«Tὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική· τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου. Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου.» (Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἄξιον ἐστί»)

Σελίδες Πατριδογνωσίας - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό

Σάββατο 14 Ιουλίου 2007

Τὸ ἱστορικὸ νόημα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους (τοῦ Παναγιώτη Κανελλόπουλου)

Mιὰ ὑπέροχη, καὶ ἱστορική, διάλεξι τοῦ μεγάλου φιλοσόφου, ἀκαδημαϊκοῦ καὶ πολιτικοῦ μας Παναγιώτη Κανελλόπουλου, στὸ Παγκύπριο Γυμνάσιο Κύπρου, τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1966. Προσκεκλημένος στὴν ἡρωικὴ Μεγαλόνησο ὁ Ἕλλην ἀκαδημαϊκὸς μιλᾶ μὲ γνώσι καὶ σοφία στοὺς νέους μαθητὲς καὶ ἐνώπιον τῆς πολιτικῆς καὶ πνευματικῆς ἠγεσίας τῆς Κύπρου, μὲ θέμα «Τὸ ἱστορικὸ νόημα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους». Ἕνας λόγος παρακαταθήκη γιὰ τὶς ἐπόμενες τῶν Ἑλλήνων, τὸ κείμενο τοῦ ὁποίου ἀναδημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ «Πολιτικὰ Θέματα» («Κείμενα Ἑλλήνων», 17 και 24 Φεβ. 1995), ἀπὸ ὅπου καὶ τὸ ἀναδημοσιεύω ἐγὼ ἐδῶ.

Ὁ Παναγιώτης Κανελλόπουλος (1902-1986) ὑπῆρξε φιλόσοφος, νομικός, κοινωνιολόγος, ἱστορικός, πολιτικὸς καὶ ἀκαδημαϊκός. Ἐσπούδασε νομικὰ καὶ πολιτικὲς ἐπιστήμες στὰ Πανεπιστήμια Ἀθηνῶν καὶ Xαϊδελβέργης. Εἰκοσιενὸς μόλις ἐτῶν ἦταν ἤδη διδάκτωρ τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Χαϊδελβέργης, εἴκοσι ἑπτὰ ἐτῶν ὑφηγητὴς καὶ τριάντα ἑνὸς ἐτῶν καθηγητὴς Κοινωνιολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνών. Ἐπολέμησε ὡς ἐθελοντὴς τὸ 1940-41 στὴν Βόρειο Ἤπειρο (καίτοι πολιτικὸς ἐξόριστος), ἀνέπτυξε δὲ κατόπιν ἀντιστασιακὴ δράσι στὴν Ἑλλάδα καὶ στὴν Μέση Ἀνατολή. Πολλὲς φορὲς βουλευτὴς καὶ ὑπουργός, καὶ γιὰ δύο σύντομες περιόδους (Νοέμ. 1945 καὶ Ἀπρ. 1967) πρωθυπουργός. Τὸ 1959 ἐξελέγη ἀκαδημαϊκός. Συγγραφεὺς πολλῶν φιλοσοφικῶν, ἱστορικῶν, κοινωνιολογικῶν, δοκιμιακῶν κ.ἄ. ἔργων, μὲ κορυφαῖο τὴν ἐνδεκάτομη «Ἱστορία τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Πνεύματος», κ.ἄ. ὅπως «Γεννήθηκα τὸ 1402», «Πέντε ἀθηναϊκοὶ διάλογοι» - προτείνω τὸ τελευταῖο.

Λίγα ἀποσπάσματα (ἀκολουθεῖ ὁλόκληρη ἡ ὁμιλία):

Πολλές φορές είχα σκεφθεί ότι θά 'πρεπε να αναζητήσω το νόημα που έχει το «Ελληνικόν». Μέσα μου το αναζητώ ή μάλλον το ζω αδιάκοπα, όπως το ζουν όλοι οι Έλληνες, χωρίς καν να το αναζητούν. Υπάρχει αυτονόητο μέσα μας, όπως υπάρχουν στους καρπούς ενός δένδρου - και στους χυμούς των καρπών - οι ρίζες του. Το σιωπηλό, όμως, τούτο βίωμα πρέπει να παίρνει κάθε τόσο και τη μορφή του Λόγου. [...]

[...] Πανάρχαιοι είναι και άλλοι λαοί στον κόσμο. Αλλά πόσοι είναι σήμερα οι λαοί που η μνήμη τους βυθίζεται σε περισσότερα από δύο χιλιάδες χρόνια; Δεν είναι πολλοί, αλλά υπάρχουν. Είναι οι Κινέζοι και οι Ινδοί. Είναι και ο Ισραήλ. [...]

[...] Οι Κινέζοι και οι Ινδοί είναι ωκεανοί λαών. Να συγκρίνουμε τους Έλληνας με τους Ινδούς ή τους Κινέζους, είναι κάτι το αδιανόητο. Εκείνοι είναι ωκεανοί λαών. [...]

[...] Με τον Ισραήλ η σύγκριση του «Ελληνικού» είναι όχι μόνο νοητή, αλλά και αναγκαία. Με τη σύγκριση αυτή θ' αρχίσω μάλιστα να διευκρινίζω το ειδικό - μοναδικό - νόημα του «Ελληνικού». [...]

[...] Και πριν από τους Έλληνες, υπήρχε στον κόσμο σοφία. Αλλά φιλοσοφία δεν υπήρχε. Υπήρχαν γνώσεις. Αλλά επιστήμη δεν υπήρχε. Υπήρχε τέχνη. Αλλά αισθητική συνείδηση δεν υπήρχε. Μ' άλλα λόγια, δεν υπήρχε Παιδεία. [...]

[...] Έτσι δεν μπορούσε παρά να σημάνει και η ώρα του '21, είτε είχε προηγηθεί η Γαλλική Επανάσταση, είτε όχι. Είναι δείγμα δουλικής υπακοής σε ξένα - στο βάθος ανθελληνικά - θεωρητικά κατασκευάσματα η προσπάθεια αναγωγής του '21 σε κοινωνικά αίτια, στην αστική τάξη και σε υλιστικές νομοτέλειες. Το '21 ήταν καθαρά ελληνικό γεγονός, όπως και ο Μαραθών. [...]

[...] Η ιστορία του Ελληνικού Γένους είναι, από τις αρχές της, δηλαδή από τις αρχές της ιστορίας του κόσμου, ως τα σήμερα, μια εποποιία. Αλλά το τίμημα της εποποιίας είναι βαρύ. [...]

[...] Αναρίθμητοι είναι οι Έλληνες ήρωες και μάρτυρες που, ως ισχυρότατοι κρίκοι, συγκροτούν και συγκρατούν αδιάσπαστη τη χρυσή αλυσίδα του Ελληνικού Γένους. Ας μη την ανταλλάξουμε με μέταλλα ξένα που, όσο κι αν μοιάζουν ισχυρά και λάμπουν, είναι προορισμένα να σκουριάσουν. Από εμάς σήμερα εξαρτάται η επιβίωση του Ελληνικού Γένους άλλες τρεις χιλιάδες χρόνια ή μάλλον έως τη συντέλεια του κόσμου.



Τὸ ἱστορικὸ νόημα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους

Παναγιώτης Κανελλόπουλος

(Κείμενο ὁμιλίας του στὸ Παγκύπριο Γυμνάσιο Κύπρου τὸν Σεπτέμβριο 1966, ἑπτὰ μῆνες πρὶν ἀπὸ τὸ πραξικόπημα.)

(Περιοδικόν «Πολιτικὰ Θέματα» - «Κείμενα Ἑλλήνων», 17 και 24 Φεβ. 1995)

Τον Σεπτέμβριο του 1966, επτά μήνες πριν από το πραξικόπημα του 1967, ο Π. Κανελλόπουλος επισκέφθηκε την Κύπρο ως επίσημος προσκεκλημένος του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Εκτός από τις πολιτικές συνομιλίες που είχε στη Μεγαλόνησο, κατά την ολιγοήμερη διαμονή του, ο Π. Κανελλόπουλος ανέπτυξε και δραστηριότητα πνευματική. Στα πλαίσια της δραστηριότητας αυτής επισκέφθηκε το Παγκύπριο Γυμνάσιο, όπου και μίλησε επί πολύ στους μαθητές. Και την 27-9-1966 έδωσε διάλεξη στην παιδαγωγική Ακαδημία της Κύπρου ενώπιον όλης της πολιτικής και πνευματικής ηγεσίας της νήσου. Θέμα της διαλέξεως «το ιστορικό νόημα του ελληνικού έθνους». Η διάλεξη αυτή, παρατίθεται ολόκληρη:

Πολλές φορές είχα σκεφθεί ότι θά 'πρεπε να αναζητήσω το νόημα που έχει το «Ελληνικόν». Μέσα μου το αναζητώ ή μάλλον το ζω αδιάκοπα, όπως το ζουν όλοι οι Έλληνες, χωρίς καν να το αναζητούν. Υπάρχει αυτονόητο μέσα μας, όπως υπάρχουν στους καρπούς ενός δένδρου - και στους χυμούς των καρπών - οι ρίζες του. Το σιωπηλό, όμως, τούτο βίωμα πρέπει να παίρνει κάθε τόσο και τη μορφή του Λόγου. Αισθάνομαι την ανάγκη να αναζητήσω και με το Λόγο, σε προφορική επικοινωνία με άλλους, το νόημα που έχει το «Ελληνικόν». Όχι η Ελλάς ως κράτος ή ο Ελληνικός Λαός ως φυσική ομαδική παρουσία, αλλά το «Ελληνικόν», όπως έλεγε ο Ηρόδοτος, το «Γένος» όπως είπαν πολύ αργότερα, ύστερ' από πολλές δοκιμασίες και βαρύτατες εμπειρίες, οι πρόγονοί μας, εκείνοι που, όταν δεν υπήρχε πια ούτε γωνιά ελεύθερης γης, είχαν την ηθική δύναμη να ιδρύσουν ακριβώς τότε τη Μεγάλη του Γένους Σχολή.

Ενώπιόν σας, Έλληνες της Κύπρου, ενόμισα ότι θά 'πρεπε να πράξω ό,τι δεν έχω πράξει ως τώρα. Θα επιχειρήσω να προσεγγίσω με το Λόγο το μέγα νόημα που ζει μέσα σας, εκείνο που τουλάχιστον τρεις χιλιάδες χρόνια δεν νικήθηκε από κανένα θάνατο, από κανένα κατακλυσμό, από κανένα νόμο και καμμιάν οργή της ιστορίας.

Πανάρχαιοι είναι και άλλοι λαοί στον κόσμο. Όλοι, βέβαια, έχουν πανάρχαιες ρίζες. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην κατάγεται από τον Αδάμ. Αλλά πόσοι είναι σήμερα οι λαοί που η μνήμη τους βυθίζεται σε περισσότερα από δύο χιλιάδες χρόνια; Δεν είναι πολλοί, αλλά υπάρχουν. Είναι οι Κινέζοι και οι Ινδοί. Είναι και ο Ισραήλ.

Οι Κινέζοι και οι Ινδοί είναι ωκεανοί λαών. Κατέχουν, εδώ και χιλιάδες χρόνια, τεράστιες εκτάσεις της γης. Δεν είχαν πάντοτε το αίσθημα της ενότητας. Είχαν, όμως, και έχουν λίγο ή πολύ ενιαία μνήμη. Και η μνήμη τους φθάνει πολύ βαθιά στο παρελθόν. Μόνο τότε μπορούμε να πούμε ότι η μνήμη ενός λαού φθάνει βαθιά, όταν διαπιστώνεται με τον Λόγο το ιστορικό βάθος της μνήμης. Υπάρχουν τραγούδια των Κινέζων που ανάγονται στην εποχή των Ομηρικών επών. Ο Ήλιος και η Σελήνη στην Ανατολή - όχι στο μεσουράνημα ούτε στη Δύση - ήταν ένα από τα πρώτα ποιητικά βιώματα των Κινέζων. Κι έμεινε, λίγο ή πολύ, ως τα σήμερα το ίδιο. Δεν είδαμε μόνον εμείς, από τη δική μας γεωγραφική ή ιστορική σκοπιά, τους Κινέζους στην Ανατολή. Οι ίδιοι έβλεπαν ανέκαθεν τον εαυτό τους συνυφασμένο με τον ανατέλλοντα ήλιο, με τον «Κύριο της Ανατολής». «Ανατέλλω στην Ανατολή σ' όλη μου την απεραντοσύνη», λέει ο πρώτος στίχος ενός ποιητή που έζησε γύρω στο έτος 300 π.Χ. Η «απεραντοσύνη» είναι κι αυτή ένα χαρακτηριστικό βίωμα των Κινέζων. Πώς να μην είναι; Η γη τους είναι απέραντη. Κι έγινε έτσι και η ψυχή τους απέραντη. Χώρεσε μέσα της περισσότερο την αιωνιότητα, το άπειρο, παρά τον χρόνο, την ιστορία. Το ίδιο περίπου μπορούμε να πούμε και για τους Ινδούς. Με διαφορετικά σύμβολα - με σύμβολο περισσότερο την αθάνατη Νύχτα, που την υμνεί ένα πανάρχαιο σανσκριτικό τραγούδι, παρά τον Ήλιο - στάθηκαν και οι Ινδοί στα όρια ιστορίας και απείρου, χρόνου και αιωνιότητας. Έτσι κατώρθωσαν - Ινδοί και Κινέζοι - να διατηρηθούν, δηλαδή να διατηρήσουν, τρεις χιλιάδες χρόνια, τη μνήμη τους, αλλά έμειναν σταματημένοι στα όρια ιστορίας και απείρου, ακίνητοι, στατικοί. Το ίδιο ακίνητοι θα έμεναν, ίσως και επηρεασμένοι από την απεραντοσύνη της ερήμου, οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, που ο Λόγος τους - όπως διατηρήθηκε σε επιγραφές των Πυραμίδων ή στο Βιβλίο των Νεκρών - μας γυρίζει πολλές χιλιάδες χρόνια πίσω, αν δεν έπαυαν κάποτε να υπάρχουν. Κάποτε σημειώθηκε στη μνήμη τους το μοιραίο και τελεσίδικο ρήγμα. Η μνήμη - όχι το αίμα - είναι ο μέγας κρίκος που εξασφαλίζει την ενότητα και τη συνέχεια. Από τους λαούς της Μέσης Ανατολής μόνον ο Ισραήλ δεν έπαθε κανένα ρήγμα στη μνήμη του.

Να συγκρίνουμε τους Έλληνας με τους Ινδούς ή τους Κινέζους, είναι κάτι το αδιανόητο. Εκείνοι είναι ωκεανοί λαών. Έμειναν στατικοί και ακίνητοι μέσα σε όρια που δεν μοιάζουν καν με όρια ιστορικά και που άρχισαν να γίνονται ιστορικά (στην αρχή μόνο για τα μάτια των Ελλήνων και όχι των ίδιων των κατοίκων της Ανατολής) από τον καιρό που ο Μέγας Αλέξανδρος έφθασε στις Ινδίες. Για τους ίδιους μάλιστα τους Κινέζους και τους Ινδούς, τα όρια της επίγειας ζωής τους δεν έγιναν, μπορούμε να πούμε, ιστορικά παρά μόνον όταν η χριστιανική Ευρώπη μετέφερε εκεί, στους τελευταίους αιώνες, την έννοια και τη δυναμική διαλεκτική της ιστορίας.

Με τον Ισραήλ η σύγκριση του «Ελληνικού» είναι όχι μόνο νοητή, αλλά και αναγκαία. Με τη σύγκριση αυτή θ' αρχίσω μάλιστα να διευκρινίζω το ειδικό - μοναδικό - νόημα του «Ελληνικού». Ο Ισραήλ κράτησε τη συνοχή του (για ειδικούς λόγους, και την βιολογική ακεραιότητα του που, όπως είπαμε, δεν είναι απαραίτητο στοιχείο της συνοχής και συνέχειας) από τον καιρό που βρήκε τη λεκτική της αποκρυστάλλωση η «Γένεσις», το πρώτο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης. Ειδικώτερα, όμως η «Έξοδος» είναι για τους Ιουδαίους ό,τι είναι για το γένος των Ελλήνων η «Ιλιάς». Εδώ - στην «Έξοδο» - γίνεται η συνειδητοποίηση της αποστολής του Ισραήλ επί της γης με αντίστροφα, σε σύγκριση με την Ιλιάδα, τα βασικά σημεία και στοιχεία. Οι Ιουδαίοι ελευθερώνονται και επιστρέφουν στη γη τους. Οι Αχαιοί - η μνήμη του Ομήρου μάς γυρίζει σε μιαν εποχή προγενέστερη από την κάθοδο των Δωριέων - ξεκινούν από τη γη τους για να τιμωρήσουν και να υποδουλώσουν έναν άλλο λαό. Αλλά εμφανίζουν τον εχθρό τους υπό την προστασία μιας μερίδας των δικών τους Ολυμπίων θεών. Μολονότι η πρόθεση των Αχαιών προβάλλει - όχι, όμως, απρόκλητα - ως πρόθεση κατακτητική, δείχνουν μια πρωτότυπη ιδεολογική ανεκτικότητα. Δεν τη δείχνουν, βέβαια, στην πράξη. Το Ίλιον το αφάνισαν. Αλλά χάρισαν στους Τρώες - η δωρεά αυτή ήταν πολύ πλούσια - τον Αρη, τη Λητώ, την Αφροδίτη, την Αρτέμιδα, τον Απόλλωνα, κρατώντας για τον εαυτό τους την Ήρα, την Αθηνά, τον Ποσειδώνα, τον Ερμή, τον Ήφαιστο. Το περιστατικό τούτο δεν είναι διόλου ασήμαντο. Τον Δία, μάλιστα, τον αφήκαν νά 'ναι λίγο ή πολύ αμέτοχος. Έτσι γεννήθηκε στον κόσμο - αδιάφορο αν μόνο συμβολικά και όχι στην πράξη - η αμεροληψία, εκείνη που πολύ αργότερα, μιλώντας για Έλληνες, Ιουδαίους και βαρβάρους, καθιέρωσε οριστικά ο Απόστολος των Εθνών (στην προς Ρωμαίους επιστολή του) με την περίφημη ρήση του: «ου γαρ έστι προσωποληψία παρά τω Θεώ». Ο Ισραήλ, αντίθετα, ήθελε τον Θεό δικό του. Την αποστολή του την εσυνειδητοποίησε βάζοντας τον Θεό να μιλάει αδιάκοπα για τον «λαό του», τον εκλεκτό του λαό.

Το ξεκίνημα, λοιπόν, του Ισραήλ ήταν βασικά διαφορετικό από το ξεκίνημα των Ελλήνων. Κι ήταν, ως ένα σημείο, ευκολώτερο να διατηρήσει τη συνοχή του μες στους αιώνες ο κλειστός λαός των Ιουδαίων παρά το γένος των Ελλήνων, που είχε ανοικτές τις θύρες της ζωής και τις πύλες του πνεύματος. Αλλά ήταν κι ανάγκη για τον Ισραήλ να μείνει κλειστός. Αιχμαλωσίες, μετοικεσίες, διασπορά, κατατρεγμοί σε ξένες χώρες, όλ' αυτά θα οδηγούσαν στον αφανισμό του, αν δεν έμενε πολύ κλειστός και αν δεν πίστευε ότι ο Θεός είναι μόνο δικός του.

Υπάρχουν, τάχα, αναλογίες μεταξύ της διασποράς των Ιουδαίων και της διασποράς των Ελλήνων; Κάποιες ναι, όχι όμως πολλές. Οι δύο λαοί είναι, χωρίς άλλο, οι μόνοι που έδειξαν χιλιάδων ετών αντοχή, ζώντας σε ξένες χώρες, σε άξενους τόπους. Και ήταν - και είναι - λαοί αριθμητικά μικροί. Στο σημείο τούτο συγγενεύει, επίσης, η μοίρα τους.

Ποτέ δεν πρόβαλαν με την βουή μεγάλων ποταμών που ανοίγουν πλατιές κοίτες, όπως άνοιξαν οι Γερμανικοί λαοί από τον καιρό του Ιουλίου Καίσαρος ή οι Άραβες, με τη ρομφαία του Ισλάμ από τον Ζ' αιώνα και πέρα. Κι αυτή ακόμα η θριαμβευτική πορεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου προς Ανατολάς ήταν πορεία ολίγων Ελλήνων μέσα στο ασιατικό χάος τεράστιων χωρών. Ένα είδος διασποράς ήταν και η «ανάβασις» του Αλεξάνδρου. Αλλά δεν ήταν, βέβαια, η πιο χαρακτηριστική ενέργεια του Ελληνικού Γένους. Χαρακτηριστικές - τυπικές για τον Έλληνα - ήταν οι δύο μορφές διασποράς. Πρώτη η οργανωμένη, με ορμητήριο τη μητρόπολη των αποίκων. Δεύτερη η ατομική που έκαμε τον Έλληνα να ξενιτεύεται μόνος, είτε να περιοδεύει χώρες βαρβάρων, όπως ο Σόλων ή ο Εκαταίος ή και ο Ηρόδοτος (ο τελευταίος μπήκε στο τέλος και σε οργανωμένη ομάδα αποίκων), είτε και να μεταθέτει οριστικά την έδρα του και να επιβάλλει την παρουσία του στο περιβάλλον των Μεγάλων Βασιλέων ή σε ένδοξους οίκους Ρωμαίων ή στη Φλωρεντία των Μεδίκων ή στο Βατικανό ή πλάι σε Ισπανούς καρδιναλίους ή στην αυλή των Τσάρων. Στις περιπτώσεις αυτές δεν επέβαλε τον εαυτό του ο Έλλην ως έμπορο ή τραπεζίτη, αλλά ως σοφό διδάσκαλο ή ως πολιτικό νου ή και ως γενναίο στρατιώτη.

Στη διασπορά των Ιουδαίων - στο μέγα αυτό δράμα που έχει το δικό του μεγαλείο, τον δικό του πόνο, αλλά και τα δικά του σκοτεινά χαρακτηριστικά - δεν βρίσκει αντίστοιχα φαινόμενα ούτε η αποικιακή ούτε η ατομική διασπορά των Ελλήνων.

Στο φαινόμενο της αποικιακής διασποράς υπάρχουν αναλογίες μεταξύ Ελλήνων και Φοινίκων ή και νεώτερων ευρωπαϊκών λαών, των Άγγλων, των Ισπανών, των Ολλανδών, των Πορτογάλων. Οι λαοί αυτοί ίδρυσαν, όπως οι Έλληνες, πόλεις, κέντρα πολιτισμού, μακριά από τις βάσεις και τον λαϊκό κορμό τους, ίδρυσαν θαυμάσιες, γερές σκάλες που έκαμαν τις θάλασσες και τις ηπείρους (στην αρχαιότητα τις τρεις, στην νεώτερη εποχή όλες) να υπαχθούν στην αριστοτεχνική κλιμάκωση που επήγασε από τη σκέψη και την τόλμη των γενναίων ποντοπόρων. Οι Φοίνικες, βέβαια, έσβησαν, χάθηκαν. Οι Έλληνες, ιδρύοντας πόλεις, όπως η Νεάπολις, οι Συρακούσες, η Μασσαλία, το Βυζάντιο, η Αλικαρνασσός, η Έφεσος, η Σμύρνη, η Μίλητος, η Σαλαμίς και η Πάφος της Κύπρου, η Αλεξάνδρεια, η Κυρήνη, η Πτολεμαΐς της Κυρηναϊκής αφήκαν οριστικά τη σφραγίδα τους στην πρώτη ιστορική οικουμένη που εγνώρισε ο άνθρωπος, και δεν έπαψαν - λίγοι, αλλά άκαμπτοι και άφθαρτοι, να διεκδικούν την παγκόσμια παρουσία τους. Και πρέπει να παρατηρήσω ότι, αν τους Φοίνικες τους ξεπέρασαν σε ιστορική αντοχή, ξεπέρασαν και όλους τους νεώτερους λαούς στην καθαρότητα του νοήματος της αποικιακής διασποράς. Η εγκατάσταση των Ελλήνων στις εκβολές του Ροδανού ή στη Μαύρη Θάλασσα δεν είχε καμμιά σχέση με ό,τι ονομάζουμε ιμπεριαλισμό. Μπορεί νά 'ταν ιμπεριαλιστική η πολιτική των Αθηναίων απέναντι άλλων Ελλήνων, των Σαμίων ή των Συρακούσιων, αλλά η κίνηση των Ελλήνων γενικά προς τα άκρα του τότε προσιτού κόσμου δεν είχε, ούτε πήρε ποτέ, χαρακτήρα ιμπεριαλιστικό. Των νεώτερων λαών η αποικιακή εξάπλωση στον κόσμο, είχε, αντίθετα, ή πήρε με τον καιρό, το ύφος του ιμπεριαλισμού. Έτσι, στην περίπτωση των Ισπανών ή των Άγγλων διαπιστώνουμε τη διασταύρωση των μεθόδων των Ελλήνων και των Ρωμαίων. Το καθαρό ελληνικό νόημα της αποικιακής διασποράς το ενόθευσε λίγο ή πολύ η παράδοση του ρωμαϊκού ιμπεριαλισμού, με τα αγαθά της Pax Romana, αλλά και με τις μοιραίες σκιές της.

Η αποικιακή διασπορά των Ελλήνων είχε κάτι το επικό. Ο Luigi Pareti - στο έργο του «Storia di Roma e del Mondo Romano» - λέει ωραιότατα ότι τον πρώτο κύκλο των αποικιακών εξαπλώσεων των Ελλήνων στα νησιά του Αιγαίου και στις ακτές της Μικράς Ασίας τον έχουν, κατά κάποιον τρόπο, απαθανατίσει οι ωδές της Ιλιάδος, ενώ ο δεύτερος κύκλος της αποικιακής διασποράς - σε πιο μακρινούς τόπους, στον Εύξεινο Πόντο, στη Μαρεώτιδα και στην Κύπρο, στην Ιταλική και Σικελική Δύση, στην Κυρηναϊκή και στη Μασσαλία - βρήκε την ποιητική του έκφραση στην Οδύσσεια. Και ο A. Zarde' - στο βιβλίο του «La Formation du peuple Grec» - λέει ότι «ο περίπλους του Οδυσσέως» δίνει την εικόνα των πρώτων μεγάλων ταξιδιών των Ελλήνων. Η παρατήρηση του Γάλλου σοφού καλύπτει και την περίπτωση ίων ατομικών περιπλανήσεων των Ελλήνων. Η περίπτωση αυτή έχει - εκτός από το επικό νόημα της ομηρικής Οδύσσειας που εμπνέεται από την παλιννόστηση, από την ιδέα της επιστροφής στην Ιθάκη - και κάτι από την «Οδύσσεια» του Νίκου Καζαντζάκη, κάτι από τη δραματική ιδέα του νέου και τελεσίδικου ξενιτεμού.

Από τους αρχαίους χρόνους, ως τα σήμερα, οι Έλληνες φεύγουν μόνοι, όχι μόνο για να περιοδεύσουν, να γνωρίσουν τον κόσμο, να μελετήσουν τα ήθη ξένων λαών και να γυρίσουν πίσω, όπως ο Εκαταίος ή ο Ηρόδοτος ή ο Πυθέας ο Μασσαλιώτης που έφθασε ως τη Θούλη, αλλά και για να εγκατασταθούν και να επιβληθούν ως άτομα σε ξένες χώρες. Μέμνων ο Ρόδιος, «διαβεβοημένος επί συνέσει στρατηγική», αντιμετωπίζει, ως αρχιστράτηγος των Περσών, και φέρνει σε δύσκολη θέση τον Μέγα Αλέξανδρο. Από τη δύσκολη αυτή θέση έβγαλε τον «αήττητον παίδα» μόνον η τύχη. Ο Μέμνων αρρώστησε και πέθανε «και τη τούτου τελευτή συνετρίβη και τα του Δαρείου πράγματα». Λίγο πριν πεθάνει ο Μέμνων, ο Αθηναίος Εφιάλτης υπερασπίζεται την Αλικαρνασσό κατά του Μακεδόνος και τα τείχη της πόλεως πέφτουν μόνον αφού έπεσε προηγουμένως ο ίδιος. Την ίδιαν ώρα ένας άλλος Αθηναίος - ο Χαρίδημος, «ανήρ θαυμαζόμενος επ' ανδρεία και δεινότητι στρατηγίας» - ήταν στην αυλή του Μεγάλου Βασιλέως. Τέτοια ήταν η δύναμή του - αλλά και τόσο πολύ το πήρε απάνω του - που, «παροργισθείς», μίλησε άσχημα στον Δαρείο· κι αυτός οργίσθηκε ακόμα περισσότερο και τον εθανάτωσε, αλλ' «ευθύς μετενόησε και κατεμέμψατο εαυτόν ως τα μέγιστα ημαρτηκότα». Τα παραδείγματα Ελλήνων που ανήκουν, ως άνδρες πολιτικοί ή στρατηγοί, στην Ιστορία ξένων κρατών δεν είναι λίγα και φθάνουν ως τον Ιωάννη Καποδίστρια και τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Ποιος άλλος λαός έχει να παρουσιάσει, μέσα σε διάστημα χρόνου που υπερβαίνει τους είκοσι αιώνες, τέτοια επίμονη προβολή και επιβολή τέκνων του έξω από τη γη τους, τέκνων ριζωμένων στις παραδόσεις και στην πατρίδα;

Τα παραδείγματα, μάλιστα, Ελλήνων που, ως σοφοί διδάσκαλοι, άνοιξαν δρόμους στη ζωή ξένων λαών, είναι πολύ περισσότερα. Είναι αμέτρητα. Την άνοιξη του 146 π.Χ. ο Πόπλιος Κορνήλιος Σκιπίων Αιμιλιανός, κοιτάζοντας μελαγχολικά την Καρχηδόνα που είχε παραδοθεί στο πυρ και στο θάνατο, δεν άνοιξε την καρδιά του παρά μόνο στον Έλληνα Πολύβιο, τον δάσκαλο και φίλο του. Και θυμήθηκε, τότε, ο Αφρικανός ο νεώτερος τους βαρυσήμαντους στίχους του Ομήρου: «έσσεται ήμαρ ότ' αν πότ' ολώλει Ίλιος ιρή...».

Τους θυμήθηκε, γιατί - όπως εξήγησε ο ίδιος στον Πολύβιο - φοβήθηκε ότι και η Ρώμη δεν θα μπορούσε να αποφύγει κάποτε την τύχη της Τροίας και της Καρχηδόνος. Την ώρα που, σφίγγοντας το δεξί χέρι του Πολυβίου, μιλούσε έτσι ο γυιος του νικητή της Πύδνας, ποιος από τους δυο είχε προσφέρει περισσότερα στον άλλον; Στο ωραίο του δοκίμιο «Polybius at Rome» λέει ο T.R. Glover ότι «είναι δύσκολο να πει κανείς ποιος κέρδισε περισσότερο» ο Σκιπίων Αιμιλιανός ή ο Πολύβιος, από τη μεγάλη αυτή φιλία που έδεσε τον έναν πλάι στον άλλον. Βέβαιο είναι, πάντως, ότι ο χθεσινός «ιππάρχης» των Αχαιών που, μετά την ήττα του Περσέως, είχε μεταφερθεί στη Ρώμη ως όμηρος, απεκάλυψε όχι μόνο στον Σκιπίωνα Αιμιλιανό, αλλά και στους Ρωμαίους γενικά, το μέγα νόημα που είχαν οι νίκες τους, εσυνειδητοποίησε μέσα τους τη σχέση της ρωμαϊκής ισχύος με το «μικτό» πολίτευμα της urbs, άνοιξε - με όργανο τη γλώσσα του ηττημένου λαού, την ελληνική - το δρόμο για τη λατινική ιστοριογραφία, ειδικώτερα για τον Τίτο Λίβιο. Και παράλληλα με τον Πολύβιο, ένας άλλος σύντροφος του Σκιπίωνος Αιμιλιανού, ο Παναίτιος, έκαμε τους Ρωμαίους να φιλοσοφούν και άνοιξε το δρόμο για τον Κικέρωνα. Πρώτη φορά στην ιστορία του κόσμου, τέκνα ενός ηττημένου λαού προβάλλουν και επιβάλλονται ως προσωπικότητες, ως πνευματικοί νομοθέτες, στην ίδια τη χώρα των νικητών ή γενικά σε ξένες χώρες. Έτσι ακριβώς άρχισε, ως μοναδικό στην ιστορία φαινόμενο, η διασπορά των Ελλήνων ως ατόμων ταγμένων να επιβληθούν ως διδάσκαλοι και φορείς πανανθρώπινης Παιδείας.

Όταν - στις 26 Ιουνίου του 1452, έναν περίπου χρόνο πριν από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως - πέθανε στο Μυστρά ο Πλήθων, ένας από τους πιστούς του κύκλου του έγραψε, στη «μονωδία» που αφιέρωσε στο νεκρό φιλόσοφο, τα βαρυσήμαντα λόγια: «Διασπαρησόμεθα τε οι των λόγων ερασταί επί την της οικουμένης εσχατιάν». Ναι, «διασπαρησόμεθα». Η λέξη που εχρησιμοποίησε ο Ιερώνυμος (ή Ερμώνυμος) Χαριτώνυμος - ο «Σπαρτιάτης», όπως ονόμαζε τον εαυτό του - συμπυκνώνει μέσα της το βαθύτερο νόημα του Γένους, ενός ολιγάριθμου Γένους που δεν εξαπλώνεται, αλλά διασπείρεται, δεν κατακτά αλλά ανακτά αδιάκοπα τον εαυτό του μες στη συνείδηση μεμονωμένων ατόμων. Το Γένος μας είναι Γένος Ατόμων. Δεν είναι μάζα ή στίφος. Ακόμα και οι εστίες του Γένους αυτού - και δεν έλειψαν ποτέ οι εστίες, ελεύθερες ή υπόδουλες, όπου έμεινε συγκεντρωμένο - ήταν και είναι εστίες μικρές, με στενό «χίντερλαντ», χωρίς πλούσιες πεδιάδες ή στέππες. Οι πιο χαρακτηριστικές εστίες του γένους μας είναι βραχάκια και μικρές εκκλησιές. Ονομάζουμε «μεγαλονήσους» την Κύπρο ή την Κρήτη που μπροστά στις βρετανικές νήσους ή στη Μαγαδασκάρη ή στη Νέα Γουινέα ή στη Σουμάτρα ή στη Φορμόζα είναι μικρά νησάκια. Ονομάζουμε ποταμό τον Ιλισσό που μπροστά στον Μισσισιπή ή τον Δούναβη ή τον Βόλγα δεν είναι ούτε καν ρυάκια. Και όμως, οι φτωχές πηγές του Υμηττού, που στάλα-στάλα μας χαρίζουν το νεράκι τους, επότισαν κι έκαμαν γόνιμο το έδαφος της οικουμένης όσο καμμιά από τις πλούσιες πηγές των μεγάλων ποταμών της γης. Και όταν σκύβεις και κοιτάζεις τα νερά του Αλφειού στην Ολυμπία, η διαύγεια είναι τέτοια που καθρεφτίζονται μέσα τους το πρόσωπο και η ψυχή σου και βλέπεις και τα ολοκάθαρα λιθαράκια στο βάθος. Η φύση γίνεται εδώ πνεύμα. Η διαύγεια των υδάτων είναι η διαύγεια του πνεύματος. Τι μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα νερά του Αλφειού και στη μαυρίλα του Βόλγα ή του Νείλου ή του Μισσισιπή!

Από αυτές τις πηγές και αυτές τις εστίες ξεκίνησαν και ξεκινούν αδιάκοπα, εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια, οι ακούραστοι εκείνοι και τολμηροί που, ως άτομα, επραγματοποίησαν και πραγματοποιούν το μοναδικό ιστορικό φαινόμενο της ελληνικής διασποράς!

Ίσια τραβάει η γραμμή από τον Πολύβιο στον Αδαμάντιο Κοραή. Χίλια πεντακόσια χρόνια μετά το θάνατο του Πολυβίου, Έλληνες του αυτού ύφους, του αυτού τύπου, ξεκινούν - άλλοι από την Κρήτη, άλλοι από τη Θεσσαλονίκη ή τον Μυστρά, άλλοι από την Κωνσταντινούπολη ή την Τραπεζούντα - και επιβάλλονται ως προσωπικότητες στη Φλωρεντία των Μεδίκων, στη Ρώμη των Παπών, στη Βενετία του σοφού τυπογράφου Άλδου Μινουτίου, στο Παρίσι του Guillaume Bude', στην Ισπανία του καρδιναλίου Francisco Ximenes de Cisneros. Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος, που έλαμψε με τη σοφία του στη Φλωρεντία των Μεδίκων, ανεφώνησε κάποτε (η φράση έχει διατηρηθεί μόνο λατινικά: «Ecce, Graecia nosto exsilio transvolavit Alpes»). Εκατό χρόνια αργότερα, πραγματοποιεί στο Τολέδο ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος - γνωστός ως «ο Έλλην», «El Greco» - θαύματα που τον ανεβάζουν στο ύψος των μεγίστων καλλιτεχνικών δημιουργών του κόσμου. Δεν υπάρχει δεύτερος λαός επί της γης, που στο ένα άκρο του ιστορικού διαστήματος δυο χιλιάδων ετών να γνωστοποιεί την παρουσία του μ' ένα Φειδία και στο άλλο άκρο μ' έναν Γκρέκο. Ο ένας ύψωσε το ανάστημα του, μαζί με τον Παρθενώνα, στην καρδιά της Ελλάδος, με τον Περικλή εμπνευστή και φίλο, ενώ ο άλλος, προσφυγόπουλο στη Βενετία του Τισιανού, ύψωσε το ανάστημά του πλάι στις στήλες του Ηρακλέους, στη χώρα Φιλίππου του Β'.

Στάθηκα ιδιαίτερα στο φαινόμενο της διασποράς των Ελλήνων ως πνευματικών δημιουργών, ως διδασκάλων, ως ξεχωριστών ατόμων, σε ξένες χώρες, μακριά από τις εστίες τους, μακριά κι από τις οργανωμένες παροικίες ομογενών. Στάθηκα στο φαινόμενο αυτό, γιατί είναι καταπληκτικό και μοναδικό στην ιστορία. Αποκαλύπτει το ιστορικό νόημα του Γένους μας περισσότερο από κάθε τι άλλο. Στους τελευταίους αιώνες, πρόβαλαν βέβαια και τα τέκνα του Ισραήλ στη διασπορά τους ως άτομα, ως μεγάλοι καλλιτέχνες ή μεγάλοι επιστήμονες, αλλά στη ζωή του λαού αυτού το φαινόμενο τούτο εμφανίζεται ως δευτερογενές. Αφού έμειναν οι Ισραηλίτες της διασποράς, πολλούς αιώνες κλεισμένοι στον εαυτό τους, άρχισαν μόλις μετά τον ΙΗ' αιώνα, μετά τον αιώνα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, να ανοίγουν λίγο-λίγο - στις χώρες ειδικά που έδειξαν απέναντι τους ανεκτικότητα - τα παράθυρά τους και να αφομοιώνουν την Παιδεία που δεν είχε καμιά σχέση με τη δική τους παράδοση. Στην αφομοίωση - και πρωτότυπη αξιοποίηση - ξένων πνευματικών αγαθών έδειξαν από τότε θαυμαστή δεξιοτεχνία, αλλά η περίπτωση αυτή δεν έχει ούτε μακρινή ομοιότητα με την περίπτωση των Ελλήνων. Πρέπει μάλιστα να προσέξουμε και κάτι που είναι πολύ χαρακτηριστικό. Και στις εξαιρετικές και ελάχιστες εκείνες περιπτώσεις που, πριν από τους δύο τελευταίους αιώνες, πρόβαλαν Ιουδαίοι ως καθολικώτερες πνευματικές προσωπικότητες, το φαινόμενο ήταν άρρηκτα συνυφασμένο με την Ελληνική Παιδεία. Η αρχή έγινε ήδη στον Α' μ.Χ. αιώνα. Μια αρχή που άργησε, ύστερα, να 'χει συνέχεια, αλλά που ήταν πολύ χαρακτηριστική. Οι απώτατοι προπάτορες των καθηγητών ιουδαϊκής καταγωγής στα πανεπιστήμια της Ευρώπης και της Αμερικής δεν είναι οι προφήτες του Ισραήλ, αλλά ο Φίλων και ο Ιώσηπος που έγραψαν ελληνικά στον Α' μ.Χ. αιώνα και ανήκουν στην, ελληνική γραμματεία. Χίλια εκατό χρόνια αργότερα, ο περίφημος Μαϊμονίδης (Μωϋσής μπεν Μαϊμόν) πήρε από τον Αριστοτέλη - όπως ακριβώς και ο αραβικής καταγωγής σύγχρονός του φιλόσοφος και συμπολίτης του (γεννήθηκαν και οι δύο στην Κορδούη της Ανδαλουσίας) Αβερρόης - τα πνευματικά μέσα που ήταν απαραίτητα για να διαμορφώσει την προσωπικότητα του.

Δεν υπάρχει, λοιπόν, αναλογία μεταξύ των δύο φαινομένων. Το φαινόμενο της διασποράς των Ελλήνων ως πνευματικών ατόμων, από τον καιρό του Πολυβίου ως τα σήμερα, είναι αυτόνομο, συνδέεται με την ίδια την ουσία του ελληνικού πνεύματος. Δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για τα τέκνα του Ισραήλ. Ο Mendessohn ή ο Heine ή ο Marx ή ο Einstein έζησαν και αξιοποίησαν μέσα τους χωρίς άλλο τον μεγάλο ηθικό πλούτο των ιουδαϊκών παραδόσεων, αλλά ως δημιουργικά πνεύματα είναι τέκνα όχι του Ισραήλ, αλλά της Ευρώπης. Γενεαλογικά, πρέπει να αναχθούν στην Ελλάδα, όπου για πρώτη φορά στην ιστορία του κόσμου, λόγος και τέχνη και γνώση έγιναν Παιδεία.



Έτσι ερχόμαστε στο βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα του Ελληνικού Γένους. Πρώτος το επεσήμανε, στο 380 π.Χ., ο Ισοκράτης, ο φίλος και θαυμαστής του μεγάλου βασιλέως της Κυπριακής Σαλαμίνος και επιτίμου πολίτου των Αθηνών Ευαγόρου του Α'. Στον περίφημο «Πανηγυρικό» του διατυπώνει την υπερήφανη σκέψη ότι «Έλληνας» θά 'πρεπε να αποκαλούμε «μάλλον... τους της παιδεύσεως της ημετέρας ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας». Για πρώτη φορά τοποθετήθηκε το κοινό γνώρισμα της Παιδείας παραπάνω από την κοινότητα του αίματος, η συνείδηση παραπάνω από τη φυλή, η ιστορία παραπάνω από τη φύση. Ο λαός που έφθασε στη σύλληψη αυτής της μεγάλης αλήθειας - μιας αλήθεια που, όπως παρατηρεί πολύ σωστά ο Werner Jager στο μέγα έργο του «Παιδεία», έκαμε ακριβώς και τους άλλους λαούς να μπουν στην ιστορία - ήταν αδύνατο να σβήσει, να χαθεί. Αφού ανακάλυψε, με την Παιδεία, το όργανο της αφθαρσίας, ήταν αδύνατο να φθαρεί. Και πριν από τους Έλληνες, υπήρχε στον κόσμο σοφία. Αλλά φιλοσοφία δεν υπήρχε. Υπήρχαν γνώσεις. Αλλά επιστήμη δεν υπήρχε. Υπήρχε τέχνη. Αλλά αισθητική συνείδηση δεν υπήρχε. Μ' άλλα λόγια, δεν υπήρχε Παιδεία. Οι μαθηματικές γνώσεις των Ασσυρίων δεν θα οδηγούσαν ποτέ στη γεωμετρία του Ευκλείδη ή στη γεωμετρία του Einstein. Προϋπόθεση για την εξέλιξη αυτή ήταν ο συνδυασμός εμπειρίας και θεωρίας που είναι καθαρά ελληνικό έργο. Η Παιδεία στηρίχθηκε στην αυτοσυνείδηση του πνεύματος. Και η αυτοσυνείδηση αυτή εκδηλώθηκε ταυτόχρονα και αυτόματα, στην αρχαία Ελλάδα, σ' όλες τις σφαίρες της ζωής. Εκδηλώθηκε στις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους - έτσι γεννήθηκαν η «Πόλις», ο «Πολίτης», το «πολίτευμα» - εκδηλώθηκε στη σχέση του ανθρώπου προς τη φύση και του ανθρώπου προς τον εαυτό του - έτσι γεννήθηκε η θεωρητική και η πρακτική (ηθική) διαλεκτική του νου. Αυτή η τελευταία, η διαλεκτική του νου, ήταν η προϋπόθεση για όλα τα άλλα. Αλλά αποκρυσταλλώθηκε συνειδητά και σ' ολόκληρο το βάθος της με τον Πλάτωνα, αφού είχαν όλα τ' άλλα τελειωθεί και όταν, μάλιστα, είχαν αρχίσει να παρακμάζουν.

Το γένος των Ελλήνων που είχε τη μεγάλη δύναμη να ανεβάσει το πνεύμα παραπάνω κι από το «γένος» και να πει, με τα χείλη του Ισοκράτους, ότι η Παιδεία «το των Ελλήνων όνομα πεποίηκε μηκέτι του γένους, αλλά της διανοίας δοκείν είναι», το Γένος αυτό ήταν αδύνατο, όπως είπα και προ ολίγου, να χαθεί. Δεν χάθηκε ούτε βιολογικά. Αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Δεν χάθηκε - αυτό είναι το κρίσιμο και σημαντικό - ως γλώσσα και ως πνεύμα, ως συνείδηση και ως παράδοση. Δεν χάθηκε ποτέ ο Έλλην - ποτέ και πουθενά - ως παρουσία πνευματική, ως νομοθέτης αξιών, ως ηθικό παράδειγμα. Ως δύναμη ιστορική - δύναμη ηθική και στις ώρες τις κακές και σημαδιακές - ήταν αδιάκοπα παρόντες οι Έλληνες. Όχι μόνο δεν απουσίασαν ποτέ από την ιστορία, από το προσκήνιο της ιστορίας, αλλά υποχρέωσαν τη βία της ιστορίας να υποκύψει πάντοτε, έμμεσα ή άμεσα, στο πνεύμα τους. Η ιστορία του κόσμου θά 'ταν μόνο Βία χωρίς τον Έλληνα. Το πνεύμα - ως σοφία ή προφητεία - ζούσε, πριν από τους Έλληνες, αλλά και μετά τους Έλληνες, στους χώρους εκείνους της γης που δεν είχαν επηρεασθεί από την Ελλάδα, έξω από την ιστορία. Με τον Ελληνικό Λόγο, με την Ελληνική Παιδεία, υποχρεώθηκε η βία της ιστορίας να εγκαινιάσει τη μεγάλη διαλεκτική της έριδα με το πνεύμα. Ουσιαστικά, μόνον από τότε υπάρχει αληθινή ιστορία. Όλα τ' άλλα ήταν προϊστορία. Αληθινή ιστορία είναι η άμιλλα μεταξύ Βίας και Πνεύματος. Ύλης και Λόγου. Στο διαλεκτικό αυτό αγώνισμα, οι Έλληνες - ολιγάριθμοι, ασθενέστεροι ως ύλη απέναντι σχεδόν όλων των άλλων λαών - κρατήθηκαν αδιάκοπα στο στίβο ορθοί (ορθοί και ως ηττημένοι) με το πνεύμα τους, με το ήθος τους, με τη δύναμη της ψυχής τους.

Διάφορες φάσεις

Ας ρίξουμε μια ματιά στις διάφορες φάσεις της ζωής του Ελληνικού Γένους μετά τη μεγάλη εποχή που αρχίζει με τα Ομηρικά έπη και κλείνει με την πτώση του ελληνικού χώρου στα χέρια των Ρωμαίων. Τα βήματα που έκαμαν τότε οι Έλληνες, άνοιξαν τον δρόμο για την ανθρωπότητα. Χωρίς τα βήματα εκείνα, θα υπήρχαν λαοί και κράτη, αλλά «Ανθρωπότης» δεν θα υπήρχε.

Όταν έπεσε ο ελληνικός χώρος στην εξουσία των Ρωμαίων, το Ελληνικό Γένος όχι μόνο διατηρήθηκε, αλλά έκαμε τον κατακτητή να υιοθετήσει την Ελληνική Παιδεία. Πρώτη φορά σημειώθηκε ένα τέτοιο γεγονός στην ιστορία. Έπρεπε να υπάρχουν οι Έλληνες για να σημειωθεί. Θύμωνε ο Κάτων ο πρεσβύτερος όταν έβλεπε ότι όχι μόνον οι νεαροί Ρωμαίοι αλλά και πολλοί συγκλητικοί κρέμονταν από τα χείλη Ελλήνων φιλοσόφων. Δεν ήταν όμως και ο ίδιος λίγο ή πολύ, Έλλην; Θα μπορούσε, τάχα, να εκφωνεί τους λόγους που εκφωνούσε, αν δεν είχαν προηγηθεί η Ελληνική Πόλις και η Ελληνική Παιδεία; Όταν θέλησε ένας συγκλητικός να βρίσει τον Κικέρωνα, τον ονόμασε «Γραίκουλο». Χωρίς να το θέλει, τον εκολάκευσε. Ο Κικέρων - όπως και τόσοι άλλοι, ο Οβίδιος, ο Οράτιος, ο Βεργίλιος - επισκέφθηκε τις σχολές των Αθηνών και θέλησε ο ίδιος να θεωρείται Έλλην στο πνεύμα του. Έδειξε ιδιαίτερη στοργή και απέναντι των Ελλήνων της Κύπρου. Τέτοια ήταν η επιβολή του Ελληνικού πνεύματος στη Ρώμη, ώστε βρέθηκαν Ρωμαίοι που προτίμησαν να γράψουν ελληνικά παρά λατινικά. Όχι μόνον ο Αιλιανός, αλλά και ο αυτοκράτωρ Μάρκος Αυρήλιος.

Αφομοίωση του Χριστιανισμού

Αν δεν νικήθηκε το ελληνικό πνεύμα από τον κατακτητή Ρωμαίο, μπορούσε να νικηθή από τον Χριστιανισμό. Η «Αποκάλυψις» μπορούσε νά 'ναι κίνδυνος για την γνώση, την παιδεία, τον φιλοσοφικό λόγο. Εδώ έδειξε το Ελληνικό γένος την πιο μεγάλη του δύναμη. Κατόρθωσε να αφομοιώσει τον Χριστιανισμό, τον πρόβαλε με την ελληνική γλώσσα, και τις ίδιες περίπου ημέρες που ο Ιουλιανός ενόμιζε ότι, για να διασωθεί η Ελλάς έπρεπε να εγκαταλειφθεί ο Χριστιανισμός και να κτυπηθούν οι «Γαλιλαίοι» (όπως ονόμαζε τους Χριστιανούς), ο παλαιός συμφοιτητής του Μέγας Βασίλειος έγραφε την περίφημη πραγματεία του «Προς τους νέους», όπου παραλληλίζει και διασταυρώνει τη διδασκαλία του Ιησού με τους «ελληνικούς λόγους», καθώς και με το ήθος του Σωκράτους, του Ευκλείδου, ακόμα και του Περικλέους.

Η βυζαντινή αυτοκρατορία

Η βυζαντινή αυτοκρατορία εγκαινιάσθηκε ως ρωμαϊκό πολιτειακό σύστημα και ως λατινικό γλωσσικό καθεστώς. Μέσα σε ελάχιστο διάστημα χρόνου, το Ελληνικό Γένος, υπόδουλο στους Ρωμαίους επί πεντακόσια περίπου χρόνια, πραγματοποιεί έναν ιστορικό άθλο που δεν συγκρίνεται με τίποτε ανάλογο στον κόσμο. Χωρίς να εξεγερθεί και να επαναστατήσει, με μοναδικά όπλα το πνεύμα και τη γλώσσα, μετατρέπει ομαλά και αβίαστα το ρωμαϊκό κράτος, που δεν έπαψε να ονομάζεται «ρωμαϊκό» και ως την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, σε κράτος ελληνικό. Τα χίλια χρόνια της βυζαντινής αυτοκρατορίας είναι χίλια χρόνια νέας εντονώτατης ελληνικής ιστορίας, νέων θαυμαστών επιτευγμάτων της ελληνικής ψυχής. Εκτός από όλα τ' άλλα επιτεύγματα του ελληνικού Βυζαντίου, ολόκληρος κόσμος λαών - των σλαυικών λαών - εισάγεται με την καθοδήγηση Ελλήνων Χριστιανών, στο χώρο της ιστορίας.

Η δουλεία

Φθάνει η κακή ώρα και το Ελληνικό Γένος υποδουλώνεται στους Τούρκους. Επεσήμανα ήδη τη δράση των Ελλήνων εκείνων, που, ως άτομα, ως φορείς Παιδείας, έφυγαν (άρχισαν να φεύγουν και πριν από την άλωση) και σκόρπισαν στη Δύση. Ας δούμε όμως και τι έγινε στις υπόδουλες εστίες του Γένους. Δεν έπαψε ούτε μια στιγμή να ανασαίνει έντονα η Ελληνική Ψυχή. Οι υπόδουλοι Έλληνες, άλλοτε συνδυάζοντας τη δράση τους με τους Δυτικούς ή τους Ρώσους, άλλοτε όμως και αυτόνομα, καταφεύγοντας στα βουνά τους, προκαλούν σχεδόν αδιάκοπα, σε διάστημα χρόνου που άλλους λαούς θα τους είχε κάμει να ξεχάσουν την ιστορική τους ύπαρξη, την προσοχή ολόκληρης της Ευρώπης. Ο Friedrich Holderlin, στα τέλη του ΙΗ' αιώνα, πλάθει με την ωραία φαντασία του ένα Νεοέλληνα ήρωα -τον Υπερίονα - και, συνδυάζοντας τον με τα γεγονότα του 1768, τον εμφανίζει ν' απελευθερώνει αυτός το Ναυαρίνο και να προχωρεί προς το Μυστρά μ' ένα ελληνικό κράνος στην κεφαλή του. Με πολλούς πρωτότυπους τρόπους σημειώνει την παρουσία του το Ελληνικό Γένος μέσ' στο χώρο της δουλείας του. Τα καράβια των Ελλήνων γίνονται αρμάδα ελευθερίας. Το «κρυφό σχολειό» - μια θαυμαστή επινόηση του αδούλωτου πνεύματος του δουλωμένου Γένους - μεταβάλλει την τρεμουλιαστή φλόγα του κεριού ή του κανδηλιού σε πυρσό Παιδείας. Τα μοναστήρια γίνονται οχυρά της ελληνικής ψυχής. Το εμπόριο θραύει τα δεσμά της δουλείας και καταργεί τα σύνορα του υπόδουλου Γένους με τους άλλους λαούς και τις άλλες χώρες. Να επιβληθεί το ελληνικό πνεύμα στον κατακτητή, όπως είχε επιβληθεί στους Ρωμαίους, αυτό δε μπορούσε, βέβαια, να γίνει. Οι Τούρκοι δεν είχαν την προδιάθεση να υιοθετήσουν την ελληνική Παιδεία, που τώρα πια ήταν και χριστιανική. Ο πορθητής Μωάμεθ, που ήξερε καλά ελληνικά, ήταν πρόθυμος - φιλοδοξώντας να εμφανισθεί στην ιστορία ως φυσικός διάδοχος των Ελλήνων αυτοκρατόρων - να προχωρήσει και ως εκεί. Και τον βοήθησε ο πατριάρχης Γενάδιος, ο πρώτος εθνάρχης των υπόδουλων Ελλήνων. Του έκαμε ακόμη και χριστιανική κατήχηση σε άπταιστα ελληνικά. Αλλά το πείραμα δεν μπορούσε να ευοδωθεί. Οι Έλληνες, όμως, κατόρθωσαν κάτι άλλο. Έγιναν ως άτομα, ως προσωπικότητες, απαραίτητοι στον κατακτητή. Έλληνες γίνονται σύμβουλοι των Σουλτάνων και παίρνουν τον υψηλό τίτλο του Μεγάλου Διερμηνέως. Λίγο αργότερα, γίνονται ηγεμόνες των παραδουνάβιων περιοχών μέσ' στην οθωμανική αυτοκρατορία άνδρες που η καταγωγή τους ήταν από το Αιγαίο. Ας θυμηθούμε επίσης ότι έπαρχος σε παραδουνάβια ηγεμονία ήταν σε μια περίοδο του ΙΗ' αιώνα ο Θεσσαλός Ρήγας ο Βελεστινλής. Τα Βαλκάνια είχαν σε μεγάλο βαθμό εξελληνισθεί, δηλαδή προσαρμοσθεί λίγο ή πολύ στον πνευματικό νόμο του ενός από τους πολλούς υπόδουλους λαούς, του λαού ακριβώς εκείνου που αριθμητικά και βιολογικά μειονεκτούσε. Η Ελληνική γλώσσα και Έλληνες λειτουργοί της Εκκλησίας έκαμαν τους Βουλγάρους να διατηρήσουν τη συνοχή τους. Αλβανοί έγιναν Έλληνες, αφομοιώθηκαν ως μεγάλες συμπαγείς κοινότητες από το Ελληνικό στοιχείο, ενώ το αντίστροφο φαινόμενο είναι άγνωστο.

Η Εθνεγερσία

Έτσι δεν μπορούσε παρά να σημάνει και η ώρα του '21, είτε είχε προηγηθεί η Γαλλική Επανάσταση, είτε όχι. Είναι δείγμα δουλικής υπακοής σε ξένα - στο βάθος ανθελληνικά - θεωρητικά κατασκευάσματα η προσπάθεια αναγωγής του '21 σε κοινωνικά αίτια, στην αστική τάξη και σε υλιστικές νομοτέλειες. Το '21 ήταν καθαρά ελληνικό γεγονός, όπως και ο Μαραθών. Τριακόσια χρόνια συνέχεια πριν από την Γαλλική επανάσταση, που μόνο περιστασιακά επηρέασε τον Ρήγα, όπως τον επηρέασε και η μορφή του Βοναπάρτη, δεν είχαν πάψει οι Έλληνες ούτε στιγμή να προετοιμάζονται για τη μεγάλη ημέρα, να εξεγείρονται ή να υπονομεύουν τον κατακτητή. Όση σχέση είχε αργότερα το Αρκάδι με κοινωνικά αίτια, άλλη τόση είχε το Μεσολόγγι. Το '21 ήταν το πλήρωμα Ελληνικού χρόνου. Αλλά το ελληνικώτατο αυτό γεγονός έγινε - κι' αυτό είναι επίσης θαυμαστό - γεγονός πανευρωπαϊκό. Το '21 ήταν η πρώτη μεγάλη ρωγμή στην Ιερά Συμμαχία. Και με την Ελληνική Επανάσταση εγκαινιάσθηκε, σ' ολόκληρη την Ευρώπη, ο αιώνας των εθνοτήτων. Δεν υπάρχει στην ιστορία των Ελλήνων μεγάλη ώρα που να μην είχε ταυτόχρονα πολύ ελληνικό χαρακτήρα και μεγάλη παγκόσμια σημασία.

Ο 20ός αιώνας

Θα σταθώ τώρα λίγο περισσότερο στον αιώνα μας. Είναι ο αιώνας που έκαμε την ιστορία κυριολεκτικά παγκόσμια, πανοικουμενική σε σχέση με τον πλανήτη μας. Πάει μάλιστα να την κάνει - αλλά κάποιο απρόβλεπτο όριο θα σταματήσει κάποτε και κάπου την ανέγερση του νέου πύργου της Βαβέλ - υπερπαγκόσμια, διαστημική. Το φυσικότερο θά 'ταν, σ' έναν τέτοιον αιώνα, οι μικροί λαοί νά 'χουν γίνει μικρότεροι. Οι διαστάσεις άλλαξαν ριζικά. Άλλες δυνατότητες θά 'πρεπε νά 'χει σε σχέση με τη Μεσόγειο το ολιγάριθμο ελληνικό Γένος, άλλες σε σχέση με την Ευρώπη, και άλλες σε σχέση με ολόκληρη την υδρόγειο σφαίρα. Και όμως, το Ελληνικό Γένος αγνόησε το νόμο των ποσοτικών αναλογιών. Οι ηγέτες της σημερινής Κίνας - με τη νεοπλουτική νοοτροπία ανθρώπων που, περιφρονώντας την προαιώνια σοφία της Ασίας, υιοθέτησαν μηχανικά την υλιστική επιστήμη της Ευρώπης, χωρίς να μπορούν και να την ελέγξουν με τα ευρωπαϊκά (δηλαδή, ελληνικά) κριτήρια του πνεύματος - απειλούν τον κόσμο με την προειδοποίηση ότι σε λίγα χρόνια ο λαός τους θά 'χει φθάσει στο ένα δισεκατομμύριο κορμιά. Ας την προσέξουν την προειδοποίηση αυτή η Σοβιετική Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Εμείς οι Έλληνες δεν έχουμε το δικαίωμα να την προσέξουμε. Αν πρόσεχαν οι Έλληνες τα υλικά κριτήρια των αριθμών, όχι μόνο στον αιώνα μας θα είχαν παραιτηθεί από κάθε αυτόνομη ιστορική αποστολή, αλλά και σ' αυτόν ήδη τον Ε' π.Χ. αιώνα θά 'πρεπε να είχαν θεωρήσει μάταιο ν' αντισταθούν στα αναρίθμητα ασιατικά στίφη των Περσών. Και δεν έλειψαν ποτέ - ούτε τότε, ούτε ως τα σήμερα - Έλληνες που νόμισαν ότι ήταν προτιμότερο να προσκολληθεί το ολιγάριθμο Γένος μας σε μεγάλες μάζες λαών, να υπηρετήσει τη δική τους ιστορική αποστολή και να χαθεί, έτσι, μέσα τους. Θα 'ταν κι αυτό - δηλαδή, το νά 'ρθουν οι «βάρβαροι» του Καβάφη και να δοθούμε εκούσια σ' αυτούς, ανοίγοντας μόνοι μας τις πύλες - «μια κάποια λύση». Θά 'ταν μια λύση άνετη, αλλά μικρή. Και το Γένος μας δεν διάλεξε, στην κρίσιμη ώρα, ποτέ την άνετη λύση, τη μικρή, έστω κι αν όσοι την προτείνουν εκάστοτε έχουν αρκετή δόση λογικής στα επιχειρήματα τους.

Στον αιώνα μας βρεθήκαμε συχνά - και βρισκόμαστε - μπροστά στο δίλημμα. Και προτιμήσαμε, τουλάχιστον ως την ώρα αυτή, τη δυσκολότερη λύση, όχι την άνετη και τη μικρή. Δεν εννοώ τους Βαλκανικούς πολέμους ή τη στάση μας στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο ή την ένδοξη, αλλά στο τέλος φοβερή, δοκιμασία μας στην Μικράν Ασία. Η δεκαετία εκείνη - 1912-1922 - έδωσε στο Γένος μας την ευκαιρία να αξιοποιήσει, σε υψηλό βαθμό, τις αρετές του, να δείξει (ειδικώτερα, από το 1915 ως το 1922) και τις εξίσου έμφυτες αδυναμίες του, αλλά κρίσιμα ιστορικά διλήμματα δεν παρουσίασε. Δραματικές πολιτικές εμπλοκές, που είχαν ποικίλες αιτιολογίες, έδωσαν, μετά το 1915, την εντύπωση ότι υπήρχαν βασικά ιστορικά διλήμματα, αλλά στο βάθος δεν υπήρχαν. Απόδειξη παρέχει το γεγονός ότι, μετά το 1920, συνεχίσθηκε η πολιτική που είχε προηγηθεί, συνεχίσθηκε - με μεγαλύτερη μάλιστα ένταση - η μικρασιατική εκστρατεία. Κάτι άλλο, λοιπόν, έφταιξε. Δίλημμα δεν είχε παρουσιάσει τότε η ίδια η ιστορία. Δεν θα επιμείνω περισσότερο στο κεφάλαιο αυτό της ζωής του Γένους μας, που έκλεισε με τη φοβερή εκρίζωση του μικρασιατικού Ελληνισμού και με άλλα τραγικά γεγονότα. Δεν έπαυσε η μνήμη όλων μας να είναι ευπαθής - ή και εμπαθής - και σέβομαι το πάθος και τον πόνο ή ακόμα και το πείσμα της μιας και της άλλης πλευράς.

Το 1940

Δίλημμα μπορούσε ιστορικά να γεννηθεί στις 28 Οκτωβρίου του 1940. Στην Ευρώπη δεν υπήρχε κανένα πια ηπειρωτικό μέτωπο πολέμου. Η ενδοξότερη ηπειρωτική αντίπαλος της Γερμανίας, η Γαλλία, είχε πέσει. Η Σοβιετική Ένωση εξακολουθούσε νά 'ναι σύμμαχος της Γερμανίας. Η εκκένωση της Δουνκέρκης ήταν κατόρθωμα, αλλά κι ένα προηγούμενο που έδειχνε καθαρά ότι ούτε δύο βήματα από τις μητροπολιτικές ακτές της δεν μπορούσε η Μεγάλη Βρετανία να κρατήσει ένα προγεφύρωμα. Η περίπτωση της Δανίας, μιας χώρας υψηλού ηθικού πολιτισμού που βρέθηκε μπροστά σε ιδιότυπες περιστάσεις και δεν πρόλαβε καν να διαλέξει τη μια ή την άλλη στάση, μπορούσε να παραπλανήσει τους Έλληνες και να τους κάμει να νομίσουν ότι με κάποιον ανάλογο τρόπο θά 'ταν δυνατόν να παρακαμφθεί το δίλημμα μεταξύ θυσίας και υποταγής. Και όμως, η Ελλάς - η μικρή, η αδύνατη - δεν επηρεάσθηκε από κανένα αντικειμενικό περιστατικό. Όλα τα αντικειμενικά περιστατικά έπρεπε να την είχαν κάμει να συμβιβασθεί. Αλλά σκέφθηκε ότι, εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια, έχει αυτόνομη ιστορική αποστολή. Και έγινε το Θαύμα. Όταν παραμερίζει ο Έλλην τα αντικειμενικά περιστατικά που του λεν ότι δεν μπορεί να γίνει τίποτε, γίνεται και το αδύνατο. Οι μήνες που κράτησε η Ελλάς ολομόναχη το μοναδικό ηπειρωτικό μέτωπο στην Ευρώπη, ήταν η συγκλονιστική κοσμοϊστορική απόδειξη ότι ποτέ δεν θα γίνουν περιττοί στον κόσμο και οι λίγοι ως αυτοτελής ιστορική μονάς. Κι' αυτό τάχθηκαν να το δείξουν, στον αιώνα της υπερτροφικής τεχνικής και των μεγάλων μαζικών δυνάμεων, μόνον οι Έλληνες. Πέρ' από την παγκόσμια ηθική σημασία του, το γεγονός τούτο είχε, στο έτος 1941, ένα συγκεκριμένο πρακτικό αποτέλεσμα που η αξία του είναι ανυπολόγιστη. Υποχρεώθηκε ο Χίτλερ να αναβάλει την επίθεση κατά της Ρωσίας τόσες εβδομάδες όσες αρκούσαν για να μην πέσει η Μόσχα.

Δεν έπαψαν οι Έλληνες και μετά τον Απρίλιο του 1941 να σημειώνουν, σε πολύ υψηλό ηθικό επίπεδο, την ιστορική παρουσία τους. Αλλά δεν έχω το δικαίωμα να πω ότι αυτό ήταν κάτι το ξεχωριστό. Σ' όλες τις κατεχόμενες χώρες, από τη Γαλλία ως την Πολωνία, και από τη Νορβηγία ως την Ελλάδα, οι λαοί έγραψαν σελίδες ηρωισμού. Το μοναδικό και ξεχωριστό έγινε στις 28 Οκτωβρίου του 1940. Και ό,τι πρέπει να θεωρηθεί πάλι ως κάτι το μοναδικό ήταν, μετά το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, η φοβερή αιματηρή δοκιμασία που έληξε τον Σεπτέμβριο του 1949. Από οποιαδήποτε σκοπιά κι αν εξετάσει κανείς τη δοκιμασία αυτή - και υπάρχουν δυο βασικές, ίσως όμως και άλλες, σκοπιές στον κόσμο -, δε μπορεί παρά να αναγνωρίσει ότι και στην περίπτωση αυτή ήταν το ολιγάριθμο Ελληνικό Γένος ο αμνός που τάχθηκε να άρη τας αμαρτίας του κόσμου. Σταυρώθηκε πάλι. Αλλά και αναστήθηκε πάλι.

Κι ας φθάσουμε τώρα στο 1955. Ό,τι άρχισε, τότε, να διαδραματίζεται εδώ στην Κύπρο ανήκει, επίσης στην κατηγορία εκείνη των ιστορικών πράξεων που συνδυάσθηκαν με μέγα δίλημμα. Μια φούχτα Ελλήνων αποφάσισε ν' αντιπαραταχθεί σε μιαν αυτοκρατορία. Θα μπορούσαν κάλλιστα να σκεφθούν οι Έλληνες αυτοί την υλική τους άνεση που ως κάτοικοι βρετανικής αποικίας την είχαν εξασφαλίσει. Θα μπορούσαν επίσης να σκεφθούν ότι είναι μάταιο να πάρουν στα χέρια τους, στον αιώνα της τόσο εξελιγμένης πολεμικής τεχνικής, την σφενδόνη του Δαυίδ. Και όμως την πήραν. Και στις 6 Δεκεμβρίου του 1955, ένα από τα εκλεκτότερα πνεύματα του αιώνα μας, ο άτυχος Albert Camus, έγραφε, στο περίφημο άρθρο του «L' Enfant Grec», ένα άρθρο που του είχε εμπνεύσει η καταδίκη του Καραολή, ότι οι Έλληνες είναι ο ένας από τους λαούς, «dont l' Europe barbare aura besoin demain pour se refaire une civilisation».

Η ιστορία του Ελληνικού Γένους είναι, από τις αρχές της, δηλαδή από τις αρχές της ιστορίας του κόσμου, ως τα σήμερα, μια εποποιία. Αλλά το τίμημα της εποποιίας είναι βαρύ. Και δεν μπορούσε παρά νά 'ναι βαρύ. Το Γένος μας είναι βαρύτιμο. Η διαπίστωση αυτή δεν πρέπει να γεννάει αλαζονεία. Γέννησε, βέβαια, κατά το δεύτερο ήμισυ του ΙΘ' αιώνα κάποιο στόμφο, κάποια μεγαλοστομία. Θα την είχαν αποφύγει κι αυτήν οι κατά τα άλλα συμπαθείς και ευσυνείδητοι λόγιοι της περιόδου εκείνης, αν είχαν προσέξει περισσότερο τη φωνή του Σολωμού, μια φωνή συνεσταλμένη, γνησιώτατα ελληνική, φωνή «απ' τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά». Η Ελληνική Δόξα δεν φορεί στην κόμη της άλλο στεφάνι παρά εκείνο που είναι «καμωμένο από λίγα χορτάρια».

Και το καταλάβαμε οι Έλληνες καλά, όταν στον αιώνα μας άρχισαν οι νέες μεγάλες δοκιμασίες. Η ιστορία μας εξακολουθεί να είναι μια μεγάλη εποποιία, αλλά μια εποποιία που πληρώνεται αδιάκοπα με δάκρυα και αίμα, και δεν επιτρέπει μεγαλοστομίες και αλαζονεία.

Τι είναι εκείνο που έκαμε δυνατή τη διάρκεια αυτής της εποποιίας; Όλοι οι ιστορικοί λαοί έχουν να επιδείξουν πράξεις επικού μεγαλείου. Στην περίπτωση, όμως του Ελληνικού Γένους είναι ο χρόνος - ο χρόνος των τριών χιλιάδων ετών - που μας υποχρεώνει να θέσουμε το ερώτημα. Και κάτι άλλο είναι το θαυμαστό. Οι Έλληνες - ο μόνος λαός που γράφει αδιάκοπα, τρεις χιλιάδες χρόνια, ωδές ενός ανεξάντλητου έπους - είναι λίγοι, είν' ένας από τους μικρότερους λαούς του κόσμου. Ούτε η υλική δύναμη του αριθμού ευνόησε το Ελληνικό Γένος, ούτε άλλες υλικές προϋποθέσεις του ήταν ευνοϊκές. Δεν ευνοήθηκε ούτε από τη γεωγραφική του θέση. Στενή ηπειρωτική βάση και νησιά είναι οι κοιτίδες του. Σ' ένα σταυροδρόμι ζει ανέκαθεν ο βασικός του κορμός. Ακριτικό φυλάκιο είναι η χώρα του.

Μόνο στη δύναμη του Ελληνικού πνεύματος - στη συνοχή και τη συνέχεια που εξασφάλισε το πνεύμα του λαού που πρώτος εγέννησε την ιδέα της Παιδείας - μπορούμε να αποδώσουμε το γεγονός ότι, εις πείσμα όλων των υλιστικών ερμηνειών της ιστορίας, τόσο λίγοι άνθρωποι κατόρθωσαν, σε τόσο μέγα διάστημα χρόνου, νά 'ναι αδιάκοπα παρόντες ως μονάς αυτόνομη και με παγκόσμια συνάμα ακτινοβολία. Έτσι επιστρέφω σε όσα επεσήμανα πριν επιχειρήσω την επισκόπηση των φάσεων της ιστορικής ζωής του Ελληνικού Γένους. Και θα κλείσω με μια σύνθεση.

Παιδεία και πνεύμα

Δύο βασικά στοιχεία συνθέτουν το ιστορικό νόημα του Ελληνικού Γένους. Δύο στοιχεία που είναι αλληλένδετα. Το ένα είναι το πνεύμα που έγινε πηγή Παιδείας. Αν χάσουμε τη συνείδηση του πνεύματος αυτού ως Ελληνικού πνεύματος, και το ανταλλάξουμε με τα διάφορα βιομηχανικά υποπροϊόντα της επιστήμης που επήγασε από την Ελλάδα, με τα διάφορα «ερζάτς» που κατασκευάσθηκαν σε φάμπρικες μαζικής παραγωγής, θα πάψουμε αργά ή γρήγορα νά 'μαστε Έλληνες. Εμείς οι λίγοι - οι τόσο λίγοι ανάμεσα σε ωκεανούς λαών - θα διατηρηθούμε μόνο και μόνον αν, με ανοιχτή βέβαια τη σκέψη και την καρδιά μας απέναντι όλων, κρατήσουμε το πνεύμα μας ελληνικό, δηλαδή ελεύθερο και ανεκτικό, μακριά από τα δεσμά οποιωνδήποτε κρατικών και κοινωνικών δογμάτων. Ο λαός που εγέννησε την Παιδεία ως Παιδεία Ελευθερίας θα διατηρηθεί και στο μέλλον, όπως διατηρήθηκε στο παρελθόν, αν μείνει πιστός στην ελληνικώτατη αρχή της Παιδείας αυτής, δηλαδή στην ελευθερία του πνεύματος.

Το δεύτερο στοιχείο που, μαζί με το πνεύμα ως πηγή Παιδείας, συνθέτει το ιστορικό νόημα του Ελληνικού Γένους, προκύπτει άμεσα από τη συνείδηση ότι υπακούουμε στο πνεύμα και όχι σε υλικές σκοπιμότητες. Όποιος έχει τη συνείδηση αυτή είναι έτοιμος για τη μεγάλη θυσία. Το δεύτερο λοιπόν στοιχείο που προσδιορίζει βασικά το Ελληνικό Γένος είναι η προθυμία για τη μεγάλη θυσία. Στα τρεις χιλιάδες χρόνια διατηρηθήκαμε - εμείς οι λίγοι, οι αδύνατοι, οι συχνότατα άστεγοι και ακάλυπτοι - μόνο και μόνο γιατί, έχοντας τη συνείδηση ότι υπερασπίζουμε ένα αγαθό μεγαλύτερο από τα πλουσιώτερα υλικά αγαθά, το αγαθό του Ελληνικού Πνεύματος, δεν επάψαμε να κάνουμε θυσίες που έγιναν παγκόσμια παραδείγματα. Οι θυσίες αυτές είναι, από τους αρχαίους χρόνους, ομαδικές, αλλά και συνυφασμένες κάθε τόσο με μερικά άτομα που τα ονόματα τους έγιναν παγκόσμια σύμβολα. Όπως ανάδειξε το Ελληνικό Γένος, στις κοιτίδες του και στη διασπορά του, προσωπικότητες μεγάλης πνευματικής αυθυπαρξίας, έτσι ανάδειξε, παράλληλα μ' αυτές, άτομα που με το ηρωικό ήθος τους ανέβηκαν στην κορυφή εκείνη, όπου η θυσία γίνεται φάρος για το λαό τους και για την ανθρωπότητα.

Με τον Ονήσιλο της Κύπρου και τον Λεωνίδα των Θερμοπυλών γεννήθηκε στην ιστορία του κόσμου η θυσία ως ιδέα, ως πέρα για πέρα συνειδητή ιστορική πράξη. Από τον Ονήσιλο και τον Λεωνίδα ως τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, και από τον μάρτυρα και ήρωα της πύλης του αγίου Ρωμανού ως την Ελληνίδα της Κύπρου Μαρία Συγκλητική, τον Ρήγα Φεραίο, τον Αθανάσιο Διάκο, τον ηγούμενο της μονής του Αρκαδίου, τον Χρυσόστομο της Σμύρνης και τον Αυξεντίου, αναρίθμητοι είναι οι Έλληνες ήρωες και μάρτυρες που, ως ισχυρότατοι κρίκοι, συγκροτούν και συγκρατούν αδιάσπαστη τη χρυσή αλυσίδα του Ελληνικού Γένους. Η αλυσίδα αυτή άνθεξε τρεις χιλιάδες χρόνια. Ας μη παραμελήσουμε την ποιότητα του ευγενικού μετάλλου της. Ας μη την ανταλλάξουμε με μέταλλα ξένα που, όσο κι αν μοιάζουν ισχυρά και λάμπουν, είναι προορισμένα να σκουριάσουν. Από εμάς σήμερα και από τις γενεές Ελλήνων που, με το θέλημα του Θεού, θα μας διαδεχθούν, εξαρτάται η επιβίωση του Ελληνικού Γένους άλλες τρεις χιλιάδες χρόνια ή μάλλον έως τη συντέλεια του κόσμου.

Κυριακή 8 Ιουλίου 2007

Ὁ «πολιτισμὸς» τῆς παγκοσμιοποίησης ἔριξε τὸ προσωπεῖο

Ἐχθὲς λοιπὸν κατὰ τὰ μεσάνυχτα, πηγαίνω νὰ βάλω καμμιὰ ταινία φρίκης καὶ τρόμου στὴν τηλεόρασι, νὰ ξεκουραστῶ καὶ νὰ ξεφύγω ἀπὸ τὴν καθημερινότητα πρὶν πάω γιὰ ὕπνο. Βλέπω τὴν τηλεόρασι ἀναμμένη καὶ τὴν μητέρα μου μισοκοιμισμένη στὸν καναπέ.

«Δὲν πῆγες γιὰ ὕπνο ἀκόμη βρέ μάνα;!»
«Ἔκατσα νὰ δῶ εἰδήσεις, γιὰ τὴν Ἀκρόπολι! Τί ἔγινε, τὰ εἴπανε; Εἶδες στὸ Ἴντερνετ;»
«Ὄχι, δὲν ἀνακοινώθηκαν ἀκόμα...»
[...]

...Καὶ πῶς νὰ σοῦ ἐξηγῶ βρέ μάνα ὅτι κρατᾶνε μικρὸ καλάθι σὲ κάτι τέτοια; Ποὺ διάβασες στὶς ἐφημερίδες καὶ εἶδες στὴν τηλεόρασι νὰ λένε, καὶ λές, ὡραία ἰδέα! Καὶ μοῦ ἔλεγες «βρὲς στὸ Ἴντερνετ, νὰ μοῦ πεῖς, ποιά εἶναι τὰ ἄλλα «νέα θαύματα τοῦ κόσμου»;» Ποῦ νὰ σοῦ ἐξηγῶ. Εἶναι δυνατὸν νὰ καταλάβεις τὶ σημαίνει «παγκοσμιοποίηση»; Ποῦ νὰ σοῦ ἐξηγῶ. Ἐσὺ πῆγες σχολεῖο τὴν ἐποχὴ ἀκόμη ποὺ μιλοῦσαν γιὰ τὸ Ἑλληνικὸ Πνεῦμα. Τὶς ἀξίες ποὺ διεμόρφωσαν τὸν Εὐρωπαϊκὸ Πολιτισμό. Τότε ποὺ δὲν ὑπῆρχαν Λιάκοι, Φραγκουδάκη, καὶ Ρεπούσηδες. Τότε ποὺ αὐτὰ τὰ μνημεῖα ἦταν τὰ ἱερὰ σεβάσματα ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπότητος. Τότε ποὺ ἀκόμη ὁ δυτικὸς κόσμος, ἔστω καὶ ἐὰν ἐξ ἀρχῆς εἶχε προσλάβει μερικῶς μόνον καὶ ἐνίοτε στρεβλῶς τὴν ἀρχαιοΕλληνικὴ κληρονομιά, ἔστω, ἐν τούτοις γονάτιζε ἐδῶ προσκυνητής. Καὶ προσευχόταν σὰν τὸν Ἐρνέστο Ρενάν. Ἔτρεμε ἀπὸ συγκίνησι σὰν τὸν Βέρνερ Γαῖγκερ, ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ ἦλθε στὴν Ἀθήνα, δὲν ἐτόλμησε νὰ ἀνέβει στὸν Ἰερὸ Βράχο, φοβούμενος μήπως ἡ ὀρατὴ πραγματικότης διαψεύσει τὴν εἰκόνα ποὺ δεκαετίες μελέτης ἀφοσιωμένης στὸ κλασσικὸ ἰδανικὸ εἶχαν σχηματίσει στὴν ψυχή του! Τότε ποὺ ὁ Ζίγκμουντ Φρόυδ, ὁ ὁποῖος ἐτόλμησε, ἐδήλωσε κατάπληκτος ἀπὸ τὸ ὅτι, ναί, ἡ πραγματικότης, εἶπε, ξεπερνᾶ ἀκόμη καὶ αὐτὰ ποὺ μᾶς ἐδίδασκαν στὸ σχολεῖο! Τότε. Τώρα... ποῦ νὰ καταλάβεις ἀπὸ παγκοσμιοποίηση...

Ἐξ ἀρχῆς, ἤδη ἀπὸ τὸ 2004, εἶχα γράψει: «Θα ψηφίσω, βεβαίως, αν και δεν αναγνωρίζω καμμία εγκυρότητα στο όλο πράγμα. Εάν δεν ήταν αντικειμενικοί οι Αλεξανδρινοί, οι οποίοι είχαν και μια τάση θαυμασμού του υπερμεγέθους (αυτός είναι ο λόγος που δεν συμπεριέλαβαν την Ακρόπολη, και επιπλέον ότι του Φειδία συμπεριελήφθη στα «επτά» το άγαλμα του Διός), εάν, λοιπόν, δεν ήταν αντικειμενικοί οι Αλεξανδρινοί, πόσο μάλλον μια άσχετη ψηφοφορία. Και ούτε εγκρίνω να ρίχνονται τα γνωστά τοις πάσι από χιλιετίες, τα άγια τοις κυσί, χάριν κάποιων διαφημιστικών προσδοκιών κάποιων... Αλλά ας ψηφίσουμε τα δικά μας.)» Καὶ ὲπανῆλθα: «Προσωπικώς θεωρώ ύβρι ακόμη και ως σκέψι το να τίθεται υπό κρίσιν και σύγκρισι από την οποιαδήποτε διαφημιστική επιχείρησι και ψηφοφορία, για οποιουσδήποτε, καλούς έστω, σκοπούς, η Ακρόπολις των Αθηνών, αλλά, μερικά κλικ στον Ιστό δεν κοστίζουν τίποτε· ας ψηφίσουμε.»

Καὶ ἐψήφισα. Διότι μπορεῖ ἡ Ἀκρόπολις νὰ μὴν ἔχει ἀνάγκη ἐμᾶς, ἀλλὰ τὴν ἔχουμε ἀνάγκη ἐμεῖς, σήμερα.

Δὲν ξέρω ἐὰν θὰ ἄλλαζε τὸ ἀποτέλεσμα στὴν περίπτωσι ποὺ οἱ νεοέλληνες εἶχαν κινητοποιηθεῖ (κρατώντας συγχρόνως ἀποστάσεις), ὅσο τουλάχιστον κινητοποιοῦνται γιὰ τόν... Πολύδωρα· οὔτε ἐὰν τὰ γελοῖα καφροελλαδικὰ ΜΜΕ ποὺ μᾶς παριστάνουν καὶ τοὺς τιμητὲς τῶν πάντων δὲν εἶχαν πρὸ μηνὸς ἀνακοινώσει ἠλιθίως ἀπὸ κοινοῦ ὅτι ἡ Ἀκρόπολις ἦταν πρώτη (ἐνῷ ο δικτυακὸς τόπος new7wonders, ἀνέγραφε τὰ ὑποψήφια «θαύματα»... ἀλφαβητικῶς! - θαυμᾶστε ἀσχετοσύνη «δημοσιογράφων»...) Ἔτσι ποὺ ἦρθε ὅμως τὸ ἀποτέλεσμα, γιὰ μὲν τὴν Ἀκρόπολι καὶ τὰ αἰώνια μνημεῖα, τὰ μαρμάρινα καὶ τὰ ἰδεατὰ ποὺ ἀστράφτουν ἄσπιλα ψηλὰ στοὺς αἰθέρες τῆς αἰωνιότητος (πολὺ μακρυά δηλαδὴ ἀπὸ τὸν σημερινὸ παγκόσμιο βόθρο) δὲν λέγει ἀπολύτως τίποτε, ἀλλὰ γιὰ ἐμᾶς, τὸν «πολιτισμό» μας, λέγει τὰ πάντα.

Ὁ «πολιτισμός» τῆς παγκοσμιοποίησης ἐψήφισε τὸ μνημεῖο ποὺ τὸν ἐκφράζει. Ὁ «πολιτισμός» τῆς παγκοσμιοποίησης, τῆς «νεωτερικότητος», τοῦ «προοδευτισμοῦ» ἔσπασε τὰ δεσμά. Ἔριξε τὸ προσωπεῖο καὶ ἀπεκήρυξε τοὺς ὑποκριτικοὺς δεσμούς του μὲ τὴν κλασσικὴ Ἑλλάδα. Ἐκήρυξε παγκοσμίως, εὐθαρσῶς, μὲ τὸν πιὸ σαφὴ καὶ χαρακτηριστικὸ τρόπο, αὐτὸ ποὺ ἐμεῖς οἱ «ὀπισθοδρομικοὶ» ἑλληνοκεντρικοὶ καιρὸ τώρα φωνάζουμε· ὅτι εἶναι ξένος, ἐγγενῶς ξένος μὲ τὴν Ἑλλάδα, ἐγγενῶς ἀσύμβατος μὲ τὴν Ἑλλάδα, ἐκ φύσεως ἐχθρὸς τῆς Ἑλλάδος.

Ἐκηρύχθη μὲ τὸν πιὸ ξεκάθαρο, τρανταχτὸ τρόπο. Ἡ «παγκοσμιοποίηση» σήμερα ἀποθεώνεται στὸ Κολοσσαῖον. Ἐμεῖς, ἤρεμα καὶ γνωστικά, ἀλλὰ ἀποφασιστικά, ἕτοιμοι ἀπὸ καιρό, προσευχόμεθα στὸν Ἱερὸ Βράχο. Καὶ λαμβάνουμε θέσεις στὰ πανάρχαια τείχη του. Στὸ ἱερὸν Μαραθώνιον ἄλσος καὶ στὰ στενὰ τῶν Θερμοπυλῶν. Ἡ σοφὴ καὶ πολεμικὴ Παλλάς, μαζί μας.

Σάββατο 7 Ιουλίου 2007

Τί θὰ κάνουμε γιὰ τὴν Πάρνηθα;

Ὅλοι λέγουν καὶ ρωτοῦν τὶ πρέπει νὰ κάνουμε. Τὸ καλύτερο σχόλιο, πέρα ἀπὸ ὅλες τὶς περισπούδαστες ἀναλύσεις, τὸ διάβασα στὸ ἱστολόγιο Ἀναδάσωση, καὶ τὸ παραθέτω ἀκολούθως. Ἡ προσωπικὴ εὐθύνη, στὰ ἁπλούστερα πράγματα, εἶναι τὸ πρῶτο καὶ κύριο. Ἀπὸ τὰ μικρὰ φαίνεται πόσο σεβόμαστε καὶ ἀγαπᾶμε τὸ περιβάλλον μας· τὴν φύσι, τὸν τόπο μας, τὴν πατρίδα μας· τὴν γῆ, τὰ ζῶα καὶ τὰ φυτά· τοὺς ἀνθρώπους, τὸν πολιτισμό μας, τὴν ἱστορία μας.

Λοιπόν, ἀντὶ νὰ φωνάζουμε γιὰ τὸ «κράτος», ἂς ἀγαπήσουμε πρῶτα τὸν τόπο μας καὶ ὰς φροντίσουμε νᾶ μὴν γεμίζουμε τὸν τόπο μὲ τὰ σουβλακόχαρτα καὶ τὰ βρωμοπλαστικομπούκαλά μας. (Καὶ κλεῖστε λίγο καὶ τὸ κλιματιστικό· δὲν ἔχει καύσωνα σήμερα· γρού-γρού ὅλοι, μεταμεσονύχτια! (Καὶ ὅσοι ἔχετε ἀνοιχτά, πᾶψτε νὰ γκαρίζετε σὰν ζῶα· θέλω νὰ κοιμηθῶ, ἐπιτέλους.))

«
Ούτε ένα σκουπίδι κάτω την Κυριακή!!
Ας μην γίνουμε αντιφατικοί.. Ας δώσουμε το μήνυμα με πράξεις!!
Είναι η καλύτερη στιγμή! Στην μεγαλύτερη ελεύθερη διαδήλωση για το περιβάλλον, ο καθένας μας μπορεί να κάνει το πρώτο βήμα. Ας προσέξουμε την πόλη μας!
Ακομα και κατά την διάρκεια της διαδήλωσης, μαζέψτε ότι βρείτε κάτω (φυλλάδια, σκουπίδια, μπουκάλια...)...
Δώστε το καλύτερο μήνυμα την καλύτερη στιγμή! Ενημερώστε!!




«[...] Η τίμια απάντηση στον έφηβο θα ήταν: Όχι, ο εμπρηστής δεν είναι άνθρωπος, έχει απεμπολήσει «το κυρίως ανθρώπινον»: την κοινωνική του φύση. [...] Οι εμπρηστές και τα παιδιά τους δεν έχουν πατρίδα. Παράγουν (ή υιοθετούν) τις «μοδέρνες» ιδέες του απάτριδος διεθνισμού, της «πλουραλιστικής» κοινωνίας, της μεταλλαγμένης Ιστορίας που προπαγανδίζει τη «συμφιλίωση» των λαών. Μάχονται μέχρις υστερίας κάθε αίσθηση πατρίδας και «ιερού». [...]»

Καὶ συμπληρώνει, γιὰ τοὺς κάφρους ποὺ θὰ σπεύσουν νὰ σχολιάσουν: «Αλλά αν δώσουμε τόσο ειλικρινή απάντηση στο λογικά διαυγές ερώτημα του εφήβου, ανάγκη να τη συνοδεύσουμε και από τη χρηστική προσθήκη: ότι είναι επικίνδυνη. [...] Τέτοιες απαντήσεις δεν εκστομίζονται σε κοινωνίες παρακμής, ο τολμητίας κινδυνεύει.»

Τρίτη 26 Ιουνίου 2007

Ὅλα εἶναι ὡραῖα, ὅλα ἁβρὰ καὶ αἰσθαντικά

Θάρρος Ἕλληνες! Αὔγουστο ἢ Σεπτέμβριο μῆνα, κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιο τοῦ Μαραθῶνος, μὲ τριάντα κιλὰ χαλκό καὶ ἀτσάλι ὁ καθένας ἐπάνω τους οἱ Ἀθηναῖοι ὁπλίτες τοῦ 490 π.Χ., ἐφόρμησαν κατὰ τῶν Περσῶν διανύοντας τροχάδην 1500 μέτρα καὶ ἔπεσαν σὰν θύελλα ἀπὸ μέταλλο ἐπὰνω στὸν ἐχθρό! Ρεκὸρ αἰῶνος, σήμερα στὴν Ἀθήνα, εἶπαν τὰ δελτία εἰδήσεων: 46 βαθμοὶ Κελσίου! Πᾶμε, μὲ Σικελιανό:

«[...]

Τὸ πνεῦμα, λοιπόν, τοῦ Ἑλληνικοῦ μύθου, σύμφωνα μὲ μένα, εἶναι πνεῦμα μεσημβριάζον, ὅπως ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι· καὶ ἀκολουθεῖ τοὺς νόμους, ὁποὺ στὴν πρωτύτερη ὁμιλία μου ἔδωσα συνθετικά, νομίζοντας ν᾿ ἀρμόζουνε ἐσωτερικότερα μὲ τὴν Ἑλληνικὴ συνείδηση τῆς φύσης καὶ τῆς ζωῆς.

Στὴ συμπαραβολὴ τῶν ἀρχαίων κομματιῶν, ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες ὣς τοὺς Λατίνους ποιητὲς καὶ ἀκόμα ἀργότερα, εἶδα τοῦτο - καὶ τὰ ἀποδειχτικὰ εἶναι τόσο πλούσια, ὥστε νὰ πιστεύω πὼς ἁπλώνονται κάτου ἀπ᾿ τὸ ἴδιο φῶς, καὶ πὼς τὰ παραπόταμα καὶ τὰ ποτάμια χύνουν τὰ νερά τους μὲς στὴν ἴδια θάλασσα.

Καὶ τοῦτο εἶναι πώς, ἐνῶ ἡ Ἑλληνικὴ συνείδηση εἶναι γεμάτη ὁράματα μεσημεριάτικα, ὁ νύχτιος τρόμος λείπει ὁλότελα, καὶ ἂν φανερώνεται, μονάχα φανερώνεται στοὺς Ἕλληνες τῆς παρακμῆς, καὶ ἐκεῖθε στοὺς Ρωμαίους. Ἀχνάρια μεσημεριανῶν ὁραμάτων βρίσκονται καὶ στοὺς Ρωμαίους ἀκόμα, ἀλλὰ περσότερον ὑποβλημένα ἀπὸ τὴν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς Ἕλληνες ποιητὲς - καί, ἂν ἰδοῦμε καὶ βαθύτερα καὶ φυσιολατρικότερα, τοὺς λείπει ἡ αὐθόρμητη πνοή, ἐνῶ ὑποβλητικότερα καὶ πλέον αὐθόρμητα μᾶς δείχνεται τὸ νύχτιον ὅραμα καὶ εἶναι σιμότερα ἡ ψυχὴ στοὺς τρόμους, ποὺ ἔλειπαν ἢ ὑποταζόνταν νικητήρια ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ ψυχή.

Ὅλα λάμπουν, λέει ὁ Λεοπάρδης, τὴν ὥρα τοῦ μεσημεριοῦ. Ὁ ἀργάτης, ποὺ γεύεται καὶ ἀναπεύει. Τὰ βόιδια, ὀρτὰ καὶ σκεπασμένα ἀπὸ ἔντομα, ποὺ μαστιγώνοντας τὰ πλευρὰ μὲ τὴν ὀρὰ τους νὰν τὰ διώξουνε, σκύφτουν ἀπ᾿ ὥρα σὲ ὥρα τὸ κεφάλι, ποὺ λάμπουν στὰ ρουθούνια ἀπάνω χοντρὲς τοῦ ἱδρώτα οἱ στάλες καὶ βόσκουνε, ἀργὰ καὶ ἀράθυμα, τὴ σκόρπια τους μπροστὰ θροφή. Τὸ διψασμένο κοπάδι, ποὺ μὲ τὸ κεφάλι χαμηλά, μαζώνεται καὶ σταλίζει κάτου ἀπὸ τὸν ἴσκιο. Ἡ λαμπυρίδα, ποὺ τρέχει φοβισμένη νὰ ξανατρυπώσει, γλυστρώντας γρήγορα καὶ σὲ διαστήματα δίπλα ἀπό ᾿να φράχτη. Τὸ τζιτζίκι, ποὺ γεμίζει τὸν ἀγέρα, μὲ τὸ σύνεχο, μονόρυθμό του τρίξιμο. Τὸ κουνούπι, ποὺ περνάει βουίζοντας σιμὰ στὸ αὐτί. Ἡ μέλισσα, ποὺ ἀβέβαιη πετάει καὶ σταματάει σ᾿ ἕναν ἀνθὸ καὶ φεύγει καὶ ξανάρχεται στὸν τόπον ὅθεν ἔφυγε. Ὅλα εἶναι ὡραῖα, ὅλα ἁβρὰ καὶ αἰσθαντικά.»

[Συνεχίζεται. Ἂν κρατήσει ὁ καύσων, δηλαδή, θὰ γράψω καὶ τὴν συνέχεια!]

(Ἄγγελος Σικελιανός, «Πὰν ὁ Μέγας». Ἡ δεύτερη ὁμιλία τοῦ Σικελιανοῦ ὑπὸ τὸν τίτλο «Πὰν ὁ Μέγας», ἐκφωνήθηκε ἀπὸ τὸν ποιητὴ στὶς 19 Φεβρουαρίου 1909. Ἀναδημοσίευσις ἀπὸ Ἀγγέλου Σικελιανοῦ, «Κήρυγμα Ἡρωισμοῦ», ἐκδ. Ἴκαρος, 2004)

Κυριακή 24 Ιουνίου 2007

μὲ πάγχρυσα πυρακτωμένα βέλη...

[...] Ἐδῶ ἐννοῶ τὴν Φύσιν, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἄνθρωπος ποὺ νὰ μὴν ἤκουσε πόσον εἶναι τάχα ξηρὰ καὶ ἀπελπιστικὴ καὶ ἀνυπόφορος κατὰ τὴν θερινὴν κυρίως ὥραν. Καὶ δι᾿ αὐτό, ἐδῶ ἐννοῶ αὐτὴν καὶ ὡς μέτρον λαμβάνω τὸ ἔσχατον ὅριον. Τὴν Φύσιν αὐτὴν εἰδικώτερον μάλιστα κατὰ τὴν ξηροτάτην καὶ ἡλιοκαεστάτην της ὥραν, ὅταν ὁ ἥλιος μὲ πάγχρυσα πυρακτωμένα βέλη κυνηγᾷ καὶ διώκῃ τὰ ἀνθρωπάρια ἀπὸ τοὺς τόπους τοῦ ἀπέφθου κάλλους, ὅπου ἐξελίσσονται τὰ θεῖα ὁράματα· ὅταν ὁ ἄνεμος ὑψώνων τὴν τέφραν τῶν αἰώνων, σκεπάζει μὲ σκόνην τὰ ἀνθρωπάρια καὶ τὸν σωρὸν τῶν μαρμαρίνων κλουβιῶν, εἰς τὰ ὁποία κρυβόμεθα. Ὅταν μένῃ μόνη της καὶ ἐπ᾿ αὐτῆς φαίνονται μόνον τὰ μάρμαρα καὶ ἀπὸ τὰ πάμφωτα στέρνα της, ὅπου μεθύει τὸ πάγκαλον φῶς, φεύγει μόνον τὸ μελαγχολικὸν κουδούνισμα τῶν θεοξήρων χόρτων. Καὶ ἐννοῶ αὐτὴν τὴν φύσιν καὶ κατ᾿ αὐτὴν τὴν ὥραν, διότι τότε καὶ τότε μάλιστα, ἀναφαίνεται δυνατώτερον, γυμνὸν τὸ κάλλος της. Τότε, ὅταν τὰ χρώματα ὅλα, ἐνδεδυμένα μὲ τὰ παραδοξώτερα καὶ πρωτοφανέστερα χώματα, οἱ λόφοι μὲ θαυμάσια φορέματα, λάμπουν εἰς τὸ φῶς σὰν ὁλοζώντανα πρόσωπα, χώματα, λόφοι καὶ ὄρη ἀλλάζουν ἀενάως ἐκφράσεις καὶ ἀποχρώσεις ἀσυλλήπτου αἰθεριότητος, παρουσιάζοντα θησαυροὺς θησαυρῶν πρωτοφανῶν καὶ ἐξαισίων, παρθένων χρωμάτων.

Τότε, ὅταν τὰ δένδρα σφιγγόμενα ἀπὸ τὸ καῦμα, λεπτύνωνται, χάνουν τὸ παχὺ καὶ βάναυσον πράσινον, μεταμορφοῦνται ἀπὸ τὰ φῶτα εἰς πράσινα ξανθότατα, φωτεινότατα καὶ εἰς μυρίας ἀποχρώσεις εὐγενεστέρων, ἁπαλοτέρων, ποιητικωτέρων πρασίνων, καὶ μεταμορφοῦνται εἰς μίαν ἄνθησιν χρυσήν, σκορπίζουσαν τὸν μᾶλλον ἀφάνταστον καὶ ἀνονείρευτον θησαυρὸν σὰν μεταλλικῆς βλαστήσεως, ὅπου ὅλα τὰ φαιδρὰ καὶ χαρίεντα χρώματα, μὲ τὰς λεπτοτάτας τῶν ἀποχρώσεων, παρουσιάζουν κόσμους νέους χροϊκῶν ἁρμονιῶν ἀνεξάντλητων. Τότε, ὅταν τὰ χόρτα, ὡς ὕστατα κοσμήματα, λεπτότητος, χάριτος, ὡραιότητος ἀριστοκρατικωτάτης, ὅταν τὰ βουνὰ ζοῦν τὴν ὑπερτάτην καὶ ἐντονωτάτην των ζωήν, καὶ ὅλα, τὰ πάντα, ἀπὸ τὸν λίθον ἕως τὸ ἔντομον, ἕως τὸ πρόβατον καὶ ἕως τὸν ἄνθρωπον διαγράφωνται εἰς τὸ ἄσπιλον φάος μὲ τὴν ὑστάτην διαύγειαν ἀπὸ μιλίων ἀπόστασιν, παρουσιάζοντα ὅλα μαζί, ἕνα κόσμον ἐκτὸς πάσης πραγματικότητος, ἕνα κόσμον ὁλόκληρον ἰδανικόν, ποιητικόν, πλασμένον ὁλόκληρον ἀπὸ ἀριστοτέχνας, ποιητὰς καὶ ζωγράφους καὶ γλύπτας, κόσμον ἰδανικώτατον, τὸν ὀνειρωδέστερον τῶν κόσμων καὶ ὅμως πραγματικόν.

(Περικλῆς Γιαννόπουλος, «Ἡ σύγχρονος ζωγραφική», 1902)
Λέξεις-κλειδιά: Περικλής Γιαννόπουλος ήλιος φως ελληνικό μεσημέρι καλοκαίρι καύσωνας

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2007

20 χρόνια

14 Ἰουνίου 1987

ΕΛΛΑΣ-ΕΣΣΔ 103-101

ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΛΗΣ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ, ΦΑΝΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΑΡΓΥΡΗΣ ΚΑΜΠΟΥΡΗΣ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΦΑΣΟΥΛΑΣ, ΛΙΒΕΡΗΣ ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ, ΜΕΜΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, ΜΙΧΑΛΗΣ ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ, ΝΙΚΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ, ΝΙΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΝΙΚΟΣ ΛΙΝΑΡΔΟΣ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ. Προπονητής ο ΚΩΣΤΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ.

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2007

Γιὰ τὴν Ἀμαλία

Τὴν ἱστορία τῆς Ἀμαλίας, τὴν ἔμαθα στὸ τέλος... Ἤ, ἴσως, στὴν ἀρχή. Διότι ἡ ἀξιοθαύμαστη αὐτὴ κοπέλα, ποὺ ἔφυγε ἀπὸ κοντά μας τόσο νωρίς, σὲ λίγο χρόνο πέτυχε πολλά, κι αὐτὰ ποὺ ἄφησε, μὲ τὴν βοήθεια ὅλων θὰ γίνουν περισσότερα. Καλό ταξίδι Ἀμαλία. Θερμὰ συλληπητήρια στοὺς δικούς σου· ἡ γλυκειά σου ἀνάμνησι θὰ ἀπαλύνει μὲ τὸν καιρό, ἐλπίζω, τὸν πόνο.

Δευτέρα 28 Μαΐου 2007

...τίς διηγήσεται τοὺς τότε κλαυθμοὺς καὶ θρήνους; (Ὁ τελευταῖος λόγος τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου)

Βράδυ Δευτέρας 28 Μαΐου 1453. Ἡ νύχτα ποὺ δὲν θὰ ξημέρωνε ποτέ [1]. Ὁ σουλτάνος ὑπόσχεται στὸν στρατὸ του τριήμερη λεηλασία, καὶ πλούτη ἀμύθητα καὶ παρθένες καὶ παιδιά, στὴν γῆ καὶ στὸν οὐρανό. Τὰ στίφη τῶν ἀπίστων ἀλαλάζουν λυσσασμένα. Οἱ λίγοι, ἡρωικοί, ἐξαντλημένοι ὑπερασπιστὲς τῆς Βασιλεύουσας, κρατώντας ἀκόμη μὲ ὑπεράνθρωπη, ἀπελπισμένη θέλησι τὰ ἀρχαῖα τείχη, ἀπέναντι στὴν βία τῶν λυσσασμένων, ἀναρίθμητων ὀρδῶν, τῶν μεγάλων πυροβόλων καὶ τῶν πολιορκητικῶν μηχανῶν, ξέρουν ὅτι ἔρχεται ἡ κρίσιμη ἡμέρα· ἡ στιγμὴ ποὺ ὁ καθένας μόνος του, καὶ ἡ χιλιόχρονη αὐτοκρατορία θὰ βρεθοῦν ἀπέναντι στὴν Μοῖρα. Μὲ δάκρυα ἀπελπισμένης πίστης καὶ ἀποφασιστικότητας ἀποχαιρετοῦν παιδιὰ καὶ συζύγους, μεταλαμβάνουν γιὰ τελευταία φορὰ στὴν Ἁγια-Σοφιά, ἐμψυχώνουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον στὶς πολεμίστρες· οἱ ἱερὲς εἰκόνες περιφέρονται στὰ τείχη, προσευχὲς ἀναπέμπονται στοὺς οὐρανοὺς καὶ δάκρυα πόνου καὶ ἀγωνίας ποτίζουν τὴν γῆ. Ὁ Βασιλέας, πρῶτος στὴν μάχη, ἐμψυχώνει τοὺς στρατιῶτες του· συγκεντρώνει ἄρχοντες καὶ ἁπλοὺς στρατιῶτες καὶ τοὺς λέγει τὰ λόγια αὐτά, ὅπως μᾶς τὰ παραδίδει τὸ Χρονικὸν τοῦ Σφραντζῆ [2]. Λόγια ἀπὸ τὴν καρδιά, γεμάτα πόνο, συγκρατημένον ὅμως μέχρι τέλους, καὶ λόγια ἀπὸ τὸ μυαλὸ μαζί, λόγια πολεμιστοῦ, ψύχραιμου στρατιωτικοῦ ἡγήτορος, πρὸς στρατιῶτες καὶ συμπολεμιστές. Λόγια ἐπίγνωσης, στήριξης ψυχικῆς καὶ λελογισμένου θάρρους. Καὶ μαζὶ κάτι ἄλλο. Λόγια, ποὺ πέρα ἀπὸ τὴν λογοτεχνικὴ φροντίδα τοῦ ἱστοριογράφου τους, πέρα ἀπὸ τὸ γνήσιο αἴσθημα τῶν προσώπων ἐκεῖνες τὶς τραγικὲς στιγμές, παίρνουν και μιὰ ἄλλη, παράξενη χροιά· σὰν νὰ φέρνουν μαζί τους μιὰ μακρυνή, μαγικὴ ἀντήχησι· φθόγγους ἀγέλαστους καὶ ἀκαλλώπιστους καὶ ἀμύριστους [3] πλέον, ἠχώ χρησμῶν ἀπὸ ἀρχαῖες Θερμοπύλες, νότες μυθικῶν ραψωδῶν. Διότι ἐκεῖ, τότε, ἡ Ἱστορία παγώνει· ὁ ρυθμὸς τοῦ Χρόνου ἀλλάζει, οἱ Αἰῶνες συμπυκνώνονται· ἐκεῖ, τότε, λίγες ὧρες μόνον πρὶν ὁ Βασιλέας ἀνεβεῖ γιὰ τελευταία φορὰ στὰ τείχη καὶ ἡ Στιγμὴ ταυτιστεῖ μὲ τὴν Αἰωνιότητα καὶ ὁ Κωνσταντῖνος Δραγάσης Παλαιολόγος, ὁ Βασιλέας, ὁ Στρατιώτης, γίνει ἕνα μὲ τὴν αἰώνια Ψυχὴ τοῦ Γένους, ἐκεῖ ἐπάνω στὴν Πύλη τοῦ Ἁγίου Ρωμανοῦ, ὁ Μαρμαρωμένος Βασιληᾶς.

…Γνωρίζετε καλῶς, λέγει ὁ Βασιλέας, κατὰ τὸν Σφραντζῆ, ἀπευθυνόμενος πρὸς ἄρχοντες, στρατιῶτες καὶ λαό, ὅτι ἔρχεται ἡ κρίσιμη ἡμέρα. Σταθεῖτε ἀνδρείως, τοὺς λέγει. Σᾶς παραδίδω τὴν περίφημη πόλι καὶ πατρίδα μας, καὶ βασιλεύουσα τῶν πόλεων.

Γιὰ τέσσερα πράγματα ἀξίζει ὅλοι μας νὰ πεθάνουμε, γιὰ τὸ καθένα μόνο του ξεχωριστά: «πρῶτον μὲν ὑπὲρ τῆς πίστεως ἡμῶν καὶ εὐσεβείας, δεύτερον δὲ ὑπὲρ τῆς πατρίδος, τρίτον δὲ ὑπὲρ τοῦ βασιλέως ὡς χριστοῦ κυρίου, καὶ τέταρτον ὑπὲρ συγγενῶν καὶ φίλων». Καὶ τώρα κρίνονται καὶ τὰ τέσσερα αὐτὰ μαζί.

Ὁ ἀλιτήριος ὁ ἀμηρᾶς, τοὺς λέγει, ἔχει ὅλα τὰ πολεμικὰ μέσα. Καὶ ἐν τούτοις, ἀντέχουμε τόσον καιρὸ καὶ διορθώνουμε τὶς ζημιὲς τοῦ τείχους. Ἀπέναντι στὰ στίφη τῶν ἀσεβῶν καὶ τὶς πολεμικὲς μηχανές, δύο πράγματα ἔχουμε μόνον· πρῶτον μὲν τὴν πίστη στὴν ἀνίκητη δόξα τοῦ Θεοῦ, δεύτερον δὲ τὰ ἴδια μας τὰ χέρια καὶ τὴν ρωμαλαιότητά μας, τὰ ὁποία μᾶς ἐδώρισε ἡ θεία Δύναμις.

Σὺν Ἀθηνᾷ καὶ χεῖρα κίνει, συμβουλεύει ὁ Βασιλέας! Καὶ δίδει ὁδηγίες πραγματικοῦ στρατιωτικοῦ ἡγήτορος καὶ ἐκεῖνες ἀκόμη τὶς ὧρες, προπάντων ἐκεῖνες τὶς ὧρες, πῶς μὲ τὴν σωστὴ χρῆσι τῶν ἀσπίδων καὶ τῶν δοράτων θὰ ἀντιμετωπίσουν τὰ λυσσασμένα, θρασεῖα στίφη. Καὶ γνωρίζω, λέγει, ὅτι εἶστε ἄξιοι καὶ ἔμπειροι στρατιῶτες!

Καὶ συνεχίζει νὰ ἐμψυχώνει τοὺς στρατιῶτες του. Σὰν ζῶα ἄλογα καὶ χειρότεροι ἀκόμη ὁρμοῦν ἐπάνω μας ἀλαλάζοντας τὰ στίφη τῶν ἀσεβῶν, τοὺς λέγει. Γι᾿ αὐτὸ κι ἐσεῖς ἀντιμετωπίστε τους ὅπως οἱ κυνηγοὶ τοὺς ἄγριους χοίρους, γιὰ νὰ μάθουν οἱ ἀσεβεῖς ὅτι δὲν πολεμοῦν κατὰ ζώων ἀλόγων ὅπως εἶναι αὐτοί, ἀλλὰ κατὰ τῶν κυρίων καὶ ἀφεντῶν τους, ἀπογόνων Ἑλλήνων καὶ Ρωμαίων!

Ἐξιστορεῖ μετὰ ὁ Βασιλέας τὶς ἀδικίες ποὺ διέπραξε ὁ σουλτάνος καὶ τὶς χῶρες ποὺ κατέκτησε. Καὶ τώρα, καὶ αὐτὴν τὴν Βασιλεύουσα, τὴν πόλι τῆς Παναγίας, «καταφύγιον τῶν Χριστιανῶν, ἐλπίδα καὶ χαρὰν πάντων τῶν Ἑλλήνων, τὸ καύχημα πάσι τοῖς οὔσιν ὑπὸ τὴν τοῦ ἡλίου ἀνατολήν», τὴν Πόλι μας, τολμᾶ ὁ ἀσεβής νὰ ἀπειλεῖ. Θυμηθεῖτε τὰ ὅλα αὐτά, ἀδελφοί, τοὺς λέγει, ὥστε ἡ μνήμη καὶ ἡ φήμη καὶ ἡ ἐλευθερία σας νὰ γίνουν αἰώνιες.

Εὐχαριστεῖ στὴν συνέχεια ὁ Βασιλέας τοὺς Ἐνετούς, Λιγουρίτες (Γενουάτες) καὶ λοιποὺς ξένους συμπολεμιστές. Καὶ ἔπειτα ἀπευθύνεται πρὸς ὅλους, προτρέποντάς τους νὰ σταθοῦν στὶς θέσεις τους ὡς ἄξιοι στρατιῶτες.

Μὲ δάκρυα στὰ μάτια ὅλοι ἀπαντοῦν: «ἀποθάνωμεν ὑπὲρ τῆς Χριστοῦ πίστεως καὶ τῆς πατρίδος ἡμῶν». Καὶ ὁ Βασιλέας ἀκούγοντάς τους, μὴν συγκρατώντας οὔτε αὐτὸς πιὰ τὰ δάκρυά του, τοὺς εὐχαριστεῖ. Καὶ οἱ δυστυχεῖς Ρωμαῖοι, γράφει ὁ Σφραντζῆς, ἀκούοντες τὸν Βασιλέα, «καρδίαν ὡς λέοντες ἐποίησαν»· καὶ ἀγκαλιάζονταν δακρυσμένοι, συγχωροῦντες ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Ὁ Βασιλέας, ἀκολουθούμενος ἀπὸ ἄλλους πολλοὺς ἐπῆγε στὴν Ἅγια-Σοφιὰ καὶ μετέλαβε τὰ ἄχραντα μυστήρια. Καὶ μετὰ επέρασε ἀπὸ τὰ Ἀνάκτορα, γιὰ νὰ ἀποχαιρετίσει φίλους καὶ συγγενεῖς· «ἐν τῇδε τῇ ὥρᾳ τὶς διηγήσεται τοὺς τότε κλαυθμοὺς καὶ θρήνους τοὺς ἐν τῷ παλατίῳ; Εἰ καὶ ἀπὸ ξύλου ἄνθρωπος ἢ ἐκ πέτρας ἦν, οὐκ ἐδύνατο μὴ θρηνῆσαι», γράφει ὁ Σφραντζῆς. «Καὶ ἀναβὰς ἐφ᾿ ἵππου ἐξήλθομεν τῶν ἀνακτόρων περιερχόμενοι τὰ τείχη [...]»

Σημειώσεις:
[1] «Μεσημέρι ἀπὸ νύχτα». (Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Θάνατος καὶ Ἀνάστασις τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου»)

[2] Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζουμε ἐὰν καὶ πῶς ἀκριβῶς ἐμίλησεν ὁ Αὐτοκράτωρ· εἰκάζεται ἀπὸ ὁρισμένους μελετητὲς ὅτι ὁ Σφραντζῆς ἀνέπτυξε «κατ᾿ ἔννοιαν» συντομότερο λόγο τοῦ Αὐτοκράτορος, τὸν ὁποῖον λόγον ἀναφέρει στὴν ἔκθεσί του πρὸς τὸν πάπα τῆς Ρώμης ὁ καθολικὸς ἐπίσκοπος Λεονάρδος ὁ Χῖος (παρών, ὅπως καὶ ὁ Σφραντζῆς, στὴν Πόλι κατὰ τὴν Ἄλωσι), ἐπίσης ἀγνώστου ἀκριβείας. Ἀλλὰ ὁ λόγος ἐτοῦτος, καὶ ἐὰν δὲν γνωρίζουμε ἂν καὶ τὶ ἐλέχθη ἐκεῖνες τὶς ὧρες, ἐκφράζει πάντως, θεωρῶ, τὸ ἦθος τῶν στιγμῶν καὶ τῶν πρωταγωνιστῶν, ὅπως οἱ δημηγορίες τοῦ Θουκυδίδου.

[3] Ἡράκλειτος, Diels 92. («Σίβυλλα δὲ μαινομένωι στόματι καθ᾿ Ἡράκλειτον ἀγέλαστα καὶ ἀκαλλώπιστα καὶ ἀμύριστα φθεγγομένη χιλίων ἐτῶν ἐξικνεῖται τῆι φωνῆι διὰ τὸν θεόν.» (Πλούταρχος, «Περὶ τοῦ μὴ χρᾶν νῦν ἔμμετρα τὴν Πυθίαν», 6, 397a))


Τὸ πρωτότυπο κείμενο ἀπὸ τὸ Χρονικὸν τοῦ Σφραντζῆ (Φραντζῆ):

Γεωργίου Σφραντζῆ, Χρονικὸν

[...] Ἦν δὲ τοῦτο τῇ ἐβδόμῃ καὶ εἰκοστῇ τοῦ Μαΐου ἑσπέρᾳ. Ὁ δὲ ἀμηρᾶς προστάξας δὶ᾿ ὅλης ἐκείνης τῆς νυκτὸς καὶ τῆς ἐπιούσης ἡμέρας φῶτα καὶ φανοὺς ποιήσωσι, καὶ νήστεις δὶ᾿ ὅλης της ἡμέρας διατελέσωσι καὶ ἑπτάκις λουσθῶσι, καὶ τοῦ θεοῦ νήστεις καὶ καθαροὶ δεηθῶσιν, ὅπως τὴν πόλιν νικήσωσιν· ὃ καὶ ἐγένετο. Τῇ δὲ δευτέρᾳ ἑσπέρας ἐπὶ τὴν ἡλίου δύσιν μετὰ τὸ ἀριστῆσαι αὐτοὺς ὁ οὖν ἀμηρᾶς σταθεὶς δημηγορῶν ταῦτα ἔφη.

Οἱ ὑποσχέσεις τοῦ Μεχμὲτ B' τοῦ Πορθητοῦ πρὸς τὸν στρατό του, τὴν παραμονὴ τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως

«Ὦ τέκνα φίλτατα, παρὰ τοῦ θεοῦ καὶ τοῦ αὐτοῦ προφήτου Μωάμεθ καὶ ἐμοῦ τοῦ δούλου αὐτοῦ δέομαι καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς ἵνα ἐπὶ τὴν αὔριον ἄξιον ἔργον μνήμης αἰωνίου ποιήσητε, ὡς καὶ οἱ πρὸ ἡμῶν πανταχοῦ ἕως τοῦ νῦν, ὡς φανερόν ἐστιν, ἐποίησαν, καὶ μετὰ προθυμίας καὶ γενναιότητος καὶ μεγαλοψυχίας τοὺς τείχους ἄνωθεν μετὰ τῶν κλιμάκων ὡς πτερωτοὶ διέλθητε· καὶ τὴν φήμην ἥν οἱ πρὸ ἡμῶν, ὡς εἴπομεν, ἐκέρδησαν καὶ ὁ θεὸς ἐχαρίσατο, μὴ γένοιτο ἵνα ἡμεῖς ἀπολέσωμεν αὐτήν, ἀλλὰ μάλιστα νῦν ἡ ὥρα ἤγγικεν ἵνα αὐτήν, πολυπλασίως αὐξήσωμεν.» Καὶ ἑτέρους πολλοὺς λόγους στρατιωτικοὺς εἰπὼν αὐτοῖς διέγειρε τούτους εἰς μεγαλοψυχίαν, ἵνα γενναίως πράξωσιν. Εἶτα λέγει «Καὶ ἐὰν καὶ ἐξ ἡμῶν τινὲς ἀποκτανθῶσιν, ὡς ἔθος ἐστὶν ἐν τοῖς πολέμοις, γεγραμμένον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, καλῶς οἴδατε διὰ τοῦ ἡμετέρου καρᾶν τί φησιν ὁ προφήτης, ὅτι ὁ ἀποθανῶν ἐν καιρῷ τοιούτῳ ὁλόσωμος ἐν τῷ παραδείσῳ μετὰ τοῦ Μωάμεθ ἀριστήσει καὶ πιεῖ, καὶ μετὰ παίδων καὶ μετὰ γυναικῶν ὡραίων καὶ παρθένων ἐν τόπῳ χλοερῷ καὶ μεμυρισμένῳ ἄνθεσιν ἀναπαυθῇ, καὶ ἐν λουτροῖς ὡραιοτάτοις λουσθῇ, καὶ ἐν ἐκείνῳ τῷ τόπῳ ἐκ θεοῦ ἔξει ταῦτα. Ἐνταῦθα δὲ πάλιν ἐξ ἐμοῦ πᾶς ὁ ἐμὸς στρατὸς καὶ ἄρχοντες τῆς αὐλῆς μου, ἐὰν νικήσωμεν, ὁ μισθὸς ὅν ἔξουσι παρ᾿ ἐμοῦ, κατὰ τὴν ἀναλογίαν ἑκάστου διπλασίων ἔσται οὗ τὰ νῦν ἔχουσι, ὃς ἀπὸ τοῦ νῦν ἄρξηται ἕως τέλους τῆς ζωῆς αὐτῶν. Καὶ ἡμέραις τρισὶν ἡ πόλις πᾶσα ὑμῶν ἔσεται. Καὶ εἴ τι δ᾿ ἂν σκυλεύσητε καὶ εὕρητε χρυσίου καὶ ἀργυρίου σκεῦος καὶ ἱματισμόν, αἰχμαλώτους τε ἄνδρας καὶ γυναῖκας, μικρούς τε καὶ μεγάλους, οὐδεὶς δυνηθείη αὐτοὺς ὑμῖν αἰτῆσαι ἤ τι ἐνοχλῆσαι εἰς οὐδέν.» Καὶ τελειώσας τοῦ λέγειν ὤμοσεν αὐτοῖς φυλάξαι τὰ ὅσα αὐτοῖς διετάξατο. Οἱ δὲ ἀκούσαντες ἐχάρησαν λίαν, καὶ ἐν μιᾷ φωνῇ πάντες ἀλαλάξαντες ᾖσαν κατὰ τὴν ἐκείνων διάλεκτον «Ἀλλὰ ἀλλά· Μεεμέτη ῥεσοὺλ ἀλλά», τοῦτ᾿ ἐστιν ὁ θεὸς τῶν θεῶν καὶ ὁ Μουχαμέτης ὁ προφήτης αὐτοῦ.

Ἀκούσαντες δὲ ἡμεῖς ἐν τῇ πόλει τῆς τοσαύτης κραυγῆς ὡσεὶ ἦχον μέγαν θαλάσσης, ἐλογιζόμεθα τί ἆρα ἐστί· μετ᾿ ὀλίγον δὲ ἐμάθομεν βεβαίως καὶ ἐν ἀληθείᾳ ὅτι ἐπὶ τὴν αὔριον ὁ ἀμηρᾶς ἡτοίμασε χερσαῖον τὲ καὶ ὑδραῖον πόλεμον σφοδρῶς, ὅσον αὐτῷ ἦν δυνατόν, δῶσαι τῇ πόλει. Ἡμεῖς δὲ θεωροῦντες τοσοῦτον πλῆθος τῶν ἀσεβῶν, λέγω ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, ὄντως καθ᾿ ἕκαστον ἡμῶν πεντακόσιοι καὶ πλεῖον ἦσαν ἐξ᾿ αὐτῶν· καὶ εἰς τὴν ἄνω πρόνοιαν πάσας ἡμῶν τὰς ἐλπίδας ἀνεθέμεθα. Καὶ προστάξας ὁ βασιλεὺς ἵνα μετὰ τῶν ἁγίων καὶ σεπτῶν εἰκόνων καὶ τῶν θείων ἐκτυπωμάτων ἱερεῖς, ἀρχιερεῖς καὶ μοναχοί, γυναῖκές τε καὶ παιδία, μετὰ δακρύων διὰ τῶν τειχῶν τῆς πόλεως περιερχόμενοι τὸ κύριε ἐλέησον μετὰ δακρύων ἔκραζον, καὶ τὸν θεὸν ἱκέτευον ἵνα μὴ διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν παραδώσῃ ἡμᾶς εἰς χεῖρας ἐχθρῶν ἀνόμων καὶ ἀποστατῶν καὶ πονηροτάτων παρὰ πᾶσαν τὴν γῆν, ἀλλ᾿ ἵλεως γενήσεται ἡμῖν τῇ κληρονομίᾳ αὐτοῦ. Καὶ μετὰ κλαυθμοῦ ἀλλήλους ἀνεθαρρύνοντο ἵνα ἀνδρείως ἀντισταθῶσι τοῖς ἐναντίοις ἐπὶ τῇ ὥρᾳ τῆς συμπλοκῆς. Ὁμοίως δὲ καὶ ὁ βασιλεὺς τῇ αὐτῇ ὀδυνηρᾷ ἑσπέρᾳ τῆς δευτέρας συνάξας πάντας τοὺς ἐν τέλει ἄρχοντας καὶ ἀρχομένους, δημάρχους καὶ ἑκατοντάρχους καὶ ἑτέρους προκρίτους στρατιώτας ταῦτα ἔφη:

Ὁ λόγος τοῦ Αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου ΙΑ' Παλαιολόγου πρὸς τοὺς συμπολεμιστές του, τὴν παραμονὴ τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως

«Ὑμεῖς μέν, εὐγενέστατοι ἄρχοντες καὶ ἐκλαμπρότατοι δήμαρχοι καὶ στρατηγοὶ καὶ γενναιότατοι συστρατιώται καὶ πᾶς ὁ πιστὸς καὶ τίμιος λαός, καλῶς οἴδατε ὅτι ἔφθασεν ἡ ὥρα καὶ ὁ ἐχθρός της πίστεως ἡμῶν βούλεται ἵνα μετὰ πάσης τέχνης καὶ μηχανῆς ἰσχυροτέρως στενοχωρήσῃ ἡμᾶς, καὶ πόλεμον σφοδρὸν μετὰ συμπλοκῆς μεγάλης καὶ συρρήξεως ἐκ τῆς χέρσου καὶ θαλάσσης δώσῃ ἡμῖν μετὰ πάσης δυνάμεως, ἵνα, εἰ δυνατόν, ὡς ὄφις τὸν ἰὸν ἐκχύσῃ καὶ ὡς λέων ἀνήμερος καταπίῃ ἡμᾶς. [Βιάζεται] διὰ τοῦτο λέγω καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς ἵνα στῆτε ἀνδρείως καὶ μετὰ γενναίας ψυχῆς, ὡς πάντοτε ἕως τοῦ νῦν ἐποιήσατε, κατὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς πίστεως ἡμῶν. Παραδίδωμι δὲ ὑμῖν τὴν ἐκλαμπροτάτην καὶ περίφημον ταύτην πόλιν καὶ πατρίδα ἡμῶν καὶ βασιλεύουσαν τῶν πόλεων.

Καλῶς οὖν οἴδατε, ἀδελφοί, ὅτι διὰ τέσσαρά τινα ὀφειλέται κοινῶς ἐσμὲν πάντες ἵνα προτιμήσωμεν ἀποθανεῖν μᾶλλον ἢ ζῆν, πρῶτον μὲν ὑπὲρ τῆς πίστεως ἡμῶν καὶ εὐσεβείας, δεύτερον δὲ ὑπὲρ τῆς πατρίδος, τρίτον δὲ ὑπὲρ τοῦ βασιλέως ὡς χριστοῦ κυρίου, καὶ τέταρτον ὑπὲρ συγγενῶν καὶ φίλων. Λοιπόν, ἀδελφοί, ἐὰν χρεῶσταί ἐσμεν ὑπὲρ ἑνὸς ἐκ τῶν τεσσάρων ἀγωνίζεσθαι ἕως θανάτου, πολλῷ μᾶλλον ὑπὲρ πάντων τούτων ἡμεῖς, ὡς βλέπετε προφανῶς, καὶ ἐκ πάντων μέλλομεν ζημιωθῆναι. Ἐὰν διὰ τὰ ἐμὰ πλημμελήματα παραχωρήσῃ ὁ θεὸς τὴν νίκην τοῖς ἀσεβέσιν, ὑπὲρ τῆς πίστεως ἡμῶν τῆς ἁγίας, ἢν Χριστὸς ἐν τῷ οἰκείῳ αἵματι ἡμῖν ἐδωρήσατο, κινδυνεύομεν· ὅ ἐστι κεφάλαιον πάντων. Καὶ ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήσῃ τις καὶ τὴν ψυχὴν ζημιωθῇ, τί τὸ ὄφελος; Δεύτερον πατρίδα περίφημον τοιούτως ὑστερούμεθα καὶ τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν. Τρίτον βασιλείαν τὴν ποτὲ μὲν περιφανῆ, νῦν δὲ τεταπεινωμένην καὶ ὠνειδισμένην καὶ ἐξουθενωμένην ἀπωλέσαμεν, καὶ ὑπὸ τοῦ τυράννου καὶ ἀσεβοῦς ἄρχεται. Τέταρτον δὲ καὶ φιλτάτων τέκνων καὶ συμβίων καὶ συγγενῶν ὑστερούμεθα.

Αὐτὸς δὲ ὁ ἀλιτήριος ὁ ἀμηρᾶς πεντήκοντα καὶ ἑπτὰ ἡμέρας ἄγει σήμερον ἀφ᾿ οὗ ἡμᾶς ἐλθὼν ἀπέκλεισεν καὶ μετὰ πάσης μηχανῆς καὶ ἰσχύος καθ᾿ ἡμέραν τε καὶ νύκτα οὐκ ἐπαύσατο πολιορκῶν ἡμᾶς· καὶ χάριτι τοῦ παντεπόπτου Χριστοῦ κυρίου ἡμῶν ἐκ τῶν τειχῶν μετὰ αἰσχύνης ἄχρι τοῦ νῦν πολλάκις κακῶς ἀπεπέμφθη. Τὰ νῦν δὲ πάλιν, ἀδελφοί, μὴ δειλιάσητε, ἐὰν καὶ τεῖχος μερόθεν ὀλίγον ἐκ τῶν κρότων καὶ τῶν πτωμάτων τῶν ἑλεπόλεων ἔπεσε, διότι, ὡς ὑμεῖς θεωρεῖτε, κατὰ τὸ δυνατὸν ἐδιωρθώσαμεν πάλιν αὐτό. Ἡμεῖς πᾶσαν τὴν ἐλπίδα εἰς τὴν ἄμαχον δόξαν τοῦ θεοῦ ἀνεθέμεθα, οὗτοι ἐν ἄρμασι καὶ οὗτοι ἐν ἴπποις καὶ δυνάμει καὶ πλήθει, ἡμεῖς δὲ ἐν ὀνόματι κυρίου τοῦ θεοῦ καὶ σωτῆρος ἡμῶν πεποίθαμεν, δεύτερον δὲ καὶ ἐν ταῖς ἡμετέραις χερσὶ καὶ ῥωμαλαιότητι, ἢν ἐδωρήσατο ἡμῖν ἡ θεία δύναμις.

Γνωρίζω δὲ ὅτι αὕτη ἡ μυριαρίθμητος ἀγέλη τῶν ἀσεβῶν, καθὼς ἡ αὐτῶν συνήθεια, ἐλεύσονται καθ᾿ ἡμῶν μετὰ βαναύσου καὶ ἐπῃρμένης ὀφρύος καὶ θάρσους πολλοῦ καὶ βίας, ἵνα διὰ τὴν ὀλιγότητα ἡμῶν θλίψωσι καὶ ἐκ τοῦ κόπου στενοχωρήσωσι, καὶ μετὰ φωνῶν μεγάλων καὶ ἀλαλαγμῶν ἀναριθμήτων, ἵνα ἡμᾶς φοβήσωσι. Τὰς τοιαύτας αὐτῶν φλυαρίας καλῶς οἴδατε, καὶ οὐ χρὴ λέγειν περὶ τούτων. Καὶ ὥρᾳ ὀλίγῃ τοιαῦτα ποιήσωσι, καὶ ἀναριθμήτους πέτρας καὶ ἕτερα βέλη καὶ ἐλεβολίσκους ὡσεὶ ἄμμον θαλασσῶν ἄνωθεν ἡμῶν πτήσουσι· δι᾿ ὧν, ἐλπίζω γάρ, οὐ βλάψωσι, διότι ὑμᾶς θεωρῶ καὶ λίαν ἀγάλλομαι καὶ τοιαύταις ἐλπίσι τὸν λογισμὸν τρέφομαι, ὅτι εἰ καὶ ὀλίγοι πάνυ ἐσμέν, ἀλλὰ πάντες ἐπιδέξιοι καὶ ἐπιτήδειοι, ῥωμαλέοι τε καὶ ἰσχυροὶ καὶ μεγαλήτορες καὶ καλῶς προπαρασκευασμένοι ὑπάρχετε. Ταῖς ἀσπίσιν ὑμῶν καλῶς τὴν κεφαλὴν σκέπεσθε ἐπὶ τῇ συμπλοκῇ καὶ συρρήξει. Ἡ δεξιὰ ὑμῶν ἡ τὴν ῥομφαίαν ἔχουσα μακρὰ ἔστω πάντοτε. Αἱ περικεφαλαῖαι ὑμῶν καὶ οἱ θώρακες καὶ οἱ σιδηροῖ ἱματισμοὶ λίαν εἰσὶν ἱκανοὶ ἅμα καὶ τοῖς λοιποῖς ὅπλοις, καὶ ἐν τῇ συμπλοκῇ ἔσονται πάνυ ὠφέλιμα· ἃ οἱ ἐναντίοι οὐ χρῶνται, ἀλλ᾿ οὔτε κέκτηνται. Καὶ ὑμεῖς ἔσωθεν τῶν τειχῶν ὑπάρχετε σκεπόμενοι, οἱ δὲ ἀσκεπεῖς μετὰ κόπου ἔρχονται.

Διό, ὦ συστρατιῶται, γίνεσθε ἕτοιμοι καὶ στερεοὶ καὶ μεγαλόψυχοι διὰ τοὺς οἰκτιρμοὺς τοῦ θεοῦ. Μιμηθῆτε τοὺς ποτε τῶν Καρχηδονίων ὀλίγους ἐλέφαντας, πῶς τοσούτον πλῆθος ἵππων Ρωμαίων τῇ φωνῇ καὶ θέᾳ ἐδίωξαν· καὶ ἐὰν ζῷον ἄλογον ἐδίωξε, πόσον μᾶλλον ἡμεῖς οἱ τῶν ζῴων καὶ ἀλόγων ὑπάρχοντες κύριοι, καὶ οἱ καθ᾿ ἡμῶν ἐρχόμενοι ἵνα παράταξιν μεθ᾿ ἡμῶν ποιήσωσιν, ὡς ζῷα ἄλογα, καὶ χείρονες εἰσιν. Αἱ πέλται ὑμῶν καὶ ῥομφαῖαι καὶ τὰ τόξα καὶ ἀκόντια πρὸς αὐτοὺς πεμπέτωσαν παρ᾿ ὑμῶν. Καὶ οὕτως λογίσθητε ὡς ἐπὶ ἀγρίων χοίρων καὶ πληθὺν κυνήγιον, ἵνα γνώσωσιν οἱ ἀσεβεῖς ὅτι οὐ μετὰ ἀλόγων ζῴων, ὡς αὐτοί, παράταξιν ἔχουσιν, ἀλλὰ μετὰ κυρίων καὶ αὐθέντων αὐτῶν καὶ ἀπογόνων Ἑλλήνων καὶ Ῥωμαίων.

Οἴδατε καλῶς ὅτι ὁ δυσσεβὴς αὐτὸς ὁ ἀμηρᾶς καὶ ἐχθρός της ἁγίας ἡμῶν πίστεως, χωρὶς εὐλόγου αἰτίας τινὸς τὴν ἀγάπην ἢν εἴχομεν ἔλυσεν, καὶ τοὺς ὅρκους αὐτοῦ τοὺς πολλοὺς ἠθέτησεν ἀντ᾿ οὐδενὸς λογιζόμενος, καὶ ἐλθὼν αἰφνιδίως φρούριον ἐποίησεν ἐπὶ τὸ στενόν του Ἀσωμάτου, ἵνα καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν δύνηται βλάπτειν ἡμᾶς. Τοὺς ἀγροὺς ἡμῶν καὶ κήπους καὶ παραδείσους καὶ οἴκους ἤδη πυριαλώτους ἐποίησε· τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν τοὺς Χριστιανούς, ὅσους εὖρεν, ἐθανάτωσε καὶ ᾐχμαλώτευσε· τὴν φιλίαν ἡμῶν ἔλυσε. Τοὺς δὲ τοῦ Γαλατᾶ ἐφιλίωσε, καὶ αὐτοὶ χαίρονται, μὴ εἰδότες καὶ αὐτοὶ οἱ ταλαίπωροι τὸν τοῦ γεωργοῦ παιδὸς μῦθον, τοῦ ἐψήνοντος τοὺς κοχλίας καὶ εἰπόντος ὦ ἀνόητα ζῷα καὶ τὰ ἑξῆς.

Ἐλθὼν οὖν, ἀδελφοί, ἡμᾶς ἀπέκλεισε, καὶ καθ᾿ ἑκάστην τὸ ἀχανὲς αὐτοῦ στόμα χάσκων, πῶς εὕρῃ καιρὸν ἐπιτήδειον ἵνα καταπίῃ ἡμᾶς καὶ τὴν πόλιν ταύτην, ἥν ἀνήγειρεν ὁ τρισμακάριστος καὶ μέγας βασιλεὺς Κωνσταντῖνος ἐκεῖνος, καὶ τῇ πανάγνῳ τε καὶ ὑπεράγνῳ δεσποίνῃ ἡμῶν θεοτόκῳ καὶ ἀειπαρθένῳ Μαρίᾳ ἀφιέρωσεν καὶ ἐχαρίσατο τοῦ κυρίαν εἶναι καὶ βοηθὸν καὶ σκέπην τῇ ἡμετέρᾳ πατρίδι καὶ καταφύγιον τῶν Χριστιανῶν, ἐλπίδα καὶ χαρὰν πάντων τῶν Ἑλλήνων, τὸ καύχημα πᾶσι τοῖς οὖσιν ὑπὸ τὴν τοῦ ἡλίου ἀνατολήν. Καὶ οὗτος ὁ ἀσεβέστατος τήν ποτε περιφανῆ καὶ ὀμφακίζουσαν ὡς ῥόδον τοῦ ἀγροῦ βούλεται ποιῆσαι ὑπ᾿ αὐτόν. Ἣ ἐδούλωσε σχεδόν, δύναμαι εἰπεῖν, πᾶσαν τὴν ὑφ᾿ ἥλιον καὶ ὑπέταξεν ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτῆς Πόντον καὶ Ἀρμενίαν, Περσίαν καὶ Παφλαγονίαν, Ἀμαζόνας καὶ Καππαδοκίαν, Γαλατίαν καὶ Μηδίαν, Κολχοὺς καὶ Ἴβηρας, Βοσφοριανοὺς καὶ Ἀλβάνους, Συρίαν καὶ Κιλικίαν καὶ Μεσοποταμίαν, Φοινίκην καὶ Παλαιστίνην, Ἀραβίαν τε καὶ Ἰουδαίαν, Βακτριανοὺς καὶ Σκύθας, Μακεδονίαν καὶ Θετταλίαν, Ἑλλάδα, Βοιωτίαν, Λοκροὺς καὶ Αἰτωλούς, Ἀκαρνανίαν, Ἀχαΐαν καὶ Πελοπόννησον, Ἤπειρον καὶ τὸ Ἰλλυρικόν, Λυχνίτας κατὰ τὸ Ἀνδριατικόν, Ἰταλίαν Τουσκίνους, Κελτοὺς καὶ Κελτογαλάτας, Ἰβηρίαν τε καὶ ἕως τῶν Γαδείρων, Λιβύαν καὶ Μαυρητανίαν καὶ Μαυρουσίαν, Αἰθιοπίαν, Βελέδας Σκούδην, Νουμιδίαν καὶ Ἀφρικὴν καὶ Αἴγυπτον, αὐτὸς τὰ νῦν βούλεται δουλῶσαι, καὶ τὴν κυριεύουσαν τῶν πόλεων ζυγῷ ὑποβαλεῖν καὶ δουλείᾳ, καὶ τὰς ἁγίας ἐκκλησίας ἡμῶν, ἔνθα ἐπροσκυνεῖτο ἡ ἁγία τριὰς καὶ ἐδοξολογεῖτο τὸ πανάγιον, καὶ ὅπου οἱ ἄγγελοι ἠκούοντο ὑμνεῖν τὸ θεῖον καὶ τὴν ἔνσαρκον τοῦ θεοῦ λόγου οἰκονομίαν, βούλεται ποιῆσαι προσκύνημα τῆς αὐτοῦ βλασφημίας καὶ τοῦ φληναφοῦ αὑτοῦ ψευδοπροφήτου Μωάμεθ, καὶ κατοικητήριον ἀλόγων καὶ καμήλων.

Λοιπόν, ἀδελφοὶ καὶ συστρατιῶται, κατὰ νοῦν ἐνθυμήθητε ἵνα τὸ μνημόσυνον ὑμῶν καὶ ἡ μνήμη καὶ ἡ φήμη καὶ ἡ ἐλευθερία αἰωνίως γενήσηται.»

Καὶ στραφεὶς πρὸς τοὺς Ἑνετοὺς ἐν τοῖς δεξιοῖς μέρεσιν ἱσταμένους ἔφη: «Ἑνετοὶ εὐγενεῖς, ἀδελφοὶ ἠγαπημένοι ἐν Χριστῷ τῷ θεῷ, ἄνδρες ἰσχυροὶ καὶ στρατιῶται δυνατοὶ καὶ ἐν πολέμοις δοκιμώτατοι, οἳ διὰ τῶν ἐστιλβωμένων ὑμῶν ῥομφαίων καὶ χάριτος πολλάκις πλῆθος τῶν Ἀγαρηνῶν ἐθανατώσατε, καὶ τὸ αἷμα αὐτῶν ποταμειδῶς ἐκ τῶν χειρῶν ὑμῶν ἔρρευσε, τῇ σήμερον παρακαλῶ ὑμᾶς ἵνα τὴν πόλιν ταύτην τὴν εὐρισκομένην ἐπὶ τοσαύτῃ συμφορᾷ τοῦ πολέμου ὁλοψύχως καὶ ἐκ μέσου ψυχῆς γένητε ὑπερασπισταί. Οἴδατε γὰρ καλῶς, καὶ δευτέραν πατρίδα καὶ μητέρα αὐτὴν ἀενάως εἴχετε· διὸ καὶ ἐκ δευτέρου πάλιν λέγω καὶ παρακαλῶ ἵνα ἐν αὐτῇ ὥρᾳ ὡς φιλοπιστοί τε καὶ ὁμόπιστοι καὶ ἀδελφοὶ ποιήσητε.»

Εἶτα στραφεὶς ἐν τοῖς ἀριστεροῖς μέρεσι λέγει τοῖς Λιγουρίταις: «Ὦ Λιγουρῖται, ἐντιμότατοι ἀδελφοί, ἄνδρες πολεμισταὶ καὶ μεγαλοκάρδιοι καὶ φημιστοί, καλῶς οἴδατε καὶ γινώσκετε ὅτι ἡ δυστυχὴς αὕτη πόλις πάντοτε οὐκ ἐμοὶ μόνον ὑπῆρχεν, ἀλλὰ καὶ ὑμῖν διὰ πολλά τινα αἴτια. Ὑμεῖς μὲν πολλάκις μετὰ προθυμίας αὐτῇ ἐβοηθήσατε, καὶ συνδρομῇ ὑμετέρᾳ ἐλυτρώσατε ἀπὸ τῶν Ἀγαρηνῶν τῶν αὐτῆς ἐναντίων. Τὰ νῦν πάλιν ὁ καιρός ἐστιν ἐπιτήδειος ἵνα δείξητε εἰς βοήθειαν αὐτῆς τὴν Χριστῷ ἀγάπην καὶ ἀνδρίαν καὶ γενναιότητα ὑμῶν.»

Καὶ πληθυντικῶς στραφεὶς πρὸς πάντας εἶπεν: «Οὐκ ἔχω καιρὸν εἰπεῖν ὑμῖν πλείονα. Μόνον τὸ τεταπεινωμένον ἡμέτερον σκῆπτρον εἰς τὰς ὑμῶν χεῖρας ἀνατίθημι, ἵνα αὐτὸ μετ᾿ εὐνοίας φυλάξητε. Παρακαλῶ δὲ καὶ τοῦτο καὶ δέομαι τῆς ὑμετέρας ἀγάπης, ἵνα τὴν πρέπουσαν τιμὴν καὶ ὑποταγὴν δώσητε τοῖς ὑμετέροις στρατηγοῖς καὶ δημάρχοις καὶ ἑκατοντάρχοις, ἕκαστος κατὰ τὴν τάξιν αὑτοῦ καὶ τάγμα καὶ ὑπηρεσίαν. Γνωρίσατε δὴ τοῦτο. Καὶ ἐὰν ἐκ καρδίας φυλάξητε τὰ ὅσα ἐνετειλάμην ὑμίν, ἐλπίζω εἰς θεὸν ὡς λυτρωθείημεν ἡμεῖς τῆς ἐνεστώσης αὐτοῦ δικαίας ἀπειλῆς. Δεύτερον δὲ καὶ ὁ στέφανος ὁ ἀδαμάντινος ἐν οὐρανοῖς ἐναπόκειται ὑμῖν, καὶ μνήμη αἰώνιος καὶ ἄξιος ἐν τῷ κόσμῳ ἔσεται.» Καὶ ταῦτα εἰπὼν καὶ τὴν δημηγορίαν τελέσας καὶ μετὰ δακρύων καὶ στεναγμῶν τὸν θεὸν εὐχαριστήσας, οἱ πάντες ὡς ἐξ ἑνὸς στόματος ἀπεκρίναντο μετὰ κλαυθμοῦ λέγοντες «ἀποθάνωμεν ὑπὲρ τῆς Χριστοῦ πίστεως καὶ τῆς πατρίδος ἡμῶν.» Ἀκούσας δὲ ὁ βασιλεὺς καὶ πλεῖστα εὐχαριστήσας καὶ πλείστας δωρεῶν ἐπαγγελίας αὐτοῖς ἀπηγγείλατο. Εἶτα πάλιν λέγει. «Λοιπόν, ἀδελφοὶ καὶ συστρατιῶται, ἕτοιμοι ἔστε τῷ πρωΐ, Χάριτι καὶ ἀρετῇ τῇ παρὰ τοῦ θεοῦ ὑμῖν δωρηθείσῃ, καὶ συνεργούσης τῆς ἁγίας τριάδος, ἐν ᾗ τὴν ἐλπίδα πᾶσαν ἀνεθέμεθα, ποιήσωμεν τοὺς ἐναντίους μετὰ αἰσχύνης ἐκ τῶν ἐντεῦθεν κακῶς ἀναχωρήσωσιν.»

Ἀκούσαντες δὲ οἱ δυστυχεῖς Ῥωμαῖοι καρδίαν ὡς λέοντες ἐποίησαν, καὶ ἀλλήλοις συγχωρηθέντες ᾔτουν εἷς τῷ ἑτέρῳ καταλλαγῆναι, καὶ μετὰ κλαυθμοῦ ἐνηγκαλίζοντο, μήτε φιλτάτων τέκνων μνημονεύοντες οὔτε γυναικὼν ἢ πλούτου φροντίζοντες, εἰ μὴ μόνον τοῦ ἀποθανεῖν ἵνα τὴν πατρίδα φυλάξωσι. Καὶ ἕκαστος ἐν τῷ διατεταγμένῳ τόπῳ ἐπανέστρεψε, καὶ ἀσφαλῶς ἐποίουν ἐν τοῖς τείχεσι τὴν φυλακήν. Ὁ δὲ βασιλεὺς ἐν τῷ πανσέπτῳ ναῷ τῆς τοῦ θεοῦ λόγου σοφίας ἐλθὼν καὶ προσευξάμενος μετὰ κλαυθμοῦ τὰ ἄχραντα μυστήρια μετέλαβεν. Ὁμοίως καὶ ἕτεροι πολλοὶ τῇ αὐτῇ νυκτὶ ἐποίησαν. Εἶτα ἐλθὼν εἰς τὰ ἀνάκτορα ὀλίγον σταθεὶς καὶ ἐκ πάντων συγχώρησιν αἰτήσας, ἐν τῇδε τῇ ὥρᾳ τίς διηγήσεται τοὺς τότε κλαυθμοὺς καὶ θρήνους τοὺς ἐν τῷ παλατίῳ; Εἰ καὶ ἀπὸ ξύλου ἄνθρωπος ἢ ἐκ πέτρας ἦν, οὐκ ἐδύνατο μὴ θρηνῆσαι.

Καὶ ἀναβὰς ἐφ᾿ ἵππου ἐξήλθομεν τῶν ἀνακτόρων περιερχόμενοι τὰ τείχη [...]
Λέξεις-κλειδιὰ γιὰ τὸ Google: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος Σφραντζής Φραντζής Χρονικό Άλωση Πόλης Κωνσταντινούπολη Πόλη 1453

Κυριακή 20 Μαΐου 2007

...οὔτε ἕνας αἰῶνας ποὺ νὰ μὴν γράφτηκε ποίηση...

Ἔχετε αναρωτηθεῖ γιατί ἔχει τόση σημασία ἡ γλῶσσα γιὰ τὴν ἐθνική μας ὑπόστασι, τὴν πολιτιστική μας κληρονομιὰ καὶ τὴν αὐτοσυνειδησία μας; Γιατί οἱ ἀρνησιπάτριδες πολεμοῦν μὲ λυσσαλέο μίσος τὴν γλωσσική μας παράδοσι καὶ συνέχεια; (Κατ᾿ ἀρχήν, ἐὰν κάτι ἐνοχλεῖ τοὺς «προοδευτικούς», μπορεῖτε νὰ στοιχηματίσετε μετὰ βεβαιότητος ὅτι γιὰ κάτι σημαντικὸ πρόκειται· ἔστω καὶ ἐὰν εἶναι μία ἁπλὴ ὑπογεγραμμένη. Ξέρουν συνήθως τὶ πολεμοῦν αὐτοί!)

Ὄχι ἐπειδή, τάχα, ἡ Ἑλληνικὴ εἶναι ἐξωγήινη, μὲ μαγικὲς ἰδιότητες καὶ δὲν ξέρω τὶ ἄλλο. Σκέπτομαι, ὅτι ἡ γλῶσσα εἶναι τὸ πιὸ ἁπτὸ στοιχεῖο τῆς ἐθνικῆς μας ὑποστάσεως. Ὄχι τὸ μοναδικό, ὄχι πάντοτε τὸ σημαντικότερο, ὄχι πάντοτε ἀναγκαῖο, ἀλλὰ τὸ πιὸ ἁπτό. Ἁπλούστατα.

Πιὸ ἁπτός, φυσικὸς παράγων, εἶναι ἴσως ἡ καταγωγή· τὸ ὅμαιμον. Ὅμως εἶναι παράγων πρωτογενής, δὲν ἀρκεῖ, χρειάζονται ἄλλα, ἀνώτερα ἐπίπεδα νὰ χτισθοῦν γιὰ νὰ μορφώσουν ἔθνος. Ἡ συνείδησις; Ὁ πολιτισμός; Ναί. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἁπτά. Οἱ ἀρνησιπάτριδες (ὅπως ὁ βρετανός, μέλος τοῦ Κ.Κ. Ἀγγλίας (sic), Ἄντερσον) τὰ ἀποκαλοῦν «φαντασιακά», τὰ θεωροῦν αὐθαίρετα, καὶ συνεπῶς εὐκόλως ἀπεμπολούμενα (ὅπως εἶναι ὁ σκοπός τους). (Δὲν εἶναι αὐθαίρετα, φυσικά, ἔχουν βαθύτατες ρίζες στὴν ἐθνική μας φύσι καὶ ἱστορία, ἀλλὰ πῶς ἀκριβῶς ἀπὸ τὶς ρίζες φθάνουμε στὸν «πολιτισμό», στὴν «συνείδησι»; Καὶ δὲν εἶναι μεγέθη μετρήσιμα.)

Ἡ γλῶσσα, ἀντιθέτως, εἶναι στοιχεῖο φυσικό, χειροπιαστό. Συγκεκριμένες λέξεις, τὶς βλέπουμε καὶ τὶς ἀκοῦμε. Καὶ ὅμως, δὲν εἶναι πρωτογενὲς στοιχεῖο, ἀλλὰ στοιχεῖο τοῦ πνεύματος.

Ἐδῶ εἶναι τὸ σημαντικό. Λέγω λοιπόν: Οἱ «προοδευτικοὶ» μισοῦν τὴν Ἑλληνικὴ γλῶσσα, διότι γελοιοποιοῦνται ὅταν ἀρνοῦνται τὴν ἐθνική μας ὑπόστασι καὶ συνέχεια, εὐρισκόμενοι ἀπέναντι ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη. Ὅταν ἡ διαχρονική μας ὑπόστασι καὶ κληρονομιά λαμβάνει μορφή ὁρατὴ καὶ ἀναγνωρίσιμη ἐμπρὸς στὰ μάτια τους· τὴν μορφὴ τῶν Ἑλληνίδων λέξεων τῆς ποιήσεως, τῶν λέξεων ποὺ σκορπίζουν τοὺς Λιάκους καὶ τὶς Φραγκουδόκοτες σὰν τὴν σκόνη στὸν ἄνεμο:

«Είναι, το ξέρω, άτοπο ν' αναφέρεται κανείς σε προσωπικές περιπτώσεις. Και ακόμη πιο άτοπο να παινά το σπίτι του. Είναι όμως κάποτε απαραίτητο, στο βαθμό που αυτά βοηθούν να δούμε πιο καθαρά μιαν ορισμένη κατάσταση πραγμάτων. Και είναι σήμερα η περίπτωση. Μου εδόθηκε, αγαπητοί φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνον από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρ' όλ' αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμιση χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και μ' ελάχιστες διαφορές. Η παράλογη αυτή, φαινομενικά, διάσταση, αντιστοιχεί και στην υλικο-πνευματική οντότητα της χώρας μου. Που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου. Και το αναφέρω όχι διόλου για να υπερηφανευθώ αλλά για να δείξω τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας ποιητής όταν χρησιμοποιεί για τα πιο αγαπημένα πράγματα τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιούσαν μία Σαπφώ ή ένας Πίνδαρος π.χ. -χωρίς ωστόσο να έχει το αντίκρυσμα που είχαν εκείνοι επάνω στην έκταση της πολιτισμένης τότε ανθρωπότητας. Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν' αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. Χωρίς να λησμονεί κανείς ότι στο μάκρος εικοσιπέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μην γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα. Να τι είναι το μεγάλο βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα ελληνική ποίηση.»

(Ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη κατὰ τὴν τελετὴ ἀπονομῆς τοῦ Νόμπελ Λογοτεχνίας, 10-12-1979.)

Σάββατο 19 Μαΐου 2007

Ἡ ἀποκατάστασις τοῦ Παρθενῶνος καὶ ἡ ξανθιὰ ἀρχ**ολόγος

Τὸ νέο Μουσεῖον Ἀκροπόλεως εἶναι σχεδὸν ἕτοιμο, παρὰ τὸ ὅτι ἀπομένει νὰ ξεπερασθοῦν μερικὰ προβλήματα, ἀναγκαῖες ἀπαλλοτριώσεις κ.ἄ. Καὶ λένε ὅτι δικαιώνει τὸ ὅραμα, διαψεύδοντας εὐτυχῶς τοὺς φόβους ὅτι τὸ μοντέρνο σχέδιο θὰ εἶναι ἀνάρμοστο, ὅτι ὁ ὄγκος του θὰ προσβάλλει τὴν Ἀκρόπολι κ.ἄ. Ἴδωμεν! (Σχετικὴ συζήτησις καὶ φωτογραφίες στὸ stadia.gr .)

Τὸ Μουσεῖο τὸ ἀναμένωμεν ἐναγωνίως, καὶ θὰ τὸ δοῦμε συντόμως! Ἀναμένωμεν ὅμως, καὶ θὰ ἀναμένωμεν καὶ θὰ προσμένωμεν πάντοτε τὴν ἀποκατάστασι τῶν ἱερῶν μας μνημείων, τὴν ἐνοποίησι τῆς Ἀκροπόλεως μὲ τὸν ἐπαναπατρισμὸ τῶν ἀκρωτηριασθέντων καὶ ἀρπαχθέντων ἀπὸ τοὺς βαρβάρους μελῶν της· θὰ περιμένουμε ὅσα χρόνια κι ἂν περάσουν, εἴτε τὸ δοῦμε στὴ γενιά μας εἴτε ὄχι. Ἐρχόμαστε ἀπὸ τὰ βάθη τῶν αἰώνων καὶ μποροῦμε νὰ περιμένουμε· ὁ Χρόνος θὰ τὰ φέρῃ, ὅταν καὶ ἡ μνήμη ἀκόμη τῶν βαρβάρων, ξένων καὶ ἐντοπίων θὰ ἔχει χαθεῖ στὶς σκονισμένες σελίδες τῆς Ἱστορίας...

Ἔως τότε θὰ ἀγωνιζόμεθα. Ὄχι μόνον ἐμεῖς, ἀλλὰ ὅλοι οἱ τίμιοι ἄνθρωποι, ὅπου γῆς. Κατ᾿ ἀρχὴν οἱ Βρετανοί. Ἐπισκεφθεῖτε:

The British Committee for the Restitution of the Parthenon Marbles

Ὁ δικτυακὸς τόπος parthenonuk.com ἀνήκει σὲ Βρετανοὺς φιλέλληνες καὶ φιλοτέχνους, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν ἀρπαχθέντων μελῶν τοῦ Παρθενῶνος! Ἐπισκεφθεῖτε τους, δηλῶστε τὴν ὑποστήριξί σας, ψηφίστε καὶ ὑπογρᾶψτε τὴν διαμαρτυρία! Εἶναι τὸ λιγότερο ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε!

Elginism: An act of cultural vandalism

Ἱστολόγιο, πολὺ ἐνημερωμένο, μὲ τὰ τελευταῖα νέα, ἄμεσα ἢ ἔμμεσα σχετικὰ μὲ τὸ θέμα.

Καὶ δύο παλαιότεροι, ἀλλὰ μὲ πολὺ ὑλικὸ ἐπίσης, δικτυακοὶ τόποι:

The Parthenon Marbles
Website dedicated to the (return of) the Parthenon (Elgin) Marbles

Ἐπισκεφθεῖτε ἐπίσης:

Ἡ ζωφόρος τοῦ Παρθενώνα. Φωτογραφίες καὶ περιγραφὴ ὅλων τῶν γλυπτῶν τῆς ζωφόρου τοῦ Παρθενῶνος.

«Ἐπαναπατρισμὸς σὲ μη-πατρίδα;» Τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ («Ἡ Καθημερινή», 17-11-2002). Προβληματισμοὶ ποὺ καῖνε. Εἴμαστε ἄξιοι; Ποιό τὸ χρέος μας;

Διαβᾶστε:

Κυριάκος Σιμόπουλος, «Ἡ λεηλασία καὶ καταστροφὴ τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχαιοτήτων», ἐκδ. «Στάχυ», 1997.

...Ένα χρόνο πριν από την Επανάσταση, γαλλικό άγημα φόρτωνε σε πολεμικό, με την απειλή των όπλων, στο λιμάνι της Μήλου το περίλαμπρο άγαλμα της Αφροδίτης. Ο πλοίαρχος Matterer αφηγείται πώς ακρωτηριάστηκε στο μουράγιο το γλυπτό στις 23 Μαΐου 1820: «Τα άγαλμα είχε κιόλας μεταφερθεί στον γιαλό... Αν από θαύμα ζωντάνευε η Θεά θα έκλαιγε πικρά καθώς την έσερναν στη βραχουριά, την αναποδογύριζαν και την κατρακυλούσαν άνθρωποι σε έξαλλη κατάσταση. Παραλίγο να γκρεμιστεί στην θάλασσα. Ακολούθησε πανδαιμόνιο γύρω από το κασόνι με την Αφροδίτη. Οι Έλληνες δεν ήθελαν να παραδώσουν το άγαλμα. Ο κυβερνήτης του γαλλικού πολεμικού Estafette κραυγάζει : «Ναύτες, πάρτε το κασόνι και ρίχτε το στη λέμβο!» Τότε άρχισε η μάχη. Σπαθιά και ρόπαλα ανέμισαν. Ο δύστυχος παπάς δέχτηκε πολλά χτυπήματα στο κεφάλι και στην ράχη. Το ίδιο και οι άλλοι Έλληνες που έσκουζαν σπαρακτικά ζητώντας βοήθεια από τον Θεό... Ο πρόξενος της Γαλλίας στην Μήλο, αρματωμένος με σπαθί κι ένα χοντρορόπαλο, πολεμούσε καλά. Κόπηκε ένα του αυτί, το αίμα κυλούσε. Και μέσα σ' αυτή τη μάχη οι ναύτες τραβολογούσαν το κασόνι που τραμπαλιζόταν και έπεφτε δεξιά και αριστερά και το μετέφεραν στο Estafette. Εκεί έχασε τα χέρια της η Αφροδίτη». ...

Σχετικὴ συζήτησις γιὰ αὐτὰ καὶ ἄλλα (διαβᾶστε καὶ γιὰ τὸν μανιακὸ ἀββὰ Φουρμόν), στὸ φόρουμ Ἑλλάδα-Μυστήρια καὶ στὸν δικτυακὸ τόπο «Ἄγνωστη Ἑλληνικὴ Ἱστορία».

...
Καὶ τῶρα ὁλίγη πολεμική (διότι τὰ προηγούμενα ἦταν γιὰ προθέρμανσι) - καὶ ὁλίγη ψυχαγωγία!

Λοιπόν, εἶναι μιὰ ξανθιὰ (ναί, ἔχει σημασία) βρετανὶς ἀρχαιολόγος (ἢ ἀρχ**ολόγος, ποὺ ἔλεγε κάποιος, κάπου («inner joke»)) «conservative Anglo-American trapped in the body of an archaeologist living mostly in London», ἀκούουσα εἰς τὸ ὄνομα Dr. Dorothy King, ἱστολογοῦσα ὑπὸ τὸ προσωνύμιον PhDiva (sic), ἀρθρογραφοῦσα στὸν τύπο, συγγράψασα βιβλίο ὑπὸ τὸν τίτλον «The Elgin Marbles» (ἔχει θαφτεῖ ἀπὸ τὶς κριτικές), καὶ γενικῶς προκαλοῦσα παντοῦ καὶ παντὶ τρόπῳ μὲ ξανθογκομενικό- τσαμπουκαλίδικο «ἐπιστημονικὸ» στύλ (wannabe Λάρα Κρόφτ, ἀλλὰ στὸ πολὺ βρετανο-στριμμένο) καὶ σκούζουσα περὶ τῶν «Our Marbles» (ἐννοεῖ τῶν βρετανῶν) καὶ our marbles καὶ our marbles... Πρόκειται περὶ φαιδρῆς «ἐπιστήμονος», ὅπως καταλάβατε (κάτι σὲ ἀγγλίδα Μαρία Ρεπούση, σὰν νὰ λέμε), χωρὶς καμμία ἰδιαίτερη ἀπήχησι, ἀλλὰ γιὰ τὴν ὁποίαν ὁ βούρδουλας εἶναι νομίζω ἀναγκαῖον μέσον φρονηματισμοῦ. Κάθε εὐσυνείδητος ἀναγνώστης ποὺ θέλει νὰ περάσει ἀπὸ τὸ ἱστολόγιό της, ἤ, ἀκόμη καλύτερα, τὸ amazon.com καὶ νὰ συνεισφέρῃ σὲ αὐτὸ τὸ θεάρεστον ἔργον (τὶς βουρδουλιές, ἐννοῶ· ἀλλὰ χωρὶς πολλὲς ὑπερβολές, μὴν τὴν ἡρωοποιήσουμε κιόλας!), θὰ κάνῃ ἕνα καλὸ στὰ ἐκτραχυλισθέντα ἤθη τῆς κοινωνίας μας.

Ἀκολουθοῦν σχόλια πρὸς τὴν PhDiva, τὰ ὁποῖα καὶ παραθέτω καθ᾿ ὅτι ἔχουν σημασία ὅσον ἀφορᾶ τὸ τί σημαίνει γιὰ ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες Ἀκρόπολις καὶ Παρθενών, καὶ διατυπώνουν ἐπιχειρήματα χρήσιμα πρὸς ἀντιμετώπισιν βαρβάρων ὀπαδῶν τοῦ Ἐλγίνου.

α) Σχόλια στὸ ἱστολόγιο. Ποία ἡ βαρβαρότης τῆς πράξεως τοῦ Ἐλγίνου; Γιατὶ τὰ ἀκρωτηριασθέντα καὶ ἀρπαχθέντα μέλη τοῦ Παρθενῶνος πρέπει νὰ ἐπστρέψουν; Καὶ τί σημαίνουν γιὰ ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες;

Dear PhDiva,

We sincerely and warmly thank you, and we express our deeper gratitude, because, during the long years our fatherland and people was under turkish slavery and oppression, you cared and protected the Akropolis sculptures and architectonical bodies, so, today that we are free and safe, they can be returned to their place, the Akropolis miracle find again its architectonical, aesthetic and historical unity and the ancient beauty shine again at the holy land and sky of Athens!

Without you careing and preserving our holy sanctuaries and heirlooms during all these dark years of the past, we wouldn't be able today to celebrate.

We sincerely thank you, and we wait you in Athens, when Akropolis finds her lost parts and the ancient unity is restored again, to celebrate together, in a new Great Panathenea ceremony that will be remembered in the aeons to come!

Best regards,
Perikles the Athenian


My dear Perikles, you would be right if it was like you are saying, but I suppose you know their answer, so I can't regard your posting as anything else than pure hirony. Their answer unveils their sincerity and shows to all people of the world if their motive is the devotion to the ancient beauty or the greed of the thief.

I've said it again, couple of years ago, and I repeat it now; because we don't forget:

...The march of Panathenaea ceremony begins at Kerameikos, our ancestors and heroes tombs, and comes up to the Akropolis (concluded with the offer of the holy peplon to the Goddess of our City, Athena). The march, with all its phases simultaneously, is historized on Parthenon's zophoros. We see there all the Athenian citizens, the horsemen and the musicians, the priests and piestesses. Not only them; we see them side-by-side with the heroes, ancestors and patriarchs of the Athenian families. Not only them; we see them side-by-side with the Olympian gods themselves. All together present, here & now; the people, ancestors and descendants; the heroes and the gods; past, present and future; Gaea and Ouranos, earth and heaven (all humans and gods, Gaia's and Ouranos's childs; isn't the Akropolis hill Earth's child, isn't Parthenon so symmetrically bound with the hill, earth and sky, Gaea and Ouranos, Erechtheion and Parthenon? can be aparted?) All together in Parthenon's zophoros, all together in Athens, place and people, in a unity mystically reviving every Panathenaea, and always, because of the always standing monuments on the hill and memories in our hearts.

This holy mystic unity doesn't exist today. The barbarians mutilated our sculptures, our ancestors, our gods. Because now we have this:

...Metope S16: up part of torso and head of left figure at the British Museum; down part of torso and left knee at Akropolis' museum; head of right figure at the Vatican.
...West Aetoma: Head of goddess Iris at Louvre Museum; torso and thighs at the British Museum.
...West Aetoma: front part of torso of god Poseidon to Akropolis' Museum; back part of torso of the god at the British Museum.
And on... and on...

For God's shake!
What a sacrilegious, sadomazochistic, savage human being can assault in a so monstrous pervert way our holy monuments?

The barbarian Xerxes destroyed our ancient monuments, but at least the relics remained there, they were devoutly burried, like the holy bones of the heroes, in the soil of Akropolis. We can see the remnants of the cions of the elder Athena's tomb, as parts of the wall. There, in purpose by the 480 B.C. Athenians, to be seen, to remember our fights, to give memory, strength and live. These gave birth to Pericles' golden era. "From the bones of our heroes, Liberty comes", says our national anthem (for the 1821 Independence war). These holy monuments are too the bones of our Nation.

We' ll get them back. Regardless how long it takes. We are coming from thousands years, we can wait.

As for now, the fact that the great majority of the civilized British people doesn't share PhDiva's opinions is hopeful for the future of our world.

Errosthe,
Phidias the Athenian

P.S. If you find all these nationalistic; yes they are. Do you have a problem with this? Be free to feel as nationalist you want too, with your own history, civilization and holy heirlooms and sanctuaries; because civilization can only be created, not buyed or looted.

OH PAIDES HELLENON, ITE; ELEFTHEROUTE PATRIDA, GUNAIKAS, PAIDAS, THEON TE PATROON EDEE, THEKAS TE PROGONON; NYN YPER PANTON AGON.


Hi Phidias,

I told you in another discussion too. I agree with what you say about the philosophical aspect of the Acropolis, but it's wrong that you are so aggressive against the English; The great majority of English people support the return of the Acropolis marbles and sculptures and recognize and appreciate the values of the Greek civilization; it's among other reasons these qualities that made England and great country with history and civilization too. We have to recognize this ourselves too, and thank them too. Furthermore, we have historic ties of alliance and friendship with UK (the flourishing Greek community here in London is just an example), and we haven't any reason to oppose this; it's for mutual good this friendship. The return of the marbles and the restoration of Akropolis' historic and artistic unity will be (soon, I believe) reality, just because this friendship and understanding between the two nations.

Isokrates the Athenian


Phidias Isokratei chairein,

I hadn't any intention to insult the English people; I've said it already, but if anyone misunderstood, I apologize anyway and I repeat it clearly. My assault was against specific (and very few) hypocrites. For the English people I agree with what you said.

The very essence of my message was the historical, aesthetic and artistic, mystic and sacred unity of the sculptures, the buildings, the Acropolis hill itself, Athens earth and sky, and the people too (At Acropolis, the people are adorers and worshippers of the temple; at the London museum, tourists; do you understand the difference?), all as a whole. This is what the great Phidias has dreamed, this (the whole unity) is his creation, this is what we have to restore ourselves (we, all the peoples of the earth together, for the good of the global civilization). I pursue all readers to insist and understand this.

Erroso,
Phidias the Athenian


Καὶ σχετικῶς μὲ τὰ ἐσχάτως ἀκουσθέντα περὶ «προσωρινοῦ δανεισμοῦ» τῶν γλυπτῶν στὴν Ἑλλάδα:

I could say you not to fear about, because we haven't any intention to ask for temporary loan of something that we own; it would be ridiculous!

But, as our government said, we don't use the word "own" ourselves for the Parthenon. It would be arrogant for anyone to use this word for the symbol of the world civilization. Nobody has the right to "own" Parthenon and Athenian Acropolis. We don't own Acropolis; Acropolis owns us; we ourselves belong to this history, this civilization, this tradition. We are not the owners, but the guards and the worshipers of the Athenian Acropolis. We belong to Acropolis, and the Parthenon marbles belong to Acropolis, only to Acropolis and not to the British Museum or anyone else. Acropolis, the monument, History herself and the holy earth of the monument, the world civilization, are asking the stolen marbles back; not me, the greek government or any "owner". And the monument will be restored, finding its lost parts; it's History's necessity; you can do nothing to stop History; admit it.


β) Θάψιμο τοῦ ἀνθελληνικοῦ βιβλίου τῆς PhDiva στὸ amazon.com . (Αὐτὸ πονάει περισσότερο!) Γρᾶψτε κι ἐσεῖς, ἂν θέλετε, καὶ πάντως πατῆστε τὸ «I've found this comment useful [Yes]» στὰ σχόλια ποὺ τὴν θάβουν (καὶ τὸ [No] σὲ αὐτὰ ποὺ τὴν ἐπαινοῦν)!

[rate: 1/5]
Prejudiced and unreliable

There are several valuable, scientifically prestigious, editions about Acropolis monuments and their impact today. The best imho is "The Parthenon and its impact in modern times", Melissa Publications, Athens 1994 (collective edition of several top scientists of the field). From English writers and scientists supporting the restoration of Parthenon, the books of William St Clair, Christopher Hitchens and others. Even if we want a small, easily readable, but interesting and reliable handbook of an English scientist expressing the arguments-would-to-be of the British Museum too, "The Parthenon" of Mary Beard is a fair choice. But, this one of Dr. King, aka Phdiva (sic), is just the crap writing of a prejudiced would-be scientist, written for no only other purpose than supporting the barbaric dismantlement of our (for all western civilized people, at least) holy monuments.

This blond PhDiva (sic) is a living embarassement for all honourable English hellenists, classicists, or simple civilized English citizens (see e.g. The British Committee for the Restitution of the Parthenon Marbles, parthenonuk.com), supporting the restoration and unity of Akropolis, the holiest natural, architectonical and artistic monument of our Western civilization. Fortunatelly, we know she does not at all represents the majority of English people.


(Σημείωσις: Οἱ δύο γκραβοῦρες (Βᾶσσες καὶ Ἀφαία) ποὺ παραθέτω στὴν παροῦσα δημοσίευσι εἶναι ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰ. Γιαννόπουλου, «Ἡ Μυστικὴ Ἀκρόπολη», ἐκδ. «Ἔσοπτρον» [ἀπόσπασμα].)