξεσηκώνεται. Φανταστεῖτε ὅμως νὰ ἀπειλοῦσε ὁ Πούτιν νὰ εἰσβάλῃ σὲ πρεσβεία δυτικῆς χώρας γιὰ νὰ συλλάβῃ ἀντικαθεστωτικὸ ρεπόρτερ, μαχητὴ τῆς ἐλεύθερης πληροφόρησης. Οἱ ΟΗΕδες, τὰ ΝΑΤΟ, οἱ Χάγες καὶ τὰ Ἐλσίνκια θὰ στἐλνανε τὰ ἀεροπλανοφόρα τους νὰ προστατέψουν τὴν «δημοκρατία», οἱ πορτοκαλὶ ἐπαναστάτες, τὰ gay parade καὶ τὰ pussy riots θα ξεσήκωναν τὸν πλανήτη γιὰ τὰ «ἀνθρώπινα δικαιώματα», χαμός, ἐπανάστασι, πόλεμος!...

   Γιὰ σκεφθεῖτε ὅμως. Ὁλόκληρος Ἀσάντζ, μὲ τόσα μέσα, χρήματα, διασυνδέσεις, καὶ δὲν βρίσκει μιὰ ἀσφαλὴ γωνιὰ σ᾿ ὁλόκληρο τὸν πλανήτη. Κυνηγημένος πετάει ἀπὸ χώρα σὲ χώρα τόσους μῆνες, καὶ καταλήγει πολιορκημένος σὲ μιὰ πρεσβεία στὸ στόμα τοῦ λύκου. (Θυμοῦμαι καὶ τὸν Ὀτσαλάν.) Ὁλόκληρος Ἀσάντζ, δισεκατομμυριοῦχος καὶ μὲ τὴν φήμη τοῦ ἀγωνιστοῦ τῆς ἐλευθερίας, κυνηγημένος σ᾿ ὅλον τὸν πλανήτη σὰν ποντίκι (σὰν ἀλεπού, μᾶλλον, στὸ κυνήγι τῆς ὁποίας ἀρέσκονται οἱ Ἄγγλοι ἀποικιοκράτες). Ποῦ καὶ πῶς μπορεῖ νὰ κρυφτῇ ὁ ἁπλὸς ἄνθρωπος; Ὑπῆρξε ποτὲ στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος πιὸ ὁλοκληρωτική, ἀπόλυτη, πλανητικὴ δικτατορία;

   Κανένα καθεστὼς στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος, οὔτε τοῦ Χίτλερ, τοῦ Στάλιν, τοῦ Μάο, οὔτε τῆς Ἱερᾶς Ἐξετάσεως τοῦ Βατικανοῦ ἢ τῶν στρατιῶν τοῦ Ταμερλάνου, δὲν συγκρίνεται μὲ τὴν καταθλιπτική, ὁλοκληρωτική, παγκόσμια τυραννία αὐτοῦ ποὺ λέμε «Δύση». Ὁ Χίτλερ (ἢ ὅποιος ἄλλος) εἶχε τὴν δύναμι νὰ καθορίζῃ πῶς καπνίζουν τὴν πίπα τους οἱ ἰνδιάνοι τῶν Ἄνδεων; Πῶς ἐρωτεύονται οἱ βοσκοὶ τῶν Ἰμαλαΐων, πῶς ὀνειρεύονται καὶ οἱ ἰθαγενεῖς τῆς Αὐστραλίας; Ὄχι. Ἀλλὰ σήμερα ὁ δορυφόρος βλέπει τὸ μυρμήγκι στὴν φωλιά του στὰ ὑψίπεδα τοῦ Αφγανιστάν καὶ στὰ δάση τῆς Βραζιλίας (καὶ στέλνει τηλεκατευθυνόμενο πύραυλο). Ξέρουν, βλέπουν καὶ καταγράφουν κάθε δευτερόλεπτο ποῦ εἴμαστε, τὶ κάνουμε, τὶ σκεπτόμεθα (π.χ. ἐγὼ τώρα· αὐτὸ ἐδῶ ἔχει καταγραφεῖ γιὰ πάντα -τὰ γράφω καὶ δημοσίως, ἀπὸ βίτσιο). Ὁ ἀνακριτὴς τῆς Ἱερᾶς Ἐξετάσεως οὔτε μὲ τόσα βασανιστήρια δὲν μποροῦσε νὰ ἀνακαλύψῃ τὶς ἁμαρτίες μας. Σήμερα καὶ τὶς ξέρουν καὶ τὶς ἐλέγχουν καὶ τὶς κατασκευάζουν (π.χ. ὁ Ἄραβας, ὁ Ἰνδιάνος, ὁ Ζουλού, τὴν ἴδια τσόντα θὰ δῇ, τὴν ἴδια μουσικὴ θ᾿ ἀκούσῃ, τὰ ἴδια σήριαλ θὰ δῇ στὸ χαζοκούτι, τὰ ἴδια βιομηχανοποιημένα τρόφιμα θὰ φάῃ.)

   Ἡ τερατώδης, ἐξωανθρώπινη σχεδόν, πλανητικὴ κυριαρχία προκαλεῖ ἀνείπωτη, μεταφυσικὴ φρίκη καὶ τρόμο ψυχῆς.
   Δὲν ἐγνώρισε ποτὲ τὸ ἀνθρώπινο γένος τέτοια ἀπόλυτη, καταθλιπτικὴ τυραννία.
   Οὔτε νὰ ἀνατινάξουμε τὸν τόπο δὲν μποροῦμε, νὰ γλυτώσουμε.
   Νὰ ἀνατινάξουμε τὸν πλανήτη ὁλόκληρον, τὴν σιδερένια μαύρη φυλακή τοῦ Matrix· φλόγες καὶ συντρίμμια.
   Ἢ νὰ δραπετεύσουμε στοὺς ἀπόμακρους ἀστερισμοὺς τοῦ ἀβυθομέτρητου διαστήματος -ἢ στοὺς ἀνυπότακτους κόσμους τῶν ὀνείρων καὶ τῆς Φαντασίας.

* * *

   Ὁ παρακμιακὸς δυτικὸς πολιτισμός, ἐὰν ἡ ἐξελικτικὴ διαδικασία διὰ τῆς φυσικῆς ἐπιλογῆς δὲν εἶχε στρεβλωθεῖ, θὰ εἶχε ἐκλείψει πρὸ πολλοῦ καθὼς θὰ εἶχαν κυριαρχήσει ἄλλα, πνευματικῶς καὶ σωματικῶς εὔρωστα καὶ ἀνδρεῖα ἔθνη. Κατὰ πάσαν πιθανότητα τὸ Ἰσλάμ. (Φυσιολογικὰ δὲν θὰ μποροῦσε οὔτε λεπτὸ ὁ ἐκφυλισμένος δυτικὸς κουραμπιὲς νὰ ἀντισταθῇ στὸν ἀνδρεῖο καὶ φλεγόμενο ἀπὸ πίστι μαχητὴ τοῦ Ἰσλάμ.)

   Ἡ παρὰ φύσιν διατήρησις τῆς κυριαρχίας τοῦ καρκινώματος «Δύσις» ὀφείλεται α) στὰ ὅπλα, β) στὸ χρῆμα, γ) στὴν ἐξαγωγὴ ἠθικοῦ ἐκφυλισμοῦ. Διὰ τῶν ὅπλων καὶ τοῦ χρήματος, ὅταν ἡ ἐπιφανειακὴ ἐλκυστικότης τῆς παρακμῆς δὲν ἀρκεῖ, ἡ Δύσις ἐπιχειρεῖ νὰ ἐξαπλώσῃ τὸν καρκίνο (ὁ ὁποῖος συνήθως ὀνομάζεται «δημοκρατία», «ἐλευθερία» καὶ «ἀνθρώπινα δικαιώματα»· βασικῶς πρόκειται γιὰ τὴν «ἐλευθερία» ἀφ᾿ ἑνὸς κάθε ἐκφυλιστικῆς παρακμῆς, καὶ τὴν στυγνή, ἄμεση ἐξόντωσι ἀφ᾿ ἐτέρου (βλέπε καὶ Ἀσάντζ) ὁποιουδήποτε ἀπειλεῖ αὐτὴν τὴν «ἐλευθερία») σὲ ὁλόκληρον τὸν πλανήτη, καθώς, ἐφόσον παραμένουν ἔστω καὶ ἐλάχιστα ὑγιῇ ἀντισώματα στὸν κόσμο, ἡ καρκινικὴ Δύσις κινδυνεύει.

   Ἡ δύναμις τῆς Δύσεως εἶναι ὁ καρκίνος της, διότι εἶναι μεταδοτικός· ὁ ἴδιος ὅμως εἶναι καὶ ἡ ἀδυναμία της, διότι τὴν κατατρώει. Παραδείγματος χάριν, ἡ ἐκφυλιστικὴ «πολυπολιτισμικότης» γίνεται ὁ Δούρειος Ἵππος γιὰ τὴν ἐπικράτησι τοῦ σκληροπυρηνικοῦ Ἰσλάμ στὴν ἴδια τὴν Εὐρώπη. Ὄχι πὼς ἡ Δύσις ἐνδιαφέρεται γιὰ τὸν ἀφανισμὸ τῆς ἑλληνορωμαϊκῆς κληρονομιᾶς -ἴσα ἴσα εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἐχθρός της. Τῆς ἀρκεῖ νὰ προλάβῃ νὰ ἐκφυλίσῃ τὸ Ἰσλάμ, πρὶν τὸ Ἰσλάμ ἐξοντώσῃ αὐτήν. Ἡ παγκόσμια ἐπικράτησις, τότε, τοῦ πολυπολιτισμικοῦ ἀχταρμᾶ, δηλαδὴ τῆς παρακμῆς, θὰ εἶναι τὸ ἰδανικὸ γι᾿ αὐτήν. Θὰ τὸ ἐπιτύχῃ;

   Δεδομένων τῶν ἀνωτέρῳ, δὲν φαίνεται ἄλλη ἐλπὶς γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα ἀπὸ τὴν ἐπικράτησι τοῦ σκληροπυρηνικοῦ Ἰσλάμ [*]. Μόνον ἔτσι πιθανὸν νὰ ἰαθῇ ὁ πλανήτης ἀπὸ τὸ δυτικὸ καρκίνωμα. Τὸ πιθανότερον, δυστυχῶς, εἶναι ὅτι σὲ αὐτὴν τὴν περίπτωσι θὰ ἐξαλειφθῇ καὶ μάλιστα νωρὶς τὸ γένος τῶν Ἑλλήνων. Ἀλλὰ τί νὰ γίνῃ, ὁ πλανήτης πρέπει νὰ ζήσῃ. Ἴσως καταφέρουν νὰ ἐπιζήσουν ὑγιῇ κύτταρα, καὶ στὴν Ἑλλάδα καὶ στὴν Εὐρώπη, τὰ ὁποῖα, μέσα ἀπὸ τὶς κοσμογονικὲς αὐτές συγκρούσεις, θὰ διατηρήσουν καὶ θὰ ἀναγεννήσουν στὸν μελλοντικὸ κόσμο ποὺ θὰ θυμίζῃ Mad Max, τὴν ἀρχαία ἡρωικὴ παράδοσι καὶ τὸν ἑλληνορωμαϊκὸ πολιτισμό, τὴν εὐρωπαϊκὴ ἱπποτικὴ καὶ ρομαντικὴ κληρονομιά, ὅ,τι τέλος πάντων στοιχεῖον ἀρετῆς ὑπῆρξε στὴν εὐρωπαϊκὴ ἱστορία πρὸ νεωτερικότητος.

[*] Ἢ ἴσως τῆς Κίνας, μετὰ ἀπὸ δεκαετίες ἢ αἰῶνες... 

For God, El Cid, and Spain! («El Cid»,1961)
Σήκω ἱππότη! Σήκω ξανά!

* * *

   Ὑστερόγραφον. Εἶχα γράψει ἕναν αἱρετικὸν ἐπικήδειον στὸν Ὀσάμα Μπὶν Λάντεν, τὸν ὁποῖον δὲν ἐδημοσίευσα. Ὑπῆρξε ὅμως ἡ ἀφορμὴ ὥστε νὰ ἐπεκτείνω σήμερα τὶς σκέψεις μου. Γιὰ τὴν ἱστορία:

Ὀσάμα μπὶν Λάντεν
Ἦταν καὶ ὁ Μπὶν Λάντεν μιὰ κάποια λύσις

   Ἡ τερατώδης, ἐξωανθρώπινη θὰ ἔλεγα, πλανητικὴ κυριαρχία προκαλεῖ ἀνείπωτη, μεταφυσικὴ φρίκη καὶ τρόμο ψυχῆς.
   Δὲν ἐγνώρισε ποτὲ τὸ ἀνθρώπινο γένος τέτοια ἀπόλυτη, καταθλιπτικὴ τυραννία.
   Τὰ χρόνια τῆς Ἱερᾶς Ἐξετάσεως ὅπου ὁ παντεπόπτης ὀφθαλμὸς τοῦ αὐταρχικοῦ Θεοῦ-ἀφέντη ἤλεγχε ἀκόμη καὶ τὶς ἀνομολόγητες ἁμαρτίες τῆς ψυχῆς μας, δὲν ἤμαστε λιγότερο ἐλεύθεροι.
   Σήμερα μυρμήγκι δὲν ξεφεύγει ἀπὸ τὸν ἰλλουμινατικὸ ὀφθαλμὸ τοῦ ἀμερικανικοῦ δολλαρίου -τὰ ἰπτὰμενα ραντὰρ καὶ τὶς μηχανὲς ἐπεξεργασίας καὶ ἀνάλυσης δεδομένων.
   Μυρμήγκι, στὶς ἄορνες βραχοσπηλιὲς τῶν Ἰμαλαΐων καὶ στὰ πυκνὰ βάθη τῆς ζούγκλας τοῦ Ἀμαζονίου, νὰ κρυφθῇ δὲν μπορεῖ.
   Ξέρουν ποῦ εἴμαστε, τὶ κάνουμε, τὶ σκεπτόμαστε. Τώρα. Κάθε στιγμή.
   Οὔτε νὰ ἀνατινάξουμε τὸν τόπο δὲν μποροῦμε, νὰ γλυτώσουμε.
   Νὰ ἀνατινάξουμε τὸν πλανήτη ὁλόκληρον, τὴν σιδερένια μαύρη φυλακή τοῦ Matrix· φλόγες καὶ συντρίμμια.
   Ἢ νὰ δραπετεύσουμε στοὺς ἀπόμακρους ἀστερισμοὺς τοῦ ἀβυθομέτρητου διαστήματος -ἢ στοὺς ἀνυπότακτους κόσμους τῶν ὀνείρων καὶ τῆς Φαντασίας.

   Βάστα Μλάντιτς
   Βάστα Μουαμάρ
   Βάστα Ἀχμαντινετζάντ

[Σημ. 28-8-2012: Ἤδη χάσαμε τὶς δύο ἀπὸ τὶς τρεῖς ζωὲς στὸ video game, καὶ δὲν βλέπω power ups τριγύρω.]

Κυριακή 12 Αυγούστου 2012

Ἔβλεπα, διέβλεπα, ἐμάντευα...

   «Ἤμην πτωχὸν βοσκόπουλον εἰς τὰ ὄρη.

   [...]

   Ἔκαμα δύο-τρία βήματα χωρὶς τὸν ἐλάχιστον θόρυβον, ἀνερριχήθην εἰς τὰ ἄνω, ἔκυψα μὲ ἄκραν προφύλαξιν πρὸς τὸ μέρος τοῦ ἄντρου, καλυπτόμενος ὄπισθεν ἑνὸς σχοίνου καὶ σκεπόμενος ἀπὸ τὴν κορυφὴν τοῦ βράχου, καὶ εἶδα πράγματι ὅτι ἡ Μοσχούλα εἶχε πέσει ἀρτίως εἰς τὸ κῦμα γυμνή, κ᾽ ἐλούετο…

   Τὴν ἀνεγνώρισα πάραυτα εἰς τὸ φῶς τῆς σελήνης τὸ μελιχρόν, τὸ περιαργυροῦν ὅλην τὴν ἄπειρον ὀθόνην τοῦ γαληνιῶντος πελάγους, καὶ κάμνον νὰ χορεύουν φωσφορίζοντα τὰ κύματα. Εἶχε βυθισθῆ ἅπαξ καθὼς ἐρρίφθη εἰς τὴν θάλασσαν, εἶχε βρέξει τὴν κόμην της, ἀπὸ τοὺς βοστρύχους τῆς ὁποίας ὡς ποταμὸς ἀπὸ μαργαρίτας ἔρρεε τὸ νερόν, καὶ εἶχεν ἀναδύσει· ἔβλεπε κατὰ τύχην πρὸς τὸ μέρος ὅπου ἤμην ἐγώ, κ᾽ ἐκινεῖτο ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ προσπαίζουσα καὶ πλέουσα. Ἤξευρε καλῶς νὰ κολυμβᾷ.

   [...]

   Δὲν ὑπῆρχεν ἄλλη αἵρεσις, εἰμὴ νὰ περιμένω. Θὰ ἐκράτουν τὴν ἀναπνοήν μου. Ἡ κόρη ἐκείνη δὲν θὰ ὑπώπτευε τὴν παρουσίαν μου. Ἄλλως ἤμην ἐν συνειδήσει ἀθῷος.
   Ἐντοσούτῳ ὅσον ἀθῷος καὶ ἂν ἤμην, ἡ περιέργεια δὲν μοῦ ἔλειπε. Καὶ ἀνερριχήθην πάλιν σιγὰ-σιγὰ πρὸς τὰ ἐπάνω καὶ εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βράχου, καλυπτόμενος ὄπισθεν τῶν θάμνων· ἔκυψα νὰ ἴδω τὴν κολυμβῶσαν νεάνιδα.
   Ἦτον ἀπόλαυσις, ὄνειρον, θαῦμα. Εἶχεν ἀπομακρυνθῆ ὣς πέντε ὀργυιὰς ἀπὸ τὸ ἄντρον, καὶ ἔπλεε, κ᾽ ἔβλεπε τώρα πρὸς ἀνατολάς, στρέφουσα τὰ νῶτα πρὸς τὸ μέρος μου. Ἔβλεπα τὴν ἀμαυρὰν καὶ ὅμως χρυσίζουσαν ἀμυδρῶς κόμην της, τὸν τράχηλόν της τὸν εὔγραμμον, τὰς λευκὰς ὡς γάλα ὠμοπλάτας, τοὺς βραχίονας τοὺς τορνευτούς, ὅλα συγχεόμενα, μελιχρὰ καὶ ὀνειρώδη εἰς τὸ φέγγος τῆς σελήνης. Διέβλεπα τὴν ὀσφύν της τὴν εὐλύγιστον, τὰ ἰσχία της, τὰς κνήμας, τοὺς πόδας της, μεταξὺ σκιᾶς καὶ φωτός, βαπτιζόμενα εἰς τὸ κῦμα. Ἐμάντευα τὸ στέρνον της, τοὺς κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους ὅλας τῆς αὔρας τὰς ριπὰς καὶ τῆς θαλάσσης τὸ θεῖον ἄρωμα. Ἦτον πνοή, ἴνδαλμα ἀφάνταστον, ὄνειρον ἐπιπλέον εἰς τὸ κῦμα· ἦτον νηρηίς, νύμφη, σειρήν, πλέουσα, ὡς πλέει ναῦς μαγική, ἡ ναῦς τῶν ὀνείρων…

   [...]

Ὄνειρο στὸ κῦμα [1] [2] [3] [4] [5] [6] [playlist]

   Ἐπὶ πόσον ἀκόμη θὰ τὸ ἐνθυμοῦμαι ἐκεῖνο τὸ ἁβρόν, τὸ ἁπαλὸν σῶμα τῆς ἁγνῆς κόρης, τὸ ὁποῖον ᾐσθάνθην ποτὲ ἐπάνω μου ἐπ᾽ ὀλίγα λεπτὰ τῆς ἄλλως ἀνωφελοῦς ζωῆς μου! Ἦτον ὄνειρον, πλάνη, γοητεία. Καὶ ὁπόσον διέφερεν ἀπὸ ὅλας τὰς ἰδιοτελεῖς περιπτύξεις, ἀπὸ ὅλας τὰς λυκοφιλίας καὶ τοὺς κυνέρωτας τοῦ κόσμου ἡ ἐκλεκτή, ἡ αἰθέριος ἐκείνη ἐπαφή! Δὲν ἦτο βάρος ἐκεῖνο, τὸ φορτίον τὸ εὐάγκαλον, ἀλλ᾽ ἦτο ἀνακούφισις καὶ ἀναψυχή. Ποτὲ δὲν ᾐσθάνθην τὸν ἑαυτόν μου ἐλαφρότερον ἢ ἐφ᾽ ὅσον ἐβάσταζον τὸ βάρος ἐκεῖνο… Ἤμην ὁ ἄνθρωπος, ὅστις κατώρθωσε νὰ συλλάβῃ μὲ τὰς χεῖράς του πρὸς στιγμὴν ἓν ὄνειρον, τὸ ἴδιον ὄνειρόν του…

   [...]

   Ὤ! ἂς ἤμην ἀκόμη βοσκὸς εἰς τὰ ὄρη!...»

(Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Ὄνειρο στὸ κῦμα», 1900.)

Κυριακή 29 Ιουλίου 2012

Ὀλυμπιακὰ παραλειπόμενα

   Ἡ βρετανικὴ τελετὴ ἐνάρξεως τῶν Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων προεκάλεσε τὶς συνήθεις ὀξεῖες ἐνδοελληνικὲς ἀντιπαραθέσεις ἐπὶ τοῦ αἰωνίου ἀνατολικοδυτικοῦ ζητήματος («τί εἶναι ἡ Ἑλλάς; δύσις ἢ ἀνατολή;») Δύο παρατηρήσεις:

   Πρὸς τοὺς μέν, σύστασις: ὅποιος ἔχει συνείδησιν ἀριστοκρατικῆς ἀνωτερότητος ἀντιδρᾷ μὲ τὸ φλέγμα τῶν Λακεδαιμονίων (ἢ καὶ τῶν Ἀθηναίων) ἀπέναντι σὲ ἕναν Ἀλέξανδρον [1][2]· ὄχι μὲ σπασμωδικὲς κραυγὲς ἱκανοποιήσεως αἰσθημάτων μειονεξίας.


Πεκῖνον 2008· πῶς πραγματικὰ ᾄδεται ὁ Ὀλυμπιακὸς Ὕμνος.

   Ὅσον ἀφορᾷ στοὺς δέ, παρατηρήσαμε τὸ περίεργον φαινόμενον, Ἕλληνες νεοφιλελεύθεροι νὰ ὑμνοῦν τοὺς Ἄγγλους ἐπειδὴ ἀνέδειξαν σὲ κεντρικὸ ἀφήγημα τὸ ἐθνικό τους σύστημα δημόσιας ὑγείας (NHS). Ὁμολογῶ ὅτι ἐπ᾿ αὐτοῦ μπερδεύτηκα, καθ᾿ ὅτι δὲν ἤξερα κἂν ὅτι τὸ βρετανικὸν ΕΣΥ ὑπῆρχε ἀκόμη. Ἐνόμιζα ὅτι ἦταν μιὰ ρεμούλα τοῦ Ἀνδρέα γιὰ νὰ φάῃ τὰ χρήματα τοῦ Γερμανοῦ φορολογουμένου, ἀλλὰ ἡ Θάτσερ καὶ ὁ Σόιμπλε τὸ κατήργησαν [3]. Καθ᾿ ὅσον πάντως μᾶς ἀφορᾷ, ὑποψιάζομαι ὅτι, ἐὰν στὴν τελετὴ ἐνάρξεως πρωταγωνιστοῦσε ἢ δευτεραγωνιστοῦσε ἔστω καὶ ὁ Μάρξ (ἔζησε τὶς τρεῖς τελευταῖες δεκαετίες τῆς ζωῆς του καὶ ἐτάφη στὸ Λονδῖνο), οἱ Ἕλληνες «ἐκσυγχρονιστὲς» θὰ ὑμνοῦσαν καὶ τὸν μαρξισμόν.

Florence Nightingale (1820-1910)
Αὐτή, ναί!

Σημειώσεις:
[1] Πόσο μᾶλλον ἀπέναντι σὲ ἕναν Λαγίδην χθεσινόν:

Ὅσο γιὰ τὴν ταπείνωσι — μὰ ἀδιαφοροῦσε.
Τὸ φρόνημα τῆς Σπάρτης ἀσφαλῶς δὲν ἦταν ἱκανὸς
νὰ νοιώσει ἕνας Λαγίδης χθεσινός·
ὅθεν κ᾿ ἡ ἀπαίτησίς του δὲν μποροῦσε
πραγματικῶς νὰ ταπεινώσει Δέσποιναν
Ἐπιφανῆ ὡς αὐτήν· Σπαρτιάτου βασιλέως μητέρα.

(Κ.Π. Καβάφης, «Ἐν Σπάρτῃ»)

[2] Ἐνῷ ὁ Ἀλέξανδρος, κοσμοκράτωρ, ἐκόντευε καὶ στ᾿ ἄστρα νὰ πηδήσῃ («Ὁ δ᾿ Ἀλέξανδρος ἔξω τῆς Ἄρκτου καὶ τῆς οἰκουμένης ὀλίγου δεῖν πάσης μεθειστήκει, τὸ δ᾿ ἐσόμενον ἄδηλον ἦν». (Αἰσχίνης, «Κατὰ Κτησιφῶντος») (Πέρ᾿ ἀπ᾿ τ᾿ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς τὰ πέρατα ὁ Ἀλέξανδρος, κι ἄδηλο τὸ μέλλον!)), οἱ Ἀθηναῖοι, ἀδιαφορώντας καὶ ἐκμεταλλευόμενοι τὴν ἀπουσία του, ἐπιδίδονταν στὴν ἀγαπημένη τους ἀθλοπαιδιά· κατηγοροῦσαν, ἐδίκαζαν καὶ ἐκτελοῦσαν οἱ μὲν τοὺς δὲ ἐπὶ προδοσίᾳ.

[3] Χώρια πού, φίλη, μόνιμη κάτοικος Λονδίνου ἐδῶ καὶ εἴκοσι χρόνια, ποὺ τῆς ἀρέσει ἡ ζωὴ ἐκεῖ καὶ λέγει ὅτι δύσκολα θὰ μποροῦσε νὰ ζήσῃ στὴν Ἑλλάδα, ἐπιμένει κάθε φορὰ νὰ μὲ κάνῃ νὰ ἀπορῶ, συνδυάζοντας πάντοτε τὶς ἐπισκέψεις στὸν γιατρό (γιὰ ὁποιοδήποτε θέμα) μὲ τὶς διακοπές της στὴν Ἑλλάδα. Μυστήρια πράγματα.

* * *

Βούλα Παπαχρήστου

   Στοὺς Ὀλυμπιακοὺς Ἀγῶνες ἀποκλείονταν οἱ βάρβαροι. Στὰ Olympic Games ἀποκλείονται οἱ Ἕλληνες.

Πολιτικὴ ὀρθότης, ἡ μοντέρνα Ἱερὰ Ἐξέτασις (βίντεο, ἀπὸ τὸ Ἀντίβαρο)

Δευτέρα 16 Ιουλίου 2012

Μόνη ἐναντίον ὅλων...

Ακόμα 140 ! τενεκέδες την πέσανε στην
δασκάλα -
οι ανέραστοι -
που είναι γυναίκα και μόνη.
Και επιπλέον - όπως όλοι οι
προηγηθέντες -
φονείς των φωνηέντων -
συσκοτίζοντας το θέμα - που δεν είναι
η σύγχυση ανάμεσα στους
φθόγγους και
τα γράμματα - γιατί τέτοια
σύγχυση δεν
υπάρχει - αλλά ο πόλεμος της
προφορικής εναντίον
της γραπτής
μορφής της γλώσσας.
Είναι άσχετοι και πληρωμένοι .
Το φαινόμενο της γλώσσας είναι
ενιαίο και συνεχές -
όπως γνωρίζουνε όσοι την
αγαπάνε -
όσοι διαβάζουνε -
όσοι με κλειστά μάτια και χωρίς
κανέναν ήχο -
ψιθυρίζουνε αρρήτως -
τα κείμενα της ελληνικής
μνήμης .

Και επί του προκειμένου -
και συγκεκριμένα -
ο χωρισμός της προφορικής από
την γραπτή -
είναι εκ της θεωρίας του
δομισμού -
κοινώς στρουκτουραλισμός -
που θεωρεί όλα τα
ανθρώπινα -
ιδιαιτέρως τα γλωσσικά -
χωρίς κανένα νόημα -
α/νόητα - που αποκτούνε την
συνθήκη του νοήματός τους -
μόνο όταν ενταχθούνε
στην δομή -
δηλαδή στην αυθεντία
της εξουσίας.
Ο Νταχτιρντί - που του την
έδινε ο
στρουκτουραλισμός -
έγραφε -
ότι ο σύγχρονος κόσμος -
στηρίζεται σε
μανιχαϊστικές αντιθέσεις -
στηρίζεται και καλλιεργεί -
όπως -
καλό εναντίον κακού -
άνδρας εναντίον γυναίκας -
προφορική γλώσσα εναντίον γραπτής.
Ας μην μιλάνε λοιπόν
για επιστήμες και εξελίξεις -
γιατί είναι
οπισθοδρομικοί -
χατζηαβάτες και δολοφόνοι.

Γιατί τόση μανία ;
Γιατί με 3.000.000 μετανάστες -
ετοιμάζουνε
την φωνητική
ελληνική - με την πλήρη
κατάργηση της
σημερινής μορφής της γλώσσας.

* * *

Ώστε γράφουνε μπούρδες ρωτάς ;
Εσύ τι λες -
είναι μπούρδες
ή όχι όταν γράφουνε
ότι
σωστά καταργήσανε
και την διάκριση των συμφώνων σε
χειλικά, ουρανικά, οδοντικά κλπ -
αντικαθιστώντας τις διακρίσεις αυτές
με άλλες -
άσχετες -
όπως τριβόμενα, φατνιακά !

γιατί όπως λένε -
η διάκριση αυτή δηλώνει τρόπο της
άρθρωσης ! -
και όχι τόπο της άρθρωσης .

Το ήξερες ότι μιλάς φατνιακά ;

140 πληρωμένοι φονιάδες.

* * *

Έναν ζήτησες πράγματι.
Τι έναν ;
Γλωσσολόγο ;
Ποιός όρισε ότι την γραμματική μιας
γλώσσας την γράφουνε
οι γλωσσολόγοι ;

Πώς να τολμήση κανείς να μιλήση -
όταν εξ αρχής -
όπως γράφει ο Σαραντάκος -
και οι σχολιαστές του -
και οι δικοί σου -
γράφουνε για Ελληναράδες
ακροδεξιούς -
όσους δεν δέχονται
τον φόνο των φωνηέντων.

* * *

Με έχει εξοργίσει αυτή η υπόθεση -
αυτή η καταστροφή.
Ότι έχουνε στόχο την κατάργηση
της «ιστορικής ορθογραφίας»
δεν το κρύβουνε .
Τα επιχειρήματά τους είναι σαθρά.
Είναι τα γράμματα φωνήεντα και
σύμφωνα ;
Όχι λένε οι φονείς των φωνηέντων.
Όχι γιατί τα γράμματα - τα
γραμμένα φωνήεντα δεν έχουνε
ήχο -
είναι μόνο και σκέτα σύμβολα.

Αληθινή καταστροφή.

Όταν διαβάζεις την λέξη κίτρινο -
αυτή μεταφέρει το
χρώμα κίτρινο - ή πρέπει
να φέρουμε στο
σχολείο - τον κουβά με
το χρώμα ;

Όταν μαθαίνουμε την λέξη
Ἑλένη -
και την λέξη Μαρία -
και φωνάζουμε το κορίτσι μας -
Ἑλένη,
Μαρία,
Ναυσικᾶ,
φωνάζουμε μόνο τους φθόγγους -
των ονομάτων -
[eleni]
[maria]
[nafsika] -
ή ταυτογχρόνως και τα φωνήεντα
των γραμμάτων ; -
Η Ἑλένη είναι η Ἑλένη με το ήττα
της -
όχι ορθογραφικά -
αλλά φωνητικά -
κι ας μην το προφέρουμε.
Είναι ο ήχος αξεδιάλυτα
δεμένος
με το γράμμα του.

Και η Ναυσικᾶ αιωνίως με την
περισπωμένη της.

(Τοῦ Ἀ. Φαρ.)

Τὰ ἄγρια φωνήεντα...

H Ειρήνη Φιλιππάκη-Warburton ...

Δείξε μου εσύ πού ακριβώς γράφει ότι τα
φωνήεντα είναι 7.
Ή μήπως ξάφνου η γραπτή δεν έχει φωνήεντα ;
Το ελληνικό αλφάβητο - οι λέξεις που
διαβάζεις τώρα -
δεν έχουνε ούτε σύμφωνα ούτε
φωνήεντα ; - είναι μόνο
σημάδια ; - όπως
το δείχνης και εσύ στο ιστολόγιο ;

Ο Τριανταφυλλίδης - τον οποίο
ο Σαραντάκος επικαλείται -
το γράφει καθαρά : -
Και ο Σαραντάκος - αυτήν
ακριβώς την
έκπτωση - που είναι και η
ουσία της καταγγελίας  την
ονομάζει
μικρή - σχεδόν
ασήμαντη - διαφορά .

* * *

Επαναλαμβάνεις άδικα τον Σαραντάκο.
Αντιστοιχίες υπάρχουνε αφού δόξα τω
Θεώ ακόμα ισχύει η γραπτή.

Το ξαναγράφω αν και το κατάλαβες πολύ
καλά με την πρώτη.
Κατά την συγγραφέα η γραπτή ελληνική -
το ελληνικό αλφάβητο -
δεν έχει ούτε φωνήεντα ούτε
σύμφωνα.

Φωνήεντα έχουνε μόνο οι φθόγγοι της
ελληνικής και έχουνε 5.

Αυτό γράφει,
αυτό γράφει ο Σαραντάκος
και αυτό γράφεις στο ιστολόγιο.

Σαραντάκος :
«Η διαφορά είναι ότι η νέα Γραμματική αποφεύγει να χαρακτηρίσει φωνήεντα και σύμφωνα τα γράμματα του αλφαβήτου και κρατάει αυτόν τον χαρακτηρισμό μόνο για τους φθόγγους.»

* * *

Aλλη μία από τις κουτοπονηριές του
Σαραντάκου.

Γράφει ότι σωστά η νεοτάξ απίθανη
αμερικάνα θεωρεί τα φωνήεντα
της ελληνικής 5 γιατί :

«Η πιο παραδοσιακή θεώρηση που χαρακτηρίζει «φωνήεντα» και τους φθόγγους αλλά και τα γράμματα του αλφαβήτου έχει το μειονέκτημα ότι δεν μπορεί να απαντήσει σε απλές ερωτήσεις όπως: Στη λέξη «εύκολος» το υ τι είναι; Φωνήεν ή σύμφωνο; Ή: Πόσα είναι τα φωνήεντα στη λ. «σούβλα», δύο ή τρία ; »

Εδώ ο Τριανταφυλλίδης έγινε « η πιο
παραδοσιακή θεώρηση » - λες
και η γραμματική έγινε
πλέξιμο με το
βελονάκι.
Όμως - η απίθανη και κακόβουλη θεωρία της
αμερικάνας - ότι η γραπτή γλώσσα
δεν έχει φωνήεντα και σύμφωνα -
δεν έχει καμμία απάντηση για πολύ γνωστά
γλωσσικά φαινόμενα που
ο Σαραντάκος από την Κάτω Κουτοπονηριά -
αποσιωπά.

Παραδείγματα.
Ένα γράμμα να αποδίδει πολλούς φθόγγους.
Αγγελος και Βαγγέλης,
άγχος,
- ύστερα, αυτό, αύριο.

Γράμματα που δεν προφέρονται όπως ορίζει
το σημάδι αλλά αλλάζουνε τον ήχο του
προηγουμένου συμφώνου -
νειάτα,
δουλειά ....

Γράμματα που γράφονται και δεν προφέρονται -
υιοθεσία, μυίγα ..

Γράμματα που προφέρονται και δεν γράφονται -
εκσυγχρονισμός.

Με άλλα λόγια όπως συμβαίνει σε όλες τις
γλώσσες του κόσμου
με κορυφαία την αγγλική -
δεν υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ των
φθόγγων και των
γραμμάτων -
( στ αγγλικά λένε γουώκθρου και γράφουνε
Walkthrough κλπ ).
και η θεωρία ότι τα γράμματα που
αποδίδουνε τους
φθόγγους - πάει περίπατο.

Αλλά κάπως πρέπει να δικαιολογήσουμε το
νεοτάξ τέρας ότι προηγείται η προφορική -
ώστε να τινάξουμε τις ιστορικές
γλώσσες στον αέρα -
κατά τας διαταγάς.
Μία παγκόσμια γλώσσα
Ένα παγκόσμιο νόμισμα
Μία παγκόσμια κυβέρνηση.

* * *

Kανονικά
και σε όλα τα κράτη του κόσμου -
υπάρχει μία επίσημη
γραμματική - στην οποία πρέπει
η δημόσια γλώσσα να
υπακούη -
και κανείς δεν μπορεί -
έτσι επειδή του κατέβηκε να
την αλλάξη.
Και αυτό - όχι μόνο γιατί
ειναι κεντρικό
της κοινωνίας και
της ιστορίας - αλλά γιατί
είναι πρακτικώς
αναγκαίο - στα συνταγματικά
και πολιτικά δικαστήρια -
ώστε η αυθαίρετη αλλαγή
των γραμματικών κανόνων
να μην οδηγεί
σε αλλαγές του νοήματος
των νόμων -
και των συμβολαίων -
ή -
η αλλαγή αυτή - να
γίνεται εμπόδιο στην
κατανόηση της γλώσσας
του προσφάτου
παρελθόντος και των
κειμένων της κλπ.
Η γλώσσα είναι κοινό κτήμα -
είναι δημοκρατία -
είναι η ουσιαστική βάση
της κοινής ζωής
των ανθρώπων ενός
έθνους .
Ποιός έδωσε λοιπόν το
δικαίωμα σε αυτήν
την ... - και στους
... που την
ακολουθούν - να
αλλάξη την γλώσσα -
να αφαιρέση τα φωνήεντα
από το αλφάβητο -
( το η που βλέπεις δεν
είναι φωνήεν είναι το
σημάδι ενός φθόγγου -
του φθόγγου [ι] ) -
ή να καταργή τις κλίσεις -
ή τις διακρίσεις
των φθόγγων -
φατνιακά γράφει -
και γενικώς να
εξαμερικανίζει και να
αποπατεί -
επί της γλώσσας -
χωρίς έλεγχο και χωρίς
τιμωρία ;
Μόνο στα χειρότερα
μπουρδέλα γίνεται - αυτό
που μας κάνουνε εδώ -
τα στρατά της νεοτάξ -
και ασφαλώς -
θέλει και πρέπει -
γιατί άλλος τρόπος δεν
υπάρχει -
να πέση πολύ ξύλο.

(Τοῦ Ἀ. Φαρ.)

* * *

Τα άγρια φωνήεντα ...

Kαι η απάτη, η νεοταξική προπαγάνδα,
συνεχίζεται.

Αν διαβάσετε το προηγούμενο των Καζάζη
Μπαμπινιώτη - θα δείτε ότι μιλάνε για μια
δήθεν σύγχυση των φθόγγων με τα
γράμματα - και βεβαιώνουνε ότι γράμματα
δεν θα αφαιρεθούν.

Αφήνω κατά μέρος την ύβρι των βεβαιώσεων -
σα να ναι δική τους η γλώσσα και μας
κάνουνε την χάρη.
Δεν είναι θέμα συγχύσεως αλλά κάτι
απλούστερο και θεμελιώδες.
Η γραπτή γλώσσα - έχει φωνήεντα και
σύμφωνα ;
Όχι λένε, δεν έχει.
Τα γράμματα δεν έχουνε κανέναν ήχο -
είναι σκέτα σύμβολα .
Όπως τα σήματα της τροχαίας.

Η θέση αυτή δεν έχει καμία σχέση με
την φωνολογία.
Είναι ένα αξίωμα επί της γλώσσας - ένα
κακό μεταμοντέρνο ιδεολόγημα.

(Τοῦ Ἀ. Φαρ.)

Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

Ὁ κῆπος τῶν ἡρώων

   Ξεχασμένοι στὸν κῆπο τους. Χρόνια τώρα πολλά. Μαρμαρωμένοι. Κοιμοῦνται...
   Κι ὅμως. Σὰν ν᾿ ἀφουγκράζονται. Σὰν νὰ βλέπουν. Καὶ ν᾿ ἀνταριάζῃ ἡ ψυχὴ τους. (Πῶς; Δὲν τοὺς ἀκοῦτε; Βάλτε γιὰ λίγο τὸ χέρι στὴν καρδιά σας, καὶ νιῶστε.)
   Οἱ μουστάκες κι οἱ γενιάδες μοῦ φαίνεται ἀναδεύονται θυμωμένα. Τὰ φέσια σὰν νὰ παίρνουν καὶ πάλι φωτιά. Τὸ βλέμμα συνοφρυωμένο, ἄγριο, βλοσυρό. Μᾶς κοιτάζουν. Φουρτούνα μυρίζει.
   Ὅπου νά ᾿ναι ξυπνοῦν.
   Καὶ τότε...

Νότης Μπότσαρης (1756-1841)
Δημήτριος Ὑψηλάντης (1793-1832)
Κίτσος Τζαβέλας (1801-1855)
Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης (1765-1848)
Κωνσταντῖνος Κανάρης (1790-1877)
Δόμνα Βισβίζη (1783-1850)
Μάρκος Μπότσαρης (1790-1823)
Γεώργιος Καραϊσκάκης (1780-1827)
Ἀνδρέας Μιαούλης (1769-1835)
Νικηταρᾶς (1781-1849)
Ἐμμανουὴλ Παπᾶς (1773-1821)
Νικόλαος Κριεζώτης (1785-1853)
Πεδίον τοῦ Ἄρεως - Ὁ κῆπος τῶν ἡρώων
Πεδίον τοῦ Ἄρεως - Ὁ κῆπος τῶν ἡρώων
Δημητράκης Πλαπούτας (1786-1864)
Δημήτριος Παπανικολῆς (1790-1855)
Μαντώ Μαυρογένους (1796-1840)
Ἀθανάσιος Διάκος (1786-1821)
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (1770-1843)
Ὀδυσσεὺς Ἀνδροῦτσος (1790-1825)
Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανός (1771-1826)
Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα (1771-1825)
Γρηγόριος Δικαῖος - Παπαφλέσσας (1788-1825)

Σημείωσις: Ὅλες οἱ φωτογραφίες ἐλήφθησαν ἀπὸ τὸν γράφοντα στὶς 26-11-2011.

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012

Ποῦ πηγαίνουν οἱ κάμπιες ὅταν κατεβαίνουν ἀπὸ τὸ πεῦκο;

   Ὁ Πυθέας ἀναζητοῦσε τὴν ἄγνωστη Θούλη, ὁ Κολόμβος τὶς Δυτικὲς Ἰνδίες καὶ ὁ συνταγματάρχης Φῶσσετ τὶς μυθικὲς χρυσὲς πολιτεῖες στῆν ζούγκλα τοῦ Μάτο Γκρόσο· ὁ Μαγγελάνος ξεκινοῦσε γιὰ τὸν γύρο τοῦ κόσμου καὶ ὁ Ἄρμστρονγκ γιὰ τὴν χλωμὴ Σελήνη. Δέος ἔνιωσα ὡστόσο κοιτάζοντας ἕνα πρωινὸ τὶς μικρὲς κάμπιες (thaumetopoea pityocampa) ποὺ περνοῦσαν τὸν δρόμο.

Τὸ ταξίδι τῆς κάμπιας
(Χαλάνδρι, Ἀθῆναι, 19-3-2012)

   Ποῦ πηγαίνουν οἱ κάμπιες ὅταν κατεβαίνουν ἀπὸ τὸ πεῦκο;

   Ἀπὸ τὴν ζεστή, σκιερὴ ἀγκαλιὰ τοῦ μητρικοῦ πεύκου, στὸ τραχύ, ἡλιοκαμμένο ἔδαφος. Κάθετα στὸν ἀφιλόξενο δρόμο. Σὲ μιὰ σειρά, ἡ μιὰ πίσω ἀπὸ τὴν ἄλλη. Ἀργά-ἀργά, ἴσα ποὺ πιάνει τὸ μάτι. Πορεία, μακρύτερη κι ἀπὸ μαραθώνιο. Προορισμός, πιὸ ἄγνωστος κι ἀπὸ τὴν Ἀτλαντίδα. Ἕνα ἀπελπισμένο ταξίδι πρὸς τὸν θάνατο. (Πόσο δύσκολο εἶναι τὸ ἐγχείρημα... Χώρια ποὺ φοβοῦμαι ὅτι ἄμα σκοτωθῇ ἡ ὁδηγός, ὅλη ἡ ὁμὰς εἶναι καταδικασμένη.) Γιατί; Χωρὶς λόγο. Χωρὶς σκοπό. Χωρὶς ἐλπίδα. Μόνον ἐπειδὴ κάτι βαθύτερο, ἕνα κάλεσμα ἀπὸ ἀλλοῦ, ἡ μακρινή, ὀνειρικὴ εἰκόνα μιᾶς πεταλούδας ποὺ τρελοπαίζει τὰ πολύχρωμα φτερά της στὸν ἥλιο, μιὰ στιγμὴ ἀθανασίας, ἀνεπίγνωστα μᾶς ἔλκει στὴν σωτηρία καὶ στὸν χαμό μας.


Τὸ ταξίδι τῆς κάμπιας
(Χαλάνδρι, Ἀθῆναι, 19-3-2012)

Πληροφορίες:
- Ἐκεῖ ποὺ ποτὲ δὲν πάτησε ἱεραπόστολος (V for VALIS)
- S.O.S. γιὰ τὰ πεῦκα στοῦ Φιλοπάππου (Λόφοι Φιλοπάππου)
- Κάμπια τοῦ πεύκου (Βιοκῆπος)

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012

Δύο πίνακες

Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Θέα τῶν Ἀθηνῶν, 1940 (ἰδιωτικὴ συλλογή)

Ἄ γαιώδη ἄνθρωπε
Ἰδὲς ποὺ ὁ τοκετὸς τῆς νύχτας ἔφερε
Κυανὸ καὶ κιννάβαρι, πορφύρα καὶ ὤχρα
(Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Μικρὸν Ἀνάλογον γιὰ τὸν Ν. Χατζηκυριάκο-Γκίκα»)

ἀλληλέγγυα στάθηκαν τὰ σπίτια
καὶ μικρὰ καὶ τετράγωνα
μὲ καμάρα λευκὴ καὶ λουλακὶ πορτόφυλλο
(Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Τὸ Ἄξιον Ἐστί»)

(Βλ. Νίκος Ἀλ. Μηλιώνης, «Ὁ εἰκαστικὸς μοντερνισμὸς στὴν ποίηση τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη», περιοδικὸν «Νέα Εὐθύνη», τ. 8, Νοέμ.-Δεκ. 2011, σελ. 643.)

* * *

Ἰάκωβος Ρίζος, Ἀθηναϊκὴ βραδιὰ στὴν ταράτσα, 1897 (Ἐθνικὴ Πινακοθήκη)

   Στὸν πίνακα αὐτὸ ἀντικρύζω τὸ χαμένο μου ἰδανικό. Ὅ,τι θὰ ἤθελα νὰ εἶμαι, ὅ,τι θὰ ἤθελα νὰ δῶ, νὰ ζήσω, νὰ ὀνειρεύομαι, ἐγώ, οἱ δικοί μου, ἡ χώρα μου.
   Κοιτάζω γύρω μου: ἡ καθημερινὴ «πραγματικότης»...
   Κοιτάζω τὸν πίνακα: κάτι ἀπὸ ἀλλοῦ. Ἄλλοι ἄνθρωποι, μιᾶς ἄλλης χώρας, μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς. Ἀλλοῦ, πολὺ μακρυά.
   Καὶ ὅμως, περιέργως, καὶ πολὺ κοντὰ συνάμα. Τόσο ξένα σήμερα ἐτοῦτα, ἀλλὰ σὰν κάτι νὰ μοῦ θυμίζουν. Σὰν ἕνα παράλληλο σύμπαν, ξένο καὶ ὅμως οἰκεῖο, χαμένο καὶ ὅμως κοντινό. Παρόν, πραγματικό. Ἐγώ, ἐδῶ, τώρα!

   Ἐδῶ, σὲ αὐτὸν πίνακα ζῶ. Ὅπου νά ᾿ναι θὰ ξυπνήσω ἀπὸ τὸν ἀνυπόφορο ἐφιάλτη ποὺ μὲ εἶχε κάνει νὰ τὸ λησμονήσω.

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

Καλοὶ Γερμανοί

Μαρτῖνος Κρούσιος
(Martin Crusius, Martin Krauß, 1526-1607)
   Ὁ Γερμανὸς λόγιος Μαρτῖνος Κρούσιος, υἱὸς εὐαγγελιστοῦ ἱερέως, καθηγητὴς ἑλληνικῆς καὶ λατινικῆς φιλολογίας τοῦ πανεπιστημίου τῆς Τυβίγγης, ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιφανέστερους μελετητὲς καὶ ἀποθησαυριστὲς («Turcograecia» (1584) κ.ἄ.) τῆς βυζαντινῆς γραμματείας ἀλλὰ καὶ συγχρόνων του Ἑλλήνων λογίων τῆς ὑποδούλου Κωνσταντινουπόλεως (ὅπως τοὺς ἀδελφοὺς Ἰωάννη καὶ Θεόδωρο Ζυγομαλᾶ, μὲ τοὺς ὁποίους διατηροῦσε στενὴ ἀλληλογραφία) καὶ τῆς διασπορᾶς, συνέβαλε στὸν διάλογο μεταξὺ προτεσταντῶν θεολόγων καὶ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐπὶ Ἱερεμίου Β' τοῦ Τρανοῦ, ὑπερασπίσθηκε δὲ παντὶ τρόπῳ τὸ ὑπόδουλον Γένος.
   Διαβάζουμε [1]:
   «Ὁ Γερμανὸς καθηγητὴς τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς καὶ λατινικῆς φιλολογίας δὲν παρέλειπε νὰ ἐκφράζει τὰ φιλελληνικά του αἰσθήματα εἴτε στὰ ἐπιστημονικά του κείμενα εἴτε στὴν ἀπὸ ἕδρας διδασκαλία του. Εἶναι ἐνδεικτικὸ ὅτι τὸν πρῶτο καθιερωμένο λόγο του ὡς καθηγητὴς σὲ γυμνάσιο τοῦ Στρασβούργου τὸ 1547, ὁ Κρούσιος τὸν ἐκφώνησε ὄχι στὴν λατινικὴ γλῶσσα, ὅπως ἀπαιτοῦσε ἡ παράδοση αἰώνων, ἀλλὰ στὴν ἑλληνική. Ἐνδεικτικὸ εἶναι ἐπίσης ὅτι ὁ Κρούσιος δὲν ἔπαυε νὰ ἐκφράζει καὶ γραπτῶς τὰ φιλελληνικά του αἰσθήματα, παραθέτοντας μάλιστα δίπλα στὴν ὑπογραφή του καὶ τὴν φράση: «Φιλέλλην εἶπερ τις καὶ ἄλλος» ἢ ἁπλῶς «φιλέλλην». Ἄλλοτε δὲ ἀποκαλοῦσε τὸν ἑαυτό του «ἀκορέστως φιλέλληνα» καὶ μάλιστα «εἰς ἀπληστίαν». Εἶναι ὄντως ὁ Κρούσιος ὁ πρῶτος φιλέλληνας στὴν Εὐρώπη, ὅπως εἶναι καὶ ὁ προσδιοριστικὸς ὑπότιτλος τοῦ εὐσύνοπτου βιβλίου τῆς Σέμνης Καρούζου, ὁ ὁποῖος συνοδεύει τὸν τίτλο «Μαρτῖνος Κρούσιος» (ἐκδ. Ἔσπερος, Ἀθήνα 1973)· ὁ Κρούσιος ἔδειξε ἐμπράκτως τὰ συναισθήματά του πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸ κατὰ τὴν περίοδο τῆς τουρκοκρατίας.»
   Καὶ ἀκόμη [2]:
   «Τὸ μοναδικὸ φιλελληνισμό του ἀποδεικνύουν ἀμέτρητες δηλώσεις του, ὅπως π.χ. «Ἀλλ᾿ οὐκ ἐᾷ με ἡ ἐμοῦ διηνεκὴς φιλελληνία ἡσυχίαν ἄγειν» [3] ἢ «Διαφυλάττειν ἐγὼ τὴν ἑλληνίδα φωνὴν καὶ πλατύνειν ἐν τῇ Γερμανίᾳ κατὰ τὴν ἀσθένειάν μου πειρῶμαι μετὰ προθυμίας πάσης».

Σημειώσεις:
[1] Γιάννης Παπακώστας, «Ἐπίσκεψις ὅρων: ἕνα λανθάνον κείμενο τοῦ Β. Μυστακίδη», περιοδικὸν «Νέα Εὐθύνη», τ. 8, Νοέμ.-Δεκ. 2011, σελ. 600.
[2] Dieter Motzkus, «Συμπληρώθηκαν 400 χρόνια από τον θάνατο του Μαρτίνου Κρούσιου (Martin Crusius), του πρώτου Γερμανού φιλέλληνα και νεοελληνιστή», περιοδικὸν «Ἑλληνικὴ Διεθνὴς Γλῶσσα», τ. 70., Ἰαν.-Μάρτ. 2008.
[3] Πρβλ. μὲ τὸ «Οὐκ ἐᾷ με καθεύδειν τὸ τοῦ Μιλτιάδου τρόπαιον» τοῦ Θεμιστοκλέους, κατὰ Πλούταρχον.

Ἡ εὐτραπελία (χιοῦμορ) τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων

   «Οἱ δυσκολίες τῆς ζωῆς», ἔγραφε ὁ φιλόσοφος Ἰ. Κάντ, «ἀντιμετωπίζονται συνήθως μὲ τρεῖς τρόπους: τὴν ἐλπίδα, τὸ ὄνειρο καὶ τὸ χιοῦμορ».

   Ἡ ξένη λέξη «χιοῦμορ» (ἀγγλ.-γαλλ. humour, γερμ. humor) ἔχει, ὡς γνωστόν, ἑλληνικὴ προέλευση, ἀφοῦ ἡ λατινικὴ humor (umor) ποὺ ἀποδίδει προέρχεται ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ χυμός. Κατὰ τὴν Ἱπποκρατικὴ Ἰατρικὴ «χυμοί» εἶναι τὰ τέσσερα ὑγρὰ στοιχεῖα τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, δηλ. τὸ αἷμα, τὸ φλέγμα, ἡ κίτρινη καὶ ἡ μέλαινα χολή, μὲ τὴν σύμμετρη μίξη τῶν ὁποίων διατηρεῖται ἡ ὑγεία, ἐνῶ ἀντίθετα ἐπέρχεται ἡ νόσος. Ἀπὸ τὸν Γαληνὸ (2ος αἰ. μ.Χ.) ἡ θεωρία αὐτὴ ἔγινε γνωστὴ στὸν Μεσαίωνα, ἐφαρμόσθηκε δὲ καὶ στὴν ψυχολογία, μὲ τὴν θεωρία περὶ τῶν τεσσάρων τύπων τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀντιστοιχοῦν στὸν καθένα ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς χυμούς (ἢ umores), ἡ ὁποία ἀπαντᾶ καὶ σὲ συγγραφεῖς ἀκόμη καὶ τοῦ 17ου αἰ. Στὸ τέλος τοῦ 16ου αἰ. ὁ Ἄγγλος συγγραφέας Ben Jonson (1572-1637) διετύπωσε μὲ τὰ ἔργα του (κωμωδίες) «Everyman in his humour» (1598) καὶ «Everyman out of his humour» (1599) τὴν θεωρία ὅτι ἡ κωμικὴ συμπεριφορὰ τῶν ἀνθρώπων ὀφείλεται στὴν ἀνομοιομερῆ μίξη τῶν «χυμῶν» τοῦ σώματος.

   Θὰ ἄξιζε νομίζω τὸν κόπο νὰ μελετήσει κανεὶς τὴν σημασιολογικὴ ἐξέλιξη τῆς ἔννοιας ὅπως καὶ τὰ διάφορα εἴδη τοῦ χιοῦμορ ποὺ διαμορφώθηκαν στὴν νεώτερη εὐρωπαϊκὴ λογοτεχνία σὲ σύγκριση μὲ τὰ ἀντίστοιχα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Ξεχωριστὴ θέση πρέπει νὰ ἔχει στὴ σύγκριση αὐτὴν ἡ ἴδια ἡ γενικὴ ἀντίληψη ποὺ εἶχαν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες γιὰ ὅ,τι ὀνομάζουμε ἐμεῖς σήμερα χιοῦμορ: Εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς τρόπους ἔκφρασης μιᾶς κοινωνικῆς συμπεριφορᾶς ἡ ὁποία ἔχει τρία βασικὰ χαρακτηριστικά: τὴν κοινωνικότητα, τὴν πνευματικὴ εὐστροφία καὶ τὴν καλαισθησία. Ἡ συμπεριφορὰ αὐτὴ ὀνομαζόταν «εὐτραπελία» καὶ περιγράφεται μάλιστα ἀπὸ τὸν Ἀριστοτέλη («Ἠθικὰ Νικομάχεια», II, 7, 1108a, 23 κ.ἑξ.) ὡς «ἀρετή», δηλαδὴ ὡς ἡ ἱκανότητα νὰ εἶναι κανεὶς εὐχάριστος μὲ χάρη («περὶ τὸ ἡδὺ ἐν παιδιᾷ») σὲ φιλικὴ συναναστροφή, μὲ τὴν ὁποία ἀποφεύγονται δύο ἀκρότητες: ἡ «βωμολοχία» (τὸ νὰ ἀστεΐζεται ἀδιάντροπα) ἀπὸ τὴ μιὰ μεριά, ἡ «ἀγροικία» (τὸ νὰ εἶναι ἄξεστος) ἀπὸ τὴν ἄλλη. Τὴν ἀντίθεση καὶ πρὸς τὰ δύο δηλώνει ἐπίσης ἡ ἔννοια «ἀστεῖος» (παράγωγο ἀπὸ τὴν λέξη «ἄστυ») ἡ ὁποία σημαίνει τὸν «πολιτισμένο» κάτοικο τῆς πόλης σὲ ἀντιδιαστολὴ πρὸς τὸν «ἄγροικο» (τὸν ἄξεστο «χωριάτη»), ὅπως καὶ τὸ κομψὸ («ἀστεῖον») εὐφυολόγημα, ποὺ διακρινόταν γι᾿ αὐτὸ ἀπὸ ὅ,τι προκαλοῦσε ἁπλῶς τὸ γέλιο (καὶ καλοῦνταν «τὸ γέλοιον»«γελοῖον»). Ἀστεϊσμοὶ ποὺ γίνονταν γιὰ νὰ πειράξουν λέγονταν συνήθως «σκώμματα»· δύο ἄλλοι χαρακτηρισμοὶ -σπάνιοι, ὡστόσο ἐνδεικτικοὶ- εἶναι ἡ «μωκία» (ἡ λέξη ἀποδίδει τὸν ἦχο ποὺ παράγει ἡ γκαμήλα) καὶ ἡ «ρωποπερπερήθρα» («ρῶποι» = μικρῆς ἀξίας πράγματα, «ψιλικά»).

(Ἰω. Σ. Τουλουμάκος, «Τρόποι ζωῆς καὶ χιοῦμορ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων», τ. Α', Εἰσαγωγή, σελ. 25, 32-34, ἐκδ. Ζῆτρος, Θεσσαλονίκη 2003, ISBN 960-7760-93-X)

* * *

Ὁ «πραγματικὸς θεῖος» καὶ ὁ «ἄγνωστος πατέρας» ἢ ὁ δογματισμὸς τοῦ κομμουνισμοῦ καὶ ἡ ἄγνοια τῆς ἀνθρώπινης φύσης

   Ἡ περίφημη -καὶ πολυσυζητημένη- κριτικὴ ποὺ ἀσκεῖ ὁ Ἀριστοτέλης στὰ «κομμουνιστικὰ» στοιχεῖα τῆς ἰδανικῆς πολιτείας, τὴν ὁποία συνθέτει ὁ Πλάτων στὸ ἔργο του «Πολιτεία», βασίζεται κατὰ κύριο λόγο στὴν ἄποψη τοῦ φιλοσόφου γιὰ τὴν κατάργηση τῆς οἰκογένειας (ὅπως καὶ τῆς ἰδιοκτησίας). Μὲ ἐντυπωσιακὴ παραστατικότητα ὁ Ἀριστοτέλης περιγράφει τὴν σύγχυση ποὺ θὰ προκύψει ἂν ἐκλείψουν οἱ παραδοσιακές, στὴν οἰκογένεια βασιζόμενες, συγγενικὲς σχέσεις, παρατηρώντας πὼς «γιὰ τὸν καθένα πολίτη θὰ ὑπάρχουν χίλιοι γιοὶ καὶ μάλιστα ἔτσι ὥστε ἀπὸ τὸν ὁποιονδήποτε τυχόντα πατέρα νὰ θεωρεῖται ὁ ὁποιοσδήποτε τυχών, γιός· γι᾿ αὐτὸν τὸν λόγο θὰ ἀδιαφοροῦν οἱ μὲν γιὰ τοὺς δὲ καθ᾿ ὅμοιο τρόπο» ἐνῶ λίγο παρακάτω συμπεραίνει: «γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν εἶναι καλύτερο νὰ ἔχει κάποιος ἕναν πραγματικὸ ἀνεψιὸ παρὰ ἕναν μὲ μιὰ τέτοια (δηλ. τὴν «κομμουνιστικὴ») ἀντίληψη γιό». («κρεῖττον γὰρ ἴδιον ἀνεψιὸν εἶναι ἢ τὸν τρόπον τοῦτον υἱόν.» Πολ. ΙΙ, 3, 1261b 38-40, 1262a 13-14)

   Τὸ ἀστεῖο γίνεται καλύτερα κατανοητό, ἐὰν διακρίνει κανεὶς σὲ αὐτὸ ἕναν ὑπαινιγμὸ κατὰ τοῦ ἰδίου τοῦ Πλάτωνος: Ὁ Πλάτων, ὡς γνωστόν, διόρισε διάδοχό του στὴν Ἀκαδημία τὸν ἀνεψιό του Σπεύσιππο καὶ ὄχι τὸν Ἀριστοτέλη, ὁ ὁποῖος λίγο ἀργότερα ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ἀθήνα γιὰ νὰ ἐπιστρέψει μετὰ ἀπὸ 12 χρόνια καὶ νὰ ἰδρύσει ἐκεῖ τὴν δική του Σχολή.

(Ἰω. Σ. Τουλουμάκος, «Τρόποι ζωῆς καὶ χιοῦμορ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων», τ. Α', κεφ. XXX, «Εἰρωνία καὶ χιοῦμορ τοῦ Ἀριστοτέλη», σελ. 347-348, ἐκδ. Ζῆτρος, Θεσσαλονίκη 2003, ISBN 960-7760-93-X)