«Tὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική· τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου. Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου.» (Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἄξιον ἐστί»)

Σελίδες Πατριδογνωσίας - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό

Τρίτη 15 Ιουλίου 2008

Ὁ Ἠλίας Μπαζίνας γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ Γλῶσσα, τὸν Μπαμπινιώτη, τοὺς Μανιάτες, τὸν Μπόστ, τὸν Ἑλληνικὸ Στρατό, τοὺς δημοσιογράφους καὶ τοὺς πολιτικούς

Γιὰ τὸν Ἠλία Μπαζίνα ἔχω γράψει καὶ ἄλλοτε. Σήμερα ἀναδημοσιεύω μιὰ σειρὰ προσφάτων κειμένων του γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ Γλῶσσα, γραμμένα μὲ γνώση, ἀλλὰ καὶ εὐτραπελία (ἀγγλιστὶ χιοῦμορ, ἐκ τοῦ ἑλληνικοῦ χυμός).


Ἡ σχέση μὲ τὴ γλῶσσα δὲν εἶναι μόνο ἐγκεφαλική, ἔχει νὰ κάνη καὶ μὲ τὰ «σπλάχνα», τὰ τζιγέρια

(Ἠλίας Μπαζίνας, «Φίλαθλος», 16-3-2008)

Παρακολούθησα μὲ πολλὴ προσοχὴ καὶ ἐνδιαφέρον τὴν ἐκπομπὴ τῆς Φλέσσα, μὲ τὸν καθηγητὴ Μπαμπινιώτη καλεσμένο. Ἦταν μία ἄρτια παρουσίαση σημαντικῶν ζητημάτων σχετικῶν μὲ τὴν καθομιλούμενη ἑλληνικὴ γλῶσσα, ποὺ ἀγγίζουν ὅλους μας. Πέρα ἀπὸ τὴν παγκοίνως ἀναγνωρισμένη ἐπιστημονική του ἀξία, ὁ Μπαμπινιώτης εἶναι προφανῶς καὶ ἐξαιρετικὸς δάσκαλος. Μοῦ ἔκανε ἄριστη ἐντύπωση, ἔστω καὶ ἄν μοῦ εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατο νὰ συμφωνήσω μὲ ὅλες τὶς τάσεις τῆς σύγχρονης γλωσσολογίας καὶ νὰ «ἀπαρνηθῶ» τὴ γλῶσσα τῶν προγόνων μου, ὅπως τὴν ἀντιλαμβάνομαι ἐγώ. Ὅσο γιὰ τὴ Βίκυ Φλέσσα, τοῦτο μόνο. Ὡραία παρουσία εἶναι, γράμματα προφανῶς ξέρει, ἔξυπνη εἶναι. Διατί, ἂχ διατί, πρέπει ντὲ καὶ καλὰ νὰ ἐπικαλύπτη μὲ τὴ φωνή της τὸ τέλος τῆς φράσης τοῦ συνομιλητῆ της; ΟΠΟΙΟΣ καὶ ἂν εἶναι αὐτός;

Κατανοῶ τὶς προσπάθειες τῶν γλωσσολόγων νὰ καθαρίσουν τὴν σύγχρονη ἑλληνικὴ γλώσα ἀπὸ κάποια ζιζάνια καὶ προπάντων νὰ τὴν ἐκλογικεύσουν ἀλλὰ καὶ νὰ τὴν κάνουν κάπως λιγότερο «δύσκολη», ΧΩΡΙΣ νὰ χαθῆ ὁ τόσο ζωτικὸς σύνδεσμος μὲ τὸ ἱστορικὸ παρελθόν. Ἄξιος ὁ μισθός τους, σὲ γενικὲς γραμμές. Εἰδικὰ ὁ Μπαμπινιώτης μὲ ἔπεισε πώς, ἀπὸ τὴ σκοπιὰ ποὺ βλέπει τὰ πράγματα, ἔχει πάντοτε πολὺ ἰσχυρὰ ἐπιχειρήματα μὲ τὰ ὁποῖα στηρίζει τὶς ἀπόψεις του. Ἐγὼ δὲν διαφωνῶ ὡς πρὸς τὴν ἐπιστημονικὴ τεκμηρίωση τῶν ἐπιλογῶν τῆς ἐπιστήμης, ἁπλὰ ἀδυνατῶ νὰ τὴν δῶ μονοδιάστατα ὡς ἐπιστήμη.

Ναὶ μὲν ἡ ἀπαχόληση μὲ τὴν ὀρθογραφία ἀποτελεῖ μιὰ ἄσκηση τοῦ μυαλοῦ, ὅπως σωστὰ εἶπε ὁ Μπαμπινιώτης, ἡ σχέση μὲ τὴ γλῶσσα ὅμως δὲν εἶναι μόνο ἐγκεφαλική. Ἔχει νὰ κάνη καὶ μὲ τὰ «σπλάχνα», τὰ τζιγέρια. Εἶναι ὁ δίαυλος ποὺ ὁδηγεῖ τὸν καθένα μας πίσω, ὅσο πιὸ πίσω εἶναι κάποιος ἱκανὸς καὶ πρόθυμος νὰ φτάση. Καὶ μᾶς ἑνώνει, ἡ γλῶσσα, μὲ πράγματα ἀτίμητα, ἄρα ἀδιαπραγμάτευτα. Αἰώνια.

Συχνὰ συλλαμβάνω τὸν ἑαυτό μου νὰ λέη τὰ πράγματα ὄχι ὅπως εἶναι τὸ σωστό, ἀλλὰ ὅπως τὰ ἔλεγαν ἐκεῖνοι, ποὺ ἂν καὶ ἀπόμακροι, δὲν ἔλειψαν ποτὲ ἀπὸ τριγύρω μου. Ὄχι τόσο μὲ τὴν ἔννοια τοῦ «φόρου τιμῆς» πρὸς τοὺς προγόνους. Ἴσως ἀσυνείδητα προσπαθῶ νὰ χτίσω μιὰ οὐτοπικὴ αἰωνιότητα ἐκεῖ ὅπου εἶναι ἀνέφικτο νὰ ὑπάρξη. Ὅμως δὲν ἀπαρνοῦμαι τίποτα, δὲν ξεχνάω τίποτα, δὲν ἀλλάζω τίποτα ποὺ μὲ ἑνώνει μὲ τὰ περασμένα. Ψάχνω γιὰ παλιὲς μανιάτικες - καὶ ὄχι μόνο μανιάτικες - λέξεις καὶ τὶς καταγράφω.

Κρατάω ζωντανὴ τὴν πατρογονική, ἴσως ἀκόμη καὶ «γονιδιακὴ» καχυποψία ἀπέναντι στὶς «μόδες». (Ξέρετε, πῆγε καὶ ἡ γραία Λιού, προπολεμικά, στὴν Καλαμάτα, ταξίδι ὁλόκληρο γιὰ νὰ παρευρεθῆ σὲ ἕνα γάμο. Εἶδε λοιπὸν ἐκεῖ νὰ χορεύουν φὸξ-τρότ. «Ἂμ τί εἶναι φτοῦνο;» ρώτησε κάποια νεαρή. «Εἶναι μόδα...» ἀπάντησε ἐκείνη. «Ἀμήηη!» ἔκανε ἡ Λιού. «Μόδα εἶναι παιδάτσι μου, νὰ πουτανέψουσι τὰ κορίτσια;...») Ὄχι ἐπειδὴ ἡ δυσπιστία ἀπέναντι στὶς μόδες εἶναι ὑποχρεωτικὰ «σωστή», ἀλλὰ ἐπειδὴ ἔτσι τὸ βρῆκα ἐγώ. Καὶ ἡ ἀντίστασή μου στὶς ἀλλαγὲς εἶναι μεγάλη, γιὰ λόγους ποὺ δὲν ξέρω νὰ ἐξηγήσω ἀλλὰ ΥΠΑΡΧΟΥΝ. Ἔτσι ἁπλά, ὑπάρχουν! Ὅπως ἀληθεύει καὶ τὸ ὅτι ἡ γλῶσσα λειτουργεῖ συχνὰ καὶ γιὰ τοὺς ἀγράμματους μὲ τρόπο σχεδὸν μεταφυσικό.

Ἀναφέρθηκα στοὺς Μανιάτες, ποὺ εἶχαν μέχρι σχετικὰ πρόσφατα ἐλάχιστες εὐκαιρίες γιὰ μόρφωση. Σὲ αἰῶνες σκλαβιᾶς, ἡ αὐτονομία τῆς Μάνης τῆς ἐπέτρεπε νὰ παρασκευάζη ἐξεγέρσεις κατὰ τῶν Τούρκων. Ὑπάρχει πληθώρα ἐγγράφων, ποὺ μᾶς διαφωτίζουν σχετικά. Σὲ αὐτά, συνήθως, ἡ ὀρθογραφία εἶναι ὄχι ἁπλὰ ἄγνωστη ἀλλὰ καὶ προφανῶς... «διακοσμητική». Βρίσκουμε στὴν ἴδια σελίδα τὴν ἴδια λέξη γραμμένη ἀπὸ τὸν ἴδιο ἄνθρωπο μὲ πέντε διαφορετικοὺς τρόπους! Αὐτὸ ὅμως δὲν ἐμπόδισε τὶς μοιρολογίστρες ποὺ βρέθηκαν ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς Μάνης γιὰ νὰ «κλάψουν» ἕνα δικό τους ποὺ εἶχε πεθάνει ἐκεῖ, νὰ ἐκφράσουν τὴ δυσφορία τους γιὰ τὰ σκώμματα ποὺ προκαλοῦσε ἡ ἰδιόρρυθμη λαλιά τους, μὲ τὸν ἑξῆς «δογματικὸ» τρόπο: «Στὸ διάβολο καὶ στὴν ὀργὴ νὰ πάη ἡ γλῶσσα ἡ βλάχικη κι ἐκεῖνοι ποὺ ἀναμπαίζουσι τὴ γλῶσσα τὴ μανιάτικη, ὁπού εἶν᾿ ἡ γλῶσσα τοῦ Θεοῦ»! Κάτι τέτοιο προσπάθησα παραπάνω νὰ ἐκφράσω λέγοντας ὅτι ἡ γλῶσσα εἶναι ὑπόθεση τῶν σπλάχνων καὶ τῆς καρδιᾶς καὶ αὐτὸ ἰσχύει ἀδιακρίτως γιὰ τοὺς ἔχοντες καὶ τοὺς μὴ ἔχοντες ἐπίσημη μόρφωση.

Διδάχθηκα ἑλληνικὰ ἀπὸ τοὺς γονεῖς μου, τοὺς ἐξαίρετους δασκάλους μου καὶ ἀπὸ τὰ βιβλία μὲ τὰ ὁποῖα μεγάλωσα, συνήθως γραμμένα μὲ τὴ φροντίδα ποὺ ἔκαναν τὶς δουλειές τους οἱ ἄνθρωποι προηγούμενων γενεῶν. Ἰδιωτικά, παραμένει γλῶσσα ΜΟΥ. Γράφω ἀκόμα καὶ μὲ τὶς βαρεῖες καὶ τὶς δασεῖες πάνω ἀπὸ τὸ ρὸ στὴν ἀρχὴ τῆς λέξης. Καὶ μὲ αὐτὴ τὴ γλῶσσα θὰ φύγω ἀπὸ τὸν κόσμο. Δὲν πρόκειται γιά... «σνομπάρισμα» οἱωνδήποτε προσώπων ἢ ἀπόψεων. Δὲν διανοοῦμαι - δὲν σκέφτηκα ἔτσι ποτέ μου - νὰ πῶ στοὺς εἰδικοὺς ἐπιστήμονες «στὴν πάντα ἐσεῖς, νὰ διδάξω ἐγώ». Ξέρω πὼς προσπαθοῦν νὰ κάνουν τὸ ἐπιστημονικό τους καθῆκον. Γενικά, μὲ ἐπιτυχία. Ἁπλά, ἡ ὀπτική τους γωνία εἶναι κατ᾿ ἀνάγκην συλλογικὴ - κοινωνικὴ καὶ ὄχι προσωπική.

Ἐγὼ ἀκόμα καὶ ἐδῶ στὸ «ΦΙΛΑΘΛΟ», ποὺ τὸν εὐγνωμονῶ γιὰ τὴν κατανόησή του, γράφω μια γλῶσσα ποὺ κάπως προσεγγίζει αὐτὴν ποὺ γράφω σπίτι μου. Τουλάχιστον ἀποφεύγω κάποια φρικαλέα «ει» ἐκεῖ ποὺ ἡ παρουσία τους μοῦ κάνει σὰν νύχια ποὺ ξύνουν τοῖχο ἀσβεστωμένο! Εἶναι μια πολυτέλεια ποὺ τὴ χαίρομαι!

Γράμματα διδάχθηκα. Καμμία δική μου μαγκιά, εἶχε ἀποφασισθῆ γιὰ μένα ἀπὸ τοὺς γονεῖς μου πολὺ πρὶν γεννηθῶ. Ἀξιώθηκα νὰ μπῶ στὴ Νομικὴ πρῶτος μὲ 38/40, ἀμέσως μόλις τελείωσα τὸ σχολεῖο. Μοναδικό μου φροντιστήριο ὁ φιλόλογος τοῦ σχολείου μου Εὐστράτιος Καλλαντζῆς, ἐπιστήμονας μεγάλης ἀξίας. Ὡστόσο, ἀπέναντι στὴ γλῶσσα δὲν στέκομαι ὡς κάποιος ποὺ ξέρει πέντε γράμματα. Στέκομαι ὡς ἁπλοϊκὸς πιστὸς μπροστὰ σὲ βωμό...


Νὰ κουραστοῦν λίγο οἱ Ἕλληνες... γιὰ νὰ μάθουν ἀρχαῖα Ἑλληνικά. Δὲν θὰ κρυώση ὁ κῶλος τους!

(Ἠλίας Μπαζίνας, «Φίλαθλος», 21-3-2008)

[...] Δὲν προσχωρῶ στὴ σχολὴ σκέψης ποὺ ψάχνει γιὰ μαγικὰ νοήματα μέσα στὶς λέξεις. Μοῦ φαίνεται ὅτι εἰσάγουν τὸν κίνδυνο νὰ ἐπικεντρωθοῦμε στὸ ἐργαλεῖο, τὶς λέξεις, καὶ νὰ ξεχάσουμε τὸν ἀντικειμενικὸ σκοπό, ποὺ εἶναι τὸ ἔργο, οἱ ἰδέες, ἡ ἐπικοινωνία. Ὡστόσο αἰσθάνομαι καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι ἕνα μέγιστο ἀγαθό, ποὺ μᾶς δένει ζωντανὰ μὲ τὴν ἀπαρχὴ τῶν πραγμάτων, μὲ τὴν ἐφηβικὴ ἡλικία τοῦ κόσμου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ μας.

Γι᾿ αὐτὸ θὰ τὸ ξαναπῶ, διαφωνῶ κάθετα μὲ ὅσους λένε: ΣΗΜΕΡΑ αὐτὸ τὸ λέμε πλέον διαφορετικὰ ἀπὸ παλιά! Ἂς τὸ κάνουμε «κανόνα»! Δέξου το ὅπως τὸ λέει ὁ κόσμος «σήμερα», μάστορα, ἂν εἶναι ἀπαραίτητο! Χωρὶς ὅμως νὰ ἐξαφανίζεται ὁ ἀρχαῖος κανόνας. Δὲν γίνεται νὰ κρατήσουμε τὴ γλῶσσα μας ΧΩΡΙΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ. Ἡ ἀττικὴ «διάλεκτος» εἶχε κανόνες, αὐστηροὺς καὶ ἀσφαλεῖς. Ὑπῆρχε τὸ ξεκάθαρα σωστὸ καὶ τὸ ξεκάθαρα λάθος.

Γλῶσσα χωρὶς ἀσφαλεῖς κανόνες εἶναι μια ἀστειότητα! Ὁ νεοελληνικὸς ἀχταρμὰς ΠΑΣΧΕΙ! Ὡστόσο, γιὰ λόγους πολιτικοὺς καὶ «κοινωνικούς», τὸν σεβόμαστε. Σὲ βαθμό, ποὺ τὸν κάναμε νὰ ἀποθρασυνθῆ καὶ νὰ ζητάει ὅλο καὶ περισσότερες παραχωρήσεις!

Ε, ΣΙΧΤΙΡ! (Γιὰ νὰ μιλήσουμε σὲ δυνατὰ «ἑλληνικά»!) Οὔστ! Θὰ βοηθήση λοιπὸν στὴ σημερινὴ ἄθλια εἰκόνα ΑΝ οἱ Ἕλληνες ἀναγκασθοῦν νὰ μαθαίνουν περισσότερα ἀρχαῖα στὰ σχολεῖα τους. ΠΩΣ; Νὰ μὴν «παραφορτώσουμε» τὰ μυαλὰ τῶν Ἑλλήνων; Οὔρτ! Ἂν δὲν ἀντέχουν νὰ ἀσχοληθοῦν μὲ τὴν πιὸ περήφανη κληρονομιά τους, τὴ γλῶσσα τους, δὲν μιλᾶμε γιὰ μυαλὰ ἀλλὰ γιὰ μυαλουδάκια. Τί θέλουν δηλαδὴ οἱ πίπηδες; Νὰ μὴ μαθαίνουν γράμματα; Νὰ θεοποιήσουμε τὴν ΜΗ ΠΑΙΔΕΙΑ; [...]

[... Ὁ Μπόστ ...]
[...] Ἐπειδὴ τὰ κείμενα τοῦ Μπὸστ ἦταν σὲ μαλλιαρὴ ψευτοκαθαρεύουσα, εἶχε περάσει στὸν κόσμο καὶ ἰδίως στοὺς «δικούς του», τοὺς ἀριστερούς, ὅτι ὁ προικισμένος εὐθυμογράφος σατίριζε τοὺς νεόπλουτους καὶ κατὰ βάση ἀγράμματους ἀστούς, ποὺ προσπαθοῦσαν νὰ μιλήσουν «καλὰ ἑλληνικά». Φυσικά, ὁ Μποστ, δούλευε τοὺς πάντες, δεξιούς, ἀριστεροὺς καὶ κεντρώους, πλούσιους καὶ φτωχούς! Γι᾿ αὐτόν, ὅλοι τὸ ἴδιο λοῦμπεν ἦταν. [...] Συνειδητοποίησα ὅτι ὁ Μποστ δὲν ἔκανε ἁπλῶς πλάκα. Ἀσκοῦσε σκληρὴ πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ κριτική! Καὶ ἡ μπάλα ἔπαιρνε ὅλους ὅσοι ἀσχημονοῦσαν σὲ βάρος τῆς γλώσσας, ἑνὸς θησαυροῦ, ποὺ ἐπέζησε 4000 χρόνια μὲ ΛΙΓΕΣ ἀλλαγές! (Γιὰ ὅσους καταλαβαίνουν.) [...] Ἐλπίζω αὔριο νὰ μπορέσω νὰ δώσω παραδείγματα. Πάντα πάνω στὸ κεντρικὸ μοτίβο «ΠΕΙΔΗΞΕ ΚΕΣΥ ΤΗ ΓΛΟΣΑ ΤΟΜΠΡΟΓΟΝΩΝ ΣΟΥ! ΜΠΟΡΗΣ!»


Τὰ αὐτιὰ οὖς καὶ τὰ μάτια φθαρμούς... Καὶ ἡ πούστρα ὁ φορβάδος μὲ τὸ πόδι τῆς φοράδος!

(Ἠλίας Μπαζίνας, «Φίλαθλος», 22-3-2008)

[... Ἀπὸ τὴν θητεία τοῦ Ἠλία Μπαζίνα στὸ Πολεμικὸ Ναυτικό ...] Τὸ παράγγελμα «ἐγέρθητι» εἶχε γίνει... ἐπίθετο, «ὁ ἐγέρθητος». Ὅσους κι ἂν ρώταγα ἀπὸ τοὺς προπαιδευτές, κανένας δὲν ἤξερε ὅτι τὸ ἐγέρθητι εἶναι προστακτικὴ καὶ γράφεται «ἐγέρθητι». Ὅλοι ἔγραφαν «ἐγέρθητοι». Ἐντεῦθεν καὶ ἀπόλυτα λογικὴ παρεξήγηση «γιατί δὲν εἶσαι ἐγέρθητος, ναύτη;...» Κάναμε καὶ ἐκπαίδευση μὲ ὄπλα καὶ «πραγματικὰ πυρά», μῦγα μῆσο! Στὸ παράγγελμα «σκοπεύσατε» ἔπρεπε νὰ ἀπαντήσουμε «εἶδον». Ἐκεῖνο τὸ «εἶδον» οὔτε ΕΝΑΣ δὲν τὸ ἀντιλαμβανόταν μὲ τὴ σωστή του ὀρθογραφία. Πῆρα ὅλες τὶς δυνατὲς ἀπαντήσεις! Ἤδων, ἦδον, οἴδων, οἶδον, ἴδον, ἀκόμα καὶ ὕδων, ποὺ «ἔφερνε» πρὸς τὸ «ὕδωρ». Κάναμε καὶ ἀσκήσεις μέ... ξιφολόγχη. Ρώτησα μερικοὺς πῶς ἀντιλαμβανόντουσαν τὸ μεγαλειῶδες παράγγελμα «κατὰ πρηνοῦς νύξατε...» Κατάλαβα ἔγκαιρα τὴν γελοιότητα τοῦ ἐγχειρήματος καὶ τὰ παράτησα.

Ζούσαμε, ἀκόμα τότε, ἁρμονικὰ μὲ τὶς ἀντιφάσεις μας. Καὶ τὴ θητεία τὴ βλέπαμε σὰν μιὰ σημαντικὴ ὑποχρέωση ποὺ ἔπρεπε νὰ ἐκπληρωθῆ, ὄχι σὰν προετοιμασία γιὰ πόλεμο. Δὲν ἔμοιαζε τότε πιθανὸς ὁποιοσδήποτε πόλεμος. Ἦταν μιὰ ἁγνὴ ἐποχή, σὲ σύγκριση μὲ ὅ,τι ἀκολούθησε. [...] Ὁ στρατὸς ἦταν «χάσιμο χρόνου» γιὰ τοὺς λίγους σχετικά, ποὺ εἶχαν τὰ «φοβερὰ» σχέδια γιὰ τὸ χρόνο τους! Γιὰ τοὺς πολλοὺς ἦταν συχνὰ ἕνα καλοδεχούμενο διάλειμμα στὴ ζωή. Συντροφικότητα, πλάκα, ἐμπειρίες, ἀσικλίκι. [...] Τὸ θυμᾶμαι μὲ ἀγάπη καὶ δὲν ξέρω κληρούχα ποὺ νὰ μὴν τὸ θυμᾶται μὲ ἀγάπη. Μέσα στὸ πλαίσιο τοῦ καθημερινοῦ χαβαλέ, ἦταν καὶ ἡ πλάκα, ποὺ σπάγανε ὅσοι ἤξεραν γράμματα μὲ τὴ «γλῶσσα» τοῦ στρατοῦ. [...]

Σὲ μιὰ ἄλλη περήφανη στιγμή, ἕνας «βαλές», τουτέστιν «ἀνθυποκελέας», προσπαθοῦσε νὰ ἐξηγήση στοὺς ἄντρες ἕνα πατριωτικὸ ἀνάγνωσμα, μὲ Τούρκους, Σουλιῶτες καὶ ἀλόγατα, ὅπου ὑπῆρχε ἡ φράση «ἐνεπλάκη ὁ ὀπίσθιος ποὺς τῆς φορβάδος...» (Μεταφρασιόν: Μπλέχτηκε τὸ πίσω πόδι τῆς φοράδας.) Ὁπότε ἕνας δίπλα μου ἀπεφάνθη: «Ἐγὼ πάντα τό ᾿λεγα ὅτι εἶναι πούστρα αὐτὸς ὁ Φορβάδος!»

Ὁ Στέφανος ὁ Μάνος, μὲ τὸν ὁποῖο εἴμαστε κληροῦχες καὶ φίλοι, ἔκανε πείραμα. Χαιρετοῦσε... βγάζοντας τὸ καπέλο ἀ λὰ γαλλικά! Ἤθελε νὰ δῆ στὶς πόσες φορὲς θὰ τοῦ ἔκαναν παρατήρηση! Ἄργησαν κάμποσο. Μιὰ τέτοια ἐκδήλωση, προκεχωρημένου πολιτιστικοῦ ἐπιπέδου, τοὺς σάστιζε. [...]

Μὴ νομισθῆ, πάντως, πὼς τὰ χειρότερα ἑλληνικὰ ποὺ ἔχω ἀκούσει τὰ ἄκουσα στὸ στρατό. Τὰ χειρότερα τὰ ἔχω ἀκούσει ἀπὸ τοὺς ἐκπροσώπους τῶν κομμάτων. Ὄχι τόσο ἐπειδὴ κακοποιοῦν τὴ γλῶσσα, ἂν καὶ τὸ ἔχουμε δεῖ καὶ αὐτό. Κακοποιοῦν τὴ νοημοσύνη καὶ τὴ σοβαρότητα.


Μὲ τὸ λυχνάρι ἕναν ἄνθρωπο στοὺς εἴκοσι... ποὺ νὰ ξέρη κατὰ προσέγγιση τὴ σημασία τῆς λέξης «ἰταμὸς»

(Ἠλίας Μπαζίνας, «Φίλαθλος», 23-3-2008)

Ἐκεῖνο τὸ «τοῦ τριπλοῦν» ἠχεῖ σὰν ρέψιμο ρινόκερου σὲ χῶρο περισυλλογῆς καὶ λατρείας! Δὲν ξέρω ἂν ὑπάρχη κάποιος ποὺ τὸ λέει καὶ τὸ γράφει σωστά, «τὸ τριπλοῦν, τοῦ τριπλοῦ». [...] Τὸ τριπλοῦν εἶναι ἰδιαίτερα φρικτό! Στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, τὰ οὐσιαστικὰ καὶ τὰ ἐπίθετα ΚΛΙΝΟΝΤΑΙ. Δὲν ἦρθε ἀκόμα ἡ ὥρα ποὺ θὰ ποῦμε ὁ ἄνθρωπος, τοῦ ἄνθρωπος, τὸν ἄνθρωπος. [...] Μοῦ ᾿ρχεται νὰ γράψω: «Τὸ Σάββατο, 21 Ὀκτώμβριου, στὰ γενέθλια τοῦ διευθύνων σύμβουλου κ. Ρέλου, ὁ προέδρος καὶ πολὺ διακριθέντας ἀνθρῶπος καὶ φιλάθλος κ. Θεόκουλος παρέθεσε σκορδοστούμπενναχτ μὲ πατσάν, ποὺς καὶ βραστερὰς φακάς. Οἱ προσκληθεῖς δήλωσαν ἐνθουσιῶδες ἀπὸ τὸ μενού.» ΑΝ τοὺς εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατο νὰ κλίνουν τὸ «τριπλοῦς», «τριπλοῦν», «ἁπλοῦς» κ.λπ. (ΜΗ μοῦ ποῦν πὼς δὲν ξέρουν τὴ λέξη ἁπλοῦς, ἀφοῦ λένε ἁπλούστερος, ἁπλούστατος καὶ ΟΧΙ ἁπλότερος, ἁπλότατος...) ἂς τό... ἁπλοποιήσουν! Ἂς τὸ λένε «τριπλὸ ἅλμα», νὰ ξεμπερδεύουμε. Τότε πλέον θὰ λένε «τοῦ τριπλοῦ»! Ἢ ὄχι; Μήπως θὰ λένε καὶ τότε «τοῦ τριπλό»; Ὅλα νὰ τὰ περιμένη κανείς.

Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ χρησιμοποιεῖς ἕναν ἀρχαῖο τύπο, νομίζω πὼς ὀφείλεις νὰ ἀκολουθῆς καὶ τοὺς ἀντίστοιχους κανόνες. Καὶ νὰ κλίνεις τὶς λέξεις ποὺ κλίνονται. [...]

Δὲν ἔχει τελειωμὸ αὐτὴ ἡ κουβέντα. Καμμιὰ ἄλλη φορά, θὰ ἐπιχειρήσουμε νὰ προσεγγίσουμε, ὅσο γίνεται, τὸ φαινόμενο τοῦ πῶς οἱ Ἕλληνες ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝ τὴ γλῶσσα. Ξεκινώντας ἀπὸ τὸν ἐμετικὸ βερμπαλισμὸ κάποιων πολιτικῶν...

7 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Καλά τα γράφεις ρε φίλε αλλα το πουλί πέταξε. Τα χρόνια που δίδασκαν σωστά τη γλώσσα με κανόνες όπως λες και αποστηθίσεις πολλών κειμένων και στίχων μαζί πέρασε ανεπιστρεπτί.
Τώρα σου λέει ο δάσκαλος "να μην τα κουράζουμε και πολύ τα παιδιά δεν κάνει" και πάς σπίτι και ακούς το παιδί σου να μπορεί άνετα να αποστηθίσει ολόκληρα κατεβατά στίχων από τα μοντέρνα τραγούδια που κυκλοφορούν και δεν έχουν και κανένα νόημα.
Είδα την εκπομπή του Χαρδαβέλα που έβαλες και άκουσα την Ειρήνη Μαυροπούλου άν δεν κάνω λάθος το όνομά της. Η γυναίκα είπε ότι σήμερα ΔΕΝ ΔΙΔΑΣΚΟΥΝ ΟΙ ΔΑΣΚΑΛΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ ΟΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ, γιαυτό και κυκλοφορεί τόση αμορφωσιά και ακαλλιέργεια. -και βλακεία μπορώ να πω.
Τη γλώσσα τελικά δεν μας δώσαν ελληνική και συνεχίζουν να πειραματίζονται πάνω στη νέα γενιά.
Όποιος γονιός καταλαβαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά και έχει κυρίως την οικονομική δυνατότητα βοηθάει κάπως τα παιδιά του. Αγοράζει βιβλία, τα προτρέπει να ασχοληθούν σοβαρά με τη γνώση, ή πληρώνει ως είθισται πλέον καλούς δασκάλους για να αντικαταστήσουν στην ουσία το μάθημα που γίνεται ή ΔΕΝ γίνεται στο σχολείο.
Οι υπόλοιποι γονείς που μόλις και μετά βίας βγάζουν τον άρτον τον επιούσιον....άστο να πάει...
Το μόνο ίσως καλό τελευταία είναι που βάλαν τα αρχαία να διδάσκονται από την πρώτη τάξη του γυμνασίου.
Όμως φαίνεται ότι δεν αρκεί κι αυτό.

Ανώνυμος είπε...

Ενδιαφέροντα τα γλωσσικά αρθράκια.
Γνωρίζεις μήπως πόσες είναι οι λέξεις της ελληνικής και πόσοι οι λεκτικοί τύποι;


Ν. Κ.

Ανώνυμος είπε...

Έχω ακόμη δύο πράματα να σε ρωτήσω Καλλίμαχε, αν μου επιτρέπεις.

Το ένα είναι τεχνικής φύσεως ας πούμε και αφορά την διεύθυνση και τα στοιχεία ημών των αναγνωστών και σχολιαστών.
Σε ρωτώ ευθέως:
μπορείτε εσείς που έχετε ένα ιστολόγιο να ανιχνεύσετε με ακρίβεια την προέλευση των ανωνύμων και των σχολιαστών, οι οποίοι δεν έχουν ιστολόγιο;


Το δεύτερο έχει να κάνει με τη λογική των κουλτουριάρηδων ή «θολοκουλτουριάρηδων», όπως συνήθως ονομάζονται και έχει σχέση με το θέμα σου περί ελληνικής γλώσσας.

Ως γνωστόν, ο θολοκουλτουριάρης εμφανίζει την αριστερίζουσα τάση ενασχόλησης με τον πολιτισμό, ενώ από την άλλη τον χαρακτηρίζει ξενομανία και ταυτόχρονα ένα αίσθημα αποστροφής προς ό, τι είναι ελληνικό ή θυμίζει την Ελλάδα και τον ελληνισμό.

Η απορία μου είναι η εξής,
πώς γίνεται τέτοιου είδους άνθρωποι, ενώ ασχολούνται με τον πολιτισμό, κυρίως δε με τη γλώσσα που είναι και το βασικότερο στοιχείο πολιτισμού, και έχουν διαβάσει πλήθος κειμένων που ανήκουν όχι μόνο στην λογοτεχνική περίοδο μετά την τουρκοκρατία και την μετά αυτής εποχή, αλλά και κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, τα οποία απαιτούν φυσικά ανώτερο γλωσσικό επίπεδο από αυτό του μέσου έλληνα πολίτη και τα οποία κείμενα – υποθέτω- έχουν υποβάλει σε κριτική βάσανο, να παρουσιάζουν ωστόσο κάθε φορά και κάθε στιγμή δοθείσης ευκαιρίας την τόσο αποκρουστική στάση να υποτιμούν το μεγαλείο της ελληνικής γλώσσας, λοιδορώντας όσους την εκθειάζουν, αρεσκόμενοι μάλιστα να κρύβουν επιμελώς την «πηγή» της γλωσσικής μόρφωσής τους;

Δεν πρόκειται για μια μορφή υποκρισίας;

Το κακό επίσης είναι ότι ενώ εμφανίζονται ως γνώστες της ελληνικής, βλέπουν πάντοτε με κακό μάτι ή αφ΄ υψηλού όσους δεν έτυχε να την κατέχουν και δεν την καλλιέργησαν όσο θα έπρεπε. Κι εδώ ακριβώς, πολλές φορές στο στόχαστρό τους μπαίνει και η νέα γενιά.

Πόσες φορές δεν χλέυασαν τους νέους βρίσκοντας πολύ φτωχό –αλήθεια δυστυχώς- το λεξιλόγιό τους και δεν αναλώθηκαν σε ανούσιες αναλύσεις επί αναλύσεων για το περίεργο κατ’ αυτούς φαινόμενο;

Πόσες φορές από την άλλη άραγε παραδέχτηκαν δημόσια ότι το φαινόμενο της γλωσσικής πενίας και κατ’ επέκταση της σύνολης μάθησης σχετίζεται στην ουσία με λαθεμένες πολιτικές επιλογές, τακτικές και συστήματα, τα οποία είχαν σαν αφετηρία την εξίσου λαθεμένη αντίληψή τους ότι κάθετί ελληνικό είναι περιττό ή ακόμη και αποφευκτέο;

Το πρόβλημα είναι τελικά πως «τέτοιοι» υπάρχουν πλέον παντού: στην εκπαίδευση, στη διανόηση, στην τέχνη, στη δημοσιογραφία, και προβάλονται κατ’ εξακολούθησιν από την τηλεόραση και γενικά τα Μ. Μ .Ε..

Ειλικρινά αδυνατώ να εξηγήσω το φαινόμενο αυτό.
Καμιά φορά μου δίνουν την εντύπωση ότι δεν αγαπούν αρκετά όχι την Ελλάδα, αλλά τον ίδιο τους τον εαυτό.


Ν. Κ.
(αναγνώστρια)

Φειδίας είπε...

Τὸ λεξικὸ Liddell-Scott-Jones τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς περιλαμβάνει 136.292 λήμματα. Τὸ TLG index (ἔκδοσις E) (ἀρχαία Ἐλληνικὴ μέχρι τὸν 6ο μ.Χ. αἰ.) περιλαμβάνει περίπου 1.200.000 διακριτοὺς λεκτικοὺς τύπους (συμπεριλαμβανομένων καὶ μερικῶν πλεονασμῶν, ὅπως ἀνορθογραφιῶν, συντομογραφιῶν κ.ἄ.) Πολὺ μεγάλος ἀριθμός γιὰ ἀρχαία γλῶσσα (μὴ ἐμπλουτιζομένη πλέον, καὶ σωζόμενη μόνον σὲ λίγα κείμενα, ὅσα περίπου τὸ ἐτήσιο σῶμα σήμερα μιᾶς ἐφημερίδος - οὔκ ἐν τῷ πολλῷ τὸ εὖ!) Ἐπομένως, ἡ σημερινὴ Ἑλληνική, καὶ μᾶλλον ἡ μία καὶ ἀδιαίρετος Ἑλληνική, ἔχει πολὺ περισσότερες λέξεις.

(Μερικοὶ στὸ παρελθὸν εἶχαν μπερδέψει τὸν ἀριθμὸ τῶν λημμάτων τοῦ TLG μὲ τὸ σύνολο τῶν λέξεων (ὄχι διακριτῶν) τοῦ σώματος τῶν κειμένων αὐτοῦ (70.000.000 στὴν ἔκδοσι E, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς), καὶ κυκλοφοροῦσε ὁ τελευταῖος ἀριθμὸς καὶ σὲ ἕνα ἀνυπόγραφο καὶ ἐν πολλοῖς ἀσυνάρτητο μήνυμα, μαζὶ μὲ φῆμες περὶ κάποιου ἀνυπάρκτου προγράμματος «Hellenic Quest». Ἔτσι, δυστυχῶς, ἂν καὶ μερικὰ ἀπὸ τὰ ἀναγραφόμενα στὸ μήνυμα ἐκεῖνο εἶχαν πραγματικὴ βάσι, οἱ ὑπόλοιπες ἀσυναρτησίες ἔδωσαν ἀφορμὴ στοὺς κακοθελητὲς νὰ γελοιοποιήσουν τὸ ὅλο θέμα. Ἡ Ἑλληνικὴ Ἱστορία καὶ ἡ Γλῶσσα, ὅμως, ἔχουν τόσα πολλὰ πραγματικὰ στοιχεῖα γιὰ νὰ μᾶς δίνουν ὑπερηφάνεια καὶ χρέος καὶ ἔμπνευσι γιὰ τὸ μέλλον, ὤστε τὰ παραμύθια περιττεύουν.)

Εἶναι ἐκτὸς τόπου καὶ χρόνου ἡ σύγκρισις τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς μὲ τὰ σημερινὰ διεθνῆ ἀγγλικά, τὰ ὁποῖα ἐγγράφουν συνεχῶς ὅλους τοὺς νεολογισμοὺς καὶ τοὺς τεχνικοὺς ὅρους τῆς γιγάντιας παγκοσμίου παραγωγῆς γραπτοῦ καὶ προφορικοῦ λόγου τῆς ἐποχῆς μας. Πάντως, ὅπως ἔδειξε ἡ ἔρευνα τοῦ Ἀριστείδη Κωνσταντινίδη («Ἡ οἰκουμενικὴ διάσταση τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσας» [agrino.org] [agrino.org] [apodimos.com] [Γ. Μπαμπινιώτης]), πάνω ἀπὸ τὸ 1/4 τῶν ἀγγλικῶν λέξεων (42.914 ἀπὸ τὶς 166.724 τοῦ Merriam- Webster) ὲἶναι ἀμιγεῖς ἑλληνικές (καὶ ἀκόμη περισσότερες κατὰ τὸ ἥμισυ τουλάχιστον ἑλληνικὲς ἢ ἑλληνογενεῖς).

Φειδίας είπε...

Συγγνώμη ποὺ καθυστέρησα να ἀπαντήσω.
Ὁ Blogger, τὸ Blogspot δηλαδή, δὲν σημειώνει πουθενὰ τὸ ip τοῦ ὑπολογιστοῦ ἀπὸ ὅπου ἔγινε τὸ σχόλιο. Οὔτε στὸ header τοῦ ἐνημερωτικοῦ μηνύματος ποὺ στέλνει σὲ κάθε σχόλιο δὲν τὸ βρῆκα. (Ἀλλὰ δὲν εἶμαι βέβαιος. Θὰ τὸ ψάξω, καὶ ἂν κάποιος ἐν τῷ μεταξὺ ξέρει κάτι περισσότερο, ἂς μᾶς πεῖ.)
Ἀντιθέτως, τὸ Wordpress τὸ δίνει στὸ πιάτο: Ὁ χρήστης Anonymous ἀπὸ τὸ ip χχχ.χχχ.χχχ.χχχ ἔκανε σχόλιο.
(Δηλαδή, ὅταν κάνεις ἕνα σχόλιο, ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ ἱστολογίου μπορεῖ νὰ δῇ τὸ ip, τὴν διεύθυνσι τοῦ ὑπολογιστὴ ἀπὸ ὅπου ἔστειλες τὸ σχόλιο. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ εἶναι εἴτε μιὰ τυχαία διεύθυνσι τοῦ παρόχου σου (dynamic ip τῆς Forthnet ἢ τῆς Otenet π.χ. - μιὰ τέτοια διαφορετικὴ κάθε φορὰ παίρνεις κάθε φορὰ ποὺ ἀνάβεις τὸ μόντεμ), καὶ πέραν τούτου οὐδὲν (ὁπότε ξέρουμε ὅτι ἄφησε σχόλιο κάποιος συνδρομητὴς Forthnet ἢ Otenet, καὶ τίποτε ἄλλο), ἤ, ἐὰν γράψῃς ἀπὸ ὑπολογιστὴ ἰδρύματος ἢ ἐταιρείας μὲ μόνιμη σύνδεσι (static ip), ξέρουμε τὸ ἴδρυμα καὶ τὸν συγκεκριμένο ὑπολογιστή. Αὐτὰ γιὰ τὸ Wordpress, εἴπαμε, στον Blogger, ὅπως ἐδῶ, δὲν ξέρουμε τίποτε.)

Ὅσο γιὰ τὸ σχόλιο περὶ κουλτουριαραίων, πολὺ ἐνδιαφέρουσες οἱ σκέψεις σου καὶ ἀξίζουν περισσότερη συζήτησι... Στὸ τέλος, μᾶλλον δίνεις καὶ τὴν ἀπάντησι: «Καμιά φορά μου δίνουν την εντύπωση ότι δεν αγαπούν αρκετά όχι την Ελλάδα, αλλά τον ίδιο τους τον εαυτό.» Σύμπλεγμα μειονεξίας, ἀκριβῶς. Ἀφ᾿ ἑνὸς ἡ κληρονομιὰ τῶν προγόνων μας μᾶς πέφτει βαριά («Ξύπνησα μὲ τὸ μαρμάρινο τοῦτο κεφάλι στὰ χέρια ποὺ μοῦ ἐξαντλεῖ τοὺς ἀγκῶνες καὶ δὲν ξέρω ποῦ νὰ τ᾿ ἀκουμπήσω», λέγει ὁ Σεφέρης) (ἐν μέρει φυσιολογικό αὐτό), ἀφ᾿ ἐτέρου κάποιο σύμπλεγμα μειονεξίας ἡμῶν τῶν... ἀκατάλληλων γιὰ αὐτὴ τὴν κληρονομιὰ ἔναντι τῶν «πολιτισμένων Εὐρωπαίων», καὶ ἡ περιφρόνησι (ἐλιτίστικη καὶ ἀντιδημοκρατικὴ) τοῦ «ἀμόρφωτου λαοῦ», ἀπὸ τὸν ὁποῖον μπορεῖ ἴσως κάποιοι νὰ ξεχώρισαν ἀλλὰ ξέρουν ὅτι κατὰ βάθος σάρκα ἀπὸ τὴν σάρκα του παραμένουν (καὶ τὸ βλέπουν ὡς κουσούρι)... Ἐν τέλει, τί τὰ θέλουμε ὅλα αὐτὰ τὰ ἑλληνικά; Ἀφοῦ θὰ ζοῦμε, θὰ τρῶμε, θὰ ἀφοδεύουμε, θὰ ἀναπαραγόμεθα -κι αὐτὴ ἡ φράσι τοῦ Μπαζίνα εἶναι-, τὸ Ἕλληνες μᾶς μάρανε; Ἀλλὰ ἔλα ποὺ ἄμα χάσουμε κάποιες ἀξίες, κάποιον τρόπο νὰ βλέπουμε τὸν κόσμο καὶ τὴν ζωή, ὅλα αὐτὰ ποὺ κουβαλᾶμε ἀπὸ πολὺ παλιά, στὸ τέλος καὶ τὰ ἁπλὰ τῆς καθημερινότητας χωρὶς νόημα, ἀφόρητα καὶ καθόλου ἁπλὰ θὰ γίνουν;

Ανώνυμος είπε...

«Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια
που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού
να τ’ ακουμπήσω…»
(Σεφέρης)



Κι αν έρθουν μόνο κι άλλα χέρια,
κι άλλοι αγκώνες,
να στηρίξουν το φορτίο
-μαζί-,
θά ’ναι τότε πιο λαφρύ
και πάλι θά βρει θέση…

:)

Ν. Κ.

Κόκκινη Πιπεριά είπε...

Καλίμαχε γεια χαρά. Εχουμε καιρό να τα πούμε. Βρήκα ευκαιρία με το κείμενο για τον Ηλία Μπαζίνα, τον οποίο και εγώ διαβάζω και εκτιμώ. Ολα καλά; Πήγες διακοπές; θα πας; Γράψε κανένα σχολιάκι, μην σνομπάρεις την "Πιπεριά". (πλάκα κάνω...) Τα λέμε...