«Tὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική· τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου. Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου.» (Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἄξιον ἐστί»)

Σελίδες Πατριδογνωσίας - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

Γειά καὶ χαρά σου, αἴγαγρε!

Τοῦ αἰγάγρου

Ὁ Ἀνδρέας Ἐμπειρίκος σὲ πανικὸν (ἤτοι ἐκ τοῦ Πανός) οἶστρον.

Πήδηξε ὁ αἴγαγρος καὶ στάθηκε σὲ μιὰ ψηλὴ κορφή. Στητὸς καὶ ρουθουνίζοντας κοιτάζει τὸν κάμπο καὶ ἀφουγκράζεται πρὶν ἄλλο σκίρτημα σὲ ἄλλη κορφὴ τὸν πάῃ.

Τὰ μάτια του λάμπουν σὰν κρύσταλλα καὶ μοιάζουν μὲ μάτια ἀετοῦ, ἢ ἀνθρώπου ποὺ μέγας οἶστρος τὸν κατέχει. Τὸ τρίχωμά του εἶναι στιλπνὸ καὶ ἀνάμεσα στὰ πισινά του πόδια, πίσω καὶ κάτω ἀπ’ τὸ κεντρί του, τὸ μέγα σήμαντρον τῆς ἀπολύτου ὀρθοδοξίας ταλαντευόμενον σὲ κάθε σάλεμά του, βαριὰ καὶ μεγαλόπρεπα κουνιέται.

Κάτω ἐκτείνεται ὁ κάμπος μὲ τὰ λερὰ μαγνάδια του καὶ τὶς βαρειὲς καδένες.
Ὁ αἴγαγρος κοιτάζει καὶ ἀφουγκράζεται. Ἀπὸ τὸν κάμπο ἀνεβαίνει μιὰ μυριόστομη κραυγὴ ἀνθρώπων πνευστιώντων.

«Αἴγαγρε! Αἴγαγρε! Ἔλα σὲ μᾶς γιὰ νὰ χαρῆς καὶ νὰ μᾶς σώσῃς.»

Ὁ αἴγαγρος κοιτάζει καὶ ἀφουγκράζεται. Ὅμως δὲν νοιάζεται καθόλου γιὰ ὅλου τοῦ κάτω κόσμου τὴν βοὴ καὶ τὴν ἀντάρα. Στέκει στητὸς στὰ πόδια του, καὶ ὅλο μυρίζει τὸν ἀέρα, σηκώνοντας τὰ χείλη του σὰν σὲ στιγμὲς ὀχείας.

«Αἴγαγρε! Αἴγαγρε! Ἔλα σὲ μᾶς γιὰ νὰ εὐφρανθῆς καὶ νὰ μᾶς σώσῃς. Θὰ σὲ λατρέψουμε ὡς Θεό. Θὰ κτίσουμε ναοὺς γιὰ σένα. Θἄσαι ὁ τράγος ὁ χρυσός! Καὶ ἀκόμη θὰ σοῦ προσφέρουμε πλούσια ταγὴ καὶ ὅλα τὰ πιὸ ἀκριβὰ μανάρια μας… Γιὰ δές!»

Καὶ λέγοντας οἱ ἄνθρωποι τοῦ κάμπου ἔσπρωχναν πρὸς τὸ βουνὸ ἕνα κοπάδι ἀπὸ μικρὲς κατσίκες σπάνιες, ἀπὸ ράτσα.

Ὁ Αἴγαγρος στέκει ἀκίνητος καὶ ὀσμίζεται ἀκόμη τὸν ἀέρα. Ἔπειτα, ξαφνικά, ὑψώνει τὸ κεφάλι του καὶ ἀφήνει μέγα βέλασμα, ποὺ ἀντηχεῖ ἐπάνω καὶ πέρα ἀπ’ τὰ φαράγγια σὰν γέλιο λαγαρό, καὶ μονομιᾶς, μὲ πήδημα γοργό, σὰν βέλος θεόρατο ἢ σὰν διάττων, ἀκόμη πιιο ψηλὰ πετιέται.

Γειά καὶ χαρά σου, Αἴγαγρε! Γιατί νὰ σοῦ φαντάξουν τὰ λόγια τοῦ κάμπου καὶ οἱ φωνές του; Γιατί νὰ προτιμήσῃς τοῦ κάμπου τὰ κατσίκια; Ἔχεις ὅ,τι χρειάζεσαι ἐδῶ καὶ γιὰ βοσκὴ καὶ γιὰ ὀχεῖες καὶ κάτι παρὰ πάνω, κάτι πού, μά τὸν Θεό, δὲν ἤκμασε ποτὲ κάτω στοὺς κάμπους -ἔχεις ἐδῶ τὴν Λευτεριά!

Τὰ κρύσταλλα ποὺ μαζώχθηκαν καὶ φτιάξαν τὸν Κρυστάλλη, ὁ Διονύσιος Σολωμὸς ὁ Μουσηγέτης, ὁ Ἀνδρέας ὁ πρωτόκλητος καὶ πρωτοψάλτης Κάλβος, ὁ Περικλῆς Γιαννόπουλος ποὺ ἑλληνικὰ τὰ ἤθελε ὅλα κ’ ἔκρυβε μέσα του, βαθιά, μία φλογερὴ ψυχὴ Σαβοναρόλα, ὁ μέγας ταγὸς ὁ Δελφικός, ὁ Ἀρχάγγελος Σικελιανὸς ποὺ ἔπλασε τὸ Πάσχα τῶν Ἑλλήνων καὶ ἀνάστησε (Πάσχα καὶ αὐτὸ) τὸν Πάνα, ὁ ἐκ τοῦ Εὐξείνου ποιητὴς ὁ Βάρναλης ὁ Κώστας , αἱ βάτοι αἱ φλεγόμεναι, ὁ Νῖκος Ἐγγονόπουλος καὶ ὁ Νικήτας Ράντος, ὁ Ὀδυσσεὺς Ἐλύτης, ποὺ τὴν ψυχὴ του βάφτισε στὰ ἰωνικὰ νερὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἀρχιπελάγους, ὁ ἐκ Λευκάδος ποιητής, αὐγερινὸς καὶ ἀποσπερίτης, ὁ Νάνος Βαλαωρίτης, αὐτοὶ καὶ λίγοι ἄλλοι, αὐτοὶ ποὺ πῆραν τὰ βουνά, νὰ μὴν τοὺς φάη ὁ κάμπος, δοξολογοῦν τὸν οἶστρο σου καὶ τὸ πυκνό σου σπέρμα, γιὲ τοῦ Πανὸς καὶ μίας ζαρκάδας Ἀφροδίτης.

Γειά καὶ χαρά σου, Αἴγαγρε, ποὺ δὲν ἀγαπᾶς τοὺς κάμπους ! Τί νὰ τοὺς κάνῃς; Ὁ ἥλιος ἐδῶ, κάθε πρωί, σηκώνεται ἀνάμεσα στὰ κέρατά σου! Στὰ μάτια σου λάμπουν οἱ ἀστραπὲς τοῦ Ἰεχωβὰ καὶ ὁ ἵμερος ὁ ἄσβηστος τοῦ Δία, κάθε φορά ποὺ σπέρνεις ἐδῶ, στὰ θηλυκά σου, τὴν ἔνδοξη καὶ ἀπέθαντη γενιά σου!

Γειά καὶ χαρά σου, Αἴγαγρε, ποὺ δὲν θὰ πᾶς στοὺς κάμπους! Γειά καὶ χαρά σου, ποὺ πατᾶς τὰ νυχοπόδαρά σου στῶν ἀπορρώγων κορυφῶν τὰ πιὸ ὑψηλὰ Ὡσαννά!

Εἶπα καὶ ἐλάλησα, Αἴγαγρε, καὶ ἁμαρτίαν οὐκ ἔχω.

(Ἀνδρέας Ἐμπειρίκος, «Τοῦ αἰγάγρου»,  ἀπὸ τὴν «Ὀκτάνα», Γλυφάδα, 12-7-1960)

(Ἀπὸ τὸ ἱστολόγιον «Ἀρετή ΚΑΙ Τόλμη» καὶ τὸ ΥπΠο/ΕΚεΒι/Ἔτος Ἐμπειρίκου 2001.)


* * *

Γειά καὶ χαρά σου, αἴγαγρε, ποὺ δὲν ἀγαπᾷς τοὺς κάμπους

Βοσκοὶ στὴν κορυφὴ τοῦ Παρνασσοῦ (φωτ. Frédéric Boissonnas, 1903)

Τὸ 1966 ὁ Ἀλέξης Δαμιανὸς γυρίζει τὴν περίφημη ταινία του, «Μέχρι τὸ πλοῖο».

Ἡ καθοδική, καὶ πτωτική, πορεία τοῦ ἀνθρώπου, ἀπὸ τὴν αὐθεντικότητα, μοναξιὰ καὶ ἐλευθερία τοῦ σκληροῦ καὶ κακοτράχαλου ἀλλὰ ἁγνοῦ ὄρους, στὴν εὐκολία τοῦ κάμπου καὶ στὴν ἀλλοτρίωσι, στὴν παρακμή, καὶ ἴσως μεγαλύτερη μοναξιά, τῆς πόλης, τοῦ λιμανιοῦ, τελικῶς τῆς ξενιτιᾶς...

Στὶς κορυφὲς τῶν βουνῶν, ἡ αὐθεντικότητα, ἡ ἐλευθερία. Ἴσως, ὅμως, μόνον γιὰ τὸν ὑπεράνθρωπο; Ἢ για τὸν ἀετὸ τοῦ Ὀλύμπου τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ, ἢ τὸν Αἴγαγρο τοῦ Ἐμπειρίκου. Ὁ ἥρωάς μας ἀναγκάζεται νὰ κατεβῇ χαμηλότερα.
«Ὅλοι ἐμεῖς κατρακυλᾶμε καὶ ξενιτευόμαστε σὰν τὰ κοτρώνια ποὺ ἄμα καὶ ξεριζωθοῦμε κατρακυλᾶμε στὸ καταράχι.»

Ἐργάζεται σκληρὰ στὸ σιδεράδικο τοῦ φίλου του, στὴν ράχη τοῦ βουνοῦ. Ἐκεῖ, οἱ πρώτες τριβές. Γιὰ τὸν ἔρωτα τῆς Λενιῶς -ἤδη τὸ πρῶτο θηλυκόν, πτωτικὸν στοιχεῖον!-, ἡ φιλία δοκιμάζεται.
«Ὅλοι εἴμαστε ἁμαρτωλοί. Κι ὁ δεσπότης τὸ ἴδιο. Κι ἐσύ...»

Μὲ πείσμα ὁ ἥρωάς μας χτυπᾷ τὸ σίδερο στὸ ἀμόνι, γιὰ νὰ μαλακώσῃ τὴν πιὸ κι ἀπὸ τὸ σίδερο δοκιμαζόμενη καρδιά του.

Φεύγει. Χαμηλότερα, κατὰ τὸν κάμπο. Ἡ φυσικὴ ζωή, οἱ χυμοὶ τῆς ζωῆς καὶ τοῦ ἔρωτα μὲ τὴν ζουμερὴ βοσκοπούλα, τὴν Νανότα.
Ὁ αἴγαγρος καὶ τὸ ἀγριοκάτσικο

(Ἀνεπανάληπτο ρητὸ ἀπὸ τὴν ταινία, αὐτὸ τοῦ νεαροῦ βοσκόπουλου, τὸ ὁποῖο τρέχει κάθε τόσο νὰ συμμαζέψῃ τὴν ἐξημμένη ἀπὸ ὑπερχειλίζοντες χυμοὺς βοσκοπούλα, ὅπως ἔτρεχε ἀκριβῶς νὰ συμμαζέψῃ καὶ τὶς γίδες κατὰ τὴν περίοδο τῆς γονιμότητος, καὶ ἀφοῦ τελικῶς συμπεραίνει ὅτι κάθε προσπάθεια συμμαζέματος τῆς ἀσυμμάζευτης εἶναι μάταιη: «Μὴ σώσει καὶ γκαστρωθεῖ! Ἐγὼ δὲν δίνω δεκάρα!»)

Ἀλλὰ ὁ κάμπος ἤδη συνιστᾷ πτῶσιν. Καὶ στὰ ὅριά του περνᾷ ὁ ἐπαρχιακὸς δρόμος. Καὶ ὁ δρόμος φέρνει τὴν ψεύτικη κι ἀπατηλὴ λάμψι τῆς πόλης. Ἡ γριὰ τσιγγάνα ξεγελᾷ τὴν βοσκοπούλα. Καὶ ἡ βοσκοπούλα, θέλοντας νὰ γνωρίσῃ τὰ φῶτα τῆς πόλης, παίρνει τὸν δρόμο, κι ἡ ψεύτρα τσιγγάνα τὴν πουλᾷ πόρνη στὸν ἀπατεώνα προαγωγό. Κι ὁ ἥρωάς μας ξεβράζεται τελικῶς κι αὐτός, στὴν πόλη, στὸ λιμάνι.

Ἐκεῖ, σ᾿ ἕνα μικρὸ διαμέρισμα, μαζὶ μὲ ἕνα ζευγάρι ποὺ διαλύεται. Ἡ τριβὴ καὶ ἡ φθορά. Ἡ διάψευσις. Καὶ μόνη διέξοδος, τὸ καράβι γιὰ τὴν Αὐστραλία.

* * *

Ὁ Ἐμπειρίκος, ὁ Σικελιανὸς καὶ ὁ Παλαμᾶς
Πῶς ἐπεξεργάζονται οἱ τρεῖς ποιητὲς τὸν μῦθο τοῦ Πανὸς καὶ τοῦ Διονύσου καὶ πῶς συνθέτουν τὴ συγκρητιστικὴ θεολογία τους


Τοῦ Παντελῆ Μπουκάλα
(«Η Καθημερινή», 17 Ἰουλ. 2001)

Ένας από τους κομβικούς μύθους του Εμπειρίκου είναι ο μύθος του αθάνατου θεού Πανός, ο οποίος αφήνει ανεξίτηλα τα ίχνη του σε όλο το έργο του ποιητή. Στην Παγκόσμιο Συμπολιτεία της Νέας Εποχής, στον «Μεγάλο Ανατολικό», «η επίσημος θρησκεία ήτο η του Πανός», ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και στο επιμνημόσυνο κείμενό του για τη Μαρία Βοναπάρτη ο ποιητής δεν λησμονεί «τους λαγαρούς αυλούς του αιωνίου Πανός». Πόσο θα αυθαιρετούσαμε άραγε αν υποθέταμε ότι ο Εμπειρίκος αναδέχεται και επανεγγράφει, σαφώς μετατοπίζοντάς το και μετατονίζοντάς το, ένα από τα πολλά θέματα της ιδιαίτερα εκτεταμένης παλαμικής ποίησης; Στο «Αργώ ή Πλους αεροστάτου», λοιπόν, ο Πέντρο Ραμίρεθ κραυγάζει: «Ο Μέγας Παν δεν πέθανε! Ο Μέγας Παν δεν πεθαίνει!» Η κραυγή ετούτη, που επιχειρεί να αντισταθεί στην ιστορία, στην ιστορία των θρησκειών και των παθών, έχει ήδη ακουστεί σχεδόν με τα ίδια λόγια το 1897, στη συλλογή του Κωστή Παλαμά «'Ιαμβοι και ανάπαιστοι», έστω κι αν αυτό δεν το θυμόμαστε περισσότερο απ' όσο θυμόμαστε ότι το μοτίβο της γραφής στην άμμο υπήρξε (και) παλαμικό («Κάτου στην άμμο του γιαλού μια μέρα, μακριά της, / εκεί που μόνος έστεκα έγραψα τ' όνομά της...») πριν κατοχυρωθεί, και διά της μελοποιήσεως, στον Σεφέρη («Πάνω στην άμμο την ξανθή / γράψαμε τ' όνομά της...»). Έγραφε λοιπόν ο Παλαμάς:


«Η γη μας γη των άφθαρτων/αερικών και ειδώλων,/πασίχαρος και υπέρτερος/θεός μας είν' ο Απόλλων.//Στα εντάφια λευκά σάβανα/γυρτός ο Εσταυρωμένος/είν' ολόμορφος Αδωνις / ροδοπεριχυμένος.// Η αρχαία ψυχή ζει μέσα μας/αθέλητα κρυμμένη·/ο Μέγας Παν δεν πέθανε,/όχι· ο Παν δεν πεθαίνει!»

Προϊστορία

Ως υποκείμενη τόσο στο ποίημα του Παλαμά όσο και στο κείμενο του Εμπειρίκου μπορούμε να θεωρήσουμε ένα σημαδιακό χωρίο στο έργο του Πλούταρχου «Περί των εκλελελοιπότων χρηστηρίων»: Ένα καράβι αναγκάζεται να αράξει στους Παξούς και μια φωνή από το νησί καλεί τον Αιγύπτιο κυβερνήτη να αναγγείλει, όταν θα περάσει από το Παλώδες, ότι «Παν ο μέγας τέθνηκεν». Κι όταν αυτός το ανάγγειλε, εγένετο «μέγας στεναγμός άμα θαυμασμώ μεμιγμένος». Ο θάνατος του θεού, ως θάνατος του κατά φύσιν βίου, του ιμέρου ή της Αρχαίας Θρησκείας, υπήρξε ερεθιστικός για όλες τις μορφές της τέχνης στη διάρκεια των αιώνων, όπως τεκμηριώνεται και στο βιβλίο του Σερ Τζον Μπόρντμαν «Ο μέγας θεός Παν. Η επιβίωση μιας εικόνας». Από αυτό το λαμπρό δοκίμιο αποσπώ μερικούς στίχους της Αγγλίδας ποιήτριας Ελίζαμπεθ Μπάρετ Μπράουνιγκ, σε μετάφραση του Άρη Μπερλή: «Η θλιβερή κραυγή σηκώθηκε/και έσβησε μακρόσυρτη στον αέρα / μελαγχολική κι απεγνωσμένη./Και άκουσα τα λόγια που είπε:/Πέθανε ο Παν. Απέθανε ο μέγας Παν,/ο Παν, ο Παν απέθανε.»

Είναι αναγκαίο ωστόσο να συνυπολογίσουμε στους πιθανούς γεννήτορες της εμπειρίκειας αναβάθμισης του μύθου του Πανός τη διαπραγμάτευσή του από τον Άγγελο Σικελιανό, με τον οποίο άλλωστε ο Εμπειρίκος μοιράζεται, εκτός των άλλων, τη λογική των ανοιχτόκαρδων εγκωμίων προς ομοτέχνους· από τις σικελιανικές «ωδές» για τον Μαβίλη, τον Βαλαωρίτη, τον Παλαμά, τον Παπαδιαμάντη, την Πολυδούρη, τον Μαλακάση έως τους ύμνους για τους Μπεάτους, ο δρόμος είναι ομαλός. Ο ίδιος ο Εμπειρίκος, πάντοτε αυθόρμητα ειλικρινής και τρυφερός που τους άλλους ποιητές, στο ποίημα «Του Αιγάγρου» της «Οκτάνας» τιμά τον «Αρχάγγελο Σικελιανό που έπλασε το Πάσχα των Ελλήνων και ανάστησε (Πάσχα και αυτό) τον Πάνα». Ίσως θα ήταν πιο κοντά στα πράγματα και στα ονόματα αν έλεγε ότι ο Σικελιανός ανάστησε τον Διόνυσο, εντούτοις, για να προσοικειωθεί τον αναστάσιμο λόγο του Σικελιανού και να τον εντάξει στο δικό του κοσμολογικό-θεολογικό σύστημα, μεταβαίνει από τον Διόνυσο στον σχεδόν μόνιμο συνοδό του και ενίοτε ταυτόσημό του, τον Πάνα. Δεν λείπει βέβαια ο Παν από τη σικελιανική ποίηση, δεν δεσπόζει όμως, εφόσον «αιώνιος θεός» ονομάζεται ο Διόνυσος, λ.χ. στο ποίημα «Ελεύτερα Δωδεκάνησα». Στο «Πέμπτο Ευαγγέλιο» του έργου «Πάσχα των Ελλήνων», «μικρή καμπάνα εφώναζε τρεμάμενη τον Πάνα», ενώ με το ποίημα «Ο Παν» ο Σικελιανός αινεί τον τράγο («άρχος και ταγός»), ευκρινή υπόσταση ενός θεού «αιγιπόδη δικέρωτος πολυκρότου ηδυγέλωτος» κατά τον σχετικό Ομηρικό Ύμνο, τον οποίο «τον είδαν οι αθάνατοι / κι όλοι τους τότε στην ψυχή τους καταχάρηκαν / και προπαντός ο Βάκχειος Διόνυσος· / και Πάνα τον ονόμασαν γιατί πάντων τις φρένες έτερψε» (κατά τη μετάφραση του Δημήτρη Παπαδίτσα και της Ελένης Λαδιά).

Τα πράγματα δεν είναι ποτέ ευθύγραμμα βεβαίως, αργότερα πάντως, στην υπερρεαλιστική ήπειρο, ο τράγος θα γίνει Αίγαγρος, στο ποίημα «Του Αιγάγρου» το οποίο, συν τοις άλλοις, μας βεβαιώνει πόσο δημοτικός ήταν εντέλει ο καθαρεύων λόγος του Εμπειρίκου: «Πήδηξε ο αίγαγρος και στάθηκε σε μια ψηλή κορφή. Στητός και ρουθουνίζοντας κοιτάει τον κάμπο και αφουγκράζεται πριν άλλο σκίρτημα σε άλλη κορφή τον πάη. Τα μάτια του λάμπουν σαν κρύσταλλα και μοιάζουν με μάτια αετού ή ανθρώπου που μέγας οίστρος τον κατέχει. Το τρίχωμά του είναι στιλπνό και ανάμεσα στα πισινά του πόδια, πίσω και κάτω απ' το κεντρί του, το μέγα σήμαντρον της απολύτου ορθοδοξίας ταλαντευόμενον σε κάθε σάλεμά του, βαριά και μεγαλόπρεπα κουνιέται.»

Συγκρητισμός

Ο Σικελιανός λοιπόν συνθέτει τη θεολογία του με άξονα τον «Ελεύτερο Θεό» Διόνυσο, τον «Εσταυρωμένο Βάκχο». «Ω Πάσχα, / πανσεβάσμιο Πάσχα! / Ω Ιακχε! / Απόλλωνα! / Ιησού!» αναφωνεί στο ποίημά του «Διόνυσος-Ιησούς», μια από τις διαυγέστερες εκτυπώσεις του συγκρητιστικού του πάθους, που φέρνει στο νου το ποίημα «Άρτος και Οίνος» του Φρίντριχ Χέλντερλιν. «Ω Λόγε-Διόνυσε! (...) Τεράστιε Βάκχε! (..) Ω Λόγε-Ελλάδα» επανέρχεται στο ποίημα «Απόλλων Διονυσόδοτος». «Γλυκό μου βρέφος, Διόνυσέ μου και Χριστέ μου» προσεύχεται στο «Διόνυσος επί λίκνω», για να κορυφώσει την τέχνη του στο εξαίσιο ποίημα «Μέγιστον μάθημα» που απολήγει (δηλαδή ανοίγει) με την εξής κατά του θανάτου νικητήρια αποστροφή: «Ό,τ' έχει σμίξει με το Διόνυσο κι ως μέσα/το μυστικόν εγεύτη Θάνατο βαθιά του/πριχού το θάνατο τον άλλο αντικρίσει,/δεν σταματά μεσοστρατίς στην Αιωνιότη,/μα, ως την πνοή του όλη την ξόδεψε στο δώρο/και την ψυχή του την εγύμνωσεν η Αγάπη,/γυμνό θα πάρει της Αβύσσου το στεφάνι!»

Ο Εμπειρίκος, υλικότερος, σωματικότερος, οργανωτής μιας χθόνιας θεολογίας, στο ποίημά του «Το μέγα βέλασμα ή Παν-Ιησούς Χριστός» του 1964 μετακινείται από τον σικελιανικό Διόνυσο-Χριστό στον Πάνα-Χριστό (προφανής και σημαίνουσα η αναλογία των δύο τίτλων) και δοξολογεί, επίσης με συγκρητιστικό πάθος (αν θυμηθούμε τον Λόγο-Αμνό του χριστιανικού συστήματος) «το βέλασμα του ωραίου αμνού, του αμνού-κριού του αίροντος τας αμαρτίας του κόσμου».

* * *

Δεῖτε ἐπίσης:
Ἄγγελος Σικελιανός, «Πὰν ὁ Μέγας». Ἡ δεύτερη ὁμιλία τοῦ Σικελιανοῦ ὑπὸ τὸν τίτλο «Πὰν ὁ Μέγας», ἐκφωνήθηκε ἀπὸ τὸν ποιητὴ στὶς 19 Φεβρουαρίου 1909. Ἀγγέλου Σικελιανοῦ, «Κήρυγμα Ἡρωισμοῦ», ἐκδ. Ἴκαρος, 2004.

(Ἐδῶ ὁ νεαρὸς Σικελιανὸς οἰστρηλατεῖται ἀπὸ τὸν Πάνα, ὄχι ἀπὸ τὸν Διόνυσο· μάλιστα ἀντικρούει τὸν Νίτσε καὶ τὴν περὶ Ἑλλάδος καὶ Διονύσου ἄποψι τοῦ τελευταίου.)

1 σχόλιο:

Φειδίας είπε...

Στὴν τρίτη ἑνότητα τοῦ παρόντος παραθέτω ἕνα ὡραῖο κείμενο τοῦ Παντελῆ Μπουκάλα. Ναί, ὁ ἐκνευριστικὸς ἀριστερούλης Μπουκάλας κάθε τόσα χρόνια γράφει κι ἕνα ὡραῖο. Τὸ σωστὸ νὰ λέγεται. Ἀναρωτιέμαι βεβαίως. Συνειδητοποιεῖ ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ ποιητές, ὁ Παλαμᾶς, ὁ Σικελιανός, ὁ Σεφέρης, ὁ Ἐλύτης, ὁ Ἐμπειρίκος, καὶ ὁλόκληρη ἡ Γενιὰ τοῦ ᾿30, φορεῖς και ἐκφραστὲς αὐτῆς τῆς θαυμαστῆς ἑλληνικῆς παραδόσεως, κατηγοροῦνται σήμερα ἀπὸ τοὺς ἐθνομηδενιστὲς ὡς ἐθνικιστές [*]; (Καί, εὐτυχῶς, ἦταν ἐθνικιστές.) Συνειδητοποιεῖ ὅτι οἱ ἐθνομηδενιστές, μὲ τοὺς ὁποίους ὁ ἴδιος συνήθως συντάσσεται, ὑπηρέτες τῆς παγκοσμιοποιήσεως καὶ τοῦ πολιτικοῦ, ἱστορικοῦ, πολιτισμικοῦ καὶ φυλετικοῦ ἀφελληνισμοῦ τῆς πατρίδος μας, ἀπειλοῦν νὰ ἐξαφανίσουν αὐτὴν τὴν παράδοσι; Μπορεῖ κάποιος νὰ συγκινεῖται ἀπὸ αὐτὴν τὴν παράδοσι καὶ νὰ μὴν τίθεται ὁλόψυχα στὸν ἀγῶνα ἐναντίον τοῦ συμπλεγματικοῦ, νοσηροῦ ἐθνομηδενισμοῦ;

[*] Βλέπε π.χ.:
- Άκης Γαβριηλίδης, «Η αθεράπευτη νεκροφιλία του ριζοσπαστικού πατριωτισμού: Ρίτσος, Ελύτης, Θεοδωράκης, Σβορώνος», ἐκδ. Futura, 2007.
- Δημήτρης Φύσσας, «Σαμαράς ο ανεύθυνος», ἐφημ. Athens Voice, 24-9-2010: «Όποιος διαβάσει προσεκτικά το «Άξιον Εστί» θα δει ότι αποπνέει εθνικιστικό μεγαλοϊδεατισμό και ορθόδοξη ελληνοφροσύνη.»
- Τάκης Καγιαλῆς, περ. «Εντευκτήριο», 1998: «Τα ριζοσπαστικά αισθήματα που εγγράφονται στο έργο των Ελύτη, Εγγονόπουλου και Εμπειρίκου παραπέμπουν ευθέως στην ιδεολογική παράδοση της ριζοσπαστικής Δεξιάς.» (Βλ. Γιῶργος Πισσαλίδης, «Ο αντιδραστικός μοντερνισμός του Νίκου Εγγονόπουλου», περ. «Patria», τ. 7.)
- Δημοσθένης Κούρτοβικ, «Η μετακομιδή της κάρας του Άρη», ἐφημ. «Τα Νέα», 9-12-1997: «Ο Τσε Γκεβάρα, πολύ πιο κομμουνιστής από τον Άρη, γοητεύει σήμερα τους Ιταλούς νεοφασίστες. Δεν θα πρέπει να εκπλαγούμε αν ο Άρης –που ας μη το ξεχνάμε, δεν έπαψε ποτέ να προκαλεί αμηχανία στο επίσημο ΚΚΕ– γίνει όχι μεθαύριο, αλλά αύριο, σύμβολο της οργανωτικά διασκορπισμένης, πλην παρούσας και μάλιστα ογκούμενης ελληνικής ακροδεξιάς.» (Βλ. Γιῶργος Καραμπελιᾶς, «Μωραίνει Κύριος», περ. «Ἄρδην», τ. 11, Δεκ. 1997)

Ὅμως, ὅλοι οἱ παραπάνω «προοδευτικοὶ» κριτικοὶ ἔχουν δίκιο σὲ κάτι καίριο. Πράγματι, ὅλοι οἱ πατριῶτες, ὅλοι οἱ ἀγωνιστές, καὶ τῆς Ἀριστερᾶς ἀκόμη, οὐδεμία σχέσι ἔχουν μὲ τοὺς σιχαμεροὺς ἀνθέλληνες καὶ τοὺς χαμερπεῖς γραικύλους τῆς νεοταξικῆς καὶ ξενοφιλικῆς ρὸζ ψευτοαριστερᾶς καὶ τῆς ἐξίσου νεοταξικῆς καὶ ξενοφιλικῆς νεοφιλελεύθερης μπὲζ ψευτοδεξιᾶς. Ναί, κύριοι, ἔχετε δίκιο. Καὶ ὁ Παλαμᾶς καὶ ὁ Σικελιανὸς καὶ ὁ Ἐλύτης, καὶ ὁ Ρίτσος καὶ ὁ Θεοδωράκης, ἴσως ἀκόμη καὶ ὁ Βελουχιώτης κατὰ κάποιον τρόπο, εἶναι ἐθνικιστές. Ἕλληνες. Ἐσεῖς, ὄχι.