«Tὴ γλῶσσα μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική· τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου. Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου.» (Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἄξιον ἐστί»)

Σελίδες Πατριδογνωσίας - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

Τὸ γλωσσικὸ ζήτημα στὴν τρίτη χιλιετία

Κυκλοφόρησε τὸ 3ον τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ «νέος Ἑρμῆς ὁ Λόγιος», σὲ εἰδικὸ ἔνθετο τοῦ ὁποίου περιλαμβάνονται οἱ εἰσηγήσεις τῆς ἡμερίδος «Ἡ ἱστορικὴ ὀρθογραφία στὴν νέα ἐποχή», ἡ ὁποία διοργανώθηκε ἀπὸ τὴν Ἑταιρεία Μελέτης Ἑλληνικοῦ Πολιτισμοῦ (ἡ ὁποία ἐκδίδει καὶ τὸ περιοδικόν) καὶ τὸ Ἀνοικτὸ Ψυχοθεραπευτικὸ Κέντρο στὶς 28-5-2011, μὲ τὴν συμμετοχὴ φιλολόγων, ἐκδοτῶν, ποιητῶν καὶ συγγραφέων κ.ἄ. ἀξιολόγων λογίων καὶ ἐπιστημόνων. Ἀκολουθεῖ ἡ εἰσήγησις τοῦ Γιώργου Καραμπελιᾶ, μιὰ ἐξαιρετικὴ ἀνασκόπησις τῆς ἱστορίας τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος, ἐκτίμησις τῆς παρούσης καταστάσεως καὶ παρότρυνσις δράσεως γιὰ τὸ μέλλον.

Τὸ νέο γλωσσικὸ ζήτημα

Γιῶργος Καραμπελιᾶς

(α' δημοσίευσις: περιοδικὸν «Ἄρδην», τ. 30, Μάιος 2001· β' δημοσίευσις: περιοδικὸν «νέος Ἑρμῆς ὁ Λόγιος», τ. 3, Σεπτ.-Δεκ. 2011· τὸ κείμενο σὲ ἠλεκτρονικὴ μορφὴ τὸ δανεισθήκαμε ἀπὸ τὸ olympia.gr)

   Τό γλωσσικό ζήτημα πού ἀπασχολεῖ, ταλανίζει καί ταυτοχρόνως... ἀναζωογονεῖ τήν ἑλληνική κοινωνία, διανύει τήν τρίτη χιλιετία τῆς ἱστορικῆς του διαδρομῆς.

   Στήν ἑλληνιστική καί τή ρωμαϊκή ἐποχή, ἤδη, οἱ ἀττικίζοντες συγγραφεῖς ἐπιχειροῦσαν νά ἐπανέλθουν στό ἀρχαῖο ὕφος καί ἦθος, ἀπέναντι  στόν κίνδυνο «ἐκβαρβαρισμοῦ» τῆς γλώσσας. Σήμερα, μέσα ἀπό τήν φαινομενικά ἀδήριτη λογική τῆς παγκοσμιοποίησης, ἡ ζωντανή χρήση τῆς ἑλληνικῆς ἀπειλεῖται εἴτε μέ ἐξαφάνιση εἴτε μέ ἀπομείωση. Τό γλωσσικό ζήτημα ἀναδεικνύεται κατά συνέπεια ὡς ἕνα ἀπό τά κομβικά στοιχεῖα τῆς πορείας καί τῆς ταυτότητας τοῦ ἑλληνισμοῦ, ἴσως τό σημαντικότερο στόν πολιτισμικό τομέα. Καί μποροῦμε νά διακρίνουμε τρεῖς μεγάλες περιόδους.

Ὁ ἀρχέγονος διμορφισμός

   Γιά χιλιάδες χρόνια, ἐπρόκειτο γιά τή διαφοροποίηση μεταξύ τῆς καθημερινῆς, καθομιλουμένης, λαϊκῆς ἤ «χυδαίας» γλώσσας καί τῆς γλώσσας τῶν λογίων, τῶν πεπαιδευμένων, τῶν ἱερατείων. Ἐπρόκειτο γιά ἔνταση, σύγκρουση, ἀντιπαράθεση ἀνάμεσα στή συγχρονία καί τή διαχρονία, ἀνάμεσα στή ζωντανή, καθημερινή ἐξέλιξη τῆς γλώσσας καί τήν ἀναφορά σέ μιά ἱστορία καί μιά παράδοση χιλιετιῶν. Αὐτή ἡ διμορφία (διμορφία καί ὄχι διγλωσσία, καθώς πρόκειται γιά δυό μορφές τῆς ἴδιας γλώσσας καί ὄχι γιά πραγματική διγλωσσία ὅπως στή φραγκική Δύση, ὅπου τά λατινικά ἀντιπαρατίθενται στίς ὑπό δημιουργίαν ἐθνικές γλῶσσες), θά ὁδηγήσει στή σύγκρουση καί τόν διχασμό ἀλλά παράλληλα θά ἀποτελέσει καί τό ὑπόβαθρο γιά τή διατήρηση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ὡς μιᾶς ἑνιαίας ζωντανῆς γλώσσας γιά τρεῖς ἤ τέσσερις χιλιάδες χρόνια!

   Βέβαια, ἡ ἔνταση ἀνάμεσα στήν ἐξελισσόμενη καθημερινή λαϊκή γλῶσσα καί τή γραπτή παράδοση εἶναι διαχρονική καί δέν ἀφορᾷ μόνο τούς Ἕλληνες. Ἡ γλῶσσα καί τά ὑπάρχοντα γλωσσικά σύμβολα, ἡ γραφή, ἀνατροφοδοτοῦνται διαρκῶς ἀπό τίς ξένες γλῶσσες καί τήν παράδοση – τό συσσωρευμένο γλωσσικό ἀπόθεμα. Στήν Ἀθῆνα, ἀπό τήν ἐποχή τῶν Πεισιστρατιδῶν, ὁ Ὅμηρος θά λειτουργεῖ ὡς ὁ γραπτός κανών πού θά διαμορφώσει, μαζί μέ τήν καθημερινή γλῶσσα τῶν Ἀθηναίων, τήν Ἀττική διάλεκτο. Ἡ τελευταία, μέσῳ τῆς κλασσικῆς φιλολογίας καί φιλοσοφίας, θά μεταβληθεῖ σέ πανελλήνια γλῶσσα. Μέ τούς Μακεδόνες καί τήν ἑλληνιστική ἐποχή, ἡ ἑλληνική γλῶσσα θά γίνει ἡ γλῶσσα δεκάδων ἑκατομμυρίων ἀνθρώπων σέ ὅλο τόν μέχρι τότε γνωστό κόσμο. Ὅμως τά ἑλληνικά τῶν Ἑβραίων, τῶν Αἰγυπτίων, τῶν Συρίων, ἤ καί τῶν Ρωμαίων ἀργότερα, θά εἶναι γεμάτα βαρβαρισμούς καί θά ἐπιφέρουν ἕνα φτώχεμα στή γλῶσσα. Ἦταν ἡ ἀφετηρία τοῦ πρώτου μεγάλου διχασμοῦ. Οἰ ἀττικίζοντες συγγραφεῖς καί οἱ λόγιοι θά ἀποπειραθοῦν νά ἐπιστρέψουν στή γλῶσσα τοῦ Πλάτωνα καί τοῦ Θουκυδίδη, πιστεύοντας πώς ἔτσι θά ἀντισταθοῦν στήν παρακμή τοῦ ἀρχαίου ἑλληνισμοῦ. (Γιά παράδειγμα, ὁ γραμματικός  Οὐλπιανός, τόν 2ο μ.Χ. αἰῶνα, θά ἀποκληθεῖ Κειτούκειτος, γιατί προτοῦ δοκιμάσει κάποιο φαγητό διερευνοῦσε ἄν ἀναφερόταν στήν ἀττική γραμματεία: «κεῖται ἢ οὐ κεῖται»;)

   Ἀντίθετα, οἱ νέες δυνάμεις τοῦ εὐρύτερου ἑλληνιστικοῦ καί ἑλληνορρωμαϊκοῦ κόσμου θά ἐκφραστοῦν μέσα ἀπό τή λαϊκή γλῶσσα, τήν «κοινή» τῆς ἐποχῆς. Μέ αὐτήν θά κάνουν οἱ χριστιανοί τή χριστιανική θρησκεία μιά θρησκεία καθολικῶν ἀξιώσεων καί διαστάσεων. Σέ αὐτή θά μεταφραστοῦν τά βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί θά γραφοῦν τά κείμενα τῶν Ἀποστόλων. Ταυτόχρονα, θά ἀλλάξει καί ἡ γραφή. Ἀπαιτεῖται πλέον ἡ εἰσαγωγή μιᾶς γραφῆς πού θά βοηθάει τούς ἀλλογενεῖς τοῦ μεγάλου ἑλληνικοῦ κόσμου, «πίσω ἀπ’ τὸν Ζάγρο ἐδῶ, ἀπὸ τὰ Φράατα πέρα» «ἀπὸ τὸν Ζάγρο ὣς τὰ Φράατα πέρα», νά μαθαίνουν τά ἑλληνικά πού δέν ἦταν μητρική τους γλῶσσα: θά εἰσαχθοῦν οἱ τόνοι καί τά πνεύματα. Οἱ τόνοι καί τά πνεύματα ἐπέτρεπαν τήν πρόσβαση σέ ἕνα τεράστιο, ἤδη, ἀπόθεμα λέξεων, ἀκόμα καί σέ αὐτούς πού εἶχαν τά ἑλληνικά ὡς μητρική γλῶσσα, καί οἱ ὁποῖοι ἦταν ἀδύνατο νά τό γνωρίζουν ἀπό τή μητέρα τους ἤ ἀπό τίς ντοπιολαλιές τοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου. Οἱ τόνοι καί τά πνεύματα ἀπετέλεσαν ἕνα ἐργαλεῖο ἐκδημοκρατισμοῦ τῆς γλώσσας, γιατί διευκόλυναν τήν πρόσβαση τῶν ἀλλογενῶν καί τῶν μή λογίων στόν ἑλληνικό γραπτό λόγο καί τήν ἑλληνική γραμματεία.

   Ἡ ἔνταση μεταξύ λόγιας γλώσσας καί καθομιλουμένης, σέ ὅλη τή μακρά περίοδο μεταξύ τοῦ 3ου π.Χ. καί τοῦ 11ου μ.Χ. αἰῶνα, θά γνωρίσει πλημμυρίδες καί ἀμπώτιδες, ἀνάλογα μέ τήν ἱστορική συγκυρία καί τή γενικότερη μοῖρα τοῦ ἑλληνισμοῦ. Οἱ ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς, γιά παράδειγμα, ὅταν ἀπευθύνονται στόν λαό -σύμφωνα μέ τήν ἐπιταγή τοῦ ἀποστόλου Παύλου «ἐὰν μὴ εὔσημον λόγον δῶτε, πῶς γνωσθήσεται τὸ λαλούμενον; ἔσεσθε γὰρ εἰς ἀέρα λαλοῦντες» (Πρὸς Κορινθίους Α΄, 14, 9)- θά γράφουν στή δημοτική τῆς ἐποχῆς. Τό ἴδιο θά συμβεῖ καί ἀργότερα μέ τούς Βίους Ἁγίων, τά Ἀρετολόγια, κ.λπ. Ὅταν ὅμως θά ἀσχολοῦνται μέ τή θεολογία, μέ τήν φιλοσοφία, ὅπως ἐπίσης καί στίς ἐπίσημες ὁμιλίες, θά υἱοθετοῦν τήν ἀρχαΐζουσα ἤ ἀττικίζουσα μορφή.

   Ὡστόσο, καθώς ἡ παραγωγή καί ἀναπαραγωγή τῶν ἐπιστημονικῶν γνώσεων καί τῆς λόγιας φιλολογίας καί φιλοσοφίας παρέμενε μιά διαδικασία πού ἀφοροῦσε μόνο ἕνα μικρό κομμάτι τοῦ πληθυσμοῦ, ἡ διαφοροποίηση λόγιας καί δημώδους μορφῆς, ὅσο μεγάλη καί ἄν ἦταν, δέν ἀποτελοῦσε κάποιο ἀνυπέρβλητο ἐμπόδιο γιά τήν κοινωνική ἀναπαραγωγή, μέ δεδομένο τόν περιορισμένο ἀριθμό τῶν λογίων καί τῶν μελῶν τῶν ἀνώτερων τάξεων. Στίς μή ἀραβικές μουσουλμανικές χῶρες τά ἀραβικά θά ἀποτελοῦν τήν λόγια γλῶσσα καί κάτι ἀνάλογο θά συμβεῖ μέ τά κινεζικά, τά ἑβραϊκά κ.λπ.

   Ἡ ἑλληνική διμορφία θά παραμείνει στό Βυζάντιο ὡς μιά ἀπό τίς πιό δημοκρατικές ἐκδοχές γλωσσικῆς διμορφίας τῶν παραδοσιακῶν κοινωνιῶν. Ὅταν θά κυριαρχήσουν πλήρως τά ἑλληνικά ἔναντι τῶν λατινικῶν, θά γίνουν ἀπόπειρες ἄρσης της, τουλάχιστον ἐν μέρει. Γιά τίς ἀνάγκες τῆς διοίκησης, ὁ Κωνσταντῖνος ὁ Ζ΄ ὁ Πορφυρογέννητος (905-959), θά κωδικοποιήσει τίς ἀρχές τῆς διοικητικῆς ὀργάνωσης σέ γλῶσσα προσιτή, καί τό ἴδιο θά ἐπιχειρήσει ἀργότερα ὁ Κωνσταντῖνος Θ΄ὁ Μονομάχος (1042-1055 1000-1054). Ἐπιχειρήθηκε δηλαδή νά διαμορφωθεῖ μιά γλῶσσα κατανοητή ἀπό τίς εὐρύτερες μᾶζες τῆς Αὐτοκρατορίας, ἡ ὁποία ἐμπεριεῖχε καί στοιχεῖα τοῦ λόγιου τυπικοῦ καί λεξιλογίου. Ἦταν ἡ πρώτη ἀπόπειρα εἰσαγωγῆς τῆς «καθομιλουμένης».

Χυδαῖοι καί καθαροί

   Τό μεγάλο πρόβλημα θά ἀνακύψει στήν Δεύτερη Περίοδο, ὅταν ὁ ἑλληνικός κόσμος τῆς ὕστερης βυζαντινῆς, τῆς ὀθωμανικῆς καί τῆς σύγχρονης περιόδου, ἕως τόν 20ό αἰῶνα, θά χρειαστεῖ νά περάσει σέ μιά νέα φάση ἀνάπτυξης, ὅπου ὁ γεωμετρικός πολλαπλασιασμός τῶν γνώσεων καί ἡ ἐπέκταση τῆς γραφῆς, ἡ ἐφεύρεση τῆς τυπογραφίας, καθώς καί οἱ ἀνάγκες τῆς ἀντίστασης στούς πολυποίκιλους εἰσβολεῖς θά ἀπαιτοῦν καί θά ἐπιτάσσουν τή χρήση ἑνός γλωσσικοῦ ὀχήματος προσιτοῦ σέ εὐρύτερες ὁμάδες τοῦ πληθυσμοῦ. Θά γεννηθεῖ τότε τό γνωστό μας γλωσσικό ζήτημα.

   Καί οἱ αἰτίες εἶναι πολλαπλές. Ἡ ἀπόπειρα τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Μονομάχου θά μείνει ἡμιτελής. Ἡ κρίση ἡ ὁποία θά ἀκολουθήσει τήν ἧττα τοῦ Ρωμανοῦ τοῦ Διογένη στή μάχη του Ματζικέρτ (1071), ἡ κατάληψη τοῦ Βυζαντίου ἀπό τούς Φράγκους (1204), ἡ ἐξάπλωση τῶν Ὀθωμανῶν Τούρκων, μέ ἐπιστέγασμα τήν Ἅλωση τοῦ 1453, θά ὑποχρεώσουν τό ὕστερο Βυζαντινό κράτος καί κοινωνία σέ μιά ἀμυντική λογική. Τό ζήτημα πλέον εἶναι ἡ ἄμυνα, ἡ συντήρηση τῆς παράδοσης. Τά ἀρχαῖα κείμενα διασώζονται καί ἀντιγράφονται. Ἀνθεῖ μέν ἡ μικτή λογοτεχνία, ἀλλά ἡ Ἄννα Κομνηνή θά γράψει τήν Ἀλεξιάδα ὡς μίμηση, καί γλωσσική, τῆς Ἰλιάδος. Τό ἴδιο γλωσσικό ὄχημα θά χρησιμοποιοῦν καί λόγιοι ὅπως ὁ Γεώργιος Ἀκροπολίτης στην Αὐτοκρατορία τῆς Νικαίας (1205-1261). Ἐξ ἄλλου, ἡ φραγκική κατάκτηση, κυρίως, καί ἡ συνακόλουθη τουρκική θά κατακερματίσουν τόν ἑλληνικό-βυζαντινό χῶρο καί θά ἀναπτυχθοῦν οἱ διάλεκτοι καί τά ἰδιώματα, ἐνῷ ἡ ἑνότητα τῆς γλώσσας θά συντηρεῖται ἀπό τούς λογίους μέ τήν στροφή πρός τή λόγια καί ἀρχαΐζουσα γλωσσική μορφή, ἀπό τήν ἐκκλησιαστική γλῶσσα καί ἀπό τό δημοτικό τραγούδι.

   Τήν ἴδια ἐποχή στήν Ἰταλία, μέ τόν Δάντη ἤ τόν Βοκκάκιο, ὁ ἰταλικός ἀνθρωπισμός χρησιμοποιεῖ καί ἐπανα-ἀνακαλύπτει τά ἀρχαῖα ἑλληνικά καί λατινικά κείμενα, καλλιεργώντας παράλληλα τήν νεώτερη ἰταλική. Ὁ ἀπό «στεριά καί θάλασσα» πολιορκημένος βυζαντινός ἀνθρωπισμός δέν ἔχει αὐτό τό περιθώριο, καθώς τό μόνο σχεδόν ἔδαφος πού διαθέτει εἶναι ὁ χῶρος τῆς παράδοσης. Στρέφεται ἔτσι πρός τήν ἀρχαιοελληνική γλωσσική μορφή καί τήν ἐκ νέου ἀνακάλυψη τῶν ἑλλήνων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως θά κάνει ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καί οἱ ἡσυχαστές. Χαρακτηριστική τοῦ ἀδιεξόδου εἶναι ἡ ἐμβληματική μορφή τοῦ Πλήθωνα-Γεμιστοῦ. Τριάντα ἑφτά χρόνια πρίν τήν Ἅλωση, προσπαθεῖ νά πείσει τούς Παλαιολόγους γιά τήν ἀνάγκη μιᾶς μεταρρύθμισης πού θά μεταβάλει τά ὑπολείμματα τῆς Αὐτοκρατορίας σέ ἕνα ἑλληνικό ἐθνικό κράτος: Ἐμπόριο, βιομηχανία, ἀγροτική μεταρρύθμιση κ.λπ. Καί ὅμως τό ἀνέφικτο τῆς ἀγωνιώδους προσπάθειάς του θά σημαδευτεῖ ὄχι μόνο ἀπό τήν ἀπόπειρα ἐπιστροφῆς στήν ἀρχαία ἑλληνική θρησκεία, ἀλλά καί ἀπό τό γλωσσικό ἐργαλεῖο πού χρησιμοποιεῖ, τήν ἀρχαΐζουσα γλῶσσα του. Ἡ βυζαντινή Ἀναγέννηση, ἔστω in extremis, θά στηριζόταν μέ τό ἕνα πόδι στόν ἑλληνικό ἀνθρωπισμό, ἀλλά εἶχε ἀνάγκη καί ἀπό ἕνα δεύτερο, τή ζωντανή λαϊκή πραγματικότητα καί τούς χυμούς της. Καί κάτι τέτοιο ἀπουσίαζε παντελῶς.

   Ταυτόχρονα, ὁ ἑλληνικός λαός, στήν Κύπρο, τόν Πόντο, τή Νότια Ἰταλία, τήν Ἤπειρο, τήν Κρήτη καί τά Ἑπτάνησα, θά μιλάει καί θά τραγουδάει στήν γλῶσσα του, ὅλο καί πιό ἰδιωματική, μέ μόνο στοιχεῖο ἑνότητας τόν ἐκκλησιαστικό λόγο καί τά παλιά τραγούδια τοῦ γένους (π.χ. τά Ἀκριτικά, τίς Παραλογές, κ.λπ.).

   Ὅταν ὁ ἑλληνισμός, ἀπό τά τέλη τοῦ 17ου αἰῶνα καί μετά, θά εἰσέλθει σέ μιά νέα περίοδο ἀκμῆς, τό γλωσσικό ζήτημα θά ἀνακύψει ἐκ νέου καί θά σφραγίσει τήν ἑλληνική ἱστορία τριῶν αἰώνων. Ἰδιαίτερα κατά τή διάρκεια τοῦ 19ου αἰῶνα καί στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ, θά ὁδηγήσει σέ μία ὑπάρξει μιά ἐπίταση τῆς ἀντιπαράθεσης, μεταξύ τῶν «χυδαιολογούντων» λογίων καί τῶν ὀπαδῶν τοῦ «καθαροῦ» ἰδιώματος... Τώρα πιά, ἡ ἐκπαίδευση ἐξαπλώνεται στόν νεώτερο ἑλληνισμό καί στίς ἀρχές τοῦ 19ου αἰῶνα θά ὑπάρχουν σχολεῖα σέ ὅλα τά κέντρα του. Τό γλωσσικό ζήτημα θά ἀποβεῖ καθοριστικό, οἱ ἀντιθέσεις θά ὀξυνθοῦν καί ἀπό τά τέλη τοῦ 19ου αἰ. ἕως τόν Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ἄν ὄχι καί μέχρι τήν δεκαετία τοῦ 1970, θά διχάσουν τήν κοινωνία μας. Σέ μιά στιγμή πού ὁ ἑλληνικός λαός χρειαζόταν ὅλες τίς δυνάμεις του γιά νά πραγματοποιήσει τή δική του Ἀναγέννηση καί νά οἰκοδομήσει ἕνα σύγχρονο ἀλλά ταυτόχρονα πρωτότυπο πολιτιστικό πρότυπο, καί κατά συνέπεια μιά γλωσσική μορφή πού θά συνέθετε δημιουργικά τή διαχρονία καί τή συγχρονία τοῦ ἑλληνισμοῦ, ἀνάλωσε πολλές ἀπό τίς δυνάμεις του σέ μιά ἀντιπαράθεση μεταξύ τους. Ἀντί νά ἀναπτυχθεῖ ἕνα γλωσσικό ὄργανο πού θά ἐνοφθάλμιζε στό σῶμα τῆς ζωντανῆς λαϊκῆς γλώσσας στοιχεῖα μιᾶς ἀδιάσπαστης γλωσσικῆς ἑνότητας, ὅπως λέξεις καί σχήματα, μορφολογικά στοιχεῖα, γραφή (ἡ ἐξοικείωση μέ τήν ἱστορική γραφή εἶναι ἀπαραίτητη γιά τήν ἐτυμολογική προσέγγιση τῶν λέξεων καί τήν εὐχερῆ πρόσβαση στά παλαιότερα κείμενα) κ.λπ., οἱ δυνάμεις μας σπαταλήθηκαν σέ ἕναν διάλογο πού, παρά τίς δημιουργικές του πλευρές (παράθεση καί ἐπεξεργασία ἐπιχειρημάτων, ἀνάπτυξη τῶν γλωσσικῶν σπουδῶν κ.λπ.), εἶχε κυρίως ἀρνητικές συνέπειες:

   Ἡ ἐπιμονή στήν καθαρεύουσα καί τήν ἀρχαΐζουσα ἀπέκοπτε τούς ἐγγραμμάτους ἀπό τό λαϊκό σῶμα μέ ἀμφίδρομες συνέπειες. Οἱ λόγιοι περιορίζονταν σέ συζήτηση καί προβληματισμό μεταξύ ἑνός περιορισμένου κύκλου ἐγγραμμάτων. Κατά συνέπεια καί τό ἐπίπεδο τοῦ προβληματισμοῦ παρέμενε χαμηλό, μιά καί ἡ συζήτηση διεξάγονταν ἀνάμεσα σέ ἐλάχιστους ἀνθρώπους καί δέν μποροῦσε νά ἀξιοποιήσει στοιχεῖα τῆς λαϊκῆς σοφίας καί παράδοσης. Ἐκ παραλλήλου, ἡ ἀδυναμία πρόσβασης τοῦ εὐρύτερου λαϊκοῦ σώματος στόν κόσμο τῶν ἰδεῶν, τῆς ἐπιστήμης, τῆς ὑψηλῆς τέχνης, φτώχαινε τό λαϊκό σῶμα, καθυστεροῦσε τή διαμόρφωση ἑνός ἐπεξεργασμένου γλωσσικοῦ ὀργάνου, κ.ο.κ. Ὁ διχασμός μεταξύ διανοουμένων καί λαοῦ, πού τόσο ἔντονα καί ἀρνητικά σφραγίζει τή σύγχρονη ἑλληνική παράδοση, σφραγίζεται καθοριστικά ἀπό αὐτόν τόν γλωσσικό διαφορισμό.

   Ἀπέναντι στόν καθαρολογισμό ἀναπτύσσεται μιά ἀντίδραση πού ὅμως θά ὁδηγηθεῖ συχνά στό ἀντίθετο ἄκρο. Ὁ Βηλαρᾶς θά μιλήσει πρῶτος γιά τή φωνητική (κανονικά: φωνολογική) γραφή («Η ρομέηκη γλόσα») καί στή συνέχεια θά ἀκολουθήσει ὁ ψυχαρισμός, ἡ «φωνητική» γραφή, ἀκόμα καί ἡ πρόταση γιά υἱοθέτηση τοῦ λατινικοῦ ἀλφαβήτου. Ἡ συγχρονία στήν πιό πεζή καί ἐργαλειακή μορφή της (ἡ γλῶσσα εἶναι μόνο ἐργαλεῖο ἐπικοινωνίας καί ὄχι συμπύκνωση ἱστορίας, παράδοσης, ταυτότητας, ἡ ὁποία ἐπέτρεψε τήν διατήρηση τῆς ἴδιας της ὑπόστασης τοῦ ἑλληνισμοῦ), ἀντικαθιστᾷ πλέον τήν ἀποστεωμένη διαχρονικότητα. Εὐνοεῖται ἡ μικρότερη προσπάθεια γιά τήν ἐκμάθηση τῆς γλώσσας, μιά καί πρόκειται γιά ἕνα ἁπλό «ἐργαλεῖο». Οἱ μαθητές δέν πρέπει νά «κουράζονται» γιά νά μάθουν τή γλῶσσα, ἀλλά νά ἀφιερώνονται στήν ἀποθησαύριση ἐπιστημονικῶν καί «πρακτικῶν» γνώσεων. Ἔτσι, ἀπό τήν ἀντίδραση στά «γραμματικά» καί στήν τυραννία τοῦ συντακτικοῦ πού περιέγραφε ὁ Ἰώσηπος Μοισιόδαξ ὡς «γραμματικὴν κακοφυΐαν»  καί κατακεραύνωνε ὁ Ἀδαμάντιος Κοραῆς («περισσότερον ἤθελε ὠφελήσει τὸ γένος σήμερον ὅστις καίει παρὰ ὅστις γράφει Γραμματικάς»), φτάσαμε στό ἀντίθετο ἄκρο: στήν τυραννία τοῦ πρακτικοῦ λόγου καί τήν ἐργαλειακή ἀποδοτικότητα, ξεχνώντας πώς ἡ ἐκμάθηση μιᾶς γλώσσας, καί μάλιστα μέ τέτοια ἱστορία καί πλοῦτο, ἀποτελεῖ μία πολιτιστική καί γνωστική διαδικασία πρώτου μεγέθους, σηματοδοτεῖ τήν ἴδια τήν πρόσκτηση μιᾶς συλλογικῆς ταυτότητας.

   Μέ αὐτόν τόν τρόπο, ἕνα μέρος τῆς γλωσσικῆς καί κοινωνικῆς ἀριστερᾶς, πού βρίσκονταν σέ σύγκρουση μέ τόν γλωσσαμυντορισμό, τήν κοινωνική καί γλωσσική δεξιά, θά μεταβληθεῖ στόν ὑποστηρικτή τῆς ἰσοπέδωσης τῆς γλωσσικῆς μορφῆς.

   Ὡστόσο, ὅσο κυριαρχοῦσε ἡ καθαρεύουσα, ἡ ἀρχαΐζουσα καί ἡ τυπολατρική ἀρχαιογνωσία, οἱ ἐργαλειακές διαστάσεις τοῦ δημοτικισμοῦ δέν τονίζονταν. Αὐτό θά γίνει μόνο ἀπό τή στιγμή πού, μετά τή μεταπολίτευση, ἡ δημοτική θά κυριαρχήσει ἀκόμα καί ὡς ἐπίσημη γλῶσσα τοῦ κράτους καί το γλωσσικό ζήτημα θα εἰσέλθει σέ μιά Τρίτη Περίοδο.

Ἰσοπέδωση καί ἀντίσταση

   Στίς συνθῆκες, πλέον, τοῦ παγκοσμιοποιούμενου καπιταλισμοῦ, οἱ ἄρχουσες τάξεις, ἰδιαίτερα τῶν μικρῶν καί ἐξαρτημένων χωρῶν, δέν ἐπιμένουν στή διατήρηση τῆς παράδοσης καί τῆς ταυτότητας ὡς ἐγχώριων μεσολαβητῶν τῆς ἡγεμονίας τους. Ἀντιθέτως, ἀξιοδοτοῦν καί προάγουν τήν ἰσοπέδωση τῶν ταυτοτήτων πού συνιστοῦν ἐμπόδιο σέ αὐτή τήν «πραγματική ὑπαγωγή». Ἐθνικές γλῶσσες, παραδόσεις, ἰδιαιτερότητες, ἀκόμα καί ἐγχώρια πολιτικά καί προνοιακά συστήματα, θά πρέπει νά ὑποβαθμιστοῦν ἤ ἀκόμα καί νά ἐξαλειφθοῦν. Ἡ γλωσσική συγχρονία, στήν πιό χυδαία συχνά ἐκδοχή της, θά πρέπει νά ὀβελίσει κάθε στοιχεῖο διαχρονίας. Σήμερα χρειαζόμαστε τά ἀγγλικά ὡς παγκόσμια lingua franca καί οἱ ἐγχώριες γλῶσσες ἀποτελοῦν ἕνα ἀκόμα ἐμπόδιο στήν χωρίς ὅρια ἐπέκταση τῶν διαδικασιῶν τῆς κεφαλαιακῆς ἀξιοποίησης.

   Μιά ὁρισμένη ἐργαλειακή ἀντίληψη γιά τή γλῶσσα παύει πλέον νά ἀποτελεῖ τό ὄργανο τοῦ ἀκραίου δημοτικισμοῦ, ἴσως καί λαϊκισμοῦ, και μεταστρέφεται σέ μηχανισμό τῆς παγκοσμιοποίησης. Οἱ ἐγχώριοι ἐκδοτικοί μηχανισμοί καί οἱ τεχνοκράτες εἰσάγουν πλέον τήν «ἁπλούστευση» τῆς γραφῆς καί τῆς γλώσσας, τή λεκτική ἰσοπέδωση, τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τήν ἱστορική γραφή, καί στηρίζουν τόν ὀβελισμό τῆς διδασκαλίας τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν ἀπό τήν ἐκπαιδευτική διαδικασία. Οἱ τουριστικοί ἐπιχειρηματίες, οἱ ἐπιχειρήσεις τῆς «νέας οἰκονομίας» καί τό μεγάλο πολυεθνικό κεφάλαιο προωθοῦν ἤδη τή λατινική γραφή καί τά greeklish ὡς προθάλαμο γιά σταδιακή τουλάχιστον ὑποκατάσταση τῆς ἑλληνικῆς ἀπό τήν ἀγγλική.

   Γιά τήν ιδεολογική στηριξη αὐτοῦ τοῦ ἐγχειρήματος ἐπιστρατεύεται ὁ ἐργαλειακός ἰσοπεδωτισμός. «Ἡ γλῶσσα δέν κινδυνεύει» διακηρύττουν οἱ «ἐκσυγχρονιστές», κεκράκτες τῶν μεγάλων ἐκδοτικῶν συγκροτημάτων καί τῶν πολυεθνικῶν, ἐνδεδυμένοι «τά παλιά δοξασμένα κουρέλια» τοῦ ἀγωνιστικοῦ δημοτικισμοῦ (καί μαζί τους δυστυχῶς καί μερικοί εἰλικρινεῖς καί καθυστερημένοι δημοτικιστές, καθηλωμένοι στόν κύκλο τῆς παλαιᾶς γλωσσικῆς ἀντιπαράθεσης). Προβάλλουν καί πάλι, λοιπόν, τόν «κίνδυνο» τοῦ «γλωσσικοῦ ἐθνικισμοῦ ἤ καθαρολογισμοῦ». Συσκοτίζοντας τό γεγονός ὅτι ἡ ἀντιπαράθεση δημοτικισμοῦ καί καθαρεύουσας ἔχει σήμερα ὑποκατασταθεῖ ἀπό μία νέα, ἀπό τήν ἀντιπαράθεση μεταξύ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας στή συγχρονία καί τή διαχρονία της, καί τῶν μηχανισμῶν ἐκπτώχευσης καί περιθωριοποίησής της, τῆς γλωσσικῆς παγκοσμιοποίησης καί ἰσοπέδωσης. Τώρα πιά ὁ Βηλαρᾶς καί ὁ Βούλγαρης, ὁ Κοραῆς καί ὁ Τριανταφυλλίδης, ὁ Σολωμός καί ὁ Παπαδιαμάντης βρίσκονται στό ἴδιο στρατόπεδο. Καί στό ἀπέναντι γνωρίζομε ποιοί βρίσκονται, γνωρίζομε τά ἐκδοτικά συγκροτήματα, τούς πολιτικούς, τούς διανοούμενους ὑπηρεσίας, πού, στό ὄνομα μιᾶς ξεπερασμένης ἀντίθεσης καί τῆς ἀντίληψης πώς «ἡ γλῶσσα δέν κινδυνεύει», συντάσσονται σήμερα μέ τούς ὀπαδούς τῆς παγκοσμιοποίησης.

   Ἡ θέση μας σέ αὐτό τό νέο γλωσσικό ζήτημα πού ἔχει ἀνακύψει δέν μπορεῖ παρά νά εἶναι μιά στάση ἐνεργοῦ ἀντίστασης. Μιά ἐκ νέου ἀξιοδότηση τῆς γλώσσας μας ἀπό τόν Ὅμηρο μέχρι τόν Μακρυγιάννη καί τόν Σεφέρη. Στήν παράδοσή μας, τῶν τελευταίων αἰώνων, ἔχουμε τήν κόκκινη γραμμή πού μᾶς ὁδηγεῖ. Εἶναι ἡ γλωσσική παράδοση τοῦ ἔπους τοῦ Διγενῆ Ἀκρίτη στό Βυζάντιο, τῆς Ἐρωφίλης καί τοῦ Ἐρωτόκριτου στήν Ἐνετοκρατούμενη Κρήτη, – λόγια ἔργα ὑψηλῆς τέχνης πού ἔγιναν ταυτόχρονα καί δημοτικά ἄσματα πού τά ἀπομνημόνευε καί τά τραγουδοῦσε ὁ ἀγράμματος λαός, ἐμπλουτίζοντας τήν καθημερινή του γλῶσσα καί τά τραγούδια του. Καί ξανάπαιρνε αὐτά τά τραγούδια ὁ Σολωμός γιά νά τά κάνει ὑψηλή τέχνη καί ὁ Ρήγας γιά νά τά κάνει Θούριους. Ἔχουμε τή μεγάλη Ἑπτανησιακή παράδοση πού θά γεννήσει τόν Σολωμό καί τόν Κάλβο. Ἔχουμε τήν ἀρχαιογνωσία καί τόν δημοτικισμό τοῦ Μανόλη Τριανταφυλλίδη, στόν δρόμο πού χάραξε ὁ Δημητράκης Καταρτζῆς, οἱ Δημητριεῖς, ὁ Ρήγας Φεραῖος καί, ἀπό μιά ἄλλη ἀφετηρία, ὁ Ἀδαμάντιος Κοραῆς. Ἔχουμε τήν παράδοση τοῦ Παπαδιαμάντη καί τοῦ Καβάφη, τοῦ Πικιώνη καί τοῦ Κώστα Παπαϊωάννου. Μιά γλῶσσα ζωντανή πού στηρίζεται στή μητρική μας γλῶσσα, ἐνῷ ταυτόχρονα ἀνοίγεται θαρραλέα στόν θησαυρό τῶν χιλιετιῶν τῆς γλωσσικῆς μας παράδοσης, ἀναχωνεύοντας διαρκῶς νέα στοιχεῖα ἀπό αὐτή, ἀλλά καί ἀπό τή σύγχρονη ζωή καί τίς ξένες γλῶσσες.

   Ἐπιτέλους μιά σύνθεση, πού δέν θά εἶναι ἄμυνα, ἁπλή «ἐπιστροφή» στήν παράδοση, ὅπως ἔκανε κάποτε ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἤ ὁ... Πλήθωνας, ἀλλά ἐνεργός καί δημιουργική ἀντίσταση. Νά ‘μαστε λοιπόν πάλι στό αἴτημα τοῦ Σολωμοῦ: «μήγαρις ἔχω ἄλλο στὸ νοῦ μου πάρεξ ἐλευθερία καὶ γλώσσα;»

Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2012

Πολυτονικό: Ἡ νέα μόδα

   Στὴν ἐφημερίδα «Καθημερινὴ» τῆς 15ης Ὀκτ. 2011 δημοσιεύθηκε μικρὸ ἀφιέρωμα στὸ πολυτονικὸ ἀπὸ τὸν Νίκο Βατόπουλο, μὲ τὴν συνεργασία τῶν ἐκδοτῶν Μανώλη Βελιτζανίδη καὶ Γιώτας Κριτσέλη, ὑπὸ τὸν τίτλο «Τριάντα χρόνια μονοτονικό, ἀλλὰ τὰ πνεύματα ἐπιβιώνουν - Σημαντικὸς ἀριθμὸς ἐκδοτικῶν οἴκων ἐπιλέγει νὰ χρησιμοποιεῖ τὸ πολυτονικὸ σύστημα».

   Καὶ πραγματικά, ὄχι μόνον ἐπιβιώνει τὸ πνεῦμα τῆς γλώσσας μας, ἀλλά, θάλλει κόντρα σὲ ὅλες τὶς ἀντιξοότητες, ὀμορφαίνει τὰ γραπτά μας, ἀσκεῖ καὶ ἐξευγενίζει τὸν νοῦ μας. Τὸ πολυτονικὸ γίνεται ἡ νέα μόδα! Ἡ νέα μόδα τῶν ρομαντικῶν καὶ μαζὶ ὑπεύθυνων καὶ ἀπαιτητικῶν νέων Ἑλλήνων ποὺ ἀπορρίπτουν τὴν εὐτέλεια καὶ τὴν χυδαιότητα ποὺ μᾶς πνίγουν καὶ ἀναζητοῦν τὴν χαμένη ὀμορφιά, τὴν λεπτότητα καὶ τὴν εὐγένεια.

   Τὸ www.polytoniko.org τοῦ Γιάννη Χαραλάμπους εἶναι ὁ πλήρης ἱστοχῶρος γιὰ τὸ πολυτονικό (ἱστορία καὶ γραμματική, κανόνες καὶ παιχνίδια, μελέτες καὶ δοκίμια, πλήρεις τεχνικὲς πληροφορίες, γραμματοσειρὲς καὶ ἐργαλεῖα γιὰ τὸν ὑπολογιστή, ποιήματα καὶ φωτογραφίες), ἡ δημιουργία τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε τὸ ἀποφασιστικὸ βῆμα γιὰ νὰ περάσουμε ἀπὸ τὴν νοσταλγία στὴν καθημερινὴ ἐφαρμογή, στὴν δράσι. Τὸ facebook group τοῦ πολυτονικοῦ ἔχει συγκεντρώσει ἄνω τῶν δύο χιλιάδων μελῶν, ἀνθρώπων κάθε ἡλικίας καὶ ἰδεολογίας, μὲ κοινὸ ἐνδιαφέρον καὶ ἀγάπη γιὰ τὴν γλῶσσα μας. Νέοι φοιτητές, ἀκόμη καὶ μαθητές, οἱ ὁποῖοι γεννήθηκαν ἐπιβληθέντος ἤδη τοῦ πνευματοκτόνου μονοτονικοῦ, μαθαίνουν καὶ χρησιμοποιοῦν τὸ πολυτονικὸ ἀκόμη καὶ στὰ κοινωνικὰ δίκτυα καὶ φόρουμ τοῦ Διαδικτύου. (Παρατίθεται κατωτέρω ἐπιστολὴ πέντε ἐξ αὐτῶν στὴν «Καθημερινή».)

   Καὶ εἴμαστε ἀκόμη στὴν ἀρχή. Σήμερα ποὺ τὸ μέλλον εἶναι σκοτεινὸ καὶ γκρίζο, σήμερα περισσότερο παρὰ ποτὲ ἡ γλῶσσα μας εἶναι τὸ ἐργαλεῖο μαγείας (κατὰ τὸν Ὀδυσσέα Ἐλύτη· λόγος κατὰ τὴν τελετὴ ἀπονομῆς τοῦ βραβείου Νομπέλ, 10-12-1979), τὸ φοβερό μας ὅπλο, μὲ τὸ ὁποῖο θὰ φωτίσουμε, θὰ ζωγραφίσουμε, θὰ μεταμορφώσουμε τὸ μέλλον.


Σημαντικὸς ἀριθμὸς ἐκδοτικῶν οἴκων ἐπιλέγει νὰ χρησιμοποιεῖ τὸ πολυτονικὸ σύστημα

Τοῦ Νίκου Βατόπουλου

   Ἀναρωτιέμαι πόσο ἄνετα διαβάζουν ἕνα πολυτονικὸ κείμενο οἱ κάτω τῶν 30. Εἶναι ἕνα ἐρώτημα σὲ ἰσχύ, καθὼς τὰ κείμενα ποὺ κυκλοφοροῦν μὲ πολυτονικὸ ἔχουν αὐξητικὴ τάση. Καὶ δὲν ἀναφέρομαι μόνο σὲ ὅσους ἐπιλέγουν ἀκόμη καὶ σὲ δίκτυα κοινωνικῆς δικτύωσης τὴ γραμματοσειρὰ μὲ πνεύματα καὶ τόνους, ἀλλὰ σὲ ἐμπορικοὺς ἐκδοτικοὺς οἴκους ποὺ τυπώνουν τὰ βιβλία τους μὲ πολυτονικό. Τίθενται ἐρωτήματα. Εἶναι ἄραγε ζήτημα προσωπικῆς ἐμμονῆς, εἶναι ζήτημα ἀντίστασης στὴ γλωσσικὴ ἰσοπέδωση, εἶναι νεῦμα στὴν ἱστορικὴ ὀρθογραφία, εἶναι ἁπλῶς θέμα αἰσθητικῆς; Ἔχει ἐλπίδα τὸ πολυτονικὸ νὰ συμπλέει παράλληλα μὲ τὴν ἐπίσημη μονοτονικὴ γραφὴ ἢ μὲ τὴ γλώσσα τῆς γραφειοκρατίας; Γιὰ πολλοὺς θεωρεῖται ἐστὲτ ἐπιλογή. Γιὰ ἄλλους εἶναι ἔνδειξη συντηρητισμοῦ, ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι ποὺ θεωροῦν ὅτι ἡ ἐπιλογὴ τοῦ πολυτονικοῦ ἔχει μία ἐγγενῆ ἔννοια ἐλευθερίας, καθὼς ἀντιλαμβάνεται τὴ γλώσσα ἐκτός της γραφειοκρατικῆς καὶ νομικῆς διαδικασίας.

   Τὸ μονοτονικὸ καθιερώθηκε ἀπὸ τὴν πρώτη κυβέρνηση τοῦ ΠΑΣΟΚ τὸ 1982. Τότε, ἡ καινοτομία αὐτή, ποὺ εἶχε ἁπλῶς σφραγίσει μὲ νόμο τοῦ κράτους μία συζήτηση δεκαετιῶν (ποὺ εἶχε ἀναζωπυρωθεῖ μετὰ τὸ 1975), προκάλεσε μεγάλη διχογνωμία. Ὁρισμένοι τὸ εἶδαν ὡς πρόοδο καὶ ἄλλοι ὡς ὀπισθοδρόμηση. Πρὶν ἀπὸ 30 χρόνια, ἡ συζήτηση γιὰ τὴν ἱστορικὴ ὀρθογραφία εἶχε πολλοὺς θιασῶτες ἀλλὰ δὲν εἶχε μεγάλο ἀκροατήριο. Τότε, ὁ Κορνήλιος Καστοριάδης εἶχε πεῖ «ἡ κατάργηση τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων εἶναι ἡ κατάργηση τῆς ὀρθογραφίας, ποὺ εἶναι τελικὰ ἡ κατάργηση τῆς συνέχειας. Ἤδη, τὰ παιδιὰ δὲν μποροῦν νὰ καταλάβουν Καβάφη, Σεφέρη, Ἐλύτη, γιατί αὐτοὶ εἶναι γεμάτοι ἀπὸ τὸν πλοῦτο τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν. Δηλαδή, πᾶμε νὰ καταστρέψουμε ὅ, τί κτίσαμε. Αὐτὴ εἶναι ἡ δραματικὴ μοίρα τοῦ σύγχρονου ἑλληνισμοῦ».

   Ὁ αἰσθητικὸς ἐκβαρβαρισμὸς τῆς σύγχρονης γραφῆς ποὺ ἐκφράζεται κυρίως ἀπὸ τὴν ἁπλοποίηση τῆς γραφῆς (καὶ τὸν στραγγαλισμὸ τῆς ἐτυμολογικῆς ρίζας τῶν ξένων ὀνομάτων στὴ φωνητική, ἑλληνικὴ ἀπόδοσή τους) πηγάζει ἐν πολλοῖς ἀπὸ τὴν καθιέρωση τοῦ μονοτονικοῦ. Καὶ κυρίως ἀπὸ τὴ συμβολικὴ διάσταση ποὺ ἐξέλαβε ἡ υἱοθέτηση τοῦ μονοτονικοῦ στὴ διάρκεια κυρίως τοῦ θηριώδους λαϊκισμοῦ τῆς δεκαετίας τοῦ 1980.

   Σήμερα, τὸ ἐρώτημα παραμένει. Πῶς ἐπιζεῖ τὸ πολυτονικό, ἀπὸ ποιοὺς ὑποστηρίζεται καὶ σὲ ποιοὺς ἀπευθύνεται; Ὑπάρχουν νέοι ποὺ δὲν διδάχθηκαν τὸ πολυτονικὸ καὶ νὰ τὸ ὑποστηρίζουν; Εἶναι μὲ ἄλλα λόγια θέμα ἑνὸς βιολογικοῦ κύκλου ποὺ θὰ κλείσει καθὼς θὰ ἐκλείψουν οἱ ἐκπρόσωποι τῶν γενεῶν ποὺ τὸ διδάχθηκαν καὶ ποῦ σήμερα ἐπιθυμοῦν τὴ διατήρησή του στὴ ζωή; Κατὰ τὰ φαινόμενα, ἡ διαμάχη πολυτονικοῦ καὶ μονοτονικοῦ μοιάζει μὲ ἕνα πεδίο πολὺ πιὸ σύνθετο καὶ πιὸ περίπλοκο ἀπ' ὅ, τί παλαιότερα πιστεύαμε.


Τοῦ Μανώλη Βελιτζανίδη*

Εἰς μνήμην Ἀγγέλου Ἐλεφάντη

   Θέλω νὰ πιστεύω ὅτι ἡ ταπεινὴ ἐργασία ἑνὸς Ἕλληνα ἐκδότη σήμερα ἐντάσσεται στὴ μεγάλη παράδοση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας – ὅτι ἡ γλώσσα εἶναι γέννημα πνευματικὸ ἑνὸς λαοῦ καὶ δὲν ὁρίζεται ἀπὸ φιλολόγους, πολὺ δὲ περισσότερο ἀπὸ ἰδεολογήματα καὶ σκοπιμότητες. Φυσικὴ ἀπόρροια αὐτῶν τῶν πεποιθήσεων ὑπῆρξε καὶ ἡ ἀπόφαση ἡ Ἴνδικτος, ἀπὸ τὴν ἵδρυσή της, τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1995 –14 χρόνια μετὰ τὴν καθιέρωση τοῦ μονοτονικού–, νὰ υἱοθετήσει τὸ πολυτονικὸ σύστημα γραφῆς καὶ μόνον αὐτό. Μία τέτοια ἀπόφαση φαινόταν τότε μᾶλλον ριψοκίνδυνη καὶ μάταιη. Ἴσως νὰ ὁδηγοῦσε στὸ περιθώριο ἢ νὰ ἑρμηνευόταν ὡς ἰδεολογικὴ ἐμμονὴ σὲ σχήματα παρωχημένα.

   Ἡ ζωὴ ἦρθε καὶ δικαίωσε τὴν ἀπόφαση αὐτὴ καὶ φανέρωσε τὴν ἀλήθειά της. Ἐξάλλου, ἡ γλώσσα ὡς γεγονὸς πνευματικὸ μπορεῖ νὰ καλλιεργηθεῖ μόνο σὲ περιβάλλον ἐλεύθερο ἀπὸ ἰδεολογήματα καὶ ἐμμονές. Οἱ «ἁπλουστεύσεις» καὶ οἱ «καθαρὲς» λύσεις, ποὺ πρότεινε τὸ μονοτονικό, μπορεῖ στὰ πρῶτα χρόνια της μεταπολίτευσης νὰ ἠχοῦσαν μελωδικά, ὁ χρόνος ὅμως κατέταξε τὶς ἐν λόγω «ἐπιτυχίες» στὰ «σουξεδάκια» μίας ἐποχῆς ποὺ κανεὶς δὲν θέλει νὰ θυμᾶται (μήτε τὰ «σουξεδάκια» μήτε τὴν ἐποχὴ) καὶ ποὺ ἄφησε πίσω της τὸ κουσούρι τῶν «βλάχο-ἀγγλικῶν» ἤ, ἀλλιῶς, greeklish.

   Πλέον σήμερα, εἶναι κοινὸς τόπος ὅτι τῆς οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς μας χρεοκοπίας προηγήθηκε ἡ γλωσσική μας χρεοκοπία, διὰ τῶν «ἁπλουστεύσεων» καὶ τοῦ μονοτονικοῦ. Ἡ δὲ κοινωνικὴ ἀναγέννηση, ἀκόμη δὲ καὶ ἡ οἰκονομικὴ ἀνάκαμψη, προϋποθέτει τὴν ἀποϊδεολογικοποίηση τῆς γλώσσας μας. Ὀφείλει δηλαδή, ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία νὰ ἀνακτήσει τὸ ἀπολεσθὲν πνευματικό της ἕρμα. Ἡ ἀποθέωση τῆς ἥσσονος προσπαθείας, τῶν «ἁπλουστευμένων» λύσεων, τῆς ἀπαξίωσης κάθε κανόνα, ἀκόμη καὶ αὐτῶν τῶν γραμματικῶν, δὲν ὁδηγοῦν παρὰ στὴ χρεοκοπία καὶ τὴν ἐρήμωση.

   Εἶναι καιρὸς νὰ κερδίσουμε τὸν χαμένο χρόνο, νὰ ἀνακτήσουν οἱ λέξεις μας τὸ νόημά τους. Τὸ ἀληθὲς καὶ πραγματικό τους νόημα! Νὰ καταβάλουμε ὅλοι μας καθημερινὰ τὸν κόπο καὶ τὸν μόχθο ποὺ μᾶς ἀναλογεῖ γιὰ νὰ ξανακαρπίσει τοῦτος ὁ ἔρημος τόπος.

* Ὁ κ. Μανώλης Βελιτζανίδης εἶναι διευθυντὴς τῶν ἐκδόσεων Ἴνδικτος.


Τῆς Γιώτας Κριτσέλη*

   Ἡ διένεξη ἀνάμεσα στὸ πολυτονικὸ καὶ τὸ μονοτονικὸ εἶναι ἕνα σύνθετο πρόβλημα. Μπορεῖ ἡ οἰκονομικὴ παράμετρος νὰ ἔχει βαρύνουσα σημασία, δὲν πρέπει ὡστόσο νὰ ὑποβαθμίζουμε καὶ τὶς γλωσσολογικές, πολιτισμικές, ἐκπαιδευτικὲς ἀλλὰ καὶ αἰσθητικὲς παραμέτρους.

   Στὸ βασικὸ γλωσσολογικὸ ἐπιχείρημα κατὰ τοῦ πολυτονικοῦ, ὅτι οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα δὲν ἔχουν καμία χρησιμότητα, διότι δὲν ἀναπαριστοῦν καμία φωνητικὴ ἐνέργεια, θὰ μποροῦσε νὰ ἀντιτείνει κανεὶς ὅτι τὰ σημεῖα αὐτὰ ἐμπεριέχουν πληροφορίες ἐτυμολογικῆς, μορφολογικῆς καὶ συντακτικῆς φύσεως.

   Ἡ ἀπώλεια τῆς δασείας, γιὰ νὰ ἀναφέρω ἕνα μόνο χαρακτηριστικὸ παράδειγμα, ἔχει ὡς συνέπεια τὴν ἀδυναμία ἀναγνώρισης τῶν σύνθετων λέξεων: πῶς μπορεῖ ὁ ὁμιλητῆς ποὺ δὲν διδάχθηκε τὸ πολυτονικὸ νὰ διακρίνει, λ. χ., ὅτι ἡ λέξη ἐφάμιλλος παράγεται ἀπὸ τὴν πρόθεση ἐπὶ καὶ τὸ οὐσιαστικὸ ἅμιλλα; Ἡ ἀπουσία τῆς δασείας ἔχει ὡστόσο καὶ ἄλλες σοβαρὲς συνέπειες: δυσχεραίνει τὴ δημιουργία νέων συνθέτων καὶ ἐπιπλέον ὁδηγεῖ σὲ ἀδόκιμη σύνθεση λέξεων (π. χ. πενταήμερη ἀντὶ πενθήμερη). Κατὰ ἀνάλογο τρόπο, καὶ οἱ τόνοι μεταφέρουν μὲ τὴ σειρὰ τοὺς πληροφορίες μορφολογικῆς φύσεως. Σὲ κάθε περίπτωση δὲν μπορεῖ νὰ ἰσχυρισθεῖ κανεὶς ὅτι πρόκειται γιὰ νεκρὰ σημάδια.

   Στὴ συνέχεια θὰ ἀναφερθῶ σύντομα στὸ θέμα τῆς ἐκδοτικῆς ἀντιμετώπισης κειμένων τῆς παλαιότερης ἀλλὰ καὶ τῆς νεότερης λογοτεχνίας μᾶς γραμμένων ἀρχικὰ στὸ πολυτονικό. Ὑπάρχουν ἤδη ἀρκετὰ δείγματα μεταγραφῆς τους στὸ μονοτονικό, γιὰ τὰ ὁποία λειτούργησε προφανῶς τὸ δέλεαρ τῆς διεύρυνσης τοῦ ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ. Τὰ ἀποτελέσματα εἶναι ἀρνητικά, προπαντὸς ὅταν μεταγράφονται κείμενα ποὺ ἀνήκουν στὴ λόγια παράδοση τῆς ἑλληνικῆς, ἔστω κι ἂν πρόκειται ἁπλῶς γιὰ παραθέματα ἢ γιὰ τίτλους.

   Ἐπὶ παραδείγματι, δὲν πιστεύω ὅτι θὰ κερδίσει κάτι ὁ ἀναγνώστης ποὺ δὲν γνωρίζει τὴν ἀρχαία ἑλληνική, ἂν συναντήσει σὲ κάποια μελέτη τὸν τίτλο τῆς συλλογῆς τοῦ Γ. Σεφέρη …Κύπρον, οὐ μ’ ἐθέσπισεν… στὸ μονοτονικό. Ἀντιθέτως, μπορεῖ νὰ τὸν παρανοήσει καὶ αὐτὸς ποὺ κατέχει μετρίως τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ ἀπὸ τὸ σχολεῖο.

   Ἡ αἰσθητικὴ διάσταση, τέλος, τοῦ ζητήματος δὲν εἶναι διόλου ἀμελητέα. Θεωρῶ ὅτι ἡ ἑλληνικὴ γραφὴ μὲ τοὺς τόνους, τὰ πνεύματα καὶ τὰ σημεῖα στίξεως, ὅπως ἀποκρυσταλλώθηκε στὴν τυπογραφία ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20ού αἰώνα καὶ ἑξῆς, ἔχοντας ἀποβάλει τὴ ρευστότητα καὶ τὴν ἐκζήτηση τῆς περιόδου τῶν χειρογράφων ἀλλὰ διατηρώντας συγχρόνως τὴ γοητευτικὴ πολυμορφία τῆς ἔναντί του λατινικοῦ ἀλφαβήτου, ἔχει φθάσει σὲ ἕνα σημεῖο ἰδιαίτερης καλαισθησίας.

   Μιὰ σελίδα τυπωμένου κειμένου μὲ ὡραία στοιχεῖα, μὲ τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα σὲ πλήρη παράταξη, ἐὰν εἶναι καὶ σωστὰ ἐπιμελημένη, θὰ μποροῦσε ἐνδεχομένως νὰ ἰδωθεῖ καὶ ὡς καλλιγράφημα.

   Τελειώνω μὲ ἕνα παράδοξο. Ἡ ἐμφάνιση σύγχρονων ψηφιακῶν πολυτονικῶν γραμματοσειρῶν, τὴν πληρότητα, τὴν ἀρτιότητα, καὶ βέβαια τὴν εὐκολία χρήσης τῶν ὁποίων θὰ ζήλευαν οἱ θεράποντες τῆς μονοτυπίας, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴ χρήση βελτιωμένων πολυτονιστῶν, ἀναιρεῖ ἐν μέρει τὸ συντριπτικὸ ἐπιχείρημα τοῦ ὑπέρογκου οἰκονομικοῦ βάρους - ἐπιχείρημα πού, ἂς μὴν τὸ λησμονοῦμε, συνέτεινε στὴ σχεδὸν πλήρη ἐπικράτηση τοῦ μονοτονικοῦ στὸν ἐκδοτικὸ χῶρο.

* Ἡ κ. Γιώτα Κριτσέλη εἶναι διευθύντρια τῶν ἐκδόσεων Κίχλη.

* * *

   («Ἀντίβαρο», 17-10-2011)

   Κύριε Διευθυντά,

   Στὴν «Κ» τῆς 15/10, στὸ ἀφιέρωμα γιὰ τὸ πολυτονικό, ὁ κ. Βατόπουλος διερωτᾶται: «Ὑπάρχουν νέοι ποὺ δὲν διδάχθηκαν τὸ πολυτονικὸ καὶ νὰ τὸ ὑποστηρίζουν;» Ναί, ὑπάρχουν, καὶ μάλιστα οὐκ ὀλίγοι, μὲ συνέπεια ποὺ ἐκπλήσσει (δηλαδὴ παντοῦ, ἀκόμα καὶ στὰ διαδικτυακὰ «τσάτ»). Ἡ ἐπιλογή τους αὐτὴ σὲ καμία περίπτωση δὲν προκύπτει ἀπὸ κοινὲς πολιτικὲς ἢ θρησκευτικὲς συνισταμένες, καὶ ἐξυπακούεται πὼς ἀναφερόμαστε σὲ χρήση τῆς φρέσκιας δημοτικῆς γλώσσας. Ἐπιτρέψτε μας νὰ προτείνουμε τὴν ἀκόλουθη ἱεράρχηση τῶν αἰτιῶν, μετὰ ἀπὸ σχετικὲς συζητήσεις:

   (α) Θεωροῦν πὼς μὲ τὸ πολυτονικὸ διασώζεται καίρια καὶ σημαντικὴ πληροφορία στὴν λέξη καὶ κυρίως στὴν πρόταση, πληροφορία ὄχι κατ' ἀνάγκην φωνητική.

   (β) Ἀντιμάχονται τὴν ἄρση περίπου δισχιλιετοῦς συνέχειας τῆς ὀπτικῆς (βιωματικῆς) ἀποτύπωσης τῆς γλώσσας. (Δὲν θεωροῦν τὴν Βουλὴ ἁρμόδια γιὰ μιὰ τέτοια ἀπόφαση, καὶ δὴ μὲ τροπολογία καὶ 30 βουλευτές, ὅπως συνέβη.)

   (γ) Ἀποστρέφονται τὴν τραγικὰ λανθασμένη de facto διχοτόμηση τῆς γλώσσας σὲ «ἀρχαῖα» καὶ «νέα», δηλαδὴ σὲ ὅ,τι τυπώθηκε πρὶν τὸ 1982 καὶ μετὰ τὸ 1982 ἀντίστοιχα (γιὰ τοὺς μαθητὲς τῶν λυκείων μας, ὁ Ἐλύτης γράφει «στὰ ἀρχαῖα», ἐπειδὴ τυπώνεται σὲ πολυτονικό. Ρωτῆστε τους). Ἢ τὴν θεώρηση τῆς πολυτονισμένης δημοτικῆς γλώσσας ὡς «καθαρεύουσας», θεώρηση κρατικὰ ὑποβοηθούμενης ἡμιμάθειας.

   (δ) Διαπιστώνουν πὼς τὸ πολυτονικὸ εἶναι πιὸ λειτουργικό, «λογικὸ» τονικὸ σύστημα, μὲ ἐσωτερικὴ συνέπεια ποὺ στὴν μονοτονία ἀντικαθίσταται μὲ δύσκαμπτες τονικὲς συμβάσεις («ὁ δάσκαλός του»- ὁ δεύτερος τόνος ἐμφανίζεται ἀπὸ τὸ πουθενὰ κ.ἄ.).

   (ε) Κρίνουν πὼς ἂν σὲ γλωσσικὰ ζητήματα προκρίνουμε τὸ κριτήριο τῆς χρησιμότητας/εὐκολίας, καλύτερα νὰ κάνουμε τὴ δουλειὰ σωστά: νὰ υἱοθετήσουμε ἐπισήμως φωνητικὴ γραφή, γκρῆκλις/λατινικὸ ἀλφάβητο ἢ ἀκόμα καλύτερα τὰ διεθνῆ ἀγγλικά. Δυστυχῶς, τὰ ἑλληνικὰ εἶναι δύσκολα καὶ ἀφοροῦν μιὰ πολὺ μικρὴ ἀγορά. Πρὸς τί τόση ταλαιπωρία;

   (ς) Πέραν τούτων, τὸ προτιμοῦν καὶ αἰσθητικά.

   Τέλος, πολὺ ἁπλά, συχνὰ ἔχουν πειστεῖ ἀπὸ τὶς σχετικὲς ἀπόψεις τοῦ Ἐλύτη, τοῦ Σαββόπουλου, τοῦ Γιανναρᾶ, τοῦ Καστοριάδη, τοῦ Ράμφου, τοῦ Παπάζογλου (παρεμπιπτόντως, ἅπαντες δημοτικιστές), τῆς Ντὲ Ρομιγὺ καὶ ἄλλων. Ἐνῷ δὲν τυγχάνουν ἀκριβῶς θαυμαστὲς τοῦ Ἐλ. Βερυβάκη, ὑπουργοῦ Παιδείας τότε, ἢ τῶν ἐμμονῶν τοῦ κ. Κριαρᾶ, ποὺ ἀμφισβητεῖ τὴν ὕπαρξη νέων ἀνθρώπων ποὺ πολυτονίζουν- δηλαδή, τὴν ὕπαρξή μας. Οὔτε πείθονται ἀπὸ τὴν ζωτικὴ προτεραιότητα τῆς ἥσσονος προσπάθειας.

   Πολὺ σωστὰ ἐπισημάνθηκε στὰ ἄρθρα πὼς οἱ οἰκονομικοὶ λόγοι τῆς ἐπιβολῆς τῆς μονοτονίας ἔχουν πλέον ἐκλείψει. Τὰ πολυτονικὰ ἑλληνικὰ εἶναι ἤδη ἐγκατεστημένα σὲ ὅλες τὶς τελευταῖες ἐκδοχὲς τῶν Windows τὴν τελευταία δεκαετία (Greek polytonic), χρειάζονται ἁπλῶς ἐνεργοποίηση καὶ ἀξιοποιοῦν εἰδικὴ διάταξη τοῦ πληκτρολογίου. Πλέον, ὅλες οἱ συνηθισμένες γραμματοσειρὲς (π.χ. Times New Roman ἀπὸ Vista κι ἑξῆς) ἔχουν σχεδιαστεῖ καὶ γιὰ τονισμένα ἑλληνικά.

Σωτήρης Μητραλέξης (23, φοιτητής, Βερολίνο Γερμανίας),
Δημήτρης Ζάχος (26, φοιτητής, Ἀθήνα),
Γιάννης Ντάγκας (23, φοιτητής, Ἀθήνα),
Ἀπόλλων Μπαζάντε-Κωστόπουλος (33, φοιτητής, Ἀθήνα),
Στέλιος Θεοδωράκης (20, φοιτητής, Ἀθήνα)

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

Νύχτα γιομάτη θαύματα

   Τὶ κρῖμα ποὺ δὲν ἔχουμε πιὰ χριστουγεννιάτικες φάτνες στὴν πόλι μας.

   Ἀποκτήσαμε τέχνες καὶ ἐπιστῆμες, πολυκαταστήματα καὶ χρηματιστήρια, ἀκριβὰ δῶρα καὶ ἑορταστικὲς λιχουδιὲς καὶ λαμπερὰ φῶτα καὶ στολίδια καὶ κατακόκκινους τροφαντοὺς ἁγιοβασίληδες -τώρα φτωχαίνουν, ξεθωριάζουν κι αὐτά-, κι ὅμως, ἡ παγωνιὰ μᾶς κυκλώνει ὁλοένα... τὸ βαθὺ σκοτάδι, ἡ ἄκαρδη νύχτα... ἡ νύχτα γυμνώνει τὰ λαμπερὰ στολίδια, ξεραίνει τὶς γευστικὲς λιχουδιές... κυκλώνει τὴν ψυχή, πυκνώνει... μέχρι καὶ ὁ φόβος καὶ ἡ ἀγωνία νὰ παγώσῃ... καὶ τότε, ὅταν ὅλα πιὰ τὰ σκεπάσῃ τὸ παγερὸ σκοτάδι, κάτω κι ἀπ᾿ αὐτό, μιὰ ἄλλη, βαθύτερη, ξεχασμένη νύχτα... μιὰ ἄλλη νύχτα, νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια.
   Βαθὺ σκοτάδι, παγωνιά.
   Καὶ στ᾿ αὐτιὰ τῶν βοσκῶν ἀγγελικὲς ψαλμωδίες.
   Κι ὁ μικρὸς Χριστούλης στὴν ἀγκαλιὰ τῆς Παναγίας, στὴν φάτνη τῶν ἀλόγων.

   Τὶ κρῖμα ποὺ δὲν ἔχουμε πιὰ χριστουγεννιάτικες φάτνες στὴν πόλι μας.
   Μεγαλώνουμε, μαθαίνουμε, πλουτίζουμε κι «ἐκσυγχρονιζόμεθα»· καὶ νοσταλγοῦμε τὴν χαμένη ζεστασιὰ τῆς φάτνης.

   Καλὰ Χριστούγεννα!

Φάτνη Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, Κρύα Ἰτεῶν Πατρῶν
(Χριστούγεννα 2011)

Φάτνη Διάβας Καλαμπάκας
(Χριστούγεννα 2011)

* * *

Ἐπιστολὴ τοῦ Δημήτρη Λιαντίνη σὲ φίλο του τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1970, ἀπὸ τὸ Μόναχο ὅπου ἐσπούδαζε.

       Μόναχο, 25-12-1970

  Χριστούγεννα καὶ τοῦτα. Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς κατάδικους, ὅσοι δὲν εἶναι δυὸ-δυὸ στὸ κελλί, καὶ τοὺς μοναχούς, κείνους ποὺ δὲν ζοῦν σὲ κοινόβια, ἀλλὰ σὲ σκῆτες, καὶ τοὺς λιγοστούς, πού ᾿χουνε τὴ δική μου τρέλλα, δὲν θὰ τὰ πέρασε ἄλλος ὅπως ἐγώ. Οὔτε μιὰ καλημέρα, οὔτε μιὰ εὐχή, οὔτε ἑνὸς ἀνθρώπου μάτι καὶ γέλιο. Ἔχω ἕνα χοντρὸ κερὶ στὸ κηροπήγιο καὶ μέρα νύχτα καίει. Τράβηξα τὶς κουρτίνες νὰ κλείσω τὸ φῶς γιὰ νὰ μὴν βλέπουν τὰ μάτια καὶ κιοτέψει ἡ ψυχὴ κι ὅλη τὴ μέρα τραμπαλίζομαι στὴν καρέκλα μου, σκεπάζομαι ἀπὸ γαλάζιους καπνοὺς καὶ κολυμπάω στὸν ποταμὸ τῆς ἀμίλητης ὕπαρξής μου. Μόνο τ᾿ αὐτιὰ ἄφησα ἀσφάλιστα -σὰν τὸν Ὀδυσσέα- γιὰ νὰ φτάνει ὣς τὴ σπηλιά μου ὁ γιορτερὸς θόρυβος ἀπὸ τὸ μακρυνὸ βάθος τῆς πολιτείας. Κι ἔρχοναι φευγαλέα μπροστά μου εἰκόνες ἀπὸ τὰ πλούσια Γόμμορα καὶ τὴν ἀκόλαστη Πομπηία, γιὰ νὰ μοῦ θυμίζουν τὸν ξεπεσμένο ἄνθρωπο, ποὺ ὅμως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τοῦ φορτώσουμε τὴν ἐνοχή. Μόνο τὸ μεσημέρι κουμπώθηκα ὣς τὸ λαιμὸ καὶ τράβηξα μιὰ βόλτα στὸν μεγάλο κῆπο τῆς πόλης. Περπάτησα ὥρα πολλὴ ἀπάνου στὰ χιόνια, ἀγνάντεψα τὸ ποταμάκι, τὶς πάπιες, τὰ περιστεράκια ποὺ κρυώνανε καὶ μαλάκωσε λίγο ἡ ψυχὴ καὶ τὸ παράπονο. Χιόνι... παγωνιά, πλοῦτος ποὺ σὲ χτυπάει στὰ μάτια. Ὕστερα ξαναγύρισα στηλώθηκα, σὰν φάντασμα, πάλι μπροστὰ στὴ λαμπάδα καὶ κυλᾶνε οἱ ὧρες, κι ὅλας ἕντεκα, ἀπάνου στὸ καλτιρίμι τῆς διαμαρτυρίας, ποὺ δὲν θὰ ζητήσει ἀνταμοιβή. Παρ᾿ ὅλα τοῦτα δὲν θὰ πρέπει νὰ λησμονήσω νὰ σοῦ πῶ ὅτι εἶμαι καὶ κομμάτι χαρούμενος. Κάτι κατάλαβα ἀπὸ τὸ θᾶμα τῆς Ἅγιας νύχτας.
  Ἵσως περισσότερα ἀπ᾿ ὅσα πιστεύω.

       Δικός σου
       Δημήτρης


* * *

Αὐτὴ εἶναι νύχτα θαυμάτων

Τοῦ Ἠλία Μπαζίνα
«Φίλαθλος», 24 Δεκ. 2006

Το ρίγος της προσμονής εκείνων που θα έλθουν

   Υπάρχει, τελικά, ένα Χριστουγεννιάτικο Θαύμα! Όλοι το βλέπουν. Όλοι το νοιώθουν. Κανένας δεν μπορεί να το εξηγήση. Έχει να κάνει με πολλά πράγματα μαζί. Το τρυφερό, θαμπό, βορεινό φως της μέρας, που πεθαίνει πρόωρα, για να σύρη πίσω της μια μεγάλη, θριαμβική, ολόφωτη νύχτα, ακόμα πιο τρυφερή. Μια νύχτα γεμάτη προσμονές άγνωστης χαράς, γεμάτη νάνους, μάγους και καλικάτζαρους που δεν φοβίζουν αλλά χαμογελάνε, γιατί αυτή είναι νύχτα θαυμάτων. Από όλα το πιο μεγάλο είναι η ανάσταση του παιδιού μέσα μας. Του παιδιού που πήγαινε να κοιμηθή την παραμονή, ακούγοντας ακόμα τους μεγάλους να μιλάνε και να τραγουδάνε και προσπαθώντας να μην αφήση τα βλέφαρά του να βαρύνουν για να μη χάση το μεσονύχτιο θαύμα. Και πάντα το έχανε αλλά τι σημασία είχε αφού το θαύμα είχε συντελεσθή. Και το παιδί ξυπνούσε στα καθαρά, δροσερά του σεντόνια και σκιρτούσε καθώς του 'ρχόταν η ανάμνηση ότι ξημέρωνε μεγάλη γιορτή! Με το άρωμα από τα φρέσκα κουλουράκια στα ρουθούνια του, το προνομιούχο νέο πλάσμα βίωνε την αθανασία, τη μόνη που υπάρχει. Μνήμες από έναν κόσμο υπέροχης άγνοιας, ΠΡΙΝ από το προπατορικό αμάρτημα. Όταν τα πάντα είναι ζωή, το αντίθετό της δεν υπάρχει. Και η μόνη αλήθεια είναι το ρίγος της προσμονής εκείνων που θα έλθουν, το προμάντεμα του έρωτα, η προετοιμασία για το υπέροχο ταξίδι, την εξερεύνηση του κόσμου με τα μυστικά και τις ομορφιές και τους κινδύνους του. Κινδύνους που δεν φοβερίζουν, απλά ξεσηκώνουν.

   Είναι κρίμα ότι το παιδί αυτό δεν γίνεται να επιζήση όταν πεθάνη ο άνθρωπος που το κρατούσε κρυμμένο, ζεστό και ασφαλές, στον κόρφο της ψυχής του. Θα του άξιζε να έχη άλλη, καλύτερη μοίρα. Ίσως είναι το μόνο κομμάτι μας που θα άξιζε να ζήση αιώνια. Και αυτή η ανάγκη και η αναζήτηση και η νοσταλγία, η αφόρητη του αιώνιου παιδιού είναι που ξαναφουντώνει μέσα μας τα Χριστούγεννα. Είναι μια μικρή ανάσταση, μια αναγέννηση προσωρινή πραγμάτων πολύτιμων και στην ουσία χαμένων. Είναι ρηχή και στείρα η θεώρηση ότι τα πάντα γύρω από τα Χριστούγεννα είναι ένα σκηνικό, με μοναδικό στόχο το τζίρο. Είναι σίγουρα και αυτό. Δεν θα κατάφερναν όμως τίποτα όλοι αυτοί, που ΝΟΜΙΖΟΥΝ ότι μας πιάνουν κορόιδα, αν εμείς οι ίδιοι δεν θέλαμε την κοροϊδία. Εν γνώσει μας.

   Το ξέρουμε ότι η «Άγια Νύχτα» είναι ένα ζαχαρωτό, χαζοχαρούμενο τραγουδάκι. Το ξέρουμε πως υπάρχουν κι εκείνοι που υποφέρουν. Τα Χριστούγεννα επιτρέπεται να παραβλέπουμε, γιατί τα Χριστούγεννα είναι ο γυρισμός μας -ημών των βροτών- στην αγνότητα και στην αθανασία. Τόσο πρόσκαιρη επιστροφή! Την δικαιούμαστε μια φορά το χρόνο. Δεν μας κάνει χειρότερους ανθρώπους. Ίσως μας κάνει και καλύτερους, ΑΝ καταφέρουμε να την προεκτείνουμε στην υπόλοιπη ζωή μας σαν χρέος ευτυχίας. Η ευδαιμονία πρέπει να γεννάη ευδαιμονία. Το τερατώδες είναι το ότι συχνά αυτό δεν συμβαίνει, όχι το ότι επιτρέπεται και λίγη ευδαιμονία σε μια ζωή έτσι κι αλλοιώς λίγη. Και η «Άγια Νύχτα», η σαχλούτσικη, είναι τελικά ένα πανέμορφο τραγουδάκι, που τραγουδήθηκε περισσότερο από κάθε άλλο στον κόσμο. Μη θεοποιούμε το «σωστό» και το «σημαντικό» ΤΟΣΟ ώστε να καταντήσει εργαλείο ΚΑΚΙΑΣ. Μια ζωή χωρίς το επουσιώδες και το παραμυθένιο είναι μια παγίδα γεμάτη εγωισμούς, μοχθηρίες, θέσφατα, ΠΡΕΠΕΙ, τύψεις. Άρνηση ΧΑΡΑΣ.

   Μη μιλάμε λοιπόν για «ευδαιμονισμό» και παραισθήσεις και ψεύτικες επιστροφές στο τίποτα! Υπάρχει ένα κομμάτι των εορτών, που σίγουρα είναι ψεύτικο. Μεγάλο, πολύ μεγάλο κομμάτι! Υπάρχει και το κομμάτι το πραγματικό. ΟΛΟΙ το έχουμε νοιώσει. Γιατί το αρνούμαστε; Αφού υπάρχει, ας το αφήσουμε να κάνει το νηπενθές, παυσίπονο έργο του. Δεν είναι αρετή το να του κλείσουμε την ψυχή μας. Ίσως είναι και κακία. Και για την κακία υπάρχει ΤΟΣΟΣ χρόνος, μα τόσος χρόνος, Θεέ μου! «Αρκετόν τη ημέρα η κακία αυτής». Αρκετόν τω έτει η κακία αυτού. Αρκετόν τω βίω η κακία αυτού...

Χαρά στο νταηλίκι

   Αν το θέμα μας είναι «να μην παρασυρθούμε» στον ψεύτικο κόσμο των παραισθήσεων, είναι ΤΟΣΟ ΕΥΚΟΛΟ! Ίχνος μαγκιάς δικής μας δεν χρειάζεται. ΟΛΑ τα όνειρα είναι εύθραυστα, φευγαλέα σαν την πρωινή πάχνη. Χαρά στο νταηλίκι, να θρυμματίσης ένα όνειρο! Ένας ακόμα βανδαλισμός, τί μπορεί να αλλάξη προς το καλύτερο; Τελικά, το πραγματικό ΨΕΜΑ είναι αυτός! Ο βανδαλισμός, σαν έκφραση... υγείας, ρεαλισμού, πραγματισμού. Το κουτάβι που κούρνιασε στην αγκαλιά μου (πάει πάνω από μισός αιώνας και δεν το ξέχασα) μέχρι να αφήση την τελευταία του πνοή από την κακοπάθεια, ήταν μια μικρή, εύθραυστη, φευγαλέα αλήθεια. Το ΨΕΜΑ ήταν εκείνοι, που το πέταξαν, θεωρώντας πως έκαναν κάποιο πράγμα, που λέγεται ΣΩΣΤΟ. Ενώ δεν ήταν παρά μια έκφραση ΕΞΟΥΣΙΑΣ εκ μέρους όντων, που δεν έχουν εξουσία σε τίποτα! Δεν μπόρεσαν να δουν το κουτάβι σαν ΟΜΟΙΟ τους. Ενώ ΣΙΓΟΥΡΑ δεν ξέφυγαν κι εκείνοι τη δική του τύχη. Τί είναι αυτό το «ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΣΑΝ»; Δύναμη; Αδυναμία είναι! Ψεύτικη δύναμη. Ψέμα...

   Αφήστε το όνειρο να κουρνιάση στον κόρφο σας, σαν κάτι ζωντανό. Και μη ντρέπεστε γι' αυτό. Ευλογία είναι. Θα σας ανταμείψη με μια γλυκειά ανάμνηση. Κάποια ώρα που θα την έχετε ανάγκη. Καλά Χριστούγεννα!

Ἡ Γέννησις τοῦ Κυρίου, φορητὴ εἰκόνα, Βυζαντινὸν Μουσεῖον Ἀθηνῶν, 15ος αἰ.· ἴσως ἔργο τοῦ ζωγράφου Ἀγγέλου.

+ Κείμενα τοῦ Ἠλία Μπαζίνα
+ Ἕνα ἀκόμη ἄρθρο τοῦ Ἠλία Μπαζίνα γιὰ τὰ Χριστούγεννα (25-12-1998): «Γιὰ τὸ ξέσκισμα... καὶ τὸ παντελόνιασμα, τὶ θὰ ἔλεγε σήμερα ὁ Ἰησοῦς Χριστός...»
+ «Ἀνάλυση τῆς θεολογίας τῆς εἰκόνας τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ», ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγοπούλου, 11-11-2005 [Φλόγα] [Πατερικός]· Ἀρχιμανδρίτης Γεράσιμος Φραγκουλάκης, «Ἡ εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ»)

* * *

Εὐφραίνεσθε δίκαιοι,
οὐρανοὶ ἀγαλλιᾶσθε,
σκιρτήσατε τὰ ὄρη,
Χριστοῦ γεννηθέντος.
Παρθένος καθέζεται
τὰ Χερουβὶμ μιμουμένη,
βαστάζουσα ἐν κόλποις
Θεόν Λόγον σαρκωθέντα.
Ποιμένες τὸν τεχθέντα δοξάζουσι,
Μάγοι τῷ Δεσπότῃ δῶρα προσφέρουσιν,
Ἄγγελοι ἀνυμνοῦντες λέγουσιν,
Ἀκατάληπτε Κύριε, δόξα σοι.

(Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, 7ος-8ος αἰ.)

Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2011

Καὶ τότε ἡ Μητέρα Ἑλληνικὴ Γῆ, ἀγαλλομένη ἕως τὰ βάθη τῶν σπλάχνων της...

   Τὸ περιοδικὸν «Ἀνθέμιον», Ἐνημερωτικὸν Δελτίον τῆς Ἑνώσεως Φίλων Ἀκροπόλεως, ἐδημοσίευσεν στὸ τεῦχος 21, Δεκ. 2010, μικρὸ ἀπόσπασμα ἐργασίας τοῦ γράφοντος γιὰ τὸν Περικλῆ Γιαννόπουλο καὶ τὴν Ἀκρόπολι, ἐπ᾿ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐπετείου τῶν ἑκατὸ ἐτῶν ἀπὸ τὴν αὐτοθέλητη ἔξοδό του.


   «Τὸν θεωρῶ ὡς τὸν τελευταῖον Ἀθηναῖον τῶν καλῶν χρόνων. Ὡς ἕνα πλόκαμον κισσοῦ ἑρπίζοντα ἐπάνω εἰς ἀρχαῖον μάρμαρον. Δὲν θὰ ἴδῃ πλέον ὁ ναὸς τῆς Ἀπτέρου Νίκης ρόδα κάθε πρωί προσφερόμενα ὡς θυσίαν, καὶ ἂν αὐτὸ τὸ κάμει ἄλλος τις θὰ εἶναι μίμησις, θὰ εἶναι προσποίησις.
   »Αἱ ἄκανθαι τῆς Ἀττικῆς, τὴν μυστηριώδη καλλιτεχνικὴν γοητεία τῶν ὁποίων τόσον εἶχεν ἐννοήσει, δὲν θὰ εὔρουν πλέον θαυμαστὴν καὶ συλλέκτην, εἰς τὸν τόπον ὅστις παρήγαγε τὸ γλυκύτερον μέλι καὶ τὸ πικρότερον κώνειον.
   »Ὅταν ἔβαζε λευκὰ γάντια καὶ φορτωμένος ἀπὸ ἄνθη ἀνήρχετο εἰς τὴν Ἀκρόπολιν διὰ νὰ προσευχηθῇ εἰς τὸν ναὸν τοῦ ὑπάτου Κάλλους [...]»
   (Δημήτριος Καμπούρογλου, συνέντευξις στὴν ἐφημερίδα «Ἐμπρός», μετὰ τὴν αὐτοκτονία τοῦ Γιαννόπουλου, 13-4-1910)

   Ἑκατὸ χρόνια συμπληρώνονται ἐφέτος στὶς 8 Ἀπριλίου [2010], ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη (8-4-1910) ποὺ ὁ μεγάλος ἑλληνολάτρης Περικλῆς Γιαννόπουλος ἑνώθηκε αὐτοθέλητα μὲ τὴν Ἑλληνικὴ Φύση. Ὡς δεῖγμα τιμῆς καὶ μνήμης γιὰ τὸν μεγάλο ἄνδρα, παραθέτω ὁρισμένα ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ἔργο του ποὺ ἀναφέρονται στὴν Ἀκρόπολη.

   Ἑλληνολάτρης, ἀρχαιολάτρης, πάνω ἀπ᾿ ὅλα φυσιολάτρης ὁ Γιαννόπουλος («Ὡραῖοι Θεοί, οἱ Πρῶτοι Θεοὶ τῆς Φυλῆς, ζοῦν μαζὺ μὲ τὴν ὁλοζώντανη Ἑλλ. Ψυχὴ στὸν κάμπο, στὸ βουνό, στὸ νερό») καλεῖ τοὺς νέους («ΝΕΟΙ ΚΑΙ ΝΕΑΙ Ἀγαπήσετε μὲ πάθος πύρινον τὴν Μητέρα Γῆ, θ᾿ ἀναστηθῆτε στὴν ἀληθινὴ Ἡδονικὴ Ζωή») καὶ συλλαμβάνει μιὰ ἐξαίσια, ὑψηλοτάτης ἐμπνεύσεως εἰκόνα: Τὸ πεντελικὸ μάρμαρο, σὰν γάλα τῆς Μητέρας Γῆς, νὰ πηγάζει ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῆς γῆς, νὰ κρυσταλλώνεται στὰ καλλιτεχνήματα τῆς Ἀκροπόλεως καὶ νὰ γίνεται κατόπιν πνεῦμα καὶ νὰ φωτίζει ἀπὸ τοὺς αἰθέρες παντοτινὰ τὴν ἀνθρωπότητα («Ἔκκλησις πρὸς τὸ Πανελλήνιον Κοινόν», 1907):

   «Καὶ τότε ἡ Μητέρα Ἑλληνικὴ Γῆ, ἀγαλλομένη ἕως τὰ βάθη τῶν σπλάχνων της αἰσθάνεται τὰ στήθη τῆς πρισκόμενα ἀπὸ τὰς ἡδονὰς τῆς συλλήψεως, τότε ἀπὸ τοῦ σὰν ὀρθοῦ μαστοῦ Ἀρτέμιδος Πεντελικοῦ της, ἕνα ἀφροδίσειον ἀφρόεν, μαρμαρόεν γάλα ἀναβλύζει, γάλα πηγνυόμενον εἰς τὸν ἀέρα καὶ τὸ φῶς, κρυσταλλιαζόμενον εἰς ἀνονείρευτα Παλάτια, μὲ μαρμαρίνην Ἀνθρωπότητα ἁβροτέραν καὶ ζωντανοτέραν κάθε ζωντανῆς, ἀνερχόμενον ἀργὰ καὶ μεγαλόπρεπα πρὸς τὰ κυάνεα οὐράνια σὰν πελώριον πάμφωτον σύννεφον Ἰουλιανοῦ μεσημερινοῦ καὶ μένον.
   »Καὶ ἡ Νεφέλη, αὐτὴ ἡ διαμένουσα αἰώνια, ἡ καταυγάζουσα μὲ τὰ ἡδονικώτερα φῶτα τὴν Οἰκουμένην, ἡ μὴ γινομένη βρῶμα σκωλήκων, ἡ χῶμα οὖσα καὶ μὴ ἀπερχομένη εἰς χῶμα, ἡ οὔτε ἀπὸ τοῦ Χρόνου οὔτε ἀπὸ κανενὸς λυσσασμένου Θεοῦ τὰ δόντια τρωγομένη, εἶνε τὸ ἀποθέωμα Ἑλληνικῆς Γῆς καὶ Φυλῆς, καὶ εἶνε τὸ ἕνα καὶ ΜΟΝΑΔΙΚΟΝ ΙΔΑΝΙΚΟΝ ποὺ ἄνθησε καὶ ἐπετρώθη εἰς τὸν πλανήτην αὐτόν, εἶνε ὁ μοναδικὸς Αἰσθητικὸς καὶ Πνευματικὸς Ἥλιος τῆς Οἰκουμένης, ὁλόκληρος Χαρὰ καὶ Ἡδονὴ Ζωῆς, καὶ ἡ μόνη της Δόξα, Παρηγορία καὶ Ἐλπίς, εἶνε τό: ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΙΔΑΝΙΚΟΝ.»

   [...]

   [Ὁλόκληρη ἡ ἐργασία μου παρατίθεται στὸν ἱστοχῶρο «ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ (1871-1910): Ὁ προφήτης τοῦ Ἑλληνισμοῦ».]

Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2011

Λόφοι Νυμφῶν, Πνύκας καὶ Μουσῶν: Κέντρα τῶν ξωτικῶν

   Ἡ ἀρχαιολόγος τῆς Α' Ε.Π.Κ.Α., κυρία Ὄλγα Δακουρᾶ-Βογιατζόγλου, ἔκανε ἀφιλοκερδῶς μιὰ θαυμάσια ξενάγησι στὰ μέλη τῆς Ἑνώσεως Φίλων Ἀκροπόλεως, μὲ θέμα: Λόφοι Νυμφῶν, Πνύκας καὶ Μουσῶν: Κέντρα τῶν ξωτικῶν. (Σάββατο 14 Μαΐου 2011)

   Αὐτὸ ποὺ καὶ τὴν ἴδια συγκίνησε ἐξ ἀρχῆς, ὅπως μᾶς εἶπε, καὶ εἶναι πραγματικὰ ἐνδιαφέρον εἶναι ἡ ἀνθρώπινη πλευρὰ αὐτῆς τῆς τόσο σημαντικῆς περιοχῆς, τοῦ σημαντικότερου τόπου στὴν Ἱστορία τοῦ ἀνθρωπίνου πολιτισμοῦ, τῆς Ἀκροπόλεως δηλαδὴ καὶ τῶν πέριξ, τὴν ὁποίαν συνήθως ἀγνοοῦμε. Διότι, σκέπτομαι, ἐγώ, ὅλοι μιλοῦμε γιὰ μεγάλους φιλοσόφους καὶ καλλιτέχνες, γιὰ τραγωδίες, πλατωνικοὺς διαλόγους, ἀθάνατα μνημεῖα καὶ ἀγάλματα, ἀλλὰ μιλοῦμε ἀφαιρετικῶς συνήθως καὶ αὐθαιρέτως, δηλαδὴ ἐπιφανειακῶς· δὲν συνειδητοποιοῦμε ὅτι ὅλα αὐτὰ προέκυψαν ἀπὸ ἕναν λαὸ μὲ σάρκα καὶ αἷμα, ἀπὸ ἕναν τόπο, ἀπὸ τὸ χῶμα καὶ τὶς πέτρες καὶ τὸ χορτάρι του· καὶ εἶναι καρπός, τὸ ἀπόσταγμα ἴσως, τὸ ἀπαύγασμα, μιᾶς συνεχοῦς (καὶ ὄχι μόνον τοῦ Χρυσοῦ Αἰῶνος) ζωντανῆς παραδόσεως αἰώνων.


14-5-2011, πρόποδες τῆς Ἀκροπόλεως. Γιὰ κάποιον λόγο πάντοτε μὲ συγκινοῦν τὰ λεπτὰ χορτάρια καὶ οἱ παπαροῦνες ἀνάμεσα στὶς ἀρχαῖες πέτρες, κάτω ἀπ᾿ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Ἔχουν μιὰν ὀμορφιὰ ταπεινὴ ἀλλὰ ἀσύγκριτη. Καὶ ἡ πραγματικὴ οὐσία τῆς φιλοσοφίας τοῦ Πλάτωνος καὶ τοῦ Ἀριστοτέλους, τῆς γλυπτικῆς, τῆς τραγωδίας, τῆς πολιτικῆς, τῶν μαθηματικῶν, ἐδῶ ἔχει, διαισθάνομαι, τὴν ρίζα της κι ἐδῶ ἐπανέρχεται.

   Ἡ συνεχής, ζωντανὴ αὐτὴ παρουσία τοῦ τόπου καὶ τῶν ἀνθρώπων (ἀπὸ τοὺς ὁποίους καὶ ἡ φιλοσοφία καὶ ἡ τραγωδία καὶ ἡ πολιτικὴ ξεκίνησαν), μὲ τὰ βάσανα, τὶς χαρές, τὶς προλήψεις καὶ τὶς δεισιδαιμονίες τους, ἔγινε αἰσθητὴ στὴν ξενάγησι στοὺς μαγικοὺς αὐτοὺς λόφους, τοὺς ὁποίους ὁ Ἐβλιγιὰ Τσελεμπὴ (17ος αἰ.) ἀναφέρει ὡς τὸ μεγαλύτερο κέντρο τῶν ξωτικῶν.

   Ἡ ξενάγησις ξεκίνησε ἀπὸ τὸν λόφο τῶν Νυμφῶν (Ἀστεροσκοπεῖο καὶ Ἁγία Μαρίνα Θησείου), μέσα στὰ βράχια τοῦ ὁποίου ζοῦσαν (ζοῦν; ) οἱ νεράιδες, καὶ μέχρι πρὶν λίγες δεκαετίες οἱ ἔγγυες γυναῖκες ἔκαναν τσουλήθρα στὸν λεῖο κεκλιμμένο βράχο γιὰ νὰ κυλήσῃ εὔκολα κατὰ τὴν γέννα τὸ παιδί, οἱ δὲ ἀνύπαντρες καὶ φρεσκοπαντρεμένες γιὰ νὰ συλλάβουν. (Ὅπως μᾶς εἶπε ἡ κ. Δακουρᾶ-Βογιατζόγλου, τὸ δοκίμασαν, κατὰ τὴν ἀνασκαφή, οἱ γυναῖκες ἀρχαιολόγοι καὶ ἔπιασε· ὅλες ἔκαναν παιδί!) Ἡ λατρεία δὲν σταμάτησε ποτέ, ἡ μαγεία τοῦ τόπου καὶ τὸ δέσιμο τῶν ἀνθρώπων καὶ τοῦ τόπου μ᾿ αὐτὴν τὴν μαγεία δὲν σταμάτησε ποτέ· ἡ Ἁγία Μαρίνα ἄλλωστε ποὺ λατρεύετεαι σήμερα στὸν ἴδιο τόπο ἀπὸ τοὺς ἴδιους ἀνθρώπους τὸ ἀποδεικνύει.

   Περάσαμε ἀπὸ τοὺς πρόποδες τῆς Ἀκροπόλεως, τὴν Πνύκα καὶ καταλήξαμε στὸν λόφο τῶν Μουσῶν (Φιλοπάππου). Παντοῦ κοιλώματα στοὺς βράχους, ἐνδιαιτήματα νεραϊδῶν, τάφοι, οἰκήματα χτισμένα ἐπάνω καὶ μέσα στὸν βράχο.

14-5-2011, πρόποδες τῆς Ἀκροπόλεως. Ἀρχαῖο οἴκημα λαξευμένο στὸν βράχο. Στὸ ἐσωτερικὸ του σώζεται ἕνα πολὺ παραστατικό, ἂν καὶ σὲ ὄχι καλὴ κατάστασι, ἀνάγλυφο Πανὸς καὶ νύμφης. (Δὲν ἐπιτρεπόταν ἡ φωτογράφισις.) Ὁ δὲ ἀρχαιόφιλος, ὡς φαίνεται, κύων τῆς φωτογραφίας μᾶς ἀκολουθοῦσε καθ᾿ ὅλην σχεδὸν τὴν διάρκειαν τῆς ξεναγήσεως!

   Οἱ λεγόμενες φυλακές τοῦ Σωκράτους, στοῦ Φιλοπάππου, οἱ ὁποῖες βεβαίως δὲν ἔχουν σχέσι μὲ φυλακὲς ἢ μὲ τὸν Σωκράτη, ἀλλὰ ἦταν μεγάλο, διόροφο ἢ τριόροφο κτήριο, χτισμένο πλάι στὸν βράχο καὶ μὲ δωμάτια-ἀποθῆκες σκαλισμένα μέσα στὸν βράχο, εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ σημεῖα στὸ ὁποῖο μέχρι πρὶν μερικὲς δεκαετίες ἐπικεντρωνόταν ἡ μαγικὴ παράδοσις. Ἐδῶ οἱ κοπέλες ἔφερναν στὶς μοῖρες προσφορὲς μὲ μέλι, γιὰ νὰ μάθουν ἐὰν θὰ παντρευτοῦν. (Ἀναφέρουν τέτοια περιστατικὰ ὁ ἀρχαιολόγος Κυριάκος Πιττακής, ὁ Πουκεβὶλ κ.ἄ.) Ἀκόμη, μέσα ἀπὸ ὀπὲς τοῦ βράχου περνοῦσαν τὰ ἀσθενικὰ παιδιά, γιὰ νὰ ἀποβάλουν τὴν ἀσθένεια.

Οἱ λεγόμενες φυλακὲς τοῦ Σωκράτους στὸν λόφο τῶν Μουσῶν (Φιλοπάππου). Κέντρον μαγικῆς παραδόσεως.
(Τὴν συγκεκριμένη φωτογραφία ἐδανείσθην ἀπὸ τὸ Studio G - Dexipos.)

   Ἀνέφερα ἐγὼ μιὰ προσωπικὴ ἐμπειρία, ἡ ὁποία προεκάλεσε ἐνδιαφέρον. Σὲ μιὰ ἐκδρομὴ ποὺ εἴχαμε πάει μὲ τὸ δημοτικὸ σχολεῖο στοῦ Φιλοπάππου, ὑπολογίζω λίγο μετὰ τὸ 1980, γίναμε μάρτυρες ἐνδιαφερόντων φαινομένων. Κορίτσια ἄρχισαν ν᾿ ἀκοῦν φωνὲς μέσα ἀπὸ τὸν βράχο. Ἕνα ἀγόρι εἶδε μετὰ ἕνα ματωμένο χέρι νὰ βγαίνῃ ἀπὸ μέσα, καὶ ἡ ἀνησυχία ἔγινε σχεδὸν πανικός.

   Οἱ δάσκαλοί μας ἀνησύχησαν, φοβήθηκαν πιθανῶς καὶ μήπως κανεὶς ἀνώμαλος τρόμαξε τὰ παιδιά, μᾶς συγκέντρωσαν καὶ φύγαμε. Ἀνώμαλος δὲν ὑπῆρχε· τί ὅμως; Ὁμαδικὴ ψύχωσις τὴν ὁποία ἐπροκάλεσε ἡ ἐντύπωσις τῶν σκοτεινῶν καγκελόφρακτων κοιλωμάτων τῶν βράχων μὲ τὸ ἐπίφοβο ὄνομα «φυλακὲς τοῦ Σωκράτους»; Ἢ ἡ μαγεία τοῦ χώρου, ζωντανὴ ἀκόμη, ἡ ὁποία βρῆκε καλὸ ἀγωγὸ στὰ ἁγνὰ ἀκόμη παιδικὰ μυαλὰ καὶ τὰ καθαρὰ μάτια;

   (Βλέπε καί Δήμητρα Μυριλλᾶ, «Μιὰ ἀρχαία πόλη, μαγική», Ἐλευθεροτυπία 26-9-2010, μὲ ἀφορμὴ ἀνάλογη ξενάγησι ἀπὸ τὴν κ. Δακουρᾶ-Βογιατζόγλου στὸ παρελθόν.)

Σὰν τὸν Καραγκιόζη...

   Ἡ θρυλικὴ διαφήμισις τοῦ Λουμίδη μὲ τὸν Εὐγένιο Σπαθάρη καὶ τὸν Θανάση Βέγγο, σὲ σκηνοθεσία Παντελῆ Βούλγαρη (ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ἐκπομπὴ «Ἰχνηλάτες» τοῦ Δαυὶδ Ναχμία, ΕΡΤ 2005· ὑπεύθυνη ἐκπομπῆς: Δήμητρα Γκουντούνα). Ἐδῶ μεγαλύτερο ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ἐκπομπή:

   Ὁ Θανάσης Βέγγος, ὁ «ἔμψυχος Καραγκιόζης», ὅπως τὸν ἀποκαλεῖ ὁ Σπαθάρης στὴν ἐκπομπή αὐτήν, ἀγαπήθηκε τόσο, ὄχι μόνον ἐπειδὴ ἦταν καλός, φιλότιμος καὶ σεμνός, ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ Ἕλληνας, ὅπως στὸν παραδοσιακὸ Καραγκιόζη, ἀνεγνώρισε τὸν ἑαυτό του. Τὸν ἴδιο τὸν χαρακτήρα τῆς φυλῆς μας, μὲ ὅλο τὸ φορτίο τῆς ἱστορίας καὶ τὰ παθήματα τῆς ζωῆς καὶ μὲ ὅλες τὶς ἀδυναμίες μας· ἀδυναμίες ποὺ εἶναι καὶ ἡ δύναμίς μας, ὅταν σώζεται στὸ βάθος ἡ φυσικὴ εὐγένεια, ἡ μαγιὰ ποὺ ἔλεγε ὁ Μακρυγιάννης.

   Κάποιοι μπορεῖ νὰ θεωρήσουν ἀνοίκεια τὴν ἀναλογία μὲ τὸν Καραγκιόζη. Ἀπὸ δεκαετίες πολλές, ὁ Καραγκιόζης κατηγορήθηκε καὶ ἀπὸ σημαντικοὺς πνευματικοὺς ἀνθρώπους ὡς στίγμα ποὺ πρέπει νὰ ξερριζωθῇ, κατάλοιπο τῆς τουρκοκρατίας, συγκεφαλαίωσις τοῦ ραγιαδισμοῦ καὶ ὅλων τῶν ἐλαττωμάτων τῆς φυλῆς. Ἐπῆρε προσφάτως τὸ μάτι μου καὶ ἕνα ἄρθρο, ὅπου ὁ ἀρθρογράφος ἰσχυρίζεται ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχουμε ὡς πρότυπο τὸν Καραγκιόζη, ἀλλὰ τὸν Ἀχιλλέα (ὁ φάντης μὲ τὸ ρετσινόλαδο...), ὅπως οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ποὺ διέπρεψαν, μπλά μπλά... (Μὲ τὴν ἴδια λογική, ἀγαπημένος ἠθοποιὸς δὲν πρέπει νὰ εἶναι (καὶ) ὁ Βέγγος, ἀλλά (μόνον) ὁ Αἰμίλιος Βεάκης, ὑποθέτω.)

   Ἁπλῶς, λάθος. Ἀφοῦ θυμίσω ὅτι ὁ χαρακτήρας τοῦ Ἕλληνα, ἀνέκαθεν, δὲν εἶναι μόνον ὁ Ἀχιλλέας, ἀλλά, ἀκόμη περισσότερο, ὁ πολυμήχανος Ὀδυσσέας, ποὺ ἀκριβῶς μὲ τὴν πονηριά του ξεπερνᾷ τελικῶς ὅλες τὶς δυσκολίες, θὰ παρατηρήσω ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ καταφορὰ κατὰ τοῦ Καραγκιόζη φανερώνει, φοβοῦμαι, καὶ ἕνα σύμπλεγμα κατωτερότητος (σὰν τοῦ φραγκοφορεμένου Νιόνιου). Κατ᾿ ἀρχήν, τί σημαίνει «πρότυπο»; Δὲν εἶναι πρότυπο ὁ Καραγκιόζης· εἶναι λυτρωτικὴ ὁμολογία ψυχῆς καὶ αὐτοσαρκασμός. (Χιοῦμορ σημαίνει νὰ σαρκάζῃς τὶς ἀδυναμίες σου.) Μόνον ἔτσι ξορκίζονται καὶ ξεπερνιοῦνται οἱ ἀδυναμίες. Κρυπτόμενος πίσω ἀπὸ τὴν περικεφαλαία τοῦ Ἀχιλλέως δὲν γλυτώνῃς τὴν καρπαζιά. Ἡ περικεφαλαία εἶναι γιὰ ὅταν πρέπει, ἐκεῖ ποὺ πρέπει, γιὰ τὸν σκοπὸ ποὺ πρέπει· ὄχι γιὰ φιγούρα.

   Ὅλοι οἱ λαοὶ ἔχουν λαϊκὰ δρώμενα μὲ ἁπλούς, καθημερινοὺς ἀνθρώπους ὡς πρωταγωνιστές, κωμωδία τῶν παθημάτων τῆς καθημερινῆς ζωῆς, ὅπου ὀ καταφερτζὴς ξεπερνᾷ τὶς δυσκολίες· ὄχι μόνον μυθικοὺς ἥρωες καὶ πολεμιστές. Ἢ μήπως οἱ Ἄγγλοι ἔχουν μόνον τὸν Ἀρθοῦρο καὶ οἱ Γερμανοὶ μόνον τὸν Ζίγκφριντ; Τὸ καθένα στὸν ρόλο του. Ὁ δὲ Γολγοθᾶς δὲν εἶναι λιγότερο ἔνδοξος ἀπὸ τὸν θρίαμβο τῆς Ἀναστάσεως. Τολμῶ τὴν παραδοξολογία: Ἡ ἐνδοξότερη περίοδος τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας εἶναι ἡ Τουρκοκρατία.

   Ὁ Άγγελος Σικελιανός, ἂν καὶ συνήθως νιτσεϊκὸς καὶ πομπώδης, δὲν περιφρονεῖ τὸν ταπεινὸ Καραγκιόζη (ἦταν μάλιστα ἀπὸ τοὺς πρώτους διανοούμενους ποὺ τὸν ἐπαίνεσαν): «Ἡ τέχνη τοῦ Σπαθάρη εἶναι στὴ βάση τῆς λαϊκῆς ψυχῆς καὶ ζωῆς καὶ μακάριος ὅποιος τὴν ἀντικρίζει μὲ τὴ σοβαρότητα ποὺ τῆς ὀφείλεται. Μέσα της δὲν κατασταλάζει μόνο ἡ λαγαρὴ θυμοσοφία τοῦ λαοῦ μας μπρὸς στὰ ἀνάποδα τοῦ κόσμου, ἀλλὰ σκεπάζεται καὶ ἡ πηγαία δύναμη πόχει μέσα του καὶ μὲ τὴν ὁποία ὑπερνικᾷ αὐτὰ τὰ ἀνάποδα μὲ ψυχισμὸ ἀσύγκριτο, ἀνεβαίνοντας ἀπ᾿ τὰ σκαλιὰ τῆς θείας του ἐξυπνάδας ὣς τὶς κορφὲς τοῦ ἡρωισμοῦ.»


Εὐγένιος Σπαθάρης - Διονύσης Σαββόπουλος, «Σὰν τὸν Καραγκιόζη»

Θανάσης Βέγγος

Καραγκιόζης
+ Σπαθάρειο Μουσεῖο
+ Θέατρο Σκιῶν Πάνου Καπετανίδη
+ Φόρουμ φίλων τοῦ Καραγκιόζη

Ἐναντίον τοῦ Καραγκιόζη
+ Παναγιώτης Τραϊανοῦ, «Επιτέλους!!! Ξεφορτωθήκαμε τον Καραγκιόζη»
+ Δημήτρης Ε. Εὐαγγελίδης, «Οι βλαβερές συνέπειες του "καραγκιοζισμού" στην νεοελληνική κοινωνία»
   «Διαπίστωσα με έκπληξη ότι οι αντιδράσεις και τα σχόλια κάποιων, στην χθεσινή ανάρτηση και σε άλλες ιστοσελίδες που προώθησα το κείμενο του κ. Τραϊανού, δεν στηρίζονταν σε προσωπικές τοποθετήσεις και απόψεις, αλλά στο τί είπε ο Δημαράς, ο Κόντογλου και δεν ξέρω ποιος άλλος! Με άλλα λόγια, ατεκμηρίωτες αοριστολογίες για την "λαϊκή" μας παράδοση και άλλα τέτοια ανούσια, όπου γίνεται φανερή η πλύση εγκεφάλου που έχουν υποστεί γενιές ολόκληρες από παιδάκια που τα έβαζαν οι δάσκαλοί τους (εκτελώντας κομματικές "ντιρεκτίβες", ιδίως στην δεκαετία του '80) να χάνουν την ώρα τους με το θεάρεστο και εκπαιδευτικότατο έργο της ενασχόλησης με τον "καραγκιοζισμό". Διαφωνεί κάποιος με αυτά; Μήπως δεν είναι έτσι; Ποιό είναι λοιπόν το πρότυπο που προβάλλει ο καραγκιόζης; Να ξεγελάσουμε τον πασά και να γεμίσουμε τα στομάχια μας! Ας φάμε και καμιά σφαλιάρα άμα λάχει. Και σήμερα γίναμε όλοι καραγκιόζηδες προσπαθώντας να ξεγελάσουμε έναν άλλο πασά πολύ πιο αυστηρό και καθόλου ευάλωτο στα νεοελληνικά καραγκιοζιλίκια!»

Ὑπὲρ τοῦ Καραγκιόζη
+ Νίκος Εγγονόπουλος, «Καραγκιόζης: Ἕνα ἑλληνικὸ θέατρο σκιῶν»

Καραγκιόζης καὶ Βέγγος
+ MassMedia-gr, «Θανάσης Βέγγος: ο "έμψυχος Καραγκιόζης" σήμερα απαθανατίστηκε στη μνήμη της καρδιάς μας...», 3-5-2011
   «Δεδομένης της απόψεως του Γιόζεφ φον Στέρνμπεργκ ότι: «ο κινηματογράφος δεν είναι παρά ένα θέατρο σκιών τεχνικά ανεπτυγμένο», ο Θανάσης Βέγγος υπήρξε στις ταινίες του ο «έμψυχος Καραγκιόζης», όπως τον αποκάλεσε σε μια συνέντευξή του ο μεγάλος καλλιτέχνης του Θεάτρου Σκιών ο αείμνηστος Ευγένιος Σπαθάρης (βλ. «Ιχνηλάτες», ΕΡΤ, 2011).»
+ Ἀνδρέας Ἀνανίδης, «Ἀπὸ τὸν Καραγκιόζη στὸν Βέγγο», ἐκδόσεις Αἰγόκερως, 2007

Ὁ Ἄραβας διαστημάνθρωπος στὸ Μπάκιγχαμ

Πρίγκηψ Γουλιέλμος καὶ Αἰκατερίνη Μίντλετον
   Ἀναρωτιέται ἡ τηλεκριτικὸς τῆς «Καθημερινῆς» Μαριάννα Τζιαντζῆ γιατὶ ἀσχολούμεθα μὲ τὸν βασιλικὸ γάμο στὴν Ἀγγλία, τὴν ὥρα ποὺ ἄνθρωποι σκοτώνονται στὴν Λιβύη καὶ στὴν Συρία [1]. (Καὶ μὲ ἀκόμη πιὸ κραυγαλέο ὕφος, στὸ ἱστολόγιό της (ἀνταγωνιζόμενη τὸ ΚΚΕ [2], φαίνεται, ὀπαδὸς οὖσα ἡ ἴδια τῆς ΑΝΤΑΡΣΥΑ [3]), ἰσχυρίζεται περίπου ὅτι ὁ βασιλικὸς γάμος, «αὐτὸ τὸ παραμυθάκι, εἶναι ἀκριβοπληρωμένο μὲ τὸν ἱδρώτα καὶ τὸ αἷμα ἄλλων», τῶν Λίβυων καὶ τῶν Σύριων, δηλαδή· πόθεν ἡ σύνδεσις, ἕνας Στάλιν γνωρίζει, ἀλλὰ βεβαίως ἐξ ὁρισμοῦ τὰ βασιλικὰ βαμπὶρ πίνουν τὸ αἷμα τοῦ λαοῦ.)

   Φυσικά, ἔχει δίκιο σὲ ἕνα πρᾶγμα· στὸ ὅτι, στὸν σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο κόσμο τοῦ καταναλωτισμοῦ καὶ τῆς εἰκόνας, οἱ βασιλικοὶ γάμοι (ὅπως καὶ καθετὶ ἄλλο, τονίζω ἐγώ), ἐν πολλοῖς δὲν εἶναι παρὰ τοῦτο· εἰκόνα καὶ ἐμπόρευμα, κενὸ περιεχομένου [4]. (Ἂν καὶ γιὰ τοὺς Βρετανούς εἶναι, ἀκόμη, κάτι περισσότερο.)

   Ἔχω ὅμως δύο ἐνστάσεις. Τὴν πρώτη τὴν ἔθεσα ἤδη. Εἰκόνα κενὴ περιεχομένου καὶ ἐμπόρευμα δὲν εἶναι μόνον αὐτὲς οἱ βασιλεῖες, ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ ἄλλα. Φυσικὰ καὶ ἡ ἐκστρατεία τῆς πεφωτισμένης Δύσεως γιὰ τὴν ἐλευθερία τῶν ἐπαναστατημένων Λίβυων, τὴν ὁποίαν τὰ ΜΜΕ παραμερίζουν χάριν τῆς βασιλικῆς λάμψεως. Ἀλλὰ τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι ὅτι τὴν παραμερίζουν· τὸ πρόβλημα εἶναι, ἀντιθέτως, ὅτι ἤδη μᾶς ἔχουν κάνει πλύση ἐγκεφάλου μὲ αὐτήν.

* * *

Ἡ δύση τῆς κολάσεως

(Γράφει ὁ Ἀνδρέας Φαρμάκις)

Στο ίδιο έργο θεατές - αμάν! Τα παλάτια του Καντάφι -
οι θησαυροί του - ο δαιμονικός δεσπότης που
σφάζει τον λαό του - και οι αρχάγγελοι
της δύσης -
ξανά η ίδια βάρβαρη προπαγάνδα -
τα αεροπλάνα - οι νυκτερινοί βομβαρδισμοί -
το στρατιωτάκι με τον χάρακα που εξηγεί στον χάρτη τον πόλεμο -
που δεν είναι πόλεμος -
είναι σφαγή - αφού η μόνη στρατηγική της δύσεως -
και ειδικά των αμερικανών -
είναι η κτηνώδης υπεροπλία. Αν δεν είναι τουλάχιστον δέκα φορές
ισχυρότεροι σε όπλα και στρατό -
δεν πολεμάνε.

Και τα τσουτσέκια από πάνω οι Ελληνες δημοσιογράφοι - που
τους τρέχουνε τα σάλια που ναι τόσο δυνατή η δύση και
εμείς είμαστε δυτικοί -
και καπάκι κατευθείαν από τους νατοϊκούς υπονόμους - κάτι
αναλυτές του κώλου -
κυνικοί ημιμαθείς κόλακες ...

* * *

   Ἡ δεύτερη ἔνστασίς μου εἶναι ἀκόμη σοβαρότερη. Ἡ Μαριάννα Τζιαντζῆ ἀναρωτάται γιατὶ τὰ ΜΜΕ ἀσχολοῦνται μὲ τὸν βασιλικὸ γάμο καὶ ὄχι μὲ τοὺς νεκροὺς στὴν Λιβύη καὶ στὴν Συρία. Τῆς διαφεύγει κάτι πολὺ χειρότερο. Ὅτι καὶ οἱ δεύτεροι, γιὰ νὰ ἀποκτήσουν μερίδιο ἀπὸ τὸ πρῶτο ἀγωνίζονται καὶ σκοτώνονται. (Οὔτε κἄν. Γιὰ μιὰ Τατιάνα μεσημβρινή, γιὰ μιὰν Ἐλένη (Μενεγάκη;!).) Ὁ ἀπόλυτος θρίαμβος τῆς Δύσης.

* * *

Ὁ Ἄραβας διαστημάνθρωπος

(Γράφει ὁ Ἀνδρέας Φαρμάκις)

Το δυτικό πρότυπο αυτό ακριβώς κάνει.
Αποχρωματίζει και τελικά ισοπεδώνει τις αραβικές
διαφοροποιήσεις -
ομογενοποιεί τις κοινωνίες - με κύριο
όπλο την προτεραιότητα
του ατόμου.
Η εξέγερση είναι παναραβική - δεν μετράνε
οι παλιές διαφορές -
σουνίτες και σιίτες και όλα τα υπόλοιπα.
Αυτό που συμβαίνει είναι η ανάδυση
της ατομικής συνείδησης
του μουσουλμάνου - η νίκη του
αυτοκινήτου, του ζεστού νερού, των
αεροπορικών ταξιδιών, της
κατανάλωσης - του
διαδικτύου και του φαίηςμπουκ.
Αυτό που δεν έγινε - δεν πρόλαβε να
γίνη εξ αιτίας της οθωμανικής
κυριαρχίας - στο Βυζάντιο -
συμβαίνει τώρα
στην αυτοκρατορία των
μουσουλμάνων.
Ασφαλώς τα παλαιά - τα χθεσινά
εθνικά θρησκευτικά
και φυλετικά χαρακτηριστικά [5] -
προσφέρουνε τα σχήματά τους στις
τοπικές εξεγέρσεις -
όμως τίποτα πέρα απ' αυτό. Οι
εξεγέρσεις τα υιοθετούνε
και την ίδια στιγμή τα καταργούνε.

Διάβαζα προχθές για αυτά που
συμβαίνουνε τώρα στην
Αίγυπτο - έχει πλακώσει όλο το
δυτικό τσίρκο - εκατοντάδες μη
κυβερνητικές οργανώσεις -
από την κατάργηση της μπούρκας -
μέχρι την σωτηρία της
καμήλας .
Ένας νέος κόσμος αναδύεται -
ο Άραβας -
διαστημάνθρωπος -
που βγάζει την γλώσσα του στον
Θεό -
και ονειρεύεται την αθανασία
που του προσφέρει
η δυτική τεχνολογία.

...

Στην σκέψη και την
ρητορία της ελληνικής αριστεράς -
οι εξεγερμένοι λαοί -
ζητάνε σοσιαλισμό. Δίνουνε
στην παναραβική εξέγερση - έναν
χαρακτήρα αντιμπεριαλιστικό
και αντιδυτικό.
Παραμύθια της Χαλιμάς.

Κοινωνίες με στοιχεία αρχαιότητας -
πριν από την εφεύρεση του
ατόμου - και ξάφνου - και είναι
τεράστιος ο ρόλος
του ιντερνέτ σε αυτό - ένα
γυμνό σουπερμόντελ - τους αρπάζει
το πρόσωπο -
το στρέφει αναγκαστικά προς το
μέρος της - και κοιτώντας
τους στα μάτια - τους
θέτει τις ερωτήσεις που μόνο
οι θεοί - μετά θάνατον -
ρωτάνε.
Πώς σε λένε; Ποιός είσαι;
Τί θέλεις ; Ξέρεις τι είναι δικό σου;

Η παναραβική εξέγερση αλλάζει
δραματικά -
την μορφή του πλανήτη -
ένας κόσμος αρχαίος πεθαίνει -
ένας νέος αναδύεται -
με την απόλυτη δυτική νίκη -
και τον πλανητικό θρίαμβο της
δυτικής αυτοκρατορίας.

* * *
Σημειώσεις:
[1] «Ἡ Καθημερινή», 30-4-2011.
[2] Ἡ φαιδρὴ ἀνακοίνωσις τοῦ ΚΚΕ (29-4-2011): «Αηδία και αποστροφή προκαλεί η απίστευτη προβολή στην Ελλάδα, όπου οι λαϊκές οικογένειες δεινοπαθούν από την ανεργία και τη φτώχεια, του γάμου των απομειναριών του μεσαίωνα τον οποίο η ιστορικά ξεπερασμένη αστική τάξη της Βρετανίας και της Ευρώπης τιμά και επιδεικνύει προκλητικά. Αυτοί να χαίρονται τη σήψη τους, οι λαοί όμως έχουν χρέος να ξεμπερδεύουν μαζί τους.»
   Τὸ κακό, βεβαίως, δὲν εἶναι ἡ γραφικὴ αὐτὴ ἀντίληψις τῆς πραγματικότητος. (Στὸ κάτω-κάτω ἀσυνεπὲς δὲν εἶναι μὲ τὴν ἱστορία του τὸ ΚΚΕ ὅταν ὑπερθεματίζει σὲ ἀντιβασιλικοὺς τόνους.) Τὸ κακὸ εἶναι ὅτι, καὶ ἐδῶ ἀλλὰ καὶ σὲ ἂλλα πολὺ σημαντικότερα ζητήματα, τὸ ΚΚΕ ἀδυνατεῖ νὰ καταλάβῃ ὅτι διόλου δὲν στηρίζεται στὸν μεσαίωνα ὁ καπιταλισμός, οὔτε στὶς ὅποιες πολιτισμικὲς παραδόσεις, ζωντανὲς περισσότερο ἢ λιγότερο γιὰ κάποιους λαούς (γιὰ τοὺς Ἄγγλους ἐν προκειμένῳ εἶναι θεμελιώδης ὁ βασιλὸς θεσμός), ἢ στὶς γλῶσσες ἢ στὶς θρησκεῖες ἢ στὶς σημαῖες ἢ σὲ ὅποιες προ-ἀστικὲς ἀξίες καὶ παραδόσεις. Τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο. Ὁ καπιταλισμὸς κάνει τὴν δουλειά του κάλλιστα μὲ τὴν κατάργησι ὅλων αὐτῶν τῶν πιθανῶν ἐμποδίων (ὅσο ὑπάρχουν ἐπιχειρεῖ βεβαίως καὶ αὐτὰ νὰ τὰ εὐτελίσῃ, νὰ τὰ κενώσῃ ἀπὸ κάθε οὐσιαστικὸ περιεχόμενο, νὰ τὰ ἐμπορευματοποιήσῃ, νὰ τὰ ἐκμεταλλευθῇ· ἄμα δὲ ἀπαλλαγῇ ἐντελῶς ἀπὸ αὐτά, ἀκόμη καλύτερα), μὲ τὴν ἀπόλυτη καὶ χωρὶς σύνορα ἐλευθερία τοῦ ἀτόμου τοῦ ὁμογενοποιημένου παγκοσμίου πολτοῦ νὰ καταναλώνῃ ὅ,τι σκουπίδια θέλει. (Τὸ ὅτι, πάντως, σκουπίδια θὰ καταναλώνῃ, εἶναι κάτι ποὺ θὰ τὸ καταλάβῃ ἐνδεχομένως, ἀφοῦ χορτάσει «ἐλευθερία».)
   (Χρῆστος Γιανναρᾶς, προσφάτως, περὶ ἐλευθερίας: «Ἐλευθερία ἀπὸ τὴν εἰμαρμένη», «Ἡ Καθημερινή», 23-4-2011)
[4] Ἰδιαιτέρως σήμερα, ὅπου ὁ βασιλικὸς θεσμὸς εἶναι κυρίως συμβολισμός, καὶ ὅλοι γνωρίζουν «τὶ κούφια λόγια εἶναι αὐτὲς οἱ βασιλεῖες»... (Κούφια, διότι, πλέον, «στὴν Ρώμη δίνεται ὁ χρησμός»...) (Κ.Π. Καβάφης, «Ἀλεξανδρινοὶ βασιλεῖς» καὶ «Πρέσβεις ἀπ᾿ τὴν Ἀλεξάνδρεια».)
   Ὁ φιλόλογος ἐδῶ (ὁ ὁποῖος, εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὰ ἀπαράδεκτα snhell.gr καὶ kavafis.gr, σέβεται τὸν ποιητὴ καὶ τὴν γλῶσσα μας, παραθέτοντας τὸ ποίημα στὸ πολυτονικό), σημειώνει ὅτι ὁ Καβάφης ψέγει καὶ εἰρωνεύεται τὴν ματαιοδοξία καὶ τὴν μεγαλομανία τῆς Κλεοπάτρας. Ὄχι μόνον, ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ. Ὁ Καβάφης, ὅπως σχεδὸν σὲ κάθε ποίημά του, εἶναι πολυεπίπεδος. Ναὶ μὲν ψέγει καὶ εἰρωνεύεται τὴν ματαιοδοξία, ἀλλὰ σὲ ἕνα ἄλλο ἐπίπεδο τὴν βλέπει μὲ κατανόησι καὶ συμπάθεια, γνωρίζοντας τὴν τραγικότητα τῆς ἀνθρώπινης μοίρας (καὶ τῆς Κλεοπάτρας ἐν προκειμένῳ). (Παράβαλε μὲ τὸ «ὑαλὶ χρωματιστὸ» τῆς στέψεως τοῦ Καντακουζηνοῦ, ὅπου ἡ δευτέρα στάσις, τῆς συμπαθείας εἶναι ἐδῶ ἡ βαρύνουσα.)
[5] Καὶ οἱ βασιλεῖες, ποὺ λέγαμε, καὶ οἱ γάμοι καὶ οἱ ἄμαξες...

Ἀπὸ τὴν Τρίπολι στὴν Κερατέα

   Σημείωσις: Τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ τὸ ἔγραψα πρὶν ἀπὸ ἀρκετὸ καιρό· πρὶν ἀπὸ τὴν πτῶσιν τοῦ Καντάφι, πρὶν καὶ ἀπὸ τήν, προσωρινὴ τουλάχιστον, ὑποχώρησι τῆς κυβερνήσεως στὸ θέμα τῆς Κερατέας -ἡ Τρίπολις ἔπεσε· ἡ Κερατέα ὄχι-, ἀλλὰ καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν καταγγελία τῆς Ἀμερικανίδας καρακάξας, ἡ ὁποία (ἀναπαράγοντας προσωπικὲς φαντασιώσεις, ὑποψιάζομαι), ἀπεκάλυψε ὅτι ὁ Καντάφι ἔδινε στοὺς στρατιῶτες του βιάγκρα γιὰ νὰ βιάζουν καλύτερα. (Σημειώνω τὸ τελευταῖο, διότι ἐνῶ εἶχα ἀπογοητευθεῖ ἀπὸ τὴν δυτικὴ προπαγάνδα, νομίζοντας ὅτι εἶχε στερέψει ἡ φαντασία της, τελικῶς αὐτὴ μὲ ἐξέπληξε καὶ πάλι.) Τὸ δημοσιεύω, ὅμως, ἔστω καὶ καθυστερημένα, διότι ἀρκετὲς ἐπισημάνσεις παραμένουν ἐπίκαιρες.

   Προσθήκη: Μοῦ λέγουν ὅτι ὁ Καντάφι ἦταν κακός, δικτάτωρ, παρανοϊκός, ἰσλαμιστής, φίλος τοῦ ΠΑΣΟΚ καὶ τοῦ Ἀνδρέα Παπανδρέου (ξεκολλῆστε!) Μπορεῖ. Ὅμως ἐγὼ νιώθω ἕνα δάγκωμα στὴν καρδιὰ κάθε φορὰ ποὺ πέφτει ἕνα ἀκόμη ἀνάχωμα τῆς ἀντίστασης ἀπέναντι στὴν Πλανηταρχία.

   Τί ἄλλο; Ἁπλῶς παρατηρῶ ὅτι ὁ ἐκδημοκρατισμὸς τῆς Λιβύης ἄρχισε μὲ τὸ κυνήγι ἑνὸς καρκινοπαθοῦς, ὁ ὁποῖος παρανόμησε διότι δὲν πέθανε ὅσο γρήγορα ἀνέμενε τὸ δικαστήριο τῆς προτεσταντικῆς Δύσης.
   Σκεφθεῖτε το. Δὲν εἶναι ἁπλῶς μικρόψυχο, ἀπάνθρωπο. Εἶναι ὕβρις, ὅταν ὁ ἀνθρώπινος νόμος (ὁ προτεσταντικὸς νομικὸς «πολιτισμὸς» τῆς βάρβαρης Δύσης) θρασύτατα ἀναιρεῖ τὸν θεῖο νόμο καὶ ἐγκαλεῖ γιὰ κακοδικία τὴν φύσι καὶ τοὺς θεούς, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν χάρι δυὸ χρόνια ζωῆς σὲ ἕναν ἄνθρωπο.

Gadhafi's downfall revives bitter dispute over Lockerbie bomber
By Tim Lister, CNN

   Politicians on both sides of the Atlantic are demanding that Libya's new rulers extradite convicted Lockerbie bomber Abdel Basset al-Megrahi.
   Al-Megrahi was released from the jail on compassionate grounds in 2009 after serving eight years of a 27-year sentence for his involvement in the bombing of Pan Am Flight 103 in December 1988. All 259 passengers and crew aboard the plane, plus 11 people in the Scottish border town of Lockerbie, were killed.
   Al-Megrahi is suffering from prostate cancer and at the time of his release was given just three months to live. But two years later he is still alive and was last known to be living in Tripoli, now largely under rebel control. Recent images have shown him in a wheelchair.


   Γράφει ὁ Γιανναρᾶς γιὰ τὴν θεμελιώδη ἀντίθεσι Ἑλλάδος καὶ Δύσεως, τὴν θεμελιώδη ἀντίθεσι μεταξὺ τοῦ ἀθλήματος τῆς ἀσκήσεως στὴν κοινωνία τῶν προσώπων καὶ τοῦ νομικισμοῦ τῆς δικανικῆς ἠθικῆς (διαβάστε π.χ. τὰ σπουδαῖα βιβλία του «Ὀρθοδοξία καὶ Δύση» καὶ «Ἐλευθερία τοῦ Ἤθους» ὅσοι ἐνδιαφέρεστε γιὰ κάτι περισσότερο ἀπὸ τὶς ἐπιφυλλίδες), ἀλλὰ μερικοὶ κολλοῦν στὰ «μᾶς συμφέρει ἡ  συνεργασία μὲ τὴν ΕΕ, τὶς ΗΠΑ, τὸ Ἰσραὴλ (εἶπα ἐγὼ ὄχι; ), ἄρα (ἢ λέξις «ἄρα» χωρᾷ πολὺ νερὸ συνήθως) «ἀνήκομεν εἰς τὴν δύσιν». Ὤπα, ἐδῶ ἔνστασις:

   «Μελετᾶτε ὅλας τὰς ἐκδηλώσεις τῶν λαῶν, ἀλλὰ νὰ ἐνεργοῦν καὶ ὀλίγον τὰ ἐγκεφαλικά σας κύτταρα, πηγαίνετε εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ἀλλ᾿ ὄχι διὰ νὰ γίνετε δοῦλοι. Μένετε ἄνθρωποι ἐλεύθεροι. Μὴ τρέχετε εἰς τὴν Εὐρώπην διψῶντες δι᾿ Ἀφέντην.»
(Περικλῆς Γιαννόπουλος, «Ἡ σύγχρονος ζωγραφική», 1902)

* * *

   Ἡ κραυγαλέα ὑποκρισία τῆς πλανηταρχίας: Ἔχουν ρίξει ἐπάνω στὴν Λιβύη ὅλα τὰ ὅπλα τοῦ Πολέμου τῶν Ἄστρων, τοῦ Στὰρ Τρὲκ καὶ τοῦ Γκαλάκτικα μαζί. Καὶ βγαίνει ἡ καρακάξα καὶ σκούζει σὰν ἀπατημένη σύζυγος: Τρομερό! Ὁ Καντάφι εἶναι κακὸς ἄνθρωπος! Χρησιμοποιεῖ βόμβες διασπορᾶς! Τὶς προάλλες ἔλεγαν γιὰ ἀέριο μουστάρδας. Σαχλαμάρες, τίποτε τόσο εὐφάνταστο ὅσο τὰ «ὅπλα μαζικῆς καταστροφῆς» τοῦ Σαντάμ... Ἀναρωτιέμαι ὅμως μὲ τὶ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζῃ ὁ Καντάφι τοὺς ἐνόπλους συμμοριτοκατσαπλιάδες πραξικοπηματίες, συνεπικουρούμενους ἀπὸ ξένους εἰσβολεῖς καὶ τὴν Ἄλ Κάιντα, ποὺ ἐπιχειροῦν νὰ καταλάβουν τὴν χώρα, γιὰ νὰ μὴν τοῦ ποῦν ὅτι «σφάζει τὸν λαό του»· μὲ ροδοπέταλα; Συγγνώμη, ἀλλὰ δὲν μποροῦμε νὰ καταπιοῦμε ἀμάσητη μιὰ ἐκστρατεία τῆς φιλανθρώπου Δύσεως γιὰ τὴν ἐλευθερία τοῦ κόσμου. Ἔχουμε καὶ μιὰ κάποια εὐφυΐα καὶ αἰσθητική.

   Ἐδῶ ἕνα ἄρθρο -ἄκουσα γι᾿ αὐτὸ ἀπὸ τὴν πολὺ καλὴ ἐκπομπὴ τῆς φίλης Λαμπρινῆς Θωμᾶ στὸ ραδιόφωνο τοῦ 9.84, «Μεσημβρινοί και παράλληλοι», κάθε ἀπόγευμα στὶς 4), ὅπου (ὅπως καὶ σὲ ἄλλα ἄρθρα στὸν ἴδιο ἱστοχῶρο) μποροῦμε νὰ δοῦμε τὶ εἶναι στὴν πραγματκότητα ἡ «ἐξέγερση» στὴν Λιβύη. Σύγκρουσις ἐνόπλων φυλῶν, συμμοριῶν, στρατῶν, μαφιόζων... καὶ ὄχι ἐξέγερσις ἀμάχων πολιτῶν ἐναντίον δικτάτορος:
«Bombing Libya: 1986-2011», by Thomas C. Mountain
   Κι ἄλλη μιὰ ἀνάλυσις ἀπὸ τὸ γνωστὸ Stratfor (δυτικῶν συμφερόντων μέν, ἀλλὰ ποὺ μᾶλλον ἐπιβεβαιώνει τὰ παραπάνω):

   ...
   Προσέξατε ὅτι, ἐνῶ τόσα χρόνια μέχρι σήμερα ὁ Καντάφι στὶς φωτογραφίες ἐμφανιζόταν νέος, ἢ πάντως ἀκμαῖος, ρωμαλέος καὶ ρομαντικὸς θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ἐπαναστάτης, κάτι σὲ Τσὲ Γκεβάρα, τώρα πλέον παρουσιάζεται γηραλέος, ἐν ἀποσυνθέσει, ἐκφυλισμένος -αὐτὸ εἶναι τὸ κατάλληλο ἐπίθετο-, παράφρων Νέρων καὶ Ἡλιογάβαλος; Τί διάβολο, ἀκόμη καὶ τὸ ἐξώφυλλο τοῦ «Κ» τῆς «Καθημερινῆς» τὸ ἐπιβάλλει, τρόπόν τινα, ἡ Intelligence Service;
   Ἐπὶ πολλὰ χρόνια ὁ Καντάφι ἦταν γιὰ τὴν Δύσι τρομοκράτης, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπο ποὺ τρομοκράτης ἦταν καὶ ὁ Γιάσερ Ἀραφάτ. Ὁ τελευταῖος ἐπῆρε Νομπὲλ Εἰρήνης (ὅπως ἄλλωστε καὶ ὁ Κίσινγκερ καὶ ὁ Ὀμπάμα), ἀλλὰ καὶ ὁ Καντάφι πρὶν μερικὰ χρόνια, μετὰ μάλιστα τὶς ἀμερικανικὲς ἀεροπορικὲς ἐπιδρομές, σοβάρεψε, ἀπεκήρυξε τὸ τρομοκρατικὸ παρελθόν του, ἔγινε συνεργάσιμος, ἀξιόπιστος συνομιλητής -ἔστω ὄχι ἀξιόπιστος, πάντως συνομιλητὴς καὶ συνεργάτης- τῆς Δύσεως. Καὶ τώρα, ἔξαφνα, μέσα σὲ μιὰ μέρα ἔγινε τέρας, παράφρων δικτάτωρ, καὶ τὰ σαχλὰ δελτία εἰδήσεων κραυγάζουν ὅτι «δολοφονεῖ παιδιὰ στοὺς δρόμους». Ἡ δὲ Ἰντερπὸλ ἐκδίδει ἔνταλμα συλλήψεως. Δὲν ἀντιλέγω ὅτι ὁ Καντάφι εἶναι δικτάτωρ, καὶ μεγαλομανής, παρανοϊκὸς δικτάτωρ (κάτι ὄχι καὶ τόσο παράξενο· ἐδῶ παρανοϊκὸς εἶμαι ἐγὼ). Οὔτε περιφρονῶ τὸν πόθο τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων γιὰ ἐλευθερία. (Μελαγχολῶ, ὅμως, διότι, καὶ τὴν τυραννία τοῦ Καντάφι νὰ ἀνατρέψουν, θὰ πέσουν σὲ ἄλλη τυραννία, πιὸ ὕπουλη...) Ἀλλά, ὅ,τι εἶναι ὁ Καντάφι, εἶναι ἐδῶ καὶ σαράντα χρόνια. Γιατί ἐγὼ πρέπει νὰ φάω τὸ κουτόχορτο τῆς Intelligence Service ἀμάσητο, τώρα;

   Φυσικὰ ὁ Καντάφι εἶναι δικτάτωρ καὶ δὴ παλαβός. Ἀλλά, πρῶτον, ὑπάρχουν καὶ χειρότερα. Δεύτερον, ἐμᾶς τί μᾶς νοιάζει; Τρίτον, σὲ μιὰ σύγκρουσι ἐνόπλων παρατάξεων (καὶ συμμοριῶν καννιβάλων -ἐδῶ οἱ πραξικοπηματίες ἀναγκάζουν τοὺς κυβερνητικοὺς αἰχμαλώτους νὰ φάνε νεκρὰ σκυλιά), γιατί ρίχνουμε λάδι στὴν φωτιά, γιὰ νὰ εἰσπράξουμε τὰ ἀποκαΐδια; Σημειωτέον, ὅτι ὁ Καντάφι εἶχε κάνει τὴν Λιβύη Ἐλβετία τῆς Ἀφρικῆς καὶ ἔδινε δουλειὰ καὶ σὲ χιλιάδες ἄλλους Ἀφρικανούς. Σήμερα, μετὰ τὸ ἔνοπλο πραξικόπημα τῶν συμμοριῶν καὶ τὴν ΝΑΤΟϊκὴ ἐπέμβασι, οἱ καραβιὲς τῶν λαθραίων Ἀφρικανῶν μᾶς ἔρχονται πεσκέσι σ᾿ ἐμᾶς καὶ στὴν Ἰταλία... Τί κέρδος ἀποκομίσαμε! Τρέλα!

   Οἱ Ἰταλοὶ, βεβαίως, ἔχουν Μπερλουσκόνι:
Καὶ ἄστους νὰ σκούζουν (ἀπορεῖ κανεὶς γιατί τὸν ψηφίζουν οἱ Ἰταλοί; )
[Ἄντε, ρίχτε του ἀκόμη ἕνα πορνίδιο, μπὰς καὶ τὸν ρίξετε...]

   Ἀλλὰ δὲν πειράζει, ὑπάρχει λύσις. Ἐλάτε ἐδῶ παιδιά! Ὅλοι οἱ καλοὶ χωράνε:

«Αντί να διώκονται, διαμαρτύρονται!», του Ανδρέα Ανδριανόπουλου:

   «Παράνομοι μετανάστες κάνουν απεργία πείνας και μερικές εκατοντάδες κάνουν πορεία διαμαρτυρίας στην Αθήνα. Μέσα στα τόσα παράδοξα που συμβαίνουν στη χώρα αυτή το είδαμε κι αυτό. Άτομα που παραβιάζουν αυταπόδεικτα τον νόμο να απαιτούν δικαιώματα που η έννομη τάξη της χώρας τούς αρνείται.
   »Κάποιοι φαίνεται να ξεχνούν πως όσοι παράνομα και δίχως χαρτιά εισέρχονται στην χώρα παραβιάζουν νόμους της χώρας. Σαν συνέπεια είναι υπόλογοι στη δικαιοσύνη κι οφείλουν να αντιμετωπίσουν τις κυρώσεις που προβλέπει η νομοθεσία. Αντί λοιπόν να διώκονται για τις παράνομες πράξεις που έχουν πραγματοποιήσει, κινητοποιούνται διαμαρτυρόμενοι διότι δεν έχουν ακόμη νομιμοποιηθεί!
   »Κάποιοι άλλοι μάλιστα ζητούν και πολιτικό άσυλο. Σαν διωκόμενοι στις χώρες τους, που όμως δεν μπορούν να αποδείξουν ούτε ποιες είναι. Πολύ περισσότερο να θεμελιώσουν τον ισχυρισμό πως διώκονται εκεί για τις πεποιθήσεις τους. Η ύπαρξη συγκρούσεων σε μια χώρα δεν αποτελεί απόδειξη πως κάποιοι από τους κατοίκους της χώρας αυτής διώκονται πολιτικά. Τέτοια κωμικά φαινόμενα μόνο σε μια χώρα σαν την σημερινή Ελλάδα θα μπορούσαν να σταθούν.»

   (Δὲν χρειάζεται νὰ εἶναι «ἐχθροπαθὴς» (TM Καστανίδης) «ἀκροδεξιὸς» κανεὶς γιὰ νὰ πῇ τὸ αὐτονόητο. Ἀρκεῖ νὰ εἶναι στοιχειωδῶς λογικός, φιλελεύθερος, ὑπεύθυνος Ἕλλην πολίτης.)

   Βεβαίως, ἐντάξει, ἡ κυβέρνησίς μας δείχνει ἀλλοῦ τσαμπουκά. Ἐνάντια στὴν κοινωνία τῆς Κερατέας ποὺ ἀγωνίζονται γιὰ τὴν κοινότητά τους, ἢ ἐνάντια στοὺς ἀρχαιοφίλους ποὺ ἀγωνίζονται γιὰ νὰ μὴν καταχωθῇ ὁ Βωμὸς τῶν Δώδεκα Θεῶν...

   Ἀλήθεια, γιατί τὸ ΝΑΤΟ δὲν ἐπεμβαίνει στὴν Ἑλλάδα, τῆς ὁποίας ἡ κυβέρνησις ἐδῶ καὶ μῆνες πολιορκεῖ καὶ βομβαρδίζει μιὰ ὁλόκληρη κοινωνία, τὴν Κερατέα, ποὺ οἱ καμπάνες χτυποῦν συναγερμὸ κάθε τόσο, καὶ ὅλοι, μεγάλοι, γέροι καὶ παιδιά, καθηγητὲς καὶ ἀγρότες, δεξιοὶ καὶ ἀριστεροὶ καὶ ἀναρχικοὶ καὶ ἐθνικιστές καὶ κομμουνιστὲς καὶ φιλελεύθεροι, πραγματικὰ μιὰ ἑλληνικὴ κοινότητα ὁλόκληρη, χωρὶς τεχνητοὺς διαχωρισμούς, βγαίνουν στοὺς δρόμους καὶ ἀγωνίζονται;

   Γιὰ νὰ πῶ τὴν ἀλήθεια, δὲν ξέρω ἂν καὶ πόσο ἔχουν δίκιο. (Κρίνω, δεδομένου τοῦ κράτους ποὺ ἔχουμε καὶ τῶν διαπλεκομένων ἐργολάβων. ) Ἀλλὰ πρώτη φορὰ βλέπω μιὰ κοινότητα μὲ τέτοια συνοχή, συμμετοχὴ στὰ κοινά. Ἡ αὐτοδιοικούμενη ἑλληνικὴ κοινότητα, γιὰ τὴν ὁποία διαβάζαμε ἀπὸ τὸν Δραγούμη μέχρι τὸν Ζουράρι, νὰ καλῇ ὁ κήρυκας στὴν ἐκκλησία τοῦ Δήμου, νὰ χτυποῦν οἱ καμπάνες τῆς ἐκκλησίας τοῦ χωριοῦ (μόνο ἀπὸ τὰ βιβλία ἐγνώριζα αὐτὴν τὴν εἰκόνα) καὶ ὅλοι μαζὶ στοὺς δρόμους γιὰ τὴν κοινὴ ὑπόθεσι, αὐτὸ μόνο του εἶναι κάτι ἐλπιδοφόρο). Καὶ ὅπως εἶχε πεῖ ὁ μεγάλος Ἴων Δραγούμης: Κάτω τὸ κράτος, ζήτω τὸ ἔθνος. Αὐτὸ τὸ κράτος, τὸ κράτος τῆς παρακμῆς ποὺ κατατρώει τὸν ἑλληνισμὸ ἐδῶ καὶ δεκαετίες (γιὰ νὰ μὴν πῶ δύο αἰῶνες) πρέπει νὰ ταπεινωθῇ καὶ νὰ ἡττηθῇ.