«Tὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική· τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου. Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου.» (Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἄξιον ἐστί»)

Σελίδες Πατριδογνωσίας - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό

Τετάρτη 24 Αυγούστου 2011

Ὁ Ἄραβας διαστημάνθρωπος στὸ Μπάκιγχαμ

Πρίγκηψ Γουλιέλμος καὶ Αἰκατερίνη Μίντλετον
   Ἀναρωτιέται ἡ τηλεκριτικὸς τῆς «Καθημερινῆς» Μαριάννα Τζιαντζῆ γιατὶ ἀσχολούμεθα μὲ τὸν βασιλικὸ γάμο στὴν Ἀγγλία, τὴν ὥρα ποὺ ἄνθρωποι σκοτώνονται στὴν Λιβύη καὶ στὴν Συρία [1]. (Καὶ μὲ ἀκόμη πιὸ κραυγαλέο ὕφος, στὸ ἱστολόγιό της (ἀνταγωνιζόμενη τὸ ΚΚΕ [2], φαίνεται, ὀπαδὸς οὖσα ἡ ἴδια τῆς ΑΝΤΑΡΣΥΑ [3]), ἰσχυρίζεται περίπου ὅτι ὁ βασιλικὸς γάμος, «αὐτὸ τὸ παραμυθάκι, εἶναι ἀκριβοπληρωμένο μὲ τὸν ἱδρώτα καὶ τὸ αἷμα ἄλλων», τῶν Λίβυων καὶ τῶν Σύριων, δηλαδή· πόθεν ἡ σύνδεσις, ἕνας Στάλιν γνωρίζει, ἀλλὰ βεβαίως ἐξ ὁρισμοῦ τὰ βασιλικὰ βαμπὶρ πίνουν τὸ αἷμα τοῦ λαοῦ.)

   Φυσικά, ἔχει δίκιο σὲ ἕνα πρᾶγμα· στὸ ὅτι, στὸν σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο κόσμο τοῦ καταναλωτισμοῦ καὶ τῆς εἰκόνας, οἱ βασιλικοὶ γάμοι (ὅπως καὶ καθετὶ ἄλλο, τονίζω ἐγώ), ἐν πολλοῖς δὲν εἶναι παρὰ τοῦτο· εἰκόνα καὶ ἐμπόρευμα, κενὸ περιεχομένου [4]. (Ἂν καὶ γιὰ τοὺς Βρετανούς εἶναι, ἀκόμη, κάτι περισσότερο.)

   Ἔχω ὅμως δύο ἐνστάσεις. Τὴν πρώτη τὴν ἔθεσα ἤδη. Εἰκόνα κενὴ περιεχομένου καὶ ἐμπόρευμα δὲν εἶναι μόνον αὐτὲς οἱ βασιλεῖες, ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ ἄλλα. Φυσικὰ καὶ ἡ ἐκστρατεία τῆς πεφωτισμένης Δύσεως γιὰ τὴν ἐλευθερία τῶν ἐπαναστατημένων Λίβυων, τὴν ὁποίαν τὰ ΜΜΕ παραμερίζουν χάριν τῆς βασιλικῆς λάμψεως. Ἀλλὰ τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι ὅτι τὴν παραμερίζουν· τὸ πρόβλημα εἶναι, ἀντιθέτως, ὅτι ἤδη μᾶς ἔχουν κάνει πλύση ἐγκεφάλου μὲ αὐτήν.

* * *

Ἡ δύση τῆς κολάσεως

(Γράφει ὁ Ἀνδρέας Φαρμάκις)

Στο ίδιο έργο θεατές - αμάν! Τα παλάτια του Καντάφι -
οι θησαυροί του - ο δαιμονικός δεσπότης που
σφάζει τον λαό του - και οι αρχάγγελοι
της δύσης -
ξανά η ίδια βάρβαρη προπαγάνδα -
τα αεροπλάνα - οι νυκτερινοί βομβαρδισμοί -
το στρατιωτάκι με τον χάρακα που εξηγεί στον χάρτη τον πόλεμο -
που δεν είναι πόλεμος -
είναι σφαγή - αφού η μόνη στρατηγική της δύσεως -
και ειδικά των αμερικανών -
είναι η κτηνώδης υπεροπλία. Αν δεν είναι τουλάχιστον δέκα φορές
ισχυρότεροι σε όπλα και στρατό -
δεν πολεμάνε.

Και τα τσουτσέκια από πάνω οι Ελληνες δημοσιογράφοι - που
τους τρέχουνε τα σάλια που ναι τόσο δυνατή η δύση και
εμείς είμαστε δυτικοί -
και καπάκι κατευθείαν από τους νατοϊκούς υπονόμους - κάτι
αναλυτές του κώλου -
κυνικοί ημιμαθείς κόλακες ...

* * *

   Ἡ δεύτερη ἔνστασίς μου εἶναι ἀκόμη σοβαρότερη. Ἡ Μαριάννα Τζιαντζῆ ἀναρωτάται γιατὶ τὰ ΜΜΕ ἀσχολοῦνται μὲ τὸν βασιλικὸ γάμο καὶ ὄχι μὲ τοὺς νεκροὺς στὴν Λιβύη καὶ στὴν Συρία. Τῆς διαφεύγει κάτι πολὺ χειρότερο. Ὅτι καὶ οἱ δεύτεροι, γιὰ νὰ ἀποκτήσουν μερίδιο ἀπὸ τὸ πρῶτο ἀγωνίζονται καὶ σκοτώνονται. (Οὔτε κἄν. Γιὰ μιὰ Τατιάνα μεσημβρινή, γιὰ μιὰν Ἐλένη (Μενεγάκη;!).) Ὁ ἀπόλυτος θρίαμβος τῆς Δύσης.

* * *

Ὁ Ἄραβας διαστημάνθρωπος

(Γράφει ὁ Ἀνδρέας Φαρμάκις)

Το δυτικό πρότυπο αυτό ακριβώς κάνει.
Αποχρωματίζει και τελικά ισοπεδώνει τις αραβικές
διαφοροποιήσεις -
ομογενοποιεί τις κοινωνίες - με κύριο
όπλο την προτεραιότητα
του ατόμου.
Η εξέγερση είναι παναραβική - δεν μετράνε
οι παλιές διαφορές -
σουνίτες και σιίτες και όλα τα υπόλοιπα.
Αυτό που συμβαίνει είναι η ανάδυση
της ατομικής συνείδησης
του μουσουλμάνου - η νίκη του
αυτοκινήτου, του ζεστού νερού, των
αεροπορικών ταξιδιών, της
κατανάλωσης - του
διαδικτύου και του φαίηςμπουκ.
Αυτό που δεν έγινε - δεν πρόλαβε να
γίνη εξ αιτίας της οθωμανικής
κυριαρχίας - στο Βυζάντιο -
συμβαίνει τώρα
στην αυτοκρατορία των
μουσουλμάνων.
Ασφαλώς τα παλαιά - τα χθεσινά
εθνικά θρησκευτικά
και φυλετικά χαρακτηριστικά [5] -
προσφέρουνε τα σχήματά τους στις
τοπικές εξεγέρσεις -
όμως τίποτα πέρα απ' αυτό. Οι
εξεγέρσεις τα υιοθετούνε
και την ίδια στιγμή τα καταργούνε.

Διάβαζα προχθές για αυτά που
συμβαίνουνε τώρα στην
Αίγυπτο - έχει πλακώσει όλο το
δυτικό τσίρκο - εκατοντάδες μη
κυβερνητικές οργανώσεις -
από την κατάργηση της μπούρκας -
μέχρι την σωτηρία της
καμήλας .
Ένας νέος κόσμος αναδύεται -
ο Άραβας -
διαστημάνθρωπος -
που βγάζει την γλώσσα του στον
Θεό -
και ονειρεύεται την αθανασία
που του προσφέρει
η δυτική τεχνολογία.

...

Στην σκέψη και την
ρητορία της ελληνικής αριστεράς -
οι εξεγερμένοι λαοί -
ζητάνε σοσιαλισμό. Δίνουνε
στην παναραβική εξέγερση - έναν
χαρακτήρα αντιμπεριαλιστικό
και αντιδυτικό.
Παραμύθια της Χαλιμάς.

Κοινωνίες με στοιχεία αρχαιότητας -
πριν από την εφεύρεση του
ατόμου - και ξάφνου - και είναι
τεράστιος ο ρόλος
του ιντερνέτ σε αυτό - ένα
γυμνό σουπερμόντελ - τους αρπάζει
το πρόσωπο -
το στρέφει αναγκαστικά προς το
μέρος της - και κοιτώντας
τους στα μάτια - τους
θέτει τις ερωτήσεις που μόνο
οι θεοί - μετά θάνατον -
ρωτάνε.
Πώς σε λένε; Ποιός είσαι;
Τί θέλεις ; Ξέρεις τι είναι δικό σου;

Η παναραβική εξέγερση αλλάζει
δραματικά -
την μορφή του πλανήτη -
ένας κόσμος αρχαίος πεθαίνει -
ένας νέος αναδύεται -
με την απόλυτη δυτική νίκη -
και τον πλανητικό θρίαμβο της
δυτικής αυτοκρατορίας.

* * *
Σημειώσεις:
[1] «Ἡ Καθημερινή», 30-4-2011.
[2] Ἡ φαιδρὴ ἀνακοίνωσις τοῦ ΚΚΕ (29-4-2011): «Αηδία και αποστροφή προκαλεί η απίστευτη προβολή στην Ελλάδα, όπου οι λαϊκές οικογένειες δεινοπαθούν από την ανεργία και τη φτώχεια, του γάμου των απομειναριών του μεσαίωνα τον οποίο η ιστορικά ξεπερασμένη αστική τάξη της Βρετανίας και της Ευρώπης τιμά και επιδεικνύει προκλητικά. Αυτοί να χαίρονται τη σήψη τους, οι λαοί όμως έχουν χρέος να ξεμπερδεύουν μαζί τους.»
   Τὸ κακό, βεβαίως, δὲν εἶναι ἡ γραφικὴ αὐτὴ ἀντίληψις τῆς πραγματικότητος. (Στὸ κάτω-κάτω ἀσυνεπὲς δὲν εἶναι μὲ τὴν ἱστορία του τὸ ΚΚΕ ὅταν ὑπερθεματίζει σὲ ἀντιβασιλικοὺς τόνους.) Τὸ κακὸ εἶναι ὅτι, καὶ ἐδῶ ἀλλὰ καὶ σὲ ἂλλα πολὺ σημαντικότερα ζητήματα, τὸ ΚΚΕ ἀδυνατεῖ νὰ καταλάβῃ ὅτι διόλου δὲν στηρίζεται στὸν μεσαίωνα ὁ καπιταλισμός, οὔτε στὶς ὅποιες πολιτισμικὲς παραδόσεις, ζωντανὲς περισσότερο ἢ λιγότερο γιὰ κάποιους λαούς (γιὰ τοὺς Ἄγγλους ἐν προκειμένῳ εἶναι θεμελιώδης ὁ βασιλὸς θεσμός), ἢ στὶς γλῶσσες ἢ στὶς θρησκεῖες ἢ στὶς σημαῖες ἢ σὲ ὅποιες προ-ἀστικὲς ἀξίες καὶ παραδόσεις. Τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο. Ὁ καπιταλισμὸς κάνει τὴν δουλειά του κάλλιστα μὲ τὴν κατάργησι ὅλων αὐτῶν τῶν πιθανῶν ἐμποδίων (ὅσο ὑπάρχουν ἐπιχειρεῖ βεβαίως καὶ αὐτὰ νὰ τὰ εὐτελίσῃ, νὰ τὰ κενώσῃ ἀπὸ κάθε οὐσιαστικὸ περιεχόμενο, νὰ τὰ ἐμπορευματοποιήσῃ, νὰ τὰ ἐκμεταλλευθῇ· ἄμα δὲ ἀπαλλαγῇ ἐντελῶς ἀπὸ αὐτά, ἀκόμη καλύτερα), μὲ τὴν ἀπόλυτη καὶ χωρὶς σύνορα ἐλευθερία τοῦ ἀτόμου τοῦ ὁμογενοποιημένου παγκοσμίου πολτοῦ νὰ καταναλώνῃ ὅ,τι σκουπίδια θέλει. (Τὸ ὅτι, πάντως, σκουπίδια θὰ καταναλώνῃ, εἶναι κάτι ποὺ θὰ τὸ καταλάβῃ ἐνδεχομένως, ἀφοῦ χορτάσει «ἐλευθερία».)
   (Χρῆστος Γιανναρᾶς, προσφάτως, περὶ ἐλευθερίας: «Ἐλευθερία ἀπὸ τὴν εἰμαρμένη», «Ἡ Καθημερινή», 23-4-2011)
[4] Ἰδιαιτέρως σήμερα, ὅπου ὁ βασιλικὸς θεσμὸς εἶναι κυρίως συμβολισμός, καὶ ὅλοι γνωρίζουν «τὶ κούφια λόγια εἶναι αὐτὲς οἱ βασιλεῖες»... (Κούφια, διότι, πλέον, «στὴν Ρώμη δίνεται ὁ χρησμός»...) (Κ.Π. Καβάφης, «Ἀλεξανδρινοὶ βασιλεῖς» καὶ «Πρέσβεις ἀπ᾿ τὴν Ἀλεξάνδρεια».)
   Ὁ φιλόλογος ἐδῶ (ὁ ὁποῖος, εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὰ ἀπαράδεκτα snhell.gr καὶ kavafis.gr, σέβεται τὸν ποιητὴ καὶ τὴν γλῶσσα μας, παραθέτοντας τὸ ποίημα στὸ πολυτονικό), σημειώνει ὅτι ὁ Καβάφης ψέγει καὶ εἰρωνεύεται τὴν ματαιοδοξία καὶ τὴν μεγαλομανία τῆς Κλεοπάτρας. Ὄχι μόνον, ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ. Ὁ Καβάφης, ὅπως σχεδὸν σὲ κάθε ποίημά του, εἶναι πολυεπίπεδος. Ναὶ μὲν ψέγει καὶ εἰρωνεύεται τὴν ματαιοδοξία, ἀλλὰ σὲ ἕνα ἄλλο ἐπίπεδο τὴν βλέπει μὲ κατανόησι καὶ συμπάθεια, γνωρίζοντας τὴν τραγικότητα τῆς ἀνθρώπινης μοίρας (καὶ τῆς Κλεοπάτρας ἐν προκειμένῳ). (Παράβαλε μὲ τὸ «ὑαλὶ χρωματιστὸ» τῆς στέψεως τοῦ Καντακουζηνοῦ, ὅπου ἡ δευτέρα στάσις, τῆς συμπαθείας εἶναι ἐδῶ ἡ βαρύνουσα.)
[5] Καὶ οἱ βασιλεῖες, ποὺ λέγαμε, καὶ οἱ γάμοι καὶ οἱ ἄμαξες...

Ἀπὸ τὴν Τρίπολι στὴν Κερατέα

   Σημείωσις: Τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ τὸ ἔγραψα πρὶν ἀπὸ ἀρκετὸ καιρό· πρὶν ἀπὸ τὴν πτῶσιν τοῦ Καντάφι, πρὶν καὶ ἀπὸ τήν, προσωρινὴ τουλάχιστον, ὑποχώρησι τῆς κυβερνήσεως στὸ θέμα τῆς Κερατέας -ἡ Τρίπολις ἔπεσε· ἡ Κερατέα ὄχι-, ἀλλὰ καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν καταγγελία τῆς Ἀμερικανίδας καρακάξας, ἡ ὁποία (ἀναπαράγοντας προσωπικὲς φαντασιώσεις, ὑποψιάζομαι), ἀπεκάλυψε ὅτι ὁ Καντάφι ἔδινε στοὺς στρατιῶτες του βιάγκρα γιὰ νὰ βιάζουν καλύτερα. (Σημειώνω τὸ τελευταῖο, διότι ἐνῶ εἶχα ἀπογοητευθεῖ ἀπὸ τὴν δυτικὴ προπαγάνδα, νομίζοντας ὅτι εἶχε στερέψει ἡ φαντασία της, τελικῶς αὐτὴ μὲ ἐξέπληξε καὶ πάλι.) Τὸ δημοσιεύω, ὅμως, ἔστω καὶ καθυστερημένα, διότι ἀρκετὲς ἐπισημάνσεις παραμένουν ἐπίκαιρες.

   Προσθήκη: Μοῦ λέγουν ὅτι ὁ Καντάφι ἦταν κακός, δικτάτωρ, παρανοϊκός, ἰσλαμιστής, φίλος τοῦ ΠΑΣΟΚ καὶ τοῦ Ἀνδρέα Παπανδρέου (ξεκολλῆστε!) Μπορεῖ. Ὅμως ἐγὼ νιώθω ἕνα δάγκωμα στὴν καρδιὰ κάθε φορὰ ποὺ πέφτει ἕνα ἀκόμη ἀνάχωμα τῆς ἀντίστασης ἀπέναντι στὴν Πλανηταρχία.

   Τί ἄλλο; Ἁπλῶς παρατηρῶ ὅτι ὁ ἐκδημοκρατισμὸς τῆς Λιβύης ἄρχισε μὲ τὸ κυνήγι ἑνὸς καρκινοπαθοῦς, ὁ ὁποῖος παρανόμησε διότι δὲν πέθανε ὅσο γρήγορα ἀνέμενε τὸ δικαστήριο τῆς προτεσταντικῆς Δύσης.
   Σκεφθεῖτε το. Δὲν εἶναι ἁπλῶς μικρόψυχο, ἀπάνθρωπο. Εἶναι ὕβρις, ὅταν ὁ ἀνθρώπινος νόμος (ὁ προτεσταντικὸς νομικὸς «πολιτισμὸς» τῆς βάρβαρης Δύσης) θρασύτατα ἀναιρεῖ τὸν θεῖο νόμο καὶ ἐγκαλεῖ γιὰ κακοδικία τὴν φύσι καὶ τοὺς θεούς, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν χάρι δυὸ χρόνια ζωῆς σὲ ἕναν ἄνθρωπο.

Gadhafi's downfall revives bitter dispute over Lockerbie bomber
By Tim Lister, CNN

   Politicians on both sides of the Atlantic are demanding that Libya's new rulers extradite convicted Lockerbie bomber Abdel Basset al-Megrahi.
   Al-Megrahi was released from the jail on compassionate grounds in 2009 after serving eight years of a 27-year sentence for his involvement in the bombing of Pan Am Flight 103 in December 1988. All 259 passengers and crew aboard the plane, plus 11 people in the Scottish border town of Lockerbie, were killed.
   Al-Megrahi is suffering from prostate cancer and at the time of his release was given just three months to live. But two years later he is still alive and was last known to be living in Tripoli, now largely under rebel control. Recent images have shown him in a wheelchair.


   Γράφει ὁ Γιανναρᾶς γιὰ τὴν θεμελιώδη ἀντίθεσι Ἑλλάδος καὶ Δύσεως, τὴν θεμελιώδη ἀντίθεσι μεταξὺ τοῦ ἀθλήματος τῆς ἀσκήσεως στὴν κοινωνία τῶν προσώπων καὶ τοῦ νομικισμοῦ τῆς δικανικῆς ἠθικῆς (διαβάστε π.χ. τὰ σπουδαῖα βιβλία του «Ὀρθοδοξία καὶ Δύση» καὶ «Ἐλευθερία τοῦ Ἤθους» ὅσοι ἐνδιαφέρεστε γιὰ κάτι περισσότερο ἀπὸ τὶς ἐπιφυλλίδες), ἀλλὰ μερικοὶ κολλοῦν στὰ «μᾶς συμφέρει ἡ  συνεργασία μὲ τὴν ΕΕ, τὶς ΗΠΑ, τὸ Ἰσραὴλ (εἶπα ἐγὼ ὄχι; ), ἄρα (ἢ λέξις «ἄρα» χωρᾷ πολὺ νερὸ συνήθως) «ἀνήκομεν εἰς τὴν δύσιν». Ὤπα, ἐδῶ ἔνστασις:

   «Μελετᾶτε ὅλας τὰς ἐκδηλώσεις τῶν λαῶν, ἀλλὰ νὰ ἐνεργοῦν καὶ ὀλίγον τὰ ἐγκεφαλικά σας κύτταρα, πηγαίνετε εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ἀλλ᾿ ὄχι διὰ νὰ γίνετε δοῦλοι. Μένετε ἄνθρωποι ἐλεύθεροι. Μὴ τρέχετε εἰς τὴν Εὐρώπην διψῶντες δι᾿ Ἀφέντην.»
(Περικλῆς Γιαννόπουλος, «Ἡ σύγχρονος ζωγραφική», 1902)

* * *

   Ἡ κραυγαλέα ὑποκρισία τῆς πλανηταρχίας: Ἔχουν ρίξει ἐπάνω στὴν Λιβύη ὅλα τὰ ὅπλα τοῦ Πολέμου τῶν Ἄστρων, τοῦ Στὰρ Τρὲκ καὶ τοῦ Γκαλάκτικα μαζί. Καὶ βγαίνει ἡ καρακάξα καὶ σκούζει σὰν ἀπατημένη σύζυγος: Τρομερό! Ὁ Καντάφι εἶναι κακὸς ἄνθρωπος! Χρησιμοποιεῖ βόμβες διασπορᾶς! Τὶς προάλλες ἔλεγαν γιὰ ἀέριο μουστάρδας. Σαχλαμάρες, τίποτε τόσο εὐφάνταστο ὅσο τὰ «ὅπλα μαζικῆς καταστροφῆς» τοῦ Σαντάμ... Ἀναρωτιέμαι ὅμως μὲ τὶ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζῃ ὁ Καντάφι τοὺς ἐνόπλους συμμοριτοκατσαπλιάδες πραξικοπηματίες, συνεπικουρούμενους ἀπὸ ξένους εἰσβολεῖς καὶ τὴν Ἄλ Κάιντα, ποὺ ἐπιχειροῦν νὰ καταλάβουν τὴν χώρα, γιὰ νὰ μὴν τοῦ ποῦν ὅτι «σφάζει τὸν λαό του»· μὲ ροδοπέταλα; Συγγνώμη, ἀλλὰ δὲν μποροῦμε νὰ καταπιοῦμε ἀμάσητη μιὰ ἐκστρατεία τῆς φιλανθρώπου Δύσεως γιὰ τὴν ἐλευθερία τοῦ κόσμου. Ἔχουμε καὶ μιὰ κάποια εὐφυΐα καὶ αἰσθητική.

   Ἐδῶ ἕνα ἄρθρο -ἄκουσα γι᾿ αὐτὸ ἀπὸ τὴν πολὺ καλὴ ἐκπομπὴ τῆς φίλης Λαμπρινῆς Θωμᾶ στὸ ραδιόφωνο τοῦ 9.84, «Μεσημβρινοί και παράλληλοι», κάθε ἀπόγευμα στὶς 4), ὅπου (ὅπως καὶ σὲ ἄλλα ἄρθρα στὸν ἴδιο ἱστοχῶρο) μποροῦμε νὰ δοῦμε τὶ εἶναι στὴν πραγματκότητα ἡ «ἐξέγερση» στὴν Λιβύη. Σύγκρουσις ἐνόπλων φυλῶν, συμμοριῶν, στρατῶν, μαφιόζων... καὶ ὄχι ἐξέγερσις ἀμάχων πολιτῶν ἐναντίον δικτάτορος:
«Bombing Libya: 1986-2011», by Thomas C. Mountain
   Κι ἄλλη μιὰ ἀνάλυσις ἀπὸ τὸ γνωστὸ Stratfor (δυτικῶν συμφερόντων μέν, ἀλλὰ ποὺ μᾶλλον ἐπιβεβαιώνει τὰ παραπάνω):

   ...
   Προσέξατε ὅτι, ἐνῶ τόσα χρόνια μέχρι σήμερα ὁ Καντάφι στὶς φωτογραφίες ἐμφανιζόταν νέος, ἢ πάντως ἀκμαῖος, ρωμαλέος καὶ ρομαντικὸς θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ἐπαναστάτης, κάτι σὲ Τσὲ Γκεβάρα, τώρα πλέον παρουσιάζεται γηραλέος, ἐν ἀποσυνθέσει, ἐκφυλισμένος -αὐτὸ εἶναι τὸ κατάλληλο ἐπίθετο-, παράφρων Νέρων καὶ Ἡλιογάβαλος; Τί διάβολο, ἀκόμη καὶ τὸ ἐξώφυλλο τοῦ «Κ» τῆς «Καθημερινῆς» τὸ ἐπιβάλλει, τρόπόν τινα, ἡ Intelligence Service;
   Ἐπὶ πολλὰ χρόνια ὁ Καντάφι ἦταν γιὰ τὴν Δύσι τρομοκράτης, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπο ποὺ τρομοκράτης ἦταν καὶ ὁ Γιάσερ Ἀραφάτ. Ὁ τελευταῖος ἐπῆρε Νομπὲλ Εἰρήνης (ὅπως ἄλλωστε καὶ ὁ Κίσινγκερ καὶ ὁ Ὀμπάμα), ἀλλὰ καὶ ὁ Καντάφι πρὶν μερικὰ χρόνια, μετὰ μάλιστα τὶς ἀμερικανικὲς ἀεροπορικὲς ἐπιδρομές, σοβάρεψε, ἀπεκήρυξε τὸ τρομοκρατικὸ παρελθόν του, ἔγινε συνεργάσιμος, ἀξιόπιστος συνομιλητής -ἔστω ὄχι ἀξιόπιστος, πάντως συνομιλητὴς καὶ συνεργάτης- τῆς Δύσεως. Καὶ τώρα, ἔξαφνα, μέσα σὲ μιὰ μέρα ἔγινε τέρας, παράφρων δικτάτωρ, καὶ τὰ σαχλὰ δελτία εἰδήσεων κραυγάζουν ὅτι «δολοφονεῖ παιδιὰ στοὺς δρόμους». Ἡ δὲ Ἰντερπὸλ ἐκδίδει ἔνταλμα συλλήψεως. Δὲν ἀντιλέγω ὅτι ὁ Καντάφι εἶναι δικτάτωρ, καὶ μεγαλομανής, παρανοϊκὸς δικτάτωρ (κάτι ὄχι καὶ τόσο παράξενο· ἐδῶ παρανοϊκὸς εἶμαι ἐγὼ). Οὔτε περιφρονῶ τὸν πόθο τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων γιὰ ἐλευθερία. (Μελαγχολῶ, ὅμως, διότι, καὶ τὴν τυραννία τοῦ Καντάφι νὰ ἀνατρέψουν, θὰ πέσουν σὲ ἄλλη τυραννία, πιὸ ὕπουλη...) Ἀλλά, ὅ,τι εἶναι ὁ Καντάφι, εἶναι ἐδῶ καὶ σαράντα χρόνια. Γιατί ἐγὼ πρέπει νὰ φάω τὸ κουτόχορτο τῆς Intelligence Service ἀμάσητο, τώρα;

   Φυσικὰ ὁ Καντάφι εἶναι δικτάτωρ καὶ δὴ παλαβός. Ἀλλά, πρῶτον, ὑπάρχουν καὶ χειρότερα. Δεύτερον, ἐμᾶς τί μᾶς νοιάζει; Τρίτον, σὲ μιὰ σύγκρουσι ἐνόπλων παρατάξεων (καὶ συμμοριῶν καννιβάλων -ἐδῶ οἱ πραξικοπηματίες ἀναγκάζουν τοὺς κυβερνητικοὺς αἰχμαλώτους νὰ φάνε νεκρὰ σκυλιά), γιατί ρίχνουμε λάδι στὴν φωτιά, γιὰ νὰ εἰσπράξουμε τὰ ἀποκαΐδια; Σημειωτέον, ὅτι ὁ Καντάφι εἶχε κάνει τὴν Λιβύη Ἐλβετία τῆς Ἀφρικῆς καὶ ἔδινε δουλειὰ καὶ σὲ χιλιάδες ἄλλους Ἀφρικανούς. Σήμερα, μετὰ τὸ ἔνοπλο πραξικόπημα τῶν συμμοριῶν καὶ τὴν ΝΑΤΟϊκὴ ἐπέμβασι, οἱ καραβιὲς τῶν λαθραίων Ἀφρικανῶν μᾶς ἔρχονται πεσκέσι σ᾿ ἐμᾶς καὶ στὴν Ἰταλία... Τί κέρδος ἀποκομίσαμε! Τρέλα!

   Οἱ Ἰταλοὶ, βεβαίως, ἔχουν Μπερλουσκόνι:
Καὶ ἄστους νὰ σκούζουν (ἀπορεῖ κανεὶς γιατί τὸν ψηφίζουν οἱ Ἰταλοί; )
[Ἄντε, ρίχτε του ἀκόμη ἕνα πορνίδιο, μπὰς καὶ τὸν ρίξετε...]

   Ἀλλὰ δὲν πειράζει, ὑπάρχει λύσις. Ἐλάτε ἐδῶ παιδιά! Ὅλοι οἱ καλοὶ χωράνε:

«Αντί να διώκονται, διαμαρτύρονται!», του Ανδρέα Ανδριανόπουλου:

   «Παράνομοι μετανάστες κάνουν απεργία πείνας και μερικές εκατοντάδες κάνουν πορεία διαμαρτυρίας στην Αθήνα. Μέσα στα τόσα παράδοξα που συμβαίνουν στη χώρα αυτή το είδαμε κι αυτό. Άτομα που παραβιάζουν αυταπόδεικτα τον νόμο να απαιτούν δικαιώματα που η έννομη τάξη της χώρας τούς αρνείται.
   »Κάποιοι φαίνεται να ξεχνούν πως όσοι παράνομα και δίχως χαρτιά εισέρχονται στην χώρα παραβιάζουν νόμους της χώρας. Σαν συνέπεια είναι υπόλογοι στη δικαιοσύνη κι οφείλουν να αντιμετωπίσουν τις κυρώσεις που προβλέπει η νομοθεσία. Αντί λοιπόν να διώκονται για τις παράνομες πράξεις που έχουν πραγματοποιήσει, κινητοποιούνται διαμαρτυρόμενοι διότι δεν έχουν ακόμη νομιμοποιηθεί!
   »Κάποιοι άλλοι μάλιστα ζητούν και πολιτικό άσυλο. Σαν διωκόμενοι στις χώρες τους, που όμως δεν μπορούν να αποδείξουν ούτε ποιες είναι. Πολύ περισσότερο να θεμελιώσουν τον ισχυρισμό πως διώκονται εκεί για τις πεποιθήσεις τους. Η ύπαρξη συγκρούσεων σε μια χώρα δεν αποτελεί απόδειξη πως κάποιοι από τους κατοίκους της χώρας αυτής διώκονται πολιτικά. Τέτοια κωμικά φαινόμενα μόνο σε μια χώρα σαν την σημερινή Ελλάδα θα μπορούσαν να σταθούν.»

   (Δὲν χρειάζεται νὰ εἶναι «ἐχθροπαθὴς» (TM Καστανίδης) «ἀκροδεξιὸς» κανεὶς γιὰ νὰ πῇ τὸ αὐτονόητο. Ἀρκεῖ νὰ εἶναι στοιχειωδῶς λογικός, φιλελεύθερος, ὑπεύθυνος Ἕλλην πολίτης.)

   Βεβαίως, ἐντάξει, ἡ κυβέρνησίς μας δείχνει ἀλλοῦ τσαμπουκά. Ἐνάντια στὴν κοινωνία τῆς Κερατέας ποὺ ἀγωνίζονται γιὰ τὴν κοινότητά τους, ἢ ἐνάντια στοὺς ἀρχαιοφίλους ποὺ ἀγωνίζονται γιὰ νὰ μὴν καταχωθῇ ὁ Βωμὸς τῶν Δώδεκα Θεῶν...

   Ἀλήθεια, γιατί τὸ ΝΑΤΟ δὲν ἐπεμβαίνει στὴν Ἑλλάδα, τῆς ὁποίας ἡ κυβέρνησις ἐδῶ καὶ μῆνες πολιορκεῖ καὶ βομβαρδίζει μιὰ ὁλόκληρη κοινωνία, τὴν Κερατέα, ποὺ οἱ καμπάνες χτυποῦν συναγερμὸ κάθε τόσο, καὶ ὅλοι, μεγάλοι, γέροι καὶ παιδιά, καθηγητὲς καὶ ἀγρότες, δεξιοὶ καὶ ἀριστεροὶ καὶ ἀναρχικοὶ καὶ ἐθνικιστές καὶ κομμουνιστὲς καὶ φιλελεύθεροι, πραγματικὰ μιὰ ἑλληνικὴ κοινότητα ὁλόκληρη, χωρὶς τεχνητοὺς διαχωρισμούς, βγαίνουν στοὺς δρόμους καὶ ἀγωνίζονται;

   Γιὰ νὰ πῶ τὴν ἀλήθεια, δὲν ξέρω ἂν καὶ πόσο ἔχουν δίκιο. (Κρίνω, δεδομένου τοῦ κράτους ποὺ ἔχουμε καὶ τῶν διαπλεκομένων ἐργολάβων. ) Ἀλλὰ πρώτη φορὰ βλέπω μιὰ κοινότητα μὲ τέτοια συνοχή, συμμετοχὴ στὰ κοινά. Ἡ αὐτοδιοικούμενη ἑλληνικὴ κοινότητα, γιὰ τὴν ὁποία διαβάζαμε ἀπὸ τὸν Δραγούμη μέχρι τὸν Ζουράρι, νὰ καλῇ ὁ κήρυκας στὴν ἐκκλησία τοῦ Δήμου, νὰ χτυποῦν οἱ καμπάνες τῆς ἐκκλησίας τοῦ χωριοῦ (μόνο ἀπὸ τὰ βιβλία ἐγνώριζα αὐτὴν τὴν εἰκόνα) καὶ ὅλοι μαζὶ στοὺς δρόμους γιὰ τὴν κοινὴ ὑπόθεσι, αὐτὸ μόνο του εἶναι κάτι ἐλπιδοφόρο). Καὶ ὅπως εἶχε πεῖ ὁ μεγάλος Ἴων Δραγούμης: Κάτω τὸ κράτος, ζήτω τὸ ἔθνος. Αὐτὸ τὸ κράτος, τὸ κράτος τῆς παρακμῆς ποὺ κατατρώει τὸν ἑλληνισμὸ ἐδῶ καὶ δεκαετίες (γιὰ νὰ μὴν πῶ δύο αἰῶνες) πρέπει νὰ ταπεινωθῇ καὶ νὰ ἡττηθῇ.

Σάββατο 13 Αυγούστου 2011

13 Αὐγούστου τοῦ 490 π.Χ.

Ἑλλήνων προμαχοῦντες Ἀθηναῖοι Μαραθῶνι
χρυσοφόρων Μήδων ἐστόρεσαν δύναμιν.

13 Αὐγούστου τοῦ 490 π.Χ., Μαραθών [1]. Ἡ νεαρὴ -μόλις περὶ τὸ 508 π.Χ. εἶχε γίνει ἡ δημοκρατικὴ μεταρρύθμισις τοῦ Κλεισθένους- καὶ πανάρχαια -κρατοῦσε ἀπὸ τότε ποὺ ἡ ἴδια ἡ γῆ ἐγέννησε τὸν Κέκροπα καὶ τὸν Ἐριχθόνιο· στὸν δὲ ἱερὸ βράχο ἔθαλλε πάντοτε τῆς Παλλάδος ἡ ἐλαία καὶ ὁρατὰ ἦταν τὰ σημάδια τῆς τρίαινας τοῦ Ποσειδῶνος- Ἀθήνα, μὲ τὴν τὴν ἁγνὴ ὁρμὴ τοῦ νέου πολιτεύματος ἀλλὰ καὶ τὴν ἀρχοντιὰ τῆς ἀριστοκρατικῆς κληρονομιᾶς, ἐστάθη, μαζὶ μὲ τὶς συμμάχους Πλαταιές, πρόμαχος τῶν Ἑλλήνων στὴν κοσμοϊστορική, ὅπως θὰ ἀπεδείκνυαν οἱ ἑπόμενοι αἰῶνες, σύγκρουσι τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀσίας.

Εἶχε προηγηθῇ ἡ πεφωτισμένη τυραννίδα τοῦ Πεισιστράτου, ὁ ὁποῖος πρῶτος στὰ ἱστορικὰ χρόνια ἐστήριξε τοὺς ἁπλοὺς πολίτες καὶ ἐδυνάμωσε μὲ ἔργα σημαντικὰ τὴν πόλιν. Ἀκολούθησαν ταραχές, ἀλλὰ ἡ πόλις μποροῦσε ἀκόμη νὰ καθαίρεται ἀπὸ τὰ κυλώνεια ἅγη. Ὁ Δράκων μὲ σκληρότητα καὶ ὁ Σόλων μὲ σοφία ἐπανέφεραν τὴν εὐνομία καὶ τὴν πρόοδο. Καὶ ἡ μεταρρύθμισις τοῦ Κλεισθένους ἔδωσε τὴν πρωτοκαθεδρία στὸν δῆμο.

Τέλος τῶν ἀρχαϊκῶν χρόνων. Μεταξὺ τῆς ἀρχαίας βασιλείας καὶ ἀριστοκρατίας καὶ τῆς δημοκρατίας. Μὲ τὰ καλύτερα ἴσως στοιχεῖα καὶ τῶν δύο πολιτευμάτων. Στιγμὴ μεταβατικὴ καὶ στιγμὴ κορυφώσεως. Μὲ ζωντανὴ τὴν πανάρχαια, ἱερὴ κληρονομιά, τὴν ἀρχοντιὰ καὶ τὴν ἀριστο-κρατία, τὸν ρομαντισμὸ -ἂν ἐπιτρέπεται ὁ ὅρος- τοῦ παρελθόντος -ποτὲ δὲν διέσπασαν πλήρως οἱ Ἀθηναῖοι τὴν συνέχεια καὶ δὲν ἀπεμπόλησαν τὴν κληρονομιά τους-, ἀλλὰ καὶ τὸν δῆμο, δῆμο πολιτῶν, στὸ προσκήνιο· πρὶν τὴν ριζοσπαστικὴ δημοκρατὶα καὶ τὴν δημαγωγία καὶ τὴν ἀλαζονία ποὺ στὸ τέλος τοῦ αἰῶνος θὰ ἔφερνε τὴν πτῶσι. Μὲ τὸν στρατηγὸ Μιλτιάδη ἐκλεκτὸ τοῦ δήμου -κατ᾿ ἀξίαν- στὴν ἡγεσία, ἀλλὰ τὸν ἄρχοντα πολέμαρχο Καλλίμαχο ἐπὶ κεφαλῆς. Μὲ τὸ σολώνειον μέτρον καὶ τὴν σοφία νὰ κρατᾷ τὴν ἰσορροπία καὶ νὰ συνέχῃ τὴν πόλιν.

Τύμβος Μαραθωνομάχων
Ἴσως γιὰ αὐτὸ ὁ γράφων συγκινεῖται ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὴν κοσμοϊστορικὴ ἐκείνη στιγμή, δυόμιση χιλιάδες χρόνια ἀκριβῶς πρὶν ἀπὸ σήμερα [1], ὅπου ἡ κλαγγὴ τῶν ἀσπίδων τῆς ἐφορμούσης φάλαγγος τῶν ὁπλιτῶν ξυπνοῦσε τοὺς θεοὺς καὶ συνετάραζε τοῦς αἰῶνες. Καὶ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἥρωες τοῦ Μαραθῶνος, τὸν δαιμόνιο στρατηγικὸ νοῦ Μιλτιάδη, τὸν Κυναίγειρο ποὺ μὲ θεία μανία ἐδίωκε καὶ ἐξόντωνε τοὺς εἰσβολεῖς ὣς καὶ τὸ καράβι τους μὲ χέρια καὶ δόντια ἁρπάζοντας, τὸν ἀδελφό του Αἰσχύλο, ὁ ὁποῖος τὸ μαραθώνιον ἄλσος μόνον ἐπέλεξε νὰ ἀναφέρῃ στὸ ταφικό του μνῆμα [2], τὸν μυθικὸ ὁπλίτη-ἀγρότη Ἐχετλαῖο, τὸν φτεροπόδαρο ἡμεροδρόμο Φειδιππίδη καὶ τὸν θρυλικὸ μαραθωνοδρόμο ὁπλίτη ποὺ ἐξέπνευσε μὲ τὸ «νενικήκαμεν» στα χείλη, ὁ γράφων εἶχε πάντοτε προσωπικὴ συμπάθεια στὸν πολέμαρχο Καλλίμαχο.

Τρόπαιον Καλλιμάχου
Τί συνετέλεσε στὴν προτίμησι αὐτήν; Τὸ ὡραῖο καὶ ταιριαστὸ ὄνομα τοῦ ἄρχοντος πολεμάρχου, κατ᾿ ἀρχάς; Ἡ ἐνσάρκωσις στὸ πρόσωπό του τοῦ παλαιοῦ, ὁμηρικοῦ θὰ λέγαμε, ἄρχοντος-ἥρωος; Καὶ περισσότερο ἀκόμη ὅτι στοιχεῖον ἀρχοντιᾶς τοῦ πολεμάρχου, πραγματικῆς εὐγενείας, κατεδείχθη ὄχι ἡ ἐπιβολὴ τῆς ἐξουσίας καὶ ὁ ἐγωισμός (βλέπετε τὴν σοφὴ ἀποδοχὴ καὶ ἐπιδοκιμασία ἀπὸ τὸν πολέμαρχο τῆς στρατηγίας τοῦ Μιλτιάδου), ἀλλὰ ἡ συμμετοχή του στὴν μάχη ὡς ὁπλίτης πρῶτος μεταξὺ ἴσων ὁπλιτῶν καὶ ἡ θυσία; Ὅλα αὐτά.

Τιμή, λοιπόν, στὸν Μιλτιάδη, στὸν Κυναίγειρο, στὸν Αἰσχύλο καὶ στὸν πολέμαρχο Καλλίμαχο. Τιμὴ στὸν Φειδιππίδη καὶ στὸν Εὐκλῆ καὶ στὸν Ἐχετλαῖο. Τιμὴ στὸν Ἀθηναῖο ὁπλίτη-πολίτη. Τιμὴ στοὺς ἥρωες καὶ στοὺς θεοὺς ποὺ ἐμψύχωσαν καὶ πολέμησαν στοὺς ἀνθρώπους δίπλα στὸ μαραθώνιον ἄλσος· στὸν Θησέα καὶ στὸν Ἡρακλῆ, στὸν Πᾶνα καὶ στὸν τρομερὸ Ἄρη, στὴν Ἀθηνᾶ Παλλάδα ποὺ τὸ δόρυ μὲ τὴν σκέψι κυβερνοῦσε. Τιμὴ στὴν μητέρα Γαῖα ποὺ ἐγέννησε καὶ ἔπλασε καὶ θεούς, καὶ ἥρωες καὶ προγόνους.

Οὐ καταισχυνῶ ὅπλα τὰ ἱερά. Ἵστορες οἱ θεοὶ Ἄγλαυρος, Ἑστία, Ἐνυώ, Ἐνυάλιος Ἄρης καὶ Ἀθηνᾶ Ἀρεία, Ζεύς, Θαλλώ, Αὐξώ, Ἡγεμόνη, Ἡρακλῆς, ὅροι τῆς πατρίδος πυροί, κριθαί, ἄμπελοι, ἐλάαι, συκαῖ.

* * *

13 Αὐγούστου 1999 μ.Χ., ΚΕΥΠ Λαμίας. Ὀνομάζονται οἱ νέοι Δόκιμοι Ἔφεδροι Ἀξιωματικοί. Στοὺς τέσσερις μῆνες τῆς ἀπαιτητικῆς ἐκπαιδεύσεως ποὺ εἶχαν προηγηθεῖ, ὁ νεαρὸς ΥΕΑ εἶχε προσέξει γιὰ πρώτη φορὰ τὴν ἡμερομηνία «13 Αὐγούστου 490 π.Χ.», μεταξὺ ἄλλων ἱστορικῶν καὶ στρατιωτικῶν πληροφοριῶν, στὸ ἐγχειρίδιο ποὺ ἔπρεπε νὰ ἀποστηθίσουν οἱ ἐκπαιδευόμενοι. Ὅταν ὡς ἡμερομηνία τῆς ὀνομασίας ὁρίστηκε ἡ 13η Αὐγούστου, δὲν τοῦ διέφυγε ἡ σὐμπτωσις. Τὴν ἡμέρα ἐκείνη, μαζὶ μὲ τὴν ἀρμόζουσα ὑπερηφάνεια καὶ συγκίνησι τῆς περιστάσεως, ἔνιωθε βαθιὰ μέσα του καὶ κάτι περίεργο, κάτι ποὺ δὲν τολμοῦσε καλὰ-καλὰ νὰ τὸ ὁμολογήσῃ στὸν ἑαυτό του. Ἔνιωθε σὰν νὰ ἐλάμβανε τὰ ὅπλα καὶ τὸ Χρέος ἀπὸ ἐκείνους. Τὸν ἐβάραινε ἡ τιμή, διότι ἤξερε ὅτι δὲν εἶναι ἄξιός τους. Ἀλλὰ καὶ τὸν ἐφλόγιζε ἡ θέλησις νὰ κάνῃ ὅ,τι μπορεῖ γιὰ νὰ μὴν τοὺς ντροπιάσῃ. Ἴσως ποτὲ δὲν ἔκανε ἀρκετά. Ἀλλὰ δὲν ἔχασε ποτὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι ἡ ἀλυσίδα, τῆς ὁποίας ὁ ἴδιος δὲν ὑπῆρξε παρὰ ἕνας ἀσήμαντος κρίκος, θὰ συνεχισθῇ.

* * *

Σημειώσεις:
[1] Ἡ 13η Αὐγούστου 490 π.Χ. θεωρεῖται ἡ πιθανότερη ἡμερομηνία διεξαγωγῆς τῆς μάχης, ἀλλὰ φυσικὰ μόνον ὑποθέσεις εἶναι δυνατές. (Βλ. σχετικῶς Χ. Βάρβογλης, «Πότε ἀκριβῶς ἔτρεξε ὁ Φειδιππίδης;», «Τὸ Βῆμα», 29-8-2004, καθὼς καὶ «Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους» τῆς Ἐκδοτικῆς Ἀθηνῶν.) Δεύτερη πιθανὴ ἡμερομηνία γιὰ τὴν μάχη εἶναι ἡ 12η Σεπτεμβρίου. Ἡ ἐπέτειος τῶν 2.500 χρόνων ἑορτάστηκε μὲ ἐπισημότητα πέρισυ, χάριν τοῦ εὐκολομνημόνευτου τῶν ἀριθμῶν 490-2010, ἀλλὰ βεβαίως τὰ 2.500 χρόνια συμπληρώνονται ἐφέτος, ἀφοῦ τὸ ἡμερολόγιό μας δὲν περιλαμβάνει ἔτος μηδέν. Οἱ ἀριθμοὶ αὐτοί, ὅμως, εἴτε ἔτσι εἴτε ἀλλιῶς, σημασία ἔχουν ὡς κεντρίσματα γιὰ νὰ νιώσουμε τὴν οὐσία.

[2] Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεύθει / μνῆμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας· / ἀλκὴν δ᾿ εὐδόκιμον Μαραθώνιον ἄλσος ἂν εἴποι / καὶ βαθυχαιτήεις Μῆδος ἐπιστάμενος.
Ὁ Ρένος Ἀποστολίδης ἀπαγγέλει καὶ σχολιάζει τὸ «Νέοι τῆς Σιδῶνος 400 μ.Χ.» τοῦ Κ.Π. Καβάφη.

Σάββατο 30 Ιουλίου 2011

Ἕνας κανονικὸς ἄνθρωπος

(Γράφει ὁ Ἀνδρέας Φαρμάκις)

Ένας κανονικός άνθρωπος είναι που τα πήρε
στο κρανίο.
Έψαξε στην παράδοση της δύσης -
να βρη μια στιγμή
ελευθερίας -
και βρήκε αυτό. Τον πόλεμο
και τον ιππότη.
Αυτό έχουνε. Αυτή είναι η ευρώπη.

Οι άλλοι το ξέρουνε - ξέρουνε ότι δεν θα είναι
ένας - αλλά πολλοί -
ότι το φυσιολογικό ξέσπασμα -
που ακολουθεί - η φυσική και φυσιολογική
αντίδραση - στην νεοταξική
τραπεζο-οικονομικοτοκογλυφική -
κυριαρχία -
δεν θα είναι ένας περίπατος
στον κήπο -
αλλά θα είναι μια ατομική
και κοινωνική εξέγερση τερατωδώς βίαιη -
και εκρηκτική -
και θα πέση στα κεφάλια τους ξαφνικά -
σαν βόμβα μεγατόνων -
και ποτάμια αίματος -

γι' αυτό έχουνε επιδοθεί σε μία ξέφρενη
προπαγάνδα -
πανευρωπαϊκού μεγέθους -
να συσκοτίσουνε τα κίνητρα και
το πρόσωπο
του δράστη - να τον εμφανίσουνε
σαν ακροδεξιό.

* * *

Ὁ Ἄντερς Μπέριγκ Μπρέιβικ ποζάροντας σὲ φωτογραφία τὴν ὁποία διοχέτευσε ἕξι ὧρες πρὶν τὶς ἐπιθέσεις. Στὴν ἐπιγραφὴ στὸν ἀριστερὸ ὦμο του διαβάζουμε: «Marxist Hunter - Norway - Multiculti traitor hunting permit».

* * *

Στις αμερικάνικες ταινίες -
σαν αυτές για το Περλ Χάρμπορ -
όταν βομβαρδίζουνε οι γιαπωνέζοι -
είμαστε στο έδαφος - βλέπουμε από
κοντά τα πρόσωπα των ανθρώπων -
το αίμα και την καταστροφή.
Αντίθετα - όταν αργότερα
βομβαρδίζουνε οι αμερικάνοι -
μένουμε ψηλά -
με τους γενναίους πιλότους -
και οι βόμβες σκάνε στο έδαφος -
χωρίς ήχο -
αργά -
δημιουργώντας μικρά σύννεφα
καπνού -
και ούτε αίμα ή σκοτωμένοι.

Είναι άρρωστος γράφεις - και το
πιστεύουμε όλοι.
Είμαστε στο έδαφος - με τα θύματα.

Οι νορβηγοί πιλότοι που
βομβαρδίζουνε την Λιβύη - αυτοί
θα τον δικάσουνε.
Τώρα είμαστε πάλι ψηλά -
με τους πιλότους.

* * *

Η επιστήμη τραβάει τα - αραιά μαλλιά της.

Τρελλός δεν είναι.
Δεν πάσχει από καμμία από τις γνωστές ψυχικές παθήσεις -
πίσω από τις οποίες δηλαδή οι ψυχίατροι κρύβουνε
συνήθως τις ασθένειες των
ανθρωποφάγων κοινωνιών μας.
Δεν είναι μανιακός -
σχιζοφρενής μανιοκαταθλιπτικός διπολικός τριπολικός -
δεν είναι καν δαιμονισμένος -
δεν έχει πάθη -
ίσως το μόνο που μπορούνε να του καταλογίσουνε είναι ότι
δεν είναι ομοφυλόφιλος ...
Στοργικός γιος καλός αδελφός επιτυχημένος επαγγελματίας...

Τί έχει;
Τί είναι;

Η επιστήμη τους - σηκώνει τα χέρια ψηλά.

Είναι ακροδεξιός.
Προσπαθούνε να τον κατατάξουνε πολιτικά - γράφουνε ότι
ζει σε έναν φανταστικό κόσμο -
ότι τον οδηγεί η άκρα δεξιά, ο ναζισμός, ο φασισμός.
Αηδίες - σκέτη προπαγάνδα.
Το πρότυπο του Άντερς είναι ο Μαξ Μάνους -
ο μόνος αντιστασιακός -
στην χώρα του αυθεντικού Κουίσλιγκ.

* * *

Θα μέ τρελλάνετε ωρέ παίδες.
Ένας άνθρωπος Νορβηγός μοσχοαναθρεμμένος -
σε καλά σχολεία με καλές σπουδές -
στοργικός γιος - φρόντιζε την άρρωστη μητέρα
του - καλός αδελφός γείτονας επιχειρηματίας -
έξυπνος και εμφανίσιμος -

και τα λέγω αυτά για να πω ότι όπως
πανθομολογείται -
ένας άνθρωπος υπόδειγμα συγχρονου
ευρωπαίου -

μόνος - συλλαμβάνει ένα τρελλό σχέδιο -
ανοίγει μόνος μια εταιρεία πράσινης γεωργικής
ανάπτυξης -
παραγγέλει μόνος τόνους λιπασμάτων -
μόνος εξ αυτών παρασκευάζει 500 κιλά
εκρηκτικής ύλης -
μόνος τινάζει τα υπουργεία στον αέρα -
και μόνος - για
ώρες σκοτώνει 90 ανθρώπους -

ενώ ταυτογχρόνως δημοσιεύει ένα σύγχρονο
μάϊν κάμφ -
και σποτάκια διαφημιστικά στο γιου τουμπ.

Βαζει έτσι μπροστά μια νέα
πανευρωπαϊκή μηχανή
αστυνόμευσης και ελέγχου .

Τρελλός ε;

* * *


Τί είναι ο ισραηλινός αεροπόρος που καίει
μαθητές με βόμβες φωσφόρου;
Ούτε τρελλός ούτε ο ίδιος νοιώθει -
τρελλός -
και δεν έχει κανένα βάρος που να μην
μπορεί να το σηκώση
ένας μπάφος.
Τί είναι οι αμερικανοί που για πλάκα -
με μια υποψία -
τινάζουνε στον αέρα κατά
προτίμηση γάμους - την νύφη τον
γαμπρό τους γονείς τους
τον κουμπάρο και
300 καλεσμένους με τα παιδιά τους;

Αυτό είναι.

Ένας υγιέστατος κανονικός ευρωπαίος -
που δεν έκανε τίποτα χειρότερο
από αυτό που κάνει
η χώρα του
στο Αφγανιστάν και την Λιβύη.
Του αρέσει και ο Μότσαρτ.

* * *

Να πω μόνο τό εξής.
Υπάρχει τουλάχιστον στον ξένο τύπο η έκφραση
ενός πανικού. Καθώς αναζητούνε τις αιτίες
που τον οδήγησαν σε αυτό το απερίγραπτο έγκλημα
διαπιστώνουνε - κυριολεκτικά με τρόμο
ότι ο άνθρωπος αυτός -
είναι κυριολεκτικά ένα χρυσό αγόρι - που στο
πρόσωπό του συναντά κανείς όλες τις
ανθρώπινες αξίες του σύγχρονου
ευρωπαϊκού πολιτισμού. Ένα γκόλντεν μπόϋ -
γράφουνε οι εφημερίδες - που οι
συμμαθητές και φίλοι του είναι πυρηνικοί
φυσικοί και νευροχειρουργοί εγκεφάλων.
Είναι δικός τους - βγαλμένος από τα
σπλάγχνα τους - παιδί της
νεωτερικότητας - με καλές σπουδές -
έξυπνος - επιτυχημένος επιχειρηματίας -
εύπορος - πολυταξιδεμένος.
Αυτό τους προκαλεί μεγάλο πανικό. Και
τους προκαλεί πανικό γιατί όλα τα
συστήματα ελέγχου των σύγχρονων
ευρωπαϊκών εξουσιών - οι νόμοι
τα δικαστήρια η αστυνομία τα εξουσιαστικά
ιδεολογήματα - είναι
προσανατολισμένα προς τους
κουκουλοφόρους τους ανέργους τους
αντιεξουσιαστές τους συνεπείς αριστερούς
τους αγανακτισμένους τους απεργούς -
και καθόλου προς τους ανθρώπους
σαν τον Άντερς. Ο κόσμος από τον
οποίο προέρχεται είναι ο κόσμος της
εξουσίας - ο κόσμος αυτών που ασκούνε
τον έλεγχο - όχι
ο σκοτεινός κόσμος εκείνων που τον
υφίστανται.

Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

Ὁ θησαυρός τοῦ φτωχοῦ ραββίνου τῆς Κρακοβίας, ἤ ὁ Ἀξελὸς καὶ ὁ Χάιντεγκερ στὴν μυθικὴ Σελεφαΐδα

   Διάβασα στὸν Δύτη τῶν Νιπτήρων γιὰ τὶς ἐνδιαφέρουσες παραλλαγές, στὶς «Χίλιες καὶ μιὰ Νύχτες» καὶ στὸν Τζελαλεντὶν Ρουμί, τῆς ἱστορίας τοῦ θησαυροῦ τοῦ φτωχοῦ ραββίνου τῆς Κρακοβίας. Ἀγγίζει τὴν ψυχή μας ἡ ἱστορία καὶ συναρπαστικὲς εἶναι οἱ παραλλαγές της (ὅπως καὶ τὸ παιχνίδι τῆς μοίρας, ἄλλωστε). Ὅμως, τὸ νόημα τῆς ἱστορίας, στὴν συγκεκριμένη παραλλαγὴ τουλάχιστον [1], δὲν εἶναι, ὅπως ἀπὸ τινὲς ἐκ τῶν σχολιαστῶν ἐγράφη, τὸ εἰρωνικὸ παιχνίδι τῆς μοίρας, ἡ ὁποία παραπλανᾷ καὶ διαψεύδει τὸν κυνηγὸ τοῦ θησαυροῦ· δὲν εἶναι ἡ ἀναπόδραστη μοῖρα τοῦ Οἰδίποδος. Τὸ νόημα τῆς ἱστορίας, τὸ ἀρχέτυπο τοῦ μύθου, εἶναι ἡ Ἰθάκη.

   Ἀλλὰ ἂς ἀφήσουμε τὸν ἀξέχαστο φιλόσοφο Χρῆστο Μαλεβίτση [2], ἐξ ἀφορμῆς τινος τῆς (τότε, ἀλλὰ καὶ σημερινῆς) ἐπικαιρότητος ὁρμώμενον, νὰ μᾶς ξαναδιηγηθῇ τὸ παραμύθι (καὶ νὰ μᾶς δείξῃ παρεμπιπτόντως τὶ σημαίνει σφάξιμο μὲ τὸ βαμβάκι), καὶ ἂς ἐπανέλθουμε στὶς σκέψεις μας μετά.

* * *

Ὁ θησαυρός

Τοῦ Χρήστου Μαλεβίτση

   Ὁ διανοητὴς Κώστας Ἀξελὸς τιμάει τὴν πατρίδα του στὸ ἐξωτερικό, ὅπου διαπρέπει. Τὴν περασμένη Δευτέρα μίλησε πρὸς τὸ εὐρὺ ἑλληνικὸ κοινὸ διὰ τῆς τηλεοράσεως. Αὐτὰ ποὺ εἶπε ἴσως ταίριαζαν νὰ ἔχουν ὡς τίτλο αὐτὸν ποὺ ἔθεσε ὁ Μαρτῖνος Χάιντεγκερ σὲ ὁμιλία του στὰ 1964, δηλαδή: «Τὸ τέλος τῆς φιλοσοφίας καὶ ἡ ἀποστολὴ τῆς σκέψης». Ὁ κ. Ἀξελὸς εἶπε πὼς ἐμεῖς ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα δὲν σκεφτόμαστε, δὲν ἔχουμε Σκέψη. Καὶ ἄφησε νὰ νοηθεῖ πὼς ὁ ἴδιος διαθέτει σκέψη, μὲ τὴ διατριβή του στὴν Ἑσπερία.

   Καὶ ὁ Χάιντεγκερ, ὅπως εἴδαμε, μιλάει γιὰ «σκέψη», ἀλλὰ λίγο διαφορετικά. Ὅταν τὸν καλέσανε νὰ μιλήσει στὴ γενέτειρά του, τὸ Messkirch τῆς Σουαβίας, εἶπε στοὺς συμπατριῶτες του πὼς «σὲ ὅλους μας συμβαίνει συχνὰ νὰ εἴμαστε φτωχοὶ ἀπὸ σκέψη (gedanken-arm), ὅλοι μας (wir alle) χάνουμε εὔκολα τὴ σκέψη μας». Γι᾿ αὐτὸ ὁ Χάιντεγκερ ἀναζήτησε τὴ λαϊκὴ ζεστασιὰ τοῦ τόπου του, χωρὶς ποτὲ νὰ ὑπάρξει λαϊκὸς ἀγωνιστής. Ἐπειδὴ γι᾿ αὐτὸν ἡ σκέψη ἔχει ἐντοπιότητα.

   Ἡ Σουαβία μὲ ὁδηγεῖ συνειρμικὰ στὴν Κρακοβία. Ἐκεῖ, μᾶς λέγει ὁ Μαρτῖνος Μποῦμπερ, κάποτε ζοῦσε ἕνας φτωχὸς καὶ εὐσεβὴς ραββῖνος, ὁ Ἄϊζικ. Ὁ ὁποῖος ὀνειρεύτηκε πὼς μακριὰ στὴν Πράγα, κάτω ἀπὸ τὴ γέφυρα ποὺ ἔβγαζε στὸ βασιλικὸ παλάτι, ὑπῆρχε κρυμμένος ἕνας θησαυρός. Καὶ πὼς ἔπρεπε νὰ πάει νὰ τὸν βρεῖ. Δὲν ἔδωσε σημασία στὸ ὄνειρὀ του. Ὅμως τὸ εἶδε καὶ τὶς ἑπόμενες δύο βραδυές. Ὁπότε ἀποφάσισε νὰ πάει νὰ τὸν βρεῖ. Ὅταν ὕστερα ἀπὸ κοπιαστικὸ ὁδοιπορία ἔφτασε μπροστὰ στὴ γέφυρα, βλέπει μὲ ἀπογοήτευση τούτη νὰ φρουρεῖται νύχτα μέρα, ἀπὸ τή βασιλικὴ φρουρά. Καὶ ἄρχισε νὰ περιτριγυρίζει τὸν τόπο, ἀναμένοντας νὰ ἐκμεταλλευτεῖ καμμιὰ εὐκαιρία ἀπουσίας τοῦ σκοποῦ. Ὥσπου ἔπεσε στὴν ἀντίληψη τοῦ ἀξιωματικοῦ τῆς φρουρᾶς. Τοῦτος ὁ τελευταῖος τὸν καλεῖ καὶ τὸν ρωτάει, ἂν ἔχασε τίποτα. Ὁ ἁπλοϊκὸς ραββῖνος διηγεῖται στὸν ἀξιωματικὸ τὸ ὄνειρό του.

   «Ἀλήθεια, φτωχέ μου ἄνθρωπε» τοῦ ἀπαντάει ὁ ἀξιωματικὸς γελώντας, «χάλασες τὰ παπούτσια σου κάνοντας τόσο δρόμο γιὰ ἕνα ὄνειρο! Ποιός λογικὸς ἄνθρωπος θὰ πίστευε σὲ ἕνα ὄνειρο; Καὶ ἐγὼ -συνεχίζει ὁ ἀξιωματικὸς- εἶδα ἕνα ὄνειρο, ἀλλὰ δὲν τοῦ ἔδωσα σημασία. Μοῦ εἶπε νὰ πάω στὴν Κρακοβία καὶ νὰ ψάξω γιὰ ἕνα θησαυρὸ στὸ σπίτι τοῦ ραββίνου Ἄϊζικ, ποὺ εἶναι κρυμμένος σὲ μιὰ σκονισμένη γωνιά, πίσω ἀπὸ τὴ θερμάστρα.» Ὁ ραββῖνος παραξενεύτηκε πολύ, ἀλλὰ δὲν εἶπε τίποτε. Χαιρέτισε τὸν ἀξιωματικὸ καὶ ἔσπευσε πρὸς τὸ σπίτι του, ὅπου πραγματικὰ βρῆκε τὸν θησαυρὸ καὶ ἔγινε πλούσιος.

   Ὁ μύθος δηλοῖ πολλά. Πὼς ὁ πλοῦτος βρίσκεται στὸν τόπο σου. Μόνο ποὺ γιὰ νὰ τὸν μάθεις πρέπει νὰ ταξιδέψεις μακριά, θὰ πᾶς νὰ τὸν ἀναζητήσεις ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει. Καὶ θὰ διακινδυνεύσεις. Ὅμως ὁ ἴδιος ὁ κίνδυνος θὰ σὲ πληροφορήσει ποῦ ἀκριβῶς βρίσκεται ὁ θησαυρός σου. Βεβαίως, ἀκολουθεῖς τὴν ἐσωτερικὴ φωνὴ ἑνὸς ὀνείρου σου, ἡ ὁποία εἶναι ἐπιτακτική, ἀλλὰ καὶ παραπλανητική. Ποὺ στὴ φτώχεια σου θὰ σοῦ προσθέσει καὶ τὴν ξενητειά. Ἀλλὰ μέσα στὰ λόγια ἄλλων ἀνθρώπων, ποὺ οἱ ἴδιοι δὲν κατανοοῦν τὴ σημασία τους ἐσύ θὰ ἀναγνωρίσεις περὶ τίνος πρόκειται. Πρόκειται γιὰ τὴ θερμάστρα τοῦ σπιτιοῦ σου, τὸ θερμουργὸ κέντρο τῆς ὑπάρξεώς σου. Σὲ αὐτὸ τὸν τόπο εἶναι θαμμένος ὁ θησαυρός σου. Ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε πάντοτε ἐκεῖ. Δηλαδή, ἡ φτώχεια ἡ πνευματικὴ ὀφείλεται σὲ ἔλλειψη ἐπιγνώσεως καὶ ὄχι σὲ ἔλλειψη οὐσίας. Διότι κάθε ὕπαρξη διαθέτει οὐσία ἐκ δωρεᾶς.

   Εἴπαμε ὅμως πὼς γιὰ νὰ πλουτίσεις μὲ τὴν οὐσία σου πρέπει πρῶτα νὰ ξενητευθεῖς καὶ νὰ κινδυνεύσεις. Ὁ φτωχὸς ραββῖνος θὰ μποροῦσε νὰ χαθεῖ μέσα στὴν ξένη πόλη, θὰ μποροῦσε νὰ λησμονήσει παντελῶς τὸ σπίτι του ἢ θὰ μποροῦσε νὰ προσληφθεῖ ἰσόβιος φύλακας ξένων βασιλικῶν παλατιῶν, ψωμιζόμενος ἀπὸ τὰ περισσεύματα ἀλλότριων τραπεζιῶν, θὰ μποροῦσε μάλιστα νὰ ἐπισκέπτεται κατὰ καιροὺς τοὺς Κρακοβίους, ἐπιδεικνύοντας κομπαστικὰ τὰ φανταχτερὰ περίαπτα τῆς στολῆς τοῦ βασιλικοῦ φρουροῦ. Καλύπτοντας ἔτσι τὴν οὐσιαστικὴ φτώχεια του, ὑλικὴ καὶ πνευματική.

   Ὅμως ὁ Ἄϊζικ ἦταν εὐσεβής -καὶ δὲν χάθηκε. Γιὰ τὴν εὐσέβεια τῆς σκέψης μιλάει καὶ ὁ Χάιντεγκερ. Ὁ ὁποῖος στὴν παραπάνω ὁμιλία του πρὸς τοὺς συμπατριῶτες του, τοὺς λέγει πὼς γιὰ τὴν ὀρθὴ σκέψη «εἶναι ἀρκετὸ νὰ σταθοῦμε σὲ αὐτὸ ποὺ μᾶς εἶναι πλησίον καὶ νὰ σκεφτοῦμε ἐπάνω σὲ αὐτὸ ποὺ μᾶς εἶναι τὸ πιὸ κοντινό, σὲ αὐτὸ ποὺ ἀφορᾶ τὸν καθένα μας, ἐδῶ καὶ τώρα. Ἐδῶ: σὲ τούτη τὴ γωνιὰ τῆς γενέθλιας γῆς. Τώρα: στὴν παρούσα ὥρα τοῦ κόσμου.»

   Ὁ περαστικὸς ἀπὸ τὴ χώρα μας διακεκριμένος συμπατριώτης κύριος Ἀξελός, ποὺ μᾶς μίλησε τὴν περασμένη Δευτέρα ἀπὸ τηλεοράσεως, φαίνεται πὼς ἐκτιμάει τὴ σκέψη τοῦ Χάιντεγκερ. Μέχρις ὁρισμένου σημείου, βεβαίως.

(«Ἡ Καθημερινή», 13-5-1988· ἀναδημοσίευσις: «Δοκίμια ἰδεῶν: Ἑκατὸ μικρὰ δοκίμια γιὰ τὸ πνεῦμα τῶν καιρῶν μας», ἐκδ. Δωδώνη, Ἀθήνα - Γιάννινα 1993, ISBN 960-248-633-3, σελ. 280-283)

* * *

   Ἡ Ἰθάκη. (Ἤ, ὅπως λέγει ἡ ψυχολογία, ἡ «ἐπιστροφὴ στὴν μήτρα»; ) Τὰ παιχνίδια τῆς μοίρας εἶναι οἱ Λαιστρυγόνες καὶ οἱ Κύκλωπες. Θὰ μοῦ πεῖτε, τὸν βρίσκουμε τελικῶς τὸν θησαυρό, ὅπως ὁ φτωχὸς ραββῖνος στὴν Ἰθάκη; Ἢ ἡ Ἰθάκη εἶναι φτωχική; Μά, ἀκριβῶς, βρίσκει τὸν θησαυρὸ ὁ φτωχὸς ραββῖνος, διότι κατάλαβε οἱ Ἰθάκες, καὶ οἱ θησαυροὶ τὶ σημαίνουν. Τὸ ταξίδι ἔχει σημασία, ἀλλὰ μὴν ξεχνᾶτε, σημασία ἔχει ἐπειδὴ ὑπάρχει ἡ Ἰθάκη. Χωρὶς τὴν Ἰθάκη δὲν ὑπάρχει οὔτε ταξίδι. Κόσμος καὶ κέντρο ὁ ἄνθρωπος, σὰν τὶς ἀκτίνες τοῦ ἥλιου ξανοίγεται, καὶ χάνεται, στὰ πέρατα τοῦ σύμπαντος· κουβαλώντας τὴν θέρμη τοῦ πυρῆνος.

* * *

   Καὶ ὁ φτωχὸς ραββῖνος ταξιδεύει γιὰ τὴν Πράγα μὲ τὰ βασιλικὰ παλάτια. Καὶ ὁ ὀνειρευτὴς Κιουρέινς γιὰ τὴν μυθικὴ Σελεφαΐδα, στὸ ὡραιότερο ἴσως κατὰ τὴν γνώμη μου διήγημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ [3] ἀπὸ αὐτὰ τοῦ κύκλου τῶν ὀνειροχωρῶν [4]. Καὶ ἐγκαταλείπει ὄχι μόνον τὴν Ἰθάκη του, ἀλλὰ καὶ τὴν μίζερη πραγματικότητα (πραγματικότητα; ) καὶ τὴν ἐδῶ ψευτοζωὴ καὶ τὸ θνητό του σῶμα, τὸ νεκρό, γκρεμοτσκισμένο στὰ βράχια πτῶμα ἑνὸς ναρκομανοῦς ἀλήτη· καὶ ἀγνοεῖ ὁ κόσμος ὅτι ὁ βασιλιὰς Κιουρέινς ζεῖ αἰώνια πιὰ καὶ βασιλεύει στὴν μυθικὴ Σελεφαΐδα, στὴν κοιλάδα τῆς Ὀόθ-Ναργκάι πέρα ἀπὸ τοὺς Ταναριανοὺς λόφους, ἀπ᾿ ὅπου ξεκινοῦν οἱ γαλέρες ποὺ ἀρμενίζουν στὸν οὐρανὸ γιὰ τὸ συννεφόκαστρο τῆς Σερενάριαν...

   Καὶ ὁ Ράντολφ Κάρτερ, στὴν «Ὀνειρικὴ ἀναζήτηση τῆς ἄγνωστης Καντάθ» [5], ὀνειρεύεται τὴν πόλι τοῦ δειλινοῦ, τὴν δική του ὀνειροχώρα. «Ἔλαμπε ὁλόχρυση κι ἀξιολάτρευτη στὸ ἡλιοβασίλεμα, μὲ τείχη, ναούς, κιονοστοιχίες, ὅμορφες μαρμάρινες τοξωτὲς γέφυρες, ἀσημένια φαντασμογορικὰ συντριβάνια σὲ μεγάλες πλατεῖες κι εὐωδιαστοὺς κήπους. Φαρδεῖς δρόμοι προχωροῦσαν ἀνάμεσα σὲ ντελικάτα δέντρα, σὲ ὑδρίες φορτωμένες λουλούδια καὶ σειρὲς ἀπὸ φιλντισένια ἀγάλματα. Στοὺς ἀπόκρημνους βορινοὺς λόφους ἀνέβαιναν κλιμακωτὰ κόκκινες σκεπὲς καὶ παλιὰ μυτερὰ ἀετώματα, ποὺ ἔκρυβαν χλοερὰ λιθόστρωτα. Ἡ πόλη ἦταν ἕνας πυρετὸς τῶν θεῶν, μιὰ βροντερὴ συνήχηση ἀπὸ σάλπιγγες ὑπερφυσικὲς καὶ θεϊκὰ κύμβαλα.» Κι ἀναζητώντας τὴν πόλι τοῦ δειλινοῦ, φθάνει ὁ Ράντολφ Κάρτερ στὴν μυθικὴ Σελεφαΐδα τοῦ βασιλιᾶ Κιουρέινς. Κι ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ φίλου του ζητεῖ συμβουλή. Ἀλλὰ ὁ βασιλιὰς Κιουρέινς, ποὺ βασιλεύει στὰ ὄνειρα, βλέπει ἄλλα ὄνειρα πιά.

   «Στὰ τελευταῖα ὄνειρα τοῦ Κάρτερ εἶχε βασιλέψει [ὁ Κιουρέινς] διαδοχικὰ στὸ ρὸζ κρυστάλλινο παλάτι τῶν Ἑβδομήντα Ἀπολαύσεων στὴ Σελεφαΐδα καὶ στὸ πυργωτὸ συννεφόκαστρο τῆς Σερενάριαν ποὺ ἐπιπλέει στὸν οὐρανό. Φαινόταν ὅτι δὲν τὸν ἰκανοποιοῦσαν πιὰ ἐκεῖνα τὰ μέρη, γιατὶ βαθιὰ μέσα του λάτρευε πάντα τοὺς ἀγγλικοὺς γκρεμοὺς καὶ τὰ βοσκοτόπια τῆς παιδικῆς του ἡλικίας. [...] Εὐχαρίστως θὰ παρατοῦσε γιὰ πάντα ὅλη τὴν ἐξουσία του, τὴν πολυτέλεια καὶ τὴν ἐλευθερία, γιὰ νὰ ζήσει μιὰ εὐλογημένη μέρα σὰν ἁπλὸ ἀγόρι στὴν ἥσυχη, ἁπλοϊκὴ Ἀγγλία. Ἐκείνη τὴν παλιὰ ἀγαπημένη Ἀγγλία, ποὺ τὸν διαμόρφωσε καὶ ποὺ πάντοτε θὰ εἶναι δικό της ἀναλλοίωτο κομμάτι. [...] Ὁ ἴδιος εἶχε ὀνειρευτεῖ καὶ λαχταρήσει πολλὰ χρόνια τὴ χαριτωμένη Σελεφαΐδα καὶ τὴ γῆ τῆς Ὀόθ-Ναργκάι. Γιὰ χάρη τῆς ἐλευθερίας, τῆς αἴγλης καὶ τῆς μεγάλης ἐμπειρίας, ἀπαλλάχτηκε ἀπὸ τὶς ἀλυσίδες, τὶς συμβατικότητες καὶ τὶς ἀνοησίες τῆς ζωῆς. Μὰ τώρα ποὺ ἦρθε σ᾿ αὐτὴ τὴν πόλη κι ἔγινε βασιλιάς τους, ἀνακάλυψε πὼς ἡ ἐλευθερία, ἡ μονοτονία ἔλλειψης δεσμοῦ μ᾿ ὁτιδήποτε σταθερὸ στὰ αἰσθήματα καὶ τὶς ἀναμνήσεις του, ὅλα, πάλιωσαν πολὺ γρήγορα. Θὰ ἔδινε ὅλο του τὸ βασίλειο γιὰ ν᾿ ἀκούσει τὶς καμπάνες μιᾶς ἐκκλησίας τῆς Κορνουάλης πάνω ἀπὸ χαμηλοὺς ἄδεντρους λόφους, κι ὅλες τὶς χιλιάδες μιναρέδες τῆς Σελεφαΐδας γιὰ τὶς λοξὲς στέγες τοῦ χωριοῦ κοντὰ στὸ σπίτι του. [...] Αὐτὰ εἶπε στὸν Ράντολφ Κάρτερ. Ὁ ἀναζητητὴς ὅμως ἐπέμενε πάντα στὸ σκοπό του.»

   Καὶ ὁ Κιουρέινς, αὐτὸς ποὺ μὲ τὰ ὄνειρά του δημιούργησε τὴν θαυμαστὴ χώρα ὅπου βασιλεύει, μὴν ἔχοντας πιὰ τὴν δυνατότητα νὰ ξυπνήσῃ στὸν «πραγματικὸ» κόσμο (ἀφοῦ τὸ σῶμα του ἐκεῖ εἶναι πιὰ νεκρὸ) καὶ νὰ ἀναζητήσῃ τὴν ταπεινὴ πατρίδα τῆς νιότης του (ὑπάρχει; ), κάνει τὸ δεύτερο καλύτερο· μέσα στὸ ὄνειρό του ὀνειρεύεται καὶ δημιουργεῖ τὴν ἐπαρχιακὴ Ἀγγλία, ὄνειρο μέσα σὲ ὄνειρο.

   Ἀλλὰ ὁ Ράντολφ Κάρτερ δὲν πτοεῖται· πρέπει νὰ ὁλοκληρώσῃ τὴν δική του ἀναζήτησι. Συνεχίζει τὸ ταξίδι του καὶ φθάνει τελικῶς στὴν φοβερὴ Καντὰθ τῶν Μεγάλων Θεῶν, ἐλπίζοντας πὼς θὰ τοῦ δείξουν ἐκεῖνοι τὸν δρόμο γιὰ τὴν πόλι τοῦ δειλινοῦ. Καὶ δὲν βρίσκει τοὺς Μεγάλους Θεούς, ἀλλὰ τὸν ἀγγελιαφόρο τῶν Ἄλλων Θεῶν, τὸ Ἔρπον Χάος, τὸν Νυαρλαθοτέπ, καὶ ἀπὸ αὐτόν, τὸν ἀνελέητο, τὸν ψεύτη, θὰ ἀκούσῃ τὴν ἀλήθεια:

   «Δὲν εἶναι δύσκολο νὰ βρεῖς ὅτι αὐτὸ τὸ σύμβολο καὶ τὸ κειμήλιο τῶν ἡμερῶν τῆς ἀναζήτησής σου γιὰ ἀλήθεια, δὲν ἀποτελεῖ παρὰ τὸ σταθερὸ κι αἰώνιο πετράδι, ποὺ μέσα του ὅλη αὐτὴ ἡ ἀναζήτηση λαμπυρίζει σὰν κρύσταλλο γιὰ νὰ φωτίσει τὸ δειλινὸ μονοπάτι σου. Πρόσεχε. Δὲν βρίσκεται πέρα ἀπὸ ἄγνωστες θάλασσες, ἀλλὰ πίσω, πάνω ἀπὸ πολὺ γνωστὰ χρόνια ποὺ πρέπει νὰ περάσει ἡ ἀναζήτησή σου αὐτή. Πίσω στὰ λαμπερὰ παράξενα πράγματα τῆς νηπιακῆς ἡλικίας, στὶς γοργὲς ἡλιοπότιστες λάμψεις τῆς μαγείας, ποὺ οἱ παλιὲς εἰκόνες ὁδηγοῦν στοὺς πλατιοὺς ὁρίζοντες τὰ νεαρὰ μάτια σου.
   »Γιατί, μάθε πὼς ἡ χρυσομαρμάρινη πόλη ποὺ γυρεύεις, εἶναι τὸ σύνολο μονάχα ὅσων ἔχεις δεῖ κι ἀγαπήσει στὴ νιότη σου. Εἶναι ἡ λάμψη ἀπ᾿ τὰ δυτικὰ κεραμίδια καὶ παράθυρα ποὺ φλέγονται στὸ ἡλιοβασίλεμα, στὶς πλαγιὲς τῶν λόφων τῆς Βοστόνης. Εἶναι τὸ ἄρωμα τῶν λουλουδιῶν τοῦ Κάμον κι ὁ μεγάλος τροῦλος στὸ λόφο, τὰ μπερδεμένα ἀετώματα κι οἱ καπνοδόχες στὴ μενεξεδένια κοιλάδα, ὅπου τὰ πολλὰ γεφυρωμένα ρυάκια κυλοῦν δροσερά. Αὐτὰ τὰ πράγματα ἔβλεπες, Ράντολφ Κάρτερ, ὅταν ἡ παραμάνα σου σ᾿ ἔσπρωχνε τότε στὸ καροτσάκι σου τὴν ἄνοιξη, καὶ θἀ ᾿ναι τὰ τελευταῖα ποὺ θὰ βλέπεις πάντα μὲ τὰ μάτια τῆς μνήμης καὶ τῆς ἀγάπης. Καὶ ὑπάρχει τὸ ἀρχαῖο Σάλεμ μὲ τὰ μελαγχολικά του χρόνια, τὸ φασματικό Μάρμπλχεντ, σκαρφαλωμένο στοὺς βραχογκρεμούς του μέσα στὶς περασμένες ἑκατονταετίες κι ἡ δόξα τῶν πύργων τοῦ Σάλεμ μὲ τοὺς σιδερένιους ἀνεμοδεῖχτες του, μακριὰ ἀπὸ τὰ βοσκοτόπια τοῦ Μάρμπλχεντ πρὸς τὸ λιμάνι, ἀντίκρυ στὴ δύση τοῦ ἥλιου.
   »Ὑπάρχει τὸ Πρόβιντενς, ἰδιόρρυθμο κι ἀρχοντικὸ στοὺς ἑφτὰ λόφους του, πάνω ἀπὸ τὸ γαλάζιο λιμάνι μὲ τὰ πράσινα μονοπάτια, ποὺ ὁδηγοῦν ψηλὰ στὸν γκρεμὸ καὶ στ᾿ ἀρχαῖα ἀλλὰ ζωντανὰ ἀκόμη ἐρείπια. Εἶναι τὸ Νιούπορτ, σκαρφαλωμένο σὰν στοιχειὸ στὸν κυματοθραύστη ποὺ ὀνειρεύεται. Ὑπάρχει τὸ Ἄρκαμ μὲ τὶς σκεπασμένες ἀπὸ βρύα στέγες καὶ πίσω του τὰ πέτρινα κατηφορικὰ λιβάδια. Εἶναι καὶ τὸ παμπάλαιο Κίνγκσπορτ, γκρίζο ἀπὸ τὶς ἀμέτρητες καπνοδόχες καὶ τὰ ἐρημωμένα ὀρυχεῖα, τὰ κρεμασμένα στὸν ἀέρα ἀετώματα, τὸ θαῦμα τῶν ψηλῶν γκρεμῶν καὶ τὸν ἄσπρο ὀμιχλώδη ὠκεανὸ μὲ τὶς σημαδοῦρες γιὰ τὰ περάσματα πέρα.
   »Δροσερὰ λαγκάδια στὸ Κόνκορντ, λιθοστρωμένα δρομάκια στὸ Πόρτσμουθ, μισόφωτες στροφὲς τῶν ἀγροτικῶν δρόμων τοῦ Νιου Χάμσαϊρ, ὅπου γιγάντιες φτελιὲς μισοκρύβουν λευκοὺς τοίχους ἀγροικιῶν καὶ τρίζοντας τοὺς χαϊδεύουν ἁπαλά. Οἱ ἁρμυρὲς ἀποβάθρες τοῦ Γκλάουσεστερ καὶ τοῦ Τροῦρο οἱ χειμωνιάτικες ἰτιές. Εἰκόνες ἀπὸ μακρινὰ καμπαναριά, πόλεις καὶ λόφοι πέρα ἀπὸ λόφους σ᾿ ὅλη τὴ βόρεια ἀκτή. Κι ἀκόμη σιωπηλές, βραχώδεις πλαγιὲς καὶ χαμηλά, σκεπασμένα μὲ κισσὸ ἀγροτόσπιτα στ᾿ ἀπάνεμα τῶν πελώριων βράχων στὴν πίσω ἐξοχὴ τοῦ Ρὸντ Ἄιλαντ. Μυρωδιὰ τῆς θάλασσας κι ἄρωμα τῶν λιβαδιῶν· γοητεία τῶν σκούρων δέντρων καὶ χαρὰ τῶν ὀπωροφόρων καὶ τῶν κήπων τὴν αὐγή. Αὐτά, Ράντολφ Κάρτερ, εἶναι ἡ πόλη σου, γιατὶ αὐτὰ εἶναι ὁ ἑαυτός σου. Σὲ γέννησε ἡ Νέα Ἀγγλία καὶ στάλαξε στὴν ψυχή σου μιὰ φευγαλέα ὀμορφιά, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ πεθάνει. Αὐτὴ ἡ ὀμορφιὰ διαμορφωμένη, κρυσταλλωμένη κι ἐξευγενισμένη ἀπὸ χρόνια μνήμης κι ὀνείρου, εἶναι ὁ μεγαλωμένος σου θαυμασμὸς γι᾿ ἀπροσδιόριστα δειλινά. Γιὰ νὰ βρεῖς αὐτὸν τὸ μαρμάρινο ἐξώστη μὲ τὶς ἀλλόκοτες ὑδρίες καὶ τὸ σκαλισμένο κιγκλίδωμα καὶ νὰ κατεβεῖς τελικὰ τὶς ἀτέλειωτες καγκελωτὲς σκάλες πρὸς τὶς ἀνοιχτὲς πλατεῖες τῆς πόλης καὶ τὶς ἀστραφτερές κρῆνες, χρειάζεται μόνο νὰ γυρίσεις πίσω στὶς σκέψεις καὶ τὶς ὀπτασίες τῆς μελαγχολικῆς παιδικῆς σου ἡλικίας.»

* * *

   Εἶναι ὅμως ἡ Ἰθάκη, φτωχικὴ ἔστω, ἀλλὰ ἐκεῖ, καὶ μᾶς περιμένει; Γιατὶ κι ὁ ὄμορφος, ἐξόριστος πρίγκηπας καὶ ραψωδός ὁ Ἰρανόν, ἀναζητοῦσε καὶ τραγουδοῦσε τὴν πατρίδα τῶν παιδικῶν του χρόνων καὶ τῶν ὀνείρων του [6]. Ἐδῶ, μάλιστα, ἡ ὀνειροχώρα τῆς μεγάλης ἀναζήτησης καὶ ἡ ἀγαπημένη μητρικὴ Ἰθάκη ταυτίζονται ἐξ ἀρχῆς. Ἀλλὰ ἡ ἀλήθεια (ἡ ἀλήθεια; ) εἶναι πολὺ πικρὴ στὴν ἱστορία τοῦ Ἰρανόν. Ὅταν μετὰ ἀπὸ χρόνια καὶ χρόνια ἀναζήτησης καὶ τραγουδιοῦ μαθαίνει ὅτι ἡ πατρίδα τῶν ὀνείρων του δὲν ὑπῆρξε ποτέ. Κι ὅτι ὁ ἴδιος δὲν εἶναι πρίγκηπας, ἐξόριστος ἀπὸ παιδί, ἀλλὰ ἕνας τρελός, φαντασιόπληκτος ζητιάνος. Καὶ γίνεται, τότε γίνεται, ἕνας φτωχὸς γερο-ζητιάνος ὁ ὄμορφος πρίγκηπας, καὶ χάνεται, τότε χάνεται, γιὰ πάντα ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ κόσμου ἡ ὀνειρικὴ πατρίδα...

   Ὑπάρχει, λοιπόν ἡ Ἰθάκη; Καὶ ποῦ βρίσκεται; Ἤ, μᾶλλον, μποροῦμε πιὰ νὰ γυρίσουμε σ᾿ αὐτήν; Ἢ χάσαμε τὸν χάρτη τοῦ γυρισμοῦ καὶ τὰ κλειδιὰ τῆς πύλης, ἐξόριστοι κι ἀνέστιοι καὶ πλάνητες γιὰ πάντα;

μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον
σπεῦδε, τὰν δ᾿ ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν.
(Πίνδαρος, Πυθιόνικος 3, 61-62· Ψυχούλα μου, μὴ ζητᾷς ἀθάνατη ζωή· πορέψου μὲ τὸν τρόπο ποὺ εἶναι σύμμετρος στὴ δύναμή σου.)

* * *

[1] Ἐν ἀντιθέσει μὲ τὴν ἱστορία γιὰ τὸν θάνατο, τὴν ὁποίαν, χάριν τῆς ὡραιότητός της, μεταφέρω ἐδῶ:
   «Ἕνας στρατιώτης εἶδε στὴν ἀγορὰ τὸν Θάνατο νὰ τοῦ κάνει ἀπειλητικὴ χειρονομία.  Πῆγε στὸν Βασιλιὰ καὶ τοῦ ζήτησε νὰ πάει ἀποστολὴ μακρυά, στὴν Σαμαρκάνδη.
     »Ὁ Βασιλιὰς κάλεσε τὸν Θάνατο καὶ τοῦ παραπονέθηκε ὅτι κατατρόμαξε τὸν πιὸ γενναῖο του στρατιώτη.  Καὶ ὁ Θἀνατος ἅπλωσε τὰ χέρια καὶ διαμαρτυρήθηκε πὼς δὲν ἦταν ἀπειλὴ ἡ χειρονομία του ἀλλὰ ἔκπληξη, βλέποντας τὸν στρατιώτη ἐκεῖ, ἐνῶ εἶχαν ραντεβοὺ τὴν ἑπόμενη μέρα, μακρυά, στὴν Σαμαρκάνδη.»

Χρῆστος Μαλεβίτσης
[2] Ἀλησμόνητες οἱ φιλοσοφικὲς ἐπιφυλλίδες του στὴν «Καθημερινὴ» τῆς Ἑλένης Βλάχου. Ἄλλα κείμενα τοῦ Χρήστου Μαλεβίτση ἀπὸ τὴν συλλογή μου: «Ὁ Χρῆστος Μαλεβίτσης γιὰ τὰ πνεύματα καὶ τὸ Πνεῦμα»· «Τὸ παρδαλὸ γατάκι».

[3] Χ.Φ. Λάβκραφτ, «Σελεφαΐς», 1920.

[4] Χ.Φ. Λάβκραφτ (1890-1937). Ὁ κύκλος τῶν ὀνειροχωρῶν· ἡ πρώτη, «ντανσανικὴ» (ἐμπνευσμένη ἀρχικῶς ἀπὸ τὸν Λόρδο Ντάνσανυ), συγγραφικὴ περίοδος τοῦ Λάβκραφτ: «Τὸ ἄσπρο καράβι», «Ἡ κατάρα ποὺ χτύπησε τὴ Σαρνάθ», «Οἱ γάτες τῆς Οὐλθάρ», «Σελεφαΐς», «Ἡ ἀναζήτηση τοῦ Ἰρανόν», «Οἱ ἄλλοι θεοί», «Ἡ ὀνειρικὴ ἀναζήτηση τῆς ἄγνωστης Καντάθ», «Τὸ παράξενο, ψηλὸ σπίτι στὴν καταχνιά», «Τὸ ἀσημένιο κλειδί», «Πέρα ἀπὸ τὶς πύλες τοῦ ἀσημένιου κλειδιοῦ». Ὁ κύκλος τοῦ Κθούλου· ἡ δεύτερη καὶ ὡριμότερη συγγραφικὴ περίοδος τοῦ Λάβκραφτ: «Δαγών», «Ἡ ἀκατονόμαστη πόλη», «Νυαρλαθοτέπ», «Τὸ κάλεσμα τοῦ Κθούλου», «Ὁ τρόμος τοῦ Ντάνγουιτς», «Τὸ πλάσμα ποὺ ψιθύριζε στὸ σκοτάδι», «Τὰ βουνὰ τῆς τρέλας», «Ἡ σκιὰ τοῦ Ἴνσμουθ», «Τὰ ὄνειρα τοῦ σπιτιοῦ τῆς μάγισσας», «Τὸ πλάσμα στὸ κατώφλι», «Ὁ ναὸς τοῦ τρόμου», «Μέσα στὴν ἄβυσσο τοῦ χρόνου», «Τὸ κάλεσμα ἀπ᾿ τὸ ὑπερπέραν». (Οἱ «Ἄλλοι θεοί» καὶ ἡ «Ὀνειρικὴ ἀναζήτηση τῆς ἄγνωστης Καντάθ» μποροῦν νὰ ἐνταχθοῦν καὶ σὲ αὐτὴν τὴν κατηγορία.) Οἱ τίτλοι, κατὰ τὴν μετάφρασι τῶν ἐκδόσεων «Αἴολος».

[5] Χ.Φ. Λάβκραφτ, «Ἡ ὀνειρικὴ ἀναζήτηση τῆς ἄγνωστης Καντάθ», 1927. Τὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ Χ.Φ. Λάβκραφτ, «Ἡ ὀνειρική ἀναζήτηση τῆς ἄγνωστης Καντάθ», Αἴολος, Ἀθήνα 1988, ISBN 960-7267-51-6.

[6] Χ.Φ. Λάβκραφτ, «Ἡ ἀναζήτηση τοῦ Ἰρανόν», 1921.

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2011

Μῦθος λόγου τινὸς ἔμφασίς ἐστιν

Ἡ σημερινὴ ἀνοιξιάτικη ἡμέρα κάνει καὶ τὸν πλέον ἀρνητικὰ προκατειλημμένο νὰ νιώσῃ τὶ σημαίνει Εὐαγγελισμός -τῆς Φύσεως, τοῦ Γένους ἢ τοῦ Θεοῦ, ἀξεδιάλυτα. Χρόνια Πολλά Ἕλληνες!

Κωνσταντῖνος Παρθένης,  «Ὁ Εὐαγγελισμός», 1920.

Ἐσκόπευα νὰ γράψω περισσότερα -ἐπιφυλλάσσομαι-, δὲν μπορῶ ὅμως νὰ μὴν ἀναφερθῶ στὸ ἐξαιρετικὸ ἔργο τῶν συνεργατῶν καὶ φίλων τοῦ Ἀντίβαρου. Ὁ Φάκελος τοῦ 1821 εἶναι ἕνας θησαυρὸς ἱστορικῆς μνήμης.

Καὶ δυὸ λόγια γιὰ τὸ πολυσυζητημένο ντοκυμανταὶρ τοῦ ΣΚΑΪ. Εἶναι κατ᾿ ἀρχὴν θετικὸ ὅτι τὸ κανάλι συμβάλλει στὴν προώθησι τῆς ἐνασχολήσεως μὲ τὴν Ἱστορία μας (δηλαδὴ μὲ τὴν ἐθνική μας αὐτογνωσία· αὐτὸ σημαίνει Ἱστορία), καὶ τώρα καὶ μὲ παλαιότερες παραγωγὲς (100 κορυφαῖοι Ἕλληνες τῆς Ἱστορίας κ.ἄ.) Δὲν πρέπει νὰ φοβούμαστε τὰ ἀρνητικὰ τῶν διαφημιστικῶν σκοπιμοτήτων τῆς τηλεοράσεως τοῦ μαζικοῦ καταναλωτισμοῦ. (Ἀκόμη θυμοῦμαι -καὶ φρίττω- τὴν  κακόγουστη καὶ αἰσχρὴ ἀφίσσα μὲ τὸν Κολοκοτρώνη γιὰ τοὺς «100 Ἕλληνες»: «Ψηφίστε με ἐπειδὴ ἔγινα κλέφτης γιὰ χάρη σας!») Ἔστω κι ἔτσι, ὁ καθένας θὰ μυρίσῃ λίγο μπαρούτι, θὰ νιώσῃ τὴν μέθη ἀπὸ τὸν ἀχὸ τῶν ἁρμάτων τῆς λευτεριᾶς· τὸ 1821 δὲν κινδυνεύει ἀπὸ κανέναν· καὶ τὸ «ἀθάνατο κρασί» του μπορεῖ ἀκόμη νὰ ξυπνᾷ τὰ ναρκωμένα κύτταρα τῆς ψυχῆς μας.

Πρὲπει ὅμως νὰ εἴμαστε αὐστηροὶ μὲ τὸν κάθε ἡμιμαθὴ ἐθνομηδενιστὴ καὶ χαμερπὴ γραικύλο, ὁ ὁποῖος ἀκούει π.χ. περὶ «μύθου» τῆς 25ης Μαρτίου καὶ τῆς Ἁγίας Λαύρας καὶ βγαίνει στοὺς δρόμους καὶ στὶς γειτονιὲς μὲ τὴν ἀξίνα γιὰ κατεδάφισι, προκειμένου νὰ ἰκανοποιήσῃ τὴν μειονεξία του (εἶναι βαρὺ φορτίο νὰ εἶσαι Ἕλλην· προνόμιο μέν, βαρὺ δέ· τί νομίζατε; )

«Μῦθος λόγου τινὸς ἔμφασίς ἐστιν, ἀνακλῶντος ἐπ᾿ ἄλλα τὴν διάνοιαν.» (Πλούταρχος, «Περὶ  Ἴσιδος καὶ Ὀσίριδος», Steph. σελ. 351,A)

Ἂς πεῖ κάποιος σὲ αὐτοὺς τοὺς μικρόνοες τὶ σημαίνει ἡ λέξις μῦθος. Ὁ μῦθος εἶναι ἡ Ἀλήθεια (μὲ Α κεφαλαῖο). Ἡ ὄντως πραγματικότητα, τὸ διαχρονικὸ ἀπόσταγμα τῆς συλλογικῆς σοφίας καὶ ἐμπειρίας, ἡ βαθύτερη πραγματικότητα τῆς ἐθνικῆς ψυχῆς. Καὶ ὡς τέτοιος, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι ἀληθινός. Ἡ κατ᾿ ἐξοχὴν ἀλήθεια. (Τὸ ὅτι ὅλοι οἱ μεγάλοι πολιτισμοὶ τῆς Ἱστορίας, ἀλλὰ καὶ οἱ πρωτόγονες ἀκόμη φυλές, ἀπὸ τὰς Ἀθήνας τοῦ Χρυσοῦ Αἰῶνος ἔως τοὺς Ἀβορίγινες τῆς Αὐστραλίας, πλὴν τῆς δικῆς μας παρακμιακῆς ἐποχῆς, σἐβονταν-, μᾶλλον ἐβίωναν, τὸν μῦθο, κάτι θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς λέγῃ.)

Ποιά εἶναι τὰ ἀκριβῆ, ἐπὶ μέρους δεδομένα τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητας; Τὸ βίντεο καὶ τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα τοῦ Ἀντίβαρου, καρπὸς ἱστορικῆς ἐρεύνης ἀπὸ εἰδικούς, τὰ ἀναφέρουν μὲ λεπτομέρειες. Μὲ δυὸ λόγια:

- Καὶ λάβαρο τοῦ Σταυροῦ ὕψωσε ὁ Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανός, πρωτοστάτης τῆς Ἐπαναστάσεως στὴν Πελοπόννησο·
- Καὶ στὴν Ἁγία Λαύρα συγκεντρώθηκαν πρόκριτοι καὶ καπεταναῖοι, τοῦ Γερμανοῦ συμπεριλαμβανομένου (μία ἑβδομάδα περίπου ἐνωρίτερα)·
- Καὶ ὅλοι οἱ Ἕλληνες, ἀπὸ τὸν Δούναβι ἔως τὴν Κύπρο, ὑψώσανε τὰ λάβαρα γιὰ τὴν Ἑλλάδα·
- Καὶ «Ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος» ἐκάλεσε τοὺς Ἕλληνες νὰ ἀγωνιστοῦν ὁ πρίγκηψ Ὑψηλάντης·
- Καὶ γιὰ τὶς 25 Μαρτίου, ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἐσχεδίαζε τὴν Ἐπανάστασι στὸν Μωριᾶ ἡ Φιλικὴ Ἐταιρεία (τὰ γεγονότα προηγήθηκαν λίγες ἡμέρες, ἀλλὰ περὶ αὐτὴν τὴν ἡμέρα γενικεύτηκε ὁ Ἀγώνας καὶ ἐστάλησαν οἱ διακηρύξεις ἀπὸ τὴν Πάτρα καὶ τὴν Μάνη στὴν Εὐρώπη)·
- Καὶ Ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος, ἐπανέλαβε τὴν προτροπὴ ὁ Γέρος τοῦ Μωριᾶ, μιλώντας στοὺς νέους μαθητὲς τὸ 1838 στὴν Πνύκα·
- Καὶ τὴν ἴδια χρονιά, στὶς 25 Μαρτίου, ἑορτάσθηκε γιὰ πρώτη φορὰ ἐπισήμως ἡ ἐθνική μας ἑορτή, μὲ ὅλον τὸν λαὸ καὶ τοὺς ἀγωνιστὲς νὰ ξεσποῦν σὲ πανηγύρι στοὺς δρόμους καὶ νὰ εὔχονται «Εἰς τὴν Πόλιν! Εἰς τὴν Πόλιν!»
(Βλ. [1] [2] [3] [4] [5] κ.ἄ. στὸν Φάκελο τοῦ 1821.)

Ἔ, τί εἶναι λοιπὸν ὁ μῦθος; Ὁ μῦθος συγκεντρώνει καὶ ἐκφράζει ἐμφατικῶς ὅλα αὐτὰ τὰ ἱστορικῶς ἀκριβῆ καὶ τεκμηριωμένα γεγονότα, στὸ ἴδιο σημεῖο, στὸν ἴδιο χρόνο.

   Καί, τελευταῖον ἀλλὰ ὄχι ἔσχατον, ἐὰν κάποιοι ἔχουν ἀντίρρησι,
   «Ὁρκίζομαι, ὅτι θέλω τρέφει εἰς τὴν καρδίαν μου ἀδιάλλακτον μίσος ἐναντίον τῶν τυράννων της πατρίδος μου, ὀπαδῶν καὶ τῶν ὁμοφρόνων μὲ τούτους. Θέλω ἐνεργεῖ κατὰ πάντα τρόπον πρὸς βλάβην των καὶ αὐτὸν τὸν παντελῆ ὄλεθρόν των, ὅταν ἡ περίστασις τὸ συγχωρήσῃ»,
   ὡρκίζοντο τὸν μέγα ὅρκον οἱ Φιλικοί, καθώς,
   «Τέλος πάντων ὁρκίζομαι εἰς σέ, ὦ ἱερὰ πλὴν τρισαθλία Πατρίς, ὁρκίζομαι εἰς τοὺς πολυχρονίους βασάνους Σου, ὁρκίζομαι εἰς τὰ πικρὰ δάκρυα, τὰ ὁποῖα τόσους αἰώνας ἔχυσαν καὶ χύνουν τὰ ταλαίπωρα τέκνα Σου, εἰς τὰ ἴδια μου δάκρυα, χυνόμενα κατὰ ταύτην τὴν στιγμήν, καὶ εἰς τὴν μέλλουσαν ἐλευθερίαν τῶν ὁμογενῶν μου, ὅτι ἀφιερώνομαι ὅλως εἰς Σέ. Εἰς τὸ ἑξῆς Σὺ θέλεις εἶσαι ἡ αἰτία καὶ ὁ σκοπὸς τῶν διαλογισμῶν μου. Τὸ ὄνομά Σου ὁ ὁδηγὸς τῶν πράξεών μου καὶ ἡ εὐτυχία Σου ἡ ἀνταμοιβὴ τῶν κόπων μου.»

* * *

Βίντεο - 1821 - Ἀντίκρουση ἀπὸ τὸ Ἀντίβαρο







* * *

Ὑ.Γ.  Ἡ ξυπόλητη παρέλασις ποὺ ὀργανώνει  ἡ κυβέρνησις τοῦ μνημονίου μὲ προσβάλλει ὡς Ἕλληνα. Ἄμα δὲν μοῦ φθάνουν τὰ λεφτά, δὲν θὰ φάω, ἀλλὰ στὸν γάμο θὰ πάω μὲ κοστούμι.

Καὶ ἐπ᾿ οὐδενὶ δὲν θέλω νὰ μειώσω, κάθε ἄλλο, τοὺς στρατιῶτες μας ποὺ παρήλασαν μὲ φρόνημα, δυναμισμὸ καὶ ἄψογο συγχρονισμὸ καὶ πειθαρχία. (Ἴσα-ἴσα, ὅποιος ἔχει πάει στρατὸ ξέρει τὶ ἐξάσκησι ἔκαναν. Ἐδῶ κάναμε ἐμεῖς, ὡς ἁπλοὶ στρατιῶτες καὶ ὠς ΥΕΑ· πόσο μᾶλλον οἱ Εὐέλπιδες, οἱ Εἰδικὲς Δυνάμεις, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα τμήματα ποὺ προετοιμάστηκαν γιὰ τὴν μεγάλη παρέλασι.)

Ἀλλὰ τί θὰ γίνῃ; Θὰ προσβάλουμε καὶ τοῦ χρόνου τοὺς ἀγωνιστὲς τοῦ 1821 καὶ τὴν ἐθνικὴ ἐπέτειο, βγάζοντας τὸν στρατό μας ξυπόλητο, χωρὶς μηχανοκίνητα τμήματα; Ἄμα δὲν ἔχουμε χρήματα γιὰ τοὺς τοκογλύφους, νὰ μὴν φᾶμε· τὸ 1821 θὰ τὸ τιμοῦμε ὅπως πρέπει.

(Ἔχω πεθυμήσει τὰ χρόνια, σὰν ὄνειρο εἶναι, ποὺ μικρόν-μικρόν, μὲ ἔπαιρνε ὀ πατέρας μου καὶ πηγαίναμε στὴν παρέλασι, καὶ θαύμαζα τὰ τεθωρακισμένα, τὰ πυροβόλα καὶ τοὺς πυραύλους... καὶ τὰ ἀεροσκάφη ποὺ ἔσκιζαν τὸν οὐρανό...)

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

Γειά καὶ χαρά σου, αἴγαγρε!

Τοῦ αἰγάγρου

Ὁ Ἀνδρέας Ἐμπειρίκος σὲ πανικὸν (ἤτοι ἐκ τοῦ Πανός) οἶστρον.

Πήδηξε ὁ αἴγαγρος καὶ στάθηκε σὲ μιὰ ψηλὴ κορφή. Στητὸς καὶ ρουθουνίζοντας κοιτάζει τὸν κάμπο καὶ ἀφουγκράζεται πρὶν ἄλλο σκίρτημα σὲ ἄλλη κορφὴ τὸν πάῃ.

Τὰ μάτια του λάμπουν σὰν κρύσταλλα καὶ μοιάζουν μὲ μάτια ἀετοῦ, ἢ ἀνθρώπου ποὺ μέγας οἶστρος τὸν κατέχει. Τὸ τρίχωμά του εἶναι στιλπνὸ καὶ ἀνάμεσα στὰ πισινά του πόδια, πίσω καὶ κάτω ἀπ’ τὸ κεντρί του, τὸ μέγα σήμαντρον τῆς ἀπολύτου ὀρθοδοξίας ταλαντευόμενον σὲ κάθε σάλεμά του, βαριὰ καὶ μεγαλόπρεπα κουνιέται.

Κάτω ἐκτείνεται ὁ κάμπος μὲ τὰ λερὰ μαγνάδια του καὶ τὶς βαρειὲς καδένες.
Ὁ αἴγαγρος κοιτάζει καὶ ἀφουγκράζεται. Ἀπὸ τὸν κάμπο ἀνεβαίνει μιὰ μυριόστομη κραυγὴ ἀνθρώπων πνευστιώντων.

«Αἴγαγρε! Αἴγαγρε! Ἔλα σὲ μᾶς γιὰ νὰ χαρῆς καὶ νὰ μᾶς σώσῃς.»

Ὁ αἴγαγρος κοιτάζει καὶ ἀφουγκράζεται. Ὅμως δὲν νοιάζεται καθόλου γιὰ ὅλου τοῦ κάτω κόσμου τὴν βοὴ καὶ τὴν ἀντάρα. Στέκει στητὸς στὰ πόδια του, καὶ ὅλο μυρίζει τὸν ἀέρα, σηκώνοντας τὰ χείλη του σὰν σὲ στιγμὲς ὀχείας.

«Αἴγαγρε! Αἴγαγρε! Ἔλα σὲ μᾶς γιὰ νὰ εὐφρανθῆς καὶ νὰ μᾶς σώσῃς. Θὰ σὲ λατρέψουμε ὡς Θεό. Θὰ κτίσουμε ναοὺς γιὰ σένα. Θἄσαι ὁ τράγος ὁ χρυσός! Καὶ ἀκόμη θὰ σοῦ προσφέρουμε πλούσια ταγὴ καὶ ὅλα τὰ πιὸ ἀκριβὰ μανάρια μας… Γιὰ δές!»

Καὶ λέγοντας οἱ ἄνθρωποι τοῦ κάμπου ἔσπρωχναν πρὸς τὸ βουνὸ ἕνα κοπάδι ἀπὸ μικρὲς κατσίκες σπάνιες, ἀπὸ ράτσα.

Ὁ Αἴγαγρος στέκει ἀκίνητος καὶ ὀσμίζεται ἀκόμη τὸν ἀέρα. Ἔπειτα, ξαφνικά, ὑψώνει τὸ κεφάλι του καὶ ἀφήνει μέγα βέλασμα, ποὺ ἀντηχεῖ ἐπάνω καὶ πέρα ἀπ’ τὰ φαράγγια σὰν γέλιο λαγαρό, καὶ μονομιᾶς, μὲ πήδημα γοργό, σὰν βέλος θεόρατο ἢ σὰν διάττων, ἀκόμη πιιο ψηλὰ πετιέται.

Γειά καὶ χαρά σου, Αἴγαγρε! Γιατί νὰ σοῦ φαντάξουν τὰ λόγια τοῦ κάμπου καὶ οἱ φωνές του; Γιατί νὰ προτιμήσῃς τοῦ κάμπου τὰ κατσίκια; Ἔχεις ὅ,τι χρειάζεσαι ἐδῶ καὶ γιὰ βοσκὴ καὶ γιὰ ὀχεῖες καὶ κάτι παρὰ πάνω, κάτι πού, μά τὸν Θεό, δὲν ἤκμασε ποτὲ κάτω στοὺς κάμπους -ἔχεις ἐδῶ τὴν Λευτεριά!

Τὰ κρύσταλλα ποὺ μαζώχθηκαν καὶ φτιάξαν τὸν Κρυστάλλη, ὁ Διονύσιος Σολωμὸς ὁ Μουσηγέτης, ὁ Ἀνδρέας ὁ πρωτόκλητος καὶ πρωτοψάλτης Κάλβος, ὁ Περικλῆς Γιαννόπουλος ποὺ ἑλληνικὰ τὰ ἤθελε ὅλα κ’ ἔκρυβε μέσα του, βαθιά, μία φλογερὴ ψυχὴ Σαβοναρόλα, ὁ μέγας ταγὸς ὁ Δελφικός, ὁ Ἀρχάγγελος Σικελιανὸς ποὺ ἔπλασε τὸ Πάσχα τῶν Ἑλλήνων καὶ ἀνάστησε (Πάσχα καὶ αὐτὸ) τὸν Πάνα, ὁ ἐκ τοῦ Εὐξείνου ποιητὴς ὁ Βάρναλης ὁ Κώστας , αἱ βάτοι αἱ φλεγόμεναι, ὁ Νῖκος Ἐγγονόπουλος καὶ ὁ Νικήτας Ράντος, ὁ Ὀδυσσεὺς Ἐλύτης, ποὺ τὴν ψυχὴ του βάφτισε στὰ ἰωνικὰ νερὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἀρχιπελάγους, ὁ ἐκ Λευκάδος ποιητής, αὐγερινὸς καὶ ἀποσπερίτης, ὁ Νάνος Βαλαωρίτης, αὐτοὶ καὶ λίγοι ἄλλοι, αὐτοὶ ποὺ πῆραν τὰ βουνά, νὰ μὴν τοὺς φάη ὁ κάμπος, δοξολογοῦν τὸν οἶστρο σου καὶ τὸ πυκνό σου σπέρμα, γιὲ τοῦ Πανὸς καὶ μίας ζαρκάδας Ἀφροδίτης.

Γειά καὶ χαρά σου, Αἴγαγρε, ποὺ δὲν ἀγαπᾶς τοὺς κάμπους ! Τί νὰ τοὺς κάνῃς; Ὁ ἥλιος ἐδῶ, κάθε πρωί, σηκώνεται ἀνάμεσα στὰ κέρατά σου! Στὰ μάτια σου λάμπουν οἱ ἀστραπὲς τοῦ Ἰεχωβὰ καὶ ὁ ἵμερος ὁ ἄσβηστος τοῦ Δία, κάθε φορά ποὺ σπέρνεις ἐδῶ, στὰ θηλυκά σου, τὴν ἔνδοξη καὶ ἀπέθαντη γενιά σου!

Γειά καὶ χαρά σου, Αἴγαγρε, ποὺ δὲν θὰ πᾶς στοὺς κάμπους! Γειά καὶ χαρά σου, ποὺ πατᾶς τὰ νυχοπόδαρά σου στῶν ἀπορρώγων κορυφῶν τὰ πιὸ ὑψηλὰ Ὡσαννά!

Εἶπα καὶ ἐλάλησα, Αἴγαγρε, καὶ ἁμαρτίαν οὐκ ἔχω.

(Ἀνδρέας Ἐμπειρίκος, «Τοῦ αἰγάγρου»,  ἀπὸ τὴν «Ὀκτάνα», Γλυφάδα, 12-7-1960)

(Ἀπὸ τὸ ἱστολόγιον «Ἀρετή ΚΑΙ Τόλμη» καὶ τὸ ΥπΠο/ΕΚεΒι/Ἔτος Ἐμπειρίκου 2001.)


* * *

Γειά καὶ χαρά σου, αἴγαγρε, ποὺ δὲν ἀγαπᾷς τοὺς κάμπους

Βοσκοὶ στὴν κορυφὴ τοῦ Παρνασσοῦ (φωτ. Frédéric Boissonnas, 1903)

Τὸ 1966 ὁ Ἀλέξης Δαμιανὸς γυρίζει τὴν περίφημη ταινία του, «Μέχρι τὸ πλοῖο».

Ἡ καθοδική, καὶ πτωτική, πορεία τοῦ ἀνθρώπου, ἀπὸ τὴν αὐθεντικότητα, μοναξιὰ καὶ ἐλευθερία τοῦ σκληροῦ καὶ κακοτράχαλου ἀλλὰ ἁγνοῦ ὄρους, στὴν εὐκολία τοῦ κάμπου καὶ στὴν ἀλλοτρίωσι, στὴν παρακμή, καὶ ἴσως μεγαλύτερη μοναξιά, τῆς πόλης, τοῦ λιμανιοῦ, τελικῶς τῆς ξενιτιᾶς...

Στὶς κορυφὲς τῶν βουνῶν, ἡ αὐθεντικότητα, ἡ ἐλευθερία. Ἴσως, ὅμως, μόνον γιὰ τὸν ὑπεράνθρωπο; Ἢ για τὸν ἀετὸ τοῦ Ὀλύμπου τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ, ἢ τὸν Αἴγαγρο τοῦ Ἐμπειρίκου. Ὁ ἥρωάς μας ἀναγκάζεται νὰ κατεβῇ χαμηλότερα.
«Ὅλοι ἐμεῖς κατρακυλᾶμε καὶ ξενιτευόμαστε σὰν τὰ κοτρώνια ποὺ ἄμα καὶ ξεριζωθοῦμε κατρακυλᾶμε στὸ καταράχι.»

Ἐργάζεται σκληρὰ στὸ σιδεράδικο τοῦ φίλου του, στὴν ράχη τοῦ βουνοῦ. Ἐκεῖ, οἱ πρώτες τριβές. Γιὰ τὸν ἔρωτα τῆς Λενιῶς -ἤδη τὸ πρῶτο θηλυκόν, πτωτικὸν στοιχεῖον!-, ἡ φιλία δοκιμάζεται.
«Ὅλοι εἴμαστε ἁμαρτωλοί. Κι ὁ δεσπότης τὸ ἴδιο. Κι ἐσύ...»

Μὲ πείσμα ὁ ἥρωάς μας χτυπᾷ τὸ σίδερο στὸ ἀμόνι, γιὰ νὰ μαλακώσῃ τὴν πιὸ κι ἀπὸ τὸ σίδερο δοκιμαζόμενη καρδιά του.

Φεύγει. Χαμηλότερα, κατὰ τὸν κάμπο. Ἡ φυσικὴ ζωή, οἱ χυμοὶ τῆς ζωῆς καὶ τοῦ ἔρωτα μὲ τὴν ζουμερὴ βοσκοπούλα, τὴν Νανότα.
Ὁ αἴγαγρος καὶ τὸ ἀγριοκάτσικο

(Ἀνεπανάληπτο ρητὸ ἀπὸ τὴν ταινία, αὐτὸ τοῦ νεαροῦ βοσκόπουλου, τὸ ὁποῖο τρέχει κάθε τόσο νὰ συμμαζέψῃ τὴν ἐξημμένη ἀπὸ ὑπερχειλίζοντες χυμοὺς βοσκοπούλα, ὅπως ἔτρεχε ἀκριβῶς νὰ συμμαζέψῃ καὶ τὶς γίδες κατὰ τὴν περίοδο τῆς γονιμότητος, καὶ ἀφοῦ τελικῶς συμπεραίνει ὅτι κάθε προσπάθεια συμμαζέματος τῆς ἀσυμμάζευτης εἶναι μάταιη: «Μὴ σώσει καὶ γκαστρωθεῖ! Ἐγὼ δὲν δίνω δεκάρα!»)

Ἀλλὰ ὁ κάμπος ἤδη συνιστᾷ πτῶσιν. Καὶ στὰ ὅριά του περνᾷ ὁ ἐπαρχιακὸς δρόμος. Καὶ ὁ δρόμος φέρνει τὴν ψεύτικη κι ἀπατηλὴ λάμψι τῆς πόλης. Ἡ γριὰ τσιγγάνα ξεγελᾷ τὴν βοσκοπούλα. Καὶ ἡ βοσκοπούλα, θέλοντας νὰ γνωρίσῃ τὰ φῶτα τῆς πόλης, παίρνει τὸν δρόμο, κι ἡ ψεύτρα τσιγγάνα τὴν πουλᾷ πόρνη στὸν ἀπατεώνα προαγωγό. Κι ὁ ἥρωάς μας ξεβράζεται τελικῶς κι αὐτός, στὴν πόλη, στὸ λιμάνι.

Ἐκεῖ, σ᾿ ἕνα μικρὸ διαμέρισμα, μαζὶ μὲ ἕνα ζευγάρι ποὺ διαλύεται. Ἡ τριβὴ καὶ ἡ φθορά. Ἡ διάψευσις. Καὶ μόνη διέξοδος, τὸ καράβι γιὰ τὴν Αὐστραλία.

* * *

Ὁ Ἐμπειρίκος, ὁ Σικελιανὸς καὶ ὁ Παλαμᾶς
Πῶς ἐπεξεργάζονται οἱ τρεῖς ποιητὲς τὸν μῦθο τοῦ Πανὸς καὶ τοῦ Διονύσου καὶ πῶς συνθέτουν τὴ συγκρητιστικὴ θεολογία τους


Τοῦ Παντελῆ Μπουκάλα
(«Η Καθημερινή», 17 Ἰουλ. 2001)

Ένας από τους κομβικούς μύθους του Εμπειρίκου είναι ο μύθος του αθάνατου θεού Πανός, ο οποίος αφήνει ανεξίτηλα τα ίχνη του σε όλο το έργο του ποιητή. Στην Παγκόσμιο Συμπολιτεία της Νέας Εποχής, στον «Μεγάλο Ανατολικό», «η επίσημος θρησκεία ήτο η του Πανός», ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και στο επιμνημόσυνο κείμενό του για τη Μαρία Βοναπάρτη ο ποιητής δεν λησμονεί «τους λαγαρούς αυλούς του αιωνίου Πανός». Πόσο θα αυθαιρετούσαμε άραγε αν υποθέταμε ότι ο Εμπειρίκος αναδέχεται και επανεγγράφει, σαφώς μετατοπίζοντάς το και μετατονίζοντάς το, ένα από τα πολλά θέματα της ιδιαίτερα εκτεταμένης παλαμικής ποίησης; Στο «Αργώ ή Πλους αεροστάτου», λοιπόν, ο Πέντρο Ραμίρεθ κραυγάζει: «Ο Μέγας Παν δεν πέθανε! Ο Μέγας Παν δεν πεθαίνει!» Η κραυγή ετούτη, που επιχειρεί να αντισταθεί στην ιστορία, στην ιστορία των θρησκειών και των παθών, έχει ήδη ακουστεί σχεδόν με τα ίδια λόγια το 1897, στη συλλογή του Κωστή Παλαμά «'Ιαμβοι και ανάπαιστοι», έστω κι αν αυτό δεν το θυμόμαστε περισσότερο απ' όσο θυμόμαστε ότι το μοτίβο της γραφής στην άμμο υπήρξε (και) παλαμικό («Κάτου στην άμμο του γιαλού μια μέρα, μακριά της, / εκεί που μόνος έστεκα έγραψα τ' όνομά της...») πριν κατοχυρωθεί, και διά της μελοποιήσεως, στον Σεφέρη («Πάνω στην άμμο την ξανθή / γράψαμε τ' όνομά της...»). Έγραφε λοιπόν ο Παλαμάς:


«Η γη μας γη των άφθαρτων/αερικών και ειδώλων,/πασίχαρος και υπέρτερος/θεός μας είν' ο Απόλλων.//Στα εντάφια λευκά σάβανα/γυρτός ο Εσταυρωμένος/είν' ολόμορφος Αδωνις / ροδοπεριχυμένος.// Η αρχαία ψυχή ζει μέσα μας/αθέλητα κρυμμένη·/ο Μέγας Παν δεν πέθανε,/όχι· ο Παν δεν πεθαίνει!»

Προϊστορία

Ως υποκείμενη τόσο στο ποίημα του Παλαμά όσο και στο κείμενο του Εμπειρίκου μπορούμε να θεωρήσουμε ένα σημαδιακό χωρίο στο έργο του Πλούταρχου «Περί των εκλελελοιπότων χρηστηρίων»: Ένα καράβι αναγκάζεται να αράξει στους Παξούς και μια φωνή από το νησί καλεί τον Αιγύπτιο κυβερνήτη να αναγγείλει, όταν θα περάσει από το Παλώδες, ότι «Παν ο μέγας τέθνηκεν». Κι όταν αυτός το ανάγγειλε, εγένετο «μέγας στεναγμός άμα θαυμασμώ μεμιγμένος». Ο θάνατος του θεού, ως θάνατος του κατά φύσιν βίου, του ιμέρου ή της Αρχαίας Θρησκείας, υπήρξε ερεθιστικός για όλες τις μορφές της τέχνης στη διάρκεια των αιώνων, όπως τεκμηριώνεται και στο βιβλίο του Σερ Τζον Μπόρντμαν «Ο μέγας θεός Παν. Η επιβίωση μιας εικόνας». Από αυτό το λαμπρό δοκίμιο αποσπώ μερικούς στίχους της Αγγλίδας ποιήτριας Ελίζαμπεθ Μπάρετ Μπράουνιγκ, σε μετάφραση του Άρη Μπερλή: «Η θλιβερή κραυγή σηκώθηκε/και έσβησε μακρόσυρτη στον αέρα / μελαγχολική κι απεγνωσμένη./Και άκουσα τα λόγια που είπε:/Πέθανε ο Παν. Απέθανε ο μέγας Παν,/ο Παν, ο Παν απέθανε.»

Είναι αναγκαίο ωστόσο να συνυπολογίσουμε στους πιθανούς γεννήτορες της εμπειρίκειας αναβάθμισης του μύθου του Πανός τη διαπραγμάτευσή του από τον Άγγελο Σικελιανό, με τον οποίο άλλωστε ο Εμπειρίκος μοιράζεται, εκτός των άλλων, τη λογική των ανοιχτόκαρδων εγκωμίων προς ομοτέχνους· από τις σικελιανικές «ωδές» για τον Μαβίλη, τον Βαλαωρίτη, τον Παλαμά, τον Παπαδιαμάντη, την Πολυδούρη, τον Μαλακάση έως τους ύμνους για τους Μπεάτους, ο δρόμος είναι ομαλός. Ο ίδιος ο Εμπειρίκος, πάντοτε αυθόρμητα ειλικρινής και τρυφερός που τους άλλους ποιητές, στο ποίημα «Του Αιγάγρου» της «Οκτάνας» τιμά τον «Αρχάγγελο Σικελιανό που έπλασε το Πάσχα των Ελλήνων και ανάστησε (Πάσχα και αυτό) τον Πάνα». Ίσως θα ήταν πιο κοντά στα πράγματα και στα ονόματα αν έλεγε ότι ο Σικελιανός ανάστησε τον Διόνυσο, εντούτοις, για να προσοικειωθεί τον αναστάσιμο λόγο του Σικελιανού και να τον εντάξει στο δικό του κοσμολογικό-θεολογικό σύστημα, μεταβαίνει από τον Διόνυσο στον σχεδόν μόνιμο συνοδό του και ενίοτε ταυτόσημό του, τον Πάνα. Δεν λείπει βέβαια ο Παν από τη σικελιανική ποίηση, δεν δεσπόζει όμως, εφόσον «αιώνιος θεός» ονομάζεται ο Διόνυσος, λ.χ. στο ποίημα «Ελεύτερα Δωδεκάνησα». Στο «Πέμπτο Ευαγγέλιο» του έργου «Πάσχα των Ελλήνων», «μικρή καμπάνα εφώναζε τρεμάμενη τον Πάνα», ενώ με το ποίημα «Ο Παν» ο Σικελιανός αινεί τον τράγο («άρχος και ταγός»), ευκρινή υπόσταση ενός θεού «αιγιπόδη δικέρωτος πολυκρότου ηδυγέλωτος» κατά τον σχετικό Ομηρικό Ύμνο, τον οποίο «τον είδαν οι αθάνατοι / κι όλοι τους τότε στην ψυχή τους καταχάρηκαν / και προπαντός ο Βάκχειος Διόνυσος· / και Πάνα τον ονόμασαν γιατί πάντων τις φρένες έτερψε» (κατά τη μετάφραση του Δημήτρη Παπαδίτσα και της Ελένης Λαδιά).

Τα πράγματα δεν είναι ποτέ ευθύγραμμα βεβαίως, αργότερα πάντως, στην υπερρεαλιστική ήπειρο, ο τράγος θα γίνει Αίγαγρος, στο ποίημα «Του Αιγάγρου» το οποίο, συν τοις άλλοις, μας βεβαιώνει πόσο δημοτικός ήταν εντέλει ο καθαρεύων λόγος του Εμπειρίκου: «Πήδηξε ο αίγαγρος και στάθηκε σε μια ψηλή κορφή. Στητός και ρουθουνίζοντας κοιτάει τον κάμπο και αφουγκράζεται πριν άλλο σκίρτημα σε άλλη κορφή τον πάη. Τα μάτια του λάμπουν σαν κρύσταλλα και μοιάζουν με μάτια αετού ή ανθρώπου που μέγας οίστρος τον κατέχει. Το τρίχωμά του είναι στιλπνό και ανάμεσα στα πισινά του πόδια, πίσω και κάτω απ' το κεντρί του, το μέγα σήμαντρον της απολύτου ορθοδοξίας ταλαντευόμενον σε κάθε σάλεμά του, βαριά και μεγαλόπρεπα κουνιέται.»

Συγκρητισμός

Ο Σικελιανός λοιπόν συνθέτει τη θεολογία του με άξονα τον «Ελεύτερο Θεό» Διόνυσο, τον «Εσταυρωμένο Βάκχο». «Ω Πάσχα, / πανσεβάσμιο Πάσχα! / Ω Ιακχε! / Απόλλωνα! / Ιησού!» αναφωνεί στο ποίημά του «Διόνυσος-Ιησούς», μια από τις διαυγέστερες εκτυπώσεις του συγκρητιστικού του πάθους, που φέρνει στο νου το ποίημα «Άρτος και Οίνος» του Φρίντριχ Χέλντερλιν. «Ω Λόγε-Διόνυσε! (...) Τεράστιε Βάκχε! (..) Ω Λόγε-Ελλάδα» επανέρχεται στο ποίημα «Απόλλων Διονυσόδοτος». «Γλυκό μου βρέφος, Διόνυσέ μου και Χριστέ μου» προσεύχεται στο «Διόνυσος επί λίκνω», για να κορυφώσει την τέχνη του στο εξαίσιο ποίημα «Μέγιστον μάθημα» που απολήγει (δηλαδή ανοίγει) με την εξής κατά του θανάτου νικητήρια αποστροφή: «Ό,τ' έχει σμίξει με το Διόνυσο κι ως μέσα/το μυστικόν εγεύτη Θάνατο βαθιά του/πριχού το θάνατο τον άλλο αντικρίσει,/δεν σταματά μεσοστρατίς στην Αιωνιότη,/μα, ως την πνοή του όλη την ξόδεψε στο δώρο/και την ψυχή του την εγύμνωσεν η Αγάπη,/γυμνό θα πάρει της Αβύσσου το στεφάνι!»

Ο Εμπειρίκος, υλικότερος, σωματικότερος, οργανωτής μιας χθόνιας θεολογίας, στο ποίημά του «Το μέγα βέλασμα ή Παν-Ιησούς Χριστός» του 1964 μετακινείται από τον σικελιανικό Διόνυσο-Χριστό στον Πάνα-Χριστό (προφανής και σημαίνουσα η αναλογία των δύο τίτλων) και δοξολογεί, επίσης με συγκρητιστικό πάθος (αν θυμηθούμε τον Λόγο-Αμνό του χριστιανικού συστήματος) «το βέλασμα του ωραίου αμνού, του αμνού-κριού του αίροντος τας αμαρτίας του κόσμου».

* * *

Δεῖτε ἐπίσης:
Ἄγγελος Σικελιανός, «Πὰν ὁ Μέγας». Ἡ δεύτερη ὁμιλία τοῦ Σικελιανοῦ ὑπὸ τὸν τίτλο «Πὰν ὁ Μέγας», ἐκφωνήθηκε ἀπὸ τὸν ποιητὴ στὶς 19 Φεβρουαρίου 1909. Ἀγγέλου Σικελιανοῦ, «Κήρυγμα Ἡρωισμοῦ», ἐκδ. Ἴκαρος, 2004.

(Ἐδῶ ὁ νεαρὸς Σικελιανὸς οἰστρηλατεῖται ἀπὸ τὸν Πάνα, ὄχι ἀπὸ τὸν Διόνυσο· μάλιστα ἀντικρούει τὸν Νίτσε καὶ τὴν περὶ Ἑλλάδος καὶ Διονύσου ἄποψι τοῦ τελευταίου.)