«Tὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική· τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου. Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου.» (Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἄξιον ἐστί»)

Σελίδες Πατριδογνωσίας - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό

Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2007

«Ἱστορία τῶν ἀρχαίων Ἀθηνῶν» - τὸ ἔργο ζωῆς τοῦ Σαράντου Καργάκου, κτῆμα ἐς αἰεί. Ἱστορία καὶ γλῶσσα.

Διαβάζω αὐτὲς τὶς ἡμέρες τὸ τρίτομο ἔργο τοῦ Σαράντου Καργάκου, «Ἱστορία τῶν ἀρχαίων Ἀθηνῶν», ἐκδ. Gutenberg, 2004. (Σελίδες 2.000, σκληρὸ ἐξώφυλλο, μὲ είδικὴ θήκη γιὰ τοὺς τρεῖς τόμους μαζί. Ποιοτικὴ στοιχειοθεσία, μὲ ὄμορφες γραμματοσειρές, φυσικὰ σὲ πολυτονικό.)

Μαζὶ μὲ τὴν δίτομη «Ἱστορία τῆς ἀρχαίας Σπάρτης», ἡ συγγραφὴ τῆς ὁποίας ἀκολούθησε τὴν «Ἱστορία τῶν ἀρχαίων Ἀθηνῶν», καὶ τὴν δίτομη «Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικού Κόσμου καὶ τοῦ Μείζονος Χώρου», ἀποτελεῖ τὸ ἔργο ζωῆς τοῦ Σαράντου Καργάκου, ἕνα μνημειῶδες ἔργο, κτῆμα ἐς αἰεί, κατὰ τὴν ἔκφρασι τοῦ Θουκυδίδου, τὸ ὁποῖο κατατάσσει τὸν συγγραφέα στὴν χορεία τῶν μεγάλων Ἑλλήνων ἱστορικῶν, ἀπὸ τὸν Ζαμπέλιο, τὸν Παπαρρηγόπουλο, τὸν Σάθα καὶ τὸν Κουκουλέ, μέχρι τὸν Βακαλόπουλο, τὸν Ἄμαντο καὶ τὸν Ζακυθηνό, τὸν Σβορῶνο καὶ τὸν Μαρκεζίνη, τὸν Σακελλαρίου καὶ τὸν Δεσποτόπουλο. Ἀλλά, κυρίως, περισσότερο ἀκόμη, λαμβανομένων ὑπ᾿ ὅψιν τῶν ἀγώνων του γιὰ τὴν παιδεία μας καὶ τὴν Ἑλληνική μας γλῶσσα καὶ τοῦ συνολικοῦ του διδακτικοῦ καὶ συγγραφικοῦ ἔργου (νὰ θυμηθοῦμε ἀπὸ τὰ πρόσφατα μόνον τὸ «Ἕλληνες, Ἀρβανίτες, Ἀλβανοὶ» ἢ τὸ πρόσφατο «Ἡ Ἑλληνικότητα τῆς Μακεδονίας» -ἄκρως ἐπίκαιρα-), ὁ Σαράντος Καργάκος κατατάσσεται -τολμῶ νὰ πῶ- μεταξὺ τῶν Διδασκάλων τοῦ Γένους.

Διαβάζουμε στὴν περιγραφὴ στὰ βιβλιοπωλεῖα τοῦ Δικτύου:
«Μέσα σε 2000 σελίδες άρτιας τυπογραφικής αισθητικής, συμπυκνώνεται όλη η ζωή των αρχαίων Αθηνών από την εποχή του μύθου ως τον Ιουστινιανό. Ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά σε ένα πανόραμα της Αθήνας, όπου -παράλληλα προς τα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα- συνεξετάζονται: ο κοινωνικός και πνευματικός βίος, οι καλλιτεχνικές εκφράσεις, η οικονομική δράση, τα δημογραφικά δεδομένα, οι κοινωνικές τάσεις και εντάσεις, οι φιλοσοφικές σχολές, οι επιρροές και οι επιδράσεις. Το μακρύ ιστορικό αυτό οδοιπορικό, που καλύπτει χρονικό άνω των 2000 ετών, γράφτηκε με σκοπό να γνωρίσουν οι κάτοικοι της Αθήνας την ιστορία της "άγνωστης" σ' αυτούς πόλης που κατοικούν. Εκτός από τη δράση του ανθρώπου ο συγγραφέας εκτείνεται και στην εξέταση του χώρου, όχι μόνο ως γεωγραφικού όρου, αλλά ως "ανθρωπογενούς" περιβάλλοντος - γιατί ιστορία δεν έχει μόνο ο άνθρωπος αλλά και ο τόπος μέσα στον οποίο αυτός πλάθει και πλάθεται, δημιουργεί και δημιουργείται. Το τρίτομο αυτό έργο αποτελεί παράλληλα έναν καθρέπτη του χθες για το σήμερα, μια "φωτογραφία" που βοηθάει τον αναγνώστη να γνωρίσει την αρχαία Αθήνα κι έτσι να την αγαπήσει. Πρόκειται για ένα βιβλίο όπου η γλαφυρότητα συμβαδίζει με την επιστημονικότητα και το βαθύ φιλοσοφικό στοχασμό. Για ένα έργο αλήθειας, πνευματικής ευθύνης και λογοτεχνικής σαγήνης, που έλειπε εμφαντικά από την ελληνική και διεθνή βιβλιογραφία. Το κενό αυτό ακριβώς φιλοδοξεί να καλύψει η ιστορία των Αρχαίων Αθηνών, του Σαράντου Ι. Καργάκου.»

Πράγματι, πρόκειται γιὰ ἕργο συνθετικό. Ὄχι δηλαδὴ ἁπλῶς ἐπιμελοῦς ἱστορικοῦ ἐρευνητῆ, ἱστοριοδίφη, ἀλλὰ ἱστορικοῦ. Στὴν ἀφήγησι συμπλέκονται ἀξεχώριστα ὁ τόπος καὶ οἱ ἄνθρωποι, διότι ὁ τόπος, ἡ Μητέρα Γῆ, καὶ οἱ ἄνθρωποι, τὰ παιδιά της, καὶ ὁ πολιτισμός τους, εἶναι κάτι ἑνιαῖον, τὸ ὁποῖον ἐξελίσσεται μαζί, ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ μύθου μέχρι καὶ σήμερα. Τόπος (περιγράφονται ἀναλυτικὰ ὅλες οἱ περιοχὲς τῆς Ἀττικῆς), μύθος καὶ ἱστορία, ἄνθρωποι καὶ πολιτισμός. Γίνεται ἔτσι κατανοητὸ πόσο δίκιο εἶχαν οἱ ἀρχαῖοι Ἀθηναῖοι ποὺ θεωροῦσαν ἐαυτοὺς αὐτόχθονες, παιδιὰ τῆς Ἀθηνᾶς-Γῆς καὶ τοῦ Ἠφαίστου, σὰν τὸν φιδόμορφο Ἐριχθόνιο.

Ἀναπτύσσεται ἐπίσης ἡ ἱστορία ὄχι μόνον κατὰ τὴν χρονικὴ ἐξέλιξι («δὲν μὲ φοβίζει ὁ ὅρος γεγονοτολογικὴ ἱστορία, ποὺ τόσο εἶχε μιανθεῖ κατὰ τὸν παρελθόντα καιρό» (ὅρα καὶ Ρεπούση), γράφει ὁ συγγραφεύς - σπουδαῖος ἀφηγητής), ἀλλὰ «δὲν λείπει οὔτε ἡ θεωρία οὔτε ὁ στοχασμός», ἐξετάζεται ὅμως καὶ κάθε εἰδικότερη πτυχὴ χωριστά. Στὸ τέλος μάλιστα τοῦ Α' τόμου ὑπάρχουν τὰ ξεχωριστὰ κεφάλαια:
  • Κοινωνικὴ δομὴ
  • Πολιτικὴ δομὴ
  • Στρατιωτικὴ δομὴ
  • Δικαστικὴ δομὴ
  • Οικονομικὴ δομὴ
  • Ιδιωτικὸς καὶ δημόσιος βίος
  • Ἡ γυναῖκα στὴν ἀρχαία Ἀθήνα
  • Ὁ ἔρωτας στὴν ἀρχαία Ἀθήνα
Τὸ κάθε ἕνα ἀπὸ αὐτὰ στέκεται καὶ ὡς αὐτόνομη μελέτη. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὰ ἡ ἱστορία, διότι «Ἡ ἱστορία στὴν πραγματική της ἔννοια εἶναι μία. Συχνὰ ὁ ὑπερφωτισμὸς ἑνὸς μέρους συνεπάγεται τὸν σκοτισμὸ ἄλλων μερῶν. Μετὰ τὴν ὑπέρμετρη ἐξειδίκευση [...] [πρέπει νὰ ξαναβροῦμε] τὴν εἰκόνα τοῦ ὅλου. Θεωρῶ ἀναγκαία τὴν ἐπανανακάλυψη τῶν Ἀθηνῶν.» γράφει ὁ ἱστορικός, καὶ νομίζω ὅτι τὸ ἐπιτυγχάνει.

Θὰ ἔλεγα ἐπίσης ὅτι τὰ βιβλία αὐτά, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἀποκαθιστοῦν τόσο τὴν Ἀθήνα ὅσο καὶ τὴν Σπάρτη ἀπὸ τὴν διαστρέβλωσι τὴν ὁποία ἔχει ὑποστεῖ ἡ εἰκόνα τους στὴν Δύσι κυρίως. (Ὅπου ἡ Ἀθήνα παρουσιάζεται ὡς φιλελεύθερη ἀστοκαπιταλιστικὴ ἐνῶ ἡ Σπάρτη ὡς ὁλοκληρωτικὴ φασιστικὴ ἢ κομμουνιστική· βλέπε ἀπὸ Ράσσελ καὶ Πόπερ μέχρι... Δανίκα ποὺ τὸν ἐνοχλοῦν οἱ «300». Ἐνῶ καὶ δύο αὐτὲς ἀντιλήψεις ἀποτελοῦν στρεβλώσεις τῆς πραγματικότητος. Ὁ Καστοριάδης ἐν τούτοις, καίτοι δυτικόφιλος, ἐπεσήμανε τὶς διαφορὲς τῆς Ἑλληνικῆς δημοκρατίας ἀπὸ τὸ σύγχρονο δυτικὸ ἀστικὸ καθεστώς, καὶ φυσικὰ πολὺ περισσότερο τὸ ἐπεσήμαναν οἱ διανοητὲς ποὺ ἄσκησαν ἔντονη κριτικὴ στην Δύσι, ὅπως π.χ. ὁ Γιανναρᾶς, ὁ Ζιάκας κ.ἄ.)

Ἐὰν βρῶ χρόνο, στὶς ἐπόμενες μέρες θὰ πληκτρολογήσω μερικὰ ἐνδιαφέροντα σημεῖα· λεπτομέρειες, οἱ ὁποίες ὅμως ἀποτελοῦν καίριες καὶ ἀποκαλυπτικὲς ἐπισημάνσεις τοῦ συγγραφέως. (Ἤδη κατέγραψα μία, γιὰ τὴν εὐλάβεια τῶν ἀρχαίων Ἀθηναίων - «δεισιδαιμονεστάτων πάντων» κατὰ Παῦλον, ἀλλὰ καὶ θεραπόντων τοῦ Λόγου καὶ τῆς Σοφίας, χωρὶς ἀντίφασι.)

Πρὶν προχωρήσουμε ὅμως στὸ κυρίως ἔργο, ἀντιγράφω ἀπὸ τὸν πρόλογο τὴν καίρια ἐπισήμανσι τοῦ συγγραφέως γιὰ τὴν γλῶσσα μας. Προσοχή:

«Ἐξυπακούεται ὅτι τὸν πρῶτο λόγο στὴ συγγραφὴ αὐτὴ ἔχουν οἱ ἀρχαῖοι συγγραφεῖς. Φυσικὰ καὶ οἱ ἐπιγραφές, τὰ μνημεῖα, τὰ ἀρχαιολογικὰ εὐρήματα κάθε λογῆς. Δὲν μπαίνουμε βέβαια σὲ ἀρχαιολογικὲς λεπτομέρειες. Οὔτε ἐκφέρουμε ἄποψι γιὰ θέματα στὰ ὁποῖα οἱ εἰδικώτεροι ἡμῶν ἀρχαιολόγοι διαφωνοῦν. Λαμβάνουμε τὸ ἀπόσταγμα τῶν μελετῶν τους. Ὅλα ὅμως βλέπονται μὲ τὴ δική μας ματιά. Ἡ προώθηση τῶν ἀρχαίων συγγραφέων στὴν πρώτ γραμμὴ τῶν μαρτυριῶν ὑπηρετεῖ καὶ μιὰ ἄλλη ἐπιστημονικὴ σκοπιμότητα: χωρὶς τὸ λόγο τῆς ἱστορίας δὲν γράφεται ἱστορία. Ἕνα βιβλίο ἀρχαίας ἱστορίας, γιὰ νὰ εἶναι πάντα φρέσκο, πρέπει νὰ «μυρίζει θάλασσα». Καὶ θὰ μυρίζει, ὅταν εἶναι βουτηγμένο μέσα στὴν θάλασσα τοῦ ἀρχαίου λόγου. Γιὰ νὰ μπορεῖ, ὅμως, νὰ ἀκούσει, δηλαδὴ νὰ αἰσθανθεῖ, ὁ ἀναγνώστηςτὸν ἀρχαῖο κόσμο, πρέπει νὰ ἀκούσει ἀτόφυο τὸ λόγο του. Ἔτσι ὁ ἀναγνώστης τοῦ βιβλίου αὐτοῦ μαζὶ μὲ τὴν ἀρχαία ἱστορία μελετᾶ -ὣς ἕνα βαθμό- καὶ τὴν ἀρχαία γλῶσσα. Ἡ ἀρχαία λέξη φέρνει τὸ ἄρωμα τοῦ ἀρχαίου κόσμου. Τίποτα δὲν βοηθᾶ τὸν ἀναγνώστη νὰ καταλάβει τὸ πνεῦμα τῶν ἀρχαίων -ἰδίως τῶν Ἀθηναίων- ὅσο ὁ ἀρχαῖος λόγος. Γι᾿ αὐτὸ παραθέτουμε αὐτούσια (συνοδευόμενα ὅμως ἀπὸ δική μας μετάφραση), ὅλα τὰ ἀρχαῖα χωρία ποὺ χρησιμοποιοῦμε, ὅταν ἐνδιαφέρουν τὸ θέμα μας. Κι ἐδῶ χρειάζεται ἡ τέχνη τοῦ ἱστορικοῦ ποὺ θὰ ἐξοικειώσει τὸν ἀναγνώστη μὲ τὸν ἀρχαῖο λόγο, ποὺ δὲν εἶναι φορέας ἑνὸς ἁπλοῦ νοήματος ποὺ μπορεῖ νὰ ἀποδοθεῖ σὲ μιὰ σύγχρονη γλῶσσα, ἀλλ᾿ εἶναι πρωτίστως ἡ ψυχὴ ἐκείνων ποὺ τὸν χρησιμοποίησαν. Ἕνα παράδειγμα: ἀλλιώτικα νιώθει κανεὶς τοὺς Ἀθηναίους ἐφήβους ὅταν διαβάζει τὸν ὅρκο τους στὸ πρωτότυπο, καὶ ἀλλιώτικα σὲ μετάφραση. Κρίναμε ἐπίσης ἀναγκαία τὴν παράθεση τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ λόγου καὶ γιὰ μιὰ πρόσθετη αἰτία: πολλὲς μεταφράσεις εἶναι ὑποκειμενικὲς καὶ ἐλάχιστα ἀντικειμενικές. Μὲ λύπη διαπιστώνουμε, πέρα άπὸ τὴ γενικευμένη ὑποχώρηση τῆς ἀρχαιομαθείας, μιὰ ἀλλοίωση τοῦ ἀρχαίου λόγου σὲ δικά μας καὶ ξένα βιβλία. Δυστυχῶς οἱ ἀρχαῖοι συγγραφεῖς σπουδάζονται κυρίως ἀπὸ μεταφράσεις. Δὲν εἶναι ὅμως τὸ ἴδιο νὰ τοὺς σπουδάζεις ἀπὸ τὸ πρωτότυπο. Πρέπει ὡς ἱστορικοὶ νὰ μαθαίνουμε καὶ τὶς λέξεις ποὺ συνθέτουν τὸ ἱστορικὸ σῶμα. Εἶναι καὶ οἱ λέξεις ἱστορία κι ἔχουν κι αὐτὲς τὴ δική τους ἱστορία. Γι᾿ αὐτὸ ἄλλωστε ἐπιμένουμε καὶ στὴν ἱστορικὴ ὀρθογραφία: νὰ μὴ δίνεται στὸν ἀναγνώστη ἡ ἐντύπωση δύο συστημάτων γραφῆς. Δὲν ἐννοῶ τὸ γιατί, ἐφόσον ἡ λέξη γλῶσσα ἐξακολουθεῖ νὰ γράφεται μὲ ὠμέγα, νὰ βάζουμε στὴ σύγχρονη γραφὴ ὀξεῖα καὶ στὴν ἀρχαία περισπωμένη. Οἱ ἁπλουστεύσεις στὴ γλῶσσα ἔφεραν τὶς πιὸ ὀδυνηρὲς χειροτερεύσεις.»

Βιβλία ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ βρίσκονται σὲ κεντρικὴ θέσι σὲ κάθε σχολικὴ βιβλιοθήκη. Βιβλία ποὺ τὸ μισελληνικὸ κατεστημένο προσπάθησε βεβαίως νὰ θάψῃ, ἀλλὰ, εἴπαμε, κτῆμα ἐς αἰεί· ὅταν ἀπὸ τοὺς ἐθνομηδενιστὲς δὲν θὰ ἔχει μείνει οὔτε ἡ σκόνη, ὁ Ἑλληνισμός, δένδρο βαθύρριζο σὰν τὴν ἐλιὰ ποὺ φύτευσε ἡ Ἀθηνᾶ σ᾿ αὐτὸν ἐδῶ δίπλα τὸν Ἱερὸ Βράχο, θὰ θάλλῃ ἀκόμη. Ἐὰν προσωρινῶς ἡ γενιὰ μας ἢ ἡ ἐπόμενη περάσῃ διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου, αὐτὸ ἁπλῶς ἀφορᾷ ἐμᾶς. Ἀλλά, οὔτως ἢ ἄλλως ἔχει συμβεῖ πολλὲς φορὲς στὸ παρελθόν. Τὸ ξέρουμε.
 
* * *
 
    Μεγάλη ἦταν ἡ χαρά μου ὅταν ἐδώρισα τὰ βιβλία αὐτὰ στὸν ἀείμνηστο πατέρα μου. Μεταφέρω ἐδῶ τὴν ἀφιέρωσι ποὺ ἔγραψα στὴ πρώτη σελίδα, κι ἂς μὴν ἀρκεῖ γιὰ νὰ ἐκφράσῃ τὴν αἴσθησι τοῦ χρέους.

   Ὅταν οἱ ἔφηβοι τῶν Ἀθηνῶν ἔδιδαν τὸν περίφημο ὅρκο στὸ ἱερὸν τῆς Ἀγλαύρου, καὶ γίνονταν πολίτες καὶ ὁπλίτες (ὅπερ ἓν καὶ τὸ αὐτὸν γιὰ τὸν πρὸ «προοδευτικοῦ» «ἐκσυγχρονισμοῦ» Ἑλληνισμόν), κατέληγαν ἐπικαλούμενοι ὡς μάρτυρες τοὺς πατρῴους θεοὺς καί, τέλος, τοὺς καρποὺς τῆς ἀττικῆς γῆς: «ἵστορες οἱ θεοὶ ... ὅροι τῆς πατρίδος πυροί, κριθαί, ἄμπελοι, ἐλάαι, συκαῖ». Οἱ λιτοὶ ἀλλὰ εὐγενεῖς αὐτοὶ καρποὶ τῆς «λεπτογείου» Ἀττικῆς, λιτοὶ καὶ εὐγενεῖς σὰν τὶς κομψὲς γραμμὲς τῶν βουνῶν της ποὺ διαγράφονται στὸν διαυγὴ οὐρανό (ὅπως ἐμπνευσμένα ὕμνησε τὴν «Ἑλληνικὴ Γραμμή» ὁ Περικλῆς Γιαννόπουλος τὸ 1903), ἔθρεψαν καὶ μεγάλωσαν τὰ παιδιὰ ποὺ ἡ ἴδια γῆ ἐγέννησε -μᾶς τὸ λέγει ἄλλωστε ὁ μῦθος τῆς ἐλαίας ποὺ ἐχάρισε ἡ θεὰ στὴν πόλι. Αὐτὴ ἡ λιτὴ γῆ καὶ οἱ καρποί της εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς διαύγειας τοῦ πνεύματος ποὺ σμιλεύθηκε στὴν φειδιακὴ ζῳφόρο τοῦ Παρθενῶνος καὶ ἐδιδάχθηκε στὸ ἀρχαῖο θέατρο καὶ στὸ «Μαραθώνιον ἄλσος».

   «Τὴν πατρίδα δὲ οὐκ ἐλάσσω παραδώσω, πλείω δὲ καὶ ἀρείω ὅσης ἂν παραδέξωμαι» ὡρκίζοντο οἱ ἔφηβοι Ἀθηναῖοι. Καὶ ἂν τὸ «πλείω καὶ ἀρείω» δὲν ὑπῆρξε πάντοτε δυνατόν, ἡ ἐπιβίωσις διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου μέσα ἀπὸ ἐποχὲς σκότους καὶ σκλαβιᾶς δὲν εἶναι μικρότερο κατόρθωμα ἀπὸ τὴν λάμψι τῶν αἰώνων τῆς μεγίστης δόξης. Ὅλη αὐτὴ ἡ πορεία ἄλλωστε, ὅπως εἶχε πεῖ καὶ ἕνας χρησμὸς τῶν Δελφῶν («εὔδαιμον πτολίεθρον Ἀθηναίης ἀγελείης,  πολλὰ ἰδὸν καὶ πολλὰ παθὸν καὶ πολλὰ μογῆσαν, αἰετὸς ἐν νεφέλῃσι γενήσεαι ἤματα πάντα» (εὐδαίμων πόλις τῆς κουρσεύτρας Ἀθηνᾶς, πολλὰ εἶδες καὶ πολλὰ ἔπαθες καὶ πολλὰ ἐμόχθησες, μὰ ἀητὸς στὶς νεφέλες θὰ γενῇς ὅσο κρατοῦν οἱ ἡμέρες)), σὰν τοῦ ἀετοῦ εἶναι τὴν πτῆσι στὶς νεφέλες, τοῦ ἀετοῦ ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὶς ὀμίχλες τῶν μύθων καὶ χάνεται πέρα ἀπὸ τὸν ὀρίζοντα τοῦ μέλλοντος, καὶ διατρέχει τὶς χιλιετίες περήφανος καὶ ὑψιπετής· καὶ καμμιὰ πρόσκαιρη δυσκολία δὲν τὸν σταματᾷ, ἐφ᾿ ὅσον τὸ τίναγμά του ξεκίνησε ἀπὸ στέρεα βάσι· τὴν λιτὴ καὶ εὐγενὴ ἀττικὴ γῆ, τὰ παιδιά της καὶ τὴν ἱστορία τους.

   Ἀρκεῖ μόνον νὰ μὴν ξεχνοῦμε καὶ νὰ τιμοῦμε τὴν κληρονομιά μας αὐτήν. Καὶ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν κληρονομιά, τὴν πορεία τῶν αἰώνων, μὲ τὴν γνωστὴ ἐγκυρότητα τῆς πένας του, μᾶς βοηθᾷ νὰ γνωρίσουμε καλύτερα καὶ νὰ ἀγαπήσουμε ὁ Σαράντος Καργάκος, μὲ τὸ συναρπαστικὸ τοῦτο, «κτῆμα ἐς αἰεί», ἔργο του.

   Καὶ χαίρομαι περισσότερο ἀπ᾿ ὅλα ποὺ μοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία τὴν πρωτοχρονιὰ τοῦ 2007 νὰ χαρίσω τὸ ἔργο αὐτὸ γιὰ τὴν Ἀθήνα στὸν πατέρα μου, σεσημασμένον φιλαθήναιον ἄλλωστε, ὄχι μόνον ὡς εὐχαριστῶ διότι τοῦ χρωστῶ τὸ «ζῆν», ἀλλὰ καὶ διότι μὲ ἔμαθε νὰ ἀγαπῶ τὴν Ἀθήνα, τοὺς προγόνους καὶ τὴν Ἱστορία μας!

Ἀθῆναι, Πρωτοχρονιὰ 2007
Φειδίας

1 σχόλιο:

Stylianos Mystakidis είπε...

Συμφωνῶ ἀπόλυτα μέ τίς ἐκτιμήσεις γιά τήν ἀξία καί τό βεληνεκές παιδείας τοῦ Καργάκου.
Γιά ὅποιον δέν τόν ἔχει ἀκούσει, ὑπάρχουν μερικά βίντεοσκοπημένα στιγμιότυπα στό διαδίκτυο, ὅπως το
http://www.youtube.com/watch?v=sqhfB7adO4Y

Φιλικά,