«Tὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική· τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου. Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου.» (Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἄξιον ἐστί»)

Σελίδες Πατριδογνωσίας - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό

Κυριακή 1 Μαρτίου 2009

Ἡ φλογέρα τοῦ βασιληᾶ

Σπυρίδων Ζαμπέλιος χαρακτήρισε τὴν προσκύνησι τοῦ τάφου τοῦ Ἀχιλλέως ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρο τὸν Μέγα ὡς τὴν σημαντικότερη στιγμὴ τῆς ἀρχαίας μας Ἱστορίας. Θὰ μπορούσαμε ἀναλόγως νὰ χαρακτηρίσουμε τὴν προσκύνησι τῆς Ἀθηνᾶς - Παναγίας Ἀθηνιώτισσας ἀπὸ τὸν Βασίλειο Β' τὸν Μακεδόνα ὡς τὴν σημαντικότερη στιγμὴ τῆς μεσαιωνικῆς μας Ἱστορίας.

Στιγμὲς ὅπου συγκεφαλαιοῦται ἡ Ἱστορία ὁλόκληρη τοῦ Ἔθνους. Ὅπου συναντῶνται ἡ μυθικὴ μὲ τὴν ἀρχαία καὶ μὲ τὰ προοιωνίσματα τῆς αὐτοκρατορικῆς χριστιανικῆς Ἑλλάδος, στὴν πρώτη περίπτωσι, ἡ μνήμη καὶ κληρονομιὰ τῆς ἀρχαίας μὲ τὴν αὐτοκρατορικὴ χριστιανικὴ καὶ τὰ προοιωνίσματα τῆς νεωτέρας στὴν δεύτερη περίπτωσι.

Ἡ Ρωμανία στὴν κορύφωσι τῆς δόξης, μὲ τὸν Βασίλειο ἐπικεφαλῆς, Βασιλέα- Στρατιώτη, σὰν τὸν Ἀλέξανδρο καὶ τὸν Ἠράκλειο· ξεκινοῦσε μὲ τὴν ὁρμὴ τοῦ κεραυνοῦ ὁ δῖος υἱὸς τοῦ Φιλίππου, ἐπέστρεφε θριαμβευτὴς ἀπο τὴν μάχη τοῦ Κλειδίου, σαράντα χρόνια ἤδη βασιλεὺς καὶ στρατιώτης, ὁ Αὐτοκράτωρ τῶν Ρωμαίων. Στὴν ταπεινὴ Ἀθήνα τῆς ἐποχῆς εὐχαρίστησε ὁ βασιλεὺς τὴν Ὑπέρμαχο Στρατηγό, ἐκεῖ ὅπου ὁ στρατηλάτης εἶχε ἀφιερώσει τὰ λάφυρα τοῦ Γρανικοῦ στὴν Πρόμαχο Ἀθηνᾶ. Ἡ Αὐτοκρατορία (ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος εἶχε μεταφέρει τὸ κέντρο της στὴν Ἑλληνικὴ Ἀνατολή, μὲ τὶς «Νεαρὲς» τοῦ Ἰουστινιανοῦ υἱοθετήθηκε γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ τὴν ἀνώτατη διοίκησι καὶ νομοθεσία ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα -στὴν τέχνη καὶ στὴν ἐπιστήμη ἦταν βεβαίως ἀνέκαθεν κυρίαρχη ἡ γλῶσσα καὶ τὸ Ἑλληνικὸ πνεῦμα-, καὶ ἐπεκράτησε πλήρως ἐπὶ Ἡρακλείου, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὸν ἑλληνικὸν τίτλον τοῦ βασιλέως, καὶ Ἰσαύρων), ἀπολύτως πλέον βασισμένη στὸν ἑλληνισμό. Σὰν ἐκείνη ἡ στιγμὴ νὰ ἐσφράγιζε ἐτοῦτο τὸ γεγονός. Ὁ Ἱερὸς Βράχος, κουρασμένος καὶ ἀπορροφημένος στὶς ἀρχαῖες θύμησες, μᾶς λέγει ὁ ἐθνικός μας βάρδος, ὁ Κωστῆς Παλαμᾶς, στὴν ἐμπνευσμένη «Φλογέρα τοῦ Βασιλιᾶ», βλέπει ἀπὸ μακρυὰ νὰ φουντώνῃ ὁ κουρνιαχτός, ἡ βοὴ κι ἡ λάμψι τῶν ἁρμάτων τοῦ Βαισλείου, καὶ ξυπνᾷ: Μήν εἶναι ὁ Ἰουλιανός, λέγει, ποὺ ἔρχεται νὰ ἀναστήσῃ τοὺς ἀρχαίους θεούς; Ἢ μήπως ὁ Ἀλάριχος ποὺ ἔρχεται νὰ τοὺς γκρεμίσῃ; Ὄχι, μήτε τὸ ἕνα, μήτε τὸ ἄλλο.

Πέστε μου, γύρω μου οὐρανοὶ καὶ κόσμοι, ἐσεῖς, ποιὸς εἶναι;
Κι ἄν, οὐρανοὶ καὶ κόσμοι ἐσεῖς, δὲ μοῦ μιλᾶτε, ἀφῆστε,
ἀφῆστε Ὀλύμπιο νὰ τὸν πῶ, νὰ κράξω: «Ἐσ᾿ εἶσαι, ὁ Ἄρης!»
Ὁ Ἄρης εἶσαι κ᾿ ἔρχεσαι καὶ κλεῖς μέσ᾿ στὴν καρδιά σου
μὲ μιὰ καινούρια δύναμη τὴν ἴδια τὴν Ἑλλάδα.

Τὰ πρῶτα σκιρτήματα τοῦ νέου Ἑλληνισμοῦ, σύντομα θὰ γίνονταν φανερά.

Βασίλειος Β' ὁ Μακεδών, λοιπόν, ὁ ἀποκληθεὶς ἀργότερα Βουλγαροκτόνος. Ὁ ἀκατάβλητος βασιλεὺς καὶ στρατιώτης. Αὐτὸς ποὺ ἐφώτισε τοὺς Ρώσους (ἡ ἀδελφή του, Ἄννα ἡ Πορφυρογέννητη, ἐδόθη σύζυγος στὸν Βλαδίμηρο τὸν Μέγα καὶ ἡγήθηκε τοῦ ἐκχριστιανισμοῦ καὶ φωτισμοῦ τῶν Ρώσων). Αὐτὸς ποὺ ταπείνωσε τοὺς «δυνατούς», αυτὸς ποὺ ἐπανέφερε τὸ «ἀλληλέγγυον» καὶ συμπαραστάθηκε στὸν μικροκαλλιεργητὴ καὶ στρατιώτη, στὴν ψυχὴ τῆς αὐτοκρατορίας. Αὐτὸς ποὺ πέρασε στὸν θρύλο. Συνοψίζει ὁ καθηγητὴς Βλάσιος Φειδᾶς: «Μεγάλος αὐτοκράτωρ, ἐξαίρετος στρατηγὸς καὶ συνετὸς διοικητής. Ἡ μακροχρόνια βασιλεία του ὑπῆρξε μιὰ ἀπὸ τὶς λαμπρότερες περιόδους ἀκμῆς τοῦ Βυζαντίου, μιὰ πραγματικὴ ἐποποιία, κεντρικὸ πρόσωπο στὴν ὁποία ἦταν ὁ ἴδιος. Ὁ ἡρωισμὸς καὶ οἱ νικηφόροι ἀγῶνες του παρέμειναν ἔντονα στὴ μνήμη τῶν Βυζαντινῶν καὶ ἀποτυπώθηκαν σὲ τραγούδια καὶ ἔπη. Ὁ Βασίλειος ἦταν ὄχι μόνο ὀραματιστὴς ἀλλὰ καὶ μεγαλόπνοος ἐκτελεστὴς τοῦ ὁράματος μίας ἀκμαίας καὶ παντοδύναμης αὐτοκρατορίας.» Χαρακτηριστικοὶ εἶναι οἱ ἀκόλουθοι ἐπιτάφιοι στίχοι ἄγνωστου συνθέτη γιὰ τὸν Βασίλειο:

Ἄλλη μὲν ἄλλοι τῶν πάλαι βασιλέων
αὐτοῖς προαφώρισαν εἰς ταφὴν τόπους·
ἐγὼ δὲ Βασίλειος, πορφύρας γόνος,
ἴστημι τύμβον ἐν τόπῳ γῆς ἑβδόμου,
καὶ σαββατίζω τῶν ἀμετρήτων πόνων,
οὗς ἐν μάχαις ἔστεργον, οὗς ἐκαρτέρουν·
οὐ γὰρ τὶς εἶδεν ἠρεμοῦν ἐμὸν δόρυ,
ἀφ᾿ οὗ βασιλεὺς οὐρανῶν κέκληκέ με
αὐτοκράτορα γής, μέγαν βασιλέα,
ἀλλ᾿ ἀγρυπνῶν ἅπαντα τῆς ζωῆς χρόνον
Ῥώμης τὰ τέκνα τῆς νέας ἐρρυόμην,
ὁτὲ στρατεύων ἀνδρικῶς πρὸς Ἑσπέραν,
ὁτὲ πρὸς αὐτοὺς τοὺς ὅρους τοὺς τῆς Ἔω.
Καὶ μαρτυροῦσι τοῦτο Πέρσαι καὶ Σκύθαι,
σὺν οἷς Ἀρασγοί, Ἰσμαήλ, Ἄραψ, Ἴβηρ.
Καὶ νῦν ὁρῶν, ἄνθρωπε, τόνδε τὸν τάφον,
εὐχαῖς ἀμείβου τὰς ἐμᾶς στρατηγίας.

... Τὸ 1204 οἱ βάρβαροι Φράγκοι ἅλωσαν τὴν Πόλι. Οὔτε οἱ τάφοι τῶν αὐτοκρατόρων δὲν γλύτωσαν: συλήθηκαν ὅλοι καὶ τὰ λείψανα πετάχτηκαν ἐδῶ κι ἐκεῖ. Ὅταν οἱ Ἕλληνες ἀνέκτησαν τὴν Πόλι τὸ 1261, εὐρῆκαν στὸ νεκροταφεῖο πεταμένον ἕναν σκελετὸ στοῦ ὁποίου τὸ στόμα οἱ Φράγκοι εἶχαν βάλει περιπαικτικῶς, μιὰ φλογέρα. Δίπλα στὸν σκελετό, ἦταν παραβιασμένος καὶ συλημένος ὁ τάφος μὲ τὴν ἐπιγραφή: ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΧΡΙΣΤΩι ΤΩι ΘΕΩι ΠΙΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΡΩΜΑΙΩΝ. Αὐτὸς λοιπὸν ἦταν ὁ σκελετὸς τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἔδωσε στὸ Ἑλληνικὸ Μεσαιωνικὸ κράτος τὴν μεγαλύτερη δόξα ποὺ ἐγνώρισε ποτέ.

Μιὰ φλογέρα, περιπαικτικῶς, στὸ στὸμα τοῦ θρύλου, τοῦ κεραυνοῦ, τοῦ κοσμοκράτορος. Ἀλλὰ ἡ φλογέρα δὲν εἶχε σιγήσει, μᾶς λέγει ὁ ἐθνικός μας βάρδος. Ἡ φλογέρα ἄρχισε νὰ ἠχῇ, στὰ αὐτιὰ ὅσων μποροῦσαν νὰ ἀκούσουν τὶς ἀπόκρυφες βουλὲς τῶν θεῶν, καὶ νὰ ψάλλῃ τὴν αιώνια δόξα τῶν Ἑλλήνων· καὶ νὰ προφητεύει τὴν ἀνάστασί τους. Διότι ἡ ἠχώ της, σὰν τὸν Ἑλληνισμό, ἦταν ἀθάνατη. Τὴν ἄκουγαν κάποιοι τότε· τὴν ἄκουγαν χρόνια πολλὰ ἀργότερα, ὁ Μελᾶς κι ὁ Ἄγρας. Ἔγινε παραμύθι στὸ στόμα τῆς Πηνελόπης Δέλτα.

Δὲν ἔχουμε παρὰ νὰ καθαρίσουμε τ᾿ αὐτιά μας, ἐμεῖς σήμερα νὰ καθαρίσουμε τ᾿ αὐτιά μας ἀπὸ τὴν ἡχορρύπανσι τῆς παρακμῆς καὶ τῆς ἀλλοτρίωσης, ἀπὸ τοὺς κούφιους ἀλαλαγμοὺς τῶν κυμβάλων τῆς νεωτερικότητας καὶ τοῦ ἐθνομηδενισμοῦ, γιὰ νὰ τὴν ξανακούσουμε. Ἡ φλογέρα ἠχεῖ ἀκόμη.

Σχετικῶς:
+ Περικλῆς Γιαννόπουλος, «Ἔκκλησις πρὸς τὸ Πανελλήνιον Κοινόν», 1907. Ἀποσπάσματα, ὅπου ὁ Γιαννόπουλος διατυπώνει τὴν εμπνευσμένη θεώρησί του γιὰ τὴν σχέσι ἀρχαιότητος καὶ χριστιανισμοῦ στὸ Βυζάντιο καὶ στὸν νεώτερο Ἑλληνισμό.

+ Anthony Kaldellis, Associate Professor (Department of Greek and Latin, The Ohio State University), «A Heretical (Orthodox) History of the Parthenon». Ἐξαιρετικὰ ἐνδιαφέρον ἄρθρο γιὰ τὸν Παρθενώνα ἐπὶ Βυζαντίου καὶ τὴν συνέχεια τῆς κλασσικῆς ἀρχαιότητος στοὺς μέσους χρόνους καὶ μέχρι σήμερα. [Σχετικὸ ἄρθρον στὸ skai.gr]

7 σχόλια:

Φειδίας είπε...

Στὸ «Κ» τῆς σημερινῆς (1-3-2008) «Καθημερινῆς», μιὰ σουρλουλοὺ ὀνόματι Τατιάνα Καποδίστρια (κρίμα τὸ ἐπώνυμο) γράφει ὅτι στὴν δημοσκόπησι του ΣΚΑΪ γιὰ τοὺς «ἑκατὸ Ἕλληνες» ψηφίστηκε καὶ «ὁ ἥσσονος ἱστορικῆς σημασίας Βασίλειος ὁ Βουλγαροκτόνος». «Ἥσσονος ἱστορικῆς σημασίας»! Ὦ θεοί!

...Εἴπαμε, δὲν ἦταν φιλειρηνιστὴς σὰν τὸν Σημίτη, ἀλλὰ ὄχι κι ἔτσι!

Ανώνυμος είπε...

o kathe anthropos exei tis dikes toy axies ti einai ayta oi 100 ellines? dhte ti eipai o socratis pos enas anthropos den mporei na einai yiatros,h dkigoros h mageiras to idio isxiy kai sto thema ayto.oli dinoume sthn elladamas.allos poli kai allos ligo,enas apo tous proxenous eipai oi ellines exo apo thn ellada einai o ploutos tis ellados

Ανώνυμος είπε...

Το είδα και εγώ αυτό στο "Κ" και τραβούσα τα μαλλιά μου. Απ' ότι βλέπω δεν είμαι ο μόνος και χαίρομαι γι' αυτό.
Τελικά ισχύει αυτό που είχε πεί ο βρώμικος Χάρυ για τις γνώμες. Ειδικά στην πατρίδα μας...

Φειδίας είπε...

Ἔ μὰ πιά! Τὸ εἶδα καὶ πετάχτηκα μέχρι τὸ ταβάνι! Θὰ γράψω, εἶπα· δὲν γίνεται!

Ανώνυμος είπε...

Δε τους χάλασε τους αντιβυζαντινιστές που οι κωνσταντίνος ο μέγας, ιουστινιανός, βουλγαροκτόνος και παλαιολόγος ψηφίστηκαν! και που ο ιουλιανός δεν ψηφίστηκε παρά τα 20 χρόνια αηδιαστικής προπαγάνδας στο διαδίκτυο! έτσι.

Ανώνυμος είπε...

Μαζί με τον Ηράκλειο πιστεύω πως ήταν οι σπουδαιότεροι αυτοκράτερες της Ρωμανίας. Πραγματικοί βασιλείς-στρατιώτες!

Αργύρης

Φειδίας είπε...

Ἂς σημειώσουμε γιὰ τὴν ἱστορία καὶ τὸ ἐξῆς. Τὸ γεγονὸς τῆς τυφλώσεως τῶν Βουλγάρων αἰχμαλώτων ἐρμηνεύεται ὄχι ὡς βαρβαρότης κατὰ αἰχμαλώτων ἀλλ᾿ ὡς τιμωρία στασιαστῶν. Καὶ μάλιστα ὑπὸ τῆς συνθῆκες τοῦ ὁλοκληρωτικοῦ ἐκείνου πολέμου, ὁ ὁποῖος ἔφερε τὴν Ρωμανία ἐνώπιον τοῦ ἐσχάτου κινδύνου, καί, χάρις στὴν πολεμικὴ ἀρετὴ αὐτοκράτορος καὶ λαοῦ, στὸν θρίαμβο. Γράφει ὁ καθηγητὴς Βλάσιος Φειδᾶς (λῆμμα «Βασίλειος Β' ὁ Βουλγαροκτόνος», ἐγκυκλοπαίδεια Πάπυρος- Larousse- Britannica):

«Ἡ ποινὴ τῆς τύφλωσης ἢ τοῦ ἀκρωτηριασμοῦ προβλεπόταν ἀπὸ τὴ νομοθεσία γιὰ κάθε Βυζαντινὸ πολίτη ποὺ ὀργάνωνε συνωμοσία ἢ στάση ἐναντίον τοῦ αὐτοκράτορα· γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ ἐπιβληθεῖσα ποινὴ τῆς τύφλωσης ἑρμηνεύεται ὡς ὠμὴ συμπεριφορὰ ὄχι πρὸς ἐχθρούς, ἀλλὰ πρὸς ὑπηκόους τῆς αὐτοκρατορίας. Ἡ ἐκτίμηση αὐτὴ ἀνατρέχει στὴν ὑποταγὴ τῆς Βουλγαρίας ἀπὸ τὸν Ἰωάννη Τσιμισκῆ (971), ἀλλὰ ὁπωσδήποτε πρόκειται γιὰ μοναδικὴ σὲ σκληρότητα πράξη, ποὺ ὑποδηλώνει τὸ πάθος τοῦ Βασιλείου καὶ ἐξηγεῖ τὸν χαρακτηρισμό του ὡς Βουλγαροκτόνου.»