«Tὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική· τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου. Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου.» (Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἄξιον ἐστί»)

Σελίδες Πατριδογνωσίας - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2009

«Ἡ τέχνη ἦταν γιὰ μένα θρησκευτικὴ πράξη εὐλάβειας καὶ λατρείας πρὸς τὴν Μητέρα Φύση»

Γεννήθηκα τὸ 1887 στὸν Πειραιά· Οἱ γονεῖς μου κατάγονταν ἀπὸ τὴ Χίο.
...

Ἐκεῖ κάτω, εἰς τὰ βράχια τῆς Φρεαττύδας ποὺ καθημερινὰ μᾶς πήγαινε τὴν ἀδελφή μου κι ἐμένα ἡ γιαγιά μας, ἀνάμεσα στὰ τραχιὰ ἐκεῖνα βράχια, ὅπου ἡ αὔρα ἔσειεν ἁπαλὰ τὸ μίσχο τοῦ φυτοῦ ποὺ φύτρωνε στὶς κουφάλες τῶν βράχων, στὸ χῶμα τὸ θεοφόρο, τὸ σπαρμένο ἀπὸ τὰ θραύσματα τῶν ἀγγείων, ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ χαίνοντα πηγάδια ποὺ μοῦ μιλοῦσαν γιὰ τοὺς ἀρχαίους κατοίκους αὐτῆς τῆς γῆς, τῆς γῆς μου, ἐμόρφωνα τὴ συνείδησή της, ἔπλαθα τὴν ἱστορία της...
Κατὰ τὴ διάρκεια ἀκόμη τῶν γυμνασιακῶν μου σπουδῶν, ἔκανα συχνὰ ὁδοιπορίες ἐξερευνώντας τὸ ἀττικὸ τοπίο. Ποιὰ χαρὰ ἐχάριζε στὴν ψυχὴ ἡ θέα τοῦ ἀνασκαλεμένου χώματος τῶν περιβολιῶν ποὺ ἄχνιζε κάτω ἀπὸ τὶς καυτὲς ἀχτίδες τοῦ ἥλιου!... Ὤ, ποιὰ χαρὰ στὴν ἀναπάντεχη θέα ἑνὸς ἄγνωστου γκρεμνοῦ, μιᾶς συστάδας ἀπὸ ἐλιές. Καὶ τὸ διάβα ἀνάμεσα στὸν ἱερὸ ἐλαιώνα. Καὶ οἱ ὑπώρειες τοῦτες τῆς Ἀθήνα, οἱ ὑπώρειες καὶ οἱ βράχοι... Κι οἱ σπηλιὲς τῶν γκρεμνῶν γύρω ἀπ᾿ τῆς Παλλάδας τὸ βράχο, καὶ ὁ τρισεύγενος ναός της... Πέρα, τῶν βουνῶν καὶ τῶν λόφων ἡ μουσικὴ ἀρμονία. Καὶ ὁ ἁγνότατος αἰθέρας, καὶ τὸ λαμπρότατο φῶς, καὶ τῶν ὡρῶν τοῦ δειλινοῦ ἡ ἀνείπωτη ἁρμονία.

[1904] Εἶχα ἤδη κάμει τὴ γνωριμιὰ τοῦ Καμπούρογλου καὶ τοῦ Περικλῆ Γιαννόπουλου. Ὁ πρῶτος ἦταν ὁ Ἀθηναῖος πρεσβύτης ποὺ λὲς κι ἐξεπήδησε ἀπὸ ἀρχαῖο ἀνάγλυφο. Μπροστά του εἶχες τὴν αἴσθηση πὼς ἐκεῖνος εἶναι ὁ γηγενὴς αὐτῆς τῆς χώρας καὶ πάροικοι οἱ ἄλλοι. Ὁ Γιαννόπουλος... Περίμεναν απ᾿ αὐτὸν νά ᾿ναι αὐτὸ ποὺ στὴν ἐποχή του δὲ θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ γίνει. Ἂς μᾶς ἀρκέσει ὅτι ἐνσάρκωνε ὁ ἴδιος τὸ εὐγενέστερο καὶ πλέον ὑπερήφανο εἶδος τοῦ Ἕλληνα.
...

[1906-1908] Ἦταν ὁ Γιαννόπουλος καὶ ὁ Παρθένης ποὺ ἔπεισαν τὸν πατέρα μου νὰ μ᾿ ἀφήσει νὰ πάω νὰ σπουδάσω ζωγραφική. Τέλος, τὸ 1908, ἐπῆγα στὸ Μόναχο. [...] Παρίσι (1909-1912).
...

Ἐδιάβαζα Αἰσχύλο, καὶ τὰ μάτια μου ἐγέμιζαν δάκρυα ἀναπολώντας, ὅπως ἡ ἡρωίδα τοῦ Γκαῖτε, τὴ μακρινὴ γῆ τῶν Ἑλλήνων.
...

[1912] Τὴν ἄλλη μέρα ἔφευγα γιὰ τὴν Ἑλλάδα.
Ὅταν τὸ βαπόρι ἔφτασε στὴν Πάτρα, ἡ κρύα ἀκτινοβόλα ἀσπράδα ἑνὸς μαρμάρου ποὺ κείτονταν ἀπάνω στὸ λασπωμένο χῶμα, μοῦ φάνταξε στὰ μάτια, κι εὐθὺς εἶπα μέσα μου: «πρέπει ν᾿ ἀναθεωρήσω ὅτι ἔμαθα». Τόση ἦταν ἡ κρύα ἀντίθεση τῆς ἀσπράδας του μὲ τὰ τριγύρω.
Στὸν Πειραιά, γυρίζοντας μιὰ μέρα στὸ πατρικὸ τὸ σπίτι, αἰσθανόμουν τὸν ἥλιο νὰ φλογίζει τὴν ἐπιδερμίδα μου, μὰ μπαίνοντας στὴ σκιά, ἡ κρυάδα της μ᾿ ἔκανε νὰ ριγήσω... Ἀναλογίστηκα πὼς οἱ βίαιες τοῦτες ἀντιθέσεις τοῦ κλίματος, ὅπως τὶς ἀντικρύζαμε ἐπὶ αἰῶνες, θά ᾿ταν οἱ αἰτίες ποὺ διέπλασαν τὶς ἀντιθέσεις τοῦ χαρακτήρα τῆς ράτσας μας.
Οἱ ἀρχαῖοι, στοχάστηκα, εἶχαν ὑποτάξει τοῦτες τὶς ἀντιθέσεις στὴν κατατομὴ τῶν γείσων των καὶ τῶν κυματίων των. Και δὲν πέρασαν δυὸ μέρες ποὺ στὰ λαϊκὰ χαμόσμιτα τοῦ Πειραιᾶ εἶδα στὴν ὀξεία γωνία ποὺ σχηματίζει ἡ μονόριχτη στέγη τους, στὸ σημεῖο ὅπου ἀνταμώνει τὸν πίσω τοῖχο, ὑλοποιημένη τὴν ἀντίθεση τούτη. Οἱ παρατηρήσεις τοῦτες μ᾿ ἕκαναν, παρατώντας τὴ συμβατικὴ μάθηση, νὰ μπῶ σ᾿ ἕναν αὐτόνομο δρόμο ποὺ μὲ δίδασκε ἡ φύση. Ἀπό τότε, ἡ ἀνάγκη τοῦ «κοινοῦ» καὶ τοῦ «κύριου» ποὺ μᾶς μιλάει ὁ Σολωμός, ἦταν ἡ ἔμμονη ἐπιδίωξή μου...
...

[1912-1920] Ἀλλ᾿ ἂς διαβάσω ἀπ᾿ τὶς γραμμὲς τὶς μισοσβησμένες ποὺ ἐγράφηκαν ἀπὸ τότε:

«Ἐλιά; Ἐσὺ εἶσαι τὸ ἅγιο τὸ δέντρο; Γιὰ σένα εἶπαν οἱ ἄνθρωποι οἱ παλιοὶ πὼς ἡ οὐσία σου εἶναι καθαρὴ γιατ᾿ εἶναι φωτὸς ὕλη;
»Πές μου, γιατὶ εἶναι βασανισμένος ὁ ἱερὸς κορμός σου; Τὰ τόσα στριφογυρίσματά του μὴν εἶναι τάχα τοῦ μόχθου σου τὰ σημάδια γιὰ τῆς πνευματικῆς σου ἀρχῆς, ποὺ ἐνσαρκώνεις, τὴν πραγμάτωση;
Ἐσὺ εἶσαι ἡ ἄμπελος ὁποὺ ἀναφέρει ἡ Γραφή; Γονατίζω καὶ φυλάω τὸ χῶμα ποὺ σὲ θρέφει. Ἰδές, εἶναι χαρακωμένο, ἀπ᾿ τοῦ Ἥλιου τὴ φλόγα... Ἀλλ᾿ ἐσὺ τὴ φλόγα τούτη μεταλλάζεις σὲ θεῖο πνεῦμα δρόσου...»
...

Ἡ ἄσκηση τῆς πρακτικῆς τοῦ Σεζὰν μὲ ἤγαγε μακριὰ ἀπ᾿ τὰ ἰδεώδη τῆς Δύσης. Ἡ Ἀνατολὴ καὶ τὸ Βυζάντιο μοῦ ἀποκάλυψαν πὼς ἡ δημιουργία μιᾶς ἀνηγμένης ἀπ᾿ τὴ φύση καὶ ἀπ᾿ τὴν ὕλη τῆς μίμησης συμβολικῆς γλώσσας, εἶναι ὁ δρόμος ὁ μόνος ἔγκυρος καὶ ἄξιος τοῦ πνεύματος γιὰ νὰ ἐκφράσει τὶς ἰδέες καὶ τὰ συναισθήματά μας ἀπ᾿ τὴ Ζωή.
Κάποιος εἶπε σωστὰ πὼς ἀπ᾿ τὴν ὑπεύθυνη στάση μας ἀνάμεσα Ανατολῆς καὶ Δύσης θὰ ἐξαρτηθεῖ ἡ πορεία τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Θὰ προσθέσω: κι ἀπὸ τὴν ἀρμόδια σύνθεση τῶν ἀντιθετικῶν ρευμάτων σὲ μιὰ νέα μορφή. Θὰ μποροῦσα ν᾿ ἀναλύσω πῶς παρουσιάζεται τὸ πρόβλημα τοῦτο στὴν Ἀρχιτεκτονική. Μὰ θ᾿ ἀρκοῦσε ἐδῶ νὰ πῶ πὼς εἶμαι ἀνατολίτης.
...

Ἤθελα νὰ ζωγραφίζω ὁλομόναχος. Ὄχι μόνο γιατὶ ἕνας δὲν εἶναι πρόθυμος πάντα νὰ δείξει εἰς τοὺς ἄλλους τὶς ἐνδεχόμενες ἀδυναμίες του, μὰ γιατὶ ἡ τέχνη ἦταν γιὰ μένα θρησκευτικὴ πράξη εὐλάβειας καὶ λατρείας πρὸς τὴν Μητέρα Φύση, καὶ τὴν ἱερότητα τούτη κίνδυνος θἀ ᾿ταν ἡ ἀμάθεια τῶν πολλῶν νὰ τὴν προσβάλει. Μόνος λοιπὸν ἐπήγαινα εἰς τὸ ἄλσος τοῦτο, ποὺ ἦταν τὸ ἄδυτό μου. Μόνος ἢ μὲ τὸ Στέρη. Καὶ ἐκεῖνος αἰσθανόταν ὅμοια μὲ ἐμένα κι ἐσεβόταν τὶς θρησκευτικὲς τοῦτες στιγμὲς τοῦ ἄλλου.

Ἡ τέχνη εἶναι ὑπακοὴ στοὺς συμπαντικοὺς Νόμους, τοὺς αἰώνιους. Κι ἀναδιφώντας πάλι τὰ χαρτιά, ξαναβρίσκω ἕνα πεζὸ ποίημα ποὺ ἄρχιζε ἔτσι:

«ΕΥΣΕΒΕΙΑ
»Ἔθεσες παντοῦ Νόμους, ὦ Θεέ. Δῶσε νὰ τοὺς ἀκολουθῶ, δῶσε νὰ μὴν τοὺς προσβάλλω.»
...

Ἀπορῶ καὶ θαυμάζω πόσα δάκρυα «καὶ πάλι δάκρυα» ὁ ἄνθρωπος ὁ «ἄμφω βροτόσωμος καὶ ἄμβροτος ἀκαμάτοις θεότητος ὅροις» εἶναι ὁρισμένο νὰ ὑποφέρει γιὰ τὴν πνευματική του ἀνάβαση...

Νέοι, ἀποβάλλοντας τὸ θέλημα τὸ ἀτομικό, κατεβεῖτε εἰς τὸ σκάμμα τῆς ὑπακοῆς. Αὐτὴ καὶ μόνη θὰ σᾶς χαρίσει τὴν ἀληθινὴ ἐλευθερία. Καὶ μὴν ὀκνήσετε ποτέ, γιατ᾿ εἶναι γραμμένο πὼς «τὸ νὰ μὴν μπορέσουμε, ἴσως κάποτε μᾶς συγχωρεθεῖ· τὸ νὰ μὴν προσπαθήσουμε, ποτέ.»

Σημειώσεις:

Ἀποσπάσματα ἀπὸ αὐτοβιογραφικὸ σημείωμα τοῦ Δημήτρη Πικιώνη (α' δημοσίευσις στὸ περιοδικὸν «Ζυγός», 1958). Πηγή: «Δημήτρη Πικιώνη, Κείμενα», Μορφωτικὸ Ἴδρυμα Ἐθνικῆς Τραπέζης, Ἀθήνα 2000, ISBN 960-250-176-6. Πρόλογος Ζήσιμου Λορεντζάτου. Ἐπιμέλεια: Ἁγνὴ Πικιώνη - Μιχάλης Παρούσης.

Ὁλόκληρο τὸ ἀνωτέρῳ κείμενο εὐρίσκεται σὲ ἠλεκτρονικὴ μορφὴ στὶς ἱστοσελίδες γιὰ τὸν Πικιώνη τοῦ eikastikon καὶ τῆς Μυριοβίβλου. Δυστυχῶς, ἀπὸ τεχνικὴ ἄγνοια πιθανῶς, ἔχει παραχαραχθεῖ τὸ πρωτότυπο, μὲ ἐφαρμογὴ τοῦ ἀκαλαισθήτου καὶ ἀσεβοῦς πρὸς τὴν αἰσθητικὴ καὶ φιλοσοφία τοῦ δημιουργοῦ, μονοτονικοῦ. (Ἡ ἔκδοσις τοῦ ΜΙΕΤ σέβεται τὸ αὐθεντικὸ πολυτονικό.)

Θὰ ἀκολουθήσουν, σὲ ἐπόμενες δημοσιεύσεις μου, καὶ ἄλλα, ἀδημοσίευτα ἀκόμη ἠλεκτρονικῶς, κείμενα τοῦ μεγάλου αὐτοῦ μύστου τῆς ἑλληνικότητος.

Διαβάστε ἐπίσης: «Δημήτρης Πικιώνης», «7 ἡμέρες - Καθημερινή», 16 Ὀκτ. 1994.

Φωτογραφίες:

α) Δημήτρης Πικιώνης.
β) Δημήτριος Καμπούρογλου, ὁ Ἀθηναῖος (1852-1942).
γ) Ἐλαία, Γύθειον. [Φωτογραφία (1600x1200) τοῦ jimmythebest ἀπὸ τὸ DPGR.]
δ) Γεράσιμος Στέρης, «Δέντρα στὴν ἀκτή», λάδι σὲ καμβά, 39x47 ἑκ. [eikastikon]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

[comments moderated] Θὰ διαβάσω καὶ θὰ δημοσιεύσω τὸ σχόλιό σας τὸ συντομότερο δυνατόν. Σχόλια ἀγενῆ, ἄσχετα μὲ τὸ θέμα ἢ ἀνόητα, διαγράφονται.