«Tὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική· τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου. Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου.» (Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἄξιον ἐστί»)

Σελίδες Πατριδογνωσίας - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό

Σάββατο 30 Ιουλίου 2011

Ἕνας κανονικὸς ἄνθρωπος

(Γράφει ὁ Ἀνδρέας Φαρμάκις)

Ένας κανονικός άνθρωπος είναι που τα πήρε
στο κρανίο.
Έψαξε στην παράδοση της δύσης -
να βρη μια στιγμή
ελευθερίας -
και βρήκε αυτό. Τον πόλεμο
και τον ιππότη.
Αυτό έχουνε. Αυτή είναι η ευρώπη.

Οι άλλοι το ξέρουνε - ξέρουνε ότι δεν θα είναι
ένας - αλλά πολλοί -
ότι το φυσιολογικό ξέσπασμα -
που ακολουθεί - η φυσική και φυσιολογική
αντίδραση - στην νεοταξική
τραπεζο-οικονομικοτοκογλυφική -
κυριαρχία -
δεν θα είναι ένας περίπατος
στον κήπο -
αλλά θα είναι μια ατομική
και κοινωνική εξέγερση τερατωδώς βίαιη -
και εκρηκτική -
και θα πέση στα κεφάλια τους ξαφνικά -
σαν βόμβα μεγατόνων -
και ποτάμια αίματος -

γι' αυτό έχουνε επιδοθεί σε μία ξέφρενη
προπαγάνδα -
πανευρωπαϊκού μεγέθους -
να συσκοτίσουνε τα κίνητρα και
το πρόσωπο
του δράστη - να τον εμφανίσουνε
σαν ακροδεξιό.

* * *

Ὁ Ἄντερς Μπέριγκ Μπρέιβικ ποζάροντας σὲ φωτογραφία τὴν ὁποία διοχέτευσε ἕξι ὧρες πρὶν τὶς ἐπιθέσεις. Στὴν ἐπιγραφὴ στὸν ἀριστερὸ ὦμο του διαβάζουμε: «Marxist Hunter - Norway - Multiculti traitor hunting permit».

* * *

Στις αμερικάνικες ταινίες -
σαν αυτές για το Περλ Χάρμπορ -
όταν βομβαρδίζουνε οι γιαπωνέζοι -
είμαστε στο έδαφος - βλέπουμε από
κοντά τα πρόσωπα των ανθρώπων -
το αίμα και την καταστροφή.
Αντίθετα - όταν αργότερα
βομβαρδίζουνε οι αμερικάνοι -
μένουμε ψηλά -
με τους γενναίους πιλότους -
και οι βόμβες σκάνε στο έδαφος -
χωρίς ήχο -
αργά -
δημιουργώντας μικρά σύννεφα
καπνού -
και ούτε αίμα ή σκοτωμένοι.

Είναι άρρωστος γράφεις - και το
πιστεύουμε όλοι.
Είμαστε στο έδαφος - με τα θύματα.

Οι νορβηγοί πιλότοι που
βομβαρδίζουνε την Λιβύη - αυτοί
θα τον δικάσουνε.
Τώρα είμαστε πάλι ψηλά -
με τους πιλότους.

* * *

Η επιστήμη τραβάει τα - αραιά μαλλιά της.

Τρελλός δεν είναι.
Δεν πάσχει από καμμία από τις γνωστές ψυχικές παθήσεις -
πίσω από τις οποίες δηλαδή οι ψυχίατροι κρύβουνε
συνήθως τις ασθένειες των
ανθρωποφάγων κοινωνιών μας.
Δεν είναι μανιακός -
σχιζοφρενής μανιοκαταθλιπτικός διπολικός τριπολικός -
δεν είναι καν δαιμονισμένος -
δεν έχει πάθη -
ίσως το μόνο που μπορούνε να του καταλογίσουνε είναι ότι
δεν είναι ομοφυλόφιλος ...
Στοργικός γιος καλός αδελφός επιτυχημένος επαγγελματίας...

Τί έχει;
Τί είναι;

Η επιστήμη τους - σηκώνει τα χέρια ψηλά.

Είναι ακροδεξιός.
Προσπαθούνε να τον κατατάξουνε πολιτικά - γράφουνε ότι
ζει σε έναν φανταστικό κόσμο -
ότι τον οδηγεί η άκρα δεξιά, ο ναζισμός, ο φασισμός.
Αηδίες - σκέτη προπαγάνδα.
Το πρότυπο του Άντερς είναι ο Μαξ Μάνους -
ο μόνος αντιστασιακός -
στην χώρα του αυθεντικού Κουίσλιγκ.

* * *

Θα μέ τρελλάνετε ωρέ παίδες.
Ένας άνθρωπος Νορβηγός μοσχοαναθρεμμένος -
σε καλά σχολεία με καλές σπουδές -
στοργικός γιος - φρόντιζε την άρρωστη μητέρα
του - καλός αδελφός γείτονας επιχειρηματίας -
έξυπνος και εμφανίσιμος -

και τα λέγω αυτά για να πω ότι όπως
πανθομολογείται -
ένας άνθρωπος υπόδειγμα συγχρονου
ευρωπαίου -

μόνος - συλλαμβάνει ένα τρελλό σχέδιο -
ανοίγει μόνος μια εταιρεία πράσινης γεωργικής
ανάπτυξης -
παραγγέλει μόνος τόνους λιπασμάτων -
μόνος εξ αυτών παρασκευάζει 500 κιλά
εκρηκτικής ύλης -
μόνος τινάζει τα υπουργεία στον αέρα -
και μόνος - για
ώρες σκοτώνει 90 ανθρώπους -

ενώ ταυτογχρόνως δημοσιεύει ένα σύγχρονο
μάϊν κάμφ -
και σποτάκια διαφημιστικά στο γιου τουμπ.

Βαζει έτσι μπροστά μια νέα
πανευρωπαϊκή μηχανή
αστυνόμευσης και ελέγχου .

Τρελλός ε;

* * *


Τί είναι ο ισραηλινός αεροπόρος που καίει
μαθητές με βόμβες φωσφόρου;
Ούτε τρελλός ούτε ο ίδιος νοιώθει -
τρελλός -
και δεν έχει κανένα βάρος που να μην
μπορεί να το σηκώση
ένας μπάφος.
Τί είναι οι αμερικανοί που για πλάκα -
με μια υποψία -
τινάζουνε στον αέρα κατά
προτίμηση γάμους - την νύφη τον
γαμπρό τους γονείς τους
τον κουμπάρο και
300 καλεσμένους με τα παιδιά τους;

Αυτό είναι.

Ένας υγιέστατος κανονικός ευρωπαίος -
που δεν έκανε τίποτα χειρότερο
από αυτό που κάνει
η χώρα του
στο Αφγανιστάν και την Λιβύη.
Του αρέσει και ο Μότσαρτ.

* * *

Να πω μόνο τό εξής.
Υπάρχει τουλάχιστον στον ξένο τύπο η έκφραση
ενός πανικού. Καθώς αναζητούνε τις αιτίες
που τον οδήγησαν σε αυτό το απερίγραπτο έγκλημα
διαπιστώνουνε - κυριολεκτικά με τρόμο
ότι ο άνθρωπος αυτός -
είναι κυριολεκτικά ένα χρυσό αγόρι - που στο
πρόσωπό του συναντά κανείς όλες τις
ανθρώπινες αξίες του σύγχρονου
ευρωπαϊκού πολιτισμού. Ένα γκόλντεν μπόϋ -
γράφουνε οι εφημερίδες - που οι
συμμαθητές και φίλοι του είναι πυρηνικοί
φυσικοί και νευροχειρουργοί εγκεφάλων.
Είναι δικός τους - βγαλμένος από τα
σπλάγχνα τους - παιδί της
νεωτερικότητας - με καλές σπουδές -
έξυπνος - επιτυχημένος επιχειρηματίας -
εύπορος - πολυταξιδεμένος.
Αυτό τους προκαλεί μεγάλο πανικό. Και
τους προκαλεί πανικό γιατί όλα τα
συστήματα ελέγχου των σύγχρονων
ευρωπαϊκών εξουσιών - οι νόμοι
τα δικαστήρια η αστυνομία τα εξουσιαστικά
ιδεολογήματα - είναι
προσανατολισμένα προς τους
κουκουλοφόρους τους ανέργους τους
αντιεξουσιαστές τους συνεπείς αριστερούς
τους αγανακτισμένους τους απεργούς -
και καθόλου προς τους ανθρώπους
σαν τον Άντερς. Ο κόσμος από τον
οποίο προέρχεται είναι ο κόσμος της
εξουσίας - ο κόσμος αυτών που ασκούνε
τον έλεγχο - όχι
ο σκοτεινός κόσμος εκείνων που τον
υφίστανται.

Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

Ὁ θησαυρός τοῦ φτωχοῦ ραββίνου τῆς Κρακοβίας, ἤ ὁ Ἀξελὸς καὶ ὁ Χάιντεγκερ στὴν μυθικὴ Σελεφαΐδα

   Διάβασα στὸν Δύτη τῶν Νιπτήρων γιὰ τὶς ἐνδιαφέρουσες παραλλαγές, στὶς «Χίλιες καὶ μιὰ Νύχτες» καὶ στὸν Τζελαλεντὶν Ρουμί, τῆς ἱστορίας τοῦ θησαυροῦ τοῦ φτωχοῦ ραββίνου τῆς Κρακοβίας. Ἀγγίζει τὴν ψυχή μας ἡ ἱστορία καὶ συναρπαστικὲς εἶναι οἱ παραλλαγές της (ὅπως καὶ τὸ παιχνίδι τῆς μοίρας, ἄλλωστε). Ὅμως, τὸ νόημα τῆς ἱστορίας, στὴν συγκεκριμένη παραλλαγὴ τουλάχιστον [1], δὲν εἶναι, ὅπως ἀπὸ τινὲς ἐκ τῶν σχολιαστῶν ἐγράφη, τὸ εἰρωνικὸ παιχνίδι τῆς μοίρας, ἡ ὁποία παραπλανᾷ καὶ διαψεύδει τὸν κυνηγὸ τοῦ θησαυροῦ· δὲν εἶναι ἡ ἀναπόδραστη μοῖρα τοῦ Οἰδίποδος. Τὸ νόημα τῆς ἱστορίας, τὸ ἀρχέτυπο τοῦ μύθου, εἶναι ἡ Ἰθάκη.

   Ἀλλὰ ἂς ἀφήσουμε τὸν ἀξέχαστο φιλόσοφο Χρῆστο Μαλεβίτση [2], ἐξ ἀφορμῆς τινος τῆς (τότε, ἀλλὰ καὶ σημερινῆς) ἐπικαιρότητος ὁρμώμενον, νὰ μᾶς ξαναδιηγηθῇ τὸ παραμύθι (καὶ νὰ μᾶς δείξῃ παρεμπιπτόντως τὶ σημαίνει σφάξιμο μὲ τὸ βαμβάκι), καὶ ἂς ἐπανέλθουμε στὶς σκέψεις μας μετά.

* * *

Ὁ θησαυρός

Τοῦ Χρήστου Μαλεβίτση

   Ὁ διανοητὴς Κώστας Ἀξελὸς τιμάει τὴν πατρίδα του στὸ ἐξωτερικό, ὅπου διαπρέπει. Τὴν περασμένη Δευτέρα μίλησε πρὸς τὸ εὐρὺ ἑλληνικὸ κοινὸ διὰ τῆς τηλεοράσεως. Αὐτὰ ποὺ εἶπε ἴσως ταίριαζαν νὰ ἔχουν ὡς τίτλο αὐτὸν ποὺ ἔθεσε ὁ Μαρτῖνος Χάιντεγκερ σὲ ὁμιλία του στὰ 1964, δηλαδή: «Τὸ τέλος τῆς φιλοσοφίας καὶ ἡ ἀποστολὴ τῆς σκέψης». Ὁ κ. Ἀξελὸς εἶπε πὼς ἐμεῖς ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα δὲν σκεφτόμαστε, δὲν ἔχουμε Σκέψη. Καὶ ἄφησε νὰ νοηθεῖ πὼς ὁ ἴδιος διαθέτει σκέψη, μὲ τὴ διατριβή του στὴν Ἑσπερία.

   Καὶ ὁ Χάιντεγκερ, ὅπως εἴδαμε, μιλάει γιὰ «σκέψη», ἀλλὰ λίγο διαφορετικά. Ὅταν τὸν καλέσανε νὰ μιλήσει στὴ γενέτειρά του, τὸ Messkirch τῆς Σουαβίας, εἶπε στοὺς συμπατριῶτες του πὼς «σὲ ὅλους μας συμβαίνει συχνὰ νὰ εἴμαστε φτωχοὶ ἀπὸ σκέψη (gedanken-arm), ὅλοι μας (wir alle) χάνουμε εὔκολα τὴ σκέψη μας». Γι᾿ αὐτὸ ὁ Χάιντεγκερ ἀναζήτησε τὴ λαϊκὴ ζεστασιὰ τοῦ τόπου του, χωρὶς ποτὲ νὰ ὑπάρξει λαϊκὸς ἀγωνιστής. Ἐπειδὴ γι᾿ αὐτὸν ἡ σκέψη ἔχει ἐντοπιότητα.

   Ἡ Σουαβία μὲ ὁδηγεῖ συνειρμικὰ στὴν Κρακοβία. Ἐκεῖ, μᾶς λέγει ὁ Μαρτῖνος Μποῦμπερ, κάποτε ζοῦσε ἕνας φτωχὸς καὶ εὐσεβὴς ραββῖνος, ὁ Ἄϊζικ. Ὁ ὁποῖος ὀνειρεύτηκε πὼς μακριὰ στὴν Πράγα, κάτω ἀπὸ τὴ γέφυρα ποὺ ἔβγαζε στὸ βασιλικὸ παλάτι, ὑπῆρχε κρυμμένος ἕνας θησαυρός. Καὶ πὼς ἔπρεπε νὰ πάει νὰ τὸν βρεῖ. Δὲν ἔδωσε σημασία στὸ ὄνειρὀ του. Ὅμως τὸ εἶδε καὶ τὶς ἑπόμενες δύο βραδυές. Ὁπότε ἀποφάσισε νὰ πάει νὰ τὸν βρεῖ. Ὅταν ὕστερα ἀπὸ κοπιαστικὸ ὁδοιπορία ἔφτασε μπροστὰ στὴ γέφυρα, βλέπει μὲ ἀπογοήτευση τούτη νὰ φρουρεῖται νύχτα μέρα, ἀπὸ τή βασιλικὴ φρουρά. Καὶ ἄρχισε νὰ περιτριγυρίζει τὸν τόπο, ἀναμένοντας νὰ ἐκμεταλλευτεῖ καμμιὰ εὐκαιρία ἀπουσίας τοῦ σκοποῦ. Ὥσπου ἔπεσε στὴν ἀντίληψη τοῦ ἀξιωματικοῦ τῆς φρουρᾶς. Τοῦτος ὁ τελευταῖος τὸν καλεῖ καὶ τὸν ρωτάει, ἂν ἔχασε τίποτα. Ὁ ἁπλοϊκὸς ραββῖνος διηγεῖται στὸν ἀξιωματικὸ τὸ ὄνειρό του.

   «Ἀλήθεια, φτωχέ μου ἄνθρωπε» τοῦ ἀπαντάει ὁ ἀξιωματικὸς γελώντας, «χάλασες τὰ παπούτσια σου κάνοντας τόσο δρόμο γιὰ ἕνα ὄνειρο! Ποιός λογικὸς ἄνθρωπος θὰ πίστευε σὲ ἕνα ὄνειρο; Καὶ ἐγὼ -συνεχίζει ὁ ἀξιωματικὸς- εἶδα ἕνα ὄνειρο, ἀλλὰ δὲν τοῦ ἔδωσα σημασία. Μοῦ εἶπε νὰ πάω στὴν Κρακοβία καὶ νὰ ψάξω γιὰ ἕνα θησαυρὸ στὸ σπίτι τοῦ ραββίνου Ἄϊζικ, ποὺ εἶναι κρυμμένος σὲ μιὰ σκονισμένη γωνιά, πίσω ἀπὸ τὴ θερμάστρα.» Ὁ ραββῖνος παραξενεύτηκε πολύ, ἀλλὰ δὲν εἶπε τίποτε. Χαιρέτισε τὸν ἀξιωματικὸ καὶ ἔσπευσε πρὸς τὸ σπίτι του, ὅπου πραγματικὰ βρῆκε τὸν θησαυρὸ καὶ ἔγινε πλούσιος.

   Ὁ μύθος δηλοῖ πολλά. Πὼς ὁ πλοῦτος βρίσκεται στὸν τόπο σου. Μόνο ποὺ γιὰ νὰ τὸν μάθεις πρέπει νὰ ταξιδέψεις μακριά, θὰ πᾶς νὰ τὸν ἀναζητήσεις ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει. Καὶ θὰ διακινδυνεύσεις. Ὅμως ὁ ἴδιος ὁ κίνδυνος θὰ σὲ πληροφορήσει ποῦ ἀκριβῶς βρίσκεται ὁ θησαυρός σου. Βεβαίως, ἀκολουθεῖς τὴν ἐσωτερικὴ φωνὴ ἑνὸς ὀνείρου σου, ἡ ὁποία εἶναι ἐπιτακτική, ἀλλὰ καὶ παραπλανητική. Ποὺ στὴ φτώχεια σου θὰ σοῦ προσθέσει καὶ τὴν ξενητειά. Ἀλλὰ μέσα στὰ λόγια ἄλλων ἀνθρώπων, ποὺ οἱ ἴδιοι δὲν κατανοοῦν τὴ σημασία τους ἐσύ θὰ ἀναγνωρίσεις περὶ τίνος πρόκειται. Πρόκειται γιὰ τὴ θερμάστρα τοῦ σπιτιοῦ σου, τὸ θερμουργὸ κέντρο τῆς ὑπάρξεώς σου. Σὲ αὐτὸ τὸν τόπο εἶναι θαμμένος ὁ θησαυρός σου. Ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε πάντοτε ἐκεῖ. Δηλαδή, ἡ φτώχεια ἡ πνευματικὴ ὀφείλεται σὲ ἔλλειψη ἐπιγνώσεως καὶ ὄχι σὲ ἔλλειψη οὐσίας. Διότι κάθε ὕπαρξη διαθέτει οὐσία ἐκ δωρεᾶς.

   Εἴπαμε ὅμως πὼς γιὰ νὰ πλουτίσεις μὲ τὴν οὐσία σου πρέπει πρῶτα νὰ ξενητευθεῖς καὶ νὰ κινδυνεύσεις. Ὁ φτωχὸς ραββῖνος θὰ μποροῦσε νὰ χαθεῖ μέσα στὴν ξένη πόλη, θὰ μποροῦσε νὰ λησμονήσει παντελῶς τὸ σπίτι του ἢ θὰ μποροῦσε νὰ προσληφθεῖ ἰσόβιος φύλακας ξένων βασιλικῶν παλατιῶν, ψωμιζόμενος ἀπὸ τὰ περισσεύματα ἀλλότριων τραπεζιῶν, θὰ μποροῦσε μάλιστα νὰ ἐπισκέπτεται κατὰ καιροὺς τοὺς Κρακοβίους, ἐπιδεικνύοντας κομπαστικὰ τὰ φανταχτερὰ περίαπτα τῆς στολῆς τοῦ βασιλικοῦ φρουροῦ. Καλύπτοντας ἔτσι τὴν οὐσιαστικὴ φτώχεια του, ὑλικὴ καὶ πνευματική.

   Ὅμως ὁ Ἄϊζικ ἦταν εὐσεβής -καὶ δὲν χάθηκε. Γιὰ τὴν εὐσέβεια τῆς σκέψης μιλάει καὶ ὁ Χάιντεγκερ. Ὁ ὁποῖος στὴν παραπάνω ὁμιλία του πρὸς τοὺς συμπατριῶτες του, τοὺς λέγει πὼς γιὰ τὴν ὀρθὴ σκέψη «εἶναι ἀρκετὸ νὰ σταθοῦμε σὲ αὐτὸ ποὺ μᾶς εἶναι πλησίον καὶ νὰ σκεφτοῦμε ἐπάνω σὲ αὐτὸ ποὺ μᾶς εἶναι τὸ πιὸ κοντινό, σὲ αὐτὸ ποὺ ἀφορᾶ τὸν καθένα μας, ἐδῶ καὶ τώρα. Ἐδῶ: σὲ τούτη τὴ γωνιὰ τῆς γενέθλιας γῆς. Τώρα: στὴν παρούσα ὥρα τοῦ κόσμου.»

   Ὁ περαστικὸς ἀπὸ τὴ χώρα μας διακεκριμένος συμπατριώτης κύριος Ἀξελός, ποὺ μᾶς μίλησε τὴν περασμένη Δευτέρα ἀπὸ τηλεοράσεως, φαίνεται πὼς ἐκτιμάει τὴ σκέψη τοῦ Χάιντεγκερ. Μέχρις ὁρισμένου σημείου, βεβαίως.

(«Ἡ Καθημερινή», 13-5-1988· ἀναδημοσίευσις: «Δοκίμια ἰδεῶν: Ἑκατὸ μικρὰ δοκίμια γιὰ τὸ πνεῦμα τῶν καιρῶν μας», ἐκδ. Δωδώνη, Ἀθήνα - Γιάννινα 1993, ISBN 960-248-633-3, σελ. 280-283)

* * *

   Ἡ Ἰθάκη. (Ἤ, ὅπως λέγει ἡ ψυχολογία, ἡ «ἐπιστροφὴ στὴν μήτρα»; ) Τὰ παιχνίδια τῆς μοίρας εἶναι οἱ Λαιστρυγόνες καὶ οἱ Κύκλωπες. Θὰ μοῦ πεῖτε, τὸν βρίσκουμε τελικῶς τὸν θησαυρό, ὅπως ὁ φτωχὸς ραββῖνος στὴν Ἰθάκη; Ἢ ἡ Ἰθάκη εἶναι φτωχική; Μά, ἀκριβῶς, βρίσκει τὸν θησαυρὸ ὁ φτωχὸς ραββῖνος, διότι κατάλαβε οἱ Ἰθάκες, καὶ οἱ θησαυροὶ τὶ σημαίνουν. Τὸ ταξίδι ἔχει σημασία, ἀλλὰ μὴν ξεχνᾶτε, σημασία ἔχει ἐπειδὴ ὑπάρχει ἡ Ἰθάκη. Χωρὶς τὴν Ἰθάκη δὲν ὑπάρχει οὔτε ταξίδι. Κόσμος καὶ κέντρο ὁ ἄνθρωπος, σὰν τὶς ἀκτίνες τοῦ ἥλιου ξανοίγεται, καὶ χάνεται, στὰ πέρατα τοῦ σύμπαντος· κουβαλώντας τὴν θέρμη τοῦ πυρῆνος.

* * *

   Καὶ ὁ φτωχὸς ραββῖνος ταξιδεύει γιὰ τὴν Πράγα μὲ τὰ βασιλικὰ παλάτια. Καὶ ὁ ὀνειρευτὴς Κιουρέινς γιὰ τὴν μυθικὴ Σελεφαΐδα, στὸ ὡραιότερο ἴσως κατὰ τὴν γνώμη μου διήγημα τοῦ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ [3] ἀπὸ αὐτὰ τοῦ κύκλου τῶν ὀνειροχωρῶν [4]. Καὶ ἐγκαταλείπει ὄχι μόνον τὴν Ἰθάκη του, ἀλλὰ καὶ τὴν μίζερη πραγματικότητα (πραγματικότητα; ) καὶ τὴν ἐδῶ ψευτοζωὴ καὶ τὸ θνητό του σῶμα, τὸ νεκρό, γκρεμοτσκισμένο στὰ βράχια πτῶμα ἑνὸς ναρκομανοῦς ἀλήτη· καὶ ἀγνοεῖ ὁ κόσμος ὅτι ὁ βασιλιὰς Κιουρέινς ζεῖ αἰώνια πιὰ καὶ βασιλεύει στὴν μυθικὴ Σελεφαΐδα, στὴν κοιλάδα τῆς Ὀόθ-Ναργκάι πέρα ἀπὸ τοὺς Ταναριανοὺς λόφους, ἀπ᾿ ὅπου ξεκινοῦν οἱ γαλέρες ποὺ ἀρμενίζουν στὸν οὐρανὸ γιὰ τὸ συννεφόκαστρο τῆς Σερενάριαν...

   Καὶ ὁ Ράντολφ Κάρτερ, στὴν «Ὀνειρικὴ ἀναζήτηση τῆς ἄγνωστης Καντάθ» [5], ὀνειρεύεται τὴν πόλι τοῦ δειλινοῦ, τὴν δική του ὀνειροχώρα. «Ἔλαμπε ὁλόχρυση κι ἀξιολάτρευτη στὸ ἡλιοβασίλεμα, μὲ τείχη, ναούς, κιονοστοιχίες, ὅμορφες μαρμάρινες τοξωτὲς γέφυρες, ἀσημένια φαντασμογορικὰ συντριβάνια σὲ μεγάλες πλατεῖες κι εὐωδιαστοὺς κήπους. Φαρδεῖς δρόμοι προχωροῦσαν ἀνάμεσα σὲ ντελικάτα δέντρα, σὲ ὑδρίες φορτωμένες λουλούδια καὶ σειρὲς ἀπὸ φιλντισένια ἀγάλματα. Στοὺς ἀπόκρημνους βορινοὺς λόφους ἀνέβαιναν κλιμακωτὰ κόκκινες σκεπὲς καὶ παλιὰ μυτερὰ ἀετώματα, ποὺ ἔκρυβαν χλοερὰ λιθόστρωτα. Ἡ πόλη ἦταν ἕνας πυρετὸς τῶν θεῶν, μιὰ βροντερὴ συνήχηση ἀπὸ σάλπιγγες ὑπερφυσικὲς καὶ θεϊκὰ κύμβαλα.» Κι ἀναζητώντας τὴν πόλι τοῦ δειλινοῦ, φθάνει ὁ Ράντολφ Κάρτερ στὴν μυθικὴ Σελεφαΐδα τοῦ βασιλιᾶ Κιουρέινς. Κι ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ φίλου του ζητεῖ συμβουλή. Ἀλλὰ ὁ βασιλιὰς Κιουρέινς, ποὺ βασιλεύει στὰ ὄνειρα, βλέπει ἄλλα ὄνειρα πιά.

   «Στὰ τελευταῖα ὄνειρα τοῦ Κάρτερ εἶχε βασιλέψει [ὁ Κιουρέινς] διαδοχικὰ στὸ ρὸζ κρυστάλλινο παλάτι τῶν Ἑβδομήντα Ἀπολαύσεων στὴ Σελεφαΐδα καὶ στὸ πυργωτὸ συννεφόκαστρο τῆς Σερενάριαν ποὺ ἐπιπλέει στὸν οὐρανό. Φαινόταν ὅτι δὲν τὸν ἰκανοποιοῦσαν πιὰ ἐκεῖνα τὰ μέρη, γιατὶ βαθιὰ μέσα του λάτρευε πάντα τοὺς ἀγγλικοὺς γκρεμοὺς καὶ τὰ βοσκοτόπια τῆς παιδικῆς του ἡλικίας. [...] Εὐχαρίστως θὰ παρατοῦσε γιὰ πάντα ὅλη τὴν ἐξουσία του, τὴν πολυτέλεια καὶ τὴν ἐλευθερία, γιὰ νὰ ζήσει μιὰ εὐλογημένη μέρα σὰν ἁπλὸ ἀγόρι στὴν ἥσυχη, ἁπλοϊκὴ Ἀγγλία. Ἐκείνη τὴν παλιὰ ἀγαπημένη Ἀγγλία, ποὺ τὸν διαμόρφωσε καὶ ποὺ πάντοτε θὰ εἶναι δικό της ἀναλλοίωτο κομμάτι. [...] Ὁ ἴδιος εἶχε ὀνειρευτεῖ καὶ λαχταρήσει πολλὰ χρόνια τὴ χαριτωμένη Σελεφαΐδα καὶ τὴ γῆ τῆς Ὀόθ-Ναργκάι. Γιὰ χάρη τῆς ἐλευθερίας, τῆς αἴγλης καὶ τῆς μεγάλης ἐμπειρίας, ἀπαλλάχτηκε ἀπὸ τὶς ἀλυσίδες, τὶς συμβατικότητες καὶ τὶς ἀνοησίες τῆς ζωῆς. Μὰ τώρα ποὺ ἦρθε σ᾿ αὐτὴ τὴν πόλη κι ἔγινε βασιλιάς τους, ἀνακάλυψε πὼς ἡ ἐλευθερία, ἡ μονοτονία ἔλλειψης δεσμοῦ μ᾿ ὁτιδήποτε σταθερὸ στὰ αἰσθήματα καὶ τὶς ἀναμνήσεις του, ὅλα, πάλιωσαν πολὺ γρήγορα. Θὰ ἔδινε ὅλο του τὸ βασίλειο γιὰ ν᾿ ἀκούσει τὶς καμπάνες μιᾶς ἐκκλησίας τῆς Κορνουάλης πάνω ἀπὸ χαμηλοὺς ἄδεντρους λόφους, κι ὅλες τὶς χιλιάδες μιναρέδες τῆς Σελεφαΐδας γιὰ τὶς λοξὲς στέγες τοῦ χωριοῦ κοντὰ στὸ σπίτι του. [...] Αὐτὰ εἶπε στὸν Ράντολφ Κάρτερ. Ὁ ἀναζητητὴς ὅμως ἐπέμενε πάντα στὸ σκοπό του.»

   Καὶ ὁ Κιουρέινς, αὐτὸς ποὺ μὲ τὰ ὄνειρά του δημιούργησε τὴν θαυμαστὴ χώρα ὅπου βασιλεύει, μὴν ἔχοντας πιὰ τὴν δυνατότητα νὰ ξυπνήσῃ στὸν «πραγματικὸ» κόσμο (ἀφοῦ τὸ σῶμα του ἐκεῖ εἶναι πιὰ νεκρὸ) καὶ νὰ ἀναζητήσῃ τὴν ταπεινὴ πατρίδα τῆς νιότης του (ὑπάρχει; ), κάνει τὸ δεύτερο καλύτερο· μέσα στὸ ὄνειρό του ὀνειρεύεται καὶ δημιουργεῖ τὴν ἐπαρχιακὴ Ἀγγλία, ὄνειρο μέσα σὲ ὄνειρο.

   Ἀλλὰ ὁ Ράντολφ Κάρτερ δὲν πτοεῖται· πρέπει νὰ ὁλοκληρώσῃ τὴν δική του ἀναζήτησι. Συνεχίζει τὸ ταξίδι του καὶ φθάνει τελικῶς στὴν φοβερὴ Καντὰθ τῶν Μεγάλων Θεῶν, ἐλπίζοντας πὼς θὰ τοῦ δείξουν ἐκεῖνοι τὸν δρόμο γιὰ τὴν πόλι τοῦ δειλινοῦ. Καὶ δὲν βρίσκει τοὺς Μεγάλους Θεούς, ἀλλὰ τὸν ἀγγελιαφόρο τῶν Ἄλλων Θεῶν, τὸ Ἔρπον Χάος, τὸν Νυαρλαθοτέπ, καὶ ἀπὸ αὐτόν, τὸν ἀνελέητο, τὸν ψεύτη, θὰ ἀκούσῃ τὴν ἀλήθεια:

   «Δὲν εἶναι δύσκολο νὰ βρεῖς ὅτι αὐτὸ τὸ σύμβολο καὶ τὸ κειμήλιο τῶν ἡμερῶν τῆς ἀναζήτησής σου γιὰ ἀλήθεια, δὲν ἀποτελεῖ παρὰ τὸ σταθερὸ κι αἰώνιο πετράδι, ποὺ μέσα του ὅλη αὐτὴ ἡ ἀναζήτηση λαμπυρίζει σὰν κρύσταλλο γιὰ νὰ φωτίσει τὸ δειλινὸ μονοπάτι σου. Πρόσεχε. Δὲν βρίσκεται πέρα ἀπὸ ἄγνωστες θάλασσες, ἀλλὰ πίσω, πάνω ἀπὸ πολὺ γνωστὰ χρόνια ποὺ πρέπει νὰ περάσει ἡ ἀναζήτησή σου αὐτή. Πίσω στὰ λαμπερὰ παράξενα πράγματα τῆς νηπιακῆς ἡλικίας, στὶς γοργὲς ἡλιοπότιστες λάμψεις τῆς μαγείας, ποὺ οἱ παλιὲς εἰκόνες ὁδηγοῦν στοὺς πλατιοὺς ὁρίζοντες τὰ νεαρὰ μάτια σου.
   »Γιατί, μάθε πὼς ἡ χρυσομαρμάρινη πόλη ποὺ γυρεύεις, εἶναι τὸ σύνολο μονάχα ὅσων ἔχεις δεῖ κι ἀγαπήσει στὴ νιότη σου. Εἶναι ἡ λάμψη ἀπ᾿ τὰ δυτικὰ κεραμίδια καὶ παράθυρα ποὺ φλέγονται στὸ ἡλιοβασίλεμα, στὶς πλαγιὲς τῶν λόφων τῆς Βοστόνης. Εἶναι τὸ ἄρωμα τῶν λουλουδιῶν τοῦ Κάμον κι ὁ μεγάλος τροῦλος στὸ λόφο, τὰ μπερδεμένα ἀετώματα κι οἱ καπνοδόχες στὴ μενεξεδένια κοιλάδα, ὅπου τὰ πολλὰ γεφυρωμένα ρυάκια κυλοῦν δροσερά. Αὐτὰ τὰ πράγματα ἔβλεπες, Ράντολφ Κάρτερ, ὅταν ἡ παραμάνα σου σ᾿ ἔσπρωχνε τότε στὸ καροτσάκι σου τὴν ἄνοιξη, καὶ θἀ ᾿ναι τὰ τελευταῖα ποὺ θὰ βλέπεις πάντα μὲ τὰ μάτια τῆς μνήμης καὶ τῆς ἀγάπης. Καὶ ὑπάρχει τὸ ἀρχαῖο Σάλεμ μὲ τὰ μελαγχολικά του χρόνια, τὸ φασματικό Μάρμπλχεντ, σκαρφαλωμένο στοὺς βραχογκρεμούς του μέσα στὶς περασμένες ἑκατονταετίες κι ἡ δόξα τῶν πύργων τοῦ Σάλεμ μὲ τοὺς σιδερένιους ἀνεμοδεῖχτες του, μακριὰ ἀπὸ τὰ βοσκοτόπια τοῦ Μάρμπλχεντ πρὸς τὸ λιμάνι, ἀντίκρυ στὴ δύση τοῦ ἥλιου.
   »Ὑπάρχει τὸ Πρόβιντενς, ἰδιόρρυθμο κι ἀρχοντικὸ στοὺς ἑφτὰ λόφους του, πάνω ἀπὸ τὸ γαλάζιο λιμάνι μὲ τὰ πράσινα μονοπάτια, ποὺ ὁδηγοῦν ψηλὰ στὸν γκρεμὸ καὶ στ᾿ ἀρχαῖα ἀλλὰ ζωντανὰ ἀκόμη ἐρείπια. Εἶναι τὸ Νιούπορτ, σκαρφαλωμένο σὰν στοιχειὸ στὸν κυματοθραύστη ποὺ ὀνειρεύεται. Ὑπάρχει τὸ Ἄρκαμ μὲ τὶς σκεπασμένες ἀπὸ βρύα στέγες καὶ πίσω του τὰ πέτρινα κατηφορικὰ λιβάδια. Εἶναι καὶ τὸ παμπάλαιο Κίνγκσπορτ, γκρίζο ἀπὸ τὶς ἀμέτρητες καπνοδόχες καὶ τὰ ἐρημωμένα ὀρυχεῖα, τὰ κρεμασμένα στὸν ἀέρα ἀετώματα, τὸ θαῦμα τῶν ψηλῶν γκρεμῶν καὶ τὸν ἄσπρο ὀμιχλώδη ὠκεανὸ μὲ τὶς σημαδοῦρες γιὰ τὰ περάσματα πέρα.
   »Δροσερὰ λαγκάδια στὸ Κόνκορντ, λιθοστρωμένα δρομάκια στὸ Πόρτσμουθ, μισόφωτες στροφὲς τῶν ἀγροτικῶν δρόμων τοῦ Νιου Χάμσαϊρ, ὅπου γιγάντιες φτελιὲς μισοκρύβουν λευκοὺς τοίχους ἀγροικιῶν καὶ τρίζοντας τοὺς χαϊδεύουν ἁπαλά. Οἱ ἁρμυρὲς ἀποβάθρες τοῦ Γκλάουσεστερ καὶ τοῦ Τροῦρο οἱ χειμωνιάτικες ἰτιές. Εἰκόνες ἀπὸ μακρινὰ καμπαναριά, πόλεις καὶ λόφοι πέρα ἀπὸ λόφους σ᾿ ὅλη τὴ βόρεια ἀκτή. Κι ἀκόμη σιωπηλές, βραχώδεις πλαγιὲς καὶ χαμηλά, σκεπασμένα μὲ κισσὸ ἀγροτόσπιτα στ᾿ ἀπάνεμα τῶν πελώριων βράχων στὴν πίσω ἐξοχὴ τοῦ Ρὸντ Ἄιλαντ. Μυρωδιὰ τῆς θάλασσας κι ἄρωμα τῶν λιβαδιῶν· γοητεία τῶν σκούρων δέντρων καὶ χαρὰ τῶν ὀπωροφόρων καὶ τῶν κήπων τὴν αὐγή. Αὐτά, Ράντολφ Κάρτερ, εἶναι ἡ πόλη σου, γιατὶ αὐτὰ εἶναι ὁ ἑαυτός σου. Σὲ γέννησε ἡ Νέα Ἀγγλία καὶ στάλαξε στὴν ψυχή σου μιὰ φευγαλέα ὀμορφιά, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ πεθάνει. Αὐτὴ ἡ ὀμορφιὰ διαμορφωμένη, κρυσταλλωμένη κι ἐξευγενισμένη ἀπὸ χρόνια μνήμης κι ὀνείρου, εἶναι ὁ μεγαλωμένος σου θαυμασμὸς γι᾿ ἀπροσδιόριστα δειλινά. Γιὰ νὰ βρεῖς αὐτὸν τὸ μαρμάρινο ἐξώστη μὲ τὶς ἀλλόκοτες ὑδρίες καὶ τὸ σκαλισμένο κιγκλίδωμα καὶ νὰ κατεβεῖς τελικὰ τὶς ἀτέλειωτες καγκελωτὲς σκάλες πρὸς τὶς ἀνοιχτὲς πλατεῖες τῆς πόλης καὶ τὶς ἀστραφτερές κρῆνες, χρειάζεται μόνο νὰ γυρίσεις πίσω στὶς σκέψεις καὶ τὶς ὀπτασίες τῆς μελαγχολικῆς παιδικῆς σου ἡλικίας.»

* * *

   Εἶναι ὅμως ἡ Ἰθάκη, φτωχικὴ ἔστω, ἀλλὰ ἐκεῖ, καὶ μᾶς περιμένει; Γιατὶ κι ὁ ὄμορφος, ἐξόριστος πρίγκηπας καὶ ραψωδός ὁ Ἰρανόν, ἀναζητοῦσε καὶ τραγουδοῦσε τὴν πατρίδα τῶν παιδικῶν του χρόνων καὶ τῶν ὀνείρων του [6]. Ἐδῶ, μάλιστα, ἡ ὀνειροχώρα τῆς μεγάλης ἀναζήτησης καὶ ἡ ἀγαπημένη μητρικὴ Ἰθάκη ταυτίζονται ἐξ ἀρχῆς. Ἀλλὰ ἡ ἀλήθεια (ἡ ἀλήθεια; ) εἶναι πολὺ πικρὴ στὴν ἱστορία τοῦ Ἰρανόν. Ὅταν μετὰ ἀπὸ χρόνια καὶ χρόνια ἀναζήτησης καὶ τραγουδιοῦ μαθαίνει ὅτι ἡ πατρίδα τῶν ὀνείρων του δὲν ὑπῆρξε ποτέ. Κι ὅτι ὁ ἴδιος δὲν εἶναι πρίγκηπας, ἐξόριστος ἀπὸ παιδί, ἀλλὰ ἕνας τρελός, φαντασιόπληκτος ζητιάνος. Καὶ γίνεται, τότε γίνεται, ἕνας φτωχὸς γερο-ζητιάνος ὁ ὄμορφος πρίγκηπας, καὶ χάνεται, τότε χάνεται, γιὰ πάντα ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ κόσμου ἡ ὀνειρικὴ πατρίδα...

   Ὑπάρχει, λοιπόν ἡ Ἰθάκη; Καὶ ποῦ βρίσκεται; Ἤ, μᾶλλον, μποροῦμε πιὰ νὰ γυρίσουμε σ᾿ αὐτήν; Ἢ χάσαμε τὸν χάρτη τοῦ γυρισμοῦ καὶ τὰ κλειδιὰ τῆς πύλης, ἐξόριστοι κι ἀνέστιοι καὶ πλάνητες γιὰ πάντα;

μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον
σπεῦδε, τὰν δ᾿ ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν.
(Πίνδαρος, Πυθιόνικος 3, 61-62· Ψυχούλα μου, μὴ ζητᾷς ἀθάνατη ζωή· πορέψου μὲ τὸν τρόπο ποὺ εἶναι σύμμετρος στὴ δύναμή σου.)

* * *

[1] Ἐν ἀντιθέσει μὲ τὴν ἱστορία γιὰ τὸν θάνατο, τὴν ὁποίαν, χάριν τῆς ὡραιότητός της, μεταφέρω ἐδῶ:
   «Ἕνας στρατιώτης εἶδε στὴν ἀγορὰ τὸν Θάνατο νὰ τοῦ κάνει ἀπειλητικὴ χειρονομία.  Πῆγε στὸν Βασιλιὰ καὶ τοῦ ζήτησε νὰ πάει ἀποστολὴ μακρυά, στὴν Σαμαρκάνδη.
     »Ὁ Βασιλιὰς κάλεσε τὸν Θάνατο καὶ τοῦ παραπονέθηκε ὅτι κατατρόμαξε τὸν πιὸ γενναῖο του στρατιώτη.  Καὶ ὁ Θἀνατος ἅπλωσε τὰ χέρια καὶ διαμαρτυρήθηκε πὼς δὲν ἦταν ἀπειλὴ ἡ χειρονομία του ἀλλὰ ἔκπληξη, βλέποντας τὸν στρατιώτη ἐκεῖ, ἐνῶ εἶχαν ραντεβοὺ τὴν ἑπόμενη μέρα, μακρυά, στὴν Σαμαρκάνδη.»

Χρῆστος Μαλεβίτσης
[2] Ἀλησμόνητες οἱ φιλοσοφικὲς ἐπιφυλλίδες του στὴν «Καθημερινὴ» τῆς Ἑλένης Βλάχου. Ἄλλα κείμενα τοῦ Χρήστου Μαλεβίτση ἀπὸ τὴν συλλογή μου: «Ὁ Χρῆστος Μαλεβίτσης γιὰ τὰ πνεύματα καὶ τὸ Πνεῦμα»· «Τὸ παρδαλὸ γατάκι».

[3] Χ.Φ. Λάβκραφτ, «Σελεφαΐς», 1920.

[4] Χ.Φ. Λάβκραφτ (1890-1937). Ὁ κύκλος τῶν ὀνειροχωρῶν· ἡ πρώτη, «ντανσανικὴ» (ἐμπνευσμένη ἀρχικῶς ἀπὸ τὸν Λόρδο Ντάνσανυ), συγγραφικὴ περίοδος τοῦ Λάβκραφτ: «Τὸ ἄσπρο καράβι», «Ἡ κατάρα ποὺ χτύπησε τὴ Σαρνάθ», «Οἱ γάτες τῆς Οὐλθάρ», «Σελεφαΐς», «Ἡ ἀναζήτηση τοῦ Ἰρανόν», «Οἱ ἄλλοι θεοί», «Ἡ ὀνειρικὴ ἀναζήτηση τῆς ἄγνωστης Καντάθ», «Τὸ παράξενο, ψηλὸ σπίτι στὴν καταχνιά», «Τὸ ἀσημένιο κλειδί», «Πέρα ἀπὸ τὶς πύλες τοῦ ἀσημένιου κλειδιοῦ». Ὁ κύκλος τοῦ Κθούλου· ἡ δεύτερη καὶ ὡριμότερη συγγραφικὴ περίοδος τοῦ Λάβκραφτ: «Δαγών», «Ἡ ἀκατονόμαστη πόλη», «Νυαρλαθοτέπ», «Τὸ κάλεσμα τοῦ Κθούλου», «Ὁ τρόμος τοῦ Ντάνγουιτς», «Τὸ πλάσμα ποὺ ψιθύριζε στὸ σκοτάδι», «Τὰ βουνὰ τῆς τρέλας», «Ἡ σκιὰ τοῦ Ἴνσμουθ», «Τὰ ὄνειρα τοῦ σπιτιοῦ τῆς μάγισσας», «Τὸ πλάσμα στὸ κατώφλι», «Ὁ ναὸς τοῦ τρόμου», «Μέσα στὴν ἄβυσσο τοῦ χρόνου», «Τὸ κάλεσμα ἀπ᾿ τὸ ὑπερπέραν». (Οἱ «Ἄλλοι θεοί» καὶ ἡ «Ὀνειρικὴ ἀναζήτηση τῆς ἄγνωστης Καντάθ» μποροῦν νὰ ἐνταχθοῦν καὶ σὲ αὐτὴν τὴν κατηγορία.) Οἱ τίτλοι, κατὰ τὴν μετάφρασι τῶν ἐκδόσεων «Αἴολος».

[5] Χ.Φ. Λάβκραφτ, «Ἡ ὀνειρικὴ ἀναζήτηση τῆς ἄγνωστης Καντάθ», 1927. Τὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ Χ.Φ. Λάβκραφτ, «Ἡ ὀνειρική ἀναζήτηση τῆς ἄγνωστης Καντάθ», Αἴολος, Ἀθήνα 1988, ISBN 960-7267-51-6.

[6] Χ.Φ. Λάβκραφτ, «Ἡ ἀναζήτηση τοῦ Ἰρανόν», 1921.

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2011

Μῦθος λόγου τινὸς ἔμφασίς ἐστιν

Ἡ σημερινὴ ἀνοιξιάτικη ἡμέρα κάνει καὶ τὸν πλέον ἀρνητικὰ προκατειλημμένο νὰ νιώσῃ τὶ σημαίνει Εὐαγγελισμός -τῆς Φύσεως, τοῦ Γένους ἢ τοῦ Θεοῦ, ἀξεδιάλυτα. Χρόνια Πολλά Ἕλληνες!

Κωνσταντῖνος Παρθένης,  «Ὁ Εὐαγγελισμός», 1920.

Ἐσκόπευα νὰ γράψω περισσότερα -ἐπιφυλλάσσομαι-, δὲν μπορῶ ὅμως νὰ μὴν ἀναφερθῶ στὸ ἐξαιρετικὸ ἔργο τῶν συνεργατῶν καὶ φίλων τοῦ Ἀντίβαρου. Ὁ Φάκελος τοῦ 1821 εἶναι ἕνας θησαυρὸς ἱστορικῆς μνήμης.

Καὶ δυὸ λόγια γιὰ τὸ πολυσυζητημένο ντοκυμανταὶρ τοῦ ΣΚΑΪ. Εἶναι κατ᾿ ἀρχὴν θετικὸ ὅτι τὸ κανάλι συμβάλλει στὴν προώθησι τῆς ἐνασχολήσεως μὲ τὴν Ἱστορία μας (δηλαδὴ μὲ τὴν ἐθνική μας αὐτογνωσία· αὐτὸ σημαίνει Ἱστορία), καὶ τώρα καὶ μὲ παλαιότερες παραγωγὲς (100 κορυφαῖοι Ἕλληνες τῆς Ἱστορίας κ.ἄ.) Δὲν πρέπει νὰ φοβούμαστε τὰ ἀρνητικὰ τῶν διαφημιστικῶν σκοπιμοτήτων τῆς τηλεοράσεως τοῦ μαζικοῦ καταναλωτισμοῦ. (Ἀκόμη θυμοῦμαι -καὶ φρίττω- τὴν  κακόγουστη καὶ αἰσχρὴ ἀφίσσα μὲ τὸν Κολοκοτρώνη γιὰ τοὺς «100 Ἕλληνες»: «Ψηφίστε με ἐπειδὴ ἔγινα κλέφτης γιὰ χάρη σας!») Ἔστω κι ἔτσι, ὁ καθένας θὰ μυρίσῃ λίγο μπαρούτι, θὰ νιώσῃ τὴν μέθη ἀπὸ τὸν ἀχὸ τῶν ἁρμάτων τῆς λευτεριᾶς· τὸ 1821 δὲν κινδυνεύει ἀπὸ κανέναν· καὶ τὸ «ἀθάνατο κρασί» του μπορεῖ ἀκόμη νὰ ξυπνᾷ τὰ ναρκωμένα κύτταρα τῆς ψυχῆς μας.

Πρὲπει ὅμως νὰ εἴμαστε αὐστηροὶ μὲ τὸν κάθε ἡμιμαθὴ ἐθνομηδενιστὴ καὶ χαμερπὴ γραικύλο, ὁ ὁποῖος ἀκούει π.χ. περὶ «μύθου» τῆς 25ης Μαρτίου καὶ τῆς Ἁγίας Λαύρας καὶ βγαίνει στοὺς δρόμους καὶ στὶς γειτονιὲς μὲ τὴν ἀξίνα γιὰ κατεδάφισι, προκειμένου νὰ ἰκανοποιήσῃ τὴν μειονεξία του (εἶναι βαρὺ φορτίο νὰ εἶσαι Ἕλλην· προνόμιο μέν, βαρὺ δέ· τί νομίζατε; )

«Μῦθος λόγου τινὸς ἔμφασίς ἐστιν, ἀνακλῶντος ἐπ᾿ ἄλλα τὴν διάνοιαν.» (Πλούταρχος, «Περὶ  Ἴσιδος καὶ Ὀσίριδος», Steph. σελ. 351,A)

Ἂς πεῖ κάποιος σὲ αὐτοὺς τοὺς μικρόνοες τὶ σημαίνει ἡ λέξις μῦθος. Ὁ μῦθος εἶναι ἡ Ἀλήθεια (μὲ Α κεφαλαῖο). Ἡ ὄντως πραγματικότητα, τὸ διαχρονικὸ ἀπόσταγμα τῆς συλλογικῆς σοφίας καὶ ἐμπειρίας, ἡ βαθύτερη πραγματικότητα τῆς ἐθνικῆς ψυχῆς. Καὶ ὡς τέτοιος, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι ἀληθινός. Ἡ κατ᾿ ἐξοχὴν ἀλήθεια. (Τὸ ὅτι ὅλοι οἱ μεγάλοι πολιτισμοὶ τῆς Ἱστορίας, ἀλλὰ καὶ οἱ πρωτόγονες ἀκόμη φυλές, ἀπὸ τὰς Ἀθήνας τοῦ Χρυσοῦ Αἰῶνος ἔως τοὺς Ἀβορίγινες τῆς Αὐστραλίας, πλὴν τῆς δικῆς μας παρακμιακῆς ἐποχῆς, σἐβονταν-, μᾶλλον ἐβίωναν, τὸν μῦθο, κάτι θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς λέγῃ.)

Ποιά εἶναι τὰ ἀκριβῆ, ἐπὶ μέρους δεδομένα τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητας; Τὸ βίντεο καὶ τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα τοῦ Ἀντίβαρου, καρπὸς ἱστορικῆς ἐρεύνης ἀπὸ εἰδικούς, τὰ ἀναφέρουν μὲ λεπτομέρειες. Μὲ δυὸ λόγια:

- Καὶ λάβαρο τοῦ Σταυροῦ ὕψωσε ὁ Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανός, πρωτοστάτης τῆς Ἐπαναστάσεως στὴν Πελοπόννησο·
- Καὶ στὴν Ἁγία Λαύρα συγκεντρώθηκαν πρόκριτοι καὶ καπεταναῖοι, τοῦ Γερμανοῦ συμπεριλαμβανομένου (μία ἑβδομάδα περίπου ἐνωρίτερα)·
- Καὶ ὅλοι οἱ Ἕλληνες, ἀπὸ τὸν Δούναβι ἔως τὴν Κύπρο, ὑψώσανε τὰ λάβαρα γιὰ τὴν Ἑλλάδα·
- Καὶ «Ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος» ἐκάλεσε τοὺς Ἕλληνες νὰ ἀγωνιστοῦν ὁ πρίγκηψ Ὑψηλάντης·
- Καὶ γιὰ τὶς 25 Μαρτίου, ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἐσχεδίαζε τὴν Ἐπανάστασι στὸν Μωριᾶ ἡ Φιλικὴ Ἐταιρεία (τὰ γεγονότα προηγήθηκαν λίγες ἡμέρες, ἀλλὰ περὶ αὐτὴν τὴν ἡμέρα γενικεύτηκε ὁ Ἀγώνας καὶ ἐστάλησαν οἱ διακηρύξεις ἀπὸ τὴν Πάτρα καὶ τὴν Μάνη στὴν Εὐρώπη)·
- Καὶ Ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος, ἐπανέλαβε τὴν προτροπὴ ὁ Γέρος τοῦ Μωριᾶ, μιλώντας στοὺς νέους μαθητὲς τὸ 1838 στὴν Πνύκα·
- Καὶ τὴν ἴδια χρονιά, στὶς 25 Μαρτίου, ἑορτάσθηκε γιὰ πρώτη φορὰ ἐπισήμως ἡ ἐθνική μας ἑορτή, μὲ ὅλον τὸν λαὸ καὶ τοὺς ἀγωνιστὲς νὰ ξεσποῦν σὲ πανηγύρι στοὺς δρόμους καὶ νὰ εὔχονται «Εἰς τὴν Πόλιν! Εἰς τὴν Πόλιν!»
(Βλ. [1] [2] [3] [4] [5] κ.ἄ. στὸν Φάκελο τοῦ 1821.)

Ἔ, τί εἶναι λοιπὸν ὁ μῦθος; Ὁ μῦθος συγκεντρώνει καὶ ἐκφράζει ἐμφατικῶς ὅλα αὐτὰ τὰ ἱστορικῶς ἀκριβῆ καὶ τεκμηριωμένα γεγονότα, στὸ ἴδιο σημεῖο, στὸν ἴδιο χρόνο.

   Καί, τελευταῖον ἀλλὰ ὄχι ἔσχατον, ἐὰν κάποιοι ἔχουν ἀντίρρησι,
   «Ὁρκίζομαι, ὅτι θέλω τρέφει εἰς τὴν καρδίαν μου ἀδιάλλακτον μίσος ἐναντίον τῶν τυράννων της πατρίδος μου, ὀπαδῶν καὶ τῶν ὁμοφρόνων μὲ τούτους. Θέλω ἐνεργεῖ κατὰ πάντα τρόπον πρὸς βλάβην των καὶ αὐτὸν τὸν παντελῆ ὄλεθρόν των, ὅταν ἡ περίστασις τὸ συγχωρήσῃ»,
   ὡρκίζοντο τὸν μέγα ὅρκον οἱ Φιλικοί, καθώς,
   «Τέλος πάντων ὁρκίζομαι εἰς σέ, ὦ ἱερὰ πλὴν τρισαθλία Πατρίς, ὁρκίζομαι εἰς τοὺς πολυχρονίους βασάνους Σου, ὁρκίζομαι εἰς τὰ πικρὰ δάκρυα, τὰ ὁποῖα τόσους αἰώνας ἔχυσαν καὶ χύνουν τὰ ταλαίπωρα τέκνα Σου, εἰς τὰ ἴδια μου δάκρυα, χυνόμενα κατὰ ταύτην τὴν στιγμήν, καὶ εἰς τὴν μέλλουσαν ἐλευθερίαν τῶν ὁμογενῶν μου, ὅτι ἀφιερώνομαι ὅλως εἰς Σέ. Εἰς τὸ ἑξῆς Σὺ θέλεις εἶσαι ἡ αἰτία καὶ ὁ σκοπὸς τῶν διαλογισμῶν μου. Τὸ ὄνομά Σου ὁ ὁδηγὸς τῶν πράξεών μου καὶ ἡ εὐτυχία Σου ἡ ἀνταμοιβὴ τῶν κόπων μου.»

* * *

Βίντεο - 1821 - Ἀντίκρουση ἀπὸ τὸ Ἀντίβαρο







* * *

Ὑ.Γ.  Ἡ ξυπόλητη παρέλασις ποὺ ὀργανώνει  ἡ κυβέρνησις τοῦ μνημονίου μὲ προσβάλλει ὡς Ἕλληνα. Ἄμα δὲν μοῦ φθάνουν τὰ λεφτά, δὲν θὰ φάω, ἀλλὰ στὸν γάμο θὰ πάω μὲ κοστούμι.

Καὶ ἐπ᾿ οὐδενὶ δὲν θέλω νὰ μειώσω, κάθε ἄλλο, τοὺς στρατιῶτες μας ποὺ παρήλασαν μὲ φρόνημα, δυναμισμὸ καὶ ἄψογο συγχρονισμὸ καὶ πειθαρχία. (Ἴσα-ἴσα, ὅποιος ἔχει πάει στρατὸ ξέρει τὶ ἐξάσκησι ἔκαναν. Ἐδῶ κάναμε ἐμεῖς, ὡς ἁπλοὶ στρατιῶτες καὶ ὠς ΥΕΑ· πόσο μᾶλλον οἱ Εὐέλπιδες, οἱ Εἰδικὲς Δυνάμεις, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα τμήματα ποὺ προετοιμάστηκαν γιὰ τὴν μεγάλη παρέλασι.)

Ἀλλὰ τί θὰ γίνῃ; Θὰ προσβάλουμε καὶ τοῦ χρόνου τοὺς ἀγωνιστὲς τοῦ 1821 καὶ τὴν ἐθνικὴ ἐπέτειο, βγάζοντας τὸν στρατό μας ξυπόλητο, χωρὶς μηχανοκίνητα τμήματα; Ἄμα δὲν ἔχουμε χρήματα γιὰ τοὺς τοκογλύφους, νὰ μὴν φᾶμε· τὸ 1821 θὰ τὸ τιμοῦμε ὅπως πρέπει.

(Ἔχω πεθυμήσει τὰ χρόνια, σὰν ὄνειρο εἶναι, ποὺ μικρόν-μικρόν, μὲ ἔπαιρνε ὀ πατέρας μου καὶ πηγαίναμε στὴν παρέλασι, καὶ θαύμαζα τὰ τεθωρακισμένα, τὰ πυροβόλα καὶ τοὺς πυραύλους... καὶ τὰ ἀεροσκάφη ποὺ ἔσκιζαν τὸν οὐρανό...)

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

Γειά καὶ χαρά σου, αἴγαγρε!

Τοῦ αἰγάγρου

Ὁ Ἀνδρέας Ἐμπειρίκος σὲ πανικὸν (ἤτοι ἐκ τοῦ Πανός) οἶστρον.

Πήδηξε ὁ αἴγαγρος καὶ στάθηκε σὲ μιὰ ψηλὴ κορφή. Στητὸς καὶ ρουθουνίζοντας κοιτάζει τὸν κάμπο καὶ ἀφουγκράζεται πρὶν ἄλλο σκίρτημα σὲ ἄλλη κορφὴ τὸν πάῃ.

Τὰ μάτια του λάμπουν σὰν κρύσταλλα καὶ μοιάζουν μὲ μάτια ἀετοῦ, ἢ ἀνθρώπου ποὺ μέγας οἶστρος τὸν κατέχει. Τὸ τρίχωμά του εἶναι στιλπνὸ καὶ ἀνάμεσα στὰ πισινά του πόδια, πίσω καὶ κάτω ἀπ’ τὸ κεντρί του, τὸ μέγα σήμαντρον τῆς ἀπολύτου ὀρθοδοξίας ταλαντευόμενον σὲ κάθε σάλεμά του, βαριὰ καὶ μεγαλόπρεπα κουνιέται.

Κάτω ἐκτείνεται ὁ κάμπος μὲ τὰ λερὰ μαγνάδια του καὶ τὶς βαρειὲς καδένες.
Ὁ αἴγαγρος κοιτάζει καὶ ἀφουγκράζεται. Ἀπὸ τὸν κάμπο ἀνεβαίνει μιὰ μυριόστομη κραυγὴ ἀνθρώπων πνευστιώντων.

«Αἴγαγρε! Αἴγαγρε! Ἔλα σὲ μᾶς γιὰ νὰ χαρῆς καὶ νὰ μᾶς σώσῃς.»

Ὁ αἴγαγρος κοιτάζει καὶ ἀφουγκράζεται. Ὅμως δὲν νοιάζεται καθόλου γιὰ ὅλου τοῦ κάτω κόσμου τὴν βοὴ καὶ τὴν ἀντάρα. Στέκει στητὸς στὰ πόδια του, καὶ ὅλο μυρίζει τὸν ἀέρα, σηκώνοντας τὰ χείλη του σὰν σὲ στιγμὲς ὀχείας.

«Αἴγαγρε! Αἴγαγρε! Ἔλα σὲ μᾶς γιὰ νὰ εὐφρανθῆς καὶ νὰ μᾶς σώσῃς. Θὰ σὲ λατρέψουμε ὡς Θεό. Θὰ κτίσουμε ναοὺς γιὰ σένα. Θἄσαι ὁ τράγος ὁ χρυσός! Καὶ ἀκόμη θὰ σοῦ προσφέρουμε πλούσια ταγὴ καὶ ὅλα τὰ πιὸ ἀκριβὰ μανάρια μας… Γιὰ δές!»

Καὶ λέγοντας οἱ ἄνθρωποι τοῦ κάμπου ἔσπρωχναν πρὸς τὸ βουνὸ ἕνα κοπάδι ἀπὸ μικρὲς κατσίκες σπάνιες, ἀπὸ ράτσα.

Ὁ Αἴγαγρος στέκει ἀκίνητος καὶ ὀσμίζεται ἀκόμη τὸν ἀέρα. Ἔπειτα, ξαφνικά, ὑψώνει τὸ κεφάλι του καὶ ἀφήνει μέγα βέλασμα, ποὺ ἀντηχεῖ ἐπάνω καὶ πέρα ἀπ’ τὰ φαράγγια σὰν γέλιο λαγαρό, καὶ μονομιᾶς, μὲ πήδημα γοργό, σὰν βέλος θεόρατο ἢ σὰν διάττων, ἀκόμη πιιο ψηλὰ πετιέται.

Γειά καὶ χαρά σου, Αἴγαγρε! Γιατί νὰ σοῦ φαντάξουν τὰ λόγια τοῦ κάμπου καὶ οἱ φωνές του; Γιατί νὰ προτιμήσῃς τοῦ κάμπου τὰ κατσίκια; Ἔχεις ὅ,τι χρειάζεσαι ἐδῶ καὶ γιὰ βοσκὴ καὶ γιὰ ὀχεῖες καὶ κάτι παρὰ πάνω, κάτι πού, μά τὸν Θεό, δὲν ἤκμασε ποτὲ κάτω στοὺς κάμπους -ἔχεις ἐδῶ τὴν Λευτεριά!

Τὰ κρύσταλλα ποὺ μαζώχθηκαν καὶ φτιάξαν τὸν Κρυστάλλη, ὁ Διονύσιος Σολωμὸς ὁ Μουσηγέτης, ὁ Ἀνδρέας ὁ πρωτόκλητος καὶ πρωτοψάλτης Κάλβος, ὁ Περικλῆς Γιαννόπουλος ποὺ ἑλληνικὰ τὰ ἤθελε ὅλα κ’ ἔκρυβε μέσα του, βαθιά, μία φλογερὴ ψυχὴ Σαβοναρόλα, ὁ μέγας ταγὸς ὁ Δελφικός, ὁ Ἀρχάγγελος Σικελιανὸς ποὺ ἔπλασε τὸ Πάσχα τῶν Ἑλλήνων καὶ ἀνάστησε (Πάσχα καὶ αὐτὸ) τὸν Πάνα, ὁ ἐκ τοῦ Εὐξείνου ποιητὴς ὁ Βάρναλης ὁ Κώστας , αἱ βάτοι αἱ φλεγόμεναι, ὁ Νῖκος Ἐγγονόπουλος καὶ ὁ Νικήτας Ράντος, ὁ Ὀδυσσεὺς Ἐλύτης, ποὺ τὴν ψυχὴ του βάφτισε στὰ ἰωνικὰ νερὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἀρχιπελάγους, ὁ ἐκ Λευκάδος ποιητής, αὐγερινὸς καὶ ἀποσπερίτης, ὁ Νάνος Βαλαωρίτης, αὐτοὶ καὶ λίγοι ἄλλοι, αὐτοὶ ποὺ πῆραν τὰ βουνά, νὰ μὴν τοὺς φάη ὁ κάμπος, δοξολογοῦν τὸν οἶστρο σου καὶ τὸ πυκνό σου σπέρμα, γιὲ τοῦ Πανὸς καὶ μίας ζαρκάδας Ἀφροδίτης.

Γειά καὶ χαρά σου, Αἴγαγρε, ποὺ δὲν ἀγαπᾶς τοὺς κάμπους ! Τί νὰ τοὺς κάνῃς; Ὁ ἥλιος ἐδῶ, κάθε πρωί, σηκώνεται ἀνάμεσα στὰ κέρατά σου! Στὰ μάτια σου λάμπουν οἱ ἀστραπὲς τοῦ Ἰεχωβὰ καὶ ὁ ἵμερος ὁ ἄσβηστος τοῦ Δία, κάθε φορά ποὺ σπέρνεις ἐδῶ, στὰ θηλυκά σου, τὴν ἔνδοξη καὶ ἀπέθαντη γενιά σου!

Γειά καὶ χαρά σου, Αἴγαγρε, ποὺ δὲν θὰ πᾶς στοὺς κάμπους! Γειά καὶ χαρά σου, ποὺ πατᾶς τὰ νυχοπόδαρά σου στῶν ἀπορρώγων κορυφῶν τὰ πιὸ ὑψηλὰ Ὡσαννά!

Εἶπα καὶ ἐλάλησα, Αἴγαγρε, καὶ ἁμαρτίαν οὐκ ἔχω.

(Ἀνδρέας Ἐμπειρίκος, «Τοῦ αἰγάγρου»,  ἀπὸ τὴν «Ὀκτάνα», Γλυφάδα, 12-7-1960)

(Ἀπὸ τὸ ἱστολόγιον «Ἀρετή ΚΑΙ Τόλμη» καὶ τὸ ΥπΠο/ΕΚεΒι/Ἔτος Ἐμπειρίκου 2001.)


* * *

Γειά καὶ χαρά σου, αἴγαγρε, ποὺ δὲν ἀγαπᾷς τοὺς κάμπους

Βοσκοὶ στὴν κορυφὴ τοῦ Παρνασσοῦ (φωτ. Frédéric Boissonnas, 1903)

Τὸ 1966 ὁ Ἀλέξης Δαμιανὸς γυρίζει τὴν περίφημη ταινία του, «Μέχρι τὸ πλοῖο».

Ἡ καθοδική, καὶ πτωτική, πορεία τοῦ ἀνθρώπου, ἀπὸ τὴν αὐθεντικότητα, μοναξιὰ καὶ ἐλευθερία τοῦ σκληροῦ καὶ κακοτράχαλου ἀλλὰ ἁγνοῦ ὄρους, στὴν εὐκολία τοῦ κάμπου καὶ στὴν ἀλλοτρίωσι, στὴν παρακμή, καὶ ἴσως μεγαλύτερη μοναξιά, τῆς πόλης, τοῦ λιμανιοῦ, τελικῶς τῆς ξενιτιᾶς...

Στὶς κορυφὲς τῶν βουνῶν, ἡ αὐθεντικότητα, ἡ ἐλευθερία. Ἴσως, ὅμως, μόνον γιὰ τὸν ὑπεράνθρωπο; Ἢ για τὸν ἀετὸ τοῦ Ὀλύμπου τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ, ἢ τὸν Αἴγαγρο τοῦ Ἐμπειρίκου. Ὁ ἥρωάς μας ἀναγκάζεται νὰ κατεβῇ χαμηλότερα.
«Ὅλοι ἐμεῖς κατρακυλᾶμε καὶ ξενιτευόμαστε σὰν τὰ κοτρώνια ποὺ ἄμα καὶ ξεριζωθοῦμε κατρακυλᾶμε στὸ καταράχι.»

Ἐργάζεται σκληρὰ στὸ σιδεράδικο τοῦ φίλου του, στὴν ράχη τοῦ βουνοῦ. Ἐκεῖ, οἱ πρώτες τριβές. Γιὰ τὸν ἔρωτα τῆς Λενιῶς -ἤδη τὸ πρῶτο θηλυκόν, πτωτικὸν στοιχεῖον!-, ἡ φιλία δοκιμάζεται.
«Ὅλοι εἴμαστε ἁμαρτωλοί. Κι ὁ δεσπότης τὸ ἴδιο. Κι ἐσύ...»

Μὲ πείσμα ὁ ἥρωάς μας χτυπᾷ τὸ σίδερο στὸ ἀμόνι, γιὰ νὰ μαλακώσῃ τὴν πιὸ κι ἀπὸ τὸ σίδερο δοκιμαζόμενη καρδιά του.

Φεύγει. Χαμηλότερα, κατὰ τὸν κάμπο. Ἡ φυσικὴ ζωή, οἱ χυμοὶ τῆς ζωῆς καὶ τοῦ ἔρωτα μὲ τὴν ζουμερὴ βοσκοπούλα, τὴν Νανότα.
Ὁ αἴγαγρος καὶ τὸ ἀγριοκάτσικο

(Ἀνεπανάληπτο ρητὸ ἀπὸ τὴν ταινία, αὐτὸ τοῦ νεαροῦ βοσκόπουλου, τὸ ὁποῖο τρέχει κάθε τόσο νὰ συμμαζέψῃ τὴν ἐξημμένη ἀπὸ ὑπερχειλίζοντες χυμοὺς βοσκοπούλα, ὅπως ἔτρεχε ἀκριβῶς νὰ συμμαζέψῃ καὶ τὶς γίδες κατὰ τὴν περίοδο τῆς γονιμότητος, καὶ ἀφοῦ τελικῶς συμπεραίνει ὅτι κάθε προσπάθεια συμμαζέματος τῆς ἀσυμμάζευτης εἶναι μάταιη: «Μὴ σώσει καὶ γκαστρωθεῖ! Ἐγὼ δὲν δίνω δεκάρα!»)

Ἀλλὰ ὁ κάμπος ἤδη συνιστᾷ πτῶσιν. Καὶ στὰ ὅριά του περνᾷ ὁ ἐπαρχιακὸς δρόμος. Καὶ ὁ δρόμος φέρνει τὴν ψεύτικη κι ἀπατηλὴ λάμψι τῆς πόλης. Ἡ γριὰ τσιγγάνα ξεγελᾷ τὴν βοσκοπούλα. Καὶ ἡ βοσκοπούλα, θέλοντας νὰ γνωρίσῃ τὰ φῶτα τῆς πόλης, παίρνει τὸν δρόμο, κι ἡ ψεύτρα τσιγγάνα τὴν πουλᾷ πόρνη στὸν ἀπατεώνα προαγωγό. Κι ὁ ἥρωάς μας ξεβράζεται τελικῶς κι αὐτός, στὴν πόλη, στὸ λιμάνι.

Ἐκεῖ, σ᾿ ἕνα μικρὸ διαμέρισμα, μαζὶ μὲ ἕνα ζευγάρι ποὺ διαλύεται. Ἡ τριβὴ καὶ ἡ φθορά. Ἡ διάψευσις. Καὶ μόνη διέξοδος, τὸ καράβι γιὰ τὴν Αὐστραλία.

* * *

Ὁ Ἐμπειρίκος, ὁ Σικελιανὸς καὶ ὁ Παλαμᾶς
Πῶς ἐπεξεργάζονται οἱ τρεῖς ποιητὲς τὸν μῦθο τοῦ Πανὸς καὶ τοῦ Διονύσου καὶ πῶς συνθέτουν τὴ συγκρητιστικὴ θεολογία τους


Τοῦ Παντελῆ Μπουκάλα
(«Η Καθημερινή», 17 Ἰουλ. 2001)

Ένας από τους κομβικούς μύθους του Εμπειρίκου είναι ο μύθος του αθάνατου θεού Πανός, ο οποίος αφήνει ανεξίτηλα τα ίχνη του σε όλο το έργο του ποιητή. Στην Παγκόσμιο Συμπολιτεία της Νέας Εποχής, στον «Μεγάλο Ανατολικό», «η επίσημος θρησκεία ήτο η του Πανός», ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και στο επιμνημόσυνο κείμενό του για τη Μαρία Βοναπάρτη ο ποιητής δεν λησμονεί «τους λαγαρούς αυλούς του αιωνίου Πανός». Πόσο θα αυθαιρετούσαμε άραγε αν υποθέταμε ότι ο Εμπειρίκος αναδέχεται και επανεγγράφει, σαφώς μετατοπίζοντάς το και μετατονίζοντάς το, ένα από τα πολλά θέματα της ιδιαίτερα εκτεταμένης παλαμικής ποίησης; Στο «Αργώ ή Πλους αεροστάτου», λοιπόν, ο Πέντρο Ραμίρεθ κραυγάζει: «Ο Μέγας Παν δεν πέθανε! Ο Μέγας Παν δεν πεθαίνει!» Η κραυγή ετούτη, που επιχειρεί να αντισταθεί στην ιστορία, στην ιστορία των θρησκειών και των παθών, έχει ήδη ακουστεί σχεδόν με τα ίδια λόγια το 1897, στη συλλογή του Κωστή Παλαμά «'Ιαμβοι και ανάπαιστοι», έστω κι αν αυτό δεν το θυμόμαστε περισσότερο απ' όσο θυμόμαστε ότι το μοτίβο της γραφής στην άμμο υπήρξε (και) παλαμικό («Κάτου στην άμμο του γιαλού μια μέρα, μακριά της, / εκεί που μόνος έστεκα έγραψα τ' όνομά της...») πριν κατοχυρωθεί, και διά της μελοποιήσεως, στον Σεφέρη («Πάνω στην άμμο την ξανθή / γράψαμε τ' όνομά της...»). Έγραφε λοιπόν ο Παλαμάς:


«Η γη μας γη των άφθαρτων/αερικών και ειδώλων,/πασίχαρος και υπέρτερος/θεός μας είν' ο Απόλλων.//Στα εντάφια λευκά σάβανα/γυρτός ο Εσταυρωμένος/είν' ολόμορφος Αδωνις / ροδοπεριχυμένος.// Η αρχαία ψυχή ζει μέσα μας/αθέλητα κρυμμένη·/ο Μέγας Παν δεν πέθανε,/όχι· ο Παν δεν πεθαίνει!»

Προϊστορία

Ως υποκείμενη τόσο στο ποίημα του Παλαμά όσο και στο κείμενο του Εμπειρίκου μπορούμε να θεωρήσουμε ένα σημαδιακό χωρίο στο έργο του Πλούταρχου «Περί των εκλελελοιπότων χρηστηρίων»: Ένα καράβι αναγκάζεται να αράξει στους Παξούς και μια φωνή από το νησί καλεί τον Αιγύπτιο κυβερνήτη να αναγγείλει, όταν θα περάσει από το Παλώδες, ότι «Παν ο μέγας τέθνηκεν». Κι όταν αυτός το ανάγγειλε, εγένετο «μέγας στεναγμός άμα θαυμασμώ μεμιγμένος». Ο θάνατος του θεού, ως θάνατος του κατά φύσιν βίου, του ιμέρου ή της Αρχαίας Θρησκείας, υπήρξε ερεθιστικός για όλες τις μορφές της τέχνης στη διάρκεια των αιώνων, όπως τεκμηριώνεται και στο βιβλίο του Σερ Τζον Μπόρντμαν «Ο μέγας θεός Παν. Η επιβίωση μιας εικόνας». Από αυτό το λαμπρό δοκίμιο αποσπώ μερικούς στίχους της Αγγλίδας ποιήτριας Ελίζαμπεθ Μπάρετ Μπράουνιγκ, σε μετάφραση του Άρη Μπερλή: «Η θλιβερή κραυγή σηκώθηκε/και έσβησε μακρόσυρτη στον αέρα / μελαγχολική κι απεγνωσμένη./Και άκουσα τα λόγια που είπε:/Πέθανε ο Παν. Απέθανε ο μέγας Παν,/ο Παν, ο Παν απέθανε.»

Είναι αναγκαίο ωστόσο να συνυπολογίσουμε στους πιθανούς γεννήτορες της εμπειρίκειας αναβάθμισης του μύθου του Πανός τη διαπραγμάτευσή του από τον Άγγελο Σικελιανό, με τον οποίο άλλωστε ο Εμπειρίκος μοιράζεται, εκτός των άλλων, τη λογική των ανοιχτόκαρδων εγκωμίων προς ομοτέχνους· από τις σικελιανικές «ωδές» για τον Μαβίλη, τον Βαλαωρίτη, τον Παλαμά, τον Παπαδιαμάντη, την Πολυδούρη, τον Μαλακάση έως τους ύμνους για τους Μπεάτους, ο δρόμος είναι ομαλός. Ο ίδιος ο Εμπειρίκος, πάντοτε αυθόρμητα ειλικρινής και τρυφερός που τους άλλους ποιητές, στο ποίημα «Του Αιγάγρου» της «Οκτάνας» τιμά τον «Αρχάγγελο Σικελιανό που έπλασε το Πάσχα των Ελλήνων και ανάστησε (Πάσχα και αυτό) τον Πάνα». Ίσως θα ήταν πιο κοντά στα πράγματα και στα ονόματα αν έλεγε ότι ο Σικελιανός ανάστησε τον Διόνυσο, εντούτοις, για να προσοικειωθεί τον αναστάσιμο λόγο του Σικελιανού και να τον εντάξει στο δικό του κοσμολογικό-θεολογικό σύστημα, μεταβαίνει από τον Διόνυσο στον σχεδόν μόνιμο συνοδό του και ενίοτε ταυτόσημό του, τον Πάνα. Δεν λείπει βέβαια ο Παν από τη σικελιανική ποίηση, δεν δεσπόζει όμως, εφόσον «αιώνιος θεός» ονομάζεται ο Διόνυσος, λ.χ. στο ποίημα «Ελεύτερα Δωδεκάνησα». Στο «Πέμπτο Ευαγγέλιο» του έργου «Πάσχα των Ελλήνων», «μικρή καμπάνα εφώναζε τρεμάμενη τον Πάνα», ενώ με το ποίημα «Ο Παν» ο Σικελιανός αινεί τον τράγο («άρχος και ταγός»), ευκρινή υπόσταση ενός θεού «αιγιπόδη δικέρωτος πολυκρότου ηδυγέλωτος» κατά τον σχετικό Ομηρικό Ύμνο, τον οποίο «τον είδαν οι αθάνατοι / κι όλοι τους τότε στην ψυχή τους καταχάρηκαν / και προπαντός ο Βάκχειος Διόνυσος· / και Πάνα τον ονόμασαν γιατί πάντων τις φρένες έτερψε» (κατά τη μετάφραση του Δημήτρη Παπαδίτσα και της Ελένης Λαδιά).

Τα πράγματα δεν είναι ποτέ ευθύγραμμα βεβαίως, αργότερα πάντως, στην υπερρεαλιστική ήπειρο, ο τράγος θα γίνει Αίγαγρος, στο ποίημα «Του Αιγάγρου» το οποίο, συν τοις άλλοις, μας βεβαιώνει πόσο δημοτικός ήταν εντέλει ο καθαρεύων λόγος του Εμπειρίκου: «Πήδηξε ο αίγαγρος και στάθηκε σε μια ψηλή κορφή. Στητός και ρουθουνίζοντας κοιτάει τον κάμπο και αφουγκράζεται πριν άλλο σκίρτημα σε άλλη κορφή τον πάη. Τα μάτια του λάμπουν σαν κρύσταλλα και μοιάζουν με μάτια αετού ή ανθρώπου που μέγας οίστρος τον κατέχει. Το τρίχωμά του είναι στιλπνό και ανάμεσα στα πισινά του πόδια, πίσω και κάτω απ' το κεντρί του, το μέγα σήμαντρον της απολύτου ορθοδοξίας ταλαντευόμενον σε κάθε σάλεμά του, βαριά και μεγαλόπρεπα κουνιέται.»

Συγκρητισμός

Ο Σικελιανός λοιπόν συνθέτει τη θεολογία του με άξονα τον «Ελεύτερο Θεό» Διόνυσο, τον «Εσταυρωμένο Βάκχο». «Ω Πάσχα, / πανσεβάσμιο Πάσχα! / Ω Ιακχε! / Απόλλωνα! / Ιησού!» αναφωνεί στο ποίημά του «Διόνυσος-Ιησούς», μια από τις διαυγέστερες εκτυπώσεις του συγκρητιστικού του πάθους, που φέρνει στο νου το ποίημα «Άρτος και Οίνος» του Φρίντριχ Χέλντερλιν. «Ω Λόγε-Διόνυσε! (...) Τεράστιε Βάκχε! (..) Ω Λόγε-Ελλάδα» επανέρχεται στο ποίημα «Απόλλων Διονυσόδοτος». «Γλυκό μου βρέφος, Διόνυσέ μου και Χριστέ μου» προσεύχεται στο «Διόνυσος επί λίκνω», για να κορυφώσει την τέχνη του στο εξαίσιο ποίημα «Μέγιστον μάθημα» που απολήγει (δηλαδή ανοίγει) με την εξής κατά του θανάτου νικητήρια αποστροφή: «Ό,τ' έχει σμίξει με το Διόνυσο κι ως μέσα/το μυστικόν εγεύτη Θάνατο βαθιά του/πριχού το θάνατο τον άλλο αντικρίσει,/δεν σταματά μεσοστρατίς στην Αιωνιότη,/μα, ως την πνοή του όλη την ξόδεψε στο δώρο/και την ψυχή του την εγύμνωσεν η Αγάπη,/γυμνό θα πάρει της Αβύσσου το στεφάνι!»

Ο Εμπειρίκος, υλικότερος, σωματικότερος, οργανωτής μιας χθόνιας θεολογίας, στο ποίημά του «Το μέγα βέλασμα ή Παν-Ιησούς Χριστός» του 1964 μετακινείται από τον σικελιανικό Διόνυσο-Χριστό στον Πάνα-Χριστό (προφανής και σημαίνουσα η αναλογία των δύο τίτλων) και δοξολογεί, επίσης με συγκρητιστικό πάθος (αν θυμηθούμε τον Λόγο-Αμνό του χριστιανικού συστήματος) «το βέλασμα του ωραίου αμνού, του αμνού-κριού του αίροντος τας αμαρτίας του κόσμου».

* * *

Δεῖτε ἐπίσης:
Ἄγγελος Σικελιανός, «Πὰν ὁ Μέγας». Ἡ δεύτερη ὁμιλία τοῦ Σικελιανοῦ ὑπὸ τὸν τίτλο «Πὰν ὁ Μέγας», ἐκφωνήθηκε ἀπὸ τὸν ποιητὴ στὶς 19 Φεβρουαρίου 1909. Ἀγγέλου Σικελιανοῦ, «Κήρυγμα Ἡρωισμοῦ», ἐκδ. Ἴκαρος, 2004.

(Ἐδῶ ὁ νεαρὸς Σικελιανὸς οἰστρηλατεῖται ἀπὸ τὸν Πάνα, ὄχι ἀπὸ τὸν Διόνυσο· μάλιστα ἀντικρούει τὸν Νίτσε καὶ τὴν περὶ Ἑλλάδος καὶ Διονύσου ἄποψι τοῦ τελευταίου.)

Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

Σὰν νά ᾿χαν ποτὲ τελειωμὸ τὰ πάθια κι οἱ καημοὶ τοῦ κόσμου...

Σὰν σήμερα, ἑκατὸ χρόνια πρίν (3 Ἰαν. 1911), ἔφυγε ἀπὸ τὴν ζωὴ ὁ κυρ Ἀλέξανδρος τῶν γραμμάτων μας, ἡ μεγαλύτερη ἴσως μορφὴ τῆς νεώτερης λογοτεχνίας μας, καὶ ὁπωσδήποτε ὁ πιὸ γνήσια ἑλληνικὸς καὶ βαθιὰ ἀνθρώπινος ἐκπρόσωπός της...

* * *

Στὸν μισὸν καὶ πλέον αἰώνα ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸ θάνατο τοῦ Παπαδιαμάντη τ᾿ ἀντιστύλια τοῦ οἰκοδομήματός του ἔπεσαν ἕνα πρὸς ἕνα. Ἡ ἀγροτικὴ φάση πέρασε στὴ βιομηχανική, τὸ χωριὸ στὴν πολιτεία, ὁ χριστιανὸς στὸν ἄπιστο· κοινοτοπίες πού, ἂν εἶχαν τὴν ἴδια σημασία τοῦ ἀναπότρεπτου γιὰ τὸ πνεῦμα ὅση ἔχουν γιὰ τὴν καθημερινή μας ζωή, θὰ ἔπρεπε ἡ μορφὴ τοῦ Σκιαθίτη διηγηματογράφου νὰ ἔχει γίνει ἀέρας. Δὲν ἔγινε.

Μιὰ μέρα τὸ παρελθὸν θὰ μᾶς αἰφνιδιάσει μὲ τὴ δύναμη τῆς ἐπικαιρότητάς του. Δὲ θά ᾿χει ἀλλάξει ἐκεῖνο, ἀλλὰ τὸ μυαλό μας. Ἕνα ψήλωμα νοητό, ποὺ θὰ χρειαστεῖ νὰ τὸ ξανανεβοῦμε γιὰ νὰ ἐκτιμήσουμε σωστὰ τὶς διαστάσεις τῶν πραγμάτων γύρω μας.

(Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἡ μαγεία τοῦ Παπαδιαμάντη», 1975· στὸ Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἐν λευκῷ», ἐκδ. Ἴκαρος, 2006 (ζ' ἔκδ.· α' ἔκδ. 1992), ISBN 960-7233-26-3· σελ. 59-106· τὸ ἀπόσπασμα, σελ. 62)

* * *

[...] Ἔτσι ποὺ ὁ Παπαδιαμάντης μιλᾷ γιὰ τὴ ζωή, ἔτσι ὁ γεωργὸς ὀργώνει τὴ γῆ. Καὶ ὁ ἀγωγιάτης γκιζερᾷ στοὺς δρόμους. Καὶ ὁ βοσκὸς βόσκει τὰ βοσκήματα στὴ βοσκή.

Ποιὸς ἠμπορεῖ νὰ σταθεῖ καὶ νὰ τοῦ βγεῖ, γιὰ νὰ περιγράψει καλύτερα τὰ ἔξω καὶ τὰ μέσα μας!

Ὁ Παπαδιαμάντης ζωγραφίζει τὸ ἀόρατο. Κινηματογραφεῖ τὸν ἄνεμο. Βάζει τὴ σιωπὴ καὶ χορεύει. Καὶ φανερώνει στὰ ἀλλόκοτα μάτια μας τὴν ὀρατὴ τὴν κίνηση τοῦ νεαροῦ δέντρου, ποὺ μεγαλώνει.

Ἡ γλῶσσα του σωφυλλιάζει μὲ τὸν ἦχο τῆς σταλαματιᾶς, καὶ μὲ τὸ διάνεμα τῶν φύλλων τῆς λεύκας. Τὸν κοιτᾶμε νὰ φωτίζει ἁπλὰ τὶς ἔγνοιες καὶ τὸν καημὸ τοῦ καθημερινοῦ ἀνθρώπου, καὶ νιώθουμε νὰ μᾶς λογχίζουν τὰ κοντάρια τὸ φῶς, ὅταν ὁρμάει ἡ μέρα τὸ πρωῒ καὶ κυριεύει τοὺς λόφους.

Ὅλα τὰ φέρνει καὶ ὅλα τὰ παίρνει τὸ κυμάτισμα τῆς φωνῆς του: Τὴ λίγη ἐλπίδα τῶν ἀνθρώπων καὶ τὴν πολλὴ ἀπαντοχή τους. Τὸ πέρασμά μας ἀπὸ τὴ ζωὴ τὸ βιαστικό. Καὶ τὸ φευγιό μας γιὰ πάντα. Τὶς χαρὲς ἁπλὲς καὶ τὶς λύπες ἀμεμψίμοιρες. Ὁ ἀσβέστης του ψέλνει, οἱ θάλασσες ἀνεβαίνουν, τὸ κυπαρίσσι του φυλάει σκοπιὰ τὸ νούμερο δύο μὲ τέσσερες.

Εἶναι τὸ ξόμπλι του ἕνα δίχτυ ἡσυχίας, ποὺ μέσα του πέφτουν καὶ χωνεύουν καλόβολα ὅλα τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων.

Ὄμβροι, ἀνεμοζάλη, ἡ ἄνοιξη τῶν σπάρτων. Ἡ θροὴ τοῦ καλαμιῶνα, οἱ ἀπορρῶγες βράχοι, ἡ δρόσος Ἀερμών. Τὰ δέντρα, οἱ πόες, τὰ πουλιά, οἱ αἰγιαλοί, οἱ ὁρίζοντες. Ἡ ἀνυμέναιη κόρη ποὺ ἔμεινε, τὰ ράσα τοῦ καλοῦ ἱερέα, τοῦ παπα-Ἀδαμάντιου, ἡ ξενιτειά, τὰ καράβια καὶ τὰ κάρβουνα. Καὶ ἀκόμη ἡ στολὴ ἡ χιονόλευκη τοῦ μπαρμπα-Γιαννιοῦ τοῦ Ἔρωντα παραμονὴ Χριστούγεννα [1]. [...] Τὸ ποίημά του «Ὄνειρο στὸ κῦμα» εἶναι τὸ στέμμα τῆς ἐρωτικῆς ποίησης ὁλόκληρης τῆς νέας λογοτεχνίας μας.

[...] Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ὁ Καύκασος σὰν ὄρος συναθροίζεται ὁλόκληρος στὴ στιγμὴ τοῦ Προμηθέα, παρόμοια τὸ ποιητικὸ σῶμα τοῦ Παπαδιαμάντη ἐκκεντρώνεται σὲ δυὸ γραμμὲς ποὺ ὀρθώνουν τὸν αἰώνιο ἄνθρωπο καὶ τὸ πικρὸ φυσικό του. Αὐτὸ τὸ δίστιχο [2] εἶναι τὸ δαχτυλικὸ ἀποτύπωμα ποὺ ἄφηκε σήμανση τὸ δάχτυλο τοῦ Παπαδιαμάντη στὸ μάγμα τοῦ χρόνου:

Σὰν νά ᾿χαν ποτὲ τελειωμὸ
τὰ πάθια κι οἱ καημοὶ τοῦ κόσμου.

(Δημήτρης Λιαντίνης, «Τὰ ἑλληνικά», ἐκδ. Βιβλιογονία, 1999, ISBN 960-7088-05-0· κεφ. «Ποίηση καὶ ζωή», σελ. 60-61)

[1] «Ἔρωτας στὰ χιόνια»
[2] «Τὸ μυρολόγι τῆς φώκιας»

* * *

Ὅπου καὶ νὰ σᾶς βρίσκει τὸ κακό, ἀδερφοί, ὅπου καὶ νὰ θολώνει ὁ νοῦς σας, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμὸ καὶ μνημονεύετε Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

(Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἄξιoν Ἐστί», ἐκδ. Ἴκαρος, Ἀθήνα 1959)

* * *

+ Ἑταιρεία Παπαδιαμαντικῶν Σπουδῶν
+ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851-1911) - Ὁ κοσμοκαλόγηρος τῆς λογοτεχνίας (ἀπὸ τὶς ἱστοσελίδες τοῦ Νεκτάριου Μαμαλούγκου)

+ Πριν 100 χρόνια σαν σήμερα, «έκλεινε τα μάτια του» ο Αγιος των Γραμμάτων... (olympia.gr, 3-1-2011)
+ Ο Ελύτης για τον Παπαδιαμάντη (Λογοτεχνία κατεύθυνσης, 3-1-2011)


[Ἡ φωτογραφία: Ὁ Παπαδιαμάντης φωτογραφημένος ἀπὸ τὸν Παῦλο Νιρβάνα, 1906.]

Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2010

Γιὰ τὰ Ἠλύσια Πεδία μὲ ἕνα εὐχαριστῶ στὴν Ἑλλάδα...

Ἀγόρασα πρὸ ὁλίγων ἡμερῶν καὶ διάβασα τὸ τελευταῖο βιβλίο τῆς Ζακλὶν ντὲ Ρομιγύ. Σὲ 152 σελίδες, μιὰ τελευταία κατάθεσις ψυχῆς τῆς μεγάλης ἑλληνίστριας γι᾿ αὐτὰ στὰ ὁποῖα ἀφιέρωσε τὴν ζωή της, μιὰ τελευταία προσφορὰ σὲ ὅλους μας.

Jacqueline de Romilly (26 Μαρτ. 1913 - 18 Δεκ. 2010)

Ἡ Ζακλὶν ντὲ Ρομιγὺ ἔφυγε ἐχθὲς Σάββατο γιὰ τὰ Ἠλύσια Πεδία, ἔχοντας γράψει τὴν τελευταία λέξι γιὰ τοὺς Ἕλληνες καὶ τὴν Ελλάδα ποὺ ἀγάπησε: εὐχαριστῶ.

Ἐμεῖς εὐχαριστοῦμε, Ζακλίν!

Παραθέτω ἀπὸ τὸ ὡραῖο αὐτὸ βιβλιαράκι τὰ περιεχόμενα, τὴν εἰσαγωγὴ καὶ τὸ συμπέρασμα.

Ζακλὶν ντὲ Ρομιγύ, «Τὸ ἀνθρώπινο μεγαλεῖο στὸν αἰῶνα τοῦ Περικλῆ», ἐκδ. Ὠκεανίδα, Ἀθήνα 2010
(Jacqueline de Romilly, «La grandeur de l’homme au siècle de Périclès», éditions de Fallois, Paris 2010)


* * *

Περιεχόμενα

Εἰσαγωγή

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ: ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΕΡΓΑ
Α'. Οἱ κατακτήσεις τοῦ πολιτισμοῦ
Β'. Θουκυδίδης, «ἕνα παντοτινὸ ἀπόκτημα» (κτῆμα ἐς ἀεί): Οἱ δυνατότητες τῆς εὐφυΐας καὶ τῆς λογικῆς
Γ'. Ἡ ἠθική

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: Ο ΤΡΑΓΙΚΟΣ ΗΡΩΑΣ
Δ'. Ἡ τραγικὴ μοῖρα τοῦ ἥρωα
Ε'. Τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἐκμηδενισμένου ἥρωα
ΣΤ'. Ἀντιμετωπίζοντας τὸν ἥρωα, μιὰ νέα ἠθική

Συμπέρασμα
Σημειώσεις

* * *

Εἰσαγωγή (σελ. 11-15)

Κάθε χρόνο χιλιάδες νέοι πηγαίνουν στὴν Ἑλλάδα χωρίς νὰ γνωρίζουν τίποτε γιὰ τὸ παρελθόν της. Βρίσκουν ἐλκυστικὰ τὰ τοπία, τὴ θάλασσα καὶ τὸ κλίμα καὶ θέλουν ἁπλῶς νὰ γνωρίσουν ἀπὸ κοντὰ αὐτὴ τὴν τόσο ξακουστὴ χώρα. Ἂς φανταστοῦμε, ἂν δὲν ἔχετε ἀντίρρηση, δύο τέτοιους νεαροὺς τουρίστες. Ἔχουν κάποια παιδεία, σύγχρονη καὶ ἐπὶ τεχνικῶν θεμάτων, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἡ σημερινὴ παιδεία, δὲν ἔχουν ὅμως ἄμεση σχέση μὲ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία. Ἔχουν τὰ μάτια τους ὀρθάνοιχτα, ἕτοιμοι νὰ μαγευτοῦν ἀπὸ καθετί. Τόσα σπουδαῖα μέρη, τόσο πολλὰ ἱερὰ ποὺ μπορεῖ νὰ ἐπισκεφθεῖ κανείς, σὲ τοποθεσίες ποὺ τὸ ὄνομά τους εἶναι διάσημο, ὅπως ἡ Ὀλυμπία καὶ οἱ Δελφοί, ἀλλὰ καὶ τόσες ἄλλες.

Μέσα στὸν ἐνθουσιασμό τους λένε ὁ ἕνας στὸν ἄλλον:

«Πόσα αγάλματα! Πόσο πολλοὶ ναοί! Κι ὅλοι τους περίτεχνα χτισμένοι μ᾿ αὐτὸ τὸ ὄμορφο μάρμαρο ποὺ λάμπει ἀψηφώντας τὸν χρόνο! Καμμιὰ ἄλλη χώρα δὲν κατάφερε κάτι τέτοιο. Δὲν σκέφτεσαι κι ἐσὺ ὅτι σ᾿ αὐτὴ τὴν προσπάθεια, σ᾿ αὐτὰ τὰ ἔξοδα -στὸ νὰ ἐπιζητοῦν τὴν τέχνη, τὴν ἀέναη διάρκεια καὶ τὸ κάλλος- ἐμπεριέχεται μιὰ ξεχωριστὴ ἐπιθυμία νὰ ἀφήσουν τὴ σφραγίδα τους καὶ νὰ δείξουν στὶς ἐπερχόμενες γενιές πόσο ὑπέροχος μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ ἄνθρωπος; Καὶ οἱ Ἕλληνες θέλησαν νὰ ἀφήσουν αὐτὰ τὰ ἴχνη σχεδὸν παντοῦ. Ὑπάρχουν ἑλληνικοὶ ναοὶ στὴν Ἰσπανία, τὴ Σικελία, τὴ Βόρειο Αφρική καὶ τὴ Μικρὰ Ἀσία, ἀκόμη καὶ στὴν Κεντρικὴ Ἀσία. Μοῦ ᾿χουν πεῖ ὅτι ἀνακαλύφθηκαν Γυμνάσια καὶ ἑλληνικὰ κτήρια μέχρι καὶ στὴν Ἰνδία. Τέτοια αὐτοπεποίθηση ἢ, μᾶλλον, τέτοια πίστη στὸ μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου! Γιὰ νὰ κατασκευάσουν τοὺς ναούς τους, ὑπολόγιζαν καὶ τὴν παραμικρὴ λεπτομέρεια, τὴν ἀπόσταση ἀνάμεσα στὶς κολόνες καὶ τὴν ἔνταση τῶν κιόνων, προκειμένου νὰ διορθώσουν τὶς παραμορφώσεις ἐξαιτίας τῆς προοπτικῆς καὶ νὰ διατηρήσουν μιὰ συνολικὴ ἁρμονία. Ὅλα αὐτὰ ἐπέζησαν ἀπὸ τὶς ἐπιδρομές, τὶς πυρκαγιὲς καὶ τοὺς σεισμούς, καὶ σήμερα προκαλοῦν ἀκόμη τὸν θαυμασμό μας».

Κι ὁ ἄλλος τότε ὑπερθεματίζει:

«Σκέψου τὶς ἐπιγραφές, ἐπίσης. Ἐκεῖνες τὶς τεράστιες ἐπιγραφές ποὺ εἶναι σκαλισμένες μὲ μεγαλοπρέπεια στὴν πέτρα, μὲ ὄμορφα κεφαλαῖα γράμματα. Ὑπάρχει ἕνας μεγάλος ἀριθμὸς ἀπὸ αὐτές, ἀπ᾿ ὅ,τι λένε, ποὺ φυλάσσονται στὰ μουσεῖα σε ὁλόκληρο τὸν κόσμο, ἀκόμη καὶ στὴν Ἀσία ἀλλα καὶ τὴν Ἀφρική. Δὲν εἶναι κι αὐτὴ ἡ σφραγίδα ἑνὸς λαοῦ ποὺ θέλει νὰ νικήσει τὴ λήθη καὶ νὰ κάνει τὴν ἀνάμνησή του νὰ διαρκέσει; Καὶ τὰ ἀγάλματα τῶν νεαρῶν ἀθλητῶν -νέοι εὐθυτενεῖς, περήφανοι, ἕτοιμοι νὰ κινηθοῦν μὲ ὁρμή- τὰ ὁποῖα ὀνομάζονται Κοῦροι. Ὅπως, ἐπίσης, κι ἐκεῖνες οἱ γυναικεῖες μορφὲς στὸ Μουσεῖο τῆς Ἀκρόπολης, μὲ τὰ οὐδέτερα χαρακτηριστικά, μὲ μιὰ μοναδικὴ ὀμορφιὰ ὅμως, ποὺ ὅλες ἔχουν τὴ δική τους χάρη, τὴ γοητεία τους, τὸ παράστημά τους, ἀλλὰ καὶ μιὰ διακριτικὰ αἰδὼ ἡ καθεμιά. Ἐξακολουθοῦν νὰ μᾶς καθηλώνουν μὲ τὴν παρουσία τους. Καὶ ὅλες ἐκεῖνες οἱ ἀναπαραστάσεις τῶν θεῶν ποὺ μᾶς μαγεύουν! Ἔχουν τόση ἡρεμία καὶ τέτοια γοητεία. Εἶναι ἄνθρωποι, ὅμως! Ἁπλῶς ἄνθρωποι, ἐκπληκτικὰ ὄμορφοι, σὰν τὸν Ἀπόλλωνα ἀπὸ τὸ ἀέτωμα τῆς Ὀλυμπίας, ὅπου ἀναπαριστᾶται ἡ μάχη μεταξὺ τῶν Κενταύρων καὶ τῶν Λαπιθῶν. Καταμεσῶς αὐτῶν τῶν ἄγριων καὶ βίαιων ὄντων ὑψώνεται ἡ ἐκπληκτικὰ γαλήνια καὶ αὐταρχικὴ μορφή, ἐντελῶς ἀνθρώπινη ὡστόσο, τοῦ θεοῦ Ἀπόλλωνα, μὲ τὸ δεξί του χέρι τεντωμένο μπροστὰ σὲ μιὰ εἰρηνική κίνηση.

»Αθηνᾶ, Δίας, Ἀπόλλων... Οἱ Ἕλληνες θεοὶ δὲν ἔχουν κανένα ἄλλο χαρακτηριστικὸ πέραν τοῦ κάλλους καὶ τῆς γοητείας τους, ποὺ εἶναι ὅμως ἐντελῶς ἀνθρώπινα. Καμμία σχέση μὲ τὸν ἐξεζητημένο συμβολισμὸ τῶν θεῶν τῶς Αἰγύπτου ἢ τῆς Ἀγκόρ... Δὲν ἴσχυε πάντοτε αὐτό, καὶ στὶς ἀπαρχὲς τῆς ἑλληνικῆς θρησκείας ὑπῆρχε πλῆθος ἀπὸ διάφορους τρομεροὺς δαίμονες, μὲ ἀκραῖες ἀνατομικὲς ἰδιαιτερότητες, οἱ ὁποῖοι μάχονταν ἀδιάκοπα ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Αὐτὸ ποὺ ἄλλαξε τὰ πάντα ἦταν ἡ ἔλευση τῶν ὀλύμπιων θεῶν καὶ ὁ θρίαμβός τους στὶς δυνάμεις αὐτὲς τοῦ σκότους. Ναί, ὅλα ἐτοῦτα μοῦ γεννοῦν τὴν ἀνάγκη νὰ ἀνακαλύψω ἐκεῖνα τὰ κείμενα τῆς κλασικᾶς Ἑλλάδας, ποὺ γνώριζαν καλὰ οἱ γονεῖς μας καὶ τόσες γενιὲς πρὶν ἀπ᾿ αὐτούς. Σίγουρα θὰ ἔκαναν ξεκάθαρο τὸ αἴσθημα τῆς πίστης στὸν ἄνθρωπο ποὺ ἐμεῖς νιώθουμε ἐδῶ ...».

Δὲν θὰ ἀκούσουμε ἄλλο τοὺς δύο νεαρούς, ἀφοῦ οἱ σελίδες ποὺ ἀκολουθοῦν προσπαθοῦν, ὁμολογουμένως, μονάχα νὰ ἀποδώσουν τὸ αἴσθημα πίστης ποὺ ἐνυπάρχει στὰ δημιουργήματα τῆς Ἀθήνας, αὐτὸ ποὺ ἐνίοτε καταλαμβάνει τὸν ἐπισκέπτη τῆς Ἑλλάδας καὶ προκαλεῖ τὸν θαυμασμὸ σὲ κάθε ἀναγνώστη τοῦ Ὁμήρου καὶ τῶν Τραγικῶν, καθὼς μάλιστα αὐτὰ τὰ ἔργα γράφτηκαν σὲ περιόδους πολέμων καὶ ἀπόγνωσης, φέρνοντας στὸν νοῦ τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς μεγάλα βάσανα παρὰ ἐπιτυχίες. Ἴσως ἔτσι μπορέσουμε νὰ κάνουμε κατανοητὸ τὸ ζήτημα τοῦ ἀνθρώπινου μεγαλείου στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα.

Αὐτὸ τὸ μικρὸ βιβλίο ὑπαγορεύτηκε σὲ μιὰ γραμματέα ἡ ὁποία δὲν γνώριζε ἑλληνικά. Ἀρκετοὶ φίλοι ἀσχολήθηκαν, προκειμένου νὰ βελτιωθεῖ ἡ μορφή του, καὶ ἰδίως ἡ κυρία Simina Noica, τῆς ὁποίας τὸ ὄνομα εἶναι γνωστὸ στοὺς ἀναγνῶστες μου. Τὸ ἔργο τῆς ἐπιμέλειας ὁλοκληρώθηκε μὲ γρήγορο ρυθμὸ καὶ ἀπόλυτη σαφήνεια ἀπὸ τὴν παλιά μου μαθήτρια, καθηγήτρια Ἑλληνικῶν στὴν École Normale Supérieure, κυρία Monique Trédé. Στὸ σημεῖο αὐτὸ θέλω νὰ ἐκφράσω καὶ στὶς δύο τὴ μεγάλη μου εὐγνωμοσύνη.

* * *

Συμπέρασμα (σελ. 141-146)

Ἡ ἐξέταση τοῦ θέματος ποὺ προηγήθηκε εἶναι προφανῶς ἡμιτελὴς σὲ μεγάλο βαθμό, δὲν ἀγνοεῖ μὲν τοὺς σημαντικοὺς συγγραφεῖς τοῦ πεζοῦ λόγου ἢ τῆς ποίησης τοῦ 5ου αἰῶνα π.Χ., ὅμως δὲν τοὺς λαμβάνει ὅλους ὑπόψη καὶ δὲν ἐκτείνεται πέρα ἀπὸ αὐτούς. Δὲν κάνει λόγο οὔτε γιὰ τὸν Σωκράτη οὔτε γιὰ τὸν Πλάτωνα, τόσο σημαντικούς, ὡστόσο, γιὰ τὴ συμβολή τους στὸ ἔργο τῆς ἀφαίρεσης τῶν περιττῶν στοιχείων ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ θρησκεία, μὲ τὸν ὁρισμὸ τοῦ προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου σὰν «ἐξομοίωση μὲ τὸν Θεό» [«ὁμοίωσις θεῷ»: Πλάτων, «Θεαίτητος», 176 B]. Δὲν γίνεται λόγος οὔτε γιὰ τὴ γόνιμη ἐξέλιξη ποὺ περίμενε αὐτὴ τὴν ἠθικὴ τῆς ἀλληλεγγύης, τῆς ἐπιείκειας καὶ τῆς συγγνώμης, ποὺ θὰ ἀναπτυχθεῖ τόσο ὄμορφα στὸ ἔργο τοῦ Μενάνδρου καὶ ἀργότερα τοῦ Τερεντίου -ἠθικὴ ἡ ὁποία στὴ συνέχεια βρίσκει τὴν ἀντανάκλασή της σὲ μιὰ ὁλόκληρη θεώρηση τοῦ χριστιανισμοῦ-, ἐνῶ δὲν ἐξετάζονται οὔτε τὰ ποικίλα φιλοσοφικὰ δόγματα τοῦ 4ου αἰῶνα καὶ τῶν ἑπόμενων αἰώνων, ἀποφασιστικῆς σημασίας γιὰ τὴν κατανόηση τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς θέσης ποὺ τοῦ ἀντιστοιχεῖ στὸν κόσμο. Μπορει νὰ εἰπωθεῖ, ὡστόσο, ὅτι μὲ τὴν ἀπευθείας μελέτη τῶν κειμένων ποὺ εἶχαν μεγάλη σημασία γιὰ ἐμένα προβάλλει μιὰ ἀρκετὰ ἐναργὴς ἰδέα τοῦ ἀνθρώπινου μεγαλείου, μπροστὰ στὸ ὁποῖο μένουν ἐκστατικοὶ οἱ δυὸ νεαροὶ ταξιδιῶτες στὴν ἀρχὴ τοῦ βιβλίου.

Πράγματι, ἂν αὐτὸ τὸ ξεσήκωμα τὸ γεμάτο ζέση καὶ ὑπερηφάνεια εἶναι αἰσθητὸ ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ στὰ κείμενα, ὅπως ἐκεῖνοι τὸ ἔνιωσαν στὴν τέχνη, κατανοοῦμε καλύτερα ὅτι δὲν πρέπει ἐπ᾿ οὐδενὶ νὰ θεωροῦμε τοὺς Ἕλληνες τῆς ἀρχαίας Ἀθήνας αἰθεροβάμονες ποὺ πίστευαν πὼς τὰ πάντα πάνε κατ᾿ εὐχὴν καὶ θεωροῦσαν τοὺς ἑαυτούς τους εὐτυχεῖς. Ἀφοῦ ἡ ἐντύπωση αὐτὴ τοῦ μεγαλείου, τὴν ὁποία ἔδιναν ἐκ πρώτης ὄψεως καὶ ποὺ γίνεται αἰσθητὴ ἐν κατακλείδι κάθε στιγμή, εἶναι στενὰ συνδεδεμένη -τὸ εἴδαμε, ἄλλωστε- μὲ τὴν ἰδέα μιᾶς ἐπώδυνης ζωῆς, ἡ ὁποία ἐπαπειλεῖται ταυτόχρονα ἀπὸ θεοὺς ποὺ δείχνουν ἄλλη προσήνεια μεταξύ τους καὶ ἄλλη ἀπέναντι στοὺς ἀνθρώπους, καὶ ἀπὸ κινδύνους ποὺ προκαλεῖ ἡ ἴδια ἡ φύση τους, ἀναίσχυντη, τυφλή, γεμάτη ἐγωισμὸ καὶ ἱκανὴ κάθε στιγμὴ νὰ χαλάσει τὰ πάντα. Ἡ λαμπερὴ ἀξία τῆς σκέψης τῆς Ἑλλάδας εἶναι ὅτι εἶχε τὴ φλογερὴ ἐπιθυμία νὰ χαλιναγωγήσει αὐτὴ τὴν κατάσταση, νὰ ἀφοσιωθεῖ σὲ ἕνα ἀνώτερο ἰδανικὸ τὸ ὁποῖο θὰ ἦταν κάτι ὄμορφο καὶ θὰ ἄντεχε στὸν χρόνο. Ἡ ἔννοια τοῦ ἀνθρώπινου μεγαλείου εἶναι ἕνας σκοπός, μία κατάκτηση, μία προσπάθεια ποὺ ἀνανεώνεται διαρκῶς καὶ στὴν ὁποία ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἀξίζει νὰ φέρει αὐτὸ τὸ ὄνομα πρέπει νὰ ἀφιερώσει ὅλες του τὶς δυνάμεις -ἐκεῖ βρίσκονται οἱ πιθανότητες ἐπιτυχίας, ὅπως εἴδαμε ὅτι ἔγινε μὲ τὴν Ἀθήνα ἐκείνη τὴ χρονικὴ στιγμή.

Ὁ ἀπόηχος τῆς ἐπιτυχίας αὐτῆς ἐξαπλώθηκε στοὺς αἰῶνες ποὺ ἀκολούθησαν καὶ διαπότισε τὴ λογοτεχνία πολλῶν χωρῶν.

Θά ᾿πρεπε νὰ προσθέσω ὅτι ἐδῶ παρέθεσα μεταφράσεις τῶν κειμένων. Ὡστόσο, τὸ ἐνδιαφέρον τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων γιὰ τὴ γλῶσσα ἔχει σημασία καὶ μάλιστα μεγάλη. Κι ἐδῶ ἀκόμη ὑπάρχει κάτι σὰν πρότυπο: δὲν γίνεται νὰ πιστέψεις στὸν ἄνθρωπο ἂν δὲν σέβεσαι τὴ γλῶσσα μὲ τὴν ὁποία ἐκφράζονται ἡ ἐπιθυμία του, ἡ πίστη του, ἡ ἀφοσίωσή του, μὲ δυὸ λόγια καθετὶ ποὺ εἶναι ἢ ποὺ θέλει νὰ εἶναι. Αὐτὸ τὸ μέλημα μπορεῖ νὰ συνάδει μὲ τὸ ζήτημα τοῦ μεγαλείου τοῦ ἀνθρώπου καὶ πρέπει νὰ προστεθεῖ στὴν τωρινή μου φροντίδα νὰ ὑπερασπιστῶ μιὰ τελευταία φορὰ τὶς ἰδέες μου.

Πραγματικά, εἶναι καιρὸς νὰ τὸ παραδεχτῶ, ἔχω γεράσει πολύ, εἶμαι πάνω ἀπὸ ἐνενήντα πέντε ἐτῶν καὶ ἔζησα κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιρροὴ αὐτῶν τῶν Ἑλλήνων συγγραφέων γιὰ τουλάχιστον ὀγδόντα χρόνια, ὁπότε πρέπει νὰ μιλήσω κι ἐγώ, μὲ τὴ σειρά μου, γιὰ ἐκείνη τὴ δύναμη καὶ τὸ φῶς, γιὰ ἐκείνη τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλπίδα ποὺ πάντοτε ἀντλοῦσα ἀπ᾿ αὐτούς. Κατάφερα νὰ μεταδώσω τὴν ὀμορφιὰ αὐτῶν τῶν κειμένων καί, στὸ τέλος τῆς ζωῆς μου, μὲ συγκινεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἀλλοτινοὺς μαθητές μου, τόσα χρόνια μετά, τὰ θυμοῦνται καὶ ἄντλησαν ἀπ᾿ αὐτὰ κάποιον ἐνθουσιασμό. Ὅμως πρέπει νὰ πῶ ἐπίσης ὅτι γιὰ ἐμένα εἶναι, φυσικά, ὀδυνηρὸ νὰ βλέπω σήμερα ὅτι ἐπικρατεῖ μιὰ τάση νὰ τὰ παραμελοῦν. Κάτι τέτοιο εἶναι ἰδιαίτερα σοβαρὸ ἐπειδὴ ζοῦμε σὲ μιὰ ταραγμένη ἐποχή, μαρτυρική, οἰκονομικῆς κρίσης καὶ -κατὰ συνέπεια- ἠθικῆς κρίσης. Μοῦ φαίνεται ὅτι καμμία ἐποχὴ δὲν εἶχε περισσότερη ἀνάγκη ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία, ἀπὸ τὸ ταλέντο ποὺ εἶχαν οἱ συγγραφεῖς νὰ ἐκφράζουν ἐκεῖνες τὶς ἰδέες, ὥστε νὰ μᾶς προσφέρουν αὐτὸ τὸ παράδειγμα ἐπιτυχίας καὶ νὰ μᾶς συγκινοᾶν μὲ ποικίλους τρόπους μὲ ὅλα τὰ θαυμαστὰ ποὺ ἀντιπροσωπεύει ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη, σὲ πεῖσμα τῶν δυσχερειῶν καὶ τῶν συμφορῶν. Δὲν ὑπολογίζουμε συνήθως ὅλα αὐτὰ ποὺ ἀποκομίζουμε ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως μέσω τῆς ἐπαφῆς μὲ ἐτοῦτα τὰ κείμενα, οὔτε τὴν ἀνανεωμένη πίστη ποὺ μᾶς ἐμφυσοῦν. Αὐτὸ ἰσχύει γιὰ ὅλα τὰ λογοτεχνικὰ ἔργα κι ἐτοῦτος ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς ρόλους τῆς λογοτεχνίας διαμέσου τῶν αἰώνων, ἐκτὸς ἴσως ἀπὸ τὸν Μεσαίωνα, καὶ ἐν πάση περιπτώσει ἐκτὸς ἀπὸ τὴν τωρινὴ ἐποχή. Ἔνιωσα, λοιπόν, ὅτι ἦταν ἕνα χρέος ἀναγνώρισης, ἔχοντας περάσει τὴ ζωή μου κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιρροὴ αὐτῶν τῶν κειμένων, νὰ κάνω μιὰ ὕστατη προσπάθεια νὰ μιλήσω γιὰ τὰ θαύματά τους καὶ νὰ εὐχηθῶ, στὴ δική μας ἐποχὴ τῶν ἐντάσεων, τῶν ἀμφιβολιῶν καὶ τῶν ἀπογοητεύσεων, νὰ στραφοῦμε στὴ μελέτη τῆς λογοτεχνίας καὶ τῆς γλώσσας, ποὺ δὲν εἶναι ἀνώφελες τέχνες, οὔτε ἀποβλέπουν μονάχα στὴν αἰσθητικὴ ἀπόλαυση. Κι ἀκόμη νὰ πῶ ὅτι, γιὰ νὰ προετοιμάσουμε τὸν αὐριανὸ ἄνθρωπο, εἶναι πολὺ πιὸ χρήσιμο ἀπὸ καθετὶ ἄλλο νὰ τοῦ μάθουμε νὰ διαβάζει τὰ κείμενα, τὰ σπουδαῖα κείμενα, καὶ νὰ γνωρίζει καλὰ τὶς στιγμὲς τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας ποὺ τόνωσαν τὸ ἠθικὸ καὶ ἦταν ὄμορφες, ὅσο τὰ ἀγάλματα ποὺ τόσο θαύμαζαν οἱ δύο νέοι στὴν ἀρχὴ τοῦ βιβλίου.

Δυσκολεύτηκα νὰ γράψω αὐτὸ τὸ βιβλίο: Δὲν βλέπω πιά, ἡ ἀκοή μου εἶναι πολὺ κακὴ καὶ ἡ μνήμη μου ἔχει διακυμάνσεις, ὡστόσο ἤθελα νὰ τὸ κάνω ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἔφτασα στὸ τέλος τῆς ζωῆς μου καὶ τὸ μήνυμα αὐτὸ μοῦ φαίνεται πολύτιμο καὶ σημαντικὸ περισσότερο ἀπὸ ποτέ. Δὲν ξέρω ἂν θὰ εἰσακουστῶ, μπορεῖ ἀπὸ κάποιους, τουλάχιστον ὅμως θὰ ἔχω προσπαθήσει καὶ εἶναι σὰν νὰ ἔγραψα τὴν τελευταία μου λέξη γιὰ νὰ πῶ εὐχαριστῶ.

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2010

Ad astra per aspera: Ἕνα ρεαλιστικὸ πολιτικὸ ὅραμα γιὰ τὴν Ἑλλάδα τοῦ μέλλοντος

Μὲ πρωτοβουλία συλλόγων καὶ ἑνώσεων ἀστρονομίας: Συλλογὴ ὑπογραφῶν κατὰ τοῦ ἐξοβελισμοῦ τῆς ἀστρονομίας ἀπὸ τὸ Λύκειο

Τί συμβαίνει; Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ἱστορία μας (τὸ παρελθόν μας) ἐξοβελίζει καὶ τὸ μέλλον μας (τὰ ἄστρα) ἀπὸ τὸ σχολεῖο τὸ ὑπουργεῖο διὰ βίου ἀφελληνισμοῦ καὶ ἀποβλακώσεως;

Ἀντιδροῦν πολλοὶ στὰ φόρουμ τοῦ Διαδικτύου. Γράφουν πολλὰ καὶ ὡραῖα. Ἀρκετοὶ ἐξ αὐτῶν ἐπισημαίνουν καλοπροαιρέτως ὅτι ἡ ἀστρονομία μᾶς βοηθᾷ νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὶς προλήψεις τῆς ἀστρολογίας καὶ τοὺς τσαρλατάνους καὶ νὰ σκεπτόμαστε ὀρθολογικά. Σιγὰ τὸ πρᾶμα, λέω ἐγώ. Ἐὰν αὐτὸ μόνον νομίζετε ὅτι προσφέρει ἡ ἀστρονομία, φίλοι μου, τὸ παιχνίδι εἶναι ἤδη χαμένο. Λιγότερο ἐπικίνδυνος εἶναι ὁ κάθε ὀνειροπαρμένος ἢ θεομπαίκτης τηλεπλασιὲ ἀπὸ ὅσο περιοριστικὴ εἶναι ἡ πεζὴ αὐτὴ ἀντίληψις στὴν ὁποία μᾶς ἔχουν καθηλώσει. Ἡ ἀστρονομία, ὅμως, μᾶς μαθαίνει νὰ ὀνειρευόμαστε, νὰ πετοῦμε στὰ ἄστρα· τὸν γεωσκώληκα τῆς λάσπης τὸν κάνει ταξιδευτὴ τῶν ἄστρων καὶ τῶν γαλαξιῶν.

Δὲν θέλω τὴν ἀστρονομία γιὰ νὰ μπορῶ «νὰ σκέπτομαι ὀρθολογικά». Αὐτὸ τὸ κάνω καὶ χωρὶς τ᾿ ἀστέρια· μοῦ ἀρκεῖ ὁ «Economist». Ἀγαπῶ τ᾿ ἀστέρια ἐπειδὴ νοσταλγῶ τὴν οὐράνια καταγωγή μου· Γῆς παῖς εἰμι καὶ Οὐρανοῦ ἀστερόεντος, αὐτὰρ ἐμοὶ γένος οὐράνιον (Ὀρφικὸν ἀπόσπασμα 17).

Λουκᾶς Καβακόπουλος (συγγραφεὺς καὶ ἐπὶ χρόνια συνεργάτης τοῦ Παντελῆ Γιαννουλάκη στὸ «Strange») γράφει τὰ «Θέλω να ταξιδέψω στο Διάστημα!», «Πρέπει να φτιάξουμε Αποικίες στα Άστρα!», καί, παρόλο ποὺ σὲ ὁρισμένα σημεῖα διαφωνῶ μὲ τὶς ἀπόψεις του, μὲ αὐτὰ τὰ ἄρθρα μὲ συγκινεῖ.

Ὁ ποιητής, ἐπίσης, ἐκτὸς ἀπὸ καθηγητῆς ἀστροφυσικῆς τοῦ Πανεπιστημίου Πατρῶν, ἀλλὰ καὶ πολιτικός, Χρίστος Γούδης, ἕνας ἀπὸ τοὺς πλέον δραστήριους καὶ συναρπαστικοὺς διανοητὲς τοῦ καιροῦ μας, γράφει τοὺς «Ἐραστὲς τῶν ἄστρων» (ἐκδ. Λιβάνη, 2006), καὶ θέτει ξανὰ τὰ ἐρωτήματα γιὰ τὴν ἐπιστήμη καὶ τὴν ποίησι, τὸν ἄνθρωπο, τὰ ἄστρα, τὸ μέλλον μας.

Μιὰ ποὺ ἔχουμε αὔριο καὶ ἐκλογές, ἰδοὺ ἕνα ρεαλιστικὸ ὅραμα γιὰ τὴν Ἑλλάδα τοῦ μέλλοντος. Ποιός θὰ τὸ διατυπώσῃ καὶ θὰ τὸ κάνῃ πράξι; Μετὰ τοὺς μεγάλους ἀποικισμοὺς τῆς Μεσογείου τοῦ 10ου καὶ 8ου-7ου αἰῶνος π.Χ., μετὰ τὴν ἐπέκτασι τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος κατὰ τὰ ἑλληνιστικὰ καὶ βυζαντινὰ χρόνια, νὰ ἀποικίσουμε, τώρα, τὰ ἄστρα καὶ τοὺς γαλαξίες. Ad astra per aspera.