«Tὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική· τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου. Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου.» (Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἄξιον ἐστί»)

Σελίδες Πατριδογνωσίας - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό

Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2010

/* You are not expected to understand this. */

Διάβασα καὶ ἐγώ, καθυστερημένα, τὸ ἐπαξίως διάσημον διεθνῶς «Logicomix» τοῦ Ἀποστόλου Δοξιάδη (συγγραφέως καὶ τοῦ ἐξαιρετικοῦ «Ὁ θεῖος Πέτρος καὶ ἡ εἰκασία τοῦ Γκόλντμπαχ») καὶ τοῦ καθηγητοῦ τοῦ πανεπιστημίου τοῦ Berkeley Χρίστου Παπαδημητρίου. (Ἔχουν γραφεῖ πολλὰ καὶ δὲν χρειάζεται νὰ προσθέσουμε λεπτομέρειες. Ἐν ὁλίγοις, στὸ καλοσχεδιασμένο αὐτὸ κόμικ, μὲ πρωταγωνιστὴ τὸν Μπέρτραντ Ράσσελ, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἴδιους τοὺς συγγραφεῖς, παρελαύνουν σὲ μιὰ συναρπαστικὴ ἱστορία οἱ θεμελιωτὲς τῆς μαθηματικῆς λογικῆς (Ἀριστοτέλης, Εὐκλείδης, Μπούλ, Κάντορ, Φρέγκε, Χίλμπερτ, Πουανκαρέ, Ράσσελ, Γκέντελ, Βιτγκενστάιν, Τούρινγκ, Φὸν Νόιμαν.) Ἀλλὰ καὶ ἡ σύγχρονη Ἀθήνα· ὁ δὲ ἐπίλογος τοῦ βιβλίου εἶναι ἡ ἀρχὴ ὅλων: Οἱ Εὐμενίδες καὶ ἡ δίκη τοῦ Ὀρέστου στὸν Ἄρειο Πάγο (ἡ φωτεινή, σοφή, λογικὴ Ἀθηνὰ κάνει τὶς σκοτεινὲς Ἐρινύες, Εὐμενίδες). (Βλ. καί: [blog.ehealthgr]· βίντεο -μὲ ἑλληνικοὺς ὑποτίτλους: [1] [2] [3] -ἀγγλικό.)) Δὲν χρειάζονται ἰδιαίτερες μαθηματικὲς γνώσεις γιὰ νὰ εὐχαριστηθεῖτε τὸ βιβλίο αὐτό.

Ἂς παίξουμε λίγο, ὅμως.

Ὁ ἀξύριστος κουρέας

Στὴν σελίδα 164 ἐμφανίζεται τὸ παράδοξον τοῦ Ράσσελ, μὲ τὴν μορφὴν τοῦ παραδόξου τοῦ κουρέως. (Παράδοξον τῆς αὐτοαναφορᾶς, γνωστὸν ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα μὲ τὴν μορφὴν τοῦ παραδόξου τοῦ Κρητὸς ψεύτου κ.ἄ.)

«Ὅποιος δὲν ξυρίζεται μόνος του, τὸν ξυρίζει ὁ κουρέας.»

Ἐδῶ βεβαίως ἡ διατύπωσις δὲν εἶναι ἐντελῶς σωστή· θὰ ἔπρεπε νὰ γράψῃ: «Ὁ κουρέας ξυρίζει ὅλους ὅσοι δὲν ξυρίζονται μόνοι τους, καὶ μόνον αὐτούς.» Βεβαίως γίνεται κατανοητόν. Ἀλλὰ θυμήθηκα τὸ παράδοξον αὐτό, ὅπως τὸ εἶχα δεῖ πρὸ δεκαετίας στὸ καταπληκτικὸν βιβλίον τοῦ Μάρτιν Γκάρντνερ, «Ἡ μαγεία τῶν παραδόξων» (ἐκδ. Τροχαλία, 1989, ISBN 960-7022-02-05).

Ἔψαξα, λοιπόν, νὰ τὸ βρῶ. Τὸ βιβλίον αὐτό, ἀντίθετα ἀπὸ τὸ «Logicomix» (μὴν τὰ συγκρίνετε, εἶναι διαφορετικά), ἀπαιτεῖ μαθηματικὲς γνώσεις (σὲ ὁρισμένα σημεῖα πανεπιστημιακοῦ ἐπιπέδου, ἐὰν θέλουμε νὰ ἐμβαθύνουμε, ἀλλὰ θὰ τὸ βρῇ ἐξαιρετικὰ ἐνδιαφέρον κάθε γυμνασιόπαις μέ ἔφεσι στὰ μαθηματικά.) (Ὁ Martin Gardner (1914-2010) ἀπεβίωσε ἐφέτος: «Έφυγε για πάντα ο μάγος των μαθηματικών παραδόξων» («Ἐλευθεροτυπία», 29-5-2010)· «Martin Gardner, puzzler and polymath, dies at 95» (NY Times, 23-5-2010)) Ἰδοὺ τὸ παράδοξον τοῦ κουρέως:

«Ξυρίζω αὐτοὺς καὶ μόνον αὐτοὺς ποὺ δὲν ξυρίζονται μόνοι τους.»

Λοιπόν, ξεφυλλίζοντας τὸ βιβλίο αὐτὸ μετὰ ἀπὸ δέκα χρόνια, ἐθαύμασα τήν... ἱκανότητά μου νὰ γράφω στὸ περιθώριο τῶν βιβλίων, μὲ μικροσκοπικὰ γραμματάκια (μόνο ποὺ δὲν εἶχα ἐπανανακαλύψει ἀκόμη τὸ πολυτονικόν)! Εἰλικρινῶς, νομίζω ὅτι ἕνα ὑλικὸ βιβλίο μὲ σημειώσεις στὸ περιθώριο, ἀλλὰ καὶ ὑπογραφές, ἀφιερώσεις κ.ἄ., εἶναι ἕνα κειμήλιο, κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ τὸ ἀρχικὸ ἠλεκτρονικὸ ἀρχεῖο. Ἂς συνεχίσουμε, ὅμως, τὸ ξεφύλλισμα.

Οἱ ἐκλογές, ἡ δημοκρατία καὶ ἡ βάρκα τοῦ Σωκράτους

Τὸ παράδοξον τοῦ Condorcet γιὰ τὴν ἰδανικὴ ψηφοφορία.

Τὸ παράδοξον τοῦ Condorcet γιὰ τὴν ἰδανικὴ δημοκρατικὴ ἐκλογή, θέτει καὶ ἕνα ἀναπάντητο φιλοσοφικὸ ἐρώτημα. Ποιός εἶναι ὁ ἰδανικότερος (καὶ δημοκρατικότερος, ἂν θέλετε) τρόπος ἐκλογῆς; Προτείνει νὰ μετρᾶται ὄχι μόνον πόσοι θέλουν τὸν ὑποψήφιο, ἀλλὰ καὶ πόσο πολὺ τὸν θέλουν. Νὰ μὴν ψηφίζουμε μόνον τὴν πρώτη προτίμησί μας, ἀλλὰ νὰ κατατάσσουμε ὅλους τοὺς ὑποψηφίους σὲ σειρὰ προτιμήσεως. Φυσικά, καὶ αὐτὸς ὁ ἀλγόριθμος ἔχει τρωτὰ σημεῖα. Π.χ. διαστροφὴ τῆς λογικῆς του: Θέτουμε τὴν πρώτη μας προτίμησι πρώτη καὶ τὸν πιὸ ἐπικίνδυνο ἀντίπαλο τὸν θέτουμε τελευταῖον, κι ἂς μὴν τὸν θεωροῦμε χειρότερον, γιὰ νὰ τὸν κάψουμε. (Ὅπως στὸ IMDb πολλοὶ βαθμολογοῦν ἢ μὲ 10 ἢ μὲ 1.) Ἀλλά, βεβαίως, τὸ ἐρώτημα τῆς ἰδανικῆς μεθόδου ἀναδείξεως τῶν ἀρχόντων (καὶ τοῦ ἰδανικοῦ πολιτεύματος) εἶναι πολὺ βαθύτερον.

α) Νοησιαρχία ἢ βουλησιαρχία; Ἄρχων πρέπει νὰ ἀναδεικνύεται ὁ ἀντικειμενικῶς καταλληλότερος (μὲ ἐξετάσεις, μὲ ἀπόφασιν ἐπιτροπῆς-γερουσίας, ἐκ κληρονομικοῦ ἢ ἄλλου προνομίου) ἢ ὁ πιὸ ἐπιθυμητός; Πρέπει νὰ γίνεται τὸ σωστότερο (μὲ ποιά κριτήρια; ) ἢ αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμοῦν οἱ πολλοί; Τὴν βάρκα, ρωτᾷ ὁ Σωκράτης πρέπει νὰ τὴν ὁδηγῇ ὁ βαρκάρης ἢ οἱ πολλοί;

β) Βουλησιαρχία, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι, ναὶ μὲν ὁ βαρκάρης ὁδηγεῖ τὴν βάρκα, καὶ τοῦ δίδεται ἡ ἐξουσία νὰ τὴν ὁδηγῇ ὅπως γνωρίζει, ἀλλὰ οἱ ἐπιβάτες ἀποφασίζουν τὸν προορισμό. Τώρα -σκεφθεῖτε καὶ τὸν ἀλγόριθμο τοῦ Condorcet- ἰδανικῶς δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ μετροῦμε ψήφους, ἀλλὰ νὰ μετρᾶται, νὰ ἐκδηλώνεται κάπως ἡ συνολικὴ βούλησις τοῦ ἔθνους, ἡ συνισταμένη τῆς βουλήσεως τῶν πολιτῶν. (Σκεφθεῖτε: Ἐὰν εἴμαστε παρέα καὶ ἐὰν ἐγὼ θὰ πήγαινα νὰ δῶ τὴν Α ταινία, ἀλλὰ κι ἡ Β μὲ ἐνδιαφέρει, ὅμως ἐσὺ θέλεις πραγματικὰ πολὺ νὰ δῇς τὴν Β, τὸ καλύτερο γιὰ ὅλους μας εἶναι νὰ πᾶμε νὰ δοῦμε τὴν Β.) Ἀλλὰ πῶς μπορεῖ νὰ μετρηθῇ ἡ βούλησις τοῦ ἔθνους;

γ) Προσοχὴ φίλοι μου -ἐδῶ μπαίνουμε σὲ βαθιὰ νερά: Ἡ βούλησις αὐτὴ ἐπηρεάζει τὴν κληρονομιὰ ποὺ παραλάβαμε ἀπὸ τοὺς προγόνους καὶ τὴν κληρονομιὰ ποὺ θὰ παραδώσουμε στοὺς ἀπογόνους μας. Ποιός σᾶς εἶπε ὅτι δικαιούμαστε νὰ ἀποφασίσουμε γιὰ τὴν κληρονομιά τους χωρὶς νὰ τοὺς ρωτήσουμε; Ἡ βούλησις τοῦ Κολοκοτρώνη, τοῦ Παλαιολόγου καὶ τοῦ Λεωνίδου, φίλτατε, εἶναι ἑκατομμύρια φορὲς βαρύτερη ἀπὸ τὴν δική σου. Στὴν ἰδανικὴ ψηφοφορία πρέπει νὰ ψηφίσουν καὶ ὅλοι οἱ νεκροὶ καὶ οἱ ἀγέννητοι τῶν Ἑλλήνων, ἀφοῦ ἡ ἀπόφασις ποὺ θὰ ληφθῆ τοὺς ἐπηρεάζει εὐθέως ὅλους. Ἀκόμη περισσότερο· πρέπει νὰ συνυπολογισθῆ ἡ βούλησις ὅλων τῶν γενεῶν, καὶ αὐτῶν ἡ βούλησις ἀπὸ ὁλόκληρον τὸν βίον τους, ὄχι ἡ εὐκαιριακή τους γνώμη.

(Ὅποιος διαβάσει τὴν ἱστορία τοῦ Θουκυδίδου ἀντιλαμβάνεται ἀμέσως πῶς ἡ Ἀθήνα ἡττήθηκε, ἐπειδὴ περιστασιακὲς καὶ εὐκαιριακὲς ἀποφάσεις τοῦ δήμου ἀνέτρεπαν ἀπὸ τὴν μιὰ στιγμὴ στὴν ἄλλη μακροπρόθεσμες στρατηγικές. Ἡ ἐσωτερικὴ ἀντίφασις εἶναι ὅτι ὁ δῆμος, εὐκαιριακῶς, μία μόνον δεδομένη στιγμή, ἔχει τὴν δεδομένη γνώμη, ἀλλὰ ἡ ἀπόφασις αὐτῆς τῆς στιγμῆς ἐπηρεάζει τὸν ἴδιον σὲ χρόνια ἑπόμενα ὅπου δὲν ἔχει τὴν ἴδια γνώμη, ἀλλὰ καὶ τοὺς προγόνους καὶ τοὺς ἀπογόνους ποὺ δὲν ἐρωτήθησαν. Πῶς μπορεῖ στὴν τυχαία στιγμὴ νὰ δίδεται ἐξουσία ἐπάνω σὲ ὅλο τὸ παρελθὸν καὶ ὅλο τὸ μέλλον; )

Περιθώρια καὶ χαρτάκια

Ἀλλὰ ἀφήνω τὴν φιλοσοφία· τὸ κύριο θέμα μου εἶναι ἡ καλλιγραφία στὸ περιθώριο τῶν βιβλίων.

Ὅταν τὸ περιθώριο δὲν χωρᾷ ὁλόκληρη τὴν σοφία μου, φυτεύω χαρτάκια:

«Βλ. ἁπλούστερο τύπο στὸ ἄλλο χαρτάκι.»

Εὐτυχῶς τὸ ἄλλο χαρτάκι βρέθηκε, διότι, ἐὰν ὑποθέσουμε ὅτι εἶχα ἀνακαλύψει κάτι σπουδαῖο -λέμε τώρα!-, θὰ γινόμουν ὁ νέος Fermat.

Τὸ ἄλλο χαρτάκι.

Ἂς δοῦμε τὶ σοφίες γράφω παρακάτω.

/* You are not expected to understand this. */

(...Ὅπως λέγει ὁ συνάδελφός μου ἀπὸ τὸ Ε.Μ.Π. adamo.)

Τὸ παράδοξον τῆς γραβάτας, τοῦ Maurice Kraitchic.

Τὸ παράδοξον τῆς γραβάτας εἶναι ἐνδιαφέρον: Δυὸ φίλοι συγκρίνουν τὶς γραβάτες τους. Ὅποιος ἔχει τὴν καλύτερη, χάριν μεγαλοθυμίας, θὰ τὴν χαρίσῃ στὸν ἄλλον. Ὁ καθένας σκέπτεται: Ἂν χάσω, θὰ χάσω τὴν γραβάτα μου, αξίας α· ἂν ὅμως κερδίσω, θὰ κερδίσω καλύτερη γραβάτα, ἀξίας α+κ. Ἄρα τὸ παιχνίδι μὲ συμφέρει. Μὰ δὲν γίνεται νὰ συμφέρῃ καὶ τοὺς δύο!

Ὁ Γκάρντνερ γράφει ὅτι δὲν μπόρεσε νὰ δώσῃ μιὰ εὔκολα κατανοητὴ ἐξήγησι, καὶ ἂν κάποιος ἀναγνώστης ἔχει τέτοια, παρακαλεῖται νὰ τὴν στείλῃ γιὰ νὰ δημοσιευθῇ στὴν ἑπόμενη ἔκδοσι τοῦ βιβλίου. Ἐγὼ ἐξήγησι ἔχω, στὸ περιθώριο τοῦ βιβλίου, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε ὄχι καὶ τόσο κατανοητή, ἀφοῦ εἶδα κι ἔπαθα τώρα νὰ καταλάβω τὶ στὸ καλὸ εἶχα γράψει!

Ἀλλὰ ἂς προσπαθήσω νὰ τὸ ἐξηγήσω τώρα. Γράφει ὁ Γκάρντνερ στὴν λεζάντα: «Μήπως τὸ παράδοξο δημιουργεῖται ἐπειδὴ κάθε παίκτης δέχεται λανθασμένα ὅτι οἱ πιθανότητες νὰ χάσει ἢ νὰ κερδίσει εἶναι ἴσες;» Ὄχι. Γενικῶς, προφανῶς εἶναι ἴσες καὶ προφανῶς, λόγῳ συμμετρίας, τὸ μέσο κέρδος εἶναι μηδέν. Στὸν μαθηματικὸ ὑπολογισμό μου στὸ περιθώριο: «Μέσο κέρδος ... =0». Ἀλλά -προσοχή- «ἐνδιαφέρον ὅτι γιὰ τ=α/2 τὸ μέσο κέρδος εἶναι θετικό, α/8». Προσοχή! Ἐὰν οἱ δύο φίλοι φοροῦν ἰσοπίθανα γραβάτα ἀξίας ἀπὸ 0 ἔως α, προφανῶς, λόγῳ συμμετρίας, τὸ μέσο κέρδος τους εἶναι μηδέν. Ἐὰν τώρα ὁ πρῶτος φορᾷ γραβάτα ἀξίας ἀκριβῶς α/2, καὶ τὸ ξέρῃ, ἐνῷ ὁ δεύτερος ἀξίας ἰσοπίθανα ἀπὸ 0 ἔως α, τότε ὁ συλλογισμὸς εἶναι σωστός· ὁ πρῶτος φίλος ἔχει πιθανότητα 1/2 νὰ κερδίσῃ, ἀλλὰ ἐὰν κερδίσῃ θὰ κερδίσῃ περισσότερα ἀπὸ ὅσα θὰ χάσῃ ἐὰν χάσῃ. Ὅμως δὲν ἔχουμε πιὰ συμμετρία. Ὁ πρῶτος φορᾷ γραβάτα ἀξίας ἀκριβῶς α/2, καὶ τὸ ξέρει, ἐνῷ ὁ δεύτερος ἀξίας ἰσοπίθανα ἀπὸ 0 ἔως α. Τὸ νὰ φορᾷ ὅμως ὁ πρῶτος γραβάτα ἀξίας ἀκριβῶς α/2 εἶναι ἁπλῶς μιὰ εἰδικὴ περίπτωσις.

Ἐάν, ὅμως, στὴν γενικὴ περίπτωσι, καὶ οἱ δύο φοροῦν γραβάτα ἀξίας ἰσοπίθανα ἀπὸ 0 ἔως α, καὶ ἐπιπλέον δὲν γνωρίζουν τὴν ἀξία οὔτε τῆς δικῆς τους γραβάτας οὔτε φυσικὰ αὐτῆς τοῦ φίλου τους, τί μποροῦν νὰ ὑποθέσουν; Λόγῳ συμμετρίας, προφανῶς ἔχουν πιθανότητα 1/2 νὰ κερδίσουν. Καὶ ἡ γραβάτα τους ἀξίζει κατὰ μέσον ὅρο α/2. Καὶ ἐὰν κερδίσουν, πράγματι, θὰ κερδίσουν περισσότερα ἀπὸ ὅσα θὰ χάσουν ἐὰν χάσουν. Ὅμως, παραδόξως, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι τὸ μέσο πιθανὸ κέρδος τους εἶναι θετικό, καὶ ὄχι μηδέν.

Δὲν ἰσχύει «ἂν χάσω, χάνω μέση γραβάτα, ἐνῷ, ἂν κερδίσω, κερδίζω ἀκριβή». Διότι, ἐὰν π.χ. κερδίσῃ ὁ πρῶτος, αὐτὸ ναὶ μὲν πιθανῶς θὰ ἔχει συμβεῖ ἐπειδὴ ὁ φίλος του ἔτυχε νὰ φορᾷ ἀκριβὴ γραβάτα (καὶ ὁ ἴδιος φθηνή, ὄχι μέση)· ἀλλά, ἐὰν χάσει, αὐτὸ πιθανῶς θὰ ἔχει συμβεῖ ἐπειδὴ ἔτυχε αὐτὸς νὰ φορᾷ ἀκριβὴ γραβάτα (ὄχι μέση) καὶ ὁ φίλος του φθηνή· ἀκριβὴ γραβάτα χάνει, συνήθως, ὅταν χάνει, ὄχι μέση. Σκέπτεται, ὅμως: «πιθανῶς ἔχω μέσης ἀξίας γραβάτα». Ναί. Πρέπει, ὅμως, νὰ σκεφθῇ ἐπιπλέον: «Ἐἀν χάσω, μᾶλλον θὰ σημαίνει ὅτι ἔτυχε σήμερα νὰ φορέσω ἀκριβή -τὴν ἀκριβὴ θὰ χάσω.»

Ἀκριβέστερα, ἡ μέση πιθανὴ τιμὴ τῆς γραβάτας καὶ τῶν δύο εἶναι, λόγῳ συμμετρίας, α/2. Ἀλλά, στὶς περιπτώσεις ὅπου ὁ πρῶτος κερδίζει (δεσμευμένη πιθανότης, μὲ δεδομένο ὅτι ὁ πρῶτος κερδίζει), ἡ μέση πιθανὴ τιμὴ τῆς γραβάτας εἶναι α/3 γιὰ τὸν πρῶτο καὶ 2α/3 γιὰ τὸν δεύτερο.

(Τουλάχιστον προσπάθησα!)

Περὶ καλλιγραφίας ὁ λόγος

Περὶ καλλιγραφίας ὁ λόγος, καὶ δὲν μπορῶ νὰ κλείσω τὸ παρὸν σημείωμα χωρὶς νὰ ἀναφερθῶ, τιμῆς ἔνεκεν, στὸν σεβαστὸ καθηγητὴ μαθηματικῶν τοῦ Ἐ. Μ. Πολυτεχνείου, Ἰωάννη Θ. Χαΐνη. Δὲν ἐπρόλαβα τὸν ἴδιον, ἐπρόλαβα, ὅμως, τὰ χειρόγραφα βιβλία του. Ναί, σωστὰ διαβάσατε, χειρόγραφα βιβλία! Ἔργα τέχνης.

Ἔργον τέχνης: Ἰωάννης Θ. Χαΐνης, «Μαθήματα Μιγαδικῆς Ἀναλύσεως: Μιγαδικαὶ συναρτήσεις - Σύμμορφος ἀπεικόνισις - Ἐφαρμογαί», τόμος Γ', νέα ἔκδοσις βελτιωμένη-ἐπηυξημένη, Άθῆναι 1990

Ἕνας σπουδαῖος καθηγητής, τοῦ ὁποίου ἡ στέρεα μαθηματικὴ σκέψις φαίνεται καὶ σὲ κάθε ἄρθρο του. (Πρόχειρα παραδείγματα: γιὰ τὶς πανελλαδικὲς ἐξετάσεις: «Ὁ γόρδιος δεσμὸς τῶν πανελλαδικῶν ἐξετάσεων» («Τὸ Βῆμα», 13-6-2004)· γιὰ τὶς σχέσεις ἐκκλησίας καὶ κράτους: [1] [2])

Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010

Iris Hellenica: Ἀντίδοτο στὴν παρακμή

Ἕνα ἄγνωστο μέχρι σήμερα, ὄμορφο λουλουδάκι, ἀνακαλύπτεται στὰ ἀπείραχτα, ἀμόλυντα ἀπὸ τὴν παρακμὴ ἑλληνικὰ βουνά. Ἀλλὰ ἂς ἀφἠσουμε τὴν Ἑλένη Μπίστικα νὰ μιλήσῃ.


Στο όρος Σαϊτά, στη βόρειο Πελοπόννησο, σε απόμερες πράσινες πλαγιές ανάμεσα στις πέτρες, φυτρώνει η «Iris Hellenica» (φωτογραφία Διονύση Μέρμυγκα).

Στα ριζά της Δεύτερης Σελίδας, ήρθε κι άνθισε η Iris Hellenica, ένα ντελικάτο λουλούδι και μια είδηση πρωτόφαντη, αισιόδοξη, πάνω και πέρα από τον χρόνο, σε απόλυτη ταύτιση με την αρμονία και τους ρυθμούς της αιωνιότητος, τους οποίους ακούει η Φύση. Σε μια πολιτική και οικονομική εφημερίδα, όπως η «Καθημερινή», που όμως προσφέρει σήμερα στους αναγνώστες της «τα όνειρα που μάζεψε ο Μάνος Χατζιδάκις και μας τα επιστρέφει με τη μουσική του», με τη «Λαϊκή Αγορά» του, υπάρχει πάντα τόπος για αλήθεια κι ομορφιά, όπως είναι η ανακάλυψη ενός ανθού που φυτρώνει στις πλαγιές του βουνού Σαϊτά στην Πελοπόννησο, κοντά σε χιονοσκέπαστες κορυφές όπου περπατούσαν οι αρχαίοι θεοί της μυθολογίας.

Το όνομα της αγγελιοφόρου των θεών φέρει η Ιρις, ως πανέμορφο γένος λουλουδιού, με παγκόσμια αναγνώριση ως Iris, για να δείξει τη μεγάλη ποικιλία χρωματισμών που παρουσιάζουν τα άνθη των διαφόρων ειδών Ιρίδων. Ομως, αυτή η Ιρις που σας παρουσιάζουμε σήμερα έχει το δικό της, καταδικό της όνομα. Είναι η Iris Hellenica, ένα νέο είδος Ιριδος που -όπως μας λέει το Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας, που μας έδωσε την είδηση- έρχεται να προστεθεί στα περίπου 15 είδη και υποείδη Ιρίδων που βρίσκονται στη χώρα μας. Το νέο είδος δημοσιεύθηκε από τους βοτανικούς Διονύση Μέρμυγκα, Kit Tan και τον καθηγητή Αρτέμιο Γιαννίτσαρο στο τελευταίο τεύχος του επιστημονικού περιοδικού Phytologia Balcanica, και βρίσκεται ήδη στο Διαδίκτυο.

Τον «τύπο» του νέου είδους, δηλαδή το φυτό, με βάση το οποίο έγινε η περιγραφή του, συνέλεξε τον Μάιο του 2008 ο περιβαλλοντολόγος και στέλεχος του Βοτανικού Εργαστηρίου του Μουσείου Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας, ο κ. Διονύσης Μέρμυγκας, στο όρος Σαϊτά της βορείου Πελοποννήσου. Ο Σαϊτάς βρίσκεται νότια της πεδιάδας του Φενεού και διαθέτει μια χλωρίδα με πολλά ενδιαφέροντα είδη, όπως και τα γειτονικά του όρη Χελμός, Κυλλήνη και Ολίγυρτος. Η χλωρίδα και η βλάστηση του Σαϊτά αποτελούν το θέμα της διδακτορικής εργασίας που πραγματοποιεί ο Δ. Μέρμυγκας, με επιβλέποντα τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Αρτέμιο Γιαννίτσαρο.

Σε μια εκδρομή στο βουνό, τον Μάιο του 2008, ο Διονύσης Μέρμυγκας είχε ανακαλύψει μια Ιριδα που θεώρησε πως ανήκε στο είδος Iris Germanica. Οταν την έδειξε στην καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης και συνεργάτιδα του Μουσείου, κ. Kit Tan, αυτή παρατήρησε πως το φυτό πρέπει να αποτελεί νέο είδος! Ακολούθησαν περαιτέρω παρατηρήσεις στο πεδίο, στο εργαστήριο και σε φυτά που καλλιεργήθηκαν, οι οποίες επιβεβαίωσαν την υπόθεση αυτή.

Η Iris Hellenica συγγενεύει στενά με την Iris Germanica, αλλά διαφέρει σε μια σειρά από καθοριστικά χαρακτηριστικά, όπως το ύψος, οι διαστάσεις των τμημάτων του άνθους και το χρώμα. Η Iris Germanica θεωρείται πως είναι ένα υβρίδιο με αρχαία προέλευση και καλλιεργείται εκτεταμένα ως καλλωπιστικό, σχεδόν σε όλο τον κόσμο, σε αντίθεση με την ενδημική «ελληνική» Ιριδα που φύεται άγρια στα βουνά της Πελοποννήσου. Αυτά από τις πληροφορίες που μας έδωσε το Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας μαζί με τη διευκρίνιση πως το πλήρες επιστημονικό όνομα του είδους είναι: Iris Hellenica Mermygka, Kit Tan & Yannitsaros, από τα ονόματα των βοτανικών που την ανακάλυψαν και την κατέταξαν σε νέο είδος.

Στο όρος Σαϊτά -που ύστερα απ' αυτή τη σπουδαία ανακάλυψη αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον να το περπατήσει κανείς κι έχει εγγραφεί στον παγκόσμιο χάρτη όσων μελετούν κι αγαπούν τη φυτολογία- οι πληθυσμοί του φυτού (αυτό που λέμε εμείς «μπουκέτο σκόρπιο στο χώμα») φυτρώνουν σε μια μικρή έκταση περίπου 500 τ.μ. Απαιτούνται κι άλλες παρατηρήσεις για να εκτιμηθεί η κατάσταση των πληθυσμών και οι πιθανές απειλές που μπορεί να αντιμετωπίζουν. Οι Ιριδες ήταν γνωστές από τους αρχαίους χρόνους και αναφέρονται από τον Θεόφραστο, τον Στράβωνα και τον Διοσκουρίδη. Χρησιμοποιούνται ακόμα και σήμερα στην αρωματοποιία και τη φαρμακευτική.

Το μήνυμα

Ας χαρούμε, χάρις στις ωραίες φωτογραφίες που έβγαλε ο Διονύσης Μέρμυγκας, ο πρώτος που έσκυψε πάνω από την Ιριδα, και τη θαύμασε, και την κοίταξε καλά στην απόμερη πλαγιά, ανάμεσα στις πέτρες του όρους Σαϊτά, σ' εκείνη τη σημαδιακή εκδρομή του Μαΐου 2008. Η χάρις του άνθους, που φέρει το όνομα της αγγελιοφόρου των θεών, έφερε και σε μας το μήνυμα της ύπαρξής της στο πέρασμα των αιώνων, όταν ήρθε η ώρα να φανερωθεί στον νέο επιστήμονα που την είδε και την πήρε μαζί του, να την μελετήσει. Ο μύθος του Αισώπου χάρις στον Δ. Μέρμυγκα παίρνει νέα διάσταση - τα τζιτζίκια τραγουδούν ξένοιαστα όλο το καλοκαίρι, αλλά το μυρμήγκι προσέχει...

Η πρόεδρος του Μουσείου Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας κ. Νίκη Γουλανδρή, με τη σοφία της γνώσης και της πείρας, δίνει μια άλλη διάσταση στην ανακάλυψη και καθιέρωση ως νέο είδος φυτού, της «Ιριδος της Ελληνικής»: «Η ελληνική φύση -μας είπε- αυξάνεται και αμύνεται στην καταναλωτική μανία του σύγχρονου ανθρώπου, συμπεριλαμβανομένου και του Ελληνα. Ομως, ο φυτικός πλούτος της χώρας μας -πλουσιότερος από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, σε σχέση με την έκτασή της- δεν υπολογίζεται. Τα μέτρα και τα σταθμά που λειτουργούν στην παγκόσμια οικονομία υπολογίζονται σε δεκάδες χρόνια και βέβαια όχι σε σχέση με τη συντήρηση της ίδιας της ζωής».

Η Iris Hellenica που επί αιώνες φυτρώνει απέναντι σε χιονοσκέπαστες κορυφές βουνών, έχει πάρει απ' αυτά τη σοφία και την εγκαρτέρηση του αιώνιου. Ανακαλύφθηκε τώρα και πλούτισε τον φυτικό κόσμο και τοπίο της Ελλάδας με τη γοητευτική της παρουσία, που όμως ήταν πάντα εκεί, υπακούοντας στους νόμους της Φύσης και στην αλλαγή των εποχών. Ας την καλωσορίσουμε στη ζωή μας...

Κοντά στο δικό της άυλο πνεύμα ύπαρξης είναι η ποίηση.

«Πίσω από τα μυρωμένα χαρακτηριστικά του κρόκου
και τ' όνειρο μιας ανεμώνας,
την τρυφερή ομολογία του ναρκίσσου
κι ενός τριαντάφυλλου το δάκρυ,
πίσω απ' τη δύναμη της φύσης,
το σιωπηλό χαμόγελο των αστεριών,
πέρ' απ' τα κύματα της θάλασσας
και τους κυματισμούς του αέρα,
κινείται η ζωή μου.
Η φωτισμένη σκέψη μου αντλεί το μέλλον της
απ' τον συμμετρικό ρυθμό της Κίνησης
που απορροφά στο δρόμο της
το ανύπαρκτο διά της ζωής»

Marianne Delamotte «Oh. Fier Monde Nouveau - Γενναίος Κόσμος Νέος», έκδοση «το Ροδακιό», μετάφραση από τα γαλλικά από τη Λίνα Κάσδαγλη, με εικονογράφηση Αλέκου Φασιανού.

Η κ. Marianne Delamotte είναι αντιπρόεδρος του Δ.Σ. του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας, αγαπημένη αδελφή της κ. Νίκης Γουλανδρή.

* * *

Ἀντίδοτο στὴν παρακμὴ εἶπα; Στὸ ἴδιο φύλλο τῆς ἐφημερίδος, βλέπω τὸ κάτωθι -ὄχι δὲν θὰ μιλήσουμε περὶ ΔΝΤ, ΔΕΘ καὶ ἐκτοξευόμενα παπούτσια (καλὰ ποὺ ὑπάρχουν καὶ τὰ τελευταῖα)· ἡ παρακμὴ εἶναι πολὺ βαθύτερη:

Πειραιεύς, Κονώνειον τεῖχος («Καθημερινή», 12-9-2010)

Ἐκστρατεία τοῦ ΣΚΑΪ, λέγει, γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀρχαίου Κονώνειου τείχους στὴν Πειραϊκή. Καὶ συγχαίρω ὅσους εὐαισθητοποιήθηκαν. Ἀλλὰ βλέπω τὶς φωτογραφίες καὶ ἀναρωτιέμαι ἐὰν κοινωνία ποὺ ἐπιτρέπει καὶ ἀνέχεται αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἀξίζει καὶ πρέπει νὰ ζήσῃ.

Διαρκὲς ἔγκλημα, ἱεροσυλία, ἔγκλημα κατὰ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς Φύσεως, ἔγκλημα ὄχι μόνον ἐναντίον τῆς σημερινῆς γενεᾶς, ἀλλὰ κατὰ γενεῶν καὶ γενεῶν τῶν προγόνων μας ἐπὶ χιλιάδες χρόνια καὶ τῶν ἀπογόνων μας γιὰ ἄλλα τόσα.

Ἡ ἀπόλυτη ὕβρις: Δολοφόνησαν βελανιδιὰ 1600 ἐτῶν. ([olympia.gr] [Ὁμάδα Παυσανίας] [ἡ βελανιδιὰ πρίν λίγα χρόνια, ζωντανὴ καὶ περήφανη])

Ἀντιλαμβάνεστε τὴν φρίκη, τὴν σημασία τῶν δύο εἰδήσεων; Μογγόλοι, ὁ Ταμερλάνος καὶ ὁ Ἴντι Ἀμὴν Νταντὰ νὰ ξεπατώσουν αὐτὴν τὴν κοινωνία καὶ νὰ ἀνασκάψουν ὣς καὶ τὶς πέτρες, ἴσως εἶναι ἡ μόνη σωτηρία γι᾿ αὐτὰ τὰ χώματα· νὰ σωθῇ τουλάχιστον ἡ Iris Hellenica στὰ ψηλὰ βουνά.

Πειραιεύς, ἀρχαῖον τεῖχος, 2009

Βέροια, ἀρχαῖον τεῖχος, 15-5-2010 (ἀ-εργῶδες, «Ἡ νίκη ἐπὶ τῆς Νιγηρίας καὶ τὸ ἀρχαῖο τεῖχος»)

Θῆβαι (φωτ. Ἀντώνης Κατάνος)

* * *

«Καμμιὰ κοινωνία δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει χωρὶς ἀξιοπρέπεια. Μπορεῖ ὡστόσο νὰ βυθίζεται στὸν ἐξευτελισμὸ γιὰ ἱκανὸ διάστημα, προτοῦ ἐξαφανιστεῖ ἱστορικὰ μὲ τὲλη ἐπώδυνα, ἐπαίσχυντα, ἀγωνιώδη.»
(Χρῆστος Γιανναρᾶς, «Ἡ Καθημερινή», 26-2-2006)

Πέμπτη 26 Αυγούστου 2010

Ὁ δίσκος τῆς Ἑκάτης... καὶ τὰ φιλιὰ τοῦ Ἀπόλλωνος


Αὐγουστιάτικη πανσέληνος στὴν Ἀκρόπολι. Τὰ αἰώνια μάρμαρα. Μέσα στὸ ἀχνό, ὑποβλητικὸ σεληνόφως, προβάλλουν ἐπιβλητικοί, στέρεοι καὶ ἁρμονικοί, οἱ δωρικοὶ κίονες, ὡς ὁ ἄξων τοῦ κόσμου, ὁ συμπαντικὸς νόμος, ἡ ἀλήθεια τοῦ αἰωνίου κόσμου τῶν Ἰδεῶν.

Παρὰ τὴν κοσμοσυρροή, τὰ φλάς, τὰ μηδέποτε ἡσυχάζοντα φῶτα τῆς μεγαλούπολης τριγύρω, ὁ Παρθενὼν ἐπιβάλλεται. Εἶχα τὴν χαρά, λοιπόν, νὰ βρεθῶ καὶ ἐγὼ μιὰ νύχτα στὴν ζωή μου στὴν Ἀκρόπολι. Δὲν ξέρω βεβαίως πῶς θὰ ἦταν μιὰ νύχτα ὅπως αὐτὴ ποὺ περιγράφει ὁ Ροΐδης [ἀπόσπασμα 2ον] ἢ ὁ Ντὲ Κίρικο [ἀπόσπασμα 1ον]. Μοναχικά. Καὶ μὲ τὴν μικρὴ πόλι τῶν περασμένων αἰώνων, χωρὶς φῶτα καὶ θορύβους. Κάτι πολὺ διαφορετικό ἀσφαλῶς, συγκλονιστικότερο.

Καὶ πάλι, ὅμως. Νομίζω ὅτι ἡ ὥρα τοῦ Παρθενῶνος εἶναι τὸ καταμεσήμερο. Ὁ Περικλῆς Γιαννόπουλος [ἀπόσπασμα 4ον] εἶχε δίκιο. Καὶ ὁ Ἐλύτης μὲ τὸν Τεριάντ [ἀπόσπασμα 3ον]. Καταμεσήμερο. Ὅταν οἱ ἀκτίνες τοῦ ἡλίου ταπεινώνουν, ἐξαϋλώνουν τὴν τσιμεντένια μάζα τῆς πόλεως. Ὅταν ὁ Ἱερὸς Βράχος ὑπερυψοῦται κυρίαρχος στὴν φωτεινὴ γῆ καὶ στὸ λαμπρὸ γαλάζιο. Καὶ οἱ μαρμάρινοι κίονες ἀποκαλύπτουν καὶ ἐπικυρώνουν τὴν οὐράνια ἀλήθεια στὸν κόσμο.

Ὁ Παρθενὼν εἶναι ἡλιακὸς ναός· οὐράνιος, ἀρσενικός. Σεληνιακός ναός, χθόνιος, θηλυκός, εἶναι τὸ Ἐρεχθεῖον. Ἐκεῖ, κατεβαίνοντας χαμηλά, μέσα ἀπὸ τοὺς κομψοὺς κίονες, τοὺς χιτῶνες ἐπὰνω στὸ κορμὶ τῶν Καρυάτιδων καὶ τὸ φύλλωμα τῆς ἱερῆς ἑλαίας τῆς Ἀθηνᾶς, θροΐζον ἁπαλὰ στὸ νυχτιάτικο ἀεράκι, ἐκεῖ ἔρχεται ἀκροπατώντας ἡ Σελήνη. Ἢ κοιτώντας τὴν Ἀκρόπολι ἀπὸ μακρυά, ἀπὸ τὸν Ἄρειο Πάγο ἢ τοῦ Φιλοπάππου. (Ὑποθέτω ὅτι καὶ τὸ Νέον Μουσεῖον θὰ εἶναι ὄμορφο τὴν νύχτα -ἀπ᾿ ἔξω εἶναι-, καὶ μάλιστα μὲ τὴν Ἀκρόπολι φωτισμένη, ἀλλὰ δὲν ἔχω καταφέρει νὰ τὸ ἐπισκεφθῶ νύχτα ἀκόμη.) Τὰ δύο πρόσωπα, ὅμως, τὸ ἡλιακὸ καὶ τὸ σεληνιακὸ, συνυπάρχουν· πότε τὸ ἕνα κυρίαρχο καὶ τὸ ἄλλο δευτερεῦον, πότε τὸ ἀντίστροφο.

«Ὁ Παρθενώνας δὲν μποροῦσε ποτὲ νὰ εἶναι ὡραιότερος ἀπ᾿ ὅ,τι εἶναι τώρα. Αὐτὸ ποὺ μελετᾶμε σήμερα εἶναι ἡ ἀρχοντική του ὀμορφιὰ ποὺ ἄντεξε στὸν χρόνο.» (Elise Konstantin-Hansen (1858-1946), Δανέζα ζωγράφος· ἐπισκέφθηκε τὴν Ἀθήνα τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1894.)

* * *

Στὸ σεληνόφως...

Giorgio de Chirico
Μινύχτα στὴν Ἀκρόπολη

Χώθηκα μέσα σ᾿ ἕνα σωρὸ ἀπό ἐρείπια μὲ τρόπο ποὺ νὰ φαίνομαι ὅσο τὸ δυνατὸ λιγότερο καὶ περίμενα τὴ στιγμὴ ποὺ θά ᾿μουν μόνος. Στὴν ἀνατολή, πίσω ἀπὸ τὴ μενεξελιὰ γραμμὴ τῶν βουνῶν, ἡ πανσέληνος ἀναδύθηκε: ἦταν πλούσια, βασιλική, ὁλόγιομη, λαμπρή, μεγαλειώδης· μιὰ ἀληθινὴ πανσέληνος καλοκαιριοῦ τῆς Ἀθήνας· ἀνέβαινε μὲ βραδύτητα, τυλιγμένη ἀκόμα στὴν πάχνη τῆς ζέστης. Στὴ δύση, ὁ οὐρανὸς σκοτείνιαζε. Μοῦ δημιουργήθηκε ἡ ἐντύπωση ὅτι ὁ τελευταῖος ἐπισκέπτης εἶχε ἐγκαταλείψει τὴν Ἀκρόπολη, ἀλλὰ ἀποφάσισα νὰ μὴ φύγω ἀπὸ τὴν κρυψώνα μου πρὶν νυχτώσει τελείως, κι αὐτὴ ἡ σύνεση μὲ ἔσωσε, γιατί, σὲ λίγα δευτερόλεπτα, ἄκουσα τὸ βῆμα ἑνὸς φύλακα ποὺ πλησίαζε ἀργὰ στὸ μέρος ὅπου κρυβόμουν. Ἕνα ρίγος διέτρεξε τὴν πλάτη μου. Σὰν ἔφτασε κοντὰ στὴν κρυψώνα μου, ὁ φύλακας σταμάτησε· ἤμουν σὲ δυὸ βήματα ἀπόσταση· δὲν μὲ εἶχε δεῖ ἀλλὰ ἡ παραμικρὴ κίνηση μποροῦσε νὰ μὲ προδώσει. Ὁ φύλακας ἔστριβε σιγὰ τὸ μουστάκι του κοιτάζοντας μακριά· μετὰ ἔβηξε κι ἀφοῦ ἔβγαλε ἀπὸ τὴν τσέπη τοῦ σακακιοῦ του μιὰ καπνοσακούλα ἔστριψε τσιγάρο, τὸ ἄναψε καὶ φύσηξε μὲ ἡδονὴ τὸν καπνὸ ἀπὸ τὸ στόμα καὶ ἀπὸ τὴ μύτη. Μακριὰ ἀκούγονταν διάφοροι θόρυβοι: νυχτερίδες σκαμπανέβαζαν πάνω ἀπ᾿ τὰ κεφάλια μας· κοιτάζοντας τὸν φύλακα σκεφτόμουν τὸν κυνηγὸ, ποὺ περνᾶ, μὲ τὸ τουφέκι στὸν ὦμο, δίπλα στὸ ὀρτύκι χωρὶς νὰ τὸ βλέπει. Κρατοῦσα τὴν ἀνάσα μου, τὰ δευτερόλεπτα μοῦ φαίνονταν ὧρες. Ἀφοῦ τράβηξε ἀκόμα δυὸ τρεῖς ρουφηξιές ἀπ᾿ τὸ τσιγάρο, ὁ φύλακας ἔβαλε τὰ χέρια πίσω κι ἀπομακρύνθηκε πρὸς τὴν ἔξοδο. Αἰσθάνθηκα πιὸ ἥσυχος, ἀλλὰ δὲν ἄρχισα νὰ κάνω κινήσεις καὶ νὰ τεντώνω τὰ μουδιασμένα μου πόδια παρὰ μόνο ὅταν τὸν ἄκουσα νὰ κλείνει τὴ βαριά καγκελόπορτα ποὺ βρισκόταν στὴν εἴσοδο τῆς Ἀκρόπολης. Τότε κατάλαβα ὅτι ἐπιτέλους ἤμουν μόνος. Στὸ μεταξὺ εἶχε νυχτώσει ἐντελῶς. Μόνο ἀπὸ τὴ μεριὰ τῆς δύσης ἔμενε ἀκόμα μιὰ ἀχνὴ ἀνταύγεια, ἐκεῖ ὅπου εἶχε ἐξαφανιστεῖ ὁ ἥλιος. Ἀπὸ τὴν ἀπέναντι μεριά, ἐλεύθερο ἀπὸ τοὺς βραδινοὺς ἀτμούς, τὸ φεγγάρι εἶχε ἀνέβει στὸν οὐρανό. Οἱ ἀχτίδες του φώτιζαν τώρα τὶς μετόπες τῶν ναῶν κι ἅπλωναν τὶς σκιές τους στὸ ἔδαφος. Ἡ σιωπὴ ἔγινε πιὸ ἔντονη. Εἶχα τὴν ἐντύπωση πὼς πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι μου εἶχαν τραβήξει μιὰ τεράστια τέντα. Τὰ ὑπεράνθρωπα προσωπεῖα τῶν ἀρχαίων θεῶν φαίνονταν ὅμοια μὲ γιγάντια ἀντίτυπα, στερεωμένα σὰν ἀνάγλυφα στὸ ταβάνι τοῦ οὐρανοῦ ποὺ φαινόταν πολὺ χαμηλός, πολὺ κοντὰ στὴ γῆ. Εἶχα τὴν ἐντύπωση ὅτι, ἂν σηκωνόμουν στὶς μύτες τῶν ποδιῶν μου, θὰ μποροῦσα νὰ τὸν ἀγγίξω μὲ τὸ χέρι· καὶ θεϊκὲς μάσκες χαμογελοῦσαν ἀνέκφραστα. Μιὰ ἀπέραντη ἐμπιστοσύνη περιτύλιγε κάθε πρᾶγμα. Στὴν ἐμφαντικὴ γλυκύτητα αὐτῆς τῆς μεγάλης καλοκαιρινῆς νύχτας κατάλαβα ὅτι τὸ κακὸ μέσα μου, γύρω μου, εἶχε ἐξαφανιστεῖ· τὰ χρέη πληρωμένα, οἱ τιμωρίες καταργημένες, τὰ κακὰ ὄνειρα θαμμένα γιὰ πάντα, μὲ τὶς ἔννοιες καὶ τὰ ἄγχη πέρα μακριά, πολὺ μακριά, στοὺς καυτοὺς ἄμμους τῆς καταραμένης ἐρήμου.
Ὅ,τι εἶχα ἀγαπήσει, ὅ,τι στὴ ζωή μου ὑπῆρξε εὐνοϊκὸ γιὰ μένα, ἦταν κοντά μου. Θέλησα νὰ κοιτάξω πρὸς τὰ κάτω, πρὸς τὶς κατοικίες τῶν ἀνθρώπων, νὰ ξαναβρῶ τὰ φῶτα τῆς πόλης, γιατὶ ὅλη αὐτὴ ἡ ὀμορφιὰ κι αὐτὴ ἡ μοναχικὴ εὐτυχία ἄρχισαν νὰ μὲ τρομάζουν, ἀλλὰ δὲν εἶδα πιὰ τίποτα: ἀτμοί, μιὰ γλυκιὰ ὀμίχλη εἶχε ἀνέβει κι ἔκρυβε τὴ γῆ ἀπὸ τὸ βλέμμα μου· πάνω σ᾿ αυτὸν τὸν ὠκεανὸ θεϊκῆς τρυφερότητας, ἡ Ἀκρόπολη, σὰν ἕνα μεγάλο πέτρινο καράβι, σὰν ἕνα καράβι ποὺ λύθηκε ἀπὸ τὰ παλαμάρια του, ἀρμένιζε σιγά, ἀκυβέρνητο...

Τζιόρτζιο Ντὲ Κίρικο, Ἄποψη τῆς Ἀθήνας, 1970, λάδι σὲ μουσαμά.

[Τζιόρτζιο ντὲ Κίρικο: Ζωγράφος, γεννημένος στὸ Βόλο τὸ 1888 ἀπὸ Ἰταλοὺς γονεῖς. Σπούδασε στὴν Ἀθήνα, στὸ Μόναχο καὶ στὸ Παρίσι, ὅπου συνδέθηκε μὲ τὸν Picasso καὶ τὸν Apollinaire. Ἔζησε ἀπὸ τὸ 1915 ἔως τὸ 1924 στὴ Ρώμη, ὅπου ἴδρυσε, μαζὶ μὲ τὸν Carra, τὴν Ὁμάδα Μεταφυσικῆς Ζωγραφικῆς. Τὸ 1924 ἐπέστρεψε στὸ Παρίσι, ὅπου ἐνέτεινε τὸν ὑπερρεαλιστικὸ χαρακτῆρα τῆς τέχνης του. Μετὰ τὸ 1935 στράφηκε σὲ ἕναν σκηνογραφικὸ νατουραλισμό. Εἶναι κυρίως γνωστὸς γιὰ τὰ ἀτμοσφαιρικὰ τοπία πόλεων μὲ τὶς ἄδειες πλατεῖες καὶ τὰ ἔρημα μνημειώδη κτήρια καὶ γιὰ τὶς συνθέσεις ἑτερόκλητων ἀντικειμένων ποὺ στοχεύουν νὰ ἀπεικονίσουν τὴν ἐσωτερική, μαγική, πλευρὰ πραγμάτων τυλιγμένων σὲ μιὰ αὔρα μυστηρίου. Στὸ ἔργο του συχνὰ περιλαμβάνονται στοιχεῖα ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ καὶ τὴ ρωμαϊκὴ ἀρχαιότητα. Πέθανε στὴ Ρώμη τὸ 1978.]

(«Τεῦχος» 2 (Σεπτέμβριος 1989), σ. 24. Μετάφραση: Φ. Διακομίδου. Ἀναδημοσίευσις: «...Ἔγραψαν γιὰ τὴν Ἀκρόπολη (1850-1950)», Ἕνωση Φίλων τῆς Ἀκροπόλεως, β' ἔκδ. 2009 (α' ἔκδ. 2002), ISBN 978-960-86536-3-4, σελ. 69-71.)

* * *

Ἐμμανουὴλ Ροΐδης
Πάπισσα Ἰωάννα

[Ἡ Ἰωάννα στὴν Ἀκρόπολη τῶν Ἀθηνῶν.] Ὁ δίσκος τῆς Ἑκάτης, περικυκλούμενος ὑπὸ νεφῶν διαφανῶν ὡς σεμνὴ παρθένος ὑπὸ τῶν νυκτικῶν πέπλων της, ἔλαμπεν ἀκίνητος εἰς ὕψος ἀκαταμέτρητον, ἐπιχέων ἐπὶ τῶν ἀθανάτων ἐκείνων μαρμάρων λάμψιν λευκὴν καὶ ἀμυδράν, οἵαν καὶ ἐπὶ τοῦ κοιμωμένου Ἀδώνιδος, ὅτε ἐπεσκέπτετο αὐτὸν ἡ θεὰ ἐπὶ τῶν ἀκρωρειῶν τοῦ Λάτμου. Αἱ στῆλαι τοῦ Ὀλυμπιείου, οἱ ἐλαιῶνες, αἱ ροδοδάφναι, αἱ κορυφαὶ τῶν λόφων στεφόμεναι ὑπὸ ἐκκλησιῶν ἢ μνημείων, πάντα ταῦτα περιέσφιγγον τὴν ὅρασιν τῶν δύο νεανίσκων διὰ ζώνης καὶ αὐτοῦ τοῦ κεστοῦ τῆς Ἀφροδίτης θελκτικωτέρας, ἡ δὲ ἡδονή, ἣν ἠσθάνοντο ἐκ τοῦ πανοράματος τούτου, καθίστατο διπλασία, διότι μεθυσμένοι ὄντες ἔβλεπον τὰ πάντα διπλά.

(Ἐμμανουὴλ Ροΐδης, «Ἡ Πάπισσα Ἰωάννα».)

* * *

...καὶ στὸ καταμεσήμερο.

Ὀδυσσέας Ἐλύτης
Τὸ ἑλληνικὸ καλοκαίρι κατὰ τὸν E. Tériade

Στάλα στάλα συνάζει μέσα της ἡ καρυδιὰ τὴ σκοτεινὴ δροσιά. Τὸ κυπαρίσσι ἐρημώνει γύρω του τὰ πάντα κι ἀπομένει δασύ, κυρίαρχο. Ἴδια κι ὁ πλάτανος. Προστάτες φασματικοὶ τῶν κάμπων τῶς Ἀργολίδας καὶ τῆς Ἀρκαδίας.
Ἡ συκιὰ σταυρώνει τὰ χλωμά της μέλη, τεντώνεται μὲς στὸ πετσί της το γυαλιστερὸ καὶ τὸ χνουδάτο· τέλος, κάποτε, στρογγυλοκάθεται μέσα στὴν ἴδια της τὴν εὐωδιά.
Οἱ ροδιὲς ἀνάβουνε σὰν τὰ κοκόρια.
Ἡ ἐλιά, δίχως νὰ τὸ πολυσκεφτεῖ, δίνεται στὸν ἥλιο, στὸν ἄνεμο, σ᾿ ὅλα τὰ στοιχεῖα ποὺ ρημάζουνε τὸ κορμί της.
Οἱ ροδοδάφνες, ποὺ μοσκοβολοῦνε πικραμύγδαλο, σαλεύουνε, ὅμοια νερό, βαθιὰ στὶς κοῖτες τῶν ξεροπόταμων.
Σιγὰ σιγά, μὲς στὸ κατακαλόκαιρο, τὸ φῶς ἀφανίζει τὴν Ἑλλάδα. Χωνεύει τὰ νησιά, ἐξουδετερώνει τὶς θάλασσες, ἀχρηστεύει τοὺς οὐρανούς. Μήτε ποὺ βλέπεις πιὰ βουνά, μήτε δέντρα, μήτε πολιτεῖες, μήτε χῶμα καὶ νερό. Ἄφαντα ὅλα.
Πιωμένος φῶς -μονάχα μιὰ σκιὰ μαύρη- ὁ ἄνθρωπος. Μιὰ σκιὰ ποὺ μεγαλώνει, δυσανάλογα προστατευμένη ἀπὸ τὴν ἴδια του τὴ θυσία.

Ἡ ἀντίσταση σ᾿ ἕνα τέτοιο φῶς: νὰ ποιὸ εἶναι τὸ βαθύτερο νόημα τῆς ἑλληνικῆς ἀρχιτεκτονικῆς.
Μέσα στὴ διαφάνεια, πιὸ διάφανος ἀκόμη, πιὸ λευκός, ὁ Παρθενώνας δικαιώνει μυστηριακὰ τὴν ὕπαρξή του τὴν ὥρα ποὺ τὸ μεσημέρι τὸ ἀττικὸ φτάνει στή μεγαλύτερή του ἔνταση κι ὅπου μονάχα νεράιδες τριγυρνᾶν μὲς στὸ θαμπωτικὸ διάστημα.
Ἡ Ἑλλάδα στοὺς χάρτες ἀνύπαρχτη.
Λὲς καὶ βρῆκε ὁ κόσμος τὸ μακαρισμένο τέλος του σ᾿ αὐὴν τὴν ἀπόλυτη ἰσότητα.

Κι ὅμως, τὸ ἴδιο αὐτὸ φῶς, τὸ ἀστραφτοβόλο, τὸ καταιγιστικό, τὸ ἐπίμονο, ποὺ ἀναιρεῖ τὴν Ἑλλάδα μὲς στὰ μεσημέρια, τὴν ἀποκαθιστᾶ πάλι τὸ ἡλιοβασίλεμα κάτω ἀπὸ τὰ φαντασμαγορικὰ πυροτεχνήματα τοῦ δειλινοῦ καὶ ἀργότερα κάτω ἀπὸ τὴν τρυφερὴ παρουσία τῆς Σελήνης.
Τότε ξαναβρίσκει τὸν ἑαυτό της ἡ Ἑλλάδα. Ξαναγίνεται αὐτὸ ποὺ πραγματικὰ εἶναι. Ξαναπαίρνει στοὺς χάρτες τὴ θέση ποὺ τῆς ἀξίζει. Θέλω νὰ πῶ τὴ θέση τῶν ὀνείρων.

(Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Τὸ ἑλληνικὸ καλοκαίρι κατὰ τὸν E. Tériade», στὰ «Μικρὰ Ἔψιλον», στὸ «Ἐν λευκῷ», ἐκδ. Ἴκαρος, 2006 (ζ' ἔκδ.· α' ἔκδ. 1992), ISBN 960-7233-26-3, σελ. 214-216.)

* * *

Ὁ Παῦλος Νιρβάνας γιὰ τὸν Περικλῆ Γιαννόπουλο
Ἕνας οὐτοπιστὴς ἑλληνολάτρης

Ἕνα καλοκαιρινὸ ἀπόγεμα -ὁ ἥλιος ἤτανε ἀκόμη στὰ μεσούρανα- ὁ Περικλῆς Γιαννόπουλος ἦρθε στὸ σπίτι μου, χωρὶς νὰ τὸν περιμένω. Δὲν ἤτανε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ περιμένει κανείς. Ἔφτανε πάντα ἀπροειδοποίητος, σὰν τὸ γλυκόπνοο ἀεράκι καὶ σὰν τὴν ἀνοιξιάτικη βροχούλα. Καθόμουνα τότε σ᾿ ἕνα σπίτι τῆς Φρεατίδας, ἀπάνω ἀπ᾿ τὸ γλαυκότερο κῦμα τοῦ Αἰγαίου, καὶ δὲν ξέρω, ἂν ἤμουνα ἐγὼ ποὺ εἶχε τραβήξει τὸν ξανθὸν ἱππότη ἢ τὸ φῶς τῆς χαρούμενης ἀκρογιαλιᾶς.

«Ποῦ θὰ καθίσομε;» μοῦ εἶπε κοιτάζοντας ὁλόγυρά του.
Τὸν ἔβαλα στὸ γραφεῖο μου.
«Ἐδῶ;» μὲ ρώτησε μὲ κάποια στενοχώρια.
Τὸν εἶδα νὰ κοιτάζει μὲ μίσος τὰ κλειστὰ παράθυρα, τὰ σκοῦρα ἔπιπλα, τὶς σκοτεινὲς γωνιὲς τοῦ δωματίου.
«Πῶς ζεῖς ἐδῶ μέσα;» μοῦ εἶπε.
«Ποῦ θέλεις νὰ πᾶμε;» τὸν ἐρώτησα.
«Ἔξω, στὸ φῶς, στὴν Ἑλλάδα. Ἐδῶ δὲν εἶναι Ἑλλάς.»
«Μ᾿ αὐτὴ τὴν ἀντηλιά;»
«Ἔχεις, λοιπόν, κι ἐσὺ τὴν πρόληψη τῆς ἀντηλιᾶς;» μοῦ εἶπε θυμωμένος. «Πρέπει νὰ τὴ νικήσεις.»

Μὲ τράβηξε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ μὲ κατέβασε κάτω στὸ περιβόλι, μέσα σὲ μιὰ ἐκτυφλωτικὴ ἀντηλιά. Καθίσαμε σ᾿ ἕνα μπάγκο. Ἐκεῖνος ἔλεγε, ἔλεγε, ἔλεγε... Τὶ ἔλεγε δὲν ξέρω. Ὁ Γιαννόπουλος μποροῦσε νὰ μιλεῖ ὧρες ὁλόκληρες, χωρὶς νὰ ξέρεις στὸ τέλος τὶ σοῦ εἶπε. Εἶχα ὅμως τὴν αἴσθηση πάντοτε μιᾶς γοητείας, ποὺ δὲν μποροῦσες νὰ καταλάβεις, ἂν ἤτανε ἀπὸ τὰ λόγια ποὺ ἄκουσες, ἀπ᾿ τὴ μελωδία τῆς φωνῆς του ἢ ἀπὸ κάποια ἄλλη μυστικὴ ἐνέργεια ποὺ ἀκτινοβολοῦσε ὁ ἐσωτερικὸς παλμὸς τοῦ λόγου του. Καὶ τὸν ἄκουγες πάντα εὐχάριστα, ὅπως ἀκοῦς τὸ φλοῖσβο τοῦ κύματος καὶ τὸ κελάρυσμα τῆς πηγῆς, ποὺ σοῦ λένε πολλὰ χωρὶς νὰ σοῦ λένε τίποτε. Ὅταν σηκώθηκε νὰ φύγει -ἔφευγε πάντα ὅπως ἐρχότανε, σὰν ἕνα ὡραῖο φυσικὸ φαινόμενο- ἤμουνα ζαλισμένος ἀπὸ τὴν ἀντηλιά, τὰ μηλίγγια μου χτυπούσανε καὶ τὰ μάτια μου ἤτανε θαμπωμένα. Ἀνέβηκα στὸ σπίτι μου κι ἔπεσα μισοπεθαμένος σὲ μιὰ πολυθρόνα.

«Τί έπαθες; Εἶσαι ἄρρωστος;» μοῦ εἶπε ὁ Λάμπρος Πορφύρας, ποὺ ἦρθε σὲ λίγο νὰ μὲ πάρει, γιὰ νὰ κάνουμε τὸ συνηθισμένο μας περίπατο στὴ Φρεατίδα.
«Εἶμαι τὸ πρῶτο θύμα τῆς ἑλληνοποιήσεως», τοῦ ἀποκρίθηκα.
Καί, ὅταν τοῦ ἐξήγησα ποιὸς ἤτανε, λίγο πρίν, στὸ σπίτι μου, δὲν ἄργησε νὰ καταλάβει.

Μέσα στὸ ἐπεισόδιο αὐτὸ εἶναι ὁλόκληρος ὁ Περικλῆς Γιαννόπουλος. Ἕνας οὐτοπιστής, ποὺ ὀνειρευότανε ν᾿ ἀναστήσει γύρω του τὸ ἑλληνικό θαῦμα καὶ ποὺ ζοῦσε ὁ ἴδιος μὲ τὴν φαντασία του μέσα σ᾿ αὐτό. Τὸ ἑλληνικὸ φῶς, σὰν μιὰ ἀντίληψη φυσικὴ καὶ μεταφυσικὴ μαζί, ἤτανε ἡ θρησκεία του. Περπατοῦσε ὧρες μέσα στὸν φλογερώτερο ἥλιο, ρουφώντας τὸ φῶς μὲ ὅλους του τοὺς πόρους. Καὶ γι᾿ αὐτὸν ὅλη ἡ φύση, ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ὣς τὸ χορτάρι καὶ ὣς τὴν πέτρα, μονάχα μέσα στὸ φῶς ζοῦσε τὴν πιὸ ἐντατική της ζωή. Κάποτε τοῦ εἶχα συστήσει δύο νέους Ρώσσους «ἐντελεκτουέλ», τοὺς ἀδελφοὺς Πολλιακώφ. Μὴν ἔχοντας τὸν καιρὸ νὰ τοὺς ξεναγήσω, παρακάλεσα τὸν Γιαννόπουλο νὰ ἀναλάβει τὴν φροντίδα αὐτή. Δὲν μποροῦσα νὰ τοὺς δώσω καλύτερον ὁδηγὸ γιὰ τὴν ἐπίσκεψη τῶν ἑλληνικῶν τοπίων καὶ μνημείων. Ἔπειτα ἤτανε τόσο πολιτισμένος καὶ μιλοῦσε τόσο τέλεια τὰ γαλλικά, γιὰ νὰ τοὺς ἐξηγήσει τὸ καθετί. Ὁ εὐγενικὸς φίλος δέχθηκε εὐχαρίστως, τοῦ παρουσίασα τοὺς ξένους μου στὸ δωμάτιό του, ἕνα καμαράκι ὑπερώου, στὸ ἀπάνω πάτωμα κάποιου ξενοδοχείου τῆς πλατείας τοῦ Συντάγματος, πού, μὲ τὸ τίποτα καὶ μὲ τὴν λεπτότατη καλαισθησία του, τὸ εἶχε μεταβάλει σὲ μιὰ καλλιτεχνικὴ γωνίτσα, καὶ συμφωνήσανε τὴν ἄλλη μέρα νὰ πᾶνε στὴν Ἀκρόπολη. Ἤτανε Ἰούλιος μήνας καὶ τοὺς πῆγε στὸν Ἱερὸ Βράχο καταμεσήμερο, λέγοντάς τους, ὅτι μονάχα αὐτὴν τὴν ὥρα, ζοῦνε τὰ μάρμαρα, καὶ μονάχα αὐτὴν τὴν ὥραν θὰ μπορούσανε νὰ αἰσθανθοῦν στὴν σάρκα τους τὸν παλμὸν τῆς μυστικῆς των ζωῆς, κἀτω ἀπὸ τὰ φιλιὰ τοῦ Ἀπόλλωνα. Καὶ οἱ δύο νέοι Ρῶσοι, ποὺ ἦσαν ἀρκετὰ μυστικόπαθοι, ὅπως οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι τῆς φυλῆς τους, ὅταν κατέβηκαν, ξεθεωμένοι ἀπὸ τὴ ζέστη καὶ τὴν ἀντηλιά, βεβαίωναν, ὅτι, πράγματι, κάποιος θεῖος «ἰχὼρ» κυκλοφοροῦσε, τὴν ὥρα ἐκείνη, στὴν σάρκα τῶν ἀρχαίων μαρμάρων.

(Παῦλος Νιρβάνας, «Ἕνας οὐτοπιστὴς ἑλληνολάτρης», στὰ «Φιλολογικὰ ἀπομνημονεύματα».)

* * *

[Σημ.: Ἡ πρώτη φωτογραφία, τοῦ Χρήστου Πατσατζῆ, ἀπὸ τὸ Bring Them Back.]

Παρασκευή 13 Αυγούστου 2010

Στὸν κάμπο τοῦ Μαραθῶνα

Ὁ πόλεμος τοῦ Μαραθῶνα
(Μαραθών)

Μιὰ φορὰ ᾿ς τὸν καιρὸ τῶν Ἑλλήνων ἦρθαν πολλαῖς φούσταις ᾿ς αὐτὸν τὸν κάμπο. Οἱ Ἀθηναῖοι, ποὺ εἶχαν τὸ στρατό τους πάνω ᾿ς τῆς Γριᾶς τὸ μανδρί, ἔπεσαν κατὰ πάνω τους καὶ τόσο πολλοὺς ἐσκότωσαν, ποὺ ἐκοκκίνησε ἀπὸ τὸ αἷμα τὸ ποτάμι.

Ὁ πεζοδρόμος τοῦ Μαραθῶνα
(Ἀττική)

᾿Σ τὸν κάμπο τοῦ Μαραθῶνα ἔγινε μιὰ φορὰ μεγάλη μάχη. Τοῦρκοι πολλοὶ μὲ ἄρμενα πολλὰ ἦρθαν νὰ σκλαβώσουν τὴ χώρα καὶ ἀπ᾿ ἐκεῖ νὰ περάσουν ᾿ς τὴν Ἀθήνα. Δὲν ἐπῆγαν γραμμὴ ᾿ς τὴν Ἀθήνα, γιατὶ οἱ Ἕλληνες ἐφύλαγαν μὲ πολλὰ πλεούμενα καὶ τρικάταρτα τὸν Πειραιᾶ. Ἐσυνάχτηκαν ἀπ᾿ ὅλα περίγυρα τὰ χωριὰ καὶ ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, κ᾿ ἔπιασαν πόλεμο φριχτό. Ἂν τοὺς νικήσουμε, σοῦ λέγει, ἐδῶ, πάει, τοὺς σπάσαμε· δὲ θὰ ἰδοῦν τὴ στράτα νὰ φύγουν.

Ἐπολέμησαν ἀπὸ τὴν αὐγὴ ἕως τὸ βράδυ. Ἀπελπισμένοι ἐπολέμησαν οἱ ἐχτροί, ἀλλὰ πλέον ἀπελπισμένοι ἐπολέμησαν οἱ Ἕλληνες. Τὸ αἷμα ἐπῆγε ποτάμι· ἔφτασεν ἕως τὰ ῥιζὰ τοῦ Βρανᾶ καὶ ἕως τὸ Μαραθῶνα ἀντίκρυ. Ἔσυρεν ὣς τὴ θάλασσα κ᾿ ἔβαψε κατακόκκινα τὰ κύματα. Θρῆνος καὶ κακὸ ἔγινε. Τέλος ἐνίκησαν οἱ Ἕλληνες. Οἱ Τοῦρκοι ἔτρεξαν νὰ γλυτώσουν ᾿ς τὰ καράβια. Οἱ Ἕλληνες τοὺς ἐκυνήγησαν κ᾿ ἐκεῖ, τοὺς κατάσφαξαν, κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἐχτροὺς δὲν ἐγύρισε πίσω.

Ἔτρεξαν τότε δύο νὰ φέρουν τὴν εἴδηση ᾿ς τὴν Ἀθήνα. Ὁ ἕνας ἔτρεξε καβαλλάρης, ὁ ἄλλος πεζὸς κι᾿ ἀρματωμένος. Ὁ καβαλλάρης ἐπῆγεν ἀπὸ τὸ Χαλάντρι· ὁ πεζὸς ἔπιασε τὴ Σταμάτα. Φτεροπόδαρος ἀνέβηκε τὸν Ἀφορεσμὸ καὶ κατέβηκε ᾿ς τὸ χωριό. Καθὼς τὸν εἶδαν οἱ γυναῖκες ἔτρεξαν κοντά του· «Σταμάτα, τοῦ φώναζαν, σταμάτα!» Ἤθελαν νὰ τὸν ἐρωτήσουν τὶ ἀπόγινε ἡ μάχη. Ἐστάθηκε μιὰ στιγμὴ νὰ πάρῃ φύσημα, κ᾿ ἔπειτα, πάλι δρόμο. Τέλος φτάνει ᾿ς τὸ Ψυχικό· ἐκεῖ ἐπῆγε νὰ ξεψυχήσῃ, πιάστηκε ἡ ἀναπνοή του, τὰ πόδια του ἔτρεμαν, τώρα ἔλεγε νὰ πέσῃ. Ἀντρειεύεται τότε καὶ παίρνει βαθυὸ ἀνασασμό, καὶ μιὰ καὶ δύο, ἔφτασε τἐλος ᾿ς τὴν Ἀθήνα. «Ἐνικήσαμε!» εἶπε, κ᾿ ἔπεσε εὐτὺς κ᾿ ἐξεψύχησε. Ὁ καβαλλάρης ταχυδρόμος ἀκόμα δὲν ἐφάνηκε!

Ἐκεῖ ὅμως ποὺ σταμάτησε ὁ πεζοδρόμος κ᾿ ἐκεῖ ποὺ πῆρε ἀνάσα, ἄφησε τ᾿ ὄνομα τοῦ καμώματός του. Τὸ πρῶτο χωριὸ τ᾿ ὠνόμασαν Σταμάτα, τὸ δεύτερο Ψυχικό.

Ὁ κάμπος τοῦ Μαραθῶνα
(Σοῦλι καὶ Βρανᾶ τοῦ δήμου Μαραθῶνος)

᾿Σ τὸν κάμπο τοῦ Μαραθῶνα ἀκούγονται πολλαῖς φοραῖς τὴ νύχτα φωναῖς λυπητεραῖς, σὰ γυναικῶν ποὺ νὰ τοῖς βασανίζουν. Ὅσο κοντοζυγώνεις ᾿ς τὸ μέρος ποὺ ἀκούγονται οἱ φωναῖς, τόσο αὐταῖς ἀλαργεύουν.

(Νικολάου Πολίτου, «Μελέται περὶ τοῦ βίου καὶ τῆς γλώσσης τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Παραδόσεις Α'», Ἀθῆναι, ἐκδοτικὸς ὀργανισμὸς «Ἐργάνη» - Ε.Π.Ε., 1965.)

* * *

Σὰν σήμερα - 2499 χρόνια πρίν

13 Αὐγούστου, κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς, 490 π.Χ., ἡ Μάχη τοῦ Μαραθῶνος. Σὰν σήμερα, πρὶν 2499 χρόνια (490 π.Χ. - 2010 μ.Χ.· ὑπενθυμίζουμε ὅτι τὸ ἡμερολόγιό μας δὲν περιλαμβάνει ἔτος μηδέν). Ἀπὸ ἐφέτος, ὅμως, τιμοῦμε τὰ 2500 χρόνια τῆς μάχης ποὺ καθόρισε τὴν μοῖρα τοῦ κόσμου. Ἀλλὰ καὶ τοῦ μαραθωνίου δρόμου, μὲ ἀρχὴ τὸν θρυλικὸν ἐκεῖνον δρομέα ποὺ ξεψύχησε μὲ τὸ «νενικήκαμεν!» Στὶς 31 Ὀκτωβρίου ἐφέτος, ὁ κλασσικὸς μαραθώνιος δρόμος θὰ εἶναι μιὰ σπουδαία τελετὴ τιμῆς ἀπὸ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα στοὺς ἥρωες ἐκείνους ποὺ μὲ τὸ αἷμά τους ἐθεμελίωσαν τὸν παγκόσμιο πολιτισμό.

13 Αὐγούστου, 1999 μ.Χ., Λαμία. Ὁ ὑποφαινόμενος ὀνομάζεται Δόκιμος Ἔφεδρος Ἀξιωματικός. (Ναί, γιὰ κάποιους, μερικὲς συμπτώσεις ἔχουν σημασία.) Αὐτὸ ποὺ θυμᾶται σήμερα ἐντονότερα ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα, εἶναι ἡ συγκίνησις καὶ ἡ ὑπερηφάνεια στὰ μάτια τοῦ πατέρα του, μόλις ὡλοκληρώθηκε ἡ τελετή. Καὶ ἀναρωτιέται, μιὰ ἑβδομάδα τώρα, ἂν μπόρεσε ποτὲ νὰ δείξῃ στὸν πατέρα του τὴν δική του ὑπερηφάνεια καὶ εὐγνωμοσύνη γι᾿ αὐτόν...

* * *

Ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι ἐνῶ οἱ λαϊκὲς παραδόσεις ποὺ κατέγραψε ὁ Νικόλαος Πολίτης ἀναφέρουν τοὺς ἀρχαίους εἰσβολεῖς ὡς Τούρκους, ἡ γραφὶς τῶν λογίων τῆς Ἐπαναστάσεως, ἀλλὰ καὶ ἀγράμματοι ἀκόμη ἀγωνιστές, συγκινούμενοι ἀπὸ τὴν ἀρχαία δόξα τῆς Ἑλλάδος ποὺ ἀνασταίνεται, ἀποκαλοῦν τοὺς Τούρκους, Πέρσες! Ἔτσι, τὸν Μαραθῶνα καὶ τὸν Μιλτιάδη ἐπικαλεῖται ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης στὴν προκήρυξι «Μάχου ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος» καὶ καλεῖ τοὺς Ἕλληνες νὰ μιμηθοῦν τοὺς προγόνους, «οἵτινες κατέκοψαν τοσάκις τοὺς ἀναριθμήτους στρατοὺς τῶν βαρβάρων Περσῶν, τῶν ὁποίων τοὺς βαρβαροτέρους καὶ ἀνανδροτέρους ἀπογόνους πρόκειται εἰς ἡμᾶς σήμερον, μὲ πολλὰ μικρὸν κόπον, νὰ ἑξαφανίσωμεν ἐξ ὁλοκλήρου.» Ὁ δὲ Νικηταρᾶς ὁ Τουρκοφάγος, «Σταθῆτε Πέρσαι νὰ πολεμήσωμε!», φωνάζει στοὺς Τούρκους στὴν μάχη τῶν Δολιανῶν -Περσιάνους μάλιστα τοὺς ἀπεκάλει.

Σὲ ἀμφότερες τῆς περιπτώσεις, ἡ ἴδια πραγματικότης· ὁλόκληρη ἡ Ἱστορία τῆς Φυλῆς μας συγχρόνως παρούσα, ὄχι νεκρὸ γράμμα, ἀλλὰ ζωντανὴ παράδοσις, αἷμα κοχλάζον στὸ σῶμα τῶν ἀνδρῶν καὶ τῶν γυναικῶν τοῦ λαοῦ μας.

* * *

ΜΑΧΟΥ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ

[...] Ἂς καλέσωμεν λοιπὸν ἐκ νέου, ὦ Ἀνδρεῖοι καὶ μεγαλόψυχοι Ἕλληνες, τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν κλασικὴν γῆν τῆς Ἑλλάδος! Ἂς συγκροτήσωμεν μάχην μεταξύ τοῦ Μαραθῶνος καὶ τῶν Θερμοπυλῶν! Ἂς πολεμήσωμεν εἰς τοὺς τάφους τῶν Πατέρων μας, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ μᾶς ἀφήσωσιν ἐλευθέρους, ἐπολέμησαν καὶ ἀπέθανον ἐκεῖ! Τὸ αἷμα τῶν τυράννων εἶναι δεκτὸν εἰς τὴν σκιὰν τοῦ Ἐπαμεινώνδου Θηβαίου, καὶ τοῦ Ἀθηναίου Θρασυβούλου, οἵτινες κατετρόπωσαν τοὺς τριάκοντα τυράννους, εἰς ἐκείνας τοῦ Ἁρμοδίου καὶ Ἀριστογείτονος, οἱ ὁποῖοι συνέτριψαν τὸν Πεισιστρατικὸν ζυγόν, εἰς ἐκείνην τοῦ Τιμολέοντος, ὅστις ἀπεκατέστησε τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν Κόρινθον καὶ τὰς Συρακούσας, μάλιστα εἰς ἐκείνας τοῦ Μιλτιάδου καὶ Θεμιστοκλέους, τοῦ Λεωνίδου καὶ τῶν τριακοσίων, οἵτινες κατέκοψαν τοσάκις τοὺς ἀναριθμήτους στρατοὺς τῶν βαρβάρων Περσῶν, τῶν ὁποίων τοὺς βαρβαροτέρους καὶ ἀνανδροτέρους ἀπογόνους πρόκειται εἰς ἡμᾶς σήμερον, μὲ πολλὰ μικρὸν κόπον, νὰ ἑξαφανίσωμεν ἐξ ὁλοκλήρου. Εἰς τὰ ὅπλα λοιπὸν φίλοι· ἡ Πατρὶς Μᾶς Προσκαλεῖ!

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΥΨΗΛΑΝΤΗΣ
Τὴν 24ην Φεβρουαρίου 1821
Εἰς τὸ γενικὸν στρατόπεδον τοῦ Ἰασίου

(Προκήρυξις Ἀλεξάνδρου Ὑψηλάντου, Ἰάσιον, 24-2-1821.)

* * *

Ἡ ἀφιλοκέρδεια τοῦ Νικηταρᾶ

Δημήτριος Kαμπούρογλου

25 Μαρτίου 1927

ν ἀπὸ τὰ ὄνειρά μου ἦτο -καὶ συνήθως τὰ ὄνειρα τῆς ἡμέρας δὲν ἐπαληθεύουν- νὰ γράψω διὰ τοὺς ἐλληνοτουρκικοὺς πολέμους τοῦ Ἀγῶνος, ἐν συγκρίσει καὶ ἐκ παραλλήλου πρὸς τοὺς ἑλληνοπερσικοὺς τῆς ἀρχαιότητος, μετὰ προσφυγῆς ἐνίοτε, πρὸς πλήρη παραλληλισμόν, καὶ εἰς τὰ Ὁμηρικὰ ἔπη.

Πρέπει νὰ ὁμολογήσω ἐν τούτοις, ὅτι τὴν σκέψιν ταύτην ὀφείλω εἰς τὸν Νικηταρᾶν, ὅστις βλέπων τοὺς Τούρκους φεύγοντας πανικόβλητους εἰς τὴν μάχην τῶν Δολιανῶν, ἐφώναζεν εἰς αὐτούς: «Σταθῆτε Πέρσαι νὰ πολεμήσωμε!» -Περσιάνους μάλιστα τοὺς ἀπεκάλει. [...]

Ἡ βοὴ καὶ ὁ ἀλαλαγμὸς τῶν Δερβενακιῶν πολὺ ὡμοίαζε πρὸς τὴν θρυλικὴν βοήν, τὴν ὁποίαν ἀκόμη καὶ τώρα τὰ μεσάνυκτα τὴν ἀκούουν οἱ βοσκοὶ ποὺ διανυκτερεύουν εἰς τὶς πλαγὲς τῶν βουνῶν, τὰ ὁποῖα στεφανώνουν τὸν Μαραθῶνα, καὶ εἰς τὰ ἐρείπια τοῦ Βρανᾶ. [...]

(«Τὸ Εἰκοσιένα», πανηγυρικοὶ λόγοι ἀκαδημαϊκῶν, ἐκδ. Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, Ἵδρυμα Κώστα καὶ Ἑλένης Οὐράνη, Ἀθῆναι 1977· ἀναδημοσίευσις: Μυριόβιβλος.)

* * *

Πότε ἀκριβῶς ἔτρεξε ὁ Φειδιππίδης;

(Σημ.: Ἡ ἡμερομηνία τῆς 13ης Αὐγούστου εἶχε προταθεῖ καὶ παλαιότερα ὡς ἡ πιθανότερη, γιὰ τοὺς ἴδιους ἢ ἄλλους λόγους, ἀπὸ ἄλλους ἐρευνητές. Βλ. π.χ. στὴν «Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους» τῆς Ἐκδοτικῆς Ἀθηνῶν.)

Οι επιστήμονες επικέντρωσαν τις γνώσεις τους σχετικά με τη χρονολόγηση ιστορικών γεγονότων και υπολόγισαν ότι η μάχη του Μαραθώνα - το ορόσημο αυτό για όλη την Ευρώπη - έγινε την ίδια ακριβώς ημερομηνία που άρχισαν και οι 28οι Ολυμπιακοί Αγώνες στην Αθήνα...

Χ. Βάρβογλης

Σύμφωνα με την παράδοση, το χαρμόσυνο μήνυμα της νίκης των Αθηναίων στον Μαραθώνα έφερε το απόγευμα στην Αθήνα ένας ανώνυμος οπλίτης, που αμέσως μετά την κραυγή «νικήσαμε» έπεσε νεκρός από την εξάντληση. Προς ανάμνηση αυτού του γεγονότος στους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας το 1896 καθιερώθηκε ένας δρόμος αντοχής μήκους όση είναι η απόσταση Μαραθώνα - Αθήνας. Μια εντελώς πρόσφατη έρευνα ομάδας καθηγητών του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Τέξας, με επικεφαλής τον καθηγητή Ντον Ολσον, υποδεικνύει ότι η επέτειος αυτής της μάχης συμπίπτει με την έναρξη των εφετινών Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.

H χρονολόγηση γεγονότων που έχουν συμβεί κατά την αρχαιότητα είναι ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα, και απαιτεί συνδυασμό πληροφοριών και γνώσεων από διαφορετικές πηγές. Κλασικό παράδειγμα αποτελεί ο καθορισμός της χρονολογίας της μάχης του Μαραθώνα. Ο πατέρας της Ιστορίας Ηρόδοτος αναφέρει ότι μόλις οι Αθηναίοι πληροφορήθηκαν την απόβαση του περσικού στρατού στην παραλία του Μαραθώνα έστειλαν τον δρομέα Φειδιππίδη στη Σπάρτη με την εντολή να ζητήσει τη βοήθεια των Λακεδαιμονίων. Ο Φειδιππίδης κάλυψε την απόσταση των 240 χιλιομέτρων που χωρίζει τις δύο πόλεις σε μόλις δύο ημέρες και βρήκε τους Λακεδαιμόνιους πρόθυμους να βοηθήσουν. Του είπαν όμως ότι εκείνη την ημέρα η Σελήνη ήταν μόλις 8 ημερών και για θρησκευτικούς λόγους το εκστρατευτικό στρώμα δεν μπορούσε να ξεκινήσει από τη Σπάρτη πριν από την πανσέληνο, δηλαδή ύστερα από έξι μέρες. Πραγματικά, το εκστρατευτικό σώμα αναχώρησε την επομένη της πανσελήνου. Οι πάνοπλοι Σπαρτιάτες περπατώντας τουλάχιστον 14 ώρες την ημέρα κάλυψαν την απόσταση έως την Αθήνα σε μόλις τρεις ημέρες, έφθασαν όμως την επομένη της μεγάλης μάχης. Αυτά τα στοιχεία που δίνει ο Ηρόδοτος αποτέλεσαν το κλειδί για τη χρονολόγηση της μάχης του Μαραθώνα, αφού η απαγόρευση της έναρξης νέας εκστρατείας ίσχυε μόνο κατά τον μήνα Κάρνειο του σπαρτιατικού ημερολογίου.

Στην αρχαία Ελλάδα το ημερολόγιο που ακολουθούσαν οι διάφορες πόλεις-κράτη ήταν σεληνο-ηλιακό. Οι μήνες άρχιζαν κατά τη νουμηνία, δηλαδή την ημέρα της νέας Σελήνης, δύο εβδομάδες πριν από την πανσέληνο, και διαρκούσαν εναλλάξ 29 ή 30 ημέρες. Επομένως, αφού η φάση της Σελήνης είναι η ίδια για όλη τη Γη, όλοι οι Ελληνες είχαν πρωτομηνιά την ίδια ημέρα. H αρχή όμως του έτους ήταν συνδεδεμένη με τον Ηλιο και τις εποχές του έτους, και δεν ήταν η ίδια για όλες τις πόλεις-κράτη. H Αθήνα είχε πρωτοχρονιά κατά την πρώτη νουμηνία μετά το θερινό ηλιοστάσιο, ενώ η Σπάρτη είχε πρωτοχρονιά κατά την πρώτη νουμηνία μετά τη φθινοπωρινή ισημερία. Επειδή μεταξύ της φθινοπωρινής ισημερίας και του θερινού ηλιοστασίου μεσολαβούν εννέα μήνες, ήταν εύκολο στους αρχαιολόγους να βρουν την αντιστοιχία μεταξύ των μηνών του αθηναϊκού ημερολογίου, το οποίο αποτελεί τη βάση χρονολόγησης για την κλασική περίοδο της αρχαιότητας, και εκείνων του σπαρτιατικού. Ο Κάρνειος μήνας των Σπαρτιατών, λοιπόν, βρέθηκε ότι αντιστοιχεί στον Μεταγειτνιώνα μήνα των Αθηναίων και με βάση το γεγονός ότι η πανσέληνος του Μεταγειτνιώνα το 490 π.X. έπεφτε κατά το σύγχρονο ημερολόγιο στις 9 Σεπτεμβρίου, υπολογίστηκε ότι η μάχη θα πρέπει να δόθηκε στις 12 του ίδιου μήνα.

Φαίνεται όμως ότι κατά τους παραπάνω υπολογισμούς έγινε ένα σημαντικό λάθος. Μεταξύ της φθινοπωρινής ισημερίας και του θερινού ηλιοστασίου μεσολαβούν 271,5 ημέρες. Αυτό το χρονικό διάστημα αντιστοιχεί σε 9 ηλιακούς μήνες των 30 και 31 ημερών, όπως αυτοί του σύγχρονου ημερολογίου, αλλά σε 9 και 1/5 σεληνιακούς μήνες των 29 και 30 ημερών του αρχαίου ελληνικού ημερολογίου. Αυτό σημαίνει ότι κατά μέσον όρο σε κάθε τέσσερις χρονιές, κατά τις οποίες στο διάστημα αυτό περιέχονται 9 νουμηνίες, αντιστοιχεί και μία χρονιά κατά την οποία στο διάστημα αυτό περιέχονται 10 νουμηνίες! Κατά σύμπτωση, όπως διαπίστωσαν οι καθηγητές του Πανεπιστημίου του Τέξας, η χρονιά της μάχης του Μαραθώνα ανήκε στη δεύτερη, πιο σπάνια, περίπτωση. Μεταξύ της φθινοπωρινής ισημερίας και του θερινού ηλιοστασίου μεσολάβησαν 10 νουμηνίες.

Ετσι, όταν ξεκίνησε η νέα χρονιά για τους Αθηναίους, είχαν ήδη περάσει δέκα μήνες για τους Σπαρτιάτες και όχι εννέα, όπως συνέβαινε συνήθως. Επομένως το καλοκαίρι του 490 π.X. ο Κάρνειος μήνας των Σπαρτιατών δεν αντιστοιχούσε στον Μεταγειτνιώνα των Αθηναίων αλλά στον προηγούμενο μήνα, τον Εκατομβαιώνα. Για να βρεθεί λοιπόν η ακριβής ημερομηνία της μάχης του Μαραθώνα θα έπρεπε απλώς να υπολογιστεί πότε έπεφτε η πανσέληνος, στο μέσον του ενδέκατου μήνα του σπαρτιατικού ημερολογίου. Ενας στοιχειώδης υπολογισμός δείχνει ότι αυτή η πανσέληνος έπεφτε στις 10 Αυγούστου του 490 π.X., οπότε και η μάχη του Μαραθώνα, που έγινε κατά τον Ηρόδοτο τρεις ημέρες μετά την πανσέληνο, θα πρέπει να συνέβη στις 13 Αυγούστου. Σύμφωνα λοιπόν με αυτούς τους υπολογισμούς, η επέτειος του μαραθώνιου δρόμου συμπίπτει με την ημέρα της τελετής έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004! Μια σύμπτωση που έχει την αξία της, εφέτος που οι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες ξαναγύρισαν στην πόλη από την οποία ξεκίνησαν πριν από 108 χρόνια.

Ο Κάρνειος και ο Μεταγειτνιών

Ο Κάρνειος μήνας των Σπαρτιατών πήρε το όνομά του από τον μάντη Κάρνο, ο οποίος σκοτώθηκε πέφτοντας από το άλογό του κατά τις μάχες που ακολούθησαν την εισβολή των Δωριέων στην Πελοπόννησο. Ο θεός της μαντικής Απόλλων θεώρησε τους Λακεδαιμονίους υπεύθυνους για τον θάνατο του Κάρνου και τους τιμώρησε προκαλώντας επιδημία στην πόλη τους. Για να εξευμενίσουν τον Απόλλωνα οι Σπαρτιάτες θεσμοθέτησαν τη γιορτή των Καρνείων κατά τον ομώνυμο μήνα, κατά τη διάρκεια της οποίας δεν επιτρεπόταν να ξεκινήσει εκστρατεία.

Ο Μεταγειτνιών μήνας του αθηναϊκού ημερολογίου είχε πάρει το όνομά του από τη συνήθεια των αρχαίων Αθηναίων να μετακομίζουν κατά το τέλος του καλοκαιριού. Αξίζει να επισημάνουμε ότι τη συνήθεια αυτή είχαν και οι σύγχρονοι Αθηναίοι του 19ου αιώνα. Ο Εκατομβαιών μήνας του αθηναϊκού ημερολογίου πήρε το όνομά του από τα 100 βόδια που θυσιάζονταν κάθε χρόνο προς τιμήν του θεού Απόλλωνα.

«Το Βήμα», 29-8-2004
Κωδικός άρθρου: B14250H031

Σάββατο 24 Ιουλίου 2010

Εἰς τὴν ὁδὸν τῶν Φιλελλήνων - Τὸ ἀθάνατο κείμενο τοῦ καύσωνος!

Ἀνδρέας Ἐμπειρίκος, «Εἰς τὴν ὁδὸν τῶν Φιλελλήνων»



Mιὰ μέρα ποὺ κατέβαινα στὴν ὁδὸν τῶν Φιλελλήνων, μαλάκωνε ἡ ἄσφαλτος κάτω ἀπ᾿ τὰ πόδια καὶ ἀπὸ τὰ δένδρα τῆς πλατείας ἠκούοντο τζιτζίκια, μέσ᾿ στὴν καρδιὰ τῶν Ἀθηνῶν, μέσ᾿ στὴν καρδιὰ τοῦ θέρους.

Παρὰ τὴν ὑψηλὴν θερμοκρασίαν, ἡ κίνησις ἦτο ζωηρά. Aἴφνης μία κηδεία πέρασε. Ὀπίσω της ἀκολουθοῦσαν πέντε-ἕξη αὐτοκίνητα μὲ μελανειμονούσας, καὶ ἐνῶ στὰ αὐτιά μου ἔφθαναν ριπαὶ πνιγμένων θρήνων, γιὰ μιὰ στιγμὴ ἡ κίνησις διεκόπη. Tότε, μερικοί ἀπὸ μᾶς (ἄγνωστοι μεταξύ μας μέσ᾿ στὸ πλῆθος) μὲ ἄγχος κοιταχθήκαμε στὰ μάτια, ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου προσπαθώντας τὴν σκέψι νὰ μαντεύσῃ. Ἔπειτα, διαμιᾶς, ὡς μία ἐπέλασις πυκνῶν κυμάτων, ἡ κίνησις ἐξηκολούθησε.

Ἦτο Ἰούλιος. Eἰς τὴν ὁδὸν διήρχοντο τὰ λεωφορεῖα, κατάμεστα ἀπὸ ἰδρωμένον κόσμο -ἀπὸ ἄνδρας λογῆς-λογῆς, κούρους λιγνοὺς καὶ ἄρρενας βαρεῖς, μυστακοφόρους, ἀπὸ οἰκοκυρὰς χονδράς, ἢ σκελετώδεις, καὶ ἀπὸ πολλὰς νεάνιδας καὶ μαθητρίας, εἰς τῶν ὁποίων τοὺς σφικτοὺς γλουτοὺς καὶ τὰ σφύζοντα στήθη, πολλοὶ ἐκ τῶν συνωθουμένων, ὡς ἦτο φυσικόν, ἐπάσχιζαν (ὅλοι φλεγόμενοι, ὅλοι στητοί ὡς Ἡρακλεῖς ροπαλοφόροι) νὰ κάμουν μὲ στόματα ἀνοικτὰ καὶ μάτια ὀνειροπόλα, τὰς συνήθεις εἰς παρομοίους χώρους ἐπαφάς, τὰς τόσον βαρυσημάντους καὶ τελετουργικάς, ἄπαντες προσποιούμενοι ὅτι τυχαίως, ὡς ἐκ τοῦ συνωστισμοῦ, ἐγίνοντο ἐπὶ τῶν σφαιρικῶν θελγήτρων τῶν δεκτικῶν μαθητριῶν καὶ κορασίδων αὐταὶ αἱ σκόπιμοι καὶ ἐκστατικαὶ μέσα εἰς τὰ ὀχήματα ἐπαφαί -ψαύσεις, συνθλίψεις καὶ προστρίψεις.

Nαί, ἦτο Ἰούλιος· καὶ ὄχι μόνον ἡ ὀδὸς τῶν Φιλελλήνων, μὰ καὶ ἡ Nτάπια τοῦ Mεσολογγιοῦ καὶ ὁ Mαραθὼν καὶ οἱ Φαλλοὶ τῆς Δήλου ἐπάλλοντο σφύζοντες στὸ φῶς, ὅπως στοῦ Mεξικοῦ τὰς αὐχμηρὰς ἐκτάσεις πάλλονται εὐθυτενεῖς οἱ κάκτοι τῆς ἐρήμου, στὴν μυστηριακὴ σιγὴ ποὺ περιβάλλει τὰς πυραμίδας τῶν Ἀζτέκων.

Tὸ θερμόμετρον ἀνήρχετο συνεχῶς. Δὲν ἦτο θάλπος, ἀλλὰ ζέστη -ἡ ζέστη ποὺ τὴν γεννᾷ τὸ κάθετο λιοπύρι. Kαὶ ὅμως, παρὰ τὸν καύσωνα καὶ τὴν γοργὴν ἀναπνοὴν τῶν πνευστιώντων, παρὰ τὴν διέλευσιν τῆς νεκρικῆς πομπῆς πρὸ ὁλίγου, κανεὶς διαβάτης δὲν ἠσθάνετο βαρύς, οὔτε ἐγώ, παρ᾿ ὅλον ὅτι ἐφλέγετο ὁ δρόμος. Kάτι σὰν τέττιξ ζωηρὸς μέσ᾿ στὴν ψυχή μου, μὲ ἠνάγκαζε νὰ προχωρῶ, μὲ βῆμα ἐλαφρὸν ὑψίσυχνον. Tὰ πάντα ἦσαν τριγύρω μου ἐναργῆ, ἁπτᾶ καὶ διὰ τῆς ὁράσεως ἀκόμη, καὶ ὅμως, συγχρόνως, σχεδὸν ἐξαϋλοῦντο μέσα στὸν καύσωνα τὰ πάντα -οἱ ἄνθρωποι καὶ τὰ κτίσματα- τόσον πολύ, ποὺ καὶ ἡ λύπη ἀκόμη ἐνίων τεθλιμμένων, λὲς καὶ ἐξητμίζετο σχεδὸν ὁλοσχερῶς, ὑπὸ τὸ ἴσον φῶς.

Tότε εγώ, μὲ ἰσχυρὸν παλμὸν καρδίας, σταμάτησα γιὰ μιὰ στιγμή, ἀκίνητος μέσα στὸ πλῆθος, ὡς ἄνθρωπος ποὺ δέχεται ἀποκάλυψιν ἀκαριαίαν, ἢ ὡς κάποιος ποὺ βλέπει νὰ γίνεται μπροστά του ἕνα θαῦμα καὶ ἀνέκραξα κάθιδρως:

«Θεέ! Ὁ καύσων αὐτὸς χρειάζεται γιὰ νὰ ὑπάρξῃ τέτοιο φῶς! Tὸ φῶς αὐτὸ χρειάζεται, μιὰ μέρα γιὰ νὰ γίνῃ μιὰ δόξα κοινή, μιὰ δόξα πανανθρώπινη, ἡ δόξα τῶν Ἑλλήνων, ποὺ πρῶτοι, θαρρῶ, αὐτοί, στὸν κόσμον ἐδὼ κάτω, ἔκαμαν οἶστρο τῆς ζωῆς τὸν φόβο τοῦ θανάτου.»

(Ἀνδρέας Ἐμπειρίκος, «Εἰς τὴν ὁδὸν τῶν Φιλελλήνων», ἀπὸ τὴν «Ὀκτάνα», ἐκδ. Ἴκαρος, 1980)

* * *

Ἀσπιδοφόρος ὁ ἥλιος ἀνέβαινε πολεμώντας... (Γ. Σεφέρης)

+ Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Τὰ τζιτζίκια».
+ Περικλῆς Γιαννόπουλος: «μὲ πάγχρυσα πυρακτωμένα βέλη...».
+ Ἄγγελος Σικελιανός: «Ὅλα εἶναι ὡραῖα, ὅλα ἁβρὰ καὶ αἰσθαντικά».
+ Ἠλίας Μπαζίνας: «Ποτὲ σκουλῆκι τῆς λάσπης», «Ὁ ναὸς τῆς Φύσης».

Σάββατο 17 Ιουλίου 2010

Εἰς τὰ 1836 στὴν Ἀκρόπολι...

Γεώργιος Τερτσέτης ἐξιστορεῖ τὴν ἐπίσκεψί του στὴν Ἀκρόπολι τῶν Ἀθηνῶν, τὸ 1836, μαζὶ μὲ τὸν Ἀνδρέα Ζαΐμη, τὸν Γεώργιο Κουντουριώτη, τὸν Χατζὴ Μέξη καὶ τὸν Ἀντώνιο Κριεζῆ:

34 [...] Εἰς τὰ 1836 ἤμουν εἰς τὰς Ἀθήνας, ὁ μακαρίτης Ἀνδρέας Ζαΐμης μὲ εἶχε πάρει εἰς συμπάθειαν, καἰ ἐσύχναζα τὴν ἐσπερινή του συναναστροφή. Μίαν ἡμέρα ὁ Ζαΐμης, ὁ Γεώργιος Κουντουριώτης, ὁ γέρο Χατζὴ Μέξης καὶ ὁ Ἀντώνιος Κριεζῆς ἐσυμφώνησαν νὰ ἀνέβουν εἰς τὴν Ἀκρόπολη, νὰ ἰδοῦν τὴν Ἀκρόπολη καὶ τὰ ἀρχαῖα της. Ἦλθε ἡ ὥρα νὰ κινήσουν, πέμπτος ἄνισος πολὺ συνοδοιπόρος μὲ τέτοια θαυμαστὴ τετρανδρία ἔτυχα καὶ ἐγώ. Ἀνεβήκαμε τὴν Ἀκρόπολη, ἐπεράσαμε τὰ Προπύλαια, -νὰ σᾶς εἰπῶ τὶ ἔκαμε ὁ καθένας τῆς συνοδείας, ἀφοῦ περάσαμε ὁλίγο τὰ Προπύλαια. Ὁ Χατζὴ Μέξης ἐρώτησε ἕναν ἀπόμαχο ποῦ ἐσκοτώθη ὁ Γκούρας, προπορεύθη ὁ ἀπόμαχος, καὶ ἀνέβαινε ὁ γέρος τοὺς σωροὺς τῶν λιθαριῶν νὰ φθάσει εἰς τὸν τόπο τοῦ φόνου τοῦ ἀνδρείου πολεμιστοῦ. Ὁ Γεώργιος Κουντουριώτης ἄκουε, ἀλλὰ μὲ δυσαρέσκειάν του, ὡς μοῦ ἐφάνη, ἕναν ποὺ τοῦ ἐκατηγοροῦσε τὸν μακαρίτην Κυβερνήτη ὡς εχθρὸν τῶν ἀρχαιοτήτων. Ὁ Κριεζῆς ἀνέβη εἰς τὸ ὑψηλότερο μέρος τῆς Ἀκροπόλεως, καὶ ἀγνάντευε τὸ στοιχεῖον, ποὺ τόσο τὸν ἐτίμησε· οἱ ὀφθαλμοί του ἐβουτοῦσαν εἰς τὰ νερὰ τῶν Σπετσῶν, εἰς τὴν Νικαριά, εἰς τὴν Κῶ. Ὁ Ἀνδρέας Ζαΐμης ἐπῆρε ἴσια τὸν δρόμο τοῦ Παρθενῶνος, ἤμουν πλευρά του. Μισὸ ἀχνάρι τὸν προσπέρναα, ὅταν καλοσιμώσαμε, στρέφομαι νὰ τοῦ εἰπῶ... Τί εἶδα; Τὸ πρόσωπό του ἀκτινοβολοῦσε ἀπὸ ὡραιότητα καὶ νεότητα, ἐπειδὴ ὁ ἐνθουσιασμὸς τῆς τέχνης ἀναγεννάει τὸν ἄνθρωπο, τρεμάμενα ἦτον τὰ χείλη του, φῶς ὁ ὀφθαλμός του· θαυμάζοντας τὸν ἄνδρα δὲν τοῦ ὁμίλησα, ἀφίνοντάς τον εἰς τὴν σιγὴ τῆς μελέτης του.

35. Ἐπιστρέψαμε εἰς τὴν πόλιν, ἀπέρασαν ἡμέρες, καὶ μίαν νύχτα εἴχαμε μείνει οἱ δύο, τὸν ἐρώτησα. - Κυρ Ἀνδρέα πῶς σοῦ ἐφάνη ἡ Ἀκρόπολις, σὰν καὶ μοῦ ἐφάνη πὼς σοῦ ἄρεσε πολύ. - Δὲν πρόβλεπα ποτέ, μοῦ λέγει, πὼς θὰ μοῦ ὑπεράρεσε τόσο! Λησμόνησα τὸν ἑαυτό μου, πατώντας ἐκεῖνα τὰ χώματα. Εἶδα τὸν Παρθενῶνα, τὰ μάρμαρά του καταγῆς, τὸν ἔστησα ὡς ἦτον εἰς τὲς λαμπρές του ἡμέρες, ζωντάνευσαν τὰ ἀγάλματα, κινοῦνταν οἱ ζωγραφιές, ὁμιλοῦσαν οἱ ἄνθρωποι, ἔφεγγε τὸ πρόσωπο τῆς Ἀθηνᾶς καταμεσῆς τοῦ ναοῦ εἰς τὴν ἐντέλειαν τῆς τέχνης καὶ τοῦ κάλλους, ἐνθυμήθηκα καὶ τὸν θρόνο τοῦ Ξέρξου καὶ τὸ σπαθὶ τοῦ Μαρδονίου, αἰχμάλωτα εἰς τὸν ἄλλον ναὸν τοῦ Ἐρεχθέως· ἐνθυμήθηκα τὰ Παναθήναια εἰς τὴν λάμψη τοῦ καλοκαιριοῦ, καὶ εἶδα τὴν Ἀκρόπολη μεστὴ ἀπὸ κόσμο ἀρχαῖο, ἔψαλλαν οἱ ἱερεῖς, ἔτριζαν τὰ ἀμάξια, καί, μά τὴν ἀλήθεια, ὁ νοῦς μου ἔγινε μία Παναθηναϊκὴ ἑορτή· ἂν ἄνθρωπος ἐγεύθη ποτὲ ἡδονὴ ἄδολη ἀπὸ λύπη, τὴν ἐδοκίμασα καὶ ἐγὼ τότε. [...] Ἀπὸ τὲς ἡμέρες τοῦ Φιλοποίμενος, τοῦ ὑστερινοῦ τῶν φημιστῶν Ἑλλήνων, πολλὰ ἦλθαν βάρβαρα ἔθνη, ξένοι δυνάσται εἰς τὴν γῆν την πατρώαν, ἀλλ᾿ ἀμφιβάλλω, ἂν ἕνας τους ποτὲ αἰσθάνθη τόσο τὸ θαῦμα τῆς Ἀκροπόλεως, ὣς ὁ μακαρίτης Ἀνδρέας Ζαΐμης.

(Τερτσέτη Ἅπαντα, 3, ἐπιμέλεια Γ. Βαλέτα, ἐκδ. Πηγῆς, Ἀθήνα 1953, σ. 248-249.)

Γεώργιος Τερτσέτης

Λογοτέχνης, ἱστορικὸς καὶ νομικός. Γεννήθηκε στὴ Ζάκυνθο τὸ 1800. Σπούδασε νομικά στὴν Ἰταλία στὰ πανεπιστήμια τῆς Μπολόνιας καὶ τῆς Πάντοβας. Μετὰ τὴν ἐπιστροφή του στὴν Ἑλλάδα μυήθηκε στὴ Φιλικὴ Ἐταιρεία καὶ ἔλαβε μέρος στὸν Ἀγῶνα. Ἐπὶ Καποδίστρια διορίζεται διδάσκαλος τῆς Γενικῆς καθὼς καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας στὸ Κεντρικὸν Πολεμικὸν Σχολεῖον τοῦ Ναυπλίου. Ἐπὶ Ὄθωνα ὑπηρετεῖ ὡς δικαστὴς στὴν Τρίπολη καὶ στὸ Ναύπλιο, ὅπου παίζει καθοριστικὸ ρόλο στὴ δίκη τοῦ Θεόδωρου Κολοκοτρώνη ἀρνούμενος νὰ προσυπογράψει, μαζὶ μὲ τὸν Πολυζωίδη, τὴν καταδίκη τοῦ ἀγωνιστῆ σὲ θάνατο. Τὸ 1844 διορίζεται ἀρχειοφύλακας καὶ βιβλιοφύλακας τοῦ ἀναγνωστηρίου τῆς Βουλῆς, θέση στὴν ὁποία παραμένει ὣς τὸ θάνατό του τὸ 1874. Ἔγραψε ποιήματα μὲ θέματα ἐμπνευσμένα ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση, ἐνῶ περίφημοι θεωροῦνται οἱ ἱστορικοὶ λόγοι ποὺ ἐκφωνοῦσε στὸ ἀναγνωστήριο τῆς Βουλῆς στὶς ἐθνικὲς ἐπετείους τῆς 25ης Μαρτίου. Πολὺ σημαντικὴ γιὰ τὴν ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης ὑπῆρξε ἡ πιστὴ καταγραφὴ ἀπὸ τὸν Τερτσέτη τῶν ἀπομνημονευμάτων ὁρισμένων αγωνιστῶν, ἀνάμεσά τους ἐκείνων τοῦ Κολοκοτρώνη καὶ τοῦ Νικηταρᾶ.

(Ἀπὸ τὸ «...Ἔγραψαν γιὰ τὴν Ἀκρόπολη (1850-1950)», Ἕνωση Φίλων τῆς Ἀκροπόλεως, β' ἔκδ. 2009 (α' ἔκδ. 2002), ISBN 978-960-86536-3-4.)

Σχετικὰ ἄρθρα ἀπὸ τὴν ἑνότητα Ἀρχαιολογία:
+ «Πουθενὰ ἀλλοῦ, ὅσο στὸ Λονδῖνο, δὲν ἔνιωσα τόσο ἔντονα αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν προσβλητικὴ γελοιοποίηση.»
+ Ἐπίσκεψις στὸ Μουσεῖον Ἀκροπόλεως
+ γαυριάσματα...
+ Καλὴ ἐπιτυχία!
+ No marbles, no flame?
+ Ξενάγηση στὸ Νέο Μουσεῖο Ἀκροπόλεως (βίντεο) - Ἀναθερμαίνεται τὸ αἴτημα τοῦ ἐπαναπατρισμοῦ τῶν κλοπιμαίων τοῦ Ἔλγιν
+ Τὸ Νέον Μουσεῖον Ἀκροπόλεως καὶ ἡ ἄλλη ἄποψις γιὰ τὰ κτήρια τῆς Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου
+ Oἱ κόρες τῶν Ἀθηνῶν ταξιδεύουν
+ Ἡ ἀποκατάστασις τοῦ Παρθενῶνος καὶ ἡ ξανθιὰ ἀρχ**ολόγος

«Πουθενὰ ἀλλοῦ, ὅσο στὸ Λονδῖνο, δὲν ἔνιωσα τόσο ἔντονα αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν προσβλητικὴ γελοιοποίηση.»

«[...] Ἡ δυσκολία νὰ δῶ καλὰ ὅ,τι ἀπομένει ἀπὸ τὰ γλυπτὰ τῆς ζωφόρου μοῦ φέρνει στὸ νοῦ τὴ βαθύτατη ἀπογοήτευση ποὺ ἔνιωσα στὸ Λονδῖνο. Μὲ πόση λαχτάρα εἶχα μπεῖ στὶς αἴθουσες τοῦ Βρετανικοῦ Μουσείου γιὰ νὰ θαυμάσω τὰ κλοπιμαῖα τοῦ Ἔλγιν! Καὶ βρέθηκα σ᾿ ἕνα χῶρο ποὺ ἔμοιαζε μὲ λαϊκὴ ἀγορὰ ἢ μὲ τελωνεῖο, βαμμένο μ᾿ ἕνα ἀπαίσιο κόκκινο χρῶμα, ἕνα ψυγεῖο γιὰ ἀριστουργήματα, σκοτεινό, στενόχωρο, ἀπελπιστικό. Τὰ πιὸ εὐγενικὰ μάρμαρα ἔδιναν τὴν ἐντύπωση σκονισμένων ἐκμαγείων. Τὰ πρωτότυπα δὲν ξεχώριζαν ἀπὸ τὰ ἀντίγραφα. Εἶχαν χάσει ἀκόμη καὶ τὴν ἰδιαιτερότητα τῆς φθορᾶς τοῦ ὑλικοῦ τους. Περιεργαζόμουν ἕνα-ἕνα αὐτὰ τὰ θαυμάσια ἔργα, προσπαθώντας νὰ τὰ ἀπομονώσω ἀπὸ τὸ περιβάλλον. Ὅμως ἄδικα! Δὲν μὲ συγκινοῦσαν. Δὲν ἀναγνώριζα αὐτὰ ποὺ πολλὲς εἰκόνες μὲ εἶχαν ὡστόσο προειδοποιήσει ὅτι θὰ δῶ. Τὰ ἀνάγλυφα μοῦ φαίνονταν πλαστά, ἡ πομπὴ τῶν καβαλάρηδων πάνω σ᾿ αὐτοὺς τοὺς βρόμικους τοίχους μ᾿ ἐνοχλοῦσε. Νόμιζα πὼς βρισκόμουν σ᾿ ἕνα μαρμαράδικο, σὲ μιὰ ἀποθήκη μὲ ἀντικείμενα ἀπὸ κατασχέσεις, ὅπου ἀκρωτηριασμένα φαντάσματα, αἰχμάλωτα, νοσταλγοῦσαν τὸν οὐρανὸ τῆς πατρίδας τους. Ἀλήθεια, γιὰ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτό, τὸ ἀξιοθρήνητο, ἕνας φιλόδοξος καὶ ἄπληστος Ἐγγλέζος εἶχε κοπιάσει τόσο καὶ εἶχε ταυτίσει τὴ μνήμη του μ᾿ αὐτὴν τοῦ ἅρπαγα ληστῆ, κερδίζοντας τὴν περιφρόνηση τῶν καλλιτεχνῶν; Κάθε ἀριστούργημα ποὺ τὸ ἔχουν ἁρπάξει ἀπὸ τὸν τόπο ποὺ δημιουργήθηκε εἶναι κατὰ κάποιο τρόπο σὲ ἐξορία. Πουθενὰ ἀλλοῦ, ὅμως, ὅσο στὸ Λονδῖνο, δὲν ἔνιωσα τόσο ἔντονα αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν προσβλητικὴ γελοιοποίηση.»

(Camille Mauclair, «La lumière de l᾿ Attique», Le Pur Visage de la Grèce, Editions Bernard Grasset, Paris 1934, σ. 32-40· μετάφραση: Βίτω Ἀγγελοπούλου)

Camille Mauclair

Γάλλος συγγραφέας καὶ κριτικός. Γεννήθηκε τὸ 1872. Πνεῦμα ἀνήσυχο καὶ καλλιεργημένο, δέχτηκε τὴν επίδραση τοῦ Mallarmé, του Barrès, τοῦ Maeterlinck. Ἔγραψε πολλὰ ποιήματα, μυθιστορήματα, κριτικὲς καὶ κυρίως ἔργα γιὰ τὴν ἱστορία τῆς τέχνης. Τὸ 1893 ἵδρυσε μαζὶ μὲ τὸν Lugne-Poe τὸ θέατρο «OEuvre». Κυριότερα ἔργα του: Stephanne Mallarmé (1894), L᾿ Art en silence (1900), La Religion de la musique (1909), Princes de l᾿ ésprit (1920), Visions de Rome (1937), La Hollande (1940). Tὸ ἔργο του Le Pur Visage de la Grèce εἶναι ἀφιερωμένο στοὺς φίλους του Mario Mennier, Κώστα Δημητριάδη, Ἀχιλλέα Κύρου. Πέθανε τὸ 1945. Ἐπισκέφθηκε τὴν Ἑλλάδα τὸ 1938.

(Ἀπὸ τὸ «...Ἔγραψαν γιὰ τὴν Ἀκρόπολη (1850-1950)», Ἕνωση Φίλων τῆς Ἀκροπόλεως, β' ἔκδ. 2009 (α' ἔκδ. 2002), ISBN 978-960-86536-3-4.)

Σχετικὰ ἄρθρα ἀπὸ τὴν ἑνότητα Ἀρχαιολογία:
+ Ἐπίσκεψις στὸ Μουσεῖον Ἀκροπόλεως
+ γαυριάσματα...
+ Καλὴ ἐπιτυχία!
+ No marbles, no flame?
+ Ξενάγηση στὸ Νέο Μουσεῖο Ἀκροπόλεως (βίντεο) - Ἀναθερμαίνεται τὸ αἴτημα τοῦ ἐπαναπατρισμοῦ τῶν κλοπιμαίων τοῦ Ἔλγιν
+ Τὸ Νέον Μουσεῖον Ἀκροπόλεως καὶ ἡ ἄλλη ἄποψις γιὰ τὰ κτήρια τῆς Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου
+ Oἱ κόρες τῶν Ἀθηνῶν ταξιδεύουν
+ Ἡ ἀποκατάστασις τοῦ Παρθενῶνος καὶ ἡ ξανθιὰ ἀρχ**ολόγος

Τὸ δόρυ καὶ ἡ σκέψις

«Γιὰ τὸν κόσμο ἡ Ἑλλάδα εἶναι πάντα ἡ σκεπτόμενη Ἀθηνᾶ ποὺ ἀκουμπάει στὸ δόρυ της. Καὶ ποτὲ πρὶν ἀπὸ αὐτὴν ἡ τέχνη δὲν εἶχε συνενώσει τὸ δόρυ μὲ τὴν σκέψη. Ἡ Ἀκρόπολις εἶναι τὸ μόνο μέρος τοῦ κόσμου ποὺ κατοικεῖται ταυτόχρονα ἀπὸ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ θάρρος.»

(André Malraux, «Ἀφιέρωμα στὴν Ἑλλάδα». Ἐξ ὀνόματος τῆς γαλλικῆς κυβερνήσεως, γιὰ τὴν πρώτη φωταγώγησι τῆς Ἀκροπόλεως, Ἀθῆναι, 28 Μαΐου 1959.)

Ἀθηνᾶ σκεπτόμενη, 470-450 π.Χ. Ἡ θεά, στηριζόμενη στὸ δόρυ της, κοιτάζει συλλογισμένη μιὰ ἐπιτύμβια στήλη. Μουσεῖον Ἀκροπόλεως.

Ἑλληνικὴ γλυπτική:
+ Αὐτοστεφανούμενος
+ Ἡ κόρη μὲ τὰ ἀμυγδαλωτὰ μάτια

Δευτέρα 21 Ιουνίου 2010

Εἰς Ἥλιον

Τὰ τζιτζίκια



Ἡ Παναγιὰ τὸ πέλαγο
κρατοῦσε στὴν ποδιά της
Τὴ Σίκινο τὴν Ἀμοργὸ
καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ παιδιά της

Ἀπὸ τὴν ἄκρη τοῦ καιροῦ
καὶ πίσω ἀπ᾿ τοὺς χειμῶνες
Ἄκουγα σφύριζε ἡ μπουροῦ
κι ἔβγαιναν οἱ Γοργόνες

Κι ἐγὼ μέσα στοὺς ἀχινούς
στὶς γοῦβες στ᾿ ἀρμυρίκια
Σὰν τοὺς παλιοὺς θαλασσινούς
ρωτοῦσα τὰ τζιτζίκια:

- Ἔ σεῖς τζιτζίκια μου ἄγγελοι
γειά σας κι ἡ ὥρα ἡ καλή
Ὁ βασιλιὰς ὁ Ἥλιος ζεῖ;
κι ὅλ᾿ ἀποκρίνονται μαζί:

- Ζεῖ ζεῖ ζεῖ ζεῖ ζεῖ ζεῖ ζεῖ ζεῖ!

(Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Τὰ Ρὼ τοῦ ἔρωτα»)

Σάββατο 29 Μαΐου 2010

Ἕνα δάκρυ στὶς ρίζες τοῦ δένδρου τῆς μνήμης

Ὁ νοῦς μου καὶ ὁ λογισμὸς συγχίζεται νὰ γράψῃ,
νὰ στιχοπλέξῃ ἀστοχεῖ τὴν ἅλωσι τῆς Πόλης.
Ἐσεῖς, βουνά, θρηνήσετε καὶ πέτρες ραγισθεῖτε
καὶ ποταμοὶ φυράνετε καὶ βρύσες ξερανθεῖτε
διότι ἐχάθη τὸ κλειδὶ ὅλης τῆς οἰκουμένης
τὸ μάτι τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Χριστιανοσύνης.
(Δημοτικόν)

Κωνσταντῖνος ΙΑ' Παλαιολόγος, Πιστὸς Χριστῷ τῷ Θεῷ Βασιλεὺς καὶ Αὐτοκράτωρ Ῥωμαίων, κατὰ τὸν ἐπίσημο τίτλο τῶν βασιλέων τῆς Ρωμανίας, καί, στὴν Ψυχὴ τοῦ Γένους μας, Μαρμαρωμένος Βασιληᾶς.
(Ὁ ἀνδριάντας στὴν Μητρόπολι τῶν Ἀθηνῶν. Τὸ κόκκινο χρῶμα στὸν χιτώνα τοῦ βασιλέως εἶναι ἀποτέλεσμα βανδαλισμοῦ· ἔχει καθαρισθεῖ τώρα· ἀλλὰ μοῦ ἀρέσει ἐδῶ· κατακόκκινο, ποτάμι θὰ κυλήσῃ καὶ τὸ αἷμα τῶν ἀσεβῶν ἀπὸ τὸ ξίφος τῆς Νεμέσεως.)

Φίλοι μου, ἐὰν θέλουμε νὰ λεγόμεθα Ἕλληνες, ἂς ἀφήσουμε σήμερα ἕνα δάκρυ μνήμης καὶ τιμῆς νὰ κυλήσῃ γιὰ ἐκεῖνον, ποὺ μόνος ἀπέναντι στὴν Μοῖρα, ἐκεῖ, στὶς πολεμίστρες τῆς πύλης τοῦ Ἁγίου Ρωμανοῦ, συμπύκνωσε σὲ ἕνα σημεῖο καὶ σὲ μιὰ στιγμή, μαρμαρωμένο μὲ σκληρότητα καὶ καθαρότητα διαμαντιοῦ, ὁλόκληρο τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον τοῦ Γένους μας.

Ἐκεῖ. Τὸ ἦθος τῆς θυσίας ποὺ ἐτίμησε καὶ ἐδικαίωσε τὴν χιλιόχρονη αὐτοκρατορία· ἀνέστησε τοὺς Λεωνίδες. Τὸ ἦθος τῆς θυσίας ποὺ ἔθρεψε τὸ Γένος καὶ μεγάλωσε τοὺς Κολοκοτρώνηδες. Ἐκεῖ, μαρμαρωμένη καὶ ἡ ψυχή μας, δίπλα στὸν βασιλέα μας, στὶς πολεμίστρες τῆς πύλης τοῦ Ἁγίου Ρωμανοῦ. Μέχρι τὸ τέλος τοῦ χρόνου.

* * *

Ἀπὸ τὸ ἱστολόγιό μου:
+ Μεσημέρι ἀπὸ νύχτα...
Tὸ ὅραμα τῆς μεγάλης θυσίας καὶ τῆς Ἱστορίας τοῦ Γένους μας.
«... Τὰ γράμματα τῶν σελίδων τοῦ βιβλίου ξεθωριάζουν· καὶ μέσα ἀπὸ τὴν θαμπάδα τους σχηματίζονται καὶ προβάλλουν οἱ γραμμὲς ἀπὸ τὶς πολεμίστρες τῶν ἀρχαίων τειχῶν τῆς θεοφρούρητης Βασιλεύουσας. Τὰ λάβαρα μὲ τὸν Δικέφαλο ἀνεμίζουν· κι ἐκεῖ ψηλὰ στὰ τείχη, Ἐκεῖνος. Ὁ ἥλιος ἀστράφτει ἐπάνω του, σχεδὸν μὲ τυφλώνει. Τὸ βλέμμα μου χαμηλώνει, κάτω, πέρα ἀπὸ τὰ τείχη· περνᾶ τὴν τάφρο, ἁπλώνεται στὴν πεδιάδα· κι ἐκεῖ χάνεται μὲ τρὸμο στὴν μαύρη ἄβυσσο· στὴν κόλασι, ὡς τὰ πέρατα τῶν ὁριζόντων, ὅπου κοχλάζει το χᾶος, τὰ ἀλαλάζοντα, ἀσεβῆ στίφη τῶν ἀπίστων. ...»

+ ...τίς διηγήσεται τοὺς τότε κλαυθμοὺς καὶ θρήνους; (Ὁ τελευταῖος λόγος τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου) [τὸ ἴδιο, στὸ Ἀντίβαρο]
Ἀπὸ τὸ Διαδίκτυο:
+ Θρῆνοι τῆς Ἀλώσεως (29 Μαΐου 1453) (Ἀπὸ τὶς ἱστοσελίδες τοῦ Νεκτάριου Μαμαλούγκου.)
+ Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος: Ἡ κιβωτὸς τοῦ γένους (Τῆς Λαμπρινῆς Θωμᾶ.) [Ἀντίβαρο]